Η ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ


των Αφροδίτης Ρέτζιου και Κατερίνας Παπαγιάννη

Σημαντικά προβλήματα, ελλείψεις και υποβάθμιση χαρακτηρίζουν την παροχή υπηρεσιών που αφορούν την ψυχική υγεία στη χώρα μας. Στην προσπάθεια να εξηγηθεί η κατάσταση αυτή διατυπώνονται κάποιες απόψεις που περιορίζουν την κριτική στο γεγονός ότι ο ρυθμός ανταπόκρισης του συστήματος παροχής υπηρεσιών στις εξελίξεις της ψυχιατρικής επιστήμης είναι αργός και αναποτελεσματικός, ότι η ψυχική υγεία είναι «απλά υποτιμημένη» στην Ελλάδα ή ότι αποτυπώνονται οι επιπτώσεις ενός «οπισθοδρομικού» συστήματος. Οι παραπάνω ερμηνείες της κατάστασης χαρακτηρίζονται από έναν επιφανειακό και αποσπασματικό τρόπο προσέγγισης του προβλήματος. Απομονώνουν την κατάσταση στο σύστημα υπηρεσιών ψυχικής υγείας από τη συνολικότερη κατάσταση στο σύστημα υγείας και το σκοπό που εξυπηρετεί στα πλαίσια του καπιταλιστικού κοινωνικοοικονομικού συστήματος. Απομονώνουν και επιχειρούν να κρύψουν τον κοινωνικό χαρακτήρα της υγείας, ζήτημα βέβαια που προσδιορίζεται με κοινωνικο-οικονομικούς όρους, επομένως διαφορετικά από την αστική ιδεολογία από ό,τι από τη μαρξιστική.

Σύμφωνα με την αστική αντίληψη, η υγεία ή η απουσία ασθένειας αποτελεί ατομικό ζήτημα και σχετίζεται με τις ατομικές βιολογικές ισορροπίες. Ο άνθρωπος προσεγγίζεται μονοδιάστατα μέχρι και το σημείο πλήρους διαχωρισμού των βιολογικών από τις κοινωνικές λειτουργίες. Ο μαρξισμός, δηλαδή η διαλεκτική-υλιστική ανάλυση, ανέδειξε ότι ο άνθρωπος γεννιέται, αναπτύσσεται σε μια συνεχή και διαλεκτική αλληλεπίδραση με το περιβάλλον (φυσικό, κοινωνικό, πολιτικό), με καθοριστικό παράγοντα τις υλικές συνθήκες. Η ικανότητα του ανθρώπου για το μετασχηματισμό της φύσης (παραγωγικές δυνάμεις) προσδιορίζει και τις σχέσεις παραγωγής, πάνω στις οποίες οικοδομούνται όλες οι κοινωνικές σχέσεις. Σε αυτή τη βάση διαμορφώνονται και οι προϋποθέσεις (γνώσης, τεχνολογίας, υποδομών, μέσων) για το επίπεδο της υγείας της πλειοψηφίας των μελών μιας κοινωνίας. Συνεπώς η υγεία είναι η πλήρης ικανότητα του ανθρώπου για κοινωνική και εργασιακή δραστηριότητα. Υγεία δεν είναι η απουσία μόνο ασθένειας, αλλά εμπεριέχει και το στοιχείο της συνολικότερης ευεξίας. Οπως σημειώνει ο Αλεξέι Λεόντιεφ1 «ποτέ, εκτός από τις αφαιρέσεις μας, δε βρίσκουμε τον άνθρωπο πριν τον κόσμο ή έξω από τον κόσμο, έξω από τον πραγματικό, συγκεκριμένο δεσμό του με την αντικειμενική πραγματικότητα»2.

Ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζεται η υγεία καθορίζει και τον τρόπο που οικοδομείται το αντίστοιχο σύστημα φροντίδας της υγείας. Στον καπιταλισμό η εργατική δύναμη, το σύνολο των φυσικών και πνευματικών ικανοτήτων του ανθρώπου είναι εμπόρευμα3, όπου για την παραγωγή, την ανάπτυξη, τη διατήρηση και τη διαιώνισή της απαιτείται ένα σύνολο μέσων, όπως διατροφή, ένδυση, κατοικία, μόρφωση, υγεία, πρόνοια, πολιτισμός, αναψυχή κλπ., τα οποία επίσης είναι εμπορεύματα. Το κεφάλαιο ενδιαφέρεται για την υγεία των εργαζομένων μόνο στο βαθμό που του είναι απαραίτητη για τη διατήρηση της ικανότητας για εργασία ως πηγή υπεραξίας, δηλαδή κερδοφορίας.

Σε συνθήκες που απαιτείται μεγαλύτερη ειδίκευση της εργασίας, συνδυασμένης πνευματικής και χειρωνακτικής εργασίας, τα ψυχικά νοσήματα αποκτούν μεγαλύτερη σημασία σε σχέση με το παρελθόν για την αποκατάσταση της εργατικής δύναμης.

Ξεκινώντας από αυτές τις βασικές διαπιστώσεις, σε αυτό το άρθρο επιχειρείται να αναδειχτεί η σημερινή κατάσταση στο σύστημα παροχής υπηρεσιών ψυχικής υγείας στη χώρα μας, οι επιδιώξεις του κεφαλαίου σε αυτό και προτείνεται μια άλλη προσέγγιση, η οποία εκπορεύεται από την αρχή εξυπηρέτησης των λαϊκών συμφερόντων και αναγκών.

Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΨΥΧΙΚΗΣ ΥΓΕΙΑΣ

Η κύρια παροχή υπηρεσιών ψυχικής υγείας πραγματοποιείται από τα ψυχιατρικά νοσοκομεία και τα εξωτερικά ιατρεία τους, τις δομές ασύλων, ενώ πλήρως υποβαθμισμένες ήταν και εξακολουθούν να είναι οι δομές πρωτοβάθμιας περίθαλψης, οι δομές της λεγόμενης «κοινοτικής ψυχιατρικής»4, όπως και οι προληπτικές, αλλά και θεραπευτικές υπηρεσίες που αφορούν ιδιαίτερα σε παιδιά και εφήβους. Το σημαντικό φορτίο της φροντίδας των ψυχικά ασθενών, σε οικονομικό και όχι μόνο επίπεδο, αναλαμβάνουν οι οικογένειές τους με την προϋπόθεση ότι μπορούν να ανταποκριθούν. Μέχρι πρόσφατα οι υπηρεσίες ψυχικής υγείας ήταν προσανατολισμένες στην ιδρυματοποίηση.

ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ - ΑΠΟΑΣΥΛΟΠΟΙΗΣΗ

Στις αρχές της δεκαετίας του ’90 αρχίζει να εφαρμόζεται η «ψυχιατρική μεταρρύθμιση» στη χώρα μας με τη διαίρεση της χώρας σε τομείς («τομεοποίηση»)5 και το σχεδιασμό ενός δικτύου δομών και υπηρεσιών σε επίπεδο κοινότητας, την κατάργηση των ψυχιατρικών νοσοκομείων και την ανάπτυξη ψυχιατρικών τμημάτων στα γενικά νοσοκομεία. Με την πλήρη εφαρμογή του Νόμου 2716/99 προβλέπεται το κλείσιμο όλων των ψυχιατρείων έως το 2015 και η κάλυψη των αναγκών περίθαλψης από «κοινοτικές υπηρεσίες» και τα ψυχιατρικά τμήματα των γενικών νοσοκομείων με την αντίστοιχη εκπαίδευση του προσωπικού, ώστε να υπηρετήσει τους παραπάνω στόχους. Πρακτικά η αποασυλοποίηση εφαρμόζεται με την αντικατάσταση των μεγάλων νοσοκομειακών ασύλων με πολλά μικρότερα (δομές αποασυλοποίησης), ενώ σε καμία περίπτωση δεν μπορούμε να μιλάμε για «κοινωνική επανένταξη» με την έννοια της προστασίας και της εξασφάλισης των δικαιωμάτων και αναγκών των ψυχικά ασθενών, αφού αυτοί επανεντάσσονται σε λειτουργίες ενός κοινωνικού συστήματος που στηρίζεται στον ανταγωνισμό, επομένως τροφοδοτεί και οξύνει το πρόβλημα.

