Η Συμβουλιακή Δημοκρατία του Μονάχου*


του Heinz Ahlreip

Η Συμβουλιακή Δημοκρατία του Μονάχου καταλαμβάνει ιστορικά μια περίοδο περίπου μισού χρόνου, από τις 7 Νοέμβρη 1918 μέχρι τις 6 Μάη 1919, οπότε και ανατράπηκε μετά από μία ματωμένη βδομάδα1. Στην ίδρυση της Συμβουλιακής Δημοκρατίας συνέβαλε ασφαλώς και ο μεγάλος αριθμός των απωλειών που είχε να αντιμετωπίσει η Βαυαρία στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, με τα δελτία να αναφέρουν ότι ο αριθμός των πεσόντων ανερχόταν στις 200.000. Στην πορεία προς αυτήν, πρέπει να λάβουμε υπόψη την απεργία που έγινε στα εργοστάσια οπλισμού στο Μόναχο το Γενάρη του 1918, στην οποία ο Κουρτ Άισνερ (Kurt Eisner)2 έπαιξε ηγετικό ρόλο, γεγονός που του κόστισε τη φυλάκισή του μέχρι τον Οκτώβρη του 1918. Λίγες μέρες μετά από την αποφυλάκισή του, αποτέλεσε πρόσωπο-κλειδί των απαρχών του ιστορικού εξαμήνου. Στις 8 Νοέμβρη 1918 διακήρυξε το «Ελεύθερο Κράτος της Βαυαρίας».

Η Βαυαρία παρουσιάζει τρία αξιοσημείωτα χαρακτηριστικά: Πρώτο, μόνο εκεί εμφανίζεται μια τόσο ψηλή συγκέντρωση αγροτικών συμβουλίων, κάτι που δεν υπήρχε σε άλλες συμβουλιακές περιοχές της Γερμανίας. Δεύτερο, η Γερμανική Επανάσταση του Νοέμβρη σημείωσε την πρώτη της νίκη στη γερμανική «Βανδέα»3, δηλαδή σε ένα βαθιά αγροτικο-καθολικό περιβάλλον, το οποίο δε διατεινόταν φιλικά απέναντι στην ιδέα των συμβουλίων, γεγονός που συνέβαλε και στην περιορισμένη διάρκεια ζωής του. To πιο οπισθοδρομικό κρατίδιο απ’ όλα ήταν και το πρώτο κρατίδιο στο οποίο καταργήθηκε η μοναρχία και ανακηρύχτηκε η δημοκρατία. Και, τρίτο, το εύρος της στήριξης που είχε η επανάσταση ήταν εντυπωσιακό, αν και σε καμιά περίπτωση ομοιογενές· προκύπτει μάλιστα το ερώτημα αν οι ακαδημαϊκοί, οι συγγραφείς, οι ποιητές, οι καλλιτέχνες και οι μποέμ άνθρωποι του Σβάμπινγκ4 είχαν μεγαλύτερο βάρος σε αυτήν από τους εργάτες, τους αγρότες, τους στρατιώτες, ακόμα και τους ναύτες που είχαν έρθει από τη Βόρεια Γερμανία.

Το κίνημα των συμβουλίων προέκυψε μέσα από μια διαδήλωση για την ειρήνη, στην οποία κυριάρχησαν τα συνθήματα «ψωμί και ειρήνη» και «κάτω ο καπιταλισμός». Από αυτήν τη διαδήλωση προέκυψε ουσιαστικά και η Δημοκρατία (Republik). Tο ζήτημα του κοινωνικού συστήματος (ανατροπή του καπιταλισμού) είχε ήδη τεθεί. Στις 7 Νοέμβρη συγκεντρώθηκαν στο Τερεζινβίζε5 περίπου 50.000 διαδηλωτές, ωστόσο στο «Άγαλμα της ειρήνης» το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας (SPD), που βρισκόταν υπό την ηγεσία του Άουερ (Auer), τους σταμάτησε και κήρυξε τη λήξη της διαδήλωσης. Αλλά ένας σκληρός πυρήνας 2.000 μαχητών με επικεφαλής τον Άισνερ συνεχίζει με κατεύθυνση τα συγκροτήματα με τους στρατώνες και καταφέρνει να πάρει τον ένα στρατώνα μετά τον άλλο· οι στρατιώτες τούς εγκαταλείπουν, κάποιοι διαλύουν τα όπλα τους, κάποιοι άλλοι τρέχουν προς τους διαδηλωτές και άλλοι βγάζουν τις στολές τους κι εξαφανίζονται.

Ο βασιλιάς Λουδοβίκος Γ΄ εγκαταλείπει το Μόναχο παίρνοντας μαζί του την ιστορία 738 χρόνων του Οίκου των Βίτελσμπαχ. Ο Άισνερ, ένας «ανεξάρτητος σοσιαλδημοκράτης», ειρηνιστής και καντιανός, γίνεται πρωθυπουργός του Ελεύθερου Κράτους και υπουργός Εξωτερικών, τρέφοντας μεγάλες προσδοκίες από τον Αμερικανό πρόεδρο Ουίλσον κι ελπίζοντας να κατακτήσει από τις νικήτριες δυνάμεις επιεικείς όρους ειρήνευσης μέσω της προβολής μιας καθαρής «Δημοκρατίας της Βαυαρίας». Μοιραία, το υπουργείο Εσωτερικών πέφτει στο σοσιαλδημοκράτη της πλειοψηφίας Άουερ, ο οποίος συνδεόταν με τον Νόσκε (Noske)6 και αυτή η σύνδεση έμελλε να γράψει το πλέον θλιβερό κεφάλαιο της ιστορίας της Συμβουλιακής Δημοκρατίας της Βαυαρίας.

Αυτή η ανατροπή ζέστανε με ηλιαχτίδες προόδου το μέχρι τότε ζοφερό βασίλειο: Απελευθέρωση των πολιτικών κρατούμενων, ισότητα ανάμεσα στον άντρα και τη γυναίκα, 8ωρο, δικαίωμα του συνδικαλίζεσθαι και του συνέρχεσθαι, διαχωρισμός κράτους και Εκκλησίας (που σήμανε το τέλος του θρησκευτικού εξαναγκασμού στα σχολεία αφού πλέον οι γονείς είχαν τη δυνατότητα να επιλέξουν εναλλακτικά ένα μάθημα Ηθικής), μικτή εκπαίδευση, άρση της απαγόρευσης γάμου για τις δασκάλες, μεταρρύθμιση του Δικαίου των υπηρετών (οι οποίοι δε βρίσκονταν πια 24 ώρες στην υπηρεσία των αφεντικών τους, αλλά μόνο 8).

