Η κύρια παροχή υπηρεσιών ψυχικής υγείας πραγματοποιείται από τα ψυχιατρικά νοσοκομεία και τα εξωτερικά ιατρεία τους, τις δομές ασύλων, ενώ πλήρως υποβαθμισμένες ήταν και εξακολουθούν να είναι οι δομές πρωτοβάθμιας περίθαλψης, οι δομές της λεγόμενης «κοινοτικής ψυχιατρικής»4, όπως και οι προληπτικές, αλλά και θεραπευτικές υπηρεσίες που αφορούν ιδιαίτερα σε παιδιά και εφήβους. Το σημαντικό φορτίο της φροντίδας των ψυχικά ασθενών, σε οικονομικό και όχι μόνο επίπεδο, αναλαμβάνουν οι οικογένειές τους με την προϋπόθεση ότι μπορούν να ανταποκριθούν. Μέχρι πρόσφατα οι υπηρεσίες ψυχικής υγείας ήταν προσανατολισμένες στην ιδρυματοποίηση.
ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ - ΑΠΟΑΣΥΛΟΠΟΙΗΣΗ
Στις αρχές της δεκαετίας του ’90 αρχίζει να εφαρμόζεται η «ψυχιατρική μεταρρύθμιση» στη χώρα μας με τη διαίρεση της χώρας σε τομείς («τομεοποίηση»)5 και το σχεδιασμό ενός δικτύου δομών και υπηρεσιών σε επίπεδο κοινότητας, την κατάργηση των ψυχιατρικών νοσοκομείων και την ανάπτυξη ψυχιατρικών τμημάτων στα γενικά νοσοκομεία. Με την πλήρη εφαρμογή του Νόμου 2716/99 προβλέπεται το κλείσιμο όλων των ψυχιατρείων έως το 2015 και η κάλυψη των αναγκών περίθαλψης από «κοινοτικές υπηρεσίες» και τα ψυχιατρικά τμήματα των γενικών νοσοκομείων με την αντίστοιχη εκπαίδευση του προσωπικού, ώστε να υπηρετήσει τους παραπάνω στόχους. Πρακτικά η αποασυλοποίηση εφαρμόζεται με την αντικατάσταση των μεγάλων νοσοκομειακών ασύλων με πολλά μικρότερα (δομές αποασυλοποίησης), ενώ σε καμία περίπτωση δεν μπορούμε να μιλάμε για «κοινωνική επανένταξη» με την έννοια της προστασίας και της εξασφάλισης των δικαιωμάτων και αναγκών των ψυχικά ασθενών, αφού αυτοί επανεντάσσονται σε λειτουργίες ενός κοινωνικού συστήματος που στηρίζεται στον ανταγωνισμό, επομένως τροφοδοτεί και οξύνει το πρόβλημα.
Το τοπίο στις υπηρεσίες ψυχιατρικής περίθαλψης διαμορφώνεται ως εξής:
• Εχουν κλείσει τα 6 από τα 10 Ψυχιατρικά Νοσοκομεία: Χανίων, Πέτρας, Ολύμπου, Κέρκυρας, Τρίπολης και Νταού Πεντέλης.
• Διαθέσιμες κλίνες: ΨΝΑ: 650, Δρομοκαΐτειο: 400, ΨΝΘ: 400, Γενικά νοσοκομεία: 600, εκ των οποίων οι 135 στην Αθήνα.
Υπάρχουν:
• 36 Κέντρα Ψυχικής Υγείας.
• 1.000 θέσεις σε Κέντρα Ημέρας.
• 3.100 θέσεις σε προγράμματα ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης.
• 4.025 θέσεις σε στεγαστικές δομές.