Το τοπίο στις υπηρεσίες ψυχιατρικής περίθαλψης διαμορφώνεται ως εξής:

• Εχουν κλείσει τα 6 από τα 10 Ψυχιατρικά Νοσοκομεία: Χανίων, Πέτρας, Ολύμπου, Κέρκυρας, Τρίπολης και Νταού Πεντέλης.

• Διαθέσιμες κλίνες: ΨΝΑ: 650, Δρομοκαΐτειο: 400, ΨΝΘ: 400, Γενικά νοσοκομεία: 600, εκ των οποίων οι 135 στην Αθήνα.

Υπάρχουν:

• 36 Κέντρα Ψυχικής Υγείας.

• 1.000 θέσεις σε Κέντρα Ημέρας.

• 3.100 θέσεις σε προγράμματα ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης.

• 4.025 θέσεις σε στεγαστικές δομές.

Οι υπάρχουσες υπηρεσίες καλύπτουν μόλις το 25-30% των αναγκών της χώρας, ενώ από πλευράς παιδοψυχιατρικής περίθαλψης καλύπτεται μόνο το 10%. Την ίδια στιγμή τα κρεβάτια των ιδιωτικών κλινικών υπερβαίνουν τα 4.500, αυξάνονται δε σε περιοχές όπου έκλεισαν τα δημόσια ψυχιατρεία.6

Οι αντιδραστικές μεταρρυθμίσεις στον τομέα της ψυχικής υγείας προωθούνται μέσω του προγράμματος «Ψυχαργώς» και χρηματοδοτούνται από εθνικούς και κοινοτικούς πόρους μέσω του Γ΄ ΚΠΣ (2000-2006) και του ΕΣΠΑ (2007-2013)7.

Οι ασθενείς εντάσσονται σε προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης και συμμετέχουν στην παραγωγική διαδικασία, μέσω Κοινωνικών Συνεταιρισμών Περιορισμένης Ευθύνης (ΚΟΙΣΠΕ)8, στα πλαίσια της κοινωνικής επανένταξης των ασθενών, της επαγγελματικής και θεραπευτικής αποκατάστασης. Σε αυτές τις επιχειρήσεις συμμετέχουν και ομάδες ψυχικά ασθενών που θα παράγουν προϊόντα ή θα προσφέρουν υπηρεσίες, προκειμένου να αποκτήσουν εισόδημα για την ικανοποίηση κάποιων αναγκών τους. Ουσιαστικά το καπιταλιστικό κράτος δεν παρέχει σχεδόν καμία προστασία σε αυτές τις κοινωνικές ομάδες, αλλά τις αντιμετωπίζει ως εργαζόμενους που «κοστίζουν» φτηνά και ως «καταναλωτές» φτηνών και υποβαθμισμένων υπηρεσιών. Ετσι εγκαταλείπονται στο έλεος της ανεργίας κυρίως μακροχρόνια άνεργοι μεγάλης ηλικίας, ΑμΕΑ, ψυχικά ασθενείς κλπ., ενώ το όποιο δικαίωμα επιδόματος μετατρέπεται σε μισθό πολύ κάτω από τον κατώτερο, αφού για να μη χάσουν το δικαίωμα επιδόματος πρέπει να δουλεύουν σε τέτοιες επιχειρήσεις.

Η επιχειρηματική δραστηριότητα στον τομέα της ψυχικής υγείας επεκτείνεται. Πέρα από την αύξηση των ιδιωτικών κλινικών, ιδίως στις περιοχές που έκλεισαν τα δημόσια νοσοκομεία, παρουσιάζεται αύξηση των ιδιωτικών δομών οικοτροφείων, ξενώνων, ιατροπαιδαγωγικών, ψυχιατρικών και ψυχοθεραπευτικών κέντρων. Σύμφωνα με παλαιότερα στοιχεία, το μέσο μηνιαίο κόστος των ιδιωτικών οικοτροφείων που χρηματοδοτούνται από τα κονδύλια του προγράμματος είναι 40.000 ευρώ, ενώ των ξενώνων 25.000 ευρώ9. Ακόμη, αναπτύσσεται και ανθεί μια τεράστια κερδοφόρα «βιομηχανία» στο όνομα της «καταπολέμησης του στίγματος» και του «κοινωνικού αποκλεισμού» που αποτελείται από «φίλους», «ενώσεις», «φιλάνθρωπους», «κινήσεις», όπως και διάφορες Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις (ΜΚΟ).

Μέσα από την προώθηση και ενίσχυση των διαφόρων «πρωτοβουλιών» επιχειρείται να καλυφθεί το σημαντικό κενό δημοσίων υπηρεσιών, το οποίο γίνεται ολοένα και μεγαλύτερο από τη γενικότερη προωθούμενη πολιτική αναδιαρθρώσεων στον τομέα της υγείας. Το αίσθημα αλληλεγγύης και αλτρουισμού πολλών εργαζομένων, όπως και η εθελοντική εργασία αξιοποιούνται και κατευθύνονται μέσω των διαφόρων ΜΚΟ, την ίδια στιγμή που αθωώνεται η γενικότερη πολιτική κατεύθυνση του περιορισμού της ευθύνης του κράτους στην παροχή γενικά υπηρεσιών υγείας και ειδικά ψυχικής. Οι ΜΚΟ αξιοποιούνται από τις κυβερνήσεις ως όχημα για την περαιτέρω υποβάθμιση και την ανάπτυξη της ιδιωτικής πρωτοβουλίας σε αυτούς τους κρίσιμους τομείς. Αυτή την κατεύθυνση εξυπηρετεί και η πρόσφατη αναδιάρθρωση στην τοπική διοίκηση με τον «Καλλικράτη», που προωθεί το καθεστώς της «ανταποδοτικότητας» και «αντιληπτικότητας» στην τοπική διοίκηση, με την περαιτέρω αξιοποίηση διαφόρων ΜΚΟ στην παροχή στοιχειωδών υγειονομικών υπηρεσιών (ιδίως στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας, την ψυχική υγεία, τα προβλήματα εξάρτησης από ουσίες και την πρόνοια).

Από τη μέχρι τώρα πορεία της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης αποδεικνύεται ότι επιδεινώθηκαν τα προβλήματα των ατόμων με ψυχικές διαταραχές. Το φαινόμενο της «περιστρεφόμενης πόρτας» (πολυάριθμες βραχυχρόνιες νοσηλείες ασθενών που υποτροπιάζουν), τα δεκάδες ράντζα στις ψυχιατρικές κλινικές των γενικών νοσοκομείων, η αύξηση του αριθμού των αστέγων ατόμων με ψυχικές διαταραχές και του ποσοστού των φυλακισμένων με ψυχικές διαταραχές είναι μερικά από τα στοιχεία που προκύπτουν τόσο από την ελληνική όσο και από τη διεθνή εμπειρία της λεγόμενης αποασυλοποίησης.

