«Η διαλεκτική της φύσης» του Ένγκελς και η εποχή μας (Β΄ Μέρος)


του Κουρτ Χάγκερ

ΤΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΩΝ ΦΥΣΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ

Η σκέψη που αναφέρεται στο γράμμα της 30 του Μάη 1873, προς τον Μαρξ, ότι το αντικείμενο της φυσικής επιστήμης είναι οι διάφορες μορφές της κινούμενης ύλης και επομένως, οι ξεχωριστές φυσικές επιστήμες είναι αντανακλάσεις των αντικειμενικών νομοτελειών και συναρτήσεων αυτών των μορφών κίνησης της ύλης, η σκέψη αυτή αποτελεί την κεντρική σκέψη της «Διαλεκτικής της Φύσης». Ο Ένγκελς όμως με τη λέξη κίνηση, δεν εννοεί καθόλου μονάχα την αλλαγή τόπου, αλλά την αλλαγή γενικά, που επιφέρει ποιοτικές διαφορές και την εξέλιξη από το κατώτερο στο ανώτερο.

Σε αντιστοιχία με τη στάθμη ανάπτυξης των φυσικών επιστημών της εποχής του, ο Ένγκελς διέκρινε τη μηχανική, τη φυσική, τη χημική και τη βιολογική μορφή κίνησης, φορείς των οποίων είναι σώματα που βρίσκονται σε διάφορες βαθμίδες ανάπτυξης της ύλης. Σήμερα θα ξεχωρίζαμε τρεις κύριες ομάδες μορφών κίνησης – τις ανόργανες, τις οργανικές και τις κοινωνικές. Οι μορφές κίνησης της ύλης δεν υπάρχουν ανεξάρτητα και απομονωμένες η μια από την άλλη, αλλά βρίσκονται σε αλληλοσυνάρτηση. Ο Ένγκελς τονίζει, ότι σ’ αυτή την παγκόσμια συνάρτηση ενεργούν νόμοι που επιβάλλονται στο λαβύρινθο των απειράριθμων αλλαγών. Οι ξεχωριστές μορφές κίνησης έχουν όμως και τις δικές τους όχι μεταβιβάσιμες νομοτέλειες. Ξεχώριζε κατώτερες και ανώτερες μορφές κίνησης και τόνιζε ταυτόχρονα το συσχετισμό τους. Οι ανώτερες μορφές κίνησης πηγάζουν από τις κατώτερες, τις εμπεριέχουν, δεν ανάγονται όμως σ’ αυτές.

Σ’ όλες του τις έρευνες των ξεχωριστών επιστημών, ο Ένγκελς εφαρμόζει με συνέπεια την αρχή, ότι η διερεύνηση του ειδικού χαρακτήρα της κάθε φορά υλικής μορφής κίνησης απαιτεί την αποκάλυψη των σχέσεών της με τις άλλες κινήσεις, των περασμάτων της σε άλλες, της εξέλιξης κατώτερων σε ανώτερες μορφές κίνησης. Έτσι μόνο μπορούν να διερευνηθούν και να εξηγηθούν με πέρα για πέρα φυσικό τρόπο, χωρίς καμιά ιδεαλιστική προσθήκη, τέτοια σπουδαία σημεία-κόμβοι της ανάπτυξης, όπως η γένεση της ζωής από την ανόργανο φύση ή το άλμα του ανθρώπου από το βασίλειο των ζώων.

Απ’ την αφετηρία αυτή έφτασε ο Ένγκελς σε μια αρχή ταξινόμησης για τις φυσικές επιστήμες και γενικά για τις επιστήμες, που επιτρέπει μια ανελλιπή και περιεχτική παρουσίαση του συστήματος των επιστημών. Έγραψε: «Όπως μια μορφή κίνησης αναπτύσσεται από την άλλη, έτσι πρέπει και τα καθρεπτίσματά της οι διάφορες επιστήμες, να προκύπτουν με αναγκαιότητα η μια από την άλλη».1

Παρ’ όλο που το σημερινό σύστημα των επιστημών, είναι πολύ πιο πλούσια διακλαδωμένο από ότι τον καιρό του Ένγκελς, έχει αποδειχθεί σωστή ως τώρα η βασική ιδέα, η ταξινόμηση των επιστημών να γίνεται σύμφωνα με τις ερευνούμενες από αυτές μορφές κίνησης της ύλης. Οι επιστήμες, που τόσο πολυάριθμες γεννήθηκαν τις τελευταίες δεκαετίες, όπως η φυσικοχημεία, η βιοχημεία, η βιοφυσική, η μοριακή βιολογία κ.ά. εντάσσονται επίσης στο σήμα αυτό, όπως δεν έρχεται σε αντίφαση μ’ αυτό το σχήμα το γεγονός, ότι επιστήμες, όπως τα μαθηματικά, η κυβερνητική κ.ά. –οι λεγόμενες διαρθρωτικές επιστήμες– εξετάζουν νομοτέλειες και συναρτήσεις, που εμφανίζονται σε όλες τις μορφές κίνησης της ύλης.

Η μεγάλη υπηρεσία που πρόσφερε ο Ένγκελς, είναι ότι διατύπωσε τη βασική σκέψη σχετικά με τις διάφορες μορφές κίνησης της ύλης και τις αλληλοσχέσεις τους, σκέψη χωρίς την οποία και σήμερα ακόμα είναι αδύνατο να φανταστούμε την επιστημονική έρευνα. Έτσι, στη «Διαλεκτική της Φύσης» λέει: «Όλη η προσιτή σε μας φύση, αποτελεί ένα σύστημα, μια συνολική συνάρτηση σωμάτων, και εννοούμε εδώ με την λέξη σώματα όλες τις υλικές υπάρξεις από το άστρο ως το άτομο, ακόμα και ως το σωματίδιο του αιθέρα, εφόσον επιβεβαιώνεται η ύπαρξή του. Στο γεγονός ότι τα σώματα αυτά βρίσκονται σε μια συνάφεια, υπονοείται ήδη, ότι επιδρούν το ένα πάνω στο άλλο, και αυτή η αμοιβαία επίδρασή τους είναι ακριβώς η κίνηση. Εδώ φαίνεται πια ότι η ύλη είναι αδιανόητη χωρίς κίνηση. Και αν η ύλη θα εξακολουθεί να ορθώνεται απέναντί μας σαν κάτι το δοσμένο, σαν κάτι που δεν μπορεί εξίσου ούτε να δημιουργηθεί, ούτε να καταστραφεί, τότε προκύπτει απ’ αυτό το γεγονός, ότι και η κίνηση δεν μπορεί ούτε να δημιουργηθεί, ούτε και να καταστραφεί».2

Το αποφασιστικό για τον Ένγκελς δεν ήταν το ζήτημα αν υπάρχει ή όχι ο αιθέρας, αλλά η απόδειξη για την ύπαρξη και για το πέρασμα της μιας στην άλλη ποιοτικά διαφορετικών μορφών κίνησης, που συνδέεται με τη διαλεκτική-υλιστική αντίληψη της κίνησης γενικά σαν αλλαγής.