Οι υπάρχουσες υπηρεσίες καλύπτουν μόλις το 25-30% των αναγκών της χώρας, ενώ από πλευράς παιδοψυχιατρικής περίθαλψης καλύπτεται μόνο το 10%. Την ίδια στιγμή τα κρεβάτια των ιδιωτικών κλινικών υπερβαίνουν τα 4.500, αυξάνονται δε σε περιοχές όπου έκλεισαν τα δημόσια ψυχιατρεία.6
Οι αντιδραστικές μεταρρυθμίσεις στον τομέα της ψυχικής υγείας προωθούνται μέσω του προγράμματος «Ψυχαργώς» και χρηματοδοτούνται από εθνικούς και κοινοτικούς πόρους μέσω του Γ΄ ΚΠΣ (2000-2006) και του ΕΣΠΑ (2007-2013)7.
Οι ασθενείς εντάσσονται σε προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης και συμμετέχουν στην παραγωγική διαδικασία, μέσω Κοινωνικών Συνεταιρισμών Περιορισμένης Ευθύνης (ΚΟΙΣΠΕ)8, στα πλαίσια της κοινωνικής επανένταξης των ασθενών, της επαγγελματικής και θεραπευτικής αποκατάστασης. Σε αυτές τις επιχειρήσεις συμμετέχουν και ομάδες ψυχικά ασθενών που θα παράγουν προϊόντα ή θα προσφέρουν υπηρεσίες, προκειμένου να αποκτήσουν εισόδημα για την ικανοποίηση κάποιων αναγκών τους. Ουσιαστικά το καπιταλιστικό κράτος δεν παρέχει σχεδόν καμία προστασία σε αυτές τις κοινωνικές ομάδες, αλλά τις αντιμετωπίζει ως εργαζόμενους που «κοστίζουν» φτηνά και ως «καταναλωτές» φτηνών και υποβαθμισμένων υπηρεσιών. Ετσι εγκαταλείπονται στο έλεος της ανεργίας κυρίως μακροχρόνια άνεργοι μεγάλης ηλικίας, ΑμΕΑ, ψυχικά ασθενείς κλπ., ενώ το όποιο δικαίωμα επιδόματος μετατρέπεται σε μισθό πολύ κάτω από τον κατώτερο, αφού για να μη χάσουν το δικαίωμα επιδόματος πρέπει να δουλεύουν σε τέτοιες επιχειρήσεις.
Η επιχειρηματική δραστηριότητα στον τομέα της ψυχικής υγείας επεκτείνεται. Πέρα από την αύξηση των ιδιωτικών κλινικών, ιδίως στις περιοχές που έκλεισαν τα δημόσια νοσοκομεία, παρουσιάζεται αύξηση των ιδιωτικών δομών οικοτροφείων, ξενώνων, ιατροπαιδαγωγικών, ψυχιατρικών και ψυχοθεραπευτικών κέντρων. Σύμφωνα με παλαιότερα στοιχεία, το μέσο μηνιαίο κόστος των ιδιωτικών οικοτροφείων που χρηματοδοτούνται από τα κονδύλια του προγράμματος είναι 40.000 ευρώ, ενώ των ξενώνων 25.000 ευρώ9. Ακόμη, αναπτύσσεται και ανθεί μια τεράστια κερδοφόρα «βιομηχανία» στο όνομα της «καταπολέμησης του στίγματος» και του «κοινωνικού αποκλεισμού» που αποτελείται από «φίλους», «ενώσεις», «φιλάνθρωπους», «κινήσεις», όπως και διάφορες Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις (ΜΚΟ).