Η εμπειρία της Ιταλίας

Η περίπτωση της Ιταλίας, μιας από τις χώρες-πρωτεργάτες της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης, προβάλλεται από τους υποστηρικτές της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης στην Ελλάδα ως παράδειγμα προς μίμηση. Η ψυχιατρική μεταρρύθμιση στην Ιταλία ξεκίνησε το 1978. Μέχρι το 1998 έκλεισαν όλα τα ειδικά ψυχιατρικά νοσοκομεία, ενώ ταυτόχρονα αναπτύχθηκαν κοινοτικές δομές παροχής υπηρεσιών ψυχιατρικής περίθαλψης. Από το 2001 η ευθύνη για το σχεδιασμό, την ανάπτυξη και την παροχή υπηρεσιών ψυχιατρικής περίθαλψης μετατοπίστηκε από το κεντρικό στο τοπικό επίπεδο. Δημιουργήθηκαν 211 τομείς ψυχικής υγείας που καλύπτουν το σύνολο της χώρας. Από μία μελέτη που διενεργήθηκε με ευθύνη του Εθνικού Ινστιτούτου Υγείας και του Τμήματος Ψυχικής Υγείας της Τεργέστης (μελέτη PROGRES) διαπιστώθηκε ότι:

• Υπάρχει μεγάλη διαφοροποίηση και διεύρυνση των ανισοτήτων στις υπηρεσίες ψυχικής υγείας από τομέα σε τομέα, ακόμη και στην ίδια γεωγραφική περιοχή. Η αναλογία κλινών ποικίλει ανάμεσα στις διάφορες περιοχές από 1,55 έως 6,93 κλίνες ανά 10.00010. Ο αριθμός των κλινών στις ψυχιατρικές κλινικές των Γενικών Νοσοκομείων της Κεντρικής και Νότιας Ιταλίας είναι το 1/3 των αντίστοιχων της Βόρειας Ιταλίας, ενώ στις ίδιες γεωγραφικές περιοχές ο αριθμός των κλινών στις ιδιωτικές δομές είναι διπλάσιος.11

• Από τα δημογραφικά στοιχεία των ασθενών που νοσηλεύονται προκύπτει ότι τα βαρύτερα και πιο σοβαρά περιστατικά νοσηλεύονται στις δημόσιες κλινικές.

• Την ίδια στιγμή η επιβάρυνση των οικογενειών είναι πολύ μεγάλη, κυρίως στη Ν. Ιταλία, διαχρονικά φτωχότερη από τη Βόρεια και Κεντρική.

• Το θεραπευτικό χάσμα12 ανέρχεται στο 57% για τη σχιζοφρένεια και στο 79% για τις συναισθηματικές διαταραχές.13

• Περίπου το 40% του προσωπικού είναι ανειδίκευτο, ενώ μεγάλο μέρος εργάζεται με ελαστικές εργασιακές σχέσεις.

Η εκπαίδευση του υγειονομικού προσωπικού

Υποτίθεται ότι η ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού ήταν ένας από τους βασικούς άξονες προτεραιότητας που είχε θέσει το Σχέδιο Ανάπτυξης 2000-2006 (Γ΄ ΚΠΣ). Αξιοποιώντας ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του τομέα ψυχικής υγείας εφαρμόζονται πιλοτικά μέτρα σε σχέση με τους όρους απασχόλησης του εργατικού δυναμικού με σκοπό να γενικευτούν σε όλον τον τομέα υγείας και γενικότερα. Σε αυτό το πλαίσιο, το Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής πραγματοποίησε το εκπαιδευτικό πρόγραμμα «Εκπαίδευση επιστημονικά υπεύθυνων, Συντονιστών και Στελεχών στη Διοίκηση Μονάδων Ψυχοκοινωνικής Αποκατάστασης»,το οποίο χρηματοδοτήθηκε από το Γ΄ ΚΠΣ - Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Υγεία-Πρόνοια 2000-2006 (Αξονας Προτεραιότητας 2, Ψυχική Υγεία, Μέτρο 2.4).

Οπως αναφέρεται στο βιβλίο «Γκρεμίζοντας τα τείχη του Ασύλου, χτίζοντας Γέφυρες στην κοινωνία», ως προϋπόθεση για την «ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού» στις παραπάνω κατευθύνσεις θεωρείται η «συμμετοχή όλης της ιεραρχικής πυραμίδας» στον καθορισμό των στόχων, ώστε να εξασφαλίζεται η μέγιστη αποδοχή «...οποιασδήποτε αλλαγής από όλους τους εμπλεκόμενους». «Η κοινωνική διαβούλευση, σύγχρονος τρόπος ανταλλαγής απόψεων ανάμεσα στους εταίρους, δεν ταυτίζεται με τον κοινωνικό διάλογο [...] αλλά αποτελεί κάτι ευρύτερο [...] υπό την έννοια ότι προσεγγίζει περισσότερους και επιθυμεί ουσιαστικά και συνυπεύθυνα τη συμμετοχή εκτός των υπολοίπων και της κοινωνίας των πολιτών»14.

Αποκαλυπτικό για το πού στοχεύουν είναι το παρακάτω απόσπασμα από το βιβλίο: «Η ανάγκη θέσπισης ενός ευέλικτου ωραρίου, προέκυψε σταδιακά από τις αναδυόμενες ανάγκες της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης. Αρχικά το ωράριο ήταν ανελαστικό κατά τα πρότυπα οργάνωσης των ενδονοσοκομειακών τμημάτων σύμφωνα με τη νομοθεσία για τα ΝΠΔΔ…»15 καθώς «…το ζητούμενο είναι η υλοποίηση των στόχων και όχι η τυπική τήρηση του ωραρίου»16. «...ο εργαζόμενος για να πειστεί να εργαστεί δημιουργικά και αποδοτικά πέραν του ωραρίου του μη έχοντας σημαντικό οικονομικό κίνητρο, πρέπει να εμπνευστεί επαρκώς. Οταν η πειθώ συμπέσει με ένα κοινά αποδεκτό συλλογικό όραμα, το κίνητρο είναι ισχυρό»17. Προτείνουν μάλιστα ως ιδανική μέθοδο τη μέθοδο της «ανάστροφης πυραμίδας» που πρωτοεμφανίσθηκε από τη General Motors και «καλλιεργεί το όραμα της συμμετοχής», χωρίς μάλιστα οι «εργαζόμενοι να ξεχνάνε το ρόλο τους»18. Προσπαθούν δηλαδή να πείσουν τους εργαζόμενους να σκέφτονται από τη σκοπιά των συμφερόντων του εργοδότη, σαν να βρίσκονται στην ανώτερη βαθμίδα της ιεραρχίας, στην κορυφή της πυραμίδας, προκειμένου να μη διεκδικήσουν προσλήψεις για τη λειτουργία όλων των μονάδων υγείας σε 24ωρη βάση.

Κριτική προσέγγιση στο ζήτημα της αποσυλοποίησης

Η ασυλική μορφή αντιμετώπισης της ψυχικής νόσου έχει αποτελέσει ζήτημα έντονης ιδεολογικής αντιπαράθεσης. Οι ασυλικές συνθήκες της ψυχιατρικής περίθαλψης δεν μπορούν να εξεταστούν αφαιρετικά έξω από το κοινωνικο-οικονομικό σύστημα και τις πολιτικές εξελίξεις μέσα στις οποίες αυτές γεννιούνται.

Το άσυλο, ως μορφή ουσιαστικά απομάκρυνσης των ψυχικά ασθενών από την κοινωνία, αξιοποιήθηκε και εφαρμόστηκε για έναν αιώνα περίπου από τις κυβερνήσεις των αστικών κρατών. Αποτελούσε μια μορφή διεξόδου των αστικών κυβερνήσεων στο αυξημένο κόστος περίθαλψης των ψυχικά ασθενών και στο γεγονός ότι οι ασθενείς δεν ήταν σε θέση να πουλήσουν την εργατική τους δύναμη, συνεπώς ήταν μη εκμεταλλεύσιμοι από το κεφάλαιο, ιδιαίτερα σε περιόδους που τα φαρμακευτικά μέσα για την αντιμετώπιση της ψυχικής νόσου ήταν περιορισμένα. Οι ασυλοποιημένοι ασθενείς ζουν την αθλιότητα και την εγκατάλειψη. Επιπρόσθετα με τη μελέτη των ασύλων αναπτύχθηκαν και επιστημονικές παρατηρήσεις, όσον αφορά τη δυναμική της μονάδας του ασύλου και την ανάπτυξη απάνθρωπων συμπεριφορών από το υγειονομικό προσωπικό προς τους ασθενείς.

