Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΗΣ ΓΛΔ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΤΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ - ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΥ


του Χέρμαν Γιάκομπς

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

Παράλληλα με την υιοθέτηση και την ανάπτυξη του επαναστατικού δρόμου προς τον κομμουνισμό όλες οι σοσιαλιστικές χώρες βίωσαν, άλλες περισσότερο και άλλες λιγότερο, στην πρώτη αυτή περίοδο του κομμουνισμού, τη σοσιαλιστική, την κοινωνική αντιπαράθεση με τον αστικό ρεφορμισμό. Και στον οικονομικό τομέα ο ρεφορμισμός εκφράστηκε αρκετά έντονα. Ο ρεφορμισμός κορυφώθηκε με τη δημιουργία ενός ιδιαίτερου οικονομικού υποκειμένου στο σοσιαλισμό, τη «σοσιαλιστική επιχείρηση με χρηματική ιδιοσυντήρηση», της οποίας το οικονομικό σύστημα έπρεπε να είναι εμπορευματοοικονομικό και δε θα μπορούσε να είναι αλλιώς. Οικονομικά δε βρισκόταν η «σοσιαλιστική» επιχείρηση σε διαφορετική θέση από μία επιχείρηση ατομικής ιδιοκτησίας, δηλαδή η έννοια της οικονομικής αυτάρκειας δεν είναι τίποτα άλλο παρά μία άλλη έννοια για την ατομική ιδιοκτησία. Με αυτό τον τρόπο διαστρεβλώνεται και αντιστρέφεται ο επαναστατικός χαρακτήρας της σχεδιασμένης οικονομίας, ο οποίος στη βάση της κοινωνικοποίησης των μέσων παραγωγής εκφράζει ένα νέο, επαναστατικό τρόπο παραγωγής. Με τον ίδιο τρόπο διαστρεβλώνεται και αντιστρέφεται και ο επαναστατικός χαρακτήρας των εργαζομένων και της εργασίας, που στο σοσιαλισμό έγκειται στην ύπαρξη ενός συνολικού οικονομικού υποκειμένου και σε ένα μισθό, ο οποίος αναφέρεται στην κοινωνική συνολική εργασία.

Ο σοσιαλισμός ήταν -όπως είναι αναμενόμενο- μία πολύ αντιφατική περίοδος, γεμάτη συγκρούσεις και αντιπαραθέσεις.

Η συμβολή της ΓΛΔ στην επιστήμη του σοσιαλισμού στον οικονομικό τομέα πρέπει να προσεγγιστεί στα πλαίσια αυτής της διπολικής ιστορικής πραγματικότητας - από τη μία να στέκεσαι στις βασικές αρχές της σχεδιασμένης οικονομίας και από την άλλη να εμπλέκεσαι σε μία ειδική μορφή αντιπαράθεσης μεταξύ της επανάστασης και του ρεφορμισμού. Η παραπάνω σκέψη έχει σημαντική αξία, ιδιαίτερα αναφορικά με το ζήτημα μιας σχετικά μακροχρόνιας εμπορευματικής οικονομίας του σοσιαλισμού και της βαθιάς γνώσης της σοσιαλιστικής αρχής κατανομής. Οπως είναι αυτονόητο, η συμβολή της ΓΛΔ πρέπει να καταχωρηθεί στο πλάι της αντίστοιχης σοβιετικής επιστήμης του σοσιαλισμού.

Τα παραπάνω αναλύονται σε τέσσερα σημεία και κάποιες παρατηρήσεις, ξεκινώντας με ένα γενικό ζήτημα - την «υπερεθνική» σημασία του «σοβιετικού οικονομικού μοντέλου».

1. ΚΑΠΟΙΕΣ ΣΥΣΤΗΜΑΤΙΚΕΣ ΔΙΕΥΚΡΙΝΙΣΕΙΣ

Το γεγονός ότι το «σοβιετικό μοντέλο» διεύθυνσης της οικονομίας δεν επιβλήθηκε στη ΓΛΔ από τη Σοβιετική Ενωση, αλλά ήταν ώριμο να υιοθετηθεί, ήταν δηλαδή εφαρμόσιμο, είναι θεμελιώδες για τη θεωρία. Αυτό σημαίνει ότι είναι ένα γενικό μοντέλο για το σοσιαλισμό-κομμουνισμό. Κατά συνέπεια πρέπει να γίνεται λόγος για σχεδιασμένη οικονομία γενικά - και φυσικά για σχεδιασμένη οικονομία και στη ΓΛΔ. (Στο ζήτημα ενός οικονομικού συστήματος δεν πρέπει η εθνική πλευρά να καθορίζει την οικονομική, αλλά αντίθετα η οικονομική πρέπει να καθορίζει την εθνική. Το σύστημα αποτελεί το περιεχόμενο, το «έθνος» τη μορφή. Στο σοσιαλισμό-κομμουνισμό ισχύει ό,τι και στον καπιταλισμό: το σύστημα είναι το γενικό, το έθνος το ειδικό).

Αφετηριακό σημείο του σχεδιασμού είναι: α) η ανάπτυξη των αναγκών και β) γενικά η ιδιοποίηση σύμφωνα με την αρχή «στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του». Επίσης ο σχεδιασμός από τη μία λαμβάνει υπόψη την ιστορική πλευρά του επιπέδου ανάπτυξης της παραγωγής και από την άλλη αποτελεί άμεση έκφραση της αλλαγής ιδιοκτησίας, η οποία συντελείται στην οικονομία, δηλαδή της αλλαγής από ατομική ιδιοκτησία (= ιδιοποίηση σύμφωνα με την αρχή της αξίας) σε κοινωνική συνολική ιδιοκτησία (=ιδιοποίηση σύμφωνα με την αρχή της αξίας χρήσης). Σχεδιασμένη οικονομία σημαίνει άμεσος σχεδιασμός παραγωγής, όχι μόνο σχεδιασμός προοπτικής1. Η σχεδιασμένη οικονομία είναι άμεσα η οικονομία της συγκεκριμένης πλευράς της εργασίας. Ο σχεδιασμός της παραγωγής μπορεί να μετατραπεί σε σχεδιασμό προοπτικής, κάτι το οποίο πάντα επιθυμούσε η εμπορευματοοικονομική μεταρρύθμιση, μόνο υπό έναν όρο ότι: η παραγωγή γίνεται ανεξάρτητη, «με ίδια ευθύνη», δηλαδή ότι υποτάσσεται σε μία άλλη αρχή και όχι σε αυτή του κεντρικού σχεδιασμού, με αποτέλεσμα η άναρχη ανάπτυξη να συνδέεται με μία αιωρούμενη «προοπτική». Δεν μπορεί σε αυτή την περίπτωση κάποιος να κάνει λόγο για μία προοπτική της οικονομίας, η οποία αντιστοιχεί σε αυτό που η έννοια «προοπτική» σημαίνει πραγματικά. Και αυτό γιατί το πραγματικό περιεχόμενο της έννοιας «προοπτική της οικονομίας» πρέπει να περιλαμβάνει την εγγύηση, ότι έτσι όπως αυτή προβλέπει, έτσι θα λάβει χώρα και η παραγωγή. Η παραγωγή χωρίς σχεδιασμό, χωρίς δηλαδή την αξιοποίηση μίας αρχής που στηρίζεται στις ανάγκες των ανθρώπων, θα υποτασσόταν -όπως αποδεικνύει ο καπιταλισμός- στην αφηρημένη ορμή, ώθηση της επέκτασης της ιδιοκτησιακής σχέσης.

Ο πάντα προωθούμενος από τους ρεβιζιονιστές απολογητές της αγοράς διαχωρισμός της προοπτικής από τη μία και της παραγωγής της επιχείρησης από την άλλη, αποτελεί προϋπόθεση για την ανεξαρτητοποίηση των επιχειρήσεων εναντίον της κοινής κοινωνικής θέλησης. Αυτό γίνεται με το να εμποδίζουν την εφαρμογή της αρχής κατανομής με βάση τις ανάγκες και τις αναλογικότητες, προς όφελος της αρχής της αξίας (σ.μ.: της ιδιοποίησης με κριτήριο την αξία) και της εξίσωσης (σ.μ.: ως αρχή της εξίσωσης εννοείται η αξιακή εξίσωση των εμπορευμάτων, η δράση του νόμου της αξίας) στην οικονομία, κατηγορίες, οι οποίες αντιφάσκουν με το συνολικό κοινωνικό σχεδιασμό, αλλά από την άλλη ανταποκρίνονται πολύ καλά στο καθεστώς της ατομικής ιδιοκτησίας. Η διατύπωση μιας προοπτικής έχει τότε μόνο νόημα, όταν η παραγωγή μπορεί να συνδεθεί υποχρεωτικά με αυτή - κατά συνέπεια να είναι ενότητα προοπτικής και παραγωγής.

Ο σχεδιασμός της παραγωγής λειτουργεί με ένα χρονικό ορίζοντα, ο οποίος είναι ορατός (κατά κανόνα είναι 5 χρόνια) και με ένα βασισμένο σε αυτό τον ορίζοντα πιο λεπτομερειακό σχεδιασμό (ετήσιο, τριμηνιαίο, μηνιαίο, άμεσα εργασιακά καθήκοντα μέχρι και σχεδιασμός στο επίπεδο της κάθε εργασιακής θέσης). Ενας πιο μακροχρόνιος χρονικός ορίζοντας περιλαμβάνει μέχρι 15 ή 20 χρόνια και έχει το χαρακτήρα του γενικού προσανατολισμού του σχεδιασμού της παραγωγής. Οι διάφοροι οικονομικοί ορίζοντες καθορίζονται στη βάση της εφικτότητας και της υπάρχουσας επιστημονικοτεχνικής προόδου.

Το ζήτημα της σχεδιασμένης οικονομίας είναι το σημαντικότερο ζήτημα της πολιτικής οικονομίας στη ΓΛΔ, γιατί η ΓΛΔ μέχρι το τέλος ήταν μία χώρα με σχεδιασμένη οικονομία. Η συνέχεια της ΓΛΔ όλα τα χρόνια της ύπαρξής της εκφράστηκε λοιπόν (από σοσιαλιστική-κομμουνιστική άποψη) στο γεγονός ότι το σχέδιο ήταν το καθοριστικό στοιχείο. Ολα τα οικονομικά πειράματα της δεκαετίας του 1960 (Νέο Οικονομικό Σύστημα σχεδιασμού και διεύθυνσης της λαϊκής οικονομίας - ΝΟΣ) είχαν περιορισμένη επίδραση, η οποία περιοριζόταν στη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, αλλά ακόμα και σε αυτήν ήταν δευτερεύουσας σημασίας.

2. ΣΤΑΘΕΡΕΣ ΤΙΜΕΣ ΚΑΙ «ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΑΠΟΔΟΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ» - ΤΟ ΝΕΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ (ΝΟΣ) ΤΗΣ ΓΛΔ - «ΜΙΣΘΟΙ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΚΕΡΔΟΣ»

Η οικονομική θεωρία και η οικονομική πρακτική της ΓΛΔ ακολούθησε αρχικά -στο πρόσωπο των κομμουνιστών προσφύγων που επέστρεψαν από τη Σοβιετική Ενωση- τις κατευθύνσεις, οι οποίες είχαν αναπτυχθεί από τη σοβιετική θεωρία. Ταυτόχρονα υπήρχαν οι θεωρητικές επιθέσεις μερικών επιστημόνων (Behrens, Benary, Kohlmey), οι οποίοι στράφηκαν εναντίον του νέου ρόλου του κράτους στη σχεδιασμένη οικονομία και με αυτό τον τρόπο συντάχτηκαν με τη σκέψη σοσιαλδημοκρατών και αστών κριτικών της Σοβιετικής Ενωσης.

Στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1950 -στην περίοδο περίπου του δεύτερου πεντάχρονου πλάνου στη ΓΛΔ- εμφανίστηκε στα πλαίσια του συστήματος των σταθερών τιμών, το οποίο αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό της σχεδιασμένης οικονομίας, το πρόβλημα μίας σχετικής μη αποδοτικότητας, δηλαδή μιας δυσαναλογίας σε σχέση με την αποδοτικότητα των επιχειρήσεων στις δεδομένες επιχειρησιακές τιμές (άλλες είχαν υψηλή αποδοτικότητα, άλλες είχαν χαμηλή αποδοτικότητα). Οι τιμές, οι οποίες συνεπάγονταν για τις επιχειρήσεις υψηλή αποδοτικότητα υπήρχαν παράλληλα με τις τιμές που συνεπάγονταν χαμηλή ή ακόμα και μηδενική αποδοτικότητα. Σε αυτή την παρατηρούμενη δυαδικότητα στο επίπεδο των μεμονωμένων επιχειρήσεων αντιπαρατασσόταν μία αυξανόμενη οικονομική, συνολική κοινωνική αποδοτικότητα. Πώς είναι δυνατό να ερμηνευτεί αυτή η «αντίφαση»;

Θεωρητικά πρόκειται για το πρόβλημα της τιμολογιακής απεικόνισης του υπερπροϊόντος και της ιδιοποίησής του, μεταξύ άλλων της αύξησης των πραγματικών μισθών, κάτι το οποίο με δεδομένες τις τιμές οδηγεί σε αύξηση του κόστους, εκτός αν η αύξηση της παραγωγικότητας της επιχείρησης υπερκεράζει την άνοδο των μισθών της επιχείρησης. Αν όμως ισχύει το αντίθετο, το αποτέλεσμα θα είναι η μείωση της αποδοτικότητας που συνεπάγονται οι συγκεκριμένες τιμές. Ο «τρόμος για την (μερική) επιδείνωση της απόδοσης της σοσιαλιστικής οικονομίας» (ή της σχεδιασμένης οικονομίας) έχει τη βάση του στην άγνοια του οικονομικού μηχανισμού της σχεδιασμένης οικονομίας. Δηλαδή, αν θέλουμε να το διατυπώσουμε πιο επίσημα, η οικονομική κίνηση της συγκεκριμένης εργασίας αποδίδεται σε μία οικονομική κατηγορία της αφηρημένης εργασίας (σ.μ.: εννοεί την αποδοτικότητα των επιχειρήσεων, το κέρδος). Αυτή η «αντίφαση» στη συγκεκριμένη θεωρία απέβη σε βάρος της νέας οικονομίας. Οδήγησε σε τέτοιες οικονομικές μεταρρυθμίσεις (μεταξύ των οποίων το ΝΟΣ στη ΓΛΔ, το οποίο εισήχθη με τη σύμφωνη γνώμη του Γενικού Γραμματέα του ΕΣΚΓ, Βάλτερ Ούλμπριχτ), που εξήραν το κέρδος ως βασικό δείκτη απόδοσης (Λίμπερμαν και άλλοι). Ενώ στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 1950 το ζήτημα της εμπορευματικής οικονομίας ανακινούνταν μόνο σε αφηρημένο επίπεδο, ως κριτική δηλαδή ενάντια στο νέο ρόλο του κράτους ως το κεντρικό και τελικό υποκείμενο σχεδιασμού στην οικονομία, λαμβάνει τώρα, με το πρόβλημα της αποδοτικότητας, την επίφαση μιας αναγκαίας πολιτικής πρακτικής. Η μεταρρύθμιση θα έπρεπε, υποτίθεται, να υπηρετεί την επανόρθωση των τιμών που θα εξασφαλίζουν υψηλά ποσοστά αποδοτικότητας. Με αυτό τον τρόπο η «σοσιαλιστική επιχείρηση» βρέθηκε στο επίκεντρο της θεωρητικής οικονομίας και έγινε το υποκείμενο μιας εμπορευματο-οικονομικής και αξιο-οικονομικής (σ.μ.: σύμφωνης με το νόμο της αξίας) μεταρρύθμισης. Η μεταρρύθμιση πραγματοποιήθηκε με το ΝΟΣ σε γενικό επίπεδο και τη μεταρρύθμιση των τιμών σε πιο ειδικό-συγκεκριμένο επίπεδο.

Το πρώτο βήμα ήταν ο επανακαθορισμός των τιμών των πάγιων (κυρίως πρόκειται για την αύξησή τους). Πέρα από αυτό το βήμα, η μεταρρύθμιση δεν προχώρησε παραπέρα, με την έννοια ότι το συνολικό σύστημα τιμών των επιχειρήσεων, καθώς και οι καταναλωτικές τιμές του λιανικού εμπορίου για τους ιδιώτες καταναλωτές, δεν άλλαξαν από την τιμολογιακή μεταρρύθμιση. Με αυτή την έννοια, η μεταρρύθμιση δε δημιούργησε κανένα σύστημα αυξομειούμενων τιμών στη βάση της αλλαγής των αξιακών μεγεθών. Με λίγα λόγια, το σύστημα παρέμεινε σύστημα σταθερών τιμών.

Το ΝΟΣ αποτελεί μία ειδική συμβολή της ΓΛΔ, διαφορετική από την «Ανοιξη της Πράγας», αφού το ΝΟΣ ήθελε ακόμα να συνενώσει τον κεντρικό σχεδιασμό και την ιδιοσυντήρηση των επιχειρήσεων, ενώ οι μεταρρυθμίσεις της Πράγας παρέβλεπαν το καθήκον του κεντρικού σχεδιασμού. Το ΝΟΣ δεν εκφράζει την αλλαγή του οικονομικού συστήματος του σοσιαλισμού, αλλά ένα κοινωνικό συμβιβασμό μεταξύ της επανάστασης και του ρεφορμισμού και, με αυτό τον τρόπο, μία εσωτερική αντίφαση στην καθοδήγηση του Κόμματος της ΓΛΔ.

Το δεύτερο στοιχείο του ΝΟΣ ήταν το επιχειρησιακό υλικό συμφέρον. (σ.μ.: ο όρος «υλικό συμφέρον» χρησιμοποιείται σε όλο το κείμενο ως αντίστοιχος των «υλικών κινήτρων». Ωστόσο, επειδή χρησιμοποιείται άλλος όρος για τα υλικά κίνητρα, γι’ αυτό μεταφράστηκε κατά λέξη ως «υλικό συμφέρον»). Ο καθορισμός του ύψους των μισθών έπρεπε να εξαρτάται από το κέρδος της επιχείρησης (σε ποσοστό μέχρι 20%). Αυτό θα σήμαινε σε σημαντικό βαθμό την εμφάνιση μιας ειδικής μορφής εξατομίκευσης της αρχής κατανομής σε κάθε επιχείρηση, δηλαδή τη θεώρηση της ξεχωριστής εργασίας ως βάσης των σοσιαλιστικών (γενικών) οικονομικών σχέσεων. Για τις πρακτικές εφαρμογές αυτής της σκέψης αρκεί να πούμε ότι δεν εφαρμόστηκε, παρά περιορίστηκε στη μορφή των πληρωμένων πριμ που δινόταν για εξαιρετικές επιδόσεις, όπως καθοριζόταν από τη σχεδιασμένη οικονομία. Η εισαγωγή της εξάρτησης του ύψους των μισθών από τα κέρδη θα είχε καταστρέψει την αρχή του ίσου μισθού για ίση εργασία/εργάσιμο χρόνο, δηλαδή την αρχή κατανομής, την οποία είχε διατυπώσει ο Μαρξ για την πρώτη φάση του κομμουνισμού.