Οι παπάδες «έβγαζαν αφρούς από το στόμα»: «Το Συμβούλιο των Εργατών και Στρατιωτών του Μονάχου απαρτίζεται από τα αποβράσματα του πληθυσμού, από πολλούς μη Βαυαρούς, από τους ναύτες, από Εβραίους, από ντόπιους που εδώ και καιρό εξεγείρονται εναντίον της αριστοκρατίας και του κλήρου και σχεδόν καθόλου από πολίτες και στρατιώτες που βρίσκονταν στην πραγματικότητα στο μέτωπο.»7

Τα συμβούλια ξεφύτρωναν σαν τα μανιτάρια από τη γη. Συνολικά υπήρχαν σχεδόν 7.000 διαφορετικές συμβουλιακές οργανώσεις: Μαθητικά συμβούλια, συμβούλια καλλιτεχνών στο Σβάμπινγκ, το συμβούλιο πνευματικής εργασίας που ιδρύθηκε από τον Χάινριχ Μαν, συμβούλια γυναικών. Αυτά τα τελευταία προέκυψαν ως προϊόν του ιδιαίτερου γεγονότος ότι τα «αντρικά» συμβούλια –συμπεριλαμβανομένων των σοσιαλδημοκρατικών– απέρριπταν την ποσόστωση των γυναικών, ενώ αντιτάχτηκαν ακόμα και στο αίτημα «ίση αμοιβή για ίση εργασία». Το ποσοστό των γυναικών στα συμβούλια ήταν ελάχιστο, μόλις 2,8%· σε ολόκληρο το Μόναχο υπήρχαν μόνο 11 γυναίκες στα συμβούλια (Rätinnen), ενώ στο «Επαναστατικό Εργατικό Συμβούλιο» υπήρχαν μόνο 3 (σε 400 μέλη). Η υψηλότερη συμμετοχή των γυναικών σημειωνόταν στα επιχειρησιακά συμβούλια, στα οποία τα ποσοστό τους έφτανε το 13,5%. Στο κοινοβούλιο του κρατιδίου, μόνο 8 από τις 180 έδρες ανήκαν σε γυναίκες.

Επίσης, αποκαλυπτικό ήταν ένα πλακάτ της Ένωσης Σοσιαλιστριών Γυναικών που έγραφε: «Γυναίκες και μάνες! Μισούμε τον πόλεμο, πολύ περισσότερο τον πόλεμο ανάμεσα σε αδέρφια! Δεν ανεχόμαστε προλετάριοι να πυροβολούν προλετάριους. Θέλουμε το καινούργιο να έρθει χωρίς αιματοχυσία. Πιστεύουμε στη δύναμη της σοσιαλιστικής-κομμουνιστικής ιδέας. Οι ιδέες νικούν χωρίς αίμα. Θέλουμε ο καθένας μόνος του και όλοι μαζί να δώσουμε ένα τέλος σ’ αυτήν την ανθρωποκτονία. Αδέλφια προλετάριοι! Ακούστε μας! Ενεργήστε σαν άνθρωποι μιας νέας κοινωνίας!»8

Ωστόσο, το να πιστεύεις τη «σοσιαλιστική-κομμουνιστική ιδέα» δε σημαίνει να την γνωρίζεις. Ο επιστημονικός σοσιαλισμός δεν αναγνωρίζει καμιά ουσιαστική επανάσταση χωρίς αιματοχυσία. Επίσης, είναι λυπηρό ότι οι σοσιαλδημοκράτισσες γυναίκες τάχτηκαν ενάντια στη συμμετοχή στα συμβούλια.

Ο Άισνερ έβλεπε τα συμβούλια ως ένα σχολείο της δημοκρατίας. Ωστόσο, η επανάσταση δεν είναι η δημοκρατία, αλλά η επανάσταση φέρνει τη δημοκρατία. Ο Άισνερ, ο οποίος κατά βάθος επιδίωκε μια δυαδική εξουσία με συνύπαρξη συμβουλίων και κοινοβουλίου, πρόβλεψε ότι τα συμβούλια θα παίξουν το ρόλο ενός μονοετούς σχολείου προετοιμασίας και εκπαίδευσης των ανθρώπων για τη δημοκρατία. Ακόμα και αυτό όμως έμεινε στα χαρτιά, αφού το «SPD της πλειοψηφίας» (MSPD) και τα αστικά κόμματα πίεσαν για την πρόωρη διεξαγωγή εκλογών για το κοινοβούλιο του Μονάχου, για τις οποίες το μόνο που κατάφερε ο Άισνερ είναι να τις αναβάλει μέχρι τη 12η Γενάρη 1919. Εκείνη τη μέρα η φωτιά της κόλασης έπεσε πάνω στο USPD, αφού αυτό πήρε μόλις το 2,5% των ψήφων ή 3 στις 180 έδρες, ενώ το MSPD πήρε το 33% και το Λαϊκό Κόμμα Βαυαρίας το 35% των ψήφων.

Σημαντικό για τη συνέχεια των γεγονότων είναι να κρατήσουμε στο πίσω μέρος του κεφαλιού μας ότι σε αυτές τις εκλογές τα 2/3 του πληθυσμού δεν ψήφισαν σοσιαλιστικά. Η πολιτική –και όχι μόνο η πολιτική– μοίρα του Άισνερ ήταν πια σφραγισμένη.

