Διάφοροι εκπρόσωποι του οπορτουνισμού επικαλούνται κατά καιρούς κείμενα του Λένιν για να στηρίξουν τη θέση τους ότι η τακτική του ΚΚΕ στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα (δημιουργία και ανάπτυξη του ΠΑΜΕ, γραμμή αντιπαράθεσης και ρήξης με τη ρεφορμιστική-εργοδοτική γραφειοκρατία στα συνδικάτα) συνιστά αριστερίστικη παρέκκλιση από το λενινισμό. Φυσικά, για πολλούς από αυτούς τους κυρίους (π.χ. όσοι προέρχονται από τον ταχέως διαμορφούμενο νέο φορέα της σοσιαλδημοκρατίας, το ΣΥΡΙΖΑ) η επίκληση του Λένιν συνιστά υποκρισία ολκής, μια που εδώ και πάρα πολλά χρόνια έχουν εγκαταλείψει, και στα λόγια και στα έργα, κάθε σχέση με το μαρξισμό-λενινισμό. Έχει όμως σημασία να απαντηθεί επί της ουσίας η παραπάνω ψευδο-κριτική, προκειμένου να ατσαλωθούν ιδεολογικά οι νέοι σε ηλικία εργατοϋπάλληλοι που μπαίνουν τώρα στην ταξική πάλη, αλλά και να εξοπλιστούν καλύτερα οι παλιότεροι.
Παραθέτουμε ορισμένες ενδεικτικές προσπάθειες διαστρέβλωσης της λενινιστικής αντίληψης για τη δουλειά των κομμουνιστών στα συνδικάτα, οι οποίες στόχο έχουν να χτυπηθεί η τακτική του ΠΑΜΕ και του ΚΚΕ στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα. Είναι κατανοητό ότι οι φορείς των παρακάτω αντιλήψεων έχουν διαφορετικό βάρος στις γραμμές του κινήματος. Η σημασία τους όμως δεν προκύπτει από την όποια μαζικότητα των αντίστοιχων πολιτικών ή συνδικαλιστικών δυνάμεων, αλλά από την προσπάθεια να καλλιεργηθούν συγχύσεις κάτω από το μανδύα μιας υποτιθέμενης συνέπειας σε επαναστατικές αρχές.
Συνδικαλιστικό στέλεχος της παράταξης του ΣΥΡΙΖΑ στην ΠΟΕ-ΟΤΑ, επιχειρώντας να ασκήσει κριτική στην τακτική των δυνάμεων του ΠΑΜΕ στο χώρο της Τοπικής Διοίκησης, παραθέτει αποσπάσματα από τον «Αριστερισμό» του Λένιν για να στηρίξει το συμπέρασμά του ότι «είναι μεγάλο λάθος να αποχωρείς από μια ομοσπονδία και ιδιαίτερα σε μια περίοδο που το εργατικό κίνημα μας χρειάζεται περισσότερο από ποτέ»1. Υποστηρίζει ότι υπάρχει ευθεία αναλογία ανάμεσα στις «νέες, επινοημένες μορφές εργατικής οργάνωσης» –τις οποίες πρόβαλαν μια σειρά αριστερίστικες δυνάμεις την περίοδο 1920-1922 και στις οποίες ο Λένιν ασκεί σφοδρή κριτική στο έργο του– και τη δημιουργία του κλαδικού συνδικάτου των ΟΤΑ από τις δυνάμεις του ΠΑΜΕ. Το βασικό επιχείρημα στη συλλογιστική του είναι ότι οι μάζες των εργαζομένων στους ΟΤΑ είναι οργανωμένες στην ΠΟΕ-ΟΤΑ και η δημιουργία του κλαδικού συνδικάτου τις αφήνει έρμαιο στην επιρροή των ΠΑΣΚΕ και ΔΑΚΕ. Εγκαλεί τους κομμουνιστές για εγκατάλειψη της λενινιστικής κληρονομιάς («ίσως αυτά να μην έχουν και τόσο μεγάλη αξία για εσάς, σύντροφοι, γιατί όλα αυτά τα λέει ο Λένιν, ο ρεφορμιστής…») και καταφεύγει και σε πασίγνωστες αντικομμουνιστικές λαθροχειρίες, προβάλλοντας τις ψευδολογίες ότι ανάλογες (με του ΠΑΜΕ) επιλογές των Γερμανών κομμουνιστών στο μεσοπόλεμο «απέτυχαν να φράξουν το δρόμο προς την εξουσία στους Ναζί».