Το ΝΟΣ ήταν μία ολοφάνερα λανθασμένη επιλογή για την οικονομία της ΓΛΔ. Σε αντίθεση με τον ισχυρισμό, σύμφωνα με τον οποίο το ΝΟΣ απέτυχε λόγω των σοβιετικών ενστάσεων, πρέπει να σημειωθεί ότι το ΝΟΣ απέτυχε επειδή δεν μπορούσε να λυθεί το πρόβλημα των τιμών (σ.μ.: ότι δηλαδή οι σταθερές τιμές δε συμβιβάζονταν με τα υπόλοιπα μέτρα του ΝΟΣ). Σύμφωνα με τις αρχές του ΝΟΣ έπρεπε να εξασφαλιστεί για τις επιχειρήσεις η ιδιοσυντήρηση των οικονομικών μέσων, μέσω των τιμών. Η τιμή έπρεπε λοιπόν να είναι τόσο υψηλή, ώστε να μην εξασφαλίζει απλώς την απλή αναπαραγωγή, αλλά και τη διευρυμένη αναπαραγωγή της επιχείρησης. Δηλαδή οι τιμές έπρεπε γενικά να αποτελούνται από το μέρος του κόστους σ+μ (όπως αποδίδονται στη μαρξιστική ανάλυση του καπιταλισμού: σταθερό κεφάλαιο, δηλαδή μέσα παραγωγής και μεταβλητό κεφάλαιο, δηλαδή ζωντανή εργασία, βλέπε: μισθοί) και από ένα μέρος υ (επίσης όπως αποδίδεται από το Μαρξ: υπεραξία, δηλαδή κοινωνικό υπερπροϊόν σε ατομική κατοχή). Αφού απαιτούνταν να είναι οι τιμές ψηλότερες από την κάλυψη του κόστους, έπρεπε να εξασφαλιστεί στις επιχειρήσεις να μπορούν να αποφασίζουν μόνες τους για τη διευρυμένη αναπαραγωγή τους. Τουλάχιστον αυτό έπρεπε να ισχύει για τις επιχειρήσεις με μέσο επίπεδο ανάπτυξης. (Για τις επιχειρήσεις με υψηλότερη ζήτηση χρήματος για επενδύσεις προέκυψε το ζήτημα της αναγκαιότητας μίας ελεύθερης αγοράς χρήματος, μέσω της οποίας αυτή η ζήτηση θα καλυπτόταν από τις επιχειρήσεις που δε ζητούσαν αλλά αντίθετα προσέφεραν χρηματικά μέσα ή απλώς από αποταμιευμένη περιουσία της ίδιας της επιχείρησης. Φυσικά, μαζί με αυτό θα προέκυπτε και το ζήτημα της ιδιοκτησίας αυτών των μέσων: τοκισμός, καπιταλιστικοποίηση του χρήματος. Ο χαρακτήρας του χρήματος θα άλλαζε - αντί για μέσο αγοράς θα γινόταν Κεφάλαιο και αντί για παραγωγικές επιχειρήσεις θα είχαμε επίσης και «παραγωγικές» τράπεζες). Ο κρατικός προϋπολογισμός δε θα ήταν κατά συνέπεια σε θέση να επεμβαίνει μελλοντικά στη διαμόρφωση και τον καθορισμό της αναπαραγωγής ως ένα όργανο που «αντίκειται» στις επιχειρήσεις. Δηλαδή θα του είχαν κλέψει τη νέα του, άμεση εξουσία πάνω στην οικονομία, θα διαλυόταν και με αυτό τον τρόπο ο «κεντρικός σχεδιασμός» θα υποβιβαζόταν κυρίως στο επίπεδο των συμβουλών προς τις επιχειρήσεις. Ο σχεδιασμός δε θα ήταν πλέον ένα στοιχείο που διαμορφώνει τα δεδομένα της οικονομίας. Το κόμμα, το κράτος θα ήταν περιττά, δηλαδή θα περιορίζονταν σε έναν αστικό ρόλο. Το ΝΟΣ ήταν -όπως ήδη έχει διατυπωθεί- μία ολοφάνερα λαθεμένη απόφαση της ΓΛΔ: ήθελε να διαχύσει το γενικό σε πολλά ειδικά (σ.μ.: εδώ εννοεί ότι αρμοδιότητες του γενικού, της κοινωνίας σαν σύνολο, του σοσιαλιστικού κράτους, όπως ο σχεδιασμός και η διαμόρφωση των τιμών, θα παραδίνονταν σε μεμονωμένες οντότητες, όπως είναι οι ξεχωριστές επιχειρήσεις), μία διαδικασία με την οποία ο σοσιαλισμός θα επέστρεφε ιστορικά στο αστικό του σημείο εκκίνησης (σ.μ.: στον καπιταλισμό).

Το ιδιαίτερο στοιχείο για τη συμβολή της ΓΛΔ στην οικονομική θεωρία του σοσιαλισμού-κομμουνισμού είναι η απόδειξη του γεγονότος ότι δεν είναι δυνατό να συνδέσεις μεταξύ τους την πραγματικά σχεδιασμένη οικονομία από τη μία και την εμπορευματική οικονομία από την άλλη. Πιο συγκεκριμένα διατυπωμένο: η απόδειξη βρίσκεται στην αποτυχία, στην αντιφατική θέση του Πολιτικού Γραφείου του ΕΣΚΓ και στο βάλτωμα του ΝΟΣ.

Το σχέδιο του ΝΟΣ ήταν η αποκατάσταση ενός συστήματος τιμών βασισμένου στην αξία. Ακριβώς αυτό το σχέδιο είναι που απέτυχε. Αυτή η αποτυχία αποτελεί όμως θετικό στοιχείο για τη σοσιαλιστική θεωρία. Η θετική συμβολή της ΓΛΔ στην οικονομική θεωρία του σοσιαλισμού/κομμουνισμού έγκειται ακριβώς σε αυτή την απόδειξη της ασυμβατότητας. Δυστυχώς όμως όχι στο γεγονός ότι η ΓΛΔ είχε κατακτήσει τα θεωρητικά εφόδια για την αιτιολόγηση της σχεδιασμένης οικονομίας, τις μορφές τιμολόγησης και τις μορφές του μισθού που αντιστοιχούν σε αυτή.

Η κριτική οικονομική επιχειρηματολογία απέναντι στο σοσιαλισμό διέτρεξε τρία στάδια: α) αυτό της κριτικής του κράτους, β) αυτό της κριτικής των τιμών, γ) αυτό της κριτικής της θεωρίας. Το πρώτο στάδιο, η κριτική δηλαδή του κράτους γινόταν με το επιχείρημα ότι ο σοσιαλισμός θα ήταν «κρατικός σοσιαλισμός», ότι θα αναλάμβανε ένα νέο ρόλο στην οικονομία (κάτι για το οποίο όμως υποτίθεται δεν είχε το δικαίωμα). Ολες αυτές οι αντιλήψεις συνέθεταν την επίθεση της ρεβιζιονιστικής οικονομικής σκέψης. Την κριτική της θεωρίας την ακολούθησε η κριτική της πρακτικής, η οποία βασιζόταν κυρίως στη μη κατανόηση του νέου μηχανισμού τιμών της σχεδιασμένης οικονομίας - ή στην «κατανόηση», που περιοριζόταν στην κατανόηση των πραγματικών εμπορευματικών οικονομιών. Αποδείχτηκε -υπό το πρίσμα της πρώτης μεταρρυθμιστικής προσπάθειας- ότι μία αναγωγή των τιμών στην αξιακή μορφή χωρίς μία βασική ανακατασκευή της σχεδιασμένης οικονομίας (σ.μ.: εννοεί χωρίς την ανατροπή ουσιαστικά της σχεδιασμένης οικονομίας) δεν ήταν εφαρμόσιμη. Γι’ αυτή την ανακατασκευή δεν υπήρχε στη ΓΛΔ η πλειοψηφία στην κοινωνική καθοδήγηση που θα μπορούσε να την πραγματοποιήσει. Ετσι η αντίφαση υποχώρησε στη θεωρητική της μορφή. Σε αυτή η κριτική απόκτησε αφηρημένο χαρακτήρα. Χωρίς να είναι πλέον κριτική ενάντια στο κράτος, χωρίς να είναι πλέον κριτική στις τιμές, μετατράπηκε σε μία κριτική στα θεωρητικά θεμέλια, στα οποία το σοσιαλιστικό κράτος της σχεδιασμένης οικονομίας έμεινε πιστό: ισχυρίζονταν δηλαδή οι κριτικοί ότι τα προϊόντα του σοσιαλιστικού κράτους ήταν ακόμα εμπορεύματα και ότι η αξία αποτελούσε ιδιότητά τους. Δηλαδή μία θεωρητική έλλειψη, μία έλλειψη σε θεωρητική συνέπεια της σοσιαλιστικής επιστήμης μετατράπηκε σε αφετηριακό σημείο της ρεβιζιονιστικής κριτικής.

3. ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΩΝ ΜΙΣΘΩΝ. Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΚΑΤΑΝΟΜΗΣ ΣΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ

Σύμφωνα με το Μαρξ (ο οποίος ήταν ο πατέρας του συλλογισμού) η αρχή της κατανομής κατανοείται ως απλή, ατομική αναφορά χρόνου, απαραίτητη για τον καθορισμό του ύψους του μισθού - ανεξάρτητα από τη μορφή της συγκεκριμένης εργασίας. Δηλαδή η εργασία στο σοσιαλισμό έχει άμεσα κοινωνικό, κοινό χαρακτήρα. Με άλλα λόγια, η ιδιαίτερη, η ειδική εργασία σε κάθε επιχείρηση είναι εργασία στα πλαίσια της κοινωνικής ιδιοκτησίας. Ολες οι ιδιαιτερότητες (σ.μ.: εννοεί τις ιδιαίτερες, ξεχωριστές επιχειρήσεις), μέσω των οποίων επιτελείται η «ιδιαίτερη εργασία» σαν οικονομική σχέση, ανήκουν σε όλους. Αυτό είναι το νόημα της λαϊκής ιδιοκτησίας. Ο ρεφορμισμός - ρεβιζιονισμός, αντίθετα, υποστηρίζει την αστική αρχή (σ.μ.: την αστική αρχή κατανομής, δηλαδή καθορισμού του μισθού) της σύνδεσης με την ιδιαίτερη εργασία. Η κατανομή, που θα έπρεπε να γίνεται ανάλογα με την κατανάλωση χρόνου, στη ρεβιζιονιστική αντίληψη πρέπει να γίνεται πάντα σε σχέση με τις συγκεκριμένες συνθήκες εργασίας. Με αυτό τον τρόπο προκύπτει ο καθορισμός του μέσου όρου του εργάσιμου χρόνου - η γνωστή αξία, από την οποία διαχωρίζεται διαμετρικά, δηλαδή κοινωνικά, η μαρξιστική αρχή επίδοσης, ως καθορισμός του χρόνου χωρίς αναφορά στην άμεση, συγκεκριμένη εργασία.

Η διαφορά μεταξύ του διαμεσολαβημένου και του άμεσου καθορισμού του χρόνου στην εργασία, δηλαδή η διαφορά μεταξύ της αρχής της κατανομής σύμφωνα με την αξία και της σοσιαλιστικής αρχής κατανομής αντίστοιχα, δεν κατανοήθηκε και δεν επεξεργάστηκε ποτέ σωστά από τη σοσιαλιστική επιστήμη σε καμιά σοσιαλιστική χώρα.

Αυτή η θεωρητική έλλειψη αποδείχτηκε μεγάλο πρόβλημα για την πρακτική που ακολουθούνταν στις επιχειρήσεις, την πληρωμή εργασίας με το κομμάτι (Stuck-Lohn-Arbeit) ή, με άλλα λόγια, την εργασία σύμφωνα με την εργασιακή νόρμα [οι χρονικές νόρμες στη ΓΛΔ ονομάζονταν Τεχνικά Αιτιολογημένες Νόρμες (ΤΑΝ)]. Ο μισθός, ο οποίος εξαρτιόταν αποκλειστικά από τον εργάσιμο χρόνο (Leistungslohn), εμφανίζεται στην πληρωμή της εργασίας με το κομμάτι καλυμμένος, γιατί η λέξη κομμάτι υποκαθιστά τη λέξη χρόνος. Οσα κομμάτια έχεις παράξει, τόσο χρόνο έχεις εργαστεί. Οποιος παράγει περισσότερα κομμάτια, έχει εργαστεί περισσότερο χρόνο και περισσότερος χρόνος σημαίνει υψηλότερος μισθός. Δηλαδή το κομμάτι σημαίνει μισθός. Με αυτό τον τρόπο ο μισθός που υπολογίζεται με βάση τα παραγόμενα κομμάτια, μπορεί να εξυψωθεί πάνω από το μισθό που θα αντιστοιχούσε στο χρόνο τον οποίο έχει εργαστεί κάποιος, δηλαδή πάνω από το χρόνο στον οποίο ήταν εργασιακά παρών στην επιχείρηση. Η υπερκάλυψη της νόρμας ήταν ένα διαδεδομένο σύστημα στην εργασία από το Βλαδιβοστόκ ως το Βερολίνο (σ.μ.: σε ολόκληρο το σοσιαλιστικό στρατόπεδο). Οι εργάτες που πληρώνονταν με αυτό το σύστημα κέρδιζαν πολύ περισσότερα από το μισθό, ο οποίος ήταν υπολογισμένος στην εργάσιμη ημέρα (Tariflohn), αφού υπερκάλυπταν τις νόρμες τους πολύ πάνω από το 100%. Με αυτό τον τρόπο, ενώ η σοσιαλιστική αρχή κατανομής -τόσος χρόνος, τόσος μισθός- «ίσχυε» θεωρητικά, δεν ίσχυε στην πράξη, στο σύστημα δηλαδή της πληρωμής εργασίας με το κομμάτι.

Θεωρητικά επιτρεπόταν να καλύπτονται οι νόρμες μόνο κατά 100% (ή λίγο παραπάνω), δεδομένου ότι με τη βελτίωση των τεχνικών-τεχνολογικών δεδομένων έπρεπε να υψωθούν αντίστοιχα και οι νόρμες - κάτι όμως που δε γινόταν. (Η κοινωνία χρειαζόταν την αύξηση της παραγωγικότητας και της παραγωγής και παρακολουθούσε την παραβίαση της αρχής κατανομής με κροκοδείλια δάκρυα. Μάλιστα αρχικά προωθούσε κιόλας αυτή την παραβίαση - βλέπε το «κίνημα Χένεκε», υπερκάλυψη της νόρμας από τον Αντολφ Χένεκε κατά 370% τη χρονιά 1949, ένα «κίνημα» που ξεκίνησε και προωθήθηκε από το Κόμμα). Η σχεδόν αυτόματη υπερκάλυψη των πλάνων αποτελούσε παραβίαση της σοσιαλιστικής αρχής κατανομής, δε σήμαινε όμως την επιστροφή στην εμπορευματική παραγωγή, στην οποία, μέσω της σύνδεσης του καθορισμού της αξίας με τις συνθήκες της συγκεκριμένης εργασίας, η εργασία με υψηλότερη παραγωγικότητα «δημιουργεί περισσότερη αξία» (Μαρξ) από την εργασία με απλώς μέσο επίπεδο παραγωγικότητας.

Η υπερκάλυψη κατά πολύ των πλάνων στο σύστημα πληρωμής της εργασίας με το κομμάτι στη ΓΛΔ κατανοούνταν όλο και περισσότερο ως παραβίαση της ισότητας της ανταμοιβής μεταξύ των εργατών ίδιας ειδίκευσης. Τον Ιούνη του 1953 υπήρξε μία κυβερνητική απόφαση, σύμφωνα με την οποία οι νόρμες έπρεπε να αυξηθούν κατά 10% (που όμως σήμαινε de facto μείωση της συνηθισμένης υπερκάλυψης των πλάνων), κάτι που χρησιμοποιήθηκε από τον αντίπαλο σαν αφορμή για τα γεγονότα της 17ης Ιούνη του 1953. Ο άμεσα κοινωνικός χαρακτήρας της εργασίας διαμεσολαβούνταν και αν δεν αμφισβητείτο ανοιχτά από τη θεωρία, πάντως σίγουρα χαρακτηριζόταν «ανώριμος». Σύμφωνα με τα παραπάνω έμειναν αναπάντητα τα ερωτήματα: Ποιος είναι ο χαρακτήρας της εργασίας που αντιστοιχεί στη σοσιαλιστική κοινωνία; Ποιος είναι ο μισθός στη σοσιαλιστική κοινωνία;

Το 1962 έγινε μία μεταρρύθμιση των μισθών στη ΓΛΔ, μέσω της οποίας άρθηκε η πρακτική της πολύ υψηλής υπερκάλυψης των πλάνων. Εισήχθησαν νέες νόρμες, οι οποίες δεν επιτρεπόταν να υπερκαλυφτούν σε ποσοστό πάνω από 10% (απ’ όσο γνώριζα τουλάχιστον από την πρακτική μου σε επιχειρήσεις) και η απώλεια του μέρους του μισθού, το οποίο κερδιζόταν από την υπερκάλυψη του πλάνου, προστέθηκε στο βασικό μισθό (σ.μ.: στο χρηματικό εργασιακό εισόδημα που υπολογιζόταν με βάση το χρόνο εργασίας) ως μισθός υψηλότερης απόδοσης (σ.μ.: ως συμπλήρωμα), έτσι ώστε συνολικά να μην υπάρχει απόλυτη μείωση των μισθών στη ΓΛΔ. Με άλλα λόγια: Τα γενικά επίπεδα των μισθών εξασφαλίστηκαν και καλύπτονταν από το αυξανόμενο χρηματικό απόθεμα που οφειλόταν στην άνοδο της παραγωγικότητας της εργασίας, η οποία συνεπαγόταν την αύξηση του όγκου παραγωγής, σε συνδυασμό με το σύστημα των σταθερών τιμών στα μεμονωμένα προϊόντα. Και εδώ επίσης αποδεικνύεται και πρέπει να κατανοηθεί ότι ένας κοινωνικός μηχανισμός (του συστήματος των τιμών και της διαμόρφωσης των τιμών) πρέπει να είναι συμβατός με ένα μεμονωμένο, πιο μερικό μηχανισμό (της διαμόρφωσης των μισθών).

4. ΒΑΣΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ

Ακόμη πιο βασικό ζήτημα από το ζήτημα των μισθών στο σοσιαλισμό (αν και αυτό είναι αρκετά βασικό) είναι το ζήτημα του οικονομικού συστήματος του σοσιαλισμού-κομμουνισμού. Οτι η εμπορευματική οικονομία είναι εφικτή, το ξέρουμε ήδη από τον καπιταλισμό και κυρίως από τη μέχρι τώρα ιστορία της ατομικής ιδιοκτησίας. Αλλά μπορεί η εμπορευματική παραγωγή να πραγματοποιηθεί χωρίς ατομική ιδιοκτησία, χωρίς το υποκείμενο της ατομικής ιδιοκτησίας, δηλαδή μπορεί να πραγματοποιηθεί στη βάση του σοσιαλισμού; Γιατί αυτό θα σήμαινε ότι ο μισθός, δηλαδή η αρχή της απόδοσης της εργασίας, στην οποία βασίζεται ο μισθός, μεταμορφώνεται από κοινωνική εργασιακή αναφορά σε ατομική. Θα μπορούσαν οι μισθοί στο σοσιαλισμό να «ιδιωτικοποιηθούν», μπορεί η αρχή της αξίας να αποτελέσει τη βάση για τον καθορισμό της αρχής του μισθού; Και τι σημαίνει αυτό; Αν θεωρήσουμε ότι υπάρχει «εμπορευματική παραγωγή στο σοσιαλισμό», τότε αυτό σημαίνει ότι η εμπορευματική παραγωγή δεν είναι ιστορικά συγκεκριμένη και μπορεί να συνεχιστεί και πέρα από την ατομική ιδιοκτησία ή σημαίνει, αντίστροφα, ότι μια μορφή ατομικής ιδιοκτησίας εισάγεται στο σοσιαλισμό-κομμουνισμό σαν στοιχείο που αντιτίθεται σε αυτόν;

ΜΕΡΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΙΚΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ

Ενα σημερινό κομμουνιστικό κόμμα, ακόμα και αν η ύπαρξή του περιορίζεται ιστορικά στην καπιταλιστική κοινωνία, μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στη συζήτηση για το σοσιαλισμό μόνο αν διατυπώσει μία καθαρή θέση στην αντιπαράθεση που είχε ξεσπάσει στο σοσιαλισμό για το ζήτημα της σχεδιασμένης και της εμπορευματικής οικονομίας. Αυτό το εγχείρημα φαίνεται με την πρώτη ματιά αδύνατο. (Διότι το ερώτημα τίθεται ως εξής: Πώς μπορούν τα κομμουνιστικά κόμματα να διατυπώσουν σαφή άποψη επαρκώς για τα προβλήματα του σοσιαλισμού, τα οποία δεν έχουν βιώσει στο πετσί τους και τα οποία προσπαθούν να κατανοήσουν «απ’ έξω»;). Το γεγονός ότι η αντιπαράθεση που έγινε στα πλαίσια της σοσιαλιστικής κοινότητας γύρω από αυτό το ζήτημα δεν έδωσε καμία λύση, έχει οδηγήσει τα κομμουνιστικά κόμματα γενικά στο να έχουν κολλήσει στο ζήτημα του κομμουνισμού. Η αμφιβολία για τη σχεδιασμένη οικονομία, όπως αυτή εκφράστηκε στη νέα οικονομία της επανάστασης, έχει αναπτυχθεί ως το επίπεδο της αμφιβολίας στην επανάσταση γενικά, μετατράπηκε σε αμφιβολία των κομμουνιστών για το σκοπό τους (βλέπε π.χ. το νέο πρόγραμμα του Γερμανικού ΚΚ).

Τα κόμματα και τα κινήματα, τα οποία έγιναν απολογητές της «σοσιαλιστικής οικονομίας της αγοράς» και της «εμπορευματικής παραγωγής στο σοσιαλισμό» πρέπει να απαντήσουν το εξής ερώτημα: Γιατί πρέπει στα πλαίσια της αστικής κοινωνίας να ασκούμε κριτική στις οικονομικές σχέσεις της εμπορευματικής οικονομίας όταν -σύμφωνα με τη γνώμη τους- ο σοσιαλισμός που έχουμε ζήσει μέχρι σήμερα συνεπάγεται την αναγκαιότητα διατήρησης, ακόμα και επέκτασης αυτών των εμπορευματικών σχέσεων;

Πρέπει να συγκεντρώσουμε την προσοχή μας στις εξής δύο γραμμές επιχειρηματολογίας:

Πρώτη γραμμή επιχειρηματολογίας: Ανάπτυξη των επιχειρημάτων, τα οποία στρέφονται ενάντια στην εμπορευματική οικονομία στο σοσιαλισμό-κομμουνισμό. Σε αυτή την επιχειρηματολογία, η σχεδιασμένη οικονομία χωρίς την αξιακή μορφή πρέπει να εμφανίζεται ως ένας νέος/άλλος τρόπος παραγωγής συγκριτικά με τον αστικό τρόπο παραγωγής. Ετσι και σε όλα τα προβλήματα και τους συμβιβασμούς της μεταβατικής φάσης ο κομμουνισμός αποκτάει εδώ το δικό του, καθαρό πρόσωπο.

Δεύτερη γραμμή επιχειρηματολογίας: Κριτική ανάλυση της επιχειρηματολογίας, η οποία χρησιμοποιήθηκε για την υπεράσπιση της θέσης της συνέχισης ουσιαστικά της εμπορευματικής οικονομίας στο σοσιαλισμό. Προς διερεύνηση είναι γιατί το ζήτημα της εμπορευματικής οικονομίας έγινε εσωτερικό ζήτημα του σοσιαλισμού, δηλαδή ζήτημα του Κόμματος που οικοδομεί το σοσιαλισμό, γιατί έγινε ζήτημα των επαναστατών. Η εμπορευματική παραγωγή είναι ένα θέμα της σχεδιασμένης οικονομίας που κάνει τα πρώτα της βήματα, δεν ήταν όμως ζήτημα του πρώτου ή δεύτερου σοβιετικού πεντάχρονου. (Αντίστοιχα στη ΓΛΔ. Στην πραγματικότητα, μετά από ένα ή δύο πεντάχρονα, η συζήτηση γύρω από την εμπορευματική παραγωγή θα έπρεπε να έχει μείνει χωρίς περιεχόμενο.)

Η σημασία του ζητήματος της εμπορευματικής παραγωγής στην οικονομική θεωρία της σοσιαλιστικής κοινωνίας έγκειται στο γεγονός ότι μέσω αυτού του ζητήματος ξεκαθαρίζεται γιατί, πότε και πώς πρέπει να διαχωριστεί ο σοσιαλισμός-κομμουνισμός από την αστική ιστορία της ατομικής ιδιοκτησίας. Δεν πρόκειται αντίθετα για αναγνώριση της εμπορευματικής παραγωγής στο σοσιαλισμό-κομμουνισμό, γιατί σε αυτή την περίπτωση θα αναιρούνταν ο σοσιαλισμός-κομμουνισμός ως ιδιαίτερη κοινωνία.

Η οικονομία του κομμουνισμού εδραιώνει όμως την κοινωνική θέληση πάνω στην εργασία - και αντίστροφα, η κατανόηση της εργασίας ως προϋπόθεση αυτής της θέλησης μπορεί να εδραιώσει την οικονομία του κομμουνισμού. Και η θέληση γίνεται πλάνο. Το θέμα της εμπορευματικής παραγωγής και του νόμου της αξίας στο σοσιαλισμό-κομμουνισμό είναι ένα θέμα που αφορά τα πρώτα βήματα ανάπτυξης της σχεδιασμένης οικονομίας. Το κράτος (δηλαδή ένα τρόπον τινά κοινωνικό όργανο, αφού το κράτος δεν είναι η σωστή λέξη) πρέπει να πάρει τη θέση των λεγόμενων ανεξάρτητων επιχειρήσεων, η κοινωνική φροντίδα πρέπει να πάρει τη θέση της ατομικής φροντίδας.

Η πράξη των πρώτων σοσιαλιστικών χωρών μάς δίνει κάθε λόγο να επιβεβαιώσουμε και να επαναλάβουμε τη θεωρητική παρακαταθήκη του Καρλ Μαρξ, ότι δηλαδή ο κομμουνισμός αποκλείει την εμπορευματική παραγωγή και ο σοσιαλισμός είναι ο δρόμος προς τα κει. Αυτή η θέση πρέπει να συγκεκριμενοποιηθεί, να αξιοποιηθεί πρακτικά στον αγώνα και ταυτόχρονα να αξιοποιηθεί στην πάλη εναντίον του ρεβιζιονισμού.

Οταν λέμε ότι ο επαναστατικός σοσιαλισμός-κομμουνισμός πρέπει να πολεμάει το ρεβιζιονισμό, εννοούμε με αυτό ότι πρέπει να πολεμήσει επίσης τις λεγόμενες εμπορευματοοικονομικές μεταρρυθμίσεις του σοσιαλισμού, ο οποίος ήδη έχει αναπτυχθεί σε σχεδιασμένη οικονομία. Αναγνωρίζουμε τις δυσκολίες του προβλήματος και στο γεγονός ότι οι αντιτιθέμενες απόψεις στη συζήτηση που αναπτύχθηκε τη δεκαετία του 1940, γύρω από την εμπορευματική οικονομία, δε διαβαθμίστηκαν ως εχθρικές απέναντι στην ΕΣΣΔ, δηλαδή ως εχθρικές απέναντι στο σοσιαλισμό και συνεχίστηκαν μέχρι το 1951-52. Ενώ οι επιθέσεις στο κράτος και το σύστημα αναγνωρίζονταν άμεσα ως αντεπαναστατικές και εχθρικές προς την ΕΣΣΔ, δεν ίσχυε το ίδιο για το ρόλο της εμπορευματικής οικονομίας. Κατανοήθηκε σαν εσωτερικό ζήτημα, το οποίο έπρεπε να λύσει η Σοβιετική Ενωση. Αυτό εκφράζει το γεγονός ότι η ίδια η σοβιετική κοινωνία χρειαζόταν μια (νέα, παραλλαγμένη) μορφή της σχέσης με τις γνωστές κατηγορίες της αξιακής μορφής των προϊόντων. Η ανακίνηση του ζητήματος της εμπορευματικής οικονομίας από τους επαναστάτες και την επανάσταση μπορεί από τη μία πλευρά να είναι προς όφελος της ενδυνάμωσής τους, αν βρεθεί η σωστή λύση, αλλά μπορεί από την άλλη και να αποτελεί σημάδι αδυναμίας και να ενδυναμώσει την αβεβαιότητα/άγνοια, αν δε βρεθεί η σωστή λύση.

Προς υπενθύμιση: Το περιεχόμενο των θεωριών της εμπορευματοοικονομικής και της αξιοοικονομικής μεταρρύθμισης έγκειτο στο γεγονός ότι καυτηρίαζαν τη μετάβαση της οικονομικής πρωτοβουλίας σε ένα κοινωνικό κέντρο (την εξουσία του κόμματος, του κράτους) και επιδίωκαν την αντικατάστασή της μέσω της επιστροφής της σε μία οικονομική πρωτοβουλία, η οποία εκπορεύεται από τις μεμονωμένες επιχειρήσεις. Το σίγουρο είναι ότι η δυνατότητα των επιχειρήσεων να ιδιοποιούνται και να αξιοποιούν αυτόνομα και ανεξάρτητα από τη συνολική κοινωνική θέληση, η οποία εκφράζεται στο πλάνο, την υπεραξία, ένα μέρος των κερδών συνδέεται όσον αφορά τη μορφή της με την ύπαρξη τιμών, οι οποίες διευκολύνουν την ιδιοσυντήρηση των απαραίτητων για την αναπαραγωγή και τη διευρυμένη αναπαραγωγή μέσων και όσον αφορά το περιεχόμενό της με τη σύνδεση αυτών των τιμών με την αποκατάσταση του ατομικού δικαιώματος των επιχειρήσεων, της ιδιοποίησης δηλαδή από τις ίδιες μέρους των κερδών. Αυτές ήταν οι πλευρές, στις οποίες επικεντρώθηκε η επίθεση στη σχεδιασμένη οικονομία.

Τα σημερινά κομμουνιστικά κόμματα δεν επιτρέπεται να διστάζουν στις αναλύσεις τους, τόσο της θεωρίας όσο και της πρακτικής των μέχρι σήμερα σοσιαλιστικών χωρών, της μέχρι σήμερα πρώτης και μοναδικής πρακτικής του σοσιαλιστικού τρόπου παραγωγής. Πρέπει, αντίθετα, να γνωρίζουν τις αντιπαραθέσεις στο εσωτερικό αυτών των χωρών (σε ζητήματα θεωρίας και πράξης) και να τις λαμβάνουν υπόψη τους στη διαμόρφωση της θεωρίας τους. Μόνο με τον όρο ότι θα επεξεργαστούν την κατανόηση της προβληματικής αυτής της αντιπαράθεσης, αλλά και θα πάρουν θέση υπέρ της επαναστατικής αντίληψης, θα συμβάλουν στη διατήρηση του επαναστατικού χαρακτήρα του κινήματος μας.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ: Η ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΕΣΣΔ ΚΑΙ ΤΗ ΓΛΔ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΙΚΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΣΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ - ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΙΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΩΝ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ2

Παραθέτουμε τα ντοκουμέντα της συζήτησης για τις «αιτίες και την αναγκαιότητα της εμπορευματικής παραγωγής στο σοσιαλισμό», αρχικά της σοβιετικής συζήτησης και μετά της γερμανικής στη ΓΛΔ, η οποία από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 ακολουθούσε τη σοβιετική, ωστόσο έχει κάποιες ιδιαιτερότητες έναντι της σοβιετικής. Διαπιστώνουμε στην επιχειρηματολογία μία «προς τα πάνω εξελικτική» γραμμή, δηλαδή μία επιχειρηματολογία, η οποία διατρέχει τέσσερις σταθμούς.

1. Αρχικά τίθεται το ζήτημα της ιδιοκτησίας, πιο συγκεκριμένα των δύο μορφών ιδιοκτησίας, γεγονός το οποίο καθιστά, υποτίθεται, αναγκαία την κυκλοφορία των προϊόντων ως εμπορεύματα. Ομως αυτή η διατύπωση του ζητήματος συνεπάγεται α) ήδη μία μείωση του πεδίου δράσης της αξιακής μορφής και β) μία εσωτερική αντίθεση, αφού από μόνη της καμία από τις δύο μορφές ιδιοκτησίας δεν καθιστά αναγκαίο το εμπόρευμα. Αρα το επιχείρημα αυτό δεν αρκεί για την αιτιολόγηση της εμπορευματικής παραγωγής στο σοσιαλισμό.

2. Για αυτό απαιτείται η συγκέντρωση της προσοχής μας στο επιχείρημα του «καταμερισμού εργασίας», ο οποίος μάλιστα, σύμφωνα με το Μαρξ, αποτελεί ένα «γενικό όρο ύπαρξης» για την εμφάνιση της εμπορευματικής παραγωγής. Με αυτό το βήμα γενικεύεται η θεωρία της αναγκαιότητας της εμπορευματικής παραγωγής και στο σοσιαλισμό. Αν ο καταμερισμός εργασίας είναι η αιτία της ύπαρξης της εμπορευματικής παραγωγής, τότε η εμπορευματική παραγωγή στο σοσιαλισμό παίρνει την ισχύ γενικού νόμου. (Εδώ συγκρούεται ο καταμερισμός της εργασίας, ως επιχείρημα υπέρ της εμπορευματικής παραγωγής, με τη θεωρία της αξίας, γιατί η ανταλλαγή αξιών χρήσης δε σημαίνει ανταλλαγή εμπορευμάτων)3.

3. Ακολουθεί το τρίτο επιχείρημα, το οποίο εγείρει το ζήτημα του υλικού συμφέροντος. Για λόγους μέτρησης της απόδοσης και σύγκρισης των «οικονομικών μονάδων» (σ.σ.!;) πρέπει, υποτίθεται, να εισαχθεί η αξία ως γενικό και κοινωνικό μέτρο της απόδοσης, γι’ αυτό απαιτείται το εμπόρευμα.

4. Ο τελευταίος ορισμός στην ιστορία της πολιτικής οικονομίας του σοσιαλισμού περιλαμβάνει τέλος το επιχείρημα της «σχετικής οικονομικής αυτοτέλειας των επιχειρήσεων», αρχικά στα πλαίσια ή ως αναγκαιότητα του σχεδιασμού της παραγωγής και στη συνέχεια επεκτείνεται στο βασικό σημείο: στην αρχή της αξιακής εξίσωσης ως προϋπόθεση της αυτοτέλειας των επιχειρήσεων.

Η γραμμή επιχειρηματολογίας «Γιατί εμπόρευμα;» έχει πετύχει το στόχο της: Είναι μεν λαϊκή περιουσία, αλλά «αποσυντίθεται» σε επιχειρήσεις, σε ιδιαίτερες λοιπόν μεμονωμένες οντότητες. Από εκεί απορρέει η αναγκαιότητα του εμπορεύματος και η μορφή της αξίας.

Στο σύνολό της ολοκληρώνεται η επιχειρηματολογία με κραυγαλέο τρόπο, με τη διατύπωση της αναγκαιότητας μίας μεταρρύθμισης.

Θα διατρέξουμε τώρα τα εγχειρίδια διδασκαλίας της Πολιτικής Οικονομίας του σοσιαλισμού στη Σοβιετική Ενωση, ξεκινώντας με το πρώτο που εκδόθηκε το 1954, στη διαμόρφωση του οποίου έχει σημαντικό μερίδιο ο ίδιος ο Στάλιν και το οποίο υιοθετεί τη βασική του επιχειρηματολογία. Ο βασικός υπερασπιστής και προωθητής της άποψης ότι δεν πρέπει να γίνεται λόγος απλά και μόνο για λαϊκή ιδιοκτησία, αλλά για συνένωση δύο μορφών ιδιοκτησίας, της λαϊκής και της συνεταιριστικής ιδιοκτησίας στο σοσιαλισμό, μια συνένωση η οποία κάνει την εμπορευματική μορφή του προϊόντος απαραίτητη, είναι ο Στάλιν (βλέπε: Ι. Β. Στάλιν, «Οικονομικά Προβλήματα του Σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ»).

Η ΑΙΤΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΜΕ ΤΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑ ΤΩΝ «ΔΥΟ ΜΟΡΦΩΝ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ»

«Η αναγκαιότητα της εμπορευματικής παραγωγής στο σοσιαλισμό απορρέει από την ύπαρξη των δύο βασικών μορφών της σοσιαλιστικής παραγωγής: της κρατικής και της συνεταιριστικής μορφής» (σελ. 501 του εγχειριδίου).