Ο Άουερ κατάφερε να σχηματίσει μια κυβέρνηση μειοψηφίας και ο ίδιος έπρεπε να παραιτηθεί. Στις 21 Φλεβάρη 1919, ο Άισνερ δολοφονήθηκε καθώς μετέβαινε στο κοινοβούλιο, με τη δήλωση παραίτησης στην τσέπη, από τα πυρά του Άντον Άρκο-Βάλεϊ (Anton Arco-Valley)9. Το σοκ αυτής της πράξης επέφερε μια δεύτερη επανάσταση στην ιστορία του συμβουλιακού κινήματος του Μονάχου, αλλά ακόμα και αυτή η δεύτερη επανάσταση δε σήμανε την ανακήρυξη μιας Συμβουλιακής Δημοκρατίας. Για κάτι τέτοιο απαιτούνταν το συμβουλιακό κίνημα να εξελιχτεί σ’ ένα κίνημα της Συμβουλιακής Δημοκρατίας. Ως αντίδραση στη δράση του αριστοκράτη Άρκο-Βάλεϊ, ο χασάπης Άλοϊς Λίντνερ (Alois Lindner) τραυμάτισε βαριά τον πρόεδρο του MSPD Άουερ στη βαυαρική βουλή και σκότωσε κατά λάθος δύο βουλευτές.10

Τα μέλη του κοινοβουλίου το έβαλαν στα πόδια. Αυτό που ακολούθησε ήταν κυριολεκτικά ένα ξέσπασμα προσωπολατρίας του Άισνερ. Σε πολλές εργατικές κατοικίες του Μονάχου υψώθηκε η εικόνα του. Η επαναστατική διάθεση ανέβηκε σημαντικά. Ο Όσκαρ Μαρία Γκραφ (Oskar Maria Graf) γράφει για την κλιμακούμενη κατάσταση στο βιβλίο του Είμαστε φυλακισμένοι: «Οι μάζες βρίσκονταν σε κίνηση, το πλήθος διέσχιζε σαν ποτάμι την πόλη. Αυτό ήταν τελείως, μα τελείως διαφορετικό από την 7η Νοέμβρη. Αν σηκωνόταν κάποιος και φώναζε “Σφάξτε τους αστούς! Βάλτε φωτιά στην πόλη! Καταστρέψτε τα πάντα!”, θα γινόταν.» Διάδοχος του βαριά τραυματισμένου Άουερ θα γίνει ο Χόφμαν (Hoffmann), επίσης μέλος του MSPD. Ωστόσο, τα κόκκινα καλντερίμια του Μονάχου είναι πολύ καυτά γι’ αυτόν κι έτσι καταφεύγει με το διοικητικό του προσωπικό στην καθολική επισκοπική πόλη Μπάμπεργκ11, διατηρώντας πάντα επαφή με τον Νόσκε στο Βερολίνο, ο οποίος διέθετε θωρακισμένα αυτοκίνητα και αεροπλάνα.

Προέκυψε μια μορφή δυαδικής εξουσίας: Στην πόλη του Μονάχου την ουσιαστική εξουσία την είχε η Αριστερά και διαφαινόταν μια Συμβουλιακή Δημοκρατία, ενώ στην επαρχία συγκεντρώνονταν οι οπαδοί του ιστορικά ξεπερασμένου κοινοβουλευτισμού. Δημιουργήθηκε μια κατάσταση παρόμοια με εκείνη που υπήρχε την περίοδο της Παρισινής Κομμούνας, δηλαδή με λίγα λόγια η επαναστατημένη πρωτεύουσα βρισκόταν αντιμέτωπη με την αντιδραστική επαρχία. Μια κατάσταση παρόμοια με το 1917 στη Ρωσία, με τη διαφορά ότι μεταξύ Φλεβάρη και Οκτώβρη οι δύο μορφές διακυβέρνησης δε διαχωρίζονταν με κριτήριο το χωρικό διαχωρισμό ανάμεσα σε αστικές κι επαρχιακές περιοχές. Μια άλλη διαφορά ανάμεσα στις δύο είναι ότι στη νοτιογερμανική επανάσταση του Νοέμβρη, η βαυαρική μητρόπολη επρόκειτο να συντριβεί, όπως συνέβη και στη Γαλλία το 1871. Αρχικά, ο Χόφμαν προκάλεσε ένα μποϊκοτάζ τροφίμων στη μητρόπολη επιδιώκοντας τη λιμοκτονία της, ενώ παρεμπιπτόντως πρέπει να σημειωθεί ότι οι Γάλλοι πατριώτες δεν έφτασαν τόσο μακριά το 1871. Από τα παραπάνω μπορεί να γίνει κατανοητό γιατί είναι αναγκαία μια ριζική επανάσταση.

Συχνά περνάνε αεροπλάνα πάνω από το Μπάμπεργκ και πετάνε φέιγ βολάν χωρίς υπογραφή. Είναι εξαιρετικά διαφωτιστικό να τα μελετήσει αυτά κανείς στη Δημοτική Βιβλιοθήκη του Μονάχου, γιατί δείχνουν πόσο βαθιά στον αντεπαναστατικό βάλτο βυθίζεται το SPD, πόσο γρήγορα μπορεί να κατρακυλήσει στον «πράσινο θάμνο»12 όταν πρόκειται για τη σωτηρία του κεφαλαίου, όταν ο κομμουνιστικός κίνδυνος παίρνει πιο άμεσα διακριτή μορφή. Για εδώ, δύο παραδείγματα αρκούν:

α) «… Η ρωσική τρομοκρατία λυσσομανά στο Μόναχο πυροδοτούμενη από ξένα στοιχεία. Αυτή η ντροπή για τη Βαυαρία δεν πρέπει να συνεχιστεί ούτε μία μέρα, ούτε μία ώρα παραπάνω. (…) Εσείς, άνθρωποι των βαυαρικών βουνών [σ.σ.: όχι των εργοστασίων!], των βαυαρικών ορεινών περιοχών, του βαυαρικού δάσους, ξεσηκωθείτε σαν ένας άνθρωπος. (…) Με εμβλήματά σας τον πράσινο θάμνο στο καπέλο σας και το γαλανόλευκο περιβραχιόνιο στο χέρι σας. (…) Εκ μέρους της κυβέρνησης, Χόφμαν, πρωθυπουργός (…).»13

β) «Πραγματικά ανέχεστε τις επιταγές του κομμουνιστικού ιδεώδους, σύμφωνα με τις οποίες κάθε γυναίκα ανήκει σε όλους τους άντρες, με συνέπεια να μετατρέπονται ταχύτατα σε πόρνες;»14

Εδώ ο σοσιαλδημοκράτης Χόφμαν αντιγράφει κατά λέξη τις συκοφαντίες του αρχιεπισκόπου του Μονάχου και του Φράιζινγκ Μίκαελ φον Φάουλχαμπερ (Freising Michael von Faulhaber). Εξάλλου, αυτός ακριβώς ο αρχιεπίσκοπος είναι εκείνος με τον οποίο συμφωνήθηκε το σήμα για την επίθεση των στρατευμάτων των Φράικορπς (Freikorps)15 στο κόκκινο Μόναχο να δοθεί με το καταιγιστικό χτύπημα όλων των καμπανών της πόλης.