Σε σχέση με την ανάπτυξη των φυσικών επιστημών του 20ού αιώνα μπαίνει το ζήτημα, αν έχει απαρχαιωθεί ή όχι το έργο του Ένγκελς. Με την ανάπτυξη των φυσικών επιστημών αμφισβητούνται βέβαια ή έχουν ξεπεραστεί ορισμένες αντιλήψεις του Ένγκελς. Σ’ αυτές ανήκουν παραδείγματος χάρη, οι αντιλήψεις του για τον αιθέρα. Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε, ότι η κλασική φυσική ήταν, που διατύπωσε την υπόθεση της ύπαρξης του αιθέρα.

Η ανάπτυξη της φυσικής έδειξε όμως, ότι προκύπτουν θεωρητικές δυσκολίες, όταν προσπαθεί κανείς να συλλάβει πειραματικά την ιδιότητα του αιθέρα. Ο Αϊνστάιν και ο Ίνφελντ, περιέγραψαν με τα παρακάτω λόγια την κατάσταση: «Έτσι έφτασε μια απ’ τις πιο δραματικές στιγμές στην ιστορία των φυσικών επιστημών. Όλες οι υποθέσεις που συνδέονταν με την αντίληψη της ύπαρξης του αιθέρα, δεν είχαν οδηγήσει σε τίποτα. Όλα τα πειράματα έφερναν αρνητικά αποτελέσματα. Όταν ανασκοπούμε την ανάπτυξη της φυσικής, τότες βλέπουμε, ότι η έννοια του αιθέρα αμέσως κιόλας μετά την εμφάνισή της έγινε το “enfant terrible” όλων των φυσικών υλικών. Πρώτα, αποδείχτηκε ακατόρθωτη η κατασκευή ενός απλού μηχανικού μοντέλλου αιθέρα, έτσι που τελικά υποχρεωθήκαμε να παραιτηθούμε εντελώς από την κατασκευή του, και αυτή η αποτυχία ήταν μια απ’ τις κύριες αιτίες για τη χρεωκοπία της μηχανιστικής σκέψης γενικά. Έπειτα χρειάστηκε να εγκαταλείψουμε και την ελπίδα, ότι ένα σύστημα πάνω στη βάση της ύπαρξης μιας θάλασσας από αιθέρα, θα μπορούσε να καταλάβει μιαν αναγνωρισμένη ιδιαίτερη θέση και να δικαιολογήσει έτσι την υπόθεση μιας απόλυτης κίνησης δίπλα στη σχετική. Αυτό θα ήταν δηλαδή, εκτός από τη λειτουργία να άγει παραπέρα κύματα, η μοναδική εκδήλωση του αιθέρα και η μοναδική απόδειξη του δικαιώματος ύπαρξής του. Ναυάγησαν όλες μας οι προσπάθειες να προσδόσουμε πραγματικότητα στην ύπαρξη του αιθέρα. Δεν μπορέσαμε ούτε να εξακριβώσουμε τη μηχανική του δομή, ούτε να αποδείξουμε μια από αυτόν καθοριζόμενη απόλυτη κίνηση. Από όλες τις ιδιότητες του αιθέρα απόμεινε και διατηρήθηκε μια μόνο, αυτή που αποτέλεσε την αφορμή για την επινόησή του, συγκεκριμένα η ικανότητά του, να άγει παραπέρα ηλεκτρομαγνητικά κύματα. Σε όλες τις προσπάθειές μας να βρούμε και άλλες ιδιότητες, μπλεκόμασταν όλο και περισσότερο σε δυσκολίες και αντιφάσεις. Μπρος σ’ αυτού του είδους τις κακές εμπειρίες το καλύτερο ήταν –έτσι αποφασίσαμε– να εγκαταλείψουμε γενικά την έννοια “αιθέρας” και να μη ξαναπάρουμε πια στο στόμα μας τη λέξη αυτή. Στη θέση του λέμε απλούστατα: Ο χώρος του διαστήματος έχει τη φυσική ιδιότητα, να άγει παραπέρα κύματα. Έτσι αποφεύγουμε τη χρησιμοποίηση της λέξης “αιθέρας”, που σε καμιά περίπτωση δεν θέλουμε να τη χρησιμοποιήσουμε στο εξής».3

Το παράδειγμα αυτό είναι αρκετό. Δεν επιτρέπεται να μη πάρουμε υπόψη, ότι ο Ένγκελς τις σημειώσεις του για τη «Διαλεκτική της Φύσης» τις έκανε τον καιρό που επικρατούσε η κλασική φυσική, όταν η πλειοψηφία των φυσικών επιστημόνων ήταν οπαδοί του μηχανικού υλισμού. Τα ηλεκτρόνια δεν είχαν ακόμα ανακαλυφθεί, η ραδιοενεργός αποσύνθεση των στοιχείων ήταν ακόμα άγνωστη.

Ο 20ός αιώνας είναι πλούσιος σε φυσικοεπιστημονικές ανακαλύψεις. Πριν απ’ όλα, οι θεωρίες της σχετικότητας των κβάντα και των στοιχειωδών σωματιδίων καθώς και η κοσμογονία, προκάλεσαν πολλές φιλοσοφικές-κοσμοθεωρητικές συζητήσεις, και η ανάπτυξη της μοριακής βιολογίας έκανε υποχρεωτική τη χρησιμοποίηση της διαλεκτικής - υλιστικής θεωρίας της ανάπτυξης για τη λύση κοσμοθεωρητικών, γνωσεοθεωρητικών και μεθοδολογικών προβλημάτων. Ήδη ο Ένγκελς είχε διαπιστώσει ότι ύστερα από κάθε ανακάλυψη των φυσικών επιστημών που αφήνει εποχή, ο υλισμός πρέπει να αλλάζει τη μορφή του, και ο Λένιν τόνισε ότι: «Μια αναθεώρηση της “μορφής” του υλισμού του Ένγκελς, μια αναθεώρηση των φυσικοφιλοσοφικών θέσεών του δεν περιέχει, επομένως, όχι μόνο τίποτα το “αναθεωρητικό” με την συνηθισμένη έννοια της λέξης, αλλά αντίθετα αποτελεί άφευκτη απαίτηση του μαρξισμού».4

Επιβάλλεται λοιπόν να διαπιστώσουμε, ότι ναι μεν ορισμένες απόψεις των αντιλήψεων του Ένγκελς έχουν απαρχαιωθεί, και ότι δεν συμφωνούν με τα σημερινά συμπεράσματα των φυσικών επιστημών, αυτό όμως, δεν αφορά τις συνδεόμενες με αυτές λύσεις κοσμοθεωρητικών, γνωσεοθεωρητικών και μεθοδολογικών προβλημάτων.