Παρακάτω: «Στις κρατικές επιχειρήσεις τα μέσα παραγωγής και τα προϊόντα είναι λαϊκή ιδιοκτησία. Στις συνεταιριστικές μονάδες τα μέσα παραγωγής (ζώα για δουλειά και χρήση, αγροτικά αποθέματα, κτίρια κλπ.), καθώς και τα προϊόντα που έχουν παραχθεί από τις συνεταιριστικές μονάδες αποτελούν συλλογική ιδιοκτησία […] Ακριβώς επειδή τα προϊόντα των κρατικών επιχειρήσεων ανήκουν στο σοσιαλιστικό κράτος, τα προϊόντα όμως των συνεταιριστικών μονάδων ανήκουν στις ίδιες, γι’ αυτό το λόγο η ανταλλαγή μέσω αγοράς και πώλησης είναι η μοναδική μορφή οικονομικής σύνδεσης μεταξύ της βιομηχανίας και της αγροτικής οικονομίας. Εδώ, όπως σε κάθε αγορά και πώληση, ο κάτοχος του εμπορεύματος χάνει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας του εμπορεύματος, ενώ ο αγοραστής γίνεται ιδιοκτήτης αυτού του εμπορεύματος».

Αυτή είναι η στιγμή γέννησης της αιτιολόγησης της αναγκαιότητας της αξιακής μορφής στη σοβιετική οικονομική επιστήμη - και αυτή η άποψη είναι λαθεμένη.

Καταρχήν η παραπάνω άποψη είναι λαθεμένη σύμφωνα με τη θεωρία του σχεδιασμού. Η σοβιετική ή η σοσιαλιστική (λαϊκο-ιδιοκτησιακή) οικονομία θέλει τα προϊόντα της να εισρέουν στη συνεταιριστική εργασιακή διαδικασία, αφού το συνεταιριστικό μέρος αποτελεί μέρος της συνολικής κοινωνικής διαδικασίας παραγωγής και η διαδικασία, η οποία καταλήγει ή ξεκινάει από τη λαϊκή ιδιοκτησία, ολοκληρώνεται μόνο όταν εισέρχεται και διαπερνά τη συνεταιριστική. Η αιτία της ατομικής ιδιοκτησίας δε βρίσκεται στην αξία χρήσης ως αντικείμενο σχεδιασμού και στον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας, με λίγα λόγια δε βρίσκεται στη συγκεκριμένη πλευρά της εργασίας. Στο δικαίωμα του σχεδιασμού της κοινωνικής παραγωγής σαν τέτοιο εκφράζεται μία εξουσία, η οποία ήδη υπερβαίνει την ατομική ιδιοκτησία. Δηλαδή από την οπτική γωνία του σχεδιασμού δεν υπάρχει πια καμία τέτοια ατομική ιδιοκτησία. Ο,τι θα έπρεπε να είναι καθαρό για τη λαϊκή ιδιοκτησία, ισχύει επίσης και για τις συνεταιριστικές μονάδες.

Αυτή η άποψη είναι λαθεμένη και από την άποψη της εμπορευματικής οικονομίας. Δεν είναι σωστή σύμφωνα με τη θεωρία της εμπορευματικής παραγωγής, αλλά και τη θεωρία της αξίας. Είναι αιτιολόγηση που στηρίζεται στο δικαίωμα ιδιοκτησίας πάνω στο προϊόν, το οποίο, υποτίθεται, χάνεται με το να μεταβιβάζεται το εμπόρευμα σε άλλο ιδιοκτήτη4. Σε τι συνίσταται, σύμφωνα με αυτή τη θέση, η ιδιοκτησία; Στη μορφή της αξίας χρήσης. Γιατί μόνο αυτή «αλλάζει χέρια» (Ενγκελς). Αλλά πρέπει «να μεταβιβαστεί μέσω της ανταλλαγής» (πάλι Ενγκελς). Και τι είναι η ανταλλαγή; Διατήρηση της αξιακής μορφής!

Καταρχήν δεν ισχύει ότι στην εμπορευματική παραγωγή η ιδιοκτησιακή μορφή, το δικαίωμα ιδιοκτησίας χάνεται και μεταβιβάζεται σε έναν άλλο κάτοχο, ιδιοκτήτη. Το αντίθετο, παραμένει στον ιδιοκτήτη. Από αυτό τον ορισμό της απώλειας της ιδιοκτησίας από τη μία και της μεταβίβασης της ιδιοκτησίας από την άλλη εξάγεται η αναγκαιότητα της αξιακής μορφής από τον καταμερισμό εργασίας και όχι από την ιδιοκτησία, όπως προσιδιάζει στην εμπορευματική παραγωγή και τη θεωρία της. Το εμπόρευμα όμως έχει δύο πλευρές (σ.μ.: την αξία και την αξία χρήσης) και γι’ αυτό -παρακαλώ- διατηρεί και τις δύο πλευρές. Η αξία, που εξασφαλίζεται μέσω της ανταλλαγής -δηλαδή σε σχέση προς την άμεση αξιακή μορφή, το χρήμα- συνεπάγεται το δικαίωμα ιδιοκτησίας.

Η σοβιετική επιστήμη, θέλοντας να αιτιολογήσει την εμπορευματική παραγωγή με την αλλαγή στο δικαίωμα της ιδιοκτησίας πάνω στο προϊόν, παρουσιάζει το δικαίωμα ιδιοκτησίας με λανθασμένο τρόπο, στηρίζοντάς το στην αξία χρήσης. Η ανταλλαγή είναι γενικά ανταλλαγή σύμφωνα με την αξία χρήσης5. Εχουμε πέσει στο παράδοξο: η σοβιετική οικονομική επιστήμη, ενώ ξεκινά την επιχειρηματολογία της από το σχεδιασμό, να μην αναγνωρίζει ότι ο σχεδιασμός είναι μία έννοια που αναιρεί τη μεμονωμένη ιδιοκτησία. Επίσης η σοβιετική οικονομική επιστήμη, στα σημεία που θέλει να αναγνωρίσει την ιδιοκτησία, γιατί θέλει να αναγνωρίσει ακόμα εμπορευματοπαραγωγούς, ερμηνεύει την ιδιοκτησία λαθεμένα - ως αξία χρήσης αντί για αξία.

Και όπως διαβάζουμε παρακάτω, στη συνέχεια της επιχειρηματολογίας στο ίδιο βιβλίο: «Ο τομέας της εμπορευματικής παραγωγής και της εμπορευματικής κυκλοφορίας περιορίζεται κυρίως στα αντικείμενα ατομικής κατανάλωσης» (σελ. 502). Και: «Το πεδίο δράσης του νόμου της αξίας εκτείνεται στο σοσιαλισμό στην εμπορευματική κυκλοφορία, στην ανταλλαγή των εμπορευμάτων - κυρίως στα αντικείμενα ατομικής κατανάλωσης» (σελ. 506)6. Τώρα υπάρχει και ο ισχυρισμός ότι η δράση του νόμου της αξίας αναφέρεται «κυρίως» στον τομέα της ατομικής κατανάλωσης. Μέχρι τώρα -σύμφωνα με το Στάλιν- η ύπαρξη διαφορετικών μορφών ιδιοκτησίας, του συνεταιριστικού και του λαϊκού τομέα της οικονομίας, καθιστούσε αναγκαία την εμπορευματική κυκλοφορία. Τώρα περιλαμβάνει και τα καταναλωτικά αγαθά.

Και τι ισχύει άραγε για τα μέσα παραγωγής;

«Τα μέσα παραγωγής, τα οποία παράγονται στον κρατικό τομέα -μηχανές, εργαλειομηχανές, μέταλλα, άνθρακας, πετρέλαιο- διανέμονται στις κρατικές επιχειρήσεις. Στα πλάνα της λαϊκής οικονομίας προβλέπεται η απόδοση σε κάθε επιχείρηση των υλικών μέσων, τα οποία αντιστοιχούν στο πλάνο παραγωγής της. Αυτά τα μέσα μεταφέρονται από τις επιχειρήσεις παραγωγής τους στις επιχειρήσεις κατανάλωσής τους, στη βάση των αμοιβαία συμφωνηθέντων συμβολαίων. Κατά τη μεταβίβαση μέσων παραγωγής (σ.σ. προσοχή, όχι ανταλλαγή, όχι «αγορά και πώληση», αλλά μεταβίβαση) σε μία επιχείρηση, το σοσιαλιστικό κράτος αποκτάει το πλήρες δικαίωμα ιδιοκτησίας πάνω στα μέσα παραγωγής […] Τα μέσα παραγωγής, τα οποία διανέμονται μέσα στη χώρα σε κρατικές επιχειρήσεις, δεν είναι εμπορεύματα, σύμφωνα με τη φύση τους» (σελ. 502-503).

Μέχρι τώρα καλά. Ωστόσο στη συνέχεια διαβάζουμε: «…αλλά αποκτούν εμπορευματική μορφή, μετατρέπονται σε χρήμα, κάτι που είναι απαραίτητο για τους ισολογισμούς και τους υπολογισμούς» (σελ. 502-503).

Με άλλα λόγια: Στη σοβιετική επιστήμη αποκαλύφθηκε ολοφάνερα μία νέα αρχή κυκλοφορίας, στην οποία συνυπάρχουν αντιτιθέμενα μεταξύ τους πράγματα, η εμπορευματική οικονομία και η οικονομία της αξίας χρήσης ή, με άλλα λόγια, η ατομική ιδιοκτησία και η λαϊκή ιδιοκτησία!

Οι επιχειρήσεις της λαϊκής ιδιοκτησίας δε συμπεριφέρονται (οικονομικά, στην αλλαγή χεριών των αξιών χρήσης της, των προϊόντων της) στις μεταξύ τους σχέσεις, ως εμπορευματική παραγωγή. Η λαϊκή ιδιοκτησία, ο σοσιαλισμός, στο βαθμό που είναι λαϊκή ιδιοκτησία, καθόλου δεν είναι πλέον εμπορευματική παραγωγή, έχει έρθει σε ρήξη με τον αστικό τρόπο παραγωγής, πρέπει να καταταχθεί σαν κοινωνικός, ιστορικά διαφορετικός, αντιτιθέμενος στην εμπορευματική οικονομία τρόπος παραγωγής. Μία πραγματική Επανάσταση!

Γιατί; Γιατί μέσα στη λαϊκή ιδιοκτησία δε λαμβάνει χώρα καμία αλλαγή ιδιοκτησίας πια.

Αλλά τα προϊόντα ανταλλάσσονται ως αξίες χρήσης. Μπορούν λοιπόν να ανταλλάσσονται ως αξίες χρήσης, χωρίς να είναι εμπορεύματα! Γιατί πραγματικά δεν τοποθετήθηκε αυτή η γνώση στο επίκεντρο της σοβιετικής οικονομικής επιστήμης;

Η ΑΙΤΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣΜΕ ΤΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑ ΤΗΣ «ΑΠΟΤΙΜΗΣΗΣ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΣΕ ΧΡΗΜΑ»

Αλλά μετά ακολουθεί το εξής απόσπασμα: «Αποτιμώνται σε χρήματα», παρόλο που δεν είναι εμπορεύματα και αυτό «είναι απαραίτητο για τους ισολογισμούς και τους υπολογισμούς». Τι σημαίνει «Αποτίμηση σε χρήμα»; Αυτό είναι ένα ερώτημα.

Το πρώτο σοβιετικό εγχειρίδιο διδασκαλίας δεν αφήνει κανένα περιθώριο αμφισβήτησης: «Τα προϊόντα, τα οποία παράγονται και πραγματοποιούνται στη σοσιαλιστική κοινωνία ως εμπορεύματα, έχουν μία δημιουργημένη από τη συγκεκριμένη εργασία αξία χρήσης και επίσης μία δημιουργημένη από την αφηρημένη εργασία αξία. Με άλλα λόγια, στο σοσιαλισμό το εμπόρευμα έχει ένα διπλό χαρακτήρα, ο οποίος προκύπτει από το διπλό χαρακτήρα της εργασίας, η οποία παράγει τα εμπορεύματα» (σελ. 503).

Τα παραπάνω ισχύουν για τα προϊόντα, τα οποία χαρακτηρίζονται εμπορεύματα, κατά συνέπεια κυρίως για «τα αντικείμενα ατομικής κατανάλωσης» ή ισχύουν επίσης για τα μέσα παραγωγής, τα οποία δεν είναι εμπορεύματα, αν και «αποτιμώνται σε χρήμα»; Το ότι «αποτιμώνται σε χρήμα» σημαίνει λοιπόν ότι είναι ακόμα εμπορεύματα, ότι κατέχουν τη μορφή του εμπορεύματος; Σε αυτή την περίπτωση όλα τα προϊόντα στο σοσιαλισμό, χωρίς καμία εξαίρεση, είναι εμπορεύματα, ανεξάρτητα από ποια μορφή ιδιοκτησίας προέρχονται, ανεξάρτητα από το αν είναι μέσα παραγωγής ή μέσα κατανάλωσης, ανεξάρτητα από το σε ποιον διανέμονται.

Το πρώτο σοβιετικό εγχειρίδιο διδασκαλίας δεν ξεκαθαρίζει το ζήτημα. Μπορούμε λοιπόν να ψάξουμε μόνοι μας. Με κριτήριο τις μορφές ιδιοκτησίας, το εγχειρίδιο χωρίζει τα σοσιαλιστικά προϊόντα σε εμπορεύματα και μη εμπορεύματα. Από την άλλη όμως, με κριτήριο τη χρηματική μορφή, όλα τα προϊόντα ενιαία κατατάσσονται στην εμπορευματική μορφή. Τι ισχύει τώρα; Και τα δύο; Αυτό δεν μπορεί να ισχύει, αυτό θα ήταν μία αυτοαναιρούμενη αντίθεση.

Ενώ η αναγωγή του ερωτήματος (εμπόρευμα - μη εμπόρευμα στις διαφορετικές μορφές ιδιοκτησίας) οδηγεί τη θεωρία σε αντιφατικές διατυπώσεις, η αναγωγή του στη χρηματική μορφή απομακρύνει από το κριτήριο της ιδιοκτησίας την αναζήτηση των κριτηρίων για το χαρακτηρισμό του εμπορεύματος.

Στην πράξη το πρώτο σοβιετικό εγχειρίδιο διδασκαλίας περιέχει μία αντίθεση, δηλαδή μία διττή θεωρητική αποδοχή. Από τη μία εισάγει στις σχέσεις μεταξύ των λαϊκών και των συνεταιριστικών επιχειρήσεων την αξιακή μορφή (ή τη διατηρεί) και από την άλλη την αίρει για τις σχέσεις των επιχειρήσεων στο εσωτερικό κάθε μορφής ιδιοκτησίας (σ.μ.: π.χ. των κρατικών επιχειρήσεων μεταξύ τους). Το ένα, το πρώτο επιχείρημα μας οδηγεί (με απόλυτο τρόπο) προς το εμπόρευμα; Και το άλλο, το δεύτερο μας οδηγεί (με σχετικό τρόπο) μακριά από το εμπόρευμα; Η θεωρία φαίνεται να υιοθετεί το πρώτο επιχείρημα. Και επιπρόσθετα για το λόγο ότι, πέρα από το ζήτημα των διαφορετικών μορφών ιδιοκτησίας ως αιτία εμφάνισης εμπορευματικών σχέσεων, διατυπώνει την αναγκαιότητα της γενικής «αποτίμησης των αγαθών και της εργασίας στη χρηματική μορφή».

Τι γίνεται λοιπόν αν η χρηματική μορφή στο σοσιαλισμό σημαίνει κάτι νέο; Δε «διανέμονται στις επιχειρήσεις» μόνο τα μέσα παραγωγής, όπως έχουμε δει, αλλά όλα τα προϊόντα διανέμονται και γι’ αυτό διατηρούν τη χρηματική τους μορφή. Στο σοσιαλισμό η διανομή μέσω της χρηματικής μορφής είναι η μορφή της διανομής πριν την ιδιοποίηση των αξιών χρήσης. Προηγείται της ιδιοποίησης, έτσι ώστε να αντιστοιχηθεί με αυτή. Εδώ, με την ταυτότητα της διανομής μέσω του χρήματος και της διανομής των αξιών χρήσης, προαναγγέλλεται με έμφαση ότι μία ανώτερη μορφή του κομμουνισμού θα μπορεί να απεμπολήσει τη χρηματική μορφή.

Εχουμε και λέμε: Είναι λάθος να αιτιολογούμε το χρήμα και επομένως την αξιακή μορφή, ξεκινώντας από τη χρηματική μορφή, επειδή με αυτό τον τρόπο θα εξισώνονταν μία κοινωνία που δε ρυθμίζεται μέσω της αξίας με μία κοινωνία που ρυθμίζεται μέσω της αξίας. Η θεωρία ξεγελάστηκε από κάτι επιφαινόμενο. Και εξισώθηκε η λειτουργία του χρήματος στο σοσιαλισμό ως μέτρου της συμμετοχής στον υλικό κοινωνικό πλούτο, που βασίζεται στην κοινωνική συμφωνία, με τη λειτουργία του χρήματος στον καπιταλισμό ως έκφρασης της αξίας των εμπορευμάτων. Το πρώτο είναι όμως έκφραση μιας αρχής κατανομής, που εμπεριέχει την κομμουνιστική προοπτική, ενώ η δεύτερη αποτελεί έκφραση του νόμου της αξίας, ο οποίος αναγκαστικά οδηγεί στη μετατροπή του χρήματος σε κεφάλαιο - που θα έπρεπε να έχει ξεπεραστεί.

Αυτή η εξίσωση θα σήμαινε: το χρήμα ισούται με την αξία. Ενα τέτοιο συμπέρασμα αντιφάσκει με τη θεωρία της αξίας και τη θεωρία της εμπορευματικής παραγωγής. Οπως λέγεται, «το χρήμα έχει ισχύ, αξιακή ισχύ» (όπως ισχυρίζονται και οι νέοι κριτικοί του Μαρξ) από μόνο του. Από τον εμπορευματικό φετιχισμό στη φετιχιστική θεωρία.

Αυτά είναι αποφασιστικής σημασίας για την περαιτέρω εξέλιξη της σοβιετικής θεωρίας και εκφράζονται στο εξής αδιέξοδο: Δε γενίκευσε δυστυχώς την επαναστατική άποψη, σύμφωνα με την οποία, όταν τα προϊόντα (μέσα παραγωγής) δεν παράγονται και δε διανέμονται ως εμπορεύματα, τότε δεν μπορεί και το χρήμα να λειτουργεί ως εμπόρευμα. Οχι. Αντίθετα η γενίκευση βρισκόταν στην αντίθετη κατεύθυνση: Ακόμα και τα μέσα παραγωγής, τα οποία κυκλοφορούν και πραγματοποιούνται στα πλαίσια της λαϊκής ιδιοκτησίας, είναι εμπορεύματα. Αλλά έτσι το επιχείρημα ότι η ιδιοκτησία αποτελεί την αιτία της αξιακής μορφής θεωρήθηκε ξεπερασμένο. Χρησιμοποιείται ακόμα (στις επόμενες δημοσιεύσεις), αλλά έχασε την αποφασιστική του, την καθοριστική του σημασία, τη σημασία του ως μία αιτιακή θεώρηση. Η θεωρία κατέληξε στην αιτιολόγηση της εμπορευματικής παραγωγής στο σοσιαλισμό μέσα από την ίδια τη λαϊκή ιδιοκτησία.