Πόση συνεργατική φαιδρότητα απέναντι στις χιλιάδες και χιλιάδες φοβισμένες καθολικές γυναίκες! Πόση υπόθαλψη των γυναικών, οι οποίες αποτέλεσαν αντικείμενο πνευματικής εκμετάλλευσης εξίσου από τους δεξιούς σοσιαλδημοκράτες και τους καθολικούς κληρικούς με στόχο να μετατραπούν σε όργανα της ταξικής πάλης! Εντελώς συνειδητά, οι φόβοι τους υποδαυλίστηκαν με ψέματα. Προσπάθησαν να εμφυσήσουν, ιδιαίτερα στις τρεμάμενες χωριατοπούλες, ότι η Κομμούνα ήταν μια δημοκρατία των πορνών.

Έτσι αγωνίστηκε και αγωνίζεται το δεξιό SPD για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Αυτό το κόμμα καταπολέμησε τα συμβούλια, γιατί δικαιολογημένα έβλεπε σε αυτά έναν κίνδυνο για την εξουσία του κεφαλαίου. Όταν αναλύουμε τις επαναστατικές εξεγέρσεις στη Γερμανία, οπουδήποτε και οποτεδήποτε, πάντα προσκρούουμε στα αντεπαναστατικά εγκλήματα αυτού του κόμματος. Στην πραγματικότητα δεν είναι παρά ένα βρομερό πτώμα, που απλώς πρέπει να θαφτεί κάτω από τη γη από επαναστατικά χέρια.

Σε αυτό το σημείο πρέπει να σημειωθεί κάτι θεμελιώδες για τη σχέση ανάμεσα στα κοινοβούλια και τα συμβούλια, αρχικά για την ιστορική τους εξέλιξη και στη συνέχεια για τις απόψεις των λενινιστών, των ανεξάρτητων σοσιαλδημοκρατών και των πλειοψηφικών σοσιαλδημοκρατών ως προς τη σχέση ανάμεσα σε αυτές τις δύο μορφές εξουσίας, καθώς και για τον τρόπο με τον οποίο προσπάθησε ο καθένας να εφαρμόσει αυτές τις απόψεις στη συμβουλιακή δημοκρατία του Μονάχου.

Στη Γαλλική Επανάσταση δεν υπήρχε ακόμα κανένα συμβούλιο, καθώς επίσης και κανένα κόμμα. Στην Επανάσταση του 1848 δεν υπήρχε κανένα συμβούλιο, υπήρχαν όμως πολιτικά κόμματα. Τα συμβούλια εμφανίζονται στην Παρισινή Κομμούνα, ενώ στο έργο του Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία ο Μαρξ κατέγραψε με σαφήνεια τα κύρια χαρακτηριστικά τους και το ριζικά διαφορετικό χαρακτήρα τους σε σχέση με τον αστικό κοινοβουλευτικό κρετινισμό:

«Η Κομμούνα σχηματιζόταν από τους δημοτικούς συμβούλους που είχαν εκλεγεί με βάση το γενικό εκλογικό δικαίωμα στα διάφορα διαμερίσματα του Παρισιού. Ήταν υπεύθυνοι και μπορούσαν να ανακληθούν σε οποιαδήποτε στιγμή. Η πλειοψηφία τους αποτελούνταν φυσικά από εργάτες ή από αναγνωρισμένους εκπροσώπους της εργατικής τάξης. Η Κομμούνα δεν επρόκειτο να είναι ένα κοινοβουλευτικό, αλλά ένα εργαζόμενο σώμα, εκτελεστικό και νομοθετικό ταυτόχρονα. Η αστυνομία, που ως τότε ήταν το όργανο της κεντρικής κυβέρνησης, απογυμνώθηκε αμέσως απ’ όλες τις πολιτικές της ιδιότητες και μετατράπηκε σε υπεύθυνο όργανο της Κομμούνας, που μπορούσε να ανακληθεί σε οποιαδήποτε στιγμή. Το ίδιο έγινε και με τους δημόσιους υπαλλήλους σε όλους τους κλάδους της διοίκησης. Από τα μέλη της Κομμούνας ως τους κατώτερους υπαλλήλους, η δημόσια υπηρεσία έπρεπε να αμείβεται με εργατικούς μισθούς. Όλα τα αποχτημένα δικαιώματα και οι επιχορηγήσεις για έξοδα παραστάσεως στους ανώτερους αξιωματούχους του κράτους καταργήθηκαν μαζί με τους ίδιους τους αξιωματούχους.»16

Από θεωρητική σκοπιά, εδώ βρίσκεται το σημείο-κλειδί του δημοκρατικού περιεχομένου της συμβουλιακής δημοκρατίας. Ένα ισχυρό συμβουλιακό κίνημα υπήρχε στη ρωσική επανάσταση του 1905, από την εμπειρία του οποίου ο Λένιν όρισε τα συμβούλια ως «τα φύτρα απονέκρωσης κάθε κράτους», κατά την οποία θα απονεκρωθεί και η ίδια η δημοκρατία. Φυσικά, για κάτι τέτοιο πρέπει να έχει προχωρήσει σε μεγάλο βαθμό η πορεία από το σοσιαλισμό στον κομμουνισμό, ενδεχομένως ακόμα και να έχει αρθεί η αντίθεση εργατών-αγροτών. Μόνο έτσι μπορεί να διασφαλιστεί η ομοιογένεια του εργαζόμενου λαού και συνεπώς η ενότητα λαού, εργατικής τάξης, κομμουνιστών, ακομμάτιστων κι επιστημονικού σοσιαλισμού. Μόνο τότε οι ακόμα εναπομείναντες θεσμοί δε θα απαιτείται να παραμεριστούν με την ταξική πάλη.