Μέσα από την προώθηση και ενίσχυση των διαφόρων «πρωτοβουλιών» επιχειρείται να καλυφθεί το σημαντικό κενό δημοσίων υπηρεσιών, το οποίο γίνεται ολοένα και μεγαλύτερο από τη γενικότερη προωθούμενη πολιτική αναδιαρθρώσεων στον τομέα της υγείας. Το αίσθημα αλληλεγγύης και αλτρουισμού πολλών εργαζομένων, όπως και η εθελοντική εργασία αξιοποιούνται και κατευθύνονται μέσω των διαφόρων ΜΚΟ, την ίδια στιγμή που αθωώνεται η γενικότερη πολιτική κατεύθυνση του περιορισμού της ευθύνης του κράτους στην παροχή γενικά υπηρεσιών υγείας και ειδικά ψυχικής. Οι ΜΚΟ αξιοποιούνται από τις κυβερνήσεις ως όχημα για την περαιτέρω υποβάθμιση και την ανάπτυξη της ιδιωτικής πρωτοβουλίας σε αυτούς τους κρίσιμους τομείς. Αυτή την κατεύθυνση εξυπηρετεί και η πρόσφατη αναδιάρθρωση στην τοπική διοίκηση με τον «Καλλικράτη», που προωθεί το καθεστώς της «ανταποδοτικότητας» και «αντιληπτικότητας» στην τοπική διοίκηση, με την περαιτέρω αξιοποίηση διαφόρων ΜΚΟ στην παροχή στοιχειωδών υγειονομικών υπηρεσιών (ιδίως στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας, την ψυχική υγεία, τα προβλήματα εξάρτησης από ουσίες και την πρόνοια).
Από τη μέχρι τώρα πορεία της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης αποδεικνύεται ότι επιδεινώθηκαν τα προβλήματα των ατόμων με ψυχικές διαταραχές. Το φαινόμενο της «περιστρεφόμενης πόρτας» (πολυάριθμες βραχυχρόνιες νοσηλείες ασθενών που υποτροπιάζουν), τα δεκάδες ράντζα στις ψυχιατρικές κλινικές των γενικών νοσοκομείων, η αύξηση του αριθμού των αστέγων ατόμων με ψυχικές διαταραχές και του ποσοστού των φυλακισμένων με ψυχικές διαταραχές είναι μερικά από τα στοιχεία που προκύπτουν τόσο από την ελληνική όσο και από τη διεθνή εμπειρία της λεγόμενης αποασυλοποίησης.
Η εμπειρία της Ιταλίας
Η περίπτωση της Ιταλίας, μιας από τις χώρες-πρωτεργάτες της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης, προβάλλεται από τους υποστηρικτές της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης στην Ελλάδα ως παράδειγμα προς μίμηση. Η ψυχιατρική μεταρρύθμιση στην Ιταλία ξεκίνησε το 1978. Μέχρι το 1998 έκλεισαν όλα τα ειδικά ψυχιατρικά νοσοκομεία, ενώ ταυτόχρονα αναπτύχθηκαν κοινοτικές δομές παροχής υπηρεσιών ψυχιατρικής περίθαλψης. Από το 2001 η ευθύνη για το σχεδιασμό, την ανάπτυξη και την παροχή υπηρεσιών ψυχιατρικής περίθαλψης μετατοπίστηκε από το κεντρικό στο τοπικό επίπεδο. Δημιουργήθηκαν 211 τομείς ψυχικής υγείας που καλύπτουν το σύνολο της χώρας. Από μία μελέτη που διενεργήθηκε με ευθύνη του Εθνικού Ινστιτούτου Υγείας και του Τμήματος Ψυχικής Υγείας της Τεργέστης (μελέτη PROGRES) διαπιστώθηκε ότι:
• Υπάρχει μεγάλη διαφοροποίηση και διεύρυνση των ανισοτήτων στις υπηρεσίες ψυχικής υγείας από τομέα σε τομέα, ακόμη και στην ίδια γεωγραφική περιοχή. Η αναλογία κλινών ποικίλει ανάμεσα στις διάφορες περιοχές από 1,55 έως 6,93 κλίνες ανά 10.00010. Ο αριθμός των κλινών στις ψυχιατρικές κλινικές των Γενικών Νοσοκομείων της Κεντρικής και Νότιας Ιταλίας είναι το 1/3 των αντίστοιχων της Βόρειας Ιταλίας, ενώ στις ίδιες γεωγραφικές περιοχές ο αριθμός των κλινών στις ιδιωτικές δομές είναι διπλάσιος.11
• Από τα δημογραφικά στοιχεία των ασθενών που νοσηλεύονται προκύπτει ότι τα βαρύτερα και πιο σοβαρά περιστατικά νοσηλεύονται στις δημόσιες κλινικές.
