Τον τελευταίο χρόνο, ιδιαίτερα την προεκλογική περίοδο, προβλήθηκε πολλές φορές η περίπτωση της Ενιαίας Δημοκρατικής Αριστεράς (ΕΔΑ), κυρίως το γεγονός ότι στις βουλευτικές εκλογές του 1958 πήρε ποσοστό 24,42% και κατέκτησε τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης στο κοινοβούλιο.
Το παράδειγμα της ΕΔΑ αξιοποιήθηκε από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ (στις κεντρικές προεκλογικές συγκεντρώσεις και στα τηλεοπτικά παράθυρα), αλλά και από τον αστικό Τύπο, με ένα στόχο: να πλήξει τη σημερινή επαναστατική στρατηγική του ΚΚΕ - να πιέσουν το ΚΚΕ σε οπορτουνιστική προσαρμογή, ώστε να υποκύψει στις ανάγκες διαχείρισης της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης. Δεν είναι η πρώτη φορά που επιχειρείται κάτι τέτοιο, μέσω της προβολής1 στο σήμερα παλιότερων αποφάσεων και θέσεων του ΚΚΕ, παρά τις διαφορετικές συνθήκες και κυρίως τα πολιτικά συμπεράσματα που έχει βγάλει το Κόμμα με συλλογικές διαδικασίες: «…η εργατική τάξη με τους συμμάχους της μισοπρολετάριους φτωχούς αγρότες και αυτοαπασχολούμενους των πόλεων, πρέπει να αγωνιστεί μέχρι την τελική λύση του προβλήματος της εξουσίας, την εγκαθίδρυση της εργατικής εξουσίας με την ανατροπή της αστικής εξουσίας. Αποδείχτηκε στην πράξη ότι ήταν λάθος η υιοθέτηση, από το ΚΚΕ και το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, “ενδιάμεσου” στόχου εξουσίας που χαρακτηριζόταν είτε ως “επαναστατική εξουσία αστικοδημοκρατικού χαρακτήρα” ή “Λαϊκή Δημοκρατική Κυβέρνηση”, είτε ως “αντιιμπεριαλιστική-αντιμονοπωλιακή εξουσία” ή ως “αντιμονοπωλιακή διακυβέρνηση”.
Η αναγνώριση του παραπάνω λάθους και η ανάλογη διόρθωση της στρατηγικής θα δώσει ώθηση στην ανάπτυξη της ταξικής πάλης σε κάθε χώρα, αλλά και στην ιδεολογική και πολιτική ενότητα του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος»2.
Στις σημερινές συνθήκες της βαθιάς και παρατεταμένης καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης και της αναποτελεσματικότητας στη διαχείριση του δημόσιου χρέους, ασκείται πίεση προς το ΚΚΕ από αστικές και οπορτουνιστικές πολιτικές δυνάμεις για να ενταχθεί σε ένα μπλοκ δυνάμεων που θα εφαρμόσει μια εναλλακτική αστική διαχείριση με αιχμή μια ευρωπαϊκή συμμαχία που θα ακολουθήσει επεκτατική δημοσιονομική πολιτική με στόχο την ανάκαμψη.
Αυτή η πίεση είχε ως αποτέλεσμα τη μεγάλη μείωση ψήφων του ΚΚΕ στις τελευταίες εκλογές. Φυσικά η στρατηγική ενός ΚΚ δεν μπορεί να καθορίζεται από τα εκλογικά ποσοστά.
Η ιστορική πείρα του ΚΚΕ και του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος (ΔΚΚ) έχει δείξει ότι ο χαρακτήρας των πολιτικών συμμαχιών συνδέεται με τη στρατηγική κάθε κόμματος, αν δηλαδή παλεύει για την ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος ή για τη μακροημέρευσή του. Το ΚΚΕ επιδιώκει τη διαμόρφωση του ανάλογου συσχετισμού δυνάμεων, τη διαμόρφωση της εργατικής λαϊκής πλειοψηφίας που θα συγκρουστεί για την ανατροπή του σάπιου καπιταλιστικού συστήματος.
Το ΚΚΕ σήμερα προβάλλει γραμμή συμμαχιών που συσπειρώνει εργάτες, φτωχούς μισθωτούς και αυτοαπασχολούμενους βάσει της θέσης των τάξεων και των κοινωνικών στρωμάτων στο καπιταλιστικό σύστημα, δηλαδή με κριτήριο τον κοινό ταξικό αντίπαλο και όχι τον αυτοπροσδιορισμό των πολιτικών δυνάμεων (π.χ. «αριστερός», «δημοκρατικός σοσιαλισμός» κλπ.). Αυτή η συμμαχία από την ίδια τη στόχευσή της, δηλαδή την αλλαγή της τάξης που βρίσκεται στην εξουσία, έχει και πολιτικό χαρακτήρα, χωρίς να προϋποθέτει κατ’ ανάγκη την πολιτική συμφωνία του ΚΚΕ με άλλα κόμματα.