Η απονέκρωση της δημοκρατίας προϋποθέτει ένα χαμηλό επίπεδο ταξικής πάλης και μια πολύ ομοιογενή κοινωνία. Πίσω από τους σημερινούς φραμπαλάδες του κοσμοπολίτικου πλουραλισμού, κρύβεται ο διαχωρισμός ανάμεσα στους λαούς και την εκμετάλλευσή τους από το διεθνές κεφάλαιο. Η Ρόζα Λούξεμπουργκ, η οποία παρεμπιπτόντως υποστήριζε σφόδρα, στέρεα και πειστικά ότι ακόμα και ο μαρξισμός-λενινισμός καθίσταται περιττός στον κομμουνισμό (και τι να καθοδηγήσει άλλωστε, αφού η ανθρώπινη δράση δε θα έχει πλέον πολιτικό χαρακτήρα), μελέτησε εντατικά τη ρωσική επανάσταση του 1905. Εντόπισε σε αυτήν πολύ προοδευτικά στοιχεία, ωστόσο παρέμεινε μειοψηφία στο κόμμα της όταν απαίτησε από το SPD να αντλήσει διδάγματα από αυτήν. Οι σύντροφοί της στέκονταν υπεροπτικά –τόσο από θεωρητική όσο και από πρακτική σκοπιά– απέναντι στα μεγάλα γεγονότα του 1905.

Όταν φτάσαμε στην Επανάσταση του Νοέμβρη του 1918-1919 στη Γερμανία ούτε είχαν διδαχτεί φυσικά, ούτε είχαν ξεχάσει τίποτα. Γι’ αυτό έβαλαν στο στόχαστρο των όπλων τους τόσο τα συμβούλια όσο και τον Καρλ Λίμπκνεχτ και τη Ρόζα Λούξεμπουργκ.

12 χρόνια μετά τα γεγονότα στη Ρωσία το 1905, παρακολουθούμε εκεί την ύπαρξη μιας δυαδικής εξουσίας, από το Φλεβάρη μέχρι τον Οκτώβρη του 1917, κατά την οποία τα συμβούλια παρέδωσαν οικειοθελώς την εξουσία στην αστική τάξη. Είχε εδραιωθεί πολύ βαθιά στα μυαλά των λεγόμενων απλών ανθρώπων, ακόμα και στα μυαλά των κομμουνιστών, ότι δεν μπορούν να κυβερνήσουν. Μόνο ο Λένιν άνοιξε –με τις Θέσεις του Απρίλη– τα μάτια στους επί αιώνες βασανισμένους εργάτες και αγρότες, καθοδηγώντας μια διαφωτιστική εκστρατεία που οδήγησε στην κατάκτηση της πλειοψηφίας των Σοβιέτ από τους μπολσεβίκους. Έπρεπε να περιμένουν μέχρι την κατάκτηση αυτής της πλειοψηφίας γιατί αυτή ακριβώς ήταν η εγγύηση της νίκης του Οκτώβρη.

Τον Απρίλη του 1918 ανακηρύχτηκε στο Μόναχο μια Συμβουλιακή Δημοκρατία, παρόλο που στις βαυαρικές βουλευτικές εκλογές της 12ης Γενάρη τα 2/3 δεν είχαν ψηφίσει σοσιαλιστικά. Την πρώτη βδομάδα του Μάη, ο Νόσκε και τα στρατεύματά του των Φράικορπς είχαν από στρατιωτική σκοπιά ένα σχετικά εύκολο καθήκον, αφού ο συσχετισμός δύναμης ήταν 3:1 εναντίον των συμβουλίων και διέταξε ένα λουτρό αίματος στο Μόναχο θεωρώντας ότι οι κόκκινοι στασιαστές δεν άξιζαν να τεθούν ούτε καν υπό την προστασία της Σύμβασης της Γενεύης. Ο μαθητής του, ο Χίτλερ, ήταν σε αυτό το σημείο πιο μετριοπαθής, αφού περιορίστηκε μόνο στους κόκκινους πολιτικούς επίτροπους.

Τα συμβούλια μπορούν να κατανοηθούν μόνο ως επαναστατικά όργανα πάλης και η στάση απέναντι σε αυτά αντανακλά ταξικές αντιθέσεις. Ας επιστρέψουμε όμως στη Συμβουλιακή Δημοκρατία του Μονάχου. Οι μόνοι που ήταν ξεκάθαρα προσηλωμένοι στην αποκλειστική εξουσία των συμβουλίων ήταν οι κομμουνιστές και κανείς άλλος. Ο Άισνερ (Eisner) του Ανεξάρτητου Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος έβλεπε στα συμβούλια ένα προσωρινό παρακοινοβούλιο (κοινοβούλιο!!!) και αρκούνταν να πει ότι αυτά είχαν τη δυνατότητα να ασκούν δικαιώματα ελέγχου μέχρι το επίπεδο της περιφέρειας, ενώ η οριστική σχέση τους με την Εθνοσυνέλευση έμελλε ακόμα να αποφασιστεί. Μέχρι τότε όμως παραδεχόταν για τα συμβούλια το δικαίωμα στην πλήρη πληροφόρησή τους για το τι γινόταν σε όλες τις υπόλοιπες Αρχές.

Ο Άισνερ χρειαζόταν βασικά τα συμβούλια μόνο για ένα χρόνο ως φυτώρια της δημοκρατίας. Το πόσο εύθραυστη ήταν η επαναστατική συμβουλιακή εξουσία στα χέρια του φάνηκε στις 17 Νοέμβρη 1918, όταν απέρριψε μια προγραμματισμένη στρατιωτική παρέλαση για τον εορτασμό της επανάστασης και τάχτηκε υπέρ μιας πολιτιστικής εκδήλωσης με κλασική μουσική.

Από την άλλη, για τους πλειοψηφικούς σοσιαλιστές υπό την ηγεσία του Άουερ, τα συμβούλια δεν είχαν καμία πολιτική ουσία και κανένα μέλλον. Αφού όμως είχαν δημιουργηθεί, τους απέδωσαν στο Μόναχο αστυνομικά καθήκοντα (π.χ. καταπολέμηση της μαύρης αγοράς). Ο Άουερ χαρακτήρισε την αντίληψη του Άισνερ για τα συμβούλια ως κάτι το υβριδικό, και εδώ είχε για πρώτη και τελευταία φορά δίκιο. Τα συμβούλια θα μπορούσαν να ανυψωθούν μόνο με τη δική τους δύναμη μέσω της υποστήριξης των κομμουνιστών. Ούτε ο Άισνερ, ούτε ακόμα περισσότερο ο Άουερ, ο οποίος τα απέρριπτε συνολικά, ήταν υποστηρικτές τους.