Στην αντιμετώπιση του αναθεωρητισμού, ο οποίος αμφισβητεί βασικές αρχές της μαρξιστικής-λενινιστικής φιλοσοφίας και που θάθελε για το σκοπό αυτό να στηριχτεί κάποτε στα συμπεράσματα των σύγχρονων φυσικών επιστημών, πρέπει να δείχνουμε τη σημασία των θεμελιακών αντιλήψεων του Ένγκελς για την ερμηνεία σύγχρονων φυσικοεπιστημονικών αντιλήψεων. Θα αποτελούσε βέβαια επαινετό καθήκον για τους ιστορικούς επιστήμονες και τους φιλοσόφους της ΓΛΔ να συγκρίνουν τις σημειώσεις του Ένγκελς με τη στάθμη των φυσικών επιστημών και της φιλοσοφικής τους γενίκευσης της εποχής του και να αναλύσουν τις φυσικοεπιστημονικές και φιλοσοφικές σκέψεις ως σήμερα. Ιδιαίτερα λείπουν επιστημονικοϊστορικές εργασίες, που να αναλύουν βαθιά τις γνώμες του Ένγκελς για τους Δαρβίνο, Μάξγουελ, Τόμσον, τις γνώμες του για την ηλεκτρισμό, για τη θερμότητα, για τη σχέση της φυσικής, της χημείας κλπ.

 

Η ΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗΣ

Οι αντιμαρξιστές θεωρητικοί ισχυρίζονται, ότι η «Διαλεκτική της Φύσης» είναι το κλασικό παράδειγμα δογματικής αντίληψης της πραγματικότητας, ότι σ’ αυτήν οφείλεται πριν απ’ όλα η στρέβλωση της διαλεκτικής που χειριζόταν ο Μαρξ σε μια καθολική οντολογία. Έτσι γράφει ο Ροέντ: «Με τον διαλεκτικό υλισμό, όπως αναπτύχθηκε από τον Ένγκελς, αρχίζει μια νέα φάση στην ιστορία της διαλεκτικής. Στηριζόμενος σε ορισμένα συμπεράσματα της διαλεκτικής του Χέγκελ και του Μαρξ, προσπαθεί ο Ένγκελς να παρουσιάσει τη διαλεκτική σαν ένα είδος οντολογίας, στην οποία αναπτύσσονται οι γενικοί νόμοι της πραγματικότητας».5 Και παρακάτω ισχυρίζεται ο Ροέντ, ότι στον Ένγκελς οι νόμοι της διαλεκτικής έχουν «τον χαρακτήρα αρχών μιας θεωρίας, που προτάσσονται όλων των ειδικότερων επιστημονικών θεωριών, έτσι που οι τελευταίες πρέπει να θεωρούνται σαν εξειδικεύσεις των πρώτων».6

Ο ισχυρισμός, ότι στη «Διαλεκτική της Φύσης» αναπτύσσεται μια δογματική αντίληψη της πραγματικότητας, αποτελεί παραποίηση των γεγονότων. Ίσα-ίσα, ο Ένγκελς ήταν ο άνθρωπος που αντιτάχθηκε έντονα σε κάθε δογματική αντίληψη της κοσμοθεωρίας που την δημιούργησαν ο Μαρξ και ο ίδιος. Τονίζοντας ο Ένγκελς το αντικειμενικό περιεχόμενο της διαλεκτικής-υλιστικής φιλοσοφίας, συνέδεσε μ’ αυτό την προειδοποίηση, ότι δεν πρέπει να την χειρίζονται κατά οποιοδήποτε τρόπο σαν ένα πάγιο και δοσμένα για πάντα κατασκεύασμα-σχήμα.

Αυτό ισχύει και για την υλιστική διαλεκτική. Στην ουσία πρόκειται για μια μέθοδο της θεωρητικής κατανόησης των προτσές στη φύση, την κοινωνία και τη σκέψη, όχι όμως για μια γενική οντολογία με την έννοια των κοσμοσχηματικών (Weltschematiker) αστών φιλοσόφων. Όπως λέγεται στη «Διαλεκτική της Φύσης», η διαλεκτική είναι αποτέλεσμα ενός συνεπούς υλιστικού επιστημονικού τρόπου ενέργειας (Vorgehen), που παρακίνησε τον Ένγκελς να ξεκινάει πάντα από τα δοσμένα γεγονότα και να ανακαλύπτει τις συναρτήσεις από τα γεγονότα.

Βλέπουμε ότι στον Ένγκελς δεν υπάρχει ούτε ίχνος σκέψης να υπαγορεύει μέσω της διαλεκτικής, κανόνες στη φύση, να μπάζει σ’ αυτήν νόμους και συνάφειες.

Ο Ένγκελς ξεκίνησε βέβαια από το αντικειμενικό περιεχόμενο της διαλεκτικής, δεν την αντελήφθηκε λοιπόν –όπως βλέπουν συχνά τις μέθοδες σκέψης αστοί φιλόσοφοι– σαν ένα ακάλυπτο όργανο για την ανάλυση της πραγματικότητας που καθορίζεται από την υποκειμενική κρίση.

Οι νόμοι και οι θεμελιακές συνάφειες που διαπίστωσε η υλιστική διαλεκτική, δεν υπάρχουν δίπλα στους νόμους που διερεύνησαν οι διάφορες φυσικές και κοινωνικές επιστήμες, αλλά υπάρχουν μέσα σ’ αυτούς τους ίδιους, αποτελούν το γενικό περιεχόμενο των συναρτήσεων της κίνησης και της ανάπτυξης της αντικειμενικής πραγματικότητας και της σκέψης. Αυτό σημαίνει ότι η διδασκαλία της διαλεκτικής, δεν έχει να κάνει με έναν αυτοτελή τομέα της πραγματικότητας, ανεξάρτητο από τους τομείς που περιέγραψαν οι ξεχωριστές επιστήμες για τη φύση και την κοινωνία. Οι διαλεκτικοί νόμοι είναι οι ίδιοι ιδιότητες νόμων, και όταν οι ξεχωριστές επιστήμες διερευνούν τη φύση και την κοινωνία, βρίσκονται συνειδητά ή όχι επίσης στα ίχνη της αντικειμενικής διαλεκτικής.