Και όσον αφορά το χρήμα, η σοβιετική επιστήμη αποδέχτηκε ότι ήταν χρήμα με το ίδιο περιεχόμενο όπως πάντα.

Η ΑΙΤΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΤΗ ΛΑΪΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η σοβιετική διδασκαλία αιτιολόγησε αυτή την αλλαγή με την ενότητα της λαϊκής οικονομίας. Αυτή δεν επέτρεπε, υποτίθεται, την αντίθεση μεταξύ του εμπορεύματος και του μη εμπορεύματος. Αναφέρεται ότι ακόμα και τα μέσα παραγωγής είναι εμπορεύματα («Εγχειρίδιο διδασκαλίας», 4η έκδοση, Μόσχα 1962, Βερολίνο 1965, απόσπασμα από τη γερμανική έκδοση). Το ερώτημα για τον εμπορευματικό χαρακτήρα των προϊόντων των κρατικών επιχειρήσεων, το οποίο ακόμα απαντιόταν αρνητικά από το Στάλιν και το εγχειρίδιο διδασκαλίας του 1954, δεν τίθεται καν εδώ:

«Ο εμπορευματικός χαρακτήρας των μέσων παραγωγής που κυκλοφορούν εντός του κρατικού τομέα εκδηλώνεται: 1) Μέσα από το χαρακτήρα της κρατικής ιδιοκτησίας στο στάδιο του σοσιαλισμού και 2) μέσα από την ενότητα της λαϊκής οικονομίας» (σελ. 538).

Ανακεφαλαιώνουμε: Το πρώτο εγχειρίδιο και ο Στάλιν παρουσιάζουν σε αντιπαράθεση τη λαϊκή ιδιοκτησία και τη συνεταιριστική ιδιοκτησία, αλλά δεν αναγνωρίζουν καμία εμπορευματική μορφή στην ίδια τη λαϊκή ιδιοκτησία. Τώρα επεκτείνεται η αξιακή μορφή στη λαϊκή ιδιοκτησία και ταυτόχρονα εγκαθίσταται μία ενότητα της λαϊκής οικονομίας, η οποία καθιστά απαραίτητη την εμπορική μορφή του προϊόντος.

Μία ακόμα πρόταση προς επιβεβαίωση: «Ο εμπορευματικός χαρακτήρας των μέσων παραγωγής προκύπτει από τις ιδιαιτερότητες (σ.σ. εδώ εμφανίζονται για πρώτη φορά οι ιδιαιτερότητες) και τις ανάγκες ανάπτυξης (σ.σ.!), οι οποίες ενυπάρχουν στην κρατική ιδιοκτησία στο στάδιο του σοσιαλισμού» (σελ. 538).

Για λόγους αναγκών ανάπτυξης της λαϊκής ιδιοκτησίας χρειαζόμαστε την εμπορευματική παραγωγή; Υπάρχει ανάγκη του λαού για εμπορεύματα; Αυτό είναι κάτι εντελώς καινούριο.

Πρέπει να στρέψουμε την προσοχή μας για άλλη μία φορά στις πρώτες γραμμές του σχετικού κεφαλαίου, το οποίο ξαφνιάζει τον αναγνώστη που είναι εξοικειωμένος με το πρώτο κείμενο (του 1954). Μία εντελώς διαφορετική προσέγγιση, στα πλαίσια της οποίας η μαρξιστική θεωρία της αξίας πρέπει να αισθάνεται ότι έχει δεχτεί πρόκληση.

Στην πρώτη πρόταση του σχετικού κεφαλαίου («Εμπορευματική παραγωγή, αξία και χρήμα στο σοσιαλισμό - Η αναγκαιότητα της εμπορευματικής παραγωγής») αναφέρονται τα εξής:

«Η σοσιαλιστική επανάσταση βρίσκει ένα αναπτυγμένο, στα πλαίσια του καπιταλισμού, σύστημα εμπορευματοχρηματικών σχέσεων (σ.σ. αυτό θα έπρεπε να παραλειφθεί γιατί δεν απαντάει σε καμία ερώτηση για το σοσιαλισμό), οι οποίες βασίζονται πάνω σε έναν αναπτυγμένο καταμερισμό εργασίας (σ.σ. sic) και την ατομική ιδιοκτησία (σ.σ. το «και» είναι εξαίρετο) στα μέσα παραγωγής και τα αποτελέσματα της εργασίας» (σελ. 535).

Ξέρουμε πολλούς ορισμούς της καπιταλιστικής εμπορευματικής παραγωγής. Τώρα ρίχτηκε και ο καταμερισμός εργασίας στο παιχνίδι.

«Ο κοινωνικός καταμερισμός εργασίας είναι μία απαραίτητη προϋπόθεση για την εμπορευματική παραγωγή. Χωρίς κοινωνικό καταμερισμό εργασίας η εμπορευματική παραγωγή είναι αδύνατη, αν και (σ.σ.!) ο κοινωνικός καταμερισμός εργασίας προηγείται χρονικά της εμπορευματικής παραγωγής και θα υπάρχει ακόμα και στο ανώτερο στάδιο του κομμουνισμού, στο οποίο η εμπορευματική παραγωγή θα εξαφανιστεί βαθμιαία».

Στη συνέχεια: «Ο κοινωνικός καταμερισμός εργασίας αποτελεί λοιπόν τη γενική βάση της εμπορευματικής παραγωγής και διατηρεί τη σημασία του (σ.σ.!), για όσο καιρό υπάρχει γενικά εμπορευματική παραγωγή» (σελ. 535).

Διατηρεί λοιπόν τη σημασία του να είναι βάση της εμπορευματικής παραγωγής. Στο εγχειρίδιο διδασκαλίας, στην πρώτη έκδοση, ξεκινήσαμε ως γνωστόν με την ιδιοκτησία (για τον ορισμό του εμπορεύματος). Και ο Μαρξ επίσης έτσι είχε ξεκινήσει. Τι σημαίνει, τώρα, να εισάγουμε τον καταμερισμό εργασίας σαν βάση; Αν δεν είναι αιτία, αν δεν καθορίζει αυτός την αναγκαιότητα του εμπορεύματος, δεν έχει κανένα νόημα να θέτεις το ερώτημα για την αιτία.

Αλλά η σοβιετική επιστήμη χρειαζόταν τις διαφορετικές μορφές ιδιοκτησίας για να βγει από τη στενότητα της αρχικής επιχειρηματολογίας σχετικά με την αιτιολόγηση του εμπορεύματος στο σοσιαλισμό. Αναζητάει πιο γενικές αιτιολογήσεις, γι’ αυτό η αναφορά -πιο καλά, η λαθεμένη αναφορά- στον καταμερισμό εργασίας. Η θεώρηση του καταμερισμού εργασίας ως αιτία της εμπορευματικής φύσης του προϊόντος κερδίζει έδαφος στην έκδοση του 1962.

Στη συνέχεια: «Παράλληλα με τον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας απαραίτητη προϋπόθεση για την ύπαρξη εμπορευματικής παραγωγής είναι και η ύπαρξη συγκεκριμένων μορφών ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής και τα προϊόντα της εργασίας (σ.σ.: Αναφορά στο Στάλιν - πρώτο εγχειρίδιο διδασκαλίας). Αρχικά δημιουργήθηκαν οι εμπορευματικές σχέσεις, ως γνωστόν, μέσω του καταμερισμού εργασίας στη βάση (σ.σ.!) της πρωτόγονης κοινωνικής ιδιοκτησίας, όμως στους προσοσιαλιστικούς κοινωνικούς σχηματισμούς αναπτύχθηκαν περαιτέρω στη βάση της ατομικής ιδιοκτησίας (σ.σ. τα πάντα είναι απλώς βάση και προϋποθέσεις, τίποτα δεν είναι αιτία» (σελ. 535-536).

Εξυψώνεται ο καταμερισμός εργασίας σε βάση -ενώ στο Μαρξ ήταν μόνο προϋπόθεση και μάλιστα εξωτερική (!)- και έτσι συρρικνώνεται η ιδιοκτησία σε μία προϋπόθεση. Οι εμπορευματικές σχέσεις «δημιουργήθηκαν ως γνωστόν (σ.σ. ως γνωστόν;) μέσω του καταμερισμού εργασίας (σ.σ.!;)».

Η ιδιοκτησία δεν αποτελεί την προϋπόθεση της εμπορευματικής παραγωγής, όπως αναφέρεται στο κείμενο, αλλά την αιτία της εμπορευματικής παραγωγής.

Και τι λέει τώρα το εγχειρίδιο διδασκαλίας μας για την ιδιοκτησία μας, για τη λαϊκή ιδιοκτησία; Στη σοσιαλιστική κοινωνία υπάρχουν εμπορευματοχρηματικές σχέσεις στον τομέα της παραγωγής (σ.σ. τόσο γενικά διατυπωμένο αυτό σημαίνει το εξής: ακόμα και στον τομέα της παραγωγής μέσων παραγωγής, κάτι το οποίο δεν γινόταν ακόμα αποδεχτό στην πρώτη έκδοση) και της διανομής των προϊόντων της εργασίας. Αυτό είναι αποτέλεσμα των μορφών ιδιοκτησίας που υπάρχουν στο σοσιαλισμό (σ.σ. sic) και των ιδιαιτεροτήτων στο χαρακτήρα της κοινωνικής εργασίας που απορρέουν από αυτές, οι οποίες απαιτούν την υλική παρακίνηση της παραγωγής (σ.σ.;, με αυτό εννοεί μάλλον τα υλικά κίνητρα των παραγωγών, δηλαδή των εργατών) και την εξίσωση στις σχέσεις ανταλλαγής μεταξύ των επιχειρήσεων… (σελ. 536).

Τώρα έχουμε μπροστά στα μάτια μας ολόκληρο το πρόγραμμα.

Στην ιδιοκτησία και την αποτίμηση όλων των προϊόντων σε χρήμα (τα οποία είχε εισάγει το πρώτο εγχειρίδιο διδασκαλίας) προστίθενται τώρα: 1) ο χαρακτήρας της εργασίας, 2) το υλικό συμφέρον και 3) οι σχέσεις εξίσωσης των επιχειρήσεων.

Σε αυτή την αλυσίδα της επιχειρηματολογίας το επιχείρημα της αλλαγής ιδιοκτησίας στέκει τρόπον τινά απέξω, ενώ τα άλλα τρία νεοεισερχόμενα επιχειρήματα επιδεικνύουν μία εσωτερική λογική και εξελισσόμενα συμπληρώνουν το ένα το άλλο. Ιδιαίτερος χαρακτήρας της εργασίας = υλικό συμφέρον ιδιαίτερου είδους = ιδιαίτερη μορφή μέτρησης.

Πώς πρέπει να καταλαβαίνουμε τη λαϊκή ιδιοκτησία; Σαν μία ιδιαίτερη περιουσία, η οποία συμπληρώνεται από έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα της εργασίας, το υλικό συμφέρον των παραγωγών και τελικά την αρχή της εξίσωσης; Ή σαν την παλιά, καλή λαϊκή ιδιοκτησία; Στην τελευταία περίπτωση η μορφοποίηση όλων αυτών των τριών αναφερόμενων ιδιαιτεροτήτων της λαϊκής ιδιοκτησίας, η ιδιαίτερη εργασία, το ιδιαίτερο συμφέρον και η αρχή της εξίσωσης θα ήταν μία αντίφαση. Τι να τη θεωρούμε: Αντιστοίχηση ή αντίφαση;

Τι θεωρεί το εγχειρίδιο διδασκαλίας της σοβιετικής μας οικονομίας αυτή τη «φάση του κομμουνισμού»; Διαβάζουμε:

«Ο εμπορευματικός χαρακτήρας των μέσων παραγωγής προκύπτει από τις ιδιαιτερότητες και τις ανάγκες ανάπτυξης, οι οποίες ενυπάρχουν στον κρατικό τομέα αποκλειστικά στο στάδιο του σοσιαλισμού. Εξαιτίας της κοινωνικής σοσιαλιστικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής δουλεύουν οι εργαζόμενοι […] για τους ίδιους τους τούς εαυτούς […] Σαν συνέπεια αλλάζει ο χαρακτήρας της εργασίας των εργαζόμενων στη σοσιαλιστική κοινωνία. Η εργασία… (γίνεται) …ζήτημα τιμής. Από την άλλη μεριά η εργασία δεν έχει γίνει ακόμα για τη μάζα των μελών της κοινωνίας ζωτική ανάγκη […] και για αυτό το λόγο χρειάζεται η υλική παρακίνηση. Το υλικό συμφέρον των εργαζομένων των σοσιαλιστικών επιχειρήσεων πάνω στα αποτελέσματα της εργασίας τους (σ.σ.!) είναι μία προωθητική δύναμη για την ανάπτυξη της σοσιαλιστικής παραγωγής. Από εδώ απορρέει η αναγκαιότητα να δώσουμε μια τέτοια μορφή στις σχέσεις ανταλλαγής μεταξύ του κράτους και των επιχειρήσεών του, όπως επίσης και στις σχέσεις μεταξύ των κρατικών επιχειρήσεων, σύμφωνα με την οποία το κράτος διαθέτει στις επιχειρήσεις μέσα παραγωγής με την υποχρέωση κάθε επιχείρησης να καλύψει τα κόστη παραγωγής της μέσω της πραγματοποίησης των προϊόντων στη βάση της αρχής της εξίσωσης (σ.σ. το κράτος παραχωρεί το δικαίωμα της αρχής της εξίσωσης;) H εξισωτική υποκατάσταση των δαπανών σε ζωντανή και αντικειμενοποιημένη εργασία ολοκληρώνεται υποχρεωτικά μέσω της εμπορευματικής ανταλλαγής, διαμέσου των εμπορευματοχρηματικών σχέσεων. Η αξιοποίηση των εμπορευματοχρηματικών σχέσεων στην παραγωγική δραστηριότητα των κρατικών επιχειρήσεων και στην ανάπτυξη των οικονομικών σχέσεων μεταξύ τους εξαρτά την υλική θέση κάθε επιχείρησης από τις εργασιακές της επιδόσεις» (σελ. 538).

Χαρακτήρας της εργασίας, υλικό συμφέρον, εξάρτηση των εισοδημάτων από τα έσοδα - με όλα αυτά η κατάσταση γίνεται ενδιαφέρουσα.

Η ΑΙΤΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣΜΕ ΤΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑ ΤΗΣ «ΑΝΩΡΙΜΗΣ ΑΜΕΣΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ»

Μία εργασία, η οποία λαμβάνει χώρα στα πλαίσια της λαϊκής ιδιοκτησίας, λέμε ότι είναι «άμεσα κοινωνική εργασία».

Σύμφωνα με το πρώτο εγχειρίδιο διδασκαλίας του 1954: «Ενώ η εργασία στον καπιταλισμό εμφανίζεται άμεσα σαν ατομική εργασία, η εργασία στο σοσιαλισμό έχει άμεσα κοινωνικό χαρακτήρα» (σελ. 487).

Αρχικά μία σύντομη παρατήρηση για το πρώτο μέρος της πρότασης: Εμφανίζεται η εργασία στην αστική εμπορευματική παραγωγή «άμεσα σαν ατομική εργασία»; Δε θα σήμαινε αυτό άραγε ιδιοκατανάλωση; Οταν γίνεται λόγος για εμπορεύματα, δεν μπορεί να εννοείται η ιδιοκατανάλωση. Ατομικά θέλει ο εμπορευματοπαραγωγός να καταναλώσει την αξία του εμπορεύματός του. Θα έπρεπε λοιπόν το κείμενο να αναφέρει ότι : «Η εργασία πρέπει να δαπανάται στον καπιταλισμό σαν ατομική εργασία. Ο κοινωνικός της χαρακτήρας διαμεσολαβείται από την ανταλλαγή εμπορευμάτων, δηλαδή από την αξία». Αυτά απλώς για διόρθωση.

«Η κοινωνική εργασία στο στάδιο του σοσιαλισμού δεν είναι ωστόσο ακόμα ολοκληρωμένη άμεση κοινωνική εργασία, όπως θα είναι στην ανώτερη φάση του κομμουνισμού. Στους διάφορους τομείς της λαϊκής οικονομίας δεν έχει κοινωνικοποιηθεί η εργασία στον ίδιο βαθμό και υπάρχουν σημαντικές κοινωνικές διαφορές. Από εδώ προκύπτει η αναγκαιότητα της άμεσης έκφρασης του καταμερισμού της εργασίας με τη βοήθεια της αξίας και των μορφών της» (δεύτερο εγχειρίδιο διδασκαλίας του 1962, σελ. 542).

«Διαφορετικός βαθμός κοινωνικοποίησης». Τι είναι αυτό; Απαλλοτριώθηκαν άνισα οι ατομικοί ιδιοκτήτες; Είναι άνισες οι πλευρές της κοινωνικοποίησης; Υπάρχει κάτι τέτοιο; Μπορεί άραγε να υπάρξει; Και τι είναι άραγε οι «σημαντικές κοινωνικές διαφορές» της κοινωνικοποιημένης -συγγνώμη, της «όχι στον ίδιο βαθμό» κοινωνικοποιημένης- εργασίας; Αυτό πρέπει να διευκρινιστεί. Δε διευκρινίζεται όμως και αντί για το αναγκαίο ξεκαθάρισμα διαβάζουμε: «Από εκεί απορρέει η αναγκαιότητα της μέτρησης της επίδοσης της εργασίας (σ.σ.;) με τη βοήθεια της αξίας».

Και μετά η φράση «Ο καταμερισμός εργασίας (σ.σ.!) θα έπρεπε να εκφράζεται άμεσα με τη βοήθεια της αξίας και των μορφών της», δηλαδή μέσω της χρηματικής μορφής. Τι είναι ο «καταμερισμός εργασίας»; Τι μπορεί να είναι ο καταμερισμός εργασίας, αν οι επιχειρήσεις, δηλαδή οι υλικές παραγωγικές δυνάμεις, αποτελούν ιδιοκτησία του λαού, δηλαδή όλων; Γιατί ο εργάτης της λαϊκής ιδιοκτησίας δεν κατέχει την επιχείρησή του ατομικά και προσωπικά, αλλά οι συνθήκες παραγωγής στις οποίες δουλεύει είναι κοινωνικές, ιδιοκτησία όλων. Η εργασία του είναι άμεσο κομμάτι της κοινωνικής συνολικής εργασίας και σαν τέτοια δεν έχει να κάνει με τις κατηγορίες της αξίας.