Το συμβουλιακό κίνημα γνώρισε ανάπτυξη με τη νίκη των συμβουλίων στη Βουδαπέστη και τη συγκρότησή τους στη Βιέννη. Από τη Βρέμη, το Βερολίνο, την περιοχή του Ρουρ, τη Σαξονία και τη Θουριγγία έρχονταν αναφορές για τις δράσεις των συμβουλίων. Στις 7 Απρίλη 1918 συγκροτήθηκε –χωρίς τη στήριξη των κομμουνιστών– η πρώτη Συμβουλιακή Δημοκρατία17. Αυτή η Δημοκρατία επέφερε στην εργατική τάξη τουλάχιστον δύο σημαντικές βελτιώσεις: Στους μεταλλεργάτες αυξήθηκε ο μισθός κατά 80% και στους τυπογράφους μειώθηκε ο χρόνος εργασίας από 48 σε 44 ώρες. Μια πραγματική, ωστόσο, επιτυχία επήλθε μόλις με την ανακήρυξη της δεύτερης Συμβουλιακής Δημοκρατίας του Μονάχου, με επικεφαλής τον κομμουνιστή Λεβίν (Leviné). Και τώρα πραγματοποιήθηκαν όσα αμελούνταν εδώ και καιρό: Απαγορεύτηκαν οι αστικές εφημερίδες, η σιδηροδρομική και οδική κυκλοφορία τέθηκε υπό τον έλεγχο των συμβουλίων, οι τηλεφωνικές και τηλεγραφικές συγκοινωνίες επιβλέπονταν, ιδρύθηκαν επαναστατικά δικαστήρια, κατασχέθηκε ο συσσωρευμένος πλούτος και οι άστεγοι βρήκαν στέγη σε άδειες κατοικίες. Η κατάσταση γινόταν πλέον σοβαρή. Οι τράπεζες τέθηκαν υπό εργατικό έλεγχο, κάτι που η Παρισινή Κομμούνα είχε παραμελήσει διαπράττοντας ένα θεμελιώδες λάθος. Το χρήμα που υπήρχε στα χρηματοκιβώτιά τους κατασχέθηκε. Ο υπουργός Οικονομικών της Συμβουλιακής Δημοκρατίας του Μονάχου, ο Γερμανο-αργεντίνος έμπορος Σίλβιο Γκέζελ (Silvio Gesell)18, ο θεμελιωτής της θεωρίας του ελεύθερου εμπορίου, άσκησε μια πολιτική αρνητικών επιτοκίων, με την οποία σκόπευε να σταματήσει τη συσσώρευση χρήματος και σταδιακά να διοχετεύσει αυτό το χρήμα πίσω στην κυκλοφορία, αφού σύμφωνα με τον Γκέζελ, όπως μου επισήμανε ο Μάικ Νάγκλερ (Mike Nagler), το χρήμα έχανε συνεχώς την αξία του (Schwundgeld).

Η καταστολή της εξουσίας των συμβουλίων στο Μόναχο ήταν ιστορικά προδιαγεγραμμένη υπόθεση. Ακόμα και αν οι στρατιώτες των συμβουλίων είχαν νικήσει τα γερμανικά Φράικορπς, εξακολουθούσαν να υπάρχουν τα στρατεύματα της νικήτριας Γαλλίας, τα οποία ήταν πάντα σε ετοιμότητα να σβήσουν το επαναστατικό φιτίλι των συμβουλίων για χάρη των Ευρωπαίων αρχόντων και πλουτοκρατών. Έχουμε ήδη αναφέρει παραπάνω το όνομα του Χάινριχ Μαν, αλλά εκείνη την εποχή ζούσε στο Μόναχο και ο αδερφός του, Τόμας Μαν, ο οποίος άφησε να εννοηθεί ότι δε θα είχε αντίρρηση να πάνε οι Κόκκινοι στο απόσπασμα. Τόσο διαφορετικά μπορούν να είναι δύο αδέρφια μεταξύ τους.

Έχουμε ήδη αναφέρει τα νούμερα που αποτυπώνουν το συσχετισμό: Τα 2/3 είχαν ψηφίσει στις εκλογές κατά του σοσιαλισμού, η μάχιμη δύναμη των Κόκκινων ήταν 12.000 στρατιώτες, ενώ των Λευκών 36.000 και με πολύ καλύτερο τεχνικό εξοπλισμό (αεροπλάνα και τεθωρακισμένα). Ο Νόσκε είχε αφήσει το ελεύθερο στο «νόμο» του λιντσαρίσματος, τα στρατοδικεία ξεσάλωναν από την 1η έως την 6η Μάη, φέρνοντας στο νου τη «Ματωμένη Βδομάδα» στο Παρίσι το Μάη του 1871, για την οποία ο Μαρξ έγραφε τα εξής:

«Για να βρούμε κάτι το αντίστοιχο με τη διαγωγή του Θιέρσου και των αιμοβόρων σκυλιών του, πρέπει ν’ ανατρέξουμε στην εποχή του Σύλλα και των δύο τριανδριών της Ρώμης [σ.σ.: εννοεί τις δύο δικτατορίες των στρατηγών Πομπήιου, Καίσαρα, Κράσου και Οκταβιανού, Αντωνίου και Λεπίδου]. Η ίδια ψύχραιμη μαζική σφαγή, το ίδιο σύστημα βασανισμού των αιχμαλώτων, οι ίδιες προγραφές, με τούτη τη φορά μιας ολόκληρης τάξης, ο ίδιος άγριος διωγμός ενάντια στους κρυμμένους ηγέτες, μην τυχόν και ξεφύγει κανένας, οι ίδιες καταγγελίες ενάντια σε πολιτικούς και προσωπικούς εχθρούς και η ίδια αδιαφορία μπροστά στη σφαγή ανθρώπων ολότελα ξένων προς τον αγώνα. Μόνο μια διαφορά υπάρχει, και η διαφορά αυτή είναι ότι οι Ρωμαίοι δεν είχαν ακόμα πολυβόλα [σ.σ.: πρόκειται για όπλο που ανακαλύφθηκε αρχικά το 1850 στο Βέλγιο και χρησιμοποιήθηκε το 1871 από το γαλλικό στρατό ενάντια στην Παρισινή Κομμούνα] για να ξεκάνουν μαζικά τους προγραμμένους και ότι δεν κρατούσαν “στα χέρια το νόμο”, ούτε έφεραν στα χείλη τους την κραυγή “πολιτισμός”.»19