«Επομένως –σημειώνει ο Ένγκελς– από την ιστορία της φύσης και από την ιστορία της κοινωνίας συνάγονται οι νόμοι της διαλεκτικής. Δεν είναι εξάλλου παρά οι πιο γενικοί νόμοι αυτών των δύο φάσεων της ιστορικής ανάπτυξης καθώς και της ίδιας της σκέψης».7 Αυτοί οι πιο γενικοί νόμοι εξάγονται με τη βοήθεια της φιλοσοφικής ανάλυσης ειδικών νόμων και συναρτήσεων.

Απ’ αυτό προκύπτει, ότι η υλιστική διαλεκτική –ακριβώς χάρη στη διαλεκτική αφετηρία της– δεν επιδιώκει να «υπαγορεύει» κανόνες στις ξεχωριστές επιστήμες. Ουσιαστικά η διαλεκτική έχει μια μεθοδικά προσανατολίζουσα λειτουργία κατά τη διερεύνηση της φύσης, της κοινωνίας και της σκέψης με το σύνολο των επιστημών.

Φυσικά η διαλεκτική δεν μπορεί να αντικαταστήσει και δε θα αντικαταστήσει τις μέθοδες με τις οποίες εργάζονται οι ξεχωριστές επιστήμες. Δεν μπορεί να θέσει και δεν θα θέσει σαν καθήκον της να διερευνήσει τους ιδιαίτερους νόμους των διάφορων τομέων της πραγματικότητας. Χρησιμεύει όμως σαν λογική και μεθοδολογία στις ξεχωριστές επιστήμες, σαν γνώμονας κατά τη χρησιμοποίηση όλων των μεθόδων, κατά την επιστημονική και κοσμοθεωρητική γενίκευση των αποτελεσμάτων των διερευνήσεών τους. Κάνει δυνατή τη σύνθεση των συμπερασμάτων των φυσικών και κοινωνικών επιστημών και της εμπειρίας της κοινωνικής πράξης της επαναστατικής πάλης, για την επιστημονική απεικόνιση του κόσμου του μαρξισμού-λενινισμού.

Η διαλεκτική είναι μια μέθοδος της θεωρητικής γνώσης του κόσμου, και είναι μάλιστα η απολύτως δοκιμασμένη από μια μακρόχρονη παράδοση σκέψης, από τα αποτελέσματα των ξεχωριστών επιστημών, μέθοδος. Απ’ τη φύση της μια μέθοδος δεν μπορεί να υπαγορεύει στην κάθε φορά έρευνα, έτοιμα αποτελέσματα, αλλά είναι υποχρεωμένη να αποκτήσει πρώτα σίγουρα αποτελέσματα. Η απόκτηση σαφήνειας στο ζήτημα αυτό, αποτελεί μια ουσιαστική πλευρά της αντίληψης για τη διαλεκτική που έχει επεξεργαστεί ο Ένγκελς.

Πολλές απ’ τις ιδέες του Ένγκελς έχουν για μας ευρισιολογική σημασία. Ας πάρουμε την επεξεργασία οριακών περιοχών διαφόρων επιστημών λ.χ. της συμβολή της φυσικής και της χημείας στη βιολογία. Αυτή η συνύφανση των επιστημών, η διαμόρφωση ενός συστήματος επιστημών, κάνει εξαιρετικά επίκαιρη μια σκέψη του Ένγκελς. Αφορά τη σκέψη για την ύπαρξη νόμων συστημάτων σε συστήματα παράλληλα ή εξαρτημένα, με υψηλή ή χαμηλή ανάπτυξη, σύνθετα ή απλά. Θα μπορούσε να μιλάει κανείς εδώ για τη διαλεκτική του απλού και του πολύπλοκου, του στοιχειώδους και του σύνθετου. Η μελέτη σύνθετων συστημάτων σημείωνε πάντα αποφασιστικά βήματα προς τα μπρος, όταν ανέλυε κανείς τα στοιχειώδη υποσυστήματά τους. Έτσι η βιολογία απόκτησε νέες γνώσεις από τις έρευνες των χημικών και φυσικών βάσεων της ζωής. Αυτό όμως δεν σημαίνει αναγωγή νόμων συστημάτων ανώτερης ανάπτυξης σε πρωτόγονα συστήματα.

Στο πνεύμα της διαλεκτικής του Ένγκελς πρέπει να διερευνώνται τα στοιχειώδη συστατικά σύνθετων συστημάτων, χωρίς αυτό να σημαίνει άρνηση της ύπαρξης νόμων των συστημάτων. Αυτή η σχέση, που σήμερα στη μαρξιστική-λενινιστική φιλοσοφία έχει ήδη επεξεργαστεί αρκετά λεπτομερειακά, μπορεί ακόμα να εννοείται μόνο σαν ευρισιολογική υπόδειξη για να δίνεται απάντηση σε ζητήματα, που συνδέονται με τη σχέση των επιστημών της φυσικής, της χημείας, της βιολογίας, της αγροτικής οικονομίας κλπ. Δεν υπάρχει φιλοσοφικό σχήμα για τη λύση αυτών των προβλημάτων, υπάρχει όμως μια θεωρία της αντικειμενικής συνάφειας, ο διαλεκτικός ντετερμινισμός (αιτιοκρατία) και η διαλεκτική-υλιστική θεωρία της ανάπτυξης, τα συμπεράσματα της οποίας δεν επιτρέπεται να παραβλέπονται.

Ο Ένγκελς θεωρούσε κύρια απαίτηση της διαλεκτικής σύλληψης της πραγματικότητας την αποκάλυψη των συγκεκριμένων συναφειών των εκάστοτε φαινομένων της φύσης σαν σύνολο, των ξεχωριστών χημικών, φυσικών, βιολογικών προτσές, της κοινωνίας, της διαφόρων ιστορικών εποχών κλπ. Επειδή, σύμφωνα με το αντικείμενο της διαλεκτικής, το θεωρητικό ενδιαφέρον στρέφεται προς την κίνηση, δηλαδή προς την αλλαγή και την ανάπτυξη των φαινομένων, προς την αυτοκίνησή τους, έπρεπε πριν απ’ όλα να αποκαλυφθούν οι εσωτερικές και εξωτερικές αντιφάσεις των φαινομένων.

Η ενότητα και η πάλη των αντιθέσεων συνεπάγονται και τη σχετική σταθερότητα, και τη μεταβλητότητα των φαινομένων. Κάθε κίνηση και κάθε αλλαγή συντελείται με τη μορφή της σύγκρουσης αντιτιθέμενων τάσεων, και η ανάπτυξη των φαινομένων της φύσης και της κοινωνίας εξηγιέται από τη σύμπραξη εσωτερικών και εξωτερικών αντιφάσεων, κινητήριων δυνάμεων και όρων.