Ομως ο τρόπος και οι συνθήκες στις οποίες πραγματοποιείται η επιχειρούμενη αποασυλοποίηση τα τελευταία χρόνια, αναδεικνύουν σημαντικά προβλήματα και αδιέξοδα. Η σύγχρονη πρακτική και τα αποτελέσματά της αποδεικνύουν ότι η αποασυλοποίηση σε καμία περίπτωση δεν έχει στόχο τη φροντίδα των ψυχικά ασθενών. Τα άσυλα κλείνουν, όμως οι ασθενείς χωρίς προετοιμασία και χωρίς προϋποθέσεις μετακινούνται, κάποιοι στους ξενώνες ή στα προστατευόμενα διαμερίσματα και οι περισσότεροι πίσω στις οικογένειές τους. Επίσης οι οικογένειές τους, που δε διαθέτουν την απαραίτητη οικονομική υποστήριξη και δεν τους παρέχεται η αναγκαία βοήθεια από το κράτος (οικονομική, συμβουλευτική κ.ά.), αδυνατούν να ανταποκριθούν. Ετσι οι ασθενείς καταλήγουν -στην καλύτερη των περιπτώσεων- στα ψυχιατρικά τμήματα των νοσοκομείων για βραχύχρονες νοσηλείες ή στους δρόμους. Ο αριθμός των ξενώνων και των προστατευόμενων διαμερισμάτων δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες που υπάρχουν, ενώ συχνά υπάρχουν ελλείψεις προσωπικού, το οποίο δουλεύει με ελαστικές σχέσεις απασχόλησης, με ελλιπή ή και καθόλου εκπαίδευση και υποστήριξη. Χαρακτηριστικά είναι τα στοιχεία από την εμπειρία της Ιταλίας που παρατίθενται παραπάνω.

Σαφέστατα η ασυλική μορφή αντιμετώπισης της ψυχικής νόσου πρέπει να καταδικαστεί ως απαράδεκτη. Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι τα ψυχιατρικά νοσοκομεία ή θα ακολουθούν ασυλικές μορφές περίθαλψης ή πρέπει να κλείσουν. Οι βαριές ή ανίατες ψυχιατρικές ασθένειες απαιτούν τη λειτουργία δημόσιων ψυχιατρικών νοσοκομείων, αξιοποιώντας τις σύγχρονες επιστημονικές έρευνες και πρακτικές, με σεβασμό στα δικαιώματα των ψυχικά ασθενών. Αλλωστε αυτή τη δυνατότητα αλλά και την αναγκαιότητα αποδεικνύει η επέκταση τα τελευταία χρόνια των ιδιωτικών επιχειρήσεων υγείας σε δευτεροβάθμιο επίπεδο.

Στο επίπεδο της προπαγάνδας αξιοποιούνται τα αρνητικά φαινόμενα (με τον όρο ασυλοποίηση) στη λειτουργία των ψυχιατρείων με βάση την τότε κρατική πολιτική για να συκοφαντηθεί και απορριφθεί σήμερα γενικά η κλειστή περίθαλψη.

Οι κομμουνιστές όμως από τις αρχές του 20ού αιώνα κατάγγειλαν τις απάνθρωπες συνθήκες που επικρατούσαν στα δημόσια ψυχιατρεία, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την καταγγελία-επιστολή προς τις κρατικές αρχές των εξόριστων της Λέρου για τις απαράδεκτες συνθήκες νοσηλείας που υπήρχαν τότε στο ψυχιατρείο της περιοχής. Η όψιμη αναγνώριση από τους αστούς αυτών των αρνητικών φαινομένων δεν τους απενοχοποιεί. Δε δικαιώνει την αιτία της μεταστροφής τους που αποσκοπεί στη μείωση των κρατικών δαπανών για τη φροντίδα και περίθαλψη των ψυχικά ασθενών και την υποβαθμισμένη υποκατάσταση της κρατικής κοινωνικής ευθύνης με συστήματα «κοινωνικής αλληλεγγύης».

Κανείς βεβαίως δεν μπορεί να αρνηθεί ότι η ασυλικού τύπου αντιμετώπιση της ψυχικής νόσου καταλύει την ανθρώπινη υπόσταση και σε καμία περίπτωση δε λειτουργεί θεραπευτικά. Η τοποθέτηση ενάντια στο άσυλο όμως δεν μπορεί να έχει αφετηρία της μόνο τις άσχημες συνθήκες διαβίωσης των ασθενών μέσα στο άσυλο ούτε το θέμα των λεγόμενων «εξουσιαστικών» σχέσεων που αναπτύσσονται, όπως ισχυρίζονται κάποιες πολιτικές δυνάμεις. Το άσυλο δεν έχει θέση σε ένα σύστημα φροντίδας υγείας και ειδικά της ψυχικής υγείας, που έχει στο επίκεντρό του την ουσιαστική αντιμετώπιση της νόσου και την αποκατάσταση όσων ασθενών μπορούν να ενταχθούν στην κοινωνία.

Το ζήτημα συνεπώς δεν είναι να κλείσουμε το άσυλο και να πετάξουμε τους ψυχικά ασθενείς στην οικογένεια ή γενικά στην κοινωνία. Είναι αναγκαιότητα σήμερα η υπέρβαση της ιδρυματοποιημένης περίθαλψης των ψυχικά πασχόντων στο άσυλο και η μετάβαση σ’ ένα ανώτερο ποιοτικά δημόσιο σύστημα παροχής υπηρεσιών ψυχικής υγείας, τόσο πρωτοβάθμιας όσο και νοσοκομειακής περίθαλψης, που θα περιλαμβάνει -σε ορισμένες περιπτώσεις- και την κλειστή περίθαλψη.

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΕΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ

Η πολιτική στον τομέα υπηρεσιών ψυχικής υγείας στην Ελλάδα είναι συντονισμένη με την πολιτική της ΕΕ. Οι ελληνικές κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ προωθούν στη χώρα μας αυτά που συναποφάσισαν σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Η πολιτική της ΕΕ για την ψυχική υγεία καθορίζεται από τη στρατηγική της Λισσαβόνας και υπηρετεί την αύξηση της κερδοφορίας του κεφαλαίου και της ανταγωνιστικότητας των ευρωπαϊκών μονοπωλίων.

Αυτή η στρατηγική στηρίζεται από θεωρητικές επεξεργασίες περί του 4ου σταδίου ιστορικής εξέλιξης του «κράτους πρόνοιας» -δηλαδή της παροχής από το αστικό κράτος κάποιων δημόσιων και δωρεάν υπηρεσιών υγείας και πρόνοιας- με κύρια χαρακτηριστικά: τον περιορισμό του κράτους ως κύριου φορέα παροχής υπηρεσιών, τη μεταφορά αρμοδιοτήτων στην Περιφερειακή και Τοπική Διοίκηση για την αξιοποίηση του εθελοντισμού, στην οικογένεια, τη μείωση των δαπανών με το πρόσχημα της ορθολογικής χρήσης υλικών και ανθρώπινων πόρων. Στο βιβλίο «Γκρεμίζοντας τα Τείχη του Ασύλου, χτίζοντας γέφυρες στην Κοινωνία», στο κεφάλαιο «Αλλαγή πολιτικής και έννοιας του κράτους πρόνοιας» αναφέρεται: «…Τα θεωρητικά μοντέλα που επικράτησαν στην πρακτική του κράτους πρόνοιας είναι […] το υπολειμματικό μοντέλο που βασίζεται στην οικονομία της ελεύθερης αγοράς […] λειτουργεί πυροσβεστικά […] (παθητική κοινωνική πολιτική)…» και το «…θεσμικό αναδιανεμητικό μοντέλο […] που οι θεωρητικοί του υποστηρίζουν πως η αγορά δημιουργεί τις ανισότητες στις ευκαιρίες…». Κλείνοντας το βιβλίο, μας καλεί να διδαχτούμε από την πραγματικότητα και να εγκαταλείψουμε «…τα στερεότυπα και τους μύθους για την ιδιωτική πρωτοβουλία, την κοινωνική συμμετοχή, την κοινότητα που δε βοηθούν στην κατανόηση, στιγματίζουν και δημιουργούν προκαταλήψεις επικίνδυνες για τη σωματική και ψυχική υγεία των ασθενέστερων ατόμων και ομάδων».