• Την ίδια στιγμή η επιβάρυνση των οικογενειών είναι πολύ μεγάλη, κυρίως στη Ν. Ιταλία, διαχρονικά φτωχότερη από τη Βόρεια και Κεντρική.
• Το θεραπευτικό χάσμα12 ανέρχεται στο 57% για τη σχιζοφρένεια και στο 79% για τις συναισθηματικές διαταραχές.13
• Περίπου το 40% του προσωπικού είναι ανειδίκευτο, ενώ μεγάλο μέρος εργάζεται με ελαστικές εργασιακές σχέσεις.
Η εκπαίδευση του υγειονομικού προσωπικού
Υποτίθεται ότι η ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού ήταν ένας από τους βασικούς άξονες προτεραιότητας που είχε θέσει το Σχέδιο Ανάπτυξης 2000-2006 (Γ΄ ΚΠΣ). Αξιοποιώντας ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του τομέα ψυχικής υγείας εφαρμόζονται πιλοτικά μέτρα σε σχέση με τους όρους απασχόλησης του εργατικού δυναμικού με σκοπό να γενικευτούν σε όλον τον τομέα υγείας και γενικότερα. Σε αυτό το πλαίσιο, το Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής πραγματοποίησε το εκπαιδευτικό πρόγραμμα «Εκπαίδευση επιστημονικά υπεύθυνων, Συντονιστών και Στελεχών στη Διοίκηση Μονάδων Ψυχοκοινωνικής Αποκατάστασης»,το οποίο χρηματοδοτήθηκε από το Γ΄ ΚΠΣ - Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Υγεία-Πρόνοια 2000-2006 (Αξονας Προτεραιότητας 2, Ψυχική Υγεία, Μέτρο 2.4).
Οπως αναφέρεται στο βιβλίο «Γκρεμίζοντας τα τείχη του Ασύλου, χτίζοντας Γέφυρες στην κοινωνία», ως προϋπόθεση για την «ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού» στις παραπάνω κατευθύνσεις θεωρείται η «συμμετοχή όλης της ιεραρχικής πυραμίδας» στον καθορισμό των στόχων, ώστε να εξασφαλίζεται η μέγιστη αποδοχή «...οποιασδήποτε αλλαγής από όλους τους εμπλεκόμενους». «Η κοινωνική διαβούλευση, σύγχρονος τρόπος ανταλλαγής απόψεων ανάμεσα στους εταίρους, δεν ταυτίζεται με τον κοινωνικό διάλογο [...] αλλά αποτελεί κάτι ευρύτερο [...] υπό την έννοια ότι προσεγγίζει περισσότερους και επιθυμεί ουσιαστικά και συνυπεύθυνα τη συμμετοχή εκτός των υπολοίπων και της κοινωνίας των πολιτών»14.
Αποκαλυπτικό για το πού στοχεύουν είναι το παρακάτω απόσπασμα από το βιβλίο: «Η ανάγκη θέσπισης ενός ευέλικτου ωραρίου, προέκυψε σταδιακά από τις αναδυόμενες ανάγκες της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης. Αρχικά το ωράριο ήταν ανελαστικό κατά τα πρότυπα οργάνωσης των ενδονοσοκομειακών τμημάτων σύμφωνα με τη νομοθεσία για τα ΝΠΔΔ…»15 καθώς «…το ζητούμενο είναι η υλοποίηση των στόχων και όχι η τυπική τήρηση του ωραρίου»16. «...ο εργαζόμενος για να πειστεί να εργαστεί δημιουργικά και αποδοτικά πέραν του ωραρίου του μη έχοντας σημαντικό οικονομικό κίνητρο, πρέπει να εμπνευστεί επαρκώς. Οταν η πειθώ συμπέσει με ένα κοινά αποδεκτό συλλογικό όραμα, το κίνητρο είναι ισχυρό»17. Προτείνουν μάλιστα ως ιδανική μέθοδο τη μέθοδο της «ανάστροφης πυραμίδας» που πρωτοεμφανίσθηκε από τη General Motors και «καλλιεργεί το όραμα της συμμετοχής», χωρίς μάλιστα οι «εργαζόμενοι να ξεχνάνε το ρόλο τους»18. Προσπαθούν δηλαδή να πείσουν τους εργαζόμενους να σκέφτονται από τη σκοπιά των συμφερόντων του εργοδότη, σαν να βρίσκονται στην ανώτερη βαθμίδα της ιεραρχίας, στην κορυφή της πυραμίδας, προκειμένου να μη διεκδικήσουν προσλήψεις για τη λειτουργία όλων των μονάδων υγείας σε 24ωρη βάση.