Για σύγκριση σημειώνουμε τι αναφέρει το πρώτο εγχειρίδιο: «Στο σοσιαλισμό υπάρχουν όμως διαφορές μεταξύ της άμεσα κοινωνικής εργασίας στις κρατικές επιχειρήσεις, όπου η εργασία έχει κοινωνικοποιηθεί ολοκληρωτικά και της άμεσα κοινωνικής εργασίας στις συνεταιριστικές μονάδες, όπου η εργασία έχει κοινωνικοποιηθεί μόνο στα πλαίσια του κάθε αγροτικού αρτέλ. […] Αυτές οι βαθμιαίες διαφορές στην κοινωνικοποίηση της εργασίας καθώς και οι υπάρχουσες εμπορευματικές σχέσεις μεταξύ των κρατικών επιχειρήσεων και των συνεταιριστικών μονάδων καθιστούν αδύνατη την άμεση έκφραση και σύγκριση της κοινωνικής εργασίας, η οποία δαπανάται για την παραγωγή των βιομηχανικών και συνεταιριστικών προϊόντων, σε εργάσιμο χρόνο» (πρώτο εγχειρίδιο διδασκαλίας, σελ. 503).

Συνεχίζω: Οι εργάσιμοι χρόνοι πρέπει να συγκρίνονται, αν μας δοθεί ένας μέσος εργάσιμος χρόνος, αλλά τι μένει να συγκριθεί στον άμεσα κοινωνικό χρόνο εργασίας; Ομως ο καθένας ξέρει, γιατί μετριέται με το ρολόι, ότι η ώρα ισούται με την ώρα.

Αλλά: Ηδη το πρώτο εγχειρίδιο παρουσιάζει μία διαφορά στο χαρακτήρα της κοινωνικοποίησης, τη συνδέει όμως με τις δύο μορφές ιδιοκτησίας. Σε αυτές είναι, υποτίθεται, διαφορετικός ο βαθμός (ή ο χαρακτήρας) της κοινωνικοποίησης. Υπενθυμίζουμε: Στο δεύτερο εγχειρίδιο του 1962 γίνεται λόγος για «διαφορετικούς τομείς της λαϊκής οικονομίας», μεταξύ των οποίων υπάρχουν διαφορές στο βαθμό της κοινωνικοποίησης και της κοινωνικότητας. Αυτό αποτελεί τουλάχιστον σύγχυση -όσον αφορά τη λαϊκή οικονομία- ενώ η σκέψη στο πρώτο εγχειρίδιο κατανοείται τουλάχιστον λογικά.

Αναζητούμε ακόμα τι μπορεί να εννοείται με τη φράση «όχι ολοκληρωμένη κοινωνικοποίηση», ανεξάρτητα αν μιλάμε στα πλαίσια τομέων της λαϊκής οικονομίας ή για διαφορετικές μορφές ιδιοκτησίας, που μπορεί να σημαίνει επίσης μορφές απαλλοτρίωσης (της ατομικής ιδιοκτησίας). Τελικά το μόνο το οποίο μπορεί να σημαίνει είναι η διαφορά στο βαθμό κοινωνικοποίησης της εργασίας και πρώτα απ’ όλα η διαφορά μεταξύ των εργατών.

Σύμφωνα με το δεύτερο εγχειρίδιο διδασκαλίας: «Στη σοσιαλιστική οικονομία υπάρχει μία διαφορά μεταξύ της σύνθετης (ειδικευμένης, ποιοτικής) και της απλής εργασίας, η σύνθετη εργασία ανάγεται σε απλή εργασία» (σελ. 544).

Υπάρχει λοιπόν διαφορά μεταξύ της σύνθετης και της απλής εργασίας. Φυσικά. Αλλά γι’ αυτό το λόγο υπάρχει και το εμπόρευμα; Η διαφορά μπορεί να είναι διαφορά της αξίας χρήσης - και να παραμένει. Με την ποιοτική (σ.μ.: με την έννοια της ειδικευμένης, σύνθετης) εργασία μπορεί κάποιος να παράγει ποιοτικές αξίες χρήσης, μάλιστα. Αυτό είναι σωστό. Αλλά τι έχει να κάνει αυτό με την αξία;

Για να το πούμε απλά, το επιχείρημά τους έχει ως εξής: επειδή υπάρχει η ποιοτική εργασία (ακόμα και η απλή εργασία είναι μία μορφή ποιοτικής εργασίας), θα έπρεπε να προσδώσουμε στο προϊόν της εργασίας ένα ποιοτικό ορισμό της εργασίας, δηλαδή αξιακή μορφή. Αυτό είναι σαν να αιτιολογούμε την αναγκαιότητα του εμπορεύματος, την αναγωγή του στην αφηρημένη εργασία, από την ύπαρξη της συγκεκριμένης πλευράς της εργασίας (στο διπλό χαρακτήρα της εργασίας). Επειδή υπάρχει συγκεκριμένη εργασία, γι’ αυτό και ανάγεται μια κοινωνική σχέση (σ.μ.: το εμπόρευμα) σε αφηρημένη εργασία. Αυτό μπορεί να είναι λογικό; Μάλιστα, στον πιστό όλα φαίνονται λογικά.

Ολόκληρο το θεωρητικό οπλοστάσιο επιστρατεύεται γιατί πρέπει να ξεπεραστεί το ζήτημα της ιδιοκτησίας ως φύσης του προϊόντος. Εμείς δηλαδή οι μαρξιστές ξέρουμε την απάντηση στην ερώτηση για τη βάση της εμπορευματικής παραγωγής: η ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής ή αλλιώς ειπωμένο: «Τα αντικείμενα κατανάλωσης γίνονται εμπορεύματα, μόνο όταν είναι προϊόντα μεταξύ ανεξάρτητα δαπανημένων ατομικών εργασιών»7. Και η λαϊκή ιδιοκτησία είναι η άρση τους (σ.μ.: των ανεξάρτητα δαπανημένων ατομικών εργασιών). Ετσι, η λογική συνέπεια μπορεί να είναι μόνο η εξής: όπου υπάρχει λαϊκή ιδιοκτησία, δεν υπάρχουν πια εμπορεύματα. Αλλά ο απολογητής δεν καταλαβαίνει…

Οσο υπάρχει η «ανολοκλήρωτη», «μη ολοκληρωμένη» ή «ανώριμη άρση της ατομικής ιδιοκτησίας» -η οποία φυσικά δεν υπάρχει αφού υπάρχει μόνο ολοκληρωμένη και ώριμη, δηλαδή πραγματική άρση της ατομικής ιδιοκτησίας και κατά συνέπεια μπορεί να υπάρχει μόνο πραγματική λαϊκή ιδιοκτησία- άλλο τόσο υπάρχει μη ολοκληρωμένη, μισή ή, τρόπος του λέγειν, περιορισμένη κοινωνικοποίηση της εργασίας. Ο,τι ισχύει για την ιδιοκτησία, ισχύει και για την εργασία. Η εργασία είναι ωστόσο μόνο το αντικείμενο των σχέσεων (σ.μ.: των κοινωνικών σχέσεων). Η κοινωνικοποίηση δε σημαίνει τίποτα άλλο από το ότι όλα ανήκουν στην κοινωνία και μάλιστα άμεσα. Και τι/ποιος είναι η κοινωνία; Ολοι όσοι έχουν δουλέψει. Και αυτοί είναι εκατομμύρια.

Στο σοσιαλισμό-κομμουνισμό απλώς ο περισσότερο ειδικευμένος εργαζόμενος λαμβάνει υψηλότερο μισθό. Οι μισθοί είναι στο σοσιαλισμό-κομμουνισμό μερίδια της συνολικής εργασίας (μέσα κατανάλωσης) και ο μισθός ή το μερίδιο του εργαζόμενου που εκτελεί σύνθετη εργασία είναι υψηλότερο από το αντίστοιχο του εργαζόμενου που εκτελεί απλή εργασία. Αλλά κανένα ύψος μισθού δεν καθορίζεται στη βάση της αξίας του εμπορεύματος «εργατική δύναμη». Μόνο αν κάποιος θέλει οι επιχειρήσεις στο σοσιαλισμό-κομμουνισμό να παράγουν αξία, θα αποδεχτεί την άποψη ότι οι μισθοί καθορίζονται σε σχέση με το κέρδος των επιχειρήσεων.

Η παραγωγή της αξίας δεν προκύπτει από την εργασία σαν τέτοια, αλλά από την ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής. Είναι λάθος η άποψη ότι η εργασία αποτελεί την αιτία του εμπορευματικού χαρακτήρα του εμπορεύματος, λάθος και για την εμπορευματική παραγωγή και πολύ περισσότερο για τη σοσιαλιστική παραγωγή. Στη σοβιετική αρθρογραφία εμφανίστηκε αυτό το επιχείρημα μόνο και μόνο επειδή δόθηκε δικαίωμα ύπαρξης στην αντίληψη της αναγκαιότητας της εμπορευματικής παραγωγής. Επρεπε να αναπληρωθεί η αφαίρεση της αναφοράς στην ιδιοκτησία ως αιτία της εμπορευματικής παραγωγής, γι’ αυτό το λόγο αυτός ο μεγάλος αριθμός επιχειρημάτων κάθε είδους, γι’ αυτό το λόγο και η επικέντρωση στη συγκεκριμένη στιγμή της εργασίας.

Η ΑΙΤΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣΜΕ ΤΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑ ΤΟΥ «ΥΛΙΚΟΥ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΟΣ»

Η σοβιετική θεωρία της ιδιαίτερης εμπορευματικής παραγωγής δίνει την εντύπωση ότι η εφαρμογή της αρχής του υλικού συμφέροντος πάει χέρι-χέρι με την αρχή της εξίσωσης, όπως έχουμε ήδη αναφέρει. («Το υλικό συμφέρον βάζει στο επίκεντρο την ίδια την επίδοση της εργασίας, και γι’ αυτό πρέπει αυτή να μετρηθεί. Πρέπει να ξεκινήσουμε από την ισότητα της αρχής της εξίσωσης για να μπορούμε να ορίσουμε μία διαφορά από το κοινωνικό μέτρο, το ίδιο ισχύει και για την ατομική επίδοση»). Γενικά και τα δύο εγχειρίδια διδασκαλίας χρησιμοποιούν πού και πού αυτή την αναφορά.

Αυτό έχει την αιτία του στο γεγονός ότι στην οικονομική πράξη των επιχειρήσεων δούλευαν πολύ με την αρχή του υλικού συμφέροντος, παρόλο που τη συγχέανε με την αρχή της εξίσωσης. Υπήρχε ένα αναπτυγμένο σύστημα κινήτρων (πριμ). Η Σοβιετική Ενωση είχε εισάγει ήδη από το 1936 τα διευθυντικά χρηματικά κεφάλαια (Direktοrfonds), τα οποία αποτελούσαν ένα ειδικό κονδύλι μισθοδοσίας που δεν έπαιρνε τη μορφή του σταθερού μισθού, αλλά τη μορφή πριμ και πληρωνόταν στους εργάτες για ιδιαίτερες επιδόσεις.

Για μας στη θεωρία είναι σημαντικό να ξεκαθαρίσουμε αν η αρχή του υλικού συμφέροντος μπορεί να εφαρμοστεί, χωρίς να δρα στην κοινωνία η αρχή της εξίσωσης, δηλαδή χωρίς να χρειάζεται μόνιμα ένα μέσο κοινωνικά αναγκαίο αξιακό μέγεθος για την τιμή των προϊόντων. Αυτή η ερώτηση μπορεί να απαντηθεί καταφατικά.

Είμαι της άποψης ότι η αρχή του υλικού συμφέροντος μπορεί να είναι εντελώς ανεξάρτητη από την αρχή της εξίσωσης, δηλαδή εντελώς ανεξάρτητη από το αν οι τιμές στο σοσιαλισμό αντιστοιχούν στην αξία ή όχι. Γιατί; Γιατί εμείς ξεκινάμε την ανάλυσή μας από την εμπειρία της τιμολόγησης στη σοσιαλιστική σχεδιασμένη οικονομία (ανεξάρτητα αν μιλάμε για την ΕΣΣΔ, τη ΓΛΔ ή μία άλλη σοσιαλιστική χώρα), η οποία διατηρούσε στο σημαντικότερο μέρος της σταθερές τις τιμές. Οι σταθερές τιμές όμως από τη φύση τους αποτελούν άρνηση της αξιακής μορφής των τιμών. Η διαμόρφωση των μισθών γινόταν χωρίς να αναγνωρίζεται η αξιακή μορφή των τιμών. Οσον αφορά τα χρηματικά κονδύλια για τους μισθούς των πριμ, πρόκειται απλώς για μία διαίρεση του συνολικού κοινωνικού μισθολογικού κονδυλίου, το ύψος του οποίου καθορίζεται από την κοινωνία στην ολότητά της.

Με άλλα λόγια: Το να προϋποθέτει η αρχή του υλικού συμφέροντος την αρχή της εξίσωσης, έρχεται σε αντιπαράθεση με την εμπειρία της σχεδιασμένης οικονομίας των χωρών του υπαρκτού σοσιαλισμού. Πρέπει να υιοθετήσουμε αυτή την αρχή (σ.μ.: την αρχή της εξίσωσης) για να συμπεράνουμε την εξάρτηση της μίας αρχής από την άλλη. Η θέση, ότι η ίδια η αρχή του υλικού συμφέροντος απαιτεί την αρχή της εξίσωσης, είναι απλώς λαθεμένη. Μπορούμε να δημιουργήσουμε αυτή την εξάρτηση, αλλά μόνο επειδή εμείς θα το θέλουμε.

Η ΑΙΤΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣΜΕ ΤΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑ ΤΗΣ «ΩΘΗΣΗΣ ΤΗΣ ΕΠΙΔΟΣΗΣ ΣΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ»

Η σχεδιασμένη οικονομία έχει κατηγορηθεί έντονα γιατί, όπως λένε, δεν δούλευε αποδοτικά. Οι άνθρωποι δεν είχαν καμία διάθεση για καλές επιδόσεις. «Η καλή επίδοση δεν ανταμειβόταν». (Χαρακτηρίζουν μάλιστα τη σχεδιασμένη οικονομία ως οικονομία των διαταγών, της αποδίδουν την κατηγορία ότι δεν αφήνει καθόλου χώρο για την ατομική βούληση, αλλά μόνο για τη διαμόρφωση διαταγών - και αυτό το δικαίωμα συγκεντρώνεται σε μία «κεντρική γραφειοκρατία» και στο Κόμμα).

Υπάρχει στη σχεδιασμένη οικονομία σαν τέτοια έλλειψη διάθεσης απόδοσης ή έλλειψη τρόπων ώθησης της απόδοσης; Και μήπως πρέπει να αναγεννήσουμε την αξιακή μορφή του εμπορεύματος, για να τονώσουμε τη διάθεση των ανθρώπων για αποδοτικότητα;

Μπορεί να κατασκευαστούν πολύ λανθασμένα πλάνα και σχεδιασμένες οικονομίες συνολικά. Προβλήματα που σχετίζονται με την ικανότητα οικοδόμησης της σχεδιασμένης οικονομίας θα υπάρχουν, ειδικά στην αρχή, λόγω έλλειψης σχετικής εμπειρίας. Αλλά αυτό είναι ένα πρόβλημα επιπέδου ανάπτυξης (σ.μ.: της ικανότητας σωστού σχεδιασμού). Στην πορεία τα πλάνα θα μπορούν να γίνονται όλο και καλύτερα, γιατί αναμένεται να βελτιώνεται και το υποκείμενο του σχεδιασμού. Ωστόσο υπάρχουν αντικειμενικά κριτήρια για τη σωστή κατάρτιση των πλάνων. Αυτά πρέπει κανείς να τα γνωρίζει, να τα αναπτύσσει, να μένει πιστός σε αυτά. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να εκπαιδευτούν ειδικοί του σχεδιασμού. Ο σχεδιαστής είναι επάγγελμα όπως και ο συγκολλητής.

Πρέπει να δει κανείς τι παράγει μια επιχείρηση και τι μπορεί να παράγει. Αυτό δεν μπορεί να γίνει χωρίς ενεργή συνεργασία με το προσωπικό της επιχείρησης, ιδιαίτερα με τη διοίκησή της. Και αυτό δε σημαίνει την εκτέλεση των διαταγών, αλλά μία προεργασία της επιχείρησης προς το κέντρο του σχεδιασμού. Στο σχεδιασμό δυνατοτήτων ανήκει ένα προοπτικό σχέδιο επενδύσεων, το οποίο βρίσκεται σε εξάρτηση από το προοπτικό σχέδιο παραγωγής της επιχείρησης σαν τέτοιο. Στο σχέδιο αναζητείται η κοινωνική θέληση (σ.μ.: μέσω της θέλησης του σοσιαλιστικού κράτους) για το προϊόν της επιχείρησης, δηλαδή η «κεντρική γραφειοκρατία» - η οποία όμως τώρα δεν είναι γραφειοκρατία, δηλαδή μία υπηρεσία που στέκεται πάνω από την κατανάλωση, αλλά μία υπηρεσία που ασκεί την έρευνα αναγκών ως στοιχείο της σχεδιασμένης οικονομίας. Δεν υπάρχει σχεδιασμός που να δουλεύει μόνο προς μία κατεύθυνση, αυτή της παραγωγής. Για να είναι σχεδιασμός, πρέπει να είναι σχεδιασμός-κατανόηση και της άλλης πλευράς, της πλευράς της κατανάλωσης. Αν το δούμε πιο συγκεκριμένα, ο σχεδιασμός δεν είναι τίποτα άλλο από συνειδητή κατανόηση, όσο το δυνατό πιο ακριβής πρόβλεψη της διαδικασίας, η οποία σε μία εμπορευματική παραγωγή γίνεται αυθόρμητα. Στην αστική κοινωνία η διαδικασία αυτή απλώς συμβαίνει από μόνη της, δε «διοικείται».

Πρέπει εκ των προτέρων να αποδώσουμε το ενδεχόμενο ανεπαρκούς ή και λαθεμένου σχεδιασμού της οικονομίας αποκλειστικά στο ότι μεταφέρονται οι απαραίτητες διαδικασίες σαν σχέδιο από το κράτος στην επιχείρηση και δε ρυθμίζονται αυθόρμητα από το νόμο της αξίας;

Σε τι πλεονεκτεί ο σχεδιασμός -οι υπηρεσίες σχεδιασμού- έναντι κάθε μεμονωμένης επιχειρηματικής μεγαλειότητας; Στη συνολική γνώση της κίνησης της οικονομίας, στα μεμονωμένα στοιχεία της, στη γνώση των εξαρτήσεων της κοινωνίας. Πιο συγκεκριμένα, η ίδια η κοινωνία εμφανίζεται πρώτα και κύρια διαμέσου του όλου, το οποίο έχει μία εικόνα του ίδιου του μέλλοντός του.