Ωστόσο στις εκθέσεις της ΕΕ καταγράφονται και οι ανησυχίες για την όξυνση των αντιφάσεων λόγω εφαρμογής της στρατηγικής της. Διαπιστώνουν ότι η υλοποίηση της πολιτικής των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων (ανατροπές στις εργασιακές σχέσεις, ελαστικοποίηση του ωραρίου, αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης, απελευθέρωση των απολύσεων, αντιδραστικές αλλαγές στους τομείς της παιδείας, υγείας-πρόνοιας, ασφαλιστικό) έχει επιδεινώσει δραματικά την ψυχική υγεία των λαϊκών στρωμάτων και ότι η πρωτοφανής σε βάθος, ένταση και χρονική διάρκεια επιθετικότητα του κεφαλαίου, που βρίσκεται σε εξέλιξη, θα την υπονομεύσει ακόμη περισσότερο. Γι’ αυτό η ΕΕ κρούει τον κώδωνα του κινδύνου: «Θα πρέπει να προσεχθούν οι επιπτώσεις άλλων πολιτικών στην ψυχική υγεία»19. Την απασχολεί ο αρνητικός αντίκτυπος στην ψυχική υγεία των αντιδραστικών αλλαγών, επειδή από τη μία μειώνει «την ικανότητα για εργασία» και από την άλλη επιφέρει αυξημένες κρατικές και εργοδοτικές δαπάνες σε μία περίοδο που είναι ζωτικής σημασίας για το κεφάλαιο η μείωση του «μη μισθολογικού κόστους» και μέσω του δραστικού περιορισμού των δαπανών για την υγεία.

Το 2005 η Ευρωπαϊκή Υπουργική Διάσκεψη του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ) για την ψυχική υγεία θέσπισε πλαίσιο για ολοκληρωμένη δράση και κάλεσε την ΕΕ να συμβάλει στην εφαρμογή του εν λόγω πλαισίου. Το ίδιο έτος η ΕΕ εκδίδει την Πράσινη Βίβλο: «Βελτίωση της ψυχικής υγείας του πληθυσμού. Προς μία στρατηγική σχετικά με την ψυχική υγεία για την ΕΕ», όπου υπογραμμίζεται ότι: «η ψυχική υγεία του ευρωπαϊκού πληθυσμού αποτελεί μέσο για την επίτευξη ορισμένων από τους στρατηγικούς πολιτικούς στόχους της ΕΕ όπως να ξαναμπεί η Ευρώπη στην πορεία προς την μακροπρόθεσμη ευημερία…». Επισημαίνεται ότι παρόλο που τα κράτη μέλη διαθέτουν την αποκλειστική αρμοδιότητα για την οργάνωση των υγειονομικών υπηρεσιών και της περίθαλψης, η θέσπιση της στρατηγικής για την ψυχική υγεία θα προσέθετε αξία με την αύξηση της συνεκτικότητας των ενεργειών σε διάφορους πολιτικούς τομείς. Αναφέρεται ότι: «η κακή ψυχική υγεία κοστίζει στην ΕΕ το 3%-4% του ΑΕΠ, κυρίως μέσω της χαμένης παραγωγικότητας και ότι οι διανοητικές διαταραχές αποτελούν την κύρια αιτία πρόωρης συνταξιοδότησης και των συντάξεων αναπηρίας», καθώς επίσης ότι «οι συμπεριφορικές διαταραχές στην παιδική ηλικία επιφέρουν δαπάνες για τα κοινωνικά, τα εκπαιδευτικά, τα ποινικά και τα δικαστικά συστήματα». Δημοσιεύονται μάλιστα και τα αποτελέσματα σχετικής μελέτης για τα μακροπρόθεσμα κόστη των προβλημάτων ψυχικής υγείας στην παιδική ηλικία (σε ευρώ-τιμές του 2002): μέχρι 20.000 ευρώ χωρίς προβλήματα συμπεριφοράς, μεγαλύτερα των 40.000 ευρώ με προβλήματα συμπεριφοράς, μεγαλύτερα των 120.000 ευρώ με διαταραχές συμπεριφοράς.

Τον Ιούνη του 2008 πραγματοποιήθηκε στις Βρυξέλλες η υψηλού επιπέδου διάσκεψη με τίτλο: «Μαζί για την ψυχική υγεία και ευεξία», η οποία επικύρωσε το ομώνυμο Σύμφωνο και καθόρισε πέντε προτεραιότητες για ανάληψη δράσης:

• Πρόληψη της κατάθλιψης και της αυτοκτονίας.

• Ψυχική υγεία των νέων και εκπαίδευση.

• Ψυχική υγεία στο χώρο εργασίας.

• Ψυχική υγεία και ηλικιωμένοι.

• Καταπολέμηση του κοινωνικού στιγματισμού και αποκλεισμού

Στο Ευρωπαϊκό Σύμφωνο για την ψυχική υγεία και ευεξία τονίζεται ότι το επίπεδο της ψυχικής υγείας είναι παράγοντας κλειδί για την επίτευξη των στόχων της Στρατηγικής της Λισσαβόνας που επιδιώκει να καταστήσει την ΕΕ την πιο δυναμική και ανταγωνιστική οικονομία στον κόσμο. Στο πλαίσιο της διάσκεψης ο Viscont Etienne Davignon, πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Δικτύου για την Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη20, δήλωσε ότι η εφαρμογή πρακτικών στον εργασιακό χώρο που δίνουν έμφαση στην ψυχική υγεία των εργαζομένων, μειώνουν τον αριθμό των απουσιών από την εργασία (absenteeism) και το φαινόμενο στο οποίο ο εργαζόμενος δεν απουσιάζει, αλλά δεν αποδίδει το μέγιστο των δυνατοτήτων του (presenteeism) και με αυτό τον τρόπο οι επιχειρήσεις μειώνουν την απώλεια των κερδών τους. Μάλιστα, σύμφωνα με μία μελέτη21 που διεξήχθη στο Ηνωμένο Βασίλειο, το κόστος που οφείλεται στη μειωμένη παραγωγικότητα λόγω του φαινόμενου ο εργαζόμενος να μην απουσιάζει αλλά να μην αποδίδει το μέγιστο των δυνατοτήτων του ανέρχεται σε 15,1 δισεκατομμύρια λίρες ετησίως και υπερβαίνει το αντίστοιχο λόγω απουσίας από την εργασία που είναι 8,4 δισεκατομμύρια λίρες.

Αξίζει να σημειωθεί ότι σε αυτή την κατεύθυνση τα επιστημονικά επιτελεία της ΕΕ και του ΠΟΥ έχουν επεξεργαστεί κατάλληλα επιδημιολογικά εργαλεία που προσφέρονται για «αξιόπιστους δείκτες παρακολούθησης της υγείας», η οποία αντιμετωπίζεται ως «ένας παράγοντας οικονομικός - παραγωγικότητας». Για τις ψυχικές διαταραχές ιδιαίτερης σημασίας έχουν καθοριστεί οι παρακάτω δείκτες που αφορούν τον «πυρήνα της Στρατηγικής της Λισσαβόνας»22: ΑΕΑ: (Απολεσθέντα Ετη λόγω Aναπηρίας), ΔΕΖΑ: (Διαφοροποιημένα Ετη Ζωής λόγω Αναπηρίας), ΕΥΖ: (Ετη Υγιούς Ζωής). Οι νευροψυχιατρικές διαταραχές βρίσκονται στη δεύτερη θέση με βάση το δείκτη ΔΕΖΑ και αντιστοιχούν στο 19,5% επί του συνόλου των ΔΕΖΑ.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, λαμβάνοντας υπόψη την Πράσινη Βίβλο για την Ψυχική Υγεία και το Ευρωπαϊκό Σύμφωνο, ενέκρινε το Φλεβάρη του 2009 ψήφισμα σχετικά με την ψυχική υγεία, ενώ τον Οκτώβρη του 2009 δόθηκε στη δημοσιότητα η «Χάρτα Ψυχικής και Σωματικής Υγείας», η οποία -εστιάζοντας στην αλληλεπίδραση μεταξύ ψυχικής και σωματικής υγείας- συνέβαλε στην περαιτέρω εξειδίκευση των κεντρικών πολιτικών στόχων που είχε θέσει η ΕΕ για τα ζητήματα της Ψυχικής Υγείας.

