Τ ο νομοσχέδιο για την «εξυγίανση» του ΟΣΕ και η προώθηση της ιδιωτικοποίησης της ΤΡΑΙΝΟΣΕ, αλλά και η σχεδιαζόμενη αντιγραφή της «λύσης τύπου ΟΣΕ» και στις υπόλοιπες κρατικές επιχειρήσεις, επαναφέρει στην επικαιρότητα -από ένα πολύχρωμο συνονθύλευμα πολιτικών δυνάμεων που περιλαμβάνει δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ και φτάνει μέχρι τμήματα του ΠΑΣΟΚ- μια συζήτηση σχετικά με τις κρατικές επιχειρήσεις και τα πλεονεκτήματα που έχουν για τους εργαζόμενους και το λαϊκό καταναλωτή και -κατ’ επέκταση- για τα «εγκλήματα» των κυβερνήσεων που προχωρούν στην «απελευθέρωση» τομέων της οικονομίας και στην ιδιωτικοποίηση των ανάλογων κρατικών μονοπωλίων.
Οι «δυνατότερες φωνές» κατά των ιδιωτικοποιήσεων και της απελευθέρωσης εστιάζουν στον τάχα «νεοφιλελεύθερο χαρακτήρα» τους. Στην ουσία, αυτή η λαθεμένη αντίληψη περιστρέφεται γύρω από τη δυνατότητα των κρατικών επιχειρήσεων να λειτουργήσουν υπέρ του λαού, μέσα στον καπιταλισμό. Ως κλασικά παραδείγματα αναφέρονται οι πρώην ΔΕΚΟ, εστιάζοντας κυρίως σε προηγούμενες δεκαετίες. Μάλιστα, οι υποστηρικτές της συγκεκριμένης άποψης φτάνουν μέχρι το σημείο να υποστηρίζουν ότι η φιλολαϊκή απάντηση στην κρίση περνάει μέσα από την επανακρατικοποίηση -σε συνθήκες καπιταλισμού- κάποιων επιχειρήσεων στρατηγικής σημασίας, εστιάζοντας σε ορισμένες τράπεζες, που θα μπορέσουν να γίνουν μοχλός μιας ανάπτυξης προς το συμφέρον των εργαζόμενων, σε πρώην κρατικά μονοπώλια ενέργειας και επικοινωνιών κ.α.
Στην πραγματικότητα η επιχειρηματική δράση του κράτους μέσα από κρατικά μονοπώλια που δραστηριοποιούνται σε συγκεκριμένα τμήματα της οικονομίας, αλλά και η σταδιακή εκχώρηση αυτών των τμημάτων της οικονομίας στα μονοπώλια δεν είναι ένα φαινόμενο αποκλειστικά ελληνικό και πρέπει να εξεταστεί ιστορικά.
Το κράτος, ως εκφραστής των συλλογικών συμφερόντων της αστικής τάξης, καλύπτει, με άμεση εμπλοκή του, δραστηριότητες απαραίτητες για τη συνολική αναπαραγωγή του κεφαλαίου, που -για τον ένα ή άλλο λόγο- δεν είναι θελκτικές για το κεφάλαιο στη δοσμένη ιστορική περίοδο. Η ανάπτυξη των σιδηροδρομικών δικτύων είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η καπιταλιστική ανάπτυξη απαιτούσε ένα ευρύ σιδηροδρομικό δίκτυο που εξασφάλιζε τη γρήγορη και φθηνή μεταφορά εμπορευμάτων και εργαζόμενων. Από κάποια φάση της καπιταλιστικής ανάπτυξης και ύστερα, η υλοποίηση, η ενοποίηση και η διατήρηση τέτοιων δικτύων ήταν ασύμφορο να πραγματοποιείται από το κεφάλαιο, που μπορούσε να εξασφαλίσει πολύ μεγαλύτερο κέρδος σε άλλους τομείς της οικονομίας. Από την άλλη, η κατάργησή τους θα είχε αρνητικά αποτελέσματα στη συνολική πορεία της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Και ποιώντας την ανάγκη φιλοτιμία, σχεδόν σε ολόκληρη τη Ευρώπη, ο συγκεκριμένος τομέας της οικονομικής δραστηριότητας πέρασε στα χέρια του κράτους. Στη Γαλλία η κρατικοποίηση των σιδηροδρόμων έγινε το 1938, στη Γερμανία τη δεκαετία του 1920, στη Σουηδία από το 1938 έως το 1949, στη Μ. Βρετανία το 1948. Τέλος στην Ελλάδα δημιουργούνται οι Σιδηρόδρομοι του Ελληνικού Κράτους (ΣΕΚ), ο πρόδρομος του ΟΣΕ, ήδη το 1920, με στόχο την ενσωμάτωση όλων των σιδηροδρομικών μεταφορών.
Δημιουργήθηκαν έτσι κρατικά μονοπώλια στις σιδηροδρομικές μεταφορές, που έδωσαν απάντηση στις απαιτήσεις της καπιταλιστικής ανάπτυξης εκείνης της περιόδου. Η κρατικοποίηση τομέων της οικονομίας έγινε με γνώμονα τα συμφέροντα του κεφαλαίου και επέδρασε καταλυτικά στην κερδοφορία του συνολικά. Αντίστοιχα παραδείγματα απαντά κανείς στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας, της ύδρευσης κ.α. Το ίδιο ουσιαστικά φαινόμενο συναντάται και στον τομέα της εκπαίδευσης, όπου το καπιταλιστικό κράτος προχώρησε στην παροχή δωρεάν υποχρεωτικής παιδείας, απαντώντας στις αυξανόμενες απαιτήσεις της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Συνεπώς, οι κρατικές επιχειρήσεις είχαν και έχουν ως στόχο την εξυπηρέτηση της διευρυμένης αναπαραγωγής του κεφαλαίου, τη διασφάλιση της μέγιστης κερδοφορίας των μονοπωλιακών ομίλων, με την εμπλοκή τους σε τομείς της οικονομίας που δε συμφέρουν το κεφάλαιο στη δοσμένη ιστορική στιγμή.
Από την άλλη, τις τελευταίες δεκαετίες σε ολόκληρο τον καπιταλιστικό κόσμο εμφανίζεται η τάση της σταδιακής διάλυσης των κρατικών μονοπωλίων, της λεγόμενης «απελευθέρωσης» και της ιδιωτικοποίησης των κρατικών επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνταν σ’ αυτούς τους κλάδους. Η συγκεκριμένη μεταβολή αντανακλά τις συνθήκες που διαμορφώνονται αυτές τις δεκαετίες. Ειδικότερα αντανακλάται η δημιουργία όγκου υπερσυσσωρευμένου κεφαλαίου, για το οποίο δε βρίσκεται κερδοφόρα διέξοδος στη μεταποίηση, καθώς και η συνεπακόλουθη πτώση του μέσου ποσοστού κέρδους. Η αστική διαχείριση, απαντώντας σε αυτές τις νέες εξελίξεις, προσπαθεί να διασφαλίσει νέα πεδία επενδυτικής δραστηριότητας για τους μονοπωλιακούς ομίλους. Η επενδυτική στροφή του κεφαλαίου σε κλάδους που παλαιότερα θεραπεύονταν από κρατικές μονοπωλιακές επιχειρήσεις εκφράζει ακριβώς αυτή την τάση. Υποβοηθητικά δρουν επίσης και μια σειρά από τεχνολογικές μεταβολές που αλλάζουν τους όρους λειτουργίας των κλάδων ή και τη σχετική σημασία τους στην καπιταλιστική αναπαραγωγή.