Κριτική προσέγγιση στο ζήτημα της αποσυλοποίησης
Η ασυλική μορφή αντιμετώπισης της ψυχικής νόσου έχει αποτελέσει ζήτημα έντονης ιδεολογικής αντιπαράθεσης. Οι ασυλικές συνθήκες της ψυχιατρικής περίθαλψης δεν μπορούν να εξεταστούν αφαιρετικά έξω από το κοινωνικο-οικονομικό σύστημα και τις πολιτικές εξελίξεις μέσα στις οποίες αυτές γεννιούνται.
Το άσυλο, ως μορφή ουσιαστικά απομάκρυνσης των ψυχικά ασθενών από την κοινωνία, αξιοποιήθηκε και εφαρμόστηκε για έναν αιώνα περίπου από τις κυβερνήσεις των αστικών κρατών. Αποτελούσε μια μορφή διεξόδου των αστικών κυβερνήσεων στο αυξημένο κόστος περίθαλψης των ψυχικά ασθενών και στο γεγονός ότι οι ασθενείς δεν ήταν σε θέση να πουλήσουν την εργατική τους δύναμη, συνεπώς ήταν μη εκμεταλλεύσιμοι από το κεφάλαιο, ιδιαίτερα σε περιόδους που τα φαρμακευτικά μέσα για την αντιμετώπιση της ψυχικής νόσου ήταν περιορισμένα. Οι ασυλοποιημένοι ασθενείς ζουν την αθλιότητα και την εγκατάλειψη. Επιπρόσθετα με τη μελέτη των ασύλων αναπτύχθηκαν και επιστημονικές παρατηρήσεις, όσον αφορά τη δυναμική της μονάδας του ασύλου και την ανάπτυξη απάνθρωπων συμπεριφορών από το υγειονομικό προσωπικό προς τους ασθενείς.
Ομως ο τρόπος και οι συνθήκες στις οποίες πραγματοποιείται η επιχειρούμενη αποασυλοποίηση τα τελευταία χρόνια, αναδεικνύουν σημαντικά προβλήματα και αδιέξοδα. Η σύγχρονη πρακτική και τα αποτελέσματά της αποδεικνύουν ότι η αποασυλοποίηση σε καμία περίπτωση δεν έχει στόχο τη φροντίδα των ψυχικά ασθενών. Τα άσυλα κλείνουν, όμως οι ασθενείς χωρίς προετοιμασία και χωρίς προϋποθέσεις μετακινούνται, κάποιοι στους ξενώνες ή στα προστατευόμενα διαμερίσματα και οι περισσότεροι πίσω στις οικογένειές τους. Επίσης οι οικογένειές τους, που δε διαθέτουν την απαραίτητη οικονομική υποστήριξη και δεν τους παρέχεται η αναγκαία βοήθεια από το κράτος (οικονομική, συμβουλευτική κ.ά.), αδυνατούν να ανταποκριθούν. Ετσι οι ασθενείς καταλήγουν -στην καλύτερη των περιπτώσεων- στα ψυχιατρικά τμήματα των νοσοκομείων για βραχύχρονες νοσηλείες ή στους δρόμους. Ο αριθμός των ξενώνων και των προστατευόμενων διαμερισμάτων δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες που υπάρχουν, ενώ συχνά υπάρχουν ελλείψεις προσωπικού, το οποίο δουλεύει με ελαστικές σχέσεις απασχόλησης, με ελλιπή ή και καθόλου εκπαίδευση και υποστήριξη. Χαρακτηριστικά είναι τα στοιχεία από την εμπειρία της Ιταλίας που παρατίθενται παραπάνω.