Πώς περιγράφει τώρα ο Γκίντερ Γκέρστενμπερκ (Günther Gersten-berg) το μακελειό του Μονάχου; «…Μετά τους πυροβολισμούς μεμονωμένοι στρατιώτες (...) άρχισαν να πηδάνε πάνω στα κακόμοιρα θύματα και να ψάχνουν για τυχόν επιζώντες για να τους αποτελειώσουν. (…) Το πρόσωπο ενός από τα θύματα διαλύθηκε, σύμφωνα με τη δήλωση ενός γιατρού, “σαν γραμματόσημο”. Οποιονδήποτε σπαρταρούσε ακόμα τον χτυπούσαν με τα πόδια τους και τον τρύπαγαν με τις ξιφολόγχες. Ένας από τους στρατιώτες κλωτσούσε έναν τραυματία μέχρι θανάτου. Σε έναν από τους αιχμαλώτους κόπηκε ολόκληρο το πάνω μέρος του κρανίου του από ένα χτύπημα. Σε κάποιον άλλον, ο Μ. έδωσε τρία δυνατά χτυπήματα στο μέτωπο, με αποτέλεσμα να χυθεί έξω ο εγκέφαλος. Τα θύματα τ’ αποτελείωναν ακόμα και με στιλέτα. Σε μια περίπτωση η μαχαιριά ήταν τόσο δυνατή, που το στιλέτο δεν ξεκολλούσε από το στήθος του θύματος...»20

Έχουμε λοιπόν μπροστά στα μάτια μας ολόκληρο το σοσιαλδημοκρατικό πολιτισμό, τον οποίο επρόκειτο να απολαύσει και ο αναρχικός Γκούσταβ Λαντάουερ21 (Gustav Landauer)· ακόμα και αυτός, που κατηγορούσε το μαρξισμό ως διαλεκτική σαχλαμάρα, πυροβολήθηκε και στη συνέχεια ποδοπατήθηκε μέχρι θανάτου από τις στρατιωτικές μπότες.

Οι λόγοι που οδήγησαν στο γρήγορο μαράζωμα του ανθίσματος των συμβουλίων στο Μόναχο μπορούν να συνοψιστούν ως εξής: Από την αρχή, και ιδιαίτερα εκεί, έγιναν σοβαρά λάθη. Ο Άισνερ ήταν ξετρελαμένος με την ελευθερία του Τύπου, και μάλιστα του αστικού, με αποτέλεσμα κάθε αντιδραστικό σκουπίδι να κυκλοφορεί νόμιμα. Πάνω απ’ όλα όμως, στην αρχή επαναλήφθηκε το λάθος που είχαν κάνει και οι Παρισινοί Κομμουνάροι: Δε σκέφτηκαν εξαρχής να θέσουν τις τράπεζες υπό εργατικό έλεγχο, παίρνοντας από τα χέρια των αστών αυτό το πλέον επικίνδυνο εργαλείο. Επίσης, στην αρχή, η υποχρεωτική εργασία για όλους και η κοινωνικοποίηση της ατομικής ιδιοκτησίας και των μέσων παραγωγής δεν ήταν παρά αδρανή συνθήματα. Το ξεκίνημα ήταν λάθος· η πολιτική επανάσταση παρέμεινε για πολύ καιρό ρηχή, η κοινωνικο-επαναστατική ιδεολογία παραμελήθηκε. Εν ολίγοις: Το κίνημα των συμβουλίων του Μονάχου ήταν μια πολιτική επανάσταση χωρίς κοινωνικό βάθος. Όταν προσπάθησε να βαθύνει, ήταν πλέον πολύ αργά.

 


ΣημειώσειςΣημειώσεις

* Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο τεύχος 9/2020 του γερμανικού περιοδικού Offen-siv και αναδημοσιεύεται στην ΚΟΜΕΠ σε μετάφραση της Ιωάννας Μιχαλάκη.

1. Σ.τ.Μ.: Για την ακρίβεια, η Συμβουλιακή Δημοκρατία του Μονάχου ανακηρύχτηκε μόλις στις 6-7 Απρίλη 1919 και διήρκησε ένα μήνα. Από τις 7 Νοέμβρη 1918 μέχρι εκείνη τη στιγμή, η Βαυαρία είχε ανακηρυχτεί από τα στελέχη του Ανεξάρτητου Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος σε «Ελεύθερο Λαϊκό Κράτος» (Freier Volksstaat Bayern) σε αντικατάσταση του «Βασιλείου της Βαυαρίας». Προφανώς ο συγγραφέας αναφέρεται εδώ σε ολόκληρο το διάστημα της εξέγερσης στο Μόναχο, που κλιμακώθηκε με τη συγκρότηση της Συμβουλιακής Δημοκρατίας του Μονάχου.

2. Σ.τ.Μ.: Συγγραφέας και στέλεχος του Ανεξάρτητου Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος Γερμανίας. Το Ανεξάρτητο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (USPD) προέκυψε το 1917, μετά την αποχώρηση από το SPD της μειοψηφικής μερίδας του που διαφωνούσε με τη στάση του κόμματος στον πόλεμο. Γι’ αυτό και τα στελέχη αυτού του κόμματος χαρακτηρίζονταν ως μειοψηφικοί σοσιαλιστές, ενώ τα στελέχη του SPD ως πλειοψηφικοί σοσιαλιστές. Πολλές φορές το SPD αναφερόταν εκείνη την περίοδο και ως MSPD (Mehrheitssozialdemokratische Partei Deutschlands), δηλαδή «SPD της πλειοψηφίας». Μετά την ίδρυση του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας το Γενάρη του 1919, τα όποια επαναστατικά στοιχεία υπήρχαν στο USPD προσχώρησαν σε αυτό, ενώ το τμήμα του USPD που απέμεινε επέστρεψε το 1922 στο SPD, καθιστώντας το χαρακτηρισμό MSPD περιττό.