Για το μαρξισμό-λενινισμό, διαλεκτική εξέταση της πραγματικότητας σημαίνει ανάλυση του προτσές κίνησης των αντιφάσεων στην αντικειμενική πραγματικότητα και εξεύρεση τρόπων για τη λύση των κοινωνικών αντιφάσεων.

Στη «Διαλεκτική της Φύσης» ο Ένγκελς ασχολείται με το έργο πολλών επιστημόνων της εποχής του. Προσπαθεί να αξιολογήσει με ακρίβεια και –αν χρειάζεται– κριτικά τα αποτελέσματα της επιστημονικής εργασίας. Φτάνει να θυμίσουμε μόνο την παρουσίαση που κάνει ο Ένγκελς της διδασκαλίας του Βήντεμαν για τον ηλεκτρομαγνητισμό. Πάντα νιώθει κανείς το σεβασμό προς την επιστήμη και τους επιστήμονες, που αποτελεί κύριο χαρακτηριστικό του μαρξισμού-λενινισμού και της πολιτικής και του δικού μας μαρξιστικού-λενινιστικού κόμματος.

Αυτός ο σεβασμός προς τις επιστημονικές επιτεύξεις δεν εμποδίζει τον Ένγκελς να παίρνει αποφασιστική θέση ενάντια στις φιλοσοφικές αποπλανήσεις επιστημόνων. Αυτό δεν αφορά μόνο την επιμονή στις θέσεις του εμπειρισμού και του θετικισμού. Με ιδιαίτερη αποφασιστικότητα στρέφεται ο Ένγκελς ενάντια στη μεταφυσικά άκαμπτη αντιπαράθεση των κατηγοριών. Ξανά και ξανά αποδείχνει, ότι η διαλεκτική σκέψη δεν γνωρίζει μια για πάντα δοσμένες, αποσπασμένες τη μια από την άλλη, αμετάβλητες παγωμένες κατηγορίες, αλλά τις έννοιες στην αλλαγή και εξέλιξή τους, στην αμοιβαία τους εξάρτηση και διείσδυση, στην ενότητα και αντιφατικότητά τους.

Η άποψη του Ένγκελς για τη διείσδυση των αντιθέσεων παίζει σπουδαίο μεθοδικό ρόλο. Πρόκειται για το ότι είναι ανάγκη τα στοιχεία του μερικού και του γενικού, του αναγκαίου και του τυχαίου, του αιτίου και του αιτιατού κλπ. να μην τα απομονώνουμε το ένα από το άλλο και να μην τα ανεξαρτοποιούμε, όπως το κάνουν ανέκαθεν οι μεταφυσικοί, αλλά να τα αντιλαμβανόμαστε στην ενότητά τους και στα αμοιβαία περάσματά τους το ένα μέσα το άλλο. Είτε πρόκειται για κατηγορίες όπως η αιτία και το αποτέλεσμα, το περιεχόμενο και η μορφή, η ποιότητα και η ποσότητα, η ταυτότητα και η διαφορά, το αφηρημένο και το συγκεκριμένα και πολλά άλλα. Όλα αυτά είναι συνδεμένα αναμεταξύ τους, με τρόπο αδιαχώριστο και αμοιβαίο.

Αν δεν παίρνεται υπόψη η άποψη της διείσδυσης των αντιθέσεων, δεν είναι δυνατή μια διαλεκτική θεώρηση της πραγματικότητας. Η επεξεργασία αυτής της αρχής αποτέλεσε σημαντική πρόοδο γνώσης ενάντια στην εμμονή στη σκέψη για αλληλοαποκλειόμενες αντιθέσεις. Στη «Διαλεκτική της Φύσης» ο Ένγκελς προσπαθεί πριν απ’ όλα να κάνει κατανοητή την ανάγκη αυτής της διαλεκτικής σκέψης για την επιστημονική πρόοδο, τη μεθοδολογία της επιστημονικής έρευνας και την κοινωνική πρακτική.

Διαλεκτικό δεν είναι μόνο το προτσές ανάπτυξης των φυσικών επιστημών. Και η επιστημονική, μεθοδική δράση του φυσιοδίφη στη διερευνητική του διαδικασία, που αποβλέπει στη γνώση των νόμων και χρησιμοποιεί ανάμεσα στα άλλα και την υπόθεση, υπόκειται σε διαλεκτικές νομοτέλειες. Σχετικά μ’ αυτό ο Ένγκελς σημειώνει ιδιαίτερα τη διαλεκτική σχέση της ανάλυσης και της σύνθεσης, της επαγωγής και της απαγωγής, της εμπειρίας και της θεωρίας στην επιστημονική έρευνα: «Η επαγωγή και η απαγωγή ανήκουν με τόση αναγκαιότητα μαζί, με όση αναγκαιότητα ανήκουν η σύνθεση και η ανάλυση. Αντί να ανεβάζουν μονόπλευρα στον ουρανό τη μια σε βάρος της άλλης, θα πρέπει να προσπαθούν την καθεμιά απ’ αυτές να τη χρησιμοποιούν στη θέση τους, και αυτό μπορεί να γίνει μόνο αν παίρνουν υπόψη το γεγονός, ότι ανήκουν μαζί, ότι αλληλοσυμπληρώνονται».8

Κατά την παραπέρα επεξεργασία της θεωρίας της διαλεκτικής, στην οποία ανήκει και το σύστημα των κατηγοριών της διαλεκτικής σκέψης, οι μαρξιστές-λενινιστές φιλόσοφοι της ΓΛΔ μπορούν μαζί με τους φιλοσόφους της Σοβιετικής Ένωσης και των άλλων σοσιαλιστικών κρατών να στηρίζονται σ’ αυτές τις υποδείξεις του Ένγκελς.

 

ΦΥΣΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Ένα κεντρικό σημείο της «Διαλεκτικής της Φύσης» είναι η έξαρση της διαλεκτικής ενότητας της φύσης και της κοινωνίας. Ο Ένγκελς αιτιολογεί αυτή την ενότητα με την καταγωγή του ανθρώπου από τη φύση. Η ύλη αναπτύσσει «από τον εαυτό της το σκεπτόμενο μυαλό του ανθρώπου», από «τη φύση της η ύλη προχώρησε στην ανάπτυξη σκεπτόμενων όντων».9

Αλλά και μετά τη διαμόρφωση του ανθρώπου και τη γένεση της ανθρώπινης κοινωνίας –όπως γράφει ο Ένγκελς– βρισκόμαστε όχι «έξω από τη φύση», αλλά ανήκουμε σ’ αυτήν «με σάρκα, με αίμα και με μυαλό». Στεκόμαστε στο κέντρο της. «Όλη η κυριαρχία μας πάνω της» συνίσταται στο ότι «από όλα τα άλλα πλάσματα έχουμε το προτέρημα να μπορούμε να γνωρίζουμε τους νόμους της και να τους χρησιμοποιούμε σωστά».10 Και το ένα και το άλλο, η διαμόρφωση του ανθρώπου από τη φύση καθώς και η μετασχηματιστική επενέργεια του ανθρώπου πάνω στη φύση γίνονται με την εργασία.