Η επιχείρηση στη σχεδιασμένη οικονομία δεν είναι χωρίς μεμονωμένες απαιτήσεις απόδοσης. Το πλάνο δεν μπορεί να λειτουργήσει με ακρίβεια χωρίς τη συνεργασία της επιχείρησης και η συμβολή της επιχείρησης έγκειται στο να συντελέσει να είναι το σχέδιο, ένα σχέδιο οικονομικού ρεαλισμού.

Ενας συγκεκριμένος στόχος της διάθεσης για απόδοση πράγματι σταματάει να λειτουργεί στη σχεδιασμένη οικονομία: αυτός είναι η θέληση να πουλάς τα δικά σου προϊόντα όσο ακριβότερα γίνεται, να πετυχαίνεις ένα όσο το δυνατόν υψηλότερο κέρδος, δηλαδή να πλουτίζεις την επιχείρησή σου σε βάρος των άλλων επιχειρήσεων και των καταναλωτών. Ελεύθερη διαμόρφωση τιμών, ανταγωνισμός με τα δικά σου εμπορεύματα έναντι των άλλων εμπορευμάτων - αυτά δεν υπάρχουν σε μία σχεδιασμένη οικονομία.

Αλλά σε ό,τι έχει να κάνει με την ορθολογικοποίηση της παραγωγής, την αποδοτικότητα, τη μείωση του κόστους κλπ., ας ρίξει μια ματιά κανείς σε όλα τα στοιχεία της λογιστικής μέσα στα πλαίσια της σοσιαλιστικής επιχείρησης ως αυτοτελούς πεδίου οικονομικής λογιστικής και ας αντιπαραθέσει σε αυτά τη μεγιστοποίηση της αξίας και του κέρδους στον καπιταλισμό.

Η ΑΙΤΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣΜΕ ΤΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑ ΤΗΣ «ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ»

Ερχόμαστε τώρα στο τελευταίο σημείο ή καλύτερα το τελευταίο επιχείρημα που χρησιμοποιείται για την αιτιολόγηση του σοσιαλισμού ως μιας ιδιαίτερης εμπορευματικής παραγωγής. Το επιχείρημα αυτό αναφέρεται στο υποκείμενο «της σχετικά (σχετικά ή μη σχετικά δεν παίζει εδώ κανένα ρόλο, απλώς η λέξη παίζει εδώ το ρόλο “φύλλου συκής”) οικονομικά ανεξάρτητης επιχείρησης», η οποία ονομάζεται συχνά και «επιχείρηση με ίδια ευθύνη». Επίσης μερικές φορές γίνεται λόγος για «ιδιοσυντήρηση των μέσων», δηλαδή των χρηματικών μέσων.

Από τη στιγμή που στο πρώτο εγχειρίδιο διδασκαλίας αναφέρεται ακόμα ότι το κράτος εξασφαλίζει στην επιχείρηση, η οποία είναι ενσωματωμένη στη σχεδιασμένη οικονομία, «τα υλικά κεφάλαια που είναι απαραίτητα για το παραγωγικό της πρόγραμμα», δεν είναι εύκολο να ανακαλύψεις την έννοια της οικονομικής αυτοτέλειας της επιχείρησης.

Ας ρίξουμε άλλη μία ματιά στο εγχειρίδιο διδασκαλίας. Ποια αποσπάσματα μπορούμε να βρούμε σχετικά με την «οικονομική αυτοτέλεια των επιχειρήσεων» ή για την «οικονομική αυτοτέλεια των επιχειρήσεων σε μία σχεδιασμένη οικονομία»;

Το πρώτο εγχειρίδιο διδασκαλίας δεν περιλαμβάνει ακόμα καμία αναφορά για την οικονομική αυτοτέλεια των επιχειρήσεων η οποία, υποτίθεται, καθιστά αναγκαία την εμπορευματική παραγωγή στο σοσιαλισμό. Αυτή η έννοια δεν χρησιμοποιείται ακόμα.

Το δεύτερο εγχειρίδιο διδασκαλίας περιλαμβάνει μία τέτοια θέση, αλλά μόνο σε μία μορφή που πλησιάζει σε αυτή τη θέση (βλέπε τα αποσπάσματα πιο πάνω από το δεύτερο εγχειρίδιο, σελ. 538). Δεν έχει διατυπωθεί ακόμα ξεκάθαρα ο ισχυρισμός ότι οι επιχειρήσεις θα έπρεπε να είναι στο σοσιαλισμό οικονομικά αυτοτελείς. Ωστόσο εδώ φαίνεται η μετάβαση προς αυτή τη σκέψη. Σε θεωρητικές εκδόσεις αργότερα εμφανίζεται αυτός ο ισχυρισμός ξεκάθαρα. Ενώ η σοβιετική επιστήμη μέχρι αυτό το επιχείρημα αποτελούσε, περισσότερο ή λιγότερο, μία ενότητα, αρχίζει από δω και πέρα να διασπάται.

Παραθέτω, αρχικά, αποσπάσματα από μετέπειτα εκδόσεις, μεταξύ των οποίων για πρώτη φορά από μη σοβιετικές (ρωσικές), αλλά γερμανικές.

Η ΓΛΔ δημοσίευσε δύο εγχειρίδια διδασκαλίας της πολιτικής οικονομίας του σοσιαλισμού (παράλληλα με άλλα τετράδια διδασκαλίας για τα λύκεια και διάφορες μεμονωμένες εκδόσεις, οι οποίες όμως περιείχαν κυρίως την ίδια γραμμή επιχειρηματολογίας με τους σοβιετικούς). Η πρώτη εμφανίστηκε το 1967, στην εποχή του ΝΟΣ, δηλαδή κατά τη διάρκεια ενός μεταρρυθμιστικού πειράματος, στο οποίο ακούγονταν πολλές φωνές για περισσότερη αυτοτέλεια και «ίδια ευθύνη» στον οικονομικό τομέα. Εψαξα να βρω και πραγματικά περίμενα να βρω μία θέση, η οποία να κάνει λόγο για την αναγκαιότητα της οικονομικής επιχειρησιακής αυτοτέλειας ως αιτία της εμπορευματικής παραγωγής στο σοσιαλισμό, αλλά έκανα λάθος. Δε βρήκα καμία τέτοια θέση.

Στο δεύτερο όμως βιβλίο της πολιτικής οικονομίας του σοσιαλισμού στη ΓΛΔ, το οποίο εμφανίστηκε το 1974, όταν δεν ίσχυε πλέον το ΝΟΣ, βρήκα τα ακόλουθα: «Ο κοινωνικός καταμερισμός εργασίας είναι απαραίτητος αλλά όχι επαρκής όρος (σ.σ.!) για την ύπαρξη εμπορευματοχρηματικών σχέσεων στο σοσιαλισμό. Ενώ ο κοινωνικός καταμερισμός εργασίας θα συνεχίσει να υπάρχει, οι εμπορευματοχρηματικές σχέσεις δε θα υπάρχουν για πάντα. Πρέπει, κατά συνέπεια, να υπάρχει άλλη αιτία, η οποία να είναι υπεύθυνη για τις εμπορευματοχρηματικές σχέσεις στο σοσιαλισμό. Αυτή είναι η σχετική οικονομική αυτοτέλεια των σοσιαλιστικών επιχειρήσεων».

Εδώ οι συγγραφείς τα λένε έξω απ’ τα δόντια. Επιτέλους μίλησαν ανοιχτά για την επιχείρηση ως οικονομικό υποκείμενο. Μία πρόταση πιο κάτω ενισχύει την άποψή τους:

«Η λαϊκή ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής ως συνολική κοινωνική ιδιοκτησία έχει στο σοσιαλισμό την ιδιαιτερότητα (σ.σ. η έννοια σοσιαλισμός αποκτάει αυτοτέλεια από τον κομμουνισμό, δηλαδή είναι ιδιαίτερη λαϊκή ιδιοκτησία) ότι οι επιχειρήσεις στα πλαίσια της λαϊκής ιδιοκτησίας είναι σχετικά αυτοτελείς οικονομικά».

Η λαϊκή ιδιοκτησία έχει την ιδιαιτερότητα να είναι οι επιχειρήσεις αυτοτελείς. Αυτό κι αν είναι πρόκληση.

Στο σημείο που έχουμε φτάσει χρειάζεται προσοχή, έτσι ώστε με την απόδειξη της αυτοτέλειας των επιχειρήσεων να μην αποδοθούν στις επιχειρήσεις λειτουργίες, οι οποίες προσιδιάζουν στη σχεδιασμένη οικονομία, να μην ασκούν δηλαδή οι επιχειρήσεις αυτοτελώς λειτουργίες της σχεδιασμένης οικονομίας.

Δυστυχώς όμως αυτό ακριβώς είναι το επόμενο σκαλί της επιχειρηματολογίας: «Στη βάση των δεδομένων, δεσμευτικών (σ.σ.!) δεικτών και παραμέτρων που έρχονται από τον κρατικό κεντρικό σχεδιασμό, όπως περιεχόμενο παραγωγής, μείωση του κόστους, άνοδος της παραγωγικότητας της εργασίας και άλλα, οι επιχειρήσεις φέρουν την πλήρη ευθύνη (σ.σ.!) για την παραγωγή, η οποία θα είναι αντίστοιχη των αναγκών, για την επιστημονικοτεχνική πρόοδο, τη μείωση των δαπανών για αντικειμενοποιημένη και ζωντανή εργασία, την επίτευξη καλής ποιότητας προϊόντων κτλ.» (σελ. 523).

«Η σχετική οικονομική αυτοτέλεια των επιχειρήσεων καθορίζεται από δύο κατηγορίες παραγόντων: Τους υλικούς και τους οικονομικούς. Υλικο-τεχνικά καθορίζεται από την εφαρμογή των διάφορων μέσων εργασίας, τις διάφορες τεχνολογικές διαδικασίες, τον υλικοτεχνικό εξοπλισμό, τον καταμερισμό εργασίας, την ειδίκευση και άλλα. Οικονομικά καθορίζεται από τη σοσιαλιστική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και την ιδιαιτερότητα του άμεσα κοινωνικού χαρακτήρα της παραγωγής» (σελ. 523-524).

Μέχρι εδώ θα έλεγα δίνεται απλώς έμφαση στις διαφορές των επιχειρήσεων, στον ιδιαίτερο συγκεκριμένο χαρακτήρα τους και γίνεται αναφορά σε μία (φανταστική) ιδιαιτερότητα στην ιδιοκτησία και το χαρακτήρα της εργασίας, η οποία όμως ακόμα είναι «άμεσα κοινωνική». Ακόμη δεν αιτιολογείται η αυτοτέλεια, από την οποία απορρέει τάχα η αναγκαιότητα της αξιακής μορφής και η οποία μαζί με την αξιακή μορφή αποτελούν δύο συμβατές, συμπληρωματικές έννοιες.

Ισως εδώ: «Στην παραγωγή (σ.σ.;) όπως και στην ανταλλαγή των προϊόντων αποδεικνύεται (σ.σ. εκεί θέλαμε να καταλήξουμε, αλλά αυτή η ανταλλαγή βρίσκεται ήδη εδώ) ότι στο σοσιαλισμό ο άμεσα κοινωνικός χαρακτήρας της εργασίας δεν έχει ακόμα την ωριμότητα (σ.σ. αυτή η ωριμότητα προφανώς χαρίζεται) να μπορεί να εξισώσει (σ.σ. μήπως χρειάζεται η εξίσωση αυτή ακόμα και στον κομμουνισμό;) στη βάση του χρόνου, σαν εσωτερικό μέτρο της εργασίας, την εργασία, η οποία δαπανάται στις επιχειρήσεις και τους συνεταιρισμούς και η οποία είναι πάντα συγκεκριμένη εργασία (σ.σ. Ακατανόητο. Πού κολλάει εδώ;). Μία ώρα δαπάνης εργασίας στην επιχείρηση Α για την κατασκευή του προϊόντος Χ δεν ισούται με μία ώρα δαπάνης εργασίας στην επιχείρηση Β για την κατασκευή του προϊόντος Υ» (σ.σ. ό.π.).

Οι ώρες εργασίας δύο διαφορετικών προϊόντων πρέπει να εξισώνονται; Στο σοσιαλισμό-κομμουνισμό; Για ποιο λόγο; Αλλά τι θέλαμε να μάθουμε; Αν υπάρχει μία οικονομική αυτοτέλεια της επιχείρησης, η οποία να συνδέεται, να αναφέρεται στην αξία και στην ατομική δαπάνη εργασίας, με το διορθωμένο, επιβεβαιωμένο τρόπο της κοινωνικής μέσης εργασίας, η οποία εκφράζεται στην αξία. Αυτό όμως που πετυχαίνουμε, με την αιτιολόγηση μέσω αυτού του εγχειριδίου διδασκαλίας της ΓΛΔ, δεν είναι τίποτα άλλο από το να διαπιστώσουμε μία διαφορά στο βαθμό ειδίκευσης της εργασίας («διαφορά πνευματικής - σωματικής εργασίας, εργασίας στη βιομηχανία και στην αγροτική οικονομία»). Αλλά αυτό το έχουμε κάνει ήδη. Μόνο όταν απαιτείται τα έξοδα να εξοφλούνται από τα έσοδα, μόνο τότε πρέπει να είναι η τιμή τόσο ψηλή, ώστε να μπορεί να υπολογίσει όλες τις καταστάσεις. Επίσης σε αυτή την περίπτωση πρέπει η τιμή να καλύπτει τους μισθούς της πιο σύνθετης εργασίας και «επίσης να αφήνει και ένα κέρδος», γιατί πρέπει να «διαθέτει μόνη της» τα μέσα για επενδύσεις διεύρυνσης, όπως τόσο ωραία προβλέπει η έννοια της οικονομικής αυτοτέλειας. Ας ρίξουμε άλλη μία ματιά στη Μόσχα, στον καθηγητή Τσαγκόλοφ, από το πανεπιστήμιο Λομονόσοφ της Μόσχας. Ακόμα κι αυτός έχει γράψει ένα πολυσυζητημένο βιβλίο για τη σοσιαλιστική οικονομική θεωρία. Πώς βλέπει την οικονομική αυτοτέλεια των επιχειρήσεων και το ρόλο της για την αναγκαιότητα του εμπορεύματος στο σοσιαλισμό; Είναι ενδιαφέρουσα η αρχή:

«Οι εμπορευματικές σχέσεις αιτιολογούνται από πολλές πλευρές (σ.σ. έτσι πιστεύει αυτός. Δεν ισχύει φυσικά. Μόνο αν κάποιος βάλει στην άκρη το ζήτημα των σχέσεων ιδιοκτησίας, καταφεύγει στην «πολύπλευρη αιτιολόγηση»). Στο σοσιαλισμό η σχετική οικονομική αυτοτέλεια των μελών της κοινωνίας ως εργαζομένων (σ.σ.!) είναι η βάση της ποιοτικής διαφοράς της εργασίας τους. (σ.σ. Κατά συνέπεια όχι οι επιχειρήσεις, αλλά οι ίδιοι οι εργαζόμενοι είναι αυτοί που είναι οικονομικά αυτοτελείς. Τι βλακεία!) Η κοινωνική κατανόηση της εργασίας των μεμονωμένων παραγωγών δε συμβαίνει άμεσα, αλλά μέσω του προϊόντος της συνολικής επιχείρησης. Αυτό προϋποθέτει τη σχετική οικονομική αυτοτέλεια των επιχειρήσεων στα πλαίσια μιας ενιαίας σχεδιασμένης κοινωνικής παραγωγής, η οποία (η οικονομική αυτοτέλεια) ανήκει στα σημαντικότερα χαρακτηριστικά της οικονομικής φύσης της λαϊκής ιδιοκτησίας στο σημερινό στάδιο της ανάπτυξής της κι έχει πολλές σημαντικές κοινωνικοοικονομικές συνέπειες. Εξωτερικά αυτή η αυτοτέλεια των επιχειρήσεων εμφανίζεται σταδιακά σαν άμεση αιτία της εμπορευματικής παραγωγής στο σοσιαλισμό. Οπως όμως έχουμε ήδη δει, η αφετηριακή αρχή δεν είναι οι σχέσεις των επιχειρήσεων μεταξύ τους, όπως στην ατομική εμπορευματική παραγωγή, αλλά οι σχέσεις των μεμονωμένων εργαζόμενων προς την κοινωνία, οι οποίες πραγματοποιούνται μέσω σχέσεων μεταξύ των επιχειρήσεων που βασίζονται στην ανταλλαγή μέσω χρήματος.8

Αν ισχύει γενικά θα πρέπει να ισχύει και εδώ, πρέπει να σκέφτηκε ο καθηγητής Ν. Α. Τσαγκόλοφ. Αν η εμπορευματική παραγωγή αιτιολογείται απλώς μέσω της οικονομικής αυτοτέλειας, τότε αιτιολογείται και μεταξύ των μεμονωμένων εργαζόμενων. Και η σχέση που μας ενδιαφέρει καταλήγει να είναι η σχέση μεταξύ αυτού του μεμονωμένου εργαζόμενου και της κοινωνίας, η επιχείρηση απλώς διαμεσολαβεί. Η επιχείρηση είναι αυτοτελής μόνο και μόνο επειδή είναι οι εργάτες της.

Η αιτιολόγηση του εμπορεύματος στο σοσιαλισμό με την οικονομική αυτοτέλεια των ίδιων των μεμονωμένων εργαζομένων οδηγεί τόσο μακριά από το σχήμα της μέχρι τώρα συνηθισμένης επιχειρηματολογίας που βασικά την αναιρεί. Είναι μία αιτιολόγηση που βλέπει τον εργάτη σαν μεμονωμένο φορέα, όχι σαν φορέα ενός μέρους της κοινωνικής συνολικής εργασίας, η οποία μέσω του πολιτικού συστήματος της δικτατορίας του προλεταριάτου δαπανάται άμεσα κοινωνικά, σύμφωνα με ένα κοινό οικονομικό σχέδιο. Σαν συνέπεια ο εργάτης, σύμφωνα με το Τσαγκόλοφ, γίνεται πάλι πωλητής της εργατικής του δύναμης και η εργατική δύναμη γίνεται πάλι εμπόρευμα - όπως στον καπιταλισμό.