Εκπρόσωπος της τάσης «Μαρξιστική Φωνή»2 του ΣΥΡΙΖΑ, παραπέμποντας και αυτός στον «Αριστερισμό», εγκαλεί το ΚΚΕ για εγκατάλειψη του λενινιστικού δρόμου για δουλειά μέσα στα ρεφορμιστικά συνδικάτα και για κλιμάκωση της τακτικής των χωριστών συγκεντρώσεων στο εργατικό κίνημα. Συγχέει το ζήτημα των ξεχωριστών συγκεντρώσεων με το γενικότερο ζήτημα της ανάγκης τραβήγματος των εργατικών μαζών μακριά από την επιρροή της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας, υποκλινόμενος στην ουσία σ’ έναν οργανωτικό φετιχισμό (διοργάνωση των συγκεντρώσεων από τα «αρμόδια» όργανα) στο όνομα της δουλειάς στις μάζες. Χαρακτηρίζει ως επικίνδυνους και λαθεμένους τους όρους «εργοδοτική ΓΣΕΕ» και «ταξικά συνδικάτα», γιατί τάχα χρεώνουν «στην ίδια την εργατική βάση των συνδικάτων, που δεν ελέγχονται από το ΠΑΜΕ, την πρακτική των ηγεσιών τους»3. Υποστηρίζει ότι η άρνηση κοινών συγκεντρώσεων στο όνομα του ότι τα αιτήματά τους καθορίζονται από τη ΓΣΕΕ οδηγεί στην άποψη ότι «δεν μπορούν να συνυπάρξουν στο ίδιο συνδικάτο οι εργάτες που ακολουθούν το πλαίσιο του ΠΑΜΕ με τους εργάτες που υποστηρίζουν τα αιτήματα της ΓΣΕΕ».
Έχουμε να κάνουμε εδώ με τη βαθιά λαθεμένη και συκοφαντική αντίληψη ότι η γραμμή αντιπαράθεσης και ρήξης με τις ξεπουλημένες συνδικαλιστικές πλειοψηφίες (που εκφράζεται και σε οργανωτικές πλευρές του συνδικαλιστικού κινήματος, σε διαφορετικά πλαίσια πάλης, αλλά και σε συγκεκριμένες έννοιες που βοηθούν να ξεκαθαρίζεται η ουσία της αντιπαράθεσης) τσουβαλιάζει τις ηγεσίες του κυβερνητικού και εργοδοτικού συνδικαλισμού με τους εργατοϋπάλληλους που εξακολουθούν να τις στηρίζουν. Αντανακλά σε ένα βαθμό και την παραδοσιακή πολιτική εισοδισμού των τροτσκιστών, που ιστορικά μετέτρεψε τις δυνάμεις αυτές σε ουρά της αστικής πολιτικής στο εργατικό κίνημα και που σήμερα έχει εξελιχτεί σε μια καρικατούρα «αριστερών» στολιδιών στις άμαζες και άνευρες συγκεντρώσεις των ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ.
Κινούμενο στην ίδια κατεύθυνση, το αντι-ΚΚΕ blog «Εργατικός Αγώνας»4 υποστηρίζει ότι «εδώ και καιρό η ηγεσία του ΚΚΕ φαίνεται πως έχει αποφασίσει την ίδρυση “κόκκινων” συνδικάτων […] σε χώρους όπου υπάρχουν σωματεία που δε βρίσκονται υπό τον έλεγχο του κόμματος»5, φέρνοντας ως παράδειγμα την ίδρυση κλαδικών σωματείων στο χρηματοπιστωτικό τομέα, στους ΟΤΑ, την ιδιωτική εκπαίδευση και αλλού. Παρατίθενται αποσπάσματα από τον «Αριστερισμό» του Λένιν για να υποστηριχτεί ότι η ιστορική εμπειρία αποδεικνύει ότι τέτοια εγχειρήματα «απέτυχαν παταγωδώς».