Ύστερα από τη δημοσίευση από το Δαρβίνο το 1871 του έργου του «Η καταγωγή του ανθρώπου και η γενετήσια επιλογή» και αφού άλλοι ερευνητές της φύσης, στηριζόμενοι στη θεωρία της εξέλιξης διερεύνησαν την προέλευση του ανθρώπου από το βασίλειο των ζώων, μπόρεσε να θεωρείται βέβαιο το γεγονός της γένεσης του ανθρώπου. Έμενε όμως το μεγάλο ερώτημα: Ποια ήταν η καθοριστική κινητήρια δύναμη αυτής της ανάπτυξης, που οδήγησε πέρα από τη βιολογική μορφή κίνησης και στη γένεση της κοινωνίας; Ο Δαρβίνος και άλλοι βιολόγοι αναζητούσαν την κινητήρια αυτή δύναμη σε βιολογικές νομοτέλειες, και πριν απ’ όλα στη φυσική επιλογή. Η βιολογική όμως εξήγηση δεν μπορούσε να ικανοποιεί. Δεν ήταν καν σε θέση να κάνει καταληπτό, γιατί διαμορφώθηκαν οι χαρακτηριστικές για τον άνθρωπο ανατομικές-μορφολογικές ιδιότητες. Το ανθρώπινο χέρι και το ανθρώπινο μυαλό δεν μπορούν να εξηγηθούν απ’ αυτόν τον καθαρά βιολογικό δρόμο.

Σήμερα μια πλατιά διαδεδομένη αντίληψη είναι του Teilhard de Chadrin. Ξεκινάει από το ότι η βιολογική ανάπτυξη οδήγησε στη γένεση της σκέψης που έδωσε τη δυνατότητα στον άνθρωπο να παράγει εργαλεία και να δημιουργήσει με τη βοήθειά τους τον ανθρώπινο πολιτισμό. Ο ιδεαλιστικός και θεολογικός χαρακτήρας αυτής της αντίληψης φαίνεται στο γεγονός, ότι για τον Teilhard de Chadrin η εμφάνιση της σκέψης είναι έκφραση της πνευματικής φύσης του Σύμπαντος και συντελείται με μιας, όπως ένα θαύμα.

Ο Φρίντριχ Ένγκελς μελέτησε βαθιά τη θεωρία του Δαρβίνου για την καταγωγή του ανθρώπου. Στη διάθεσή του είχε μόνο το ίδιο υλικό που είχαν ο Δαρβίνος, ο Χάξλεϋ και άλλοι, δηλαδή αποκλειστικά υλικό της συγκριτικής ανατομίας. Το επεξεργάστηκε όμως με τη βοήθεια της υλιστικής διαλεκτικής. Το γεγονός αυτό του επέτρεψε να φθάσει σε συμπεράσματα που οδηγούσαν πολύ πιο μακριά από την τότε στάθμη. Στη «Διαλεκτική της Φύσης», ο Ένγκελς έδειξε πως ούτε η φυσική επιλογή, ούτε η γενετήσια επιλογή μπορούν να εξηγήσουν την καταγωγή του ανθρώπου, ότι το πέρασμα από το βασίλειο των ζώων στην κοινωνική ζωή δεν προξενήθηκε από μια βιολογική κινητήρια δύναμη, αλλά από μια κινητήρια δύναμη που όσο αναπτυσσόταν αποκτούσε η ίδια κοινωνικό χαρακτήρα: και η δύναμη αυτή είναι η εργασία. Η επεξεργασία της υλιστικής θεωρίας για το ρόλο της εργασίας σαν αποφασιστικής κινητήριας δύναμης της ανάπτυξης του ανθρώπου και της κοινωνίας, αποτελεί σημαντική φιλοσοφική και επιστημονική επίτευξη του Φρίντριχ Ένγκελς, που έθεσε την ανθρωπολογία πάνω σε μια καινούργια βάση.

Ο Φρίντριχ Ένγκελς εξετάζει την ίδια τη συλλογική εργασία στην εξέλιξή της, στην πορεία της οποίας έχανε σιγά-σιγά το ζωώδη ενστικτώδικο χαρακτήρα και αποχτούσε όλο και περισσότερο γνωρίσματα της συνειδητής σκόπιμης ανθρώπινης εργασίας. Η εργασία κατεύθυνε την επίδραση του βιολογικού νόμου της φυσικής επιλογής σε μια καθορισμένη κατεύθυνση. Η βιολογική φύση του ανθρώπου αλλάζει κάτω από την επίδραση της εργασίας. Και επειδή στην πάλη για την ύπαρξή τους προτιμούνταν τα άτομα τα ικανά για διαφοροποιημένες πράξεις εργασίας, δημιουργήθηκε στη φυσική επιλογή μια τάση για την τελειοποίηση των οργάνων της εργασίας, του χεριού και του μυαλού. Αν πάρουμε υπόψη, ότι δεν είναι δυνατή μια άμεση κληροδότηση αποχτημένων ιδιοτήτων –τον μηχανισμό της κληρονόμησης στο προτσές της εξέλιξης τον έχει αποσαφηνίσει μόνο η σύγχρονη μοριακή βιολογία– η σκέψη που ανάπτυξε ο Ένγκελς, ότι το ανθρώπινο χέρι δεν είναι μόνο το όργανο της εργασίας, αλλά και το προϊόν της, παραμένει απολύτως σωστή, κάτι παραπάνω, μόνο πάνω στη βάση των σημερινών γνώσεων αποχτάει όλη της τη σημασία.

Το ίδιο ισχύει για τη θέση, ότι η εργασία και η εξέλιξη του χεριού από την πλευρά τους βρίσκονται σε στενή συνάφεια με την παραπέρα διάπλαση του μυαλού, με τη διαφοροποίηση της δομής του και με τη δημιουργία νέων τομέων του φλοιού του εγκεφάλου, στους οποίους βρίσκονται τα κέντρα ρύθμισης των κινήσεων των χεριών και του οργάνου της ομιλίας που γίνονται όλο και πιο περίπλοκες.