Σαφέστατα η ασυλική μορφή αντιμετώπισης της ψυχικής νόσου πρέπει να καταδικαστεί ως απαράδεκτη. Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι τα ψυχιατρικά νοσοκομεία ή θα ακολουθούν ασυλικές μορφές περίθαλψης ή πρέπει να κλείσουν. Οι βαριές ή ανίατες ψυχιατρικές ασθένειες απαιτούν τη λειτουργία δημόσιων ψυχιατρικών νοσοκομείων, αξιοποιώντας τις σύγχρονες επιστημονικές έρευνες και πρακτικές, με σεβασμό στα δικαιώματα των ψυχικά ασθενών. Αλλωστε αυτή τη δυνατότητα αλλά και την αναγκαιότητα αποδεικνύει η επέκταση τα τελευταία χρόνια των ιδιωτικών επιχειρήσεων υγείας σε δευτεροβάθμιο επίπεδο.
Στο επίπεδο της προπαγάνδας αξιοποιούνται τα αρνητικά φαινόμενα (με τον όρο ασυλοποίηση) στη λειτουργία των ψυχιατρείων με βάση την τότε κρατική πολιτική για να συκοφαντηθεί και απορριφθεί σήμερα γενικά η κλειστή περίθαλψη.
Οι κομμουνιστές όμως από τις αρχές του 20ού αιώνα κατάγγειλαν τις απάνθρωπες συνθήκες που επικρατούσαν στα δημόσια ψυχιατρεία, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την καταγγελία-επιστολή προς τις κρατικές αρχές των εξόριστων της Λέρου για τις απαράδεκτες συνθήκες νοσηλείας που υπήρχαν τότε στο ψυχιατρείο της περιοχής. Η όψιμη αναγνώριση από τους αστούς αυτών των αρνητικών φαινομένων δεν τους απενοχοποιεί. Δε δικαιώνει την αιτία της μεταστροφής τους που αποσκοπεί στη μείωση των κρατικών δαπανών για τη φροντίδα και περίθαλψη των ψυχικά ασθενών και την υποβαθμισμένη υποκατάσταση της κρατικής κοινωνικής ευθύνης με συστήματα «κοινωνικής αλληλεγγύης».
Κανείς βεβαίως δεν μπορεί να αρνηθεί ότι η ασυλικού τύπου αντιμετώπιση της ψυχικής νόσου καταλύει την ανθρώπινη υπόσταση και σε καμία περίπτωση δε λειτουργεί θεραπευτικά. Η τοποθέτηση ενάντια στο άσυλο όμως δεν μπορεί να έχει αφετηρία της μόνο τις άσχημες συνθήκες διαβίωσης των ασθενών μέσα στο άσυλο ούτε το θέμα των λεγόμενων «εξουσιαστικών» σχέσεων που αναπτύσσονται, όπως ισχυρίζονται κάποιες πολιτικές δυνάμεις. Το άσυλο δεν έχει θέση σε ένα σύστημα φροντίδας υγείας και ειδικά της ψυχικής υγείας, που έχει στο επίκεντρό του την ουσιαστική αντιμετώπιση της νόσου και την αποκατάσταση όσων ασθενών μπορούν να ενταχθούν στην κοινωνία.
Το ζήτημα συνεπώς δεν είναι να κλείσουμε το άσυλο και να πετάξουμε τους ψυχικά ασθενείς στην οικογένεια ή γενικά στην κοινωνία. Είναι αναγκαιότητα σήμερα η υπέρβαση της ιδρυματοποιημένης περίθαλψης των ψυχικά πασχόντων στο άσυλο και η μετάβαση σ’ ένα ανώτερο ποιοτικά δημόσιο σύστημα παροχής υπηρεσιών ψυχικής υγείας, τόσο πρωτοβάθμιας όσο και νοσοκομειακής περίθαλψης, που θα περιλαμβάνει -σε ορισμένες περιπτώσεις- και την κλειστή περίθαλψη.