Χωρίς ν’ αναφέρουν ανοιχτά τα λεγόμενα του Λένιν, οι ανώνυμοι σχολιαστές της ανάλογου προσανατολισμού «Νέας Σποράς» αναφέρουν ότι ένας από τους παράγοντες που διαμόρφωσε το εκλογικό αποτέλεσμα του ΚΚΕ στις εκλογές του 2012 ήταν: «Η πολιτική και η στάση του Κόμματος στο εργατικό κίνημα, γιατί απομονώθηκε από την εργατική τάξη, γιατί, πέραν του αναγκαίου πολιτικού και ιδεολογικού διαχωρισμού με τις αστικορεφορμιστικές, σοσιαλρεφορμιστικές και οπορτουνιστικές δυνάμεις, διαχώρισε και οργανωτικά το εργατικό κίνημα κάθετα μέχρι κάτω. Το αποτέλεσμα ήταν να αποσύρει πρακτικά και επί της ουσίας τις δυνάμεις του από τα σωματεία και τις ομοσπονδίες, με παράγωγο αποτέλεσμα να μην μπορεί να ασχοληθεί ουσιαστικά, παρά μόνο αποσπασματικά, με τα πραγματικά και άμεσα προβλήματα των εργαζομένων…»6. Πέρα από τις προφανείς ψευδολογίες για «κάθετο μέχρι κάτω» οργανωτικό διαχωρισμό του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος, που δεν ανταποκρίνονται στην τακτική των κομμουνιστών στο κίνημα, έχει αξία να σημειώσουμε την αντίληψη που εκφράζουν οι αρθρογράφοι ότι στις σημερινές συνθήκες η όποια προσπάθεια να οργανωθούν εργατικές μάζες (π.χ. κλαδικά σωματεία σε κλάδους όπου δεν υπάρχουν τέτοια) σηματοδοτεί αυτόματα απόσπαση από τα «πραγματικά και άμεσα προβλήματα».
Έχει ιδιαίτερη σημασία να σημειώσουμε ότι ανάλογη διαστρέβλωση της λενινιστικής αντίληψης για τη δουλειά στα ρεφορμιστικά συνδικάτα παρατηρείται και στο πλαίσιο της διαπάλης για την οργανωτική διάρθρωση του διεθνούς εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος. Η οργανωτική και ιδεολογικοπολιτική ανασυγκρότηση της Παγκόσμιας Συνδικαλιστικής Ομοσπονδίας (ΠΣΟ) μετά από το 15ο Συνέδριό της έθεσε με πολύ πιο ανοιχτό και ξεκάθαρο τρόπο στους κομμουνιστές και επαναστάτες εργάτες την ανάγκη της πάλης για την προσχώρηση των συνδικάτων (εθνικών κέντρων και ομοσπονδιών) στις γραμμές της ΠΣΟ, σε ρήξη με τις οργανωτικές δομές της αντιδραστικής Διεθνούς Συνδικαλιστικής Συνομοσπονδίας (ITUC). Οι αντεπαναστατικές εξελίξεις του δεύτερου μισού της δεκαετίας του 1980, αλλά και μια πιο μακραίωνη διάδοση αναθεωρητικών αντιλήψεων στις γραμμές μιας σειράς κομμουνιστικών κομμάτων, είχαν ως αποτέλεσμα να είναι εξαιρετικά ισχυρές λαθεμένες απόψεις στα ζητήματα που εξετάζουμε, ακόμα και σε συνδικάτα που στις ηγεσίες τους βρίσκονται κομμουνιστές.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η τοποθέτηση του Zwelinzima Vavi, Γενικού Γραμματέα της COSATU (Κογκρέσου των Νοτιοαφρικανικών Συνδικάτων) και μέλους της ΚΕ του Νοτιοαφρικανικού ΚΚ στη Συνδιάσκεψη Διεθνούς Πολιτικής της οργάνωσης (16 Μάη 2012). Επιχειρώντας να απαντήσει στις απόψεις μιας σειράς στελεχών της COSATU για την ανάγκη αποχώρησης της οργάνωσης από την ITUC και προσχώρησης στην ΠΣΟ, ο Vavi παραθέτει εκτεταμένα αποσπάσματα από τον «Αριστερισμό» του Λένιν για να στηρίξει την άποψή του ότι «θα ήταν αντι-μαρξιστικό να βαθύνουμε τον τεμαχισμό και τις διαιρέσεις την κρίσιμη αυτή στιγμή», «θα αποτελούσε θανάσιμο λάθος να εγκαταλείψουμε τις γραμμές της πλειοψηφίας των εργατών και να αυτοαπομονωθούμε αποκλειστικά στη βάση των κοινών ιδεολογικών βάσεων και της κοινής ιστορίας»7.