Η παραπάνω γραμμή της κοινωνικοπολιτικής συμμαχίας βασίζεται στην ιστορική πείρα του ΚΚΕ και στην ανάλογη μελέτη της ελληνικής και διεθνούς πείρας. Το Κόμμα έχει αναδείξει μέσα απ’ όλη την επεξεργασία της στρατηγικής του, με τον εμπλουτισμό της από το 15ο έως το 18ο Συνέδριο, πως είναι έγκλημα σε βάρος της εργατικής τάξης η συμμετοχή του ΚΚ σε αστική κυβέρνηση, με όποιον επιθετικό προσδιορισμό και αν έχει αυτή (αριστερή, προοδευτική, αντιιμπεριαλιστική). Τη στιγμή που δεν έχει ανατραπεί η καπιταλιστική εξουσία και ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, η κυβέρνηση, η οποία είναι οργανικά δεμένη με το κράτος που υπηρετεί, είναι είτε αντιλαϊκή είτε ανήμπορη για το λαό. Και στις δύο περιπτώσεις είναι επιζήμια για το λαό, άμεσα ή και μεσοπρόθεσμα.
Οπως είναι φανερό η πίεση οπορτουνιστικής προσαρμογής ενάντια στο ΚΚΕ θα ενταθεί, καθώς η καπιταλιστική κρίση θα βαθαίνει. Ελληνικά και ξένα κέντρα του κεφαλαίου επιδιώκουν να πετάξει το Κόμμα τη σημαία της ανειρήνευτης ταξικής πάλης και να «βάλει πλάτη» για να ξελασπώσουν οι καπιταλιστές. Ιδιαίτερα στις συνθήκες της οικονομικής κρίσης είναι εξαιρετικά επίκαιρη η υπόμνηση του Λένιν που, σε όσους ισχυρίζονταν πως «μας απειλεί οικονομική καταστροφή. Γι’ αυτό είναι λάθος να βγάλει κανείς από τη μέση την αστική τάξη», απαντούσε: «Αυτό είναι αστικό συμπέρασμα. Οσο πιο κοντά είναι η καταστροφή, τόσο επιτακτικότερη γίνεται η απομάκρυνση της αστικής τάξης».3
Η πείρα από την ιστορία του ΚΚΕ είναι πολύτιμη. Το ΚΚΕ, μετά από μελέτη χρόνων, με συζήτηση σε όλο το Κόμμα και διαδικασία Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης τον Ιούνη του 2011, υπερψήφισε το Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ Β΄ Τόμος, 1949-1968, που αποτελεί μελέτη της εξέλιξης της στρατηγικής του ΚΚΕ, καθώς και της πολιτικής συμμαχιών ως στοιχείου εξαρτώμενου άμεσα από τη στρατηγική. Σε αυτά τα πλαίσια το ΚΚΕ συλλογικά εξέτασε την πείρα των συμμαχιών του στις δεκαετίες 1950-1960 και την απόφασή του για ίδρυση της ΕΔΑ. Οπως για τον ταξικό αντίπαλο η πολιτική είναι επιστήμη για να διατηρεί τα εκμεταλλευτικά της συμφέροντα, έτσι και το Κόμμα της εργατικής τάξης μπορεί να εξοπλίζεται με στέρεα συμπεράσματα από τη μελέτη της ιστορίας του κομμουνιστικού κινήματος. Αναδεικνύονται έτσι νομοτέλειες της επαναστατικής στρατηγικής που αφορούν και την πολιτική συμμαχιών.
Από το 1951 έως το 1967 το ΚΚΕ έδρασε μέσα από την ΕΔΑ, στα πρώτα δέκα χρόνια σε πολύ δύσκολες συνθήκες, όπου χιλιάδες μέλη και στελέχη της υπέστησαν τους διωγμούς που υπέστη και το ΚΚΕ. Αυτή η δράση δεν μειώνεται ούτε στο ελάχιστο ούτε ακυρώνεται από την κριτική τοποθέτηση έναντι του εγχειρήματος ίδρυσης της ΕΔΑ.
Με βάση αυτή τη συλλογική πείρα του Κόμματος θα σταθούμε σε βασικά συμπεράσματα που αναδεικνύονται ως διαχρονικά και ιδιαίτερα επίκαιρα για τη σύγχρονη επαναστατική πάλη της εργατικής τάξης και της συνειδητής οργανωμένης πρωτοπορίας της, του ΚΚΕ.