Η βαθμηδόν αναπτυσσόμενη συλλογική εργασία, δημιούργησε ταυτόχρονα και τις κοινωνικές σχέσεις, στις οποίες η επικοινωνία έγινε κάτι το απαραίτητο. Έτσι, μαζί με την κοινωνία γεννήθηκε και η ανθρώπινη γλώσσα. Η θεωρία του Ένγκελς που τη θεμελίωσε στη «Διαλεκτική της Φύσης», και η οποία βλέπει στη συλλογική εργασία τον καθοριστικό παράγοντα του εξανθρωπισμού, επιβεβαιώθηκε σ’ όλη την έκταση από τα ευρήματα και της ανακαλύψεις απολιθωμένων υπολειμμάτων των προγόνων του ανθρώπου και εργαλείων. Η θεωρία αυτή έγινε η βάση της ανάπτυξης της σοβιετικής ανθρωπολογικής έρευνας, που ταυτόχρονα συγκεκριμενοποιήθηκε παραπέρα. Μ’ όλο που οι νέες ανακαλύψεις και τα ευρήματα χρησιμοποιούνται από μερικούς αστούς επιστήμονες για να στηρίξουν ιδεαλιστικές αντιλήψεις, η δημιουργημένη από τον Ένγκελς θεωρία για το ρόλο της εργασίας στη γένεση του ανθρώπου και της κοινωνίας καταχτά όλο και περισσότερους οπαδούς ανάμεσα στους επιφανείς μη μαρξιστές επιστήμονες.

Είναι απολύτως βέβαιο, ότι δεν είναι τυχαίο το γεγονός, ότι ο Ένγκελς ίσα-ίσα στο σύγγραμμα, που προέκυψε από τη δημιουργική προσπάθεια να κάνει πέρα για πέρα και ολόπλευρα προσιτή την ιστορικά νέας ποιότητας διαλεκτική σκέψη, έφθασε στον πολυσήμαντο εκείνο χαρακτηρισμό της ειδικής σχέσης ανάμεσα στον άνθρωπο και στη φύση, που αποδείχτηκε πρωταρχικής σημασίας για την ουσία της υλιστικής αντίληψης της ιστορίας. Η σχέση αυτή δεν περιορίζεται μόνο στο ότι ο άνθρωπος προήλθε από τη φύση. Την ουσιαστική διαφορά «του ανθρώπου από τα άλλα ζώα»11 τη σημειώνει η κυριαρχία του ανθρώπου πάνω στη φύση που συντελέστηκε με την εργασία και την παραγωγή σαν ουσιαστικό γνώρισμα της ανταλλαγής της ύλης του ανθρώπου με τη φύση, η δύναμη να βάζει σ’ αυτήν τη σφραγίδα του και με τις αλλαγές που επιφέρει σ’ αυτήν να την υποτάσσει στην εξυπηρέτηση των σκοπών του. Με μεγάλη οξύνοια χαρακτηρίζει ο Ένγκελς τη διαφορά αυτή όταν γράφει, ότι «η ιστορία διαφέρει από την ιστορία της φύσης μόνο σαν προτσές ανάπτυξης αυτοσυνείδητων οργανισμών».12 Τεράστια επικαιρότητα στην πάλη ενάντια σε βιολογικές και ανθρωπολογικές στρεβλώσεις και απολυτοποιήσεις έχει και η παρατήρηση, ότι η διαφορά ανάμεσα στη δραστηριότητα των ζώων και των ανθρώπων, έχει «κάνει αδύνατη κάθε χωρίς περιστροφές μεταβίβαση βιοτικών νόμων των κοινωνιών των ζώων στις κοινωνίας των ανθρώπων».13

Στην υλιστική αντίληψη της ιστορίας δεν πρόκειται λοιπόν για μια άρνηση της ποιοτικής διαφοράς ανάμεσα στην κοινωνία και στη φύση ή για την υποστήριξη έναντι αυτής της διαφοράς μιας μη διαφοροποιημένης, μη διαλεκτικής ενότητας, μιας ενότητας χωρίς αντίθεση. Αντίθετα πρόκειται για την κατανόηση της εργασίας, της κοινωνικής παραγωγής σαν εκείνης της «ουσιαστικής κοινωνικής δραστηριότητας του ανθρώπου» στην οποία επιβάλλονται η ενότητα και η διαφορά, βρίσκει την έκφρασή της η εξάρτηση του ανθρώπου από τη φύση και η κυριαρχία του ανθρώπου πάνω στη φύση.

Κάτι ακόμα. Ο Ένγκελς δεν περιορίζεται στην απόδειξη της διαλεκτικής στη σχέση ανάμεσα στον άνθρωπο και στη φύση. Όσο αναπόφευκτο κι αν είναι αυτό ακριβώς το σημείο αφετηρίας, για να διασαφηνιστεί η βασική υλική βιοτική δραστηριότητα των ανθρώπων, άλλο τόσο παραπέμπει ο Ένγκελς στην ανάγκη, να αποκαλύπτεται η διαλεκτική αυτής της ίδιας της δραστηριότητας. Ακριβώς με τον τονισμό της ουσιαστικής διαφοράς ανάμεσα στην ιστορία των ζώων και στην ιστορία των ανθρώπων –ενώ για τα ζώα, ισχύει το γεγονός, ότι άλλοι «κάνουν την ιστορία γι’ αυτά», οι άνθρωποι κάνουν «οι ίδιοι την ιστορία τους»– ο Ένγκελς στρέφει το βλέμμα στην εσωτερική διαλεκτική της ιστορίας της κοινωνίας: «Αν χρησιμοποιήσουμε όμως από τον γνώμονα στην ανθρώπινη κοινωνία... τότε θα δούμε ότι εδώ εξακολουθεί να υπάρχει μια κολοσσιαία δυσαναλογία ανάμεσα στους επιδιωκόμενους σκοπούς και στα επιτευγμένα αποτελέσματα, ότι επικρατούν οι απρόβλεπτες επενέργειες, ότι οι μη ελεγχόμενες δυνάμεις είναι πολύ πιο ισχυρές από τις δυνάμεις που μπαίνουν σχεδιασμένα σε κίνηση». Η αιτία γι’ αυτό, είναι εκείνοι οι ιστορικοί όροι και σχέσεις κάτω από τους οποίους η ίδια η υλική κοινωνική παραγωγή «είναι υποταγμένη στο αμοιβαίο παιχνίδι μη προτιθέμενων επενεργειών, ανεξέλεγκτων δυνάμεων, τον δε επιδιωκόμενο σκοπό τον πραγματοποιεί μόνο σαν εξαίρεση, πολύ πιο συχνά όμως πραγματοποιεί το απευθείας αντίθετό του».14 Η αιτία γι’ αυτό είναι η ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, η εκμετάλλευση, η ανταγωνιστική ταξική κοινωνία.