Πέρα από την πραγματική ουσία των λενινιστικών αντιλήψεων για τη δουλειά των κομμουνιστών στα συνδικάτα, που θα αναλυθούν στη συνέχεια του άρθρου, έχει σημασία να τονίσουμε προκαταβολικά δύο πλευρές: α) Ο Λένιν, τα κείμενα του οποίου επικαλείται ο ίδιος ο Vavi, την ίδια χρονική περίοδο που ασκούσε δριμύτατη κριτική στις αριστερίστικες αντιλήψεις για γενικευμένη εγκατάλειψη των ρεφορμιστικών συνδικάτων, έπαιξε καθοδηγητικό ρόλο στη δημιουργία της Κόκκινης Διεθνούς των Συνδικάτων (RILU - Προφιντέρν) ως πόλου συσπείρωσης όλων των επαναστατικών δυνάμεων στο διεθνές συνδικαλιστικό κίνημα, σε αντιπαράθεση με τη ρεφορμιστική συνδικαλιστική Διεθνή του Άμστερνταμ. β) Η ίδια η ιστορία του παγκόσμιου συνδικαλιστικού κινήματος, αλλά και του εργατικού κινήματος στη Νότια Αφρική, αναγκάζει τον Vavi, στο κλείσιμο της ομιλίας του, να παραδεχτεί ότι «δεν ενθαρρύνουμε διασπάσεις, παρόλο που ορισμένες ιστορικές συγκυρίες έκαναν αναγκαία την αποχώρηση από αντιδραστικούς σχηματισμούς που δεν προωθούσαν τα συμφέροντα των εργατών και που είχαν δημιουργηθεί για να περιορίζουν την εργατική πάλη»8.
Η λαθροχειρία όλων των παραπάνω, ανεξάρτητα από πολιτική απόχρωση, είναι ότι αποσπούν με αντιδιαλεκτικό τρόπο τα γραπτά του Λένιν και τη γραμμή της Κομμουνιστικής Διεθνούς (ΚΔ) στο εργατικό κίνημα από τις ιστορικές συνθήκες της περιόδου και τα αντίστοιχα καθήκοντα που αυτές επέβαλλαν και τα μεταφέρουν αυτούσια στο σήμερα ως καθοδηγητικές αρχές του κινήματος. Γι’ αυτό, παρακολουθώντας τη διαμόρφωση της τακτικής της Κομμουνιστικής Διεθνούς στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα στα χρόνια 1919-1922, πρέπει να κρατάμε σταθερά το νήμα της ιστορικότητας στην ανάλυσή μας. Ένα αδρό σκιαγράφημα της περιόδου δείχνει τις ακόλουθες βασικές τάσεις:
Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος (1914-1918) ξεσκέπασε τον οπορτουνισμό των ηγεσιών των βασικών σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων και τις οδήγησε στην ανοιχτή προδοσία των συμφερόντων της εργατικής τάξης και στη συμπόρευση με τη «δική τους» αστική τάξη. Η νίκη της Οκτωβριανής Επανάστασης και η δημιουργία της Κομμουνιστικής Διεθνούς δημιούργησαν ένα αναγκαίο επαναστατικό κέντρο για την καθοδήγηση του παγκόσμιου κινήματος. Ο αντίκτυπος του Οκτώβρη και τα απίστευτα βάσανα του πολέμου οδήγησαν σε έντονο αναβρασμό στις γραμμές της εργατικής τάξης, που εκφράστηκε και με τα επαναστατικά γεγονότα σε μια σειρά χώρες (Γερμανία, Ουγγαρία, Ιταλία κτλ.). Ταυτόχρονα, όμως, μεγάλες εργατικές μάζες βρίσκονταν ακόμα εγκλωβισμένες στις γραμμές των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων, παρόλο που στο επίπεδο του κινήματος πάλευαν συχνά πλάι-πλάι με τους κομμουνιστές, ακόμα και ένοπλα. Την ίδια στιγμή, η διαδικασία ξεχωρίσματος «της ήρας από το στάρι», των επαναστατών από τους ρεφορμιστές, δεν είχε ακόμα ολοκληρωθεί: Σε μια σειρά χώρες εμφανίζονταν κόμματα από διασπάσεις των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων που δεν ενσωματώνονταν στα κομμουνιστικά, αλλά στέκονταν με θετικό τρόπο απέναντι στην Κομμουνιστική Διεθνή και ακολουθούσαν γραμμή σύγκρουσης με την αστική τάξη στο κίνημα (χαρακτηριστικά παραδείγματα το Ανεξάρτητο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας9 και το Ιταλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα10). Σε τέτοιες πολύπλοκες ιστορικές συνθήκες, η καθοδήγηση της Κομμουνιστικής Διεθνούς, με πρωτεργάτη τον Λένιν, διαμόρφωνε και τη γραμμή της σχετικά με το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, με σταθερό στόχο να αποσπαστούν οι πλατιές μάζες της εργατικής τάξης από την επιρροή της σοσιαλδημοκρατίας και να κερδηθούν στην υπόθεση της επαναστατικής ανατροπής του καπιταλισμού.