ΤΕΛΟΣ

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 εμφανίζονται και στη Σοβιετική Ενωση φωνές, οι οποίες επιτίθενται κατά μέτωπο στη σχεδιασμένη οικονομία. Σε μια τέτοια περίπτωση θέλω να αναφερθώ. Ο Ντ. Σμόλντιρεφ (D. Smoldyrew) στο βιβλίο «Ενας νέος τύπος εμπορευματικής παραγωγής» του 1987 σημειώνει: «Κάθε προσπάθεια οργάνωσης του οικονομικού μηχανισμού μακριά από το νόμο της αξίας ή σε αντίθεση με αυτόν δεν αποδείχτηκε απλώς άκαρπη, αλλά κατέστησε τον οικονομικό μηχανισμό αδύνατο να λειτουργεί. Αυτό είχε οδυνηρές οικονομικές συνέπειες (σ.σ. αυτό θα τους βόλευε να το αποδείξουν. Πρέπει όμως να ξέρουμε ότι ο Σμόλντιρεφ χαιρέτισε και υπεραμύνθηκε των νέων οικονομικών μηχανισμών, τους οποίους ήθελε να εισάγει ο Γκορμπατσόφ). Ακόμα περισσότερο, κάτω από αυτές τις συνθήκες δεν μπόρεσαν να δράσουν ούτε οι ιδιαίτεροι νόμοι του σοσιαλισμού - ο βασικός νόμος, ο νόμος του σχεδιασμού, ο νόμος της σταθερής ανάπτυξης της παραγωγικότητας της εργασίας, ο νόμος της διανομής σύμφωνα με τις εργασιακές επιδόσεις κ.ά.» (σελ. 238)9.

Εδώ πρόκειται τουλάχιστον για πλήρη αντιστροφή της σχέσης προϋποθέσεων και συνεπειών. Ο σχεδιασμός δε λειτούργησε επειδή δε λειτούργησε ο νόμος της αξίας.

«Η οκνηρία της σκέψης και ο φόβος να πεις τα πράγματα με το όνομά τους έγιναν μεθοδολογικό εμπόδιο στον ορισμό της σοσιαλιστικής εμπορευματικής παραγωγής σαν ένας νέος, τρίτος ιστορικά τύπος εμπορευματικής παραγωγής» (σελ. 238). Ο Σμόλντιρεφ εισάγει ένα νέο κεφάλαιο στη σοβιετική ιστορία της οικονομίας: αυτό της διάσπασής της. «Μεθοδολογικό αφετηριακό σημείο άρνησης ή υποτίμησης του εμπορευματικού χαρακτήρα της σοσιαλιστικής παραγωγής ήταν η θέση ότι η εργασία και η παραγωγή στο σοσιαλισμό έχει άμεσα (σ.σ. το “άμεσα” το υπογράμμισε ο ίδιος ο Σμόλντιρεφ για να δώσει έμφαση) κοινωνικό χαρακτήρα.

Σύμφωνα με την αντίληψή μας, αυτή η θέση μετατράπηκε σε πολιτικοοικονομικό δόγμα, χωρίς το ξεπέρασμα του οποίου (σ.σ. αυτό θα ισοδυναμούσε με ξεπέρασμα της λαϊκής ιδιοκτησίας) δεν είναι δυνατή μία πραγματικά επιστημονική ανάλυση των εμπορευματικών σχέσεων στο σοσιαλισμό. Ακόμα και σε καθαρά πρακτικό επίπεδο είναι επικίνδυνο αυτό το δόγμα. Σαν “θεωρητική” βάση για την άρνηση της σοσιαλιστικής εμπορευματικής παραγωγής είχε αντικειμενικά ως συνέπεια να δικαιολογείται το βολονταριστικό, γραφειοκρατικό στιλ διαταγών και να αγνοείται η εξίσωση στην ανταλλαγή, όπως και άλλες προεκτάσεις του νόμου της αξίας. Αυτή η πρακτική από την πλευρά της ενδυνάμωσε τις διοικητικές-βολονταριστικές μεθόδους σχεδιασμού και διεύθυνσης […] (σ.σ. παράλειψη στη γερμανική μετάφραση). Aναδεικνύεται μία γνωστή σχέση: Μία λαθεμένη πρακτική αναζητάει αιτιολόγηση στη λαθεμένη θεωρία και αυτή με τη σειρά της υπηρετεί την ακατάλληλη πρακτική σαν “θεωρητική της αιτιολόγηση”.

[…] Από τη μαρξιστική μεθοδολογία συνεπάγεται όμως ότι οι άμεσα κοινωνικές σχέσεις (σ.σ. δηλαδή όχι μόνο η εργασία, αλλά όλες γενικά) και οι σχέσεις, οι οποίες διαμεσολαβούνται από την αγορά, το χρήμα, παριστάνουν αντιθέσεις που είναι ασυμφιλίωτες μεταξύ τους, αλληλοαποκλείονται. Ολες οι προσπάθειες να τις ενώσεις, να τις συνδέσεις, να συμπληρώσεις τη μία με την άλλη, δε σημαίνουν τίποτα άλλο από εκλεκτικισμό στη θεωρία και έλλειψη αρχών στην πράξη» (ο.π. σελ. 239).

Δυνατός καπνός. Ασκούν κριτική όχι από την πλευρά υπεράσπισης της σχεδιασμένης οικονομίας και του σοσιαλισμού της σχεδιασμένης οικονομίας, αλλά από την πλευρά της επίθεσης και -αυτό θα ήταν συνεπές από την πλευρά τους- της καταστροφής του σοσιαλισμού με όχημα την καταστροφή της σχεδιασμένης οικονομίας.

ΕΝΑΣ -ΠΡΟΣΩΡΙΝΟΣ- ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Η στροφή από την αξία στην ανάγκη πρακτικά ολοκληρώθηκε στη σοσιαλιστική-κομμουνιστική οικονομία με τη μετάβαση στη σχεδιασμένη οικονομία, αλλά ωστόσο δεν καταγράφτηκε καθαρά και γι’ αυτό αξιολογήθηκε από την επιστήμη από ανεπαρκώς έως και καθόλου. Αντί γι’ αυτό, με τη μετάβαση στη σχεδιασμένη οικονομία προέκυψε άνισος αγώνας για τη συνέχιση της εμπορευματικής οικονομίας στο σοσιαλισμό, ο οποίος οδήγησε στη διάσπαση της σοσιαλιστικής επιστήμης. Η κοινωνία γενικά περιέπεσε σε μία μορφή κοινωνικής στασιμότητας, η οικονομική επανάσταση -στις σχέσεις παραγωγής, ειδικά στις σχέσεις μισθών- κόλλησε και μπόρεσε συνεπώς να ηττηθεί από μία αντεπανάσταση, δηλαδή από μία νεοαστική στροφή. Η σκέψη της ιδιοκτησίας αναβίωσε και μέσα στο εργατικό κίνημα πήρε ιδεολογικά την οικονομική μορφή του ρεβιζιονισμού.

Ο ρεβιζιονισμός μέσα στην κομμουνιστική θεωρία και τη σοσιαλιστική πρακτική πήρε τη μορφή αναγέννησης της εμπορευματικής οικονομίας, της οικονομίας της αξίας, η οποία αναδείχτηκε σε μελλοντική μορφή για τον κομμουνισμό («σοσιαλιστική εμπορευματική παραγωγή»). Αυτή η μορφή της συνέχειας της εμπορευματικής παραγωγής είναι όμως ρεβιζιονιστική, γιατί έρχεται σε ρήξη με τη σχεδιασμένη οικονομία.

Μπορεί στην ιδιοποίηση του προϊόντος ανάλογα με τις ανάγκες να ιδιοποιηθεί κάποιος περισσότερη, ίση ή λιγότερη εργασία από κάποιον άλλο (δηλαδή με την έννοια της ενσωματωμένης στα προϊόντα εργασίας μπορεί κάποιος να καταναλώνει περισσότερα ή λιγότερα αγαθά). Αυτό όμως, αν γίνει, θα γίνει γιατί η ιδιοποίηση στη σχεδιασμένη οικονομία γίνεται σύμφωνα με τις ανάγκες για εργασία (σ.μ.: δηλαδή για προϊόντα, στα οποία είναι ενσωματωμένη η εργασία), όχι ανάλογα με την δαπανημένη εργασία. Η βάση της είναι ο κοινωνικός καταμερισμός εργασίας και η κίνησή του, όχι η ιδιοκτησία και η επέκτασή της. Η ιδιοποίηση στη σχεδιασμένη οικονομία έχει στόχο τις ανάγκες της κοινωνίας για συγκεκριμένη εργασία, όχι τον όγκο εργασίας που δαπανάται στις επιχειρήσεις. Γι’ αυτό με τη σχεδιασμένη οικονομία τελειώνει και η δράση του νόμου της αξίας στην ιδιοποίηση της εργασίας (σ.μ.: των προϊόντων στα οποία είναι ενσωματωμένη η εργασία) και η αξία δεν αποτελεί πλέον σχέση παραγωγής.

Η θεωρία της σοσιαλιστικής εμπορευματικής οικονομίας υποδηλώνει την ανικανότητα της θεωρίας να ξεκαθαρίσει οικονομικά «φαινόμενα» του σοσιαλισμού. Αυτή η ανικανότητα εκδηλώνεται στην προσπάθεια της θεωρίας να αποδώσει την κανονικότητα του φαινομένου της διατήρησης της χρηματικής μορφής στην αξιακή μορφή. Τοποθετεί στο σοσιαλισμό τον πήχη του καπιταλισμού. Χρησιμοποιεί την πράξη της επανάστασης για τη θεωρία της παλινόρθωσης.

Θα ήταν βασικό λάθος να μην αναγνωρίσουμε στην «κομμουνιστική επιστήμη» την αλλαγή του χαρακτήρα του χρήματος στο σοσιαλισμό. Να αρνηθούμε την ιστορικότητά του, υποστηρίζοντας ότι έχει πάντα τον ίδιο χαρακτήρα, να είναι δηλαδή ανταλλακτική αξία, μέτρο της αξίας. Ετσι δεν μπόρεσαν να εξαφανιστούν στη συνείδηση των ανθρώπων, ιδιαίτερα των κομμουνιστών επιστημόνων, ο αστικός τρόπος παραγωγής, η εμπορευματική παραγωγή. Ο κομμουνισμός δεν προσεγγίστηκε σαν κοινωνική στροφή. Η κοινωνία …βάλτωσε: στη συνείδηση.

Στο σοσιαλισμό δεν μπορεί να αναγνωρίζεται οικονομικά, δηλαδή στο χρήμα, η ιδιοκτησία, που είναι βασισμένη στην αξία. Στη σοσιαλιστική οικονομία το χρήμα υπόκειται στην ίδια αρχή κατανομής, όπως ακριβώς και η αξία χρήσης χωρίς χρήμα. Δεν έχει κίνηση ανεξάρτητη από αυτή («δεν κυκλοφορεί», Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», Τόμος ΙΙ). Αν ίσχυε αυτό, το χρήμα θα εξυψωνόταν σε χρήμα, δηλαδή σε αξιακή σχέση. Το χρήμα κατανέμεται από τη σοσιαλιστική κοινωνία, όπως κατανέμονται τα δικαιώματα σε καταναλωτικά αγαθά. Το χρήμα που διαμεσολαβεί στο δικαίωμα στην κατανάλωση, διακρίνεται από το χρήμα που διαμεσολαβεί στην παραγωγή, ακριβώς όπως διακρίνεται ο σοσιαλισμός από τον καπιταλισμό.

Το ότι η επιστήμη υποτάχθηκε στην αντιπαράθεση για την εμπορευματική παραγωγή, το ότι την έκανε «σημαντικό θέμα», δεν ήταν το χειρότερο. Το χειρότερο ήταν ότι τα σοσιαλιστικά κόμματα προσκολλήθηκαν σε αυτή. Οτι το ζήτημα της εμπορευματοοικονομικής μεταρρύθμισης (σε τελική ανάλυση δεν πρόκειται για κάτι άλλο) έγινε ζήτημα του Κόμματος, αυτό ήταν το πραγματικό πρόβλημα. Η αναζήτηση ενός εμπορευματοοικονομικού υποκειμένου μπορούσε να οδηγήσει μόνο στο να μην αισθάνεται πια κανένας άμεσα σαν υποκείμενο του σοσιαλισμού.

Ο Γκορμπατσόφ δεν ήταν «σοσιαλιστής» μεταρρυθμιστής, αλλά, με μέτρο σύγκρισης το σοσιαλισμό, ήταν αντεπαναστάτης - και ένα μεγάλο μέρος των απολογητών της εμπορευματικής παραγωγής στο σοσιαλισμό, δηλαδή της «σοσιαλιστικής οικονομίας της αγοράς», ήταν επίσης αντεπαναστάτες. Σήμερα δεν έχουμε να κάνουμε απλώς και μόνο με την ήττα της σχεδιασμένης οικονομίας, αλλά με την ήττα της συγκεκριμένης σχεδιασμένης οικονομίας, η οποία απαιτούσε να είναι μία νέα κοινωνική μορφή της εμπορευματικής παραγωγής, δηλαδή να είναι εμπορευματοοικονομικά οργανωμένος σοσιαλισμός.

Η κοινωνική αλλαγή στη Σοβιετική Ενωση, η αντεπανάσταση, έχει και άλλες αιτίες εκτός από τις οικονομικές (για τις οποίες όμως δε γίνεται λόγος εδώ). Σε μας μένει ότι αυτή η αντιπαράθεση έπαιξε σημαντικό ρόλο στην κοινωνική αλλαγή (σ.μ.: στην αντεπανάσταση), αποδείχτηκε καταστρεπτική για την κοινωνία. Επειδή υπηρέτησε την αντεπανάσταση είναι και σήμερα επίκαιρη. Δηλαδή πρέπει να συζητάμε ακόμα το πρόβλημα - είναι καθοριστικό για την κομμουνιστική ταυτότητα. Ακόμα κι αν δε μας αφορά πρακτικά άμεσα, μας αφορά θεωρητικά και προπάντων για τις μελλοντικές εφαρμογές. Δε θα έχουμε σαν κομμουνιστές θεωρία, αν δε λύσουμε αυτό το ζήτημα.

Κάθε νέα αρχή του σοσιαλισμού θα έχει να κάνει με το πρακτικό και θεωρητικό μας παρελθόν.


ΣημειώσειςΣημειώσεις

* Ο Χέρμαν Γιάκομπς είναι οικονομολόγος.

1. Σ.μ. Σε αυτό το σημείο, όπως και σε επόμενα, ο Χ. Γιάκομπς με τον όρο «σχεδιασμός προοπτικής» εννοεί τον καθορισμό από το σοσιαλιστικό κράτος ορισμένων γενικών κατευθύνσεων, σε αντιπαράθεση με τον ολοκληρωμένα κεντρικό σχεδιασμό που καθορίζει άμεσους και μακροπρόθεσμους στόχους και εξαπλώνεται σε κάθε κλάδο, περιοχή, σοσιαλιστική παραγωγική μονάδα κλπ.

2. Δες αναλυτικά, Herman Jacobs: «Die Theorie von der sozialistischen Warenproduktion - Ein vehangnisvoller Irrtum», («H Θεωρία της σοσιαλιστικής εμπορευματικής παραγωγής - Ενα ολέθριο λάθος»), περιοδικό «Offen-siv» 8/2008.

3. Ο καταμερισμός της εργασίας είναι στιγμή της συγκεκριμένης εργασίας και οι στιγμές της συγκεκριμένης εργασίας δεν μπορούν να χρησιμεύσουν για την ανάλυση της οικονομίας της αφηρημένης εργασίας, γιατί αυτό θα συνεπαγόταν το βασικό μεθοδολογικό λάθος να ερμηνεύουμε την οικονομία της αφηρημένης εργασίας από τις προϋποθέσεις και τους όρους της συγκεκριμένης εργασίας.

4. «Εδώ, όπως και σε κάθε αγορά και πώληση, ο κάτοχος του εμπορεύματος χάνει το δικαίωμα ιδιοκτησίας πάνω στο εμπόρευμα, ενώ ο αγοραστής γίνεται ιδιοκτήτης του εμπορεύματος» (στο πρώτο εγχειρίδιο διδασκαλίας, σελ. 501).

5. Πρόκειται για μία πρώιμη αστική, σχεδόν πρωτόγονη κατανόηση της εμπορευματικής παραγωγής ή απλά μία κατανόηση του καταμερισμού εργασίας, η οποία είναι συμβατή και με τον αναπτυγμένο κομμουνισμό. Δεν πρόκειται για κατανόηση του χρήματος, αλλά για κατανόηση της ανταλλαγής ως ανταλλαγή προϊόντων - σιτάρι αντί τσεκουριού.

6. Και ακόμα πιο κάτω, στη βελτιωμένη 4η έκδοση του ίδιου εγχειριδίου -de facto νέα έκδοση- διαβάζουμε: «Οι εργάτες και οι υπάλληλοι λαμβάνουν για τη δουλειά τους από το κράτος ένα χρηματικό μισθό, τον οποίο εκποιούν μέσω της αγοράς καταναλωτικών αγαθών από τις κρατικές και τις συνεταιριστικές εμπορικές εταιρίες ή στη συνεταιριστική αγορά. Εδώ ο πωλητής (σ.σ. δηλαδή το κράτος) χάνει το δικαίωμα ιδιοκτησίας στα εμπορεύματα, ενώ ο αγοραστής (σ.σ. δηλαδή ο επονομαζόμενος άνθρωπος, εργαζόμενος ή καταναλωτής της εργασίας του) γίνεται ιδιοκτήτης αυτού του εμπορεύματος. Τα εμπορεύματα πηγαίνουν από την κρατική ή τη συνεταιριστική ιδιοκτησία ή ακόμα και από την ατομική ιδιοκτησία των συνεταιρισμένων αγροτών στην ατομική ιδιοκτησία των εργατών και των υπαλλήλων» («Εγχειρίδιο διδασκαλίας», 4η έκδοση, ρωσική το 1962, γερμανική το 1965, σελ. 539). Υπάρχουν λοιπόν τρεις μορφές ιδιοκτησίας. Στις δύο που έχουν ήδη αναφερθεί, προστίθεται και η «ατομική ιδιοκτησία». Η ιδιοκτησία δεν καθορίζεται λοιπόν μόνο για τους ανθρώπους, για τους παραγωγούς, σε σχέση με τους υλικούς φορείς της παραγωγής, αλλά επίσης και για τους καταναλωτές. Οποία σύγχυση της έννοιας της ιδιοκτησίας.

7. Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», τ. 1, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 56.

8. Εγχειρίδιο διδασκαλίας «Πολιτική Οικονομία / Σοσιαλισμός», έχει εκδοθεί από την έδρα διδασκαλίας της Πολιτικής Οικονομίας του τμήματος της οικονομικής επιστήμης του κρατικού Πανεπιστημίου Λομονόσοφ της Μόσχας, Μόσχα 1970, Γερμανικά: εκδ. «Η οικονομία», Βερολίνο, 1972, σελ. 264.

9. D. Smoldyrew: «Η ιστορική μοίρα της εμπορευματικής παραγωγής», στο «Οικονομικές Επιστήμες» 1987, Τετράδιο 8, Γερμανικά: «Σοβιετική Επιστήμη / συμβολές κοινωνικών επιστημών» Τετράδιο 3/1988, οι σελίδες αναφέρονται στη γερμανική έκδοση.