Η επαναλαμβανόμενη έκφραση «ανησυχίας» και «ενδιαφέροντος» από την πλευρά της ΕΕ θα μπορούσε να αξιολογηθεί ως θετική και ως κίνητρο για να ληφθούν μέτρα στον ευαίσθητο τομέα της Ψυχικής Υγείας. Στην ουσία καταγράφει μια έκφραση της αντίφασης κεφαλαίου - εργατικής δύναμης.

Οσον αφορά την ψυχική υγεία, είναι χαρακτηριστική η εξής διατύπωση: «Το έμμεσο οικονομικό κόστος σχετιζόμενο με την απολεσθείσα παραγωγικότητα ξεπερνά το άμεσο. Επομένως από οικονομική άποψη το πράγμα είναι ξεκάθαρο, η θεραπεία των ψυχικών διαταραχών είναι δαπανηρή αλλά πιο δαπανηρό είναι να αφεθούν αθεράπευτες. Η μη αντιμετώπιση αντιβαίνει τα συμφέροντα των χωρών».

Βασικοί άξονες της πολιτικής της ΕΕ στον τομέα υπηρεσιών ψυχικής υγείας που υπηρετούν τους παραπάνω γενικότερους στόχους είναι από τη μια το κράτος να αποποιείται σταδιακά την ευθύνη του και να περιορίζεται στην παροχή ενός ενιαίου και ελάχιστου επιπέδου δημόσιων παροχών σε όλους και κυρίως για να αντιμετωπίσει τα ακραία φαινόμενα εξαθλίωσης. Ενα ελάχιστο επίπεδο υπηρεσιών θα αντιστοιχεί στο «βασικό πακέτο» στοιχειωδών παροχών μέσω του πρώτου «προνοιακού» πυλώνα της κοινωνικής ασφάλισης, ενώ το μεγαλύτερο μέρος των υγειονομικών αναγκών θα καλύπτεται από το δεύτερο (επαγγελματικά ταμεία) και τον τρίτο (ιδιωτική ασφάλιση) πυλώνα, οι οποίοι θα λειτουργούν σε ανταποδοτική βάση. Από την άλλη, προωθείται η επονομαζόμενη «άτυπη μέριμνα», στην οποία συμμετέχουν παραδοσιακοί θεραπευτές, θρησκευτικοί παράγοντες, μέλη οικογενειών, εθελοντές, άνεργοι, κυρίως γυναίκες, που εκπαιδεύονται ταχύρυθμα, εργάζονται με ελαστικές μορφές απασχόλησης και παρέχουν φθηνές και υποβαθμισμένες υπηρεσίες ψυχικής υγείας. Αυτό αποτυπώνεται ανάγλυφα στο Πακέτο Οδηγιών για την Πολιτική και τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας: «Οι εξειδικευμένες υπηρεσίες καλής ποιότητας είναι δαπανηρές λόγω των μεγάλων επενδύσεων που απαιτούνται καθώς και του υψηλού κόστους για τις δαπάνες μισθοδοσίας…» και ως εκ τούτου «…είναι σαφές ότι οι περισσότερες πρέπει να είναι άτυπες κοινοτικές υπηρεσίες υγείας…».

Προβάδισμα δίνεται στην αντιμετώπιση της ψυχικής υγείας σε ατομικό επίπεδο: «Οι περισσότεροι άνθρωποι αντιμετωπίζουν τα προβλήματα ψυχικής υγείας μόνοι τους, με τη στήριξη της οικογένειας και των φίλων. Για αυτό η αυτοφροντίδα πρέπει να αποτελεί τη βάση της πυραμίδας οργάνωσης των υπηρεσιών ψυχικής υγείας…»23. Από την πλευρά των κρατών η ευθύνη τους εξαντλείται σε εκστρατείες ενημέρωσης για τις κακές συνήθειες που απειλούν την ψυχική υγεία (κατάχρηση αλκοόλ, χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών), την ευεργετική επίδραση της σωματικής άσκησης, σε συμβουλές για την αποτελεσματικότερη διαχείριση του στρες και των διαπροσωπικών συγκρούσεων.

Σημαντικό ζήτημα αποτελεί και το γεγονός ότι ανοίγονται δρόμοι για το κεφάλαιο που αναζητεί νέα πεδία κερδοφόρας δράσης. Για την επίτευξη του σκοπού αυτού «…οι υπηρεσίες του δημόσιου τομέα, θα βοηθούν, θα συντονίζουν και θα ρυθμίζουν τις υπάρχουσες υπηρεσίες…» και δε θα πρέπει να αναπτύξουν «…νέες υπηρεσίες που μπορεί να αναπαράγουν και να ανταγωνίζονται τα προγράμματα που ήδη υπάρχουν εκτός δημόσιου τομέα». Αυτό προβλέπεται και από το νόμο 2716/99 για την ψυχιατρική μεταρρύθμιση στη χώρα μας. Με αυτό τον τρόπο αίρονται τα εμπόδια για την ενίσχυση της επιχειρηματικής δραστηριότητας και δημιουργείται ευνοϊκό έδαφος για την ανάπτυξη των ιδιωτικών ψυχιατρικών δομών.

Τέλος, όσον αφορά την Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη, μια πρακτική σύμφωνα με την οποία υποτίθεται ότι οι εταιρίες ενσωματώνουν κοινωνικές και περιβαλλοντικές ανησυχίες στις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες, που περιλαμβάνεται στη στρατηγική της ΕΕ, βρίσκει πρόσφορο έδαφος εφαρμογής στον τομέα των υπηρεσιών ψυχικής υγείας. Μέσα από τις «προσφορές» των επιχειρηματιών και στον τομέα της υγείας επιδιώκεται από τη μια πλευρά η αθώωση των καπιταλιστών και του συστήματός τους ως υπεύθυνων για τη συνολική επιδείνωση της κατάστασης της λαϊκής οικογένειας και από την άλλη οι ίδιες οι εταιρίες στοχεύουν σε οικονομικά οφέλη (ανεβαίνει το κύρος τους, διαφημίζονται, έχουν φοροαπαλλαγές, τελικά κερδίζουν περισσότερα)24 .

Η ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΚΚΕ ΣΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΨΥΧΙΚΗΣ ΥΓΕΙΑΣ

Το ΚΚΕ αντιπαλεύει ιδεολογικά και πολιτικά τις αστικές απόψεις ότι ο άνθρωπος αποτελεί αντικείμενο μελέτης αποκομμένο από το περιβάλλον στο οποίο ζει, αναπτύσσεται και σχετίζεται. Ετσι προσεγγίζεται ο άνθρωπος σαν ένας παθητικός δέκτης της επίδρασης του περιβάλλοντος, παραγνωρίζοντας τον ενεργητικό του ρόλο στο μετασχηματισμό του περιβάλλοντος και τη μεταμόρφωση του ίδιου του ανθρώπου, την ανάπτυξή του μέσω αυτής της δραστηριότητας. Αντιπαλεύει την επιστημονικοφανή τυποποίηση τέτοιων προσεγγίσεων, όπως του «βιοψυχοκοινωνικού μοντέλου», προϊόντος της μηχανιστικής συνένωσης βιολογικών, ψυχολογικών και κοινωνικών παραγόντων στην εκδήλωση και εξέλιξη των ψυχικών διαταραχών.