3. Σ.τ.Μ.: Η Βανδέα είναι περιοχή της Δυτικής Γαλλίας, στις ακτές του Ατλαντικού, που στα χρόνια της Γαλλικής Επανάστασης ήταν προπύργιο των Γάλλων βασιλοφρόνων. Το 1793 τα αντεπαναστατικά φιλοβασιλικά στρατεύματα εξεγέρθηκαν εναντίον της επαναστατικής κυβέρνησης, ενώ στη συνέχεια ακολούθησαν μια σειρά εμφύλιες συρράξεις στην περιοχή μέχρι το 1796.

4. Σ.τ.Μ.: Το Σβάμπινγκ είναι περιοχή του Μονάχου που εκείνη την εποχή ήταν φημισμένο για την μποέμικη ζωή του.

5. Σ.τ.Μ.: Μεγάλος ελεύθερος χώρος στο Μόναχο.

6. Σ.τ.μ.: Υπουργός Άμυνας της σοσιαλδημοκρατικής κυβέρνησης το διάστημα 1919-1920. Συνεργάστηκε ανοιχτά με τα ακροδεξιά παραστρατιωτικά σώματα Φράικορπς (Freikorps) για το τσάκισμα των εξεγέρσεων σε πολλές πόλεις της Γερμανίας την περίοδο αυτή, και κυρίως για το τσάκισμα της εξέγερσης των Σπαρτακιστών στο Βερολίνο. Ο Νόσκε σχολίαζε ως εξής το ρόλο του στο τσάκισμα της εξέγερσης των Σπαρτακιστών: «Τι να γίνει! Κάποιος ασφαλώς πρέπει να γίνει το αιμοβόρο σκυλί. Εγώ δε φοβάμαι τις ευθύνες.»

7. Pacelli, Nuntiaturberichte, Dokumente 905 (Πατσέλι, Παπικές αναφορές, Ντοκουμέντα, σελ. 905).

8. F. Mon. 2934, Münchener Stadtbibliothek/Monacensia.

9. Σ.τ.Μ.: Γερμανός ευγενής που ήταν ακροδεξιός και Βαυαρός εθνικιστής. Αρχικά καταδικάστηκε σε θάνατο γι’ αυτήν τη δολοφονία, αλλά η ποινή μεταβλήθηκε σε 5 μόνο έτη.

10. Σ.τ.Μ.: Μετά τη δολοφονία του Άισνερ κυκλοφορούσαν φήμες ότι πίσω από αυτήν βρίσκεται ο Άουερ. Σε αυτήν τη βάση, ο Λίντνερ, ο οποίος ήταν φανατικός οπαδός του Άισνερ, προχώρησε σε αποτυχημένη απόπειρα δολοφονίας του Άουερ.

11. Σ.τ.Μ.: Ως επισκοπικές πόλεις χαρακτηρίζονται εκείνες που αναπτύχθηκαν γύρω από μία επισκοπική έδρα. Το Μπάμπεργκ βρίσκεται στη Βόρεια Βαυαρία.

12. Σ.τ.Μ.: Αντεπαναστατικό έμβλημα.

13. F. Mon 210, 2572, München Stadtbibliothek/Monacensia. Αυτό το απόσπασμα υπάρχει στο βιβλίο Günther Gerstenberg, Συμβούλια στο Μόναχο, παρατηρήσεις για την επανάσταση και τις συμβουλιακές δημοκρατίες του 1918/19, Verlag Edition AV, Bodenburg, 2019, σελ. 103.

14. Günther Gerstenberg, Συμβούλια στο Μόναχο, παρατηρήσεις για την επανάσταση και τις συμβουλιακές δημοκρατίες του 1918/19, Verlag Edition AV, Bodenburg, 2019, σελ. 123.

15. Σ.τ.Μ.: Παραστρατιωτικές οργανώσεις, οι οποίες μετά το τέλος του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου αξιοποιήθηκαν από το γερμανικό αστικό κράτος για το τσάκισμα των εργατικών εξεγέρσεων σε πολλές πόλεις της Γερμανίας, συμπεριλαμβανομένων του Μονάχου, αλλά και του Βερολίνου. Γι’ αυτήν τη δράση τους έλαβαν σημαντική υποστήριξη από την κεντρική σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση και ιδιαίτερα από τον υπουργό Άμυνας, το διαβόητο Γκούσταβ Νόσκε.

16. Καρλ Μαρξ, Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2000, σελ. 69-70.

17. Σ.τ.Μ.: Όταν ανακηρύχτηκε η Συμβουλιακή Δημοκρατία στις 6-7 Απρίλη 1918, επικεφαλής της ήταν ο συγγραφέας και στέλεχος του USPD Ερνστ Τόλερ (Ernst Toller), ενώ οι κομμουνιστές δε στήριζαν τη νέα εξουσία. 6 μέρες αργότερα, στις 13 Απρίλη 1918, η εξουσία πέρασε στα χέρια του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας (KPD) και είχε ως επικεφαλής τον Εουτζέν Λεβίν (Eugen Leviné). Αυτή ήταν η δεύτερη Συμβουλιακή Δημοκρατία του Μονάχου, η οποία επρόκειτο να κατασταλεί βίαια λίγες βδομάδες αργότερα.

18. Σ.τ.Μ.: O Γκέζελ (1862-1930) υποστήριζε μια οικονομική θεωρία με τον τίτλο Freiwirtschaft (ελεύθερη οικονομία) η οποία βασιζόταν στο «ελεύθερο χρήμα» (έκδοση χρήματος για περιορισμένη περίοδο και με σταθερή αξία), στην «ελεύθερη γη» (κοινή ή κρατική ιδιοκτησία της γης χωρίς δυνατότητα πώλησής της) και στο «ελεύθερο εμπόριο». Θεωρούνταν αναρχικός κι ελευθεριακός σοσιαλιστής.

19. Καρλ Μαρξ, Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2000, σελ. 93-94.

20. StA.Mü I, 2.766/II, StAM.

21. Σ.τ.Μ.: Γερμανός θεωρητικός του κοινωνικού αναρχισμού και ειρηνιστής. Το 1919 ήταν επίτροπος Διαφωτισμού και Δημόσιας Εκπαίδευσης της Συμβουλιακής Δημοκρατίας της Βαυαρίας. Μετά από την ανατροπή της, δολοφονήθηκε από στρατιώτες.