Από τη μαρξιστική σκοπιά στη μελέτη του ανθρώπου, το βιολογικό, ψυχολογικό και κοινωνικό επίπεδο συνυπάρχουν ως ένα ενιαίο σύνολο και σε μια διαρκή αλληλεπίδραση, καθώς πραγματοποιούνται αμοιβαία αλληλοπεράσματα από το ένα στο άλλο. Το κοινωνικό επίπεδο παραμένει πάντοτε κυρίαρχο, «η επικέντρωση βρίσκεται στο κοινωνικό επίπεδο όπως και σε αυτό το επίπεδο ακριβώς βρίσκεται και ο ανθρώπινος προσδιορισμός»25. Οπως υπογραμμίζει ο Λεόντιεφ «είναι αδύνατο να λυθεί επιστημονικά το πρόβλημα του βιολογικού και του ψυχολογικού, του ψυχολογικού και του κοινωνικού έξω από τη συστηματική μαρξιστική ανάλυση».

Τα παραπάνω έχουν σημασία στον τρόπο που προσδιορίζει κανείς την υγεία γενικά και την ψυχική υγεία ειδικότερα: ως εμπόρευμα και μέσο για την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης ή ως αγαθό και ζήτημα συνολικότερης ευεξίας. Οι κομμουνιστές θεωρούν την υγεία δικαίωμα, λαϊκή ανάγκη. Η επιτάχυνση της υλοποίησης των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων, ιδιαίτερα σε περιόδους καπιταλιστικής κρίσης, επιδεινώνει σημαντικά την κατάσταση των λαϊκών στρωμάτων, οδηγεί στην όξυνση της λαϊκής δυσαρέσκειας και έχει υψηλή συνάφεια με την επιδείνωση των προβλημάτων υγείας και ψυχικής υγείας. Σε πρόσφατη ανασκόπηση της βιβλιογραφίας26, 73% και 79% των δημοσιευμένων επιδημιολογικών μελετών παρουσιάζουν θετική συσχέτιση ανάμεσα στη φτώχεια και τις συνήθεις ψυχικές διαταραχές.

Η υγεία αποτελεί συνεπώς ένα καταρχήν κοινωνικό ζήτημα και δικαίωμα, που για να ικανοποιηθεί απαιτείται η ανατροπή της ταξικής κοινωνίας. Απαιτείται ένας άλλος δρόμος ανάπτυξης, που θα στηρίζεται στην κοινωνική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, στον κεντρικό σχεδιασμό και θα υπηρετεί την ικανοποίηση των διευρυνόμενων λαϊκών-κοινωνικών αναγκών. Ουσιαστική, υψηλού επιπέδου παροχή υγειονομικών υπηρεσιών μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο στα πλαίσια ενός συστήματος υγείας αποκλειστικά δημόσιου, δωρεάν και ενιαίου, στο οποίο δεν έχει θέση η επιχειρηματική δραστηριότητα.

Σε ένα τέτοιο σύστημα υγείας οι σύγχρονες λαϊκές ανάγκες για υπηρεσίες ψυχικής υγείας σύγχρονες και υψηλού επιπέδου μπορούν να ικανοποιηθούν με τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου δικτύου δημόσιων - δωρεάν υπηρεσιών που θα ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες όχι μόνο των ασθενών, αλλά και των οικογενειών τους και όλου του λαού. Βασική προτεραιότητα είναι η πρόληψη σε όλα τα επίπεδα (πρωτογενές, δευτερογενές, τριτογενές), σε όλους τους πυρήνες της κοινωνικής δραστηριότητας (εκπαιδευτήριο, στρατός, εργασιακός χώρος, οικογένεια). Κεντρικό ρόλο διαδραματίζει το Κέντρο Ψυχικής Υγείας (ΚΨΥ), τμήμα του ενιαίου λειτουργικά Κέντρου Υγείας, το οποίο επιτελεί τη φροντίδα της κοινότητας και διασυνδέεται με τους χώρους ευθύνης του σε κάθε επίπεδο (σχολεία, ξενώνες, προστατευόμενα διαμερίσματα, οικοτροφεία, δημόσια ψυχιατρική κλινική ή νοσοκομείο). Από τις υπηρεσίες του ΚΨΥ καλύπτονται όλες οι ηλικιακές ομάδες και οι κατηγορίες ασθενειών όλου του πληθυσμού. Τα κριτήρια επιλογής μεταξύ διαφορετικών δομών ένταξης του ασθενούς είναι μόνο επιστημονικά. Οι παροχές ολόπλευρης φροντίδας της ψυχικής υγείας αξιοποιούν την επιστημονική γνώση και το σύγχρονο τεχνολογικό εξοπλισμό για όλους, χωρίς εξαιρέσεις και προϋποθέσεις. Η διαρκής και υπεύθυνη διασύνδεση όλων των υπηρεσιών εξασφαλίζει τη θεραπευτική συνέχεια και την αποτελεσματική θεραπεία και αποκατάσταση.

Από το Κέντρο Υγείας γενικά εκπορεύονται τα προγράμματα πρόληψης και εκπονούνται προγράμματα αγωγής υγείας. Ιδιαίτερη σημασία δίνεται στην παιδική και εφηβική ηλικία με ανάπτυξη ειδικής υπηρεσίας - τομέα του ενιαίου Κέντρου Υγείας, με ομάδα επιστημόνων που εργάζεται στους χώρους συγκέντρωσης νέων, όπως σχολεία, σχολές, Πανεπιστήμια, στρατιωτικές μονάδες και παρακολουθεί την ψυχοδιανοητική ανάπτυξη των παιδιών, των εφήβων και των νέων, παρέχει ψυχολογική στήριξη, εντοπίζει προβλήματα και προδιάθεση και παρεμβαίνει έγκαιρα.

Το ΚΨΥ συνεργάζεται και συνδέεται με το Κέντρο Γυναίκας και παιδιού, όπου ειδική επιστημονική ομάδα έχει την ευθύνη των οικογενειών με γονείς ασθενείς ή και παιδί με ψυχικά προβλήματα. Είναι υπεύθυνο για τον εντοπισμό και την καταγραφή των ατόμων υψηλού κινδύνου, την προγεννητική φροντίδα της ασθενούς μητέρας, την προετοιμασία για την επερχόμενη μητρότητα, την πλήρη στήριξη της οικογένειας με οικογενειακό προγραμματισμό και ψυχολογική ενίσχυση, την κατ' οίκον στήριξη των οικογενειών, καθώς οι ανάγκες είναι αυξημένες λόγω μειωμένης λειτουργικότητας του γονέα-ασθενούς. Διασφαλίζεται η ύπαρξη ειδικών ψυχιατρικών νοσοκομείων για τις κατηγορίες ασθενών που η σοβαρότητα της νόσου τους απαιτεί μόνιμη ιατρική-νοσηλευτική φροντίδα.

Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στο ζήτημα της αποκατάστασης και κοινωνικής επανένταξης με ολοκληρωμένα προγράμματα εκπαίδευσης, αλλά και εργασίας. Τα προστατευόμενα παραγωγικά εργαστήρια είναι κρατικά, λειτουργούν με κοινωνικό έλεγχο και η απορρόφηση της παραγωγής τους γίνεται με ευθύνη του κράτους. Κατοχυρώνεται μειωμένο ωράριο ανάλογα με το βαθμό της αναπηρίας τους με πλήρη ασφαλιστικά δικαιώματα.

Η θέση του ΚΚΕ, θέση διεκδίκησης, συσπείρωσης, οργάνωσης και πίεσης σε κάθε αστική κυβέρνηση, είναι η πρόσληψη όλων των γιατρών ως κρατικών υπαλλήλων σε αποκλειστικά δημόσιο σύστημα υγείας, με ικανότητα λειτουργίας του σε 24ωρη βάση, με εκπαιδευμένο προσωπικό όλων των ειδικοτήτων, με σταθερή δουλειά και ικανοποιητικό μισθό. Η ελληνική κοινωνία χρειάζεται -και μέσω αυτού του συστήματος μπορεί και πρέπει να απορροφήσει- όλο το υγειονομικό επιστημονικό προσωπικό που σήμερα υποαπασχολείται, ετεροαπασχολείται ή αυτοαπασχολείται.


ΣημειώσειςΣημειώσεις

* Η Αφροδίτη Ρέτζιου και η Κατερίνα Παπαγιάννη είναι συνεργάτιδες του Τμήματος Υγείας - Πρόνοιας της ΚΕ του ΚΚΕ.

1. Αλ. Λεόντιεφ (1904-1979), Σοβιετικός ψυχολόγος, μέλος της Παιδαγωγικής Ακαδημίας της ΕΣΣΔ.

2. Αλ. Λεόντιεφ: «Δραστηριότητα, Συνείδηση, Προσωπικότητα», εκδ. «Αναγνωστίδης».

3. Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», τ. 1, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 179-189.

4. Κοινοτική και Κοινωνική Ψυχιατρική, σύμφωνα με τον ορισμό που δίνει το τμήμα Κοινωνικής και Κοινοτικής Ψυχιατρικής της Σχολής Δημόσιας Υγείας του Πανεπιστημίου Columbia της Ν. Υόρκης: «Η Κοινοτική Ψυχιατρική αναφέρεται σε μια υποειδικότητα της ψυχιατρικής ειδικότητας, η οποία βασίζεται στην Κλινική Ψυχιατρική αλλά στοχεύει στην πρόληψη, μείωση ή εξαφάνιση της ψυχικής αρρώστιας. Εστιάζει στην πολυπλοκότητα των σχέσεων μεταξύ των ατόμων και του κοινωνικού τους κόσμου στον οποίο λειτουργούν. Η Κοινοτική Ψυχιατρική δίνει μεγαλύτερη έμφαση στην εφαρμογή, στο επίπεδο της κοινότητας, των ερευνητικών προγραμμάτων ή της αξιολόγησης υπηρεσιών. Η Κοινωνική δίνει αντίθετα, αποκλειστική έμφαση στη θεωρία και την έρευνα των παραγόντων που ενοχοποιούνται στην εκδήλωση των ψυχικών διαταραχών». Βασικές αρχές της Κοινοτικής Ψυχιατρικής αποτελούν η αρχή της πλήρους παροχής με μέγιστο δυνατό αποτέλεσμα, σε σύντομο χρονικό διάστημα και το μικρότερο δυνατό κόστος, η αρχή της τομεοποίησης, η αρχή του θεραπευτικού συνεχούς από τον ίδιο θεραπευτή και η αρχή της ανταποκριτικότητας (η προσέλευση του κοινού στο Κοινοτικό Κέντρο Ψυχικής Υγείας)».

5. Η τομεοποίηση αφορά στη γεωγραφική διαίρεση της χώρας σε τομείς που έχουν στην ευθύνη τους ένα συγκεκριμένο αριθμό υπηρεσιών υγείας και καλύπτουν τις ανάγκες του πληθυσμού μόνο σε αυτόν το γεωγραφικό χώρο.

6. Υλικά από την ημερίδα του Συνήγορου του Πολίτη με τίτλο: «Η Ψυχιατρική Μεταρρύθμιση στην Ελλάδα, Ανάγκες-Προτάσεις-Λύσεις», 30 Μάρτη 2009, σελ. 22.

7. Το ΕΣΠΑ έχει πέντε θεματικές προτεραιότητες αναπτυξιακής στρατηγικής: ενίσχυση στον παραγωγικό τομέα της οικονομίας, κοινωνία της γνώσης και της καινοτομίας, απασχόληση και κοινωνική συνοχή, θεσμικό περιβάλλον, ελκυστικότητα της Ελλάδας και των Περιφερειών ως τόπος επενδύσεων, εργασίας και διαβίωσης.

8. Σύμφωνα με το νόμο 2716/99 πρόκειται για νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, με περιορισμένη ευθύνη των μελών τους, έχουν εμπορική ιδιότητα και αποτελούν Μονάδες Ψυχικής Υγείας, οι οποίες εντάσσονται στους Τομείς Ψυχικής Υγείας. Μέλη των ΚΟΙΣΠΕ μπορούν να γίνουν: α) Φυσικά πρόσωπα, πάσχοντες από ψυχική διαταραχή που έχουν ανάγκη αποκατάστασης. Τα μέλη αυτής της κατηγορίας αποτελούν τουλάχιστον το 35% του συνόλου των μελών. β) Ενήλικες εργαζόμενοι στο χώρο της ψυχικής υγείας. Τα μέλη αυτής της κατηγορίας δεν είναι δυνατόν να υπερβαίνουν το 45% του συνόλου των μελών. γ) Δήμοι, κοινότητες ή άλλα φυσικά ή νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, εφόσον προβλέπεται από το καταστατικό των συνεταιρισμών, και ειδικότερα τα νοσοκομεία του Ε.Σ.Υ., κυρίως τα Ψυχιατρικά Νοσοκομεία, τα Γενικά Νοσοκομεία, τα Πανεπιστημιακά Ψυχιατρικά Νοσοκομεία, Ν.Π.Ι.Δ. τα οποία έχουν αναπτύξει Μονάδες Ψυχικής Υγείας. Τα μέλη αυτής της κατηγορίας δεν είναι δυνατόν να υπερβαίνουν το 20% του συνόλου των μελών.

9. Αθ. Ζακυνθινάκη: «Ψυχική υγεία», ΚΟΜΕΠ τ. 3/ 2006.

10. Focus on Mental Health Care Reform in Europe. A one day census of Acute Psychiatric Inpatient Facilities: Findings from PROGRES Acute Project.

11. A. Lora: «An overview of Mental Health System in Italy», 2009, www.isst.it.

12. Θεραπευτικό χάσμα: Το ποσοστό των ασθενών που χρήζουν θεραπείας και δε λαμβάνουν θεραπεία.

13. European Study of Epidemiology of Mental Disorders-ESEMED, Italy 2001-2003.

14. «Γκρεμίζοντας τα Τείχη του Ασύλου, χτίζοντας γέφυρες στην Κοινωνία», κεφ. 3.3, εκδ. «Οικοτροφείο Δευκαλίων», 2009, σελ. 45. Στη συγγραφή του βιβλίου πήραν μέρος οι επιστημονικά υπεύθυνοι του Εκπαιδευτικού προγράμματος «Εκπαίδευση επιστημονικά υπεύθυνων, Συντονιστών και Στελεχών στη Διοίκηση Μονάδων Ψυχοκοινωνικής Αποκατάστασης» που χρηματοδοτήθηκε από το Γ΄ ΚΠΣ καθώς επίσης και οι εκπαιδευόμενοι του προγράμματος.

15. Ο.π., σελ. 144.

16. Ο.π., σελ. 144.

17. Ο.π., σελ. 47.

18. Ο.π., σελ. 48.

19. Εκθεση της ΕΕ για την Ψυχική Υγεία-ΙΡ/06/1685, Δεκέμβρης 2006.

20. Δημιουργήθηκε το 1995 από τον τότε πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Jacques Delors, αποτελείται από 65 μεγάλες πολυεθνικές και η αποστολή της είναι: «…η προώθηση της ΕΚΕ και η προβολή της προς το επιχειρηματικό και το κοινωνικό περιβάλλον με απώτερο σκοπό την επίτευξη κερδοφορίας και βιώσιμης ανάπτυξης»).

21. Sainsbury Centre for Mental Health, Policy Paper, 2007.

22. Από τον δικτυακό τόπο της ΕΕ για τη Δημόσια Υγεία.

23. ΠΟΥ - Βελτίωση των Συστημάτων και των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας, 2009.

24. Εφημερίδα «Ριζοσπάστης», 28 Γενάρη 2011, σελ. 3.

25. Αλ. Λεόντιεφ: «Δραστηριότητα, Συνείδηση, Προσωπικότητα», εκδ. «Αναγνωστίδης».

26. Lund C. et al. Poverty and common mental disorders in low and middle income countries: A systematic review. Soc. Sci. Med. 2010;71(3):517-28.