Στην περίοδο της αποικιοκρατίας μειώθηκαν λ.χ. οι πλούσιες σε βροχές δασωμένες εκτάσεις της Αφρικής του Ισημερινού στο ένα τρίτο. Εκτός από αυτό, η υλοτόμηση των δασών δεν γινόταν σύμφωνα με τις απαιτήσεις της δασολογίας, αλλά χωρίς να παίρνεται αυτή υπόψη. Και η αγροτική υποδομή δε διαμορφώθηκε σύμφωνα με τους φυσικούς όρους και με τις ανάγκες του αυτόχθονος πληθυσμού, αλλά σύμφωνα με τα κερδοσκοπικά συμφέροντα των αποικιοκρατών. Σ’ αυτά οφείλεται η μονοκαλλιέργεια που για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα εμπόδιζε την ανάπτυξη των χωρών της Αφρικής.

Στις συνέπειες αυτής της προσανατολισμένης στο κέρδος συμπεριφοράς δεν οφείλεται μόνο η διάβρωση του εδάφους, αλλά και η μειωμένη ποιότητα του εδάφους, οι υδροστατικές διαταράξεις, το ρήχωμα και το λάσπωμα των ποταμών, οι ακραίες διακυμάνσεις της στάθμης των νερών με συχνές πλημμύρες και κλιματολογικές αλλαγές.

Στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής η αλληλοεπίδραση της φύσης και της κοινωνίας, πήρε ασύγκριτα μεγαλύτερες διαστάσεις από ό,τι στους προηγούμενους κοινωνικούς σχηματισμούς. Οι τεράστιες παραγωγικές δυνάμεις της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας κάνουν δυνατή την κυριαρχία των ανθρώπων πάνω σε πολλές φυσικές δυνάμεις και φυσικά προτσές. Αυτή όμως η προοδεύουσα ανάπτυξη συντελείται, όπως έδειξε ο Ένγκελς στη «Διαλεκτική της Φύσης», με ανταγωνιστική μορφή, γιατί στον καπιταλισμό η αυξανόμενη κυριαρχία του ανθρώπου πάνω στη φύση, δεν είναι το αποτέλεσμα της σχεδιασμένης επενέργειας της κοινωνίας πάνω στη βάση ενός συνετού συνολικού σχεδίου, αλλά της αυθόρμητης και απομονωμένης επενέργειας ξεχωριστών καπιταλιστών, κοντσέρν, μονοπωλίων κλπ., για να πετύχουν ανώτατα κέρδη. Και μια που το κέρδος είναι η κινητήρια δύναμη της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής, η τελευταία παίρνει αναπόφευχτα το χαρακτήρα μιας ανεμπόδιστης ληστρικής χρησιμοποίησης των παραγωγικών δυνάμεων και μιας ανελέητης λεηλασίας της φύσης. Η ανάπτυξη της επιστημονικοτεχνικής επανάστασης πάνω σε καπιταλιστική βάση οξύνει τον ανταγωνισμό ανάμεσα στην κοινωνία και στη φύση.

Για το ζήτημα αυτό, η τωρινή κεφαλαιοκρατική κρίση προσφέρει ακαταμάχητα παραδείγματα. Η υποαπασχόληση του δυναμικού της παραγωγής εξελίχθηκε στις ιμπεριαλιστικές χώρες σε ένα χρόνιο φαινόμενο. Έτσι, το μη απασχολούμενο δυναμικό της παραγωγής αυξήθηκε στη Δυτική Γερμανία από 35,5 δισεκατομμύρια μάρκα το 1954-1956 σε 151,2 δισεκατομμύρια μάρκα το 1973. Η απασχόληση του δυναμικού της παραγωγής στις Ενωμένες Πολιτείες της Αμερικής τον Οχτώβρη του 1975 ήταν μόνο 69%. Απ’ τις αρχές της δεκαετίας 1970 ως τώρα ανεβαίνει διαρκώς ο αριθμός των ανέργων. Το Σεπτέμβρη του 1975 στις ΗΠΑ, την Ιαπωνία, τη Δυτική Γερμανία, την Αγγλία, τη Γαλλία και την Ιταλία, υπήρχαν 13 εκατομμύρια άνεργοι. Αυτό γίνεται στον καπιταλισμό με τη σπουδαιότερη παραγωγική δύναμη, τον άνθρωπο.

Η τεράστια σπατάλη πρώτων υλών στις ιμπεριαλιστικές χώρες, γίνεται ολοφάνερη στον τομέα της ενέργειας. Χαρακτηριστική είναι η σπατάλη ενέργειας στις ΗΠΑ. Η κατά κεφαλή κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας στην Ενωμένες Πολιτείες της Αμερικής είναι διπλάσια απ’ ό,τι στη Δυτική Ευρώπη και κατά 96% μεγαλύτερη απ’ ό,τι στη Σουηδία. Το σύνολο όμως όλων των παραγόμενων εμπορευμάτων και υπηρεσιών, ανά κάτοικο είναι μόνο 2% μεγαλύτερο απ’ ό,τι στη Σουηδία.15

Ποιες είναι οι συνέπειες της στρέβλωσης της οικονομικής διάρθρωσης, της καταλήστευσης του ορυκτού πλούτου και της παραμέλησης των πλουτοπαραγωγικών πόρων των υποανάπτυκτων χωρών από την ιμπεριαλιστική πολιτική, το δείχνουν τα παρακάτω στοιχεία16: Το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής ενέργειας γίνεται με πετρέλαιο. Το 73,2% όμως του πετρελαίου εξορύχτηκε το 1973 στις υποανάπτυκτες χώρες, όπου αποτελεί συνήθως τον μοναδικό πλούτο.

Ενώ είναι γνωστό ότι τα αποθέματα πετρελαίου είναι περιορισμένα, καθώς και το γεγονός ότι πρόκειται για το μοναδικό πλούτο, τα κοντσέρν του πετρελαίου εκμεταλλεύονταν εντατικά τις πηγές. Οι ετήσιες ποσοστιαίες αυξήσεις της εξόρυξης του πετρελαίου από το 1960 και δω, ήταν στις ΗΠΑ 2,8%, στις καπιταλιστικές βιομηχανικές χώρες συνολικά 3,8%, στις υποανάπτυκτες χώρες όμως, 10,8%, μεταξύ των οποίων:

– στην Εγγύς και Μέση Ανατολή 11,3%,

– στην Αφρική 29,1%,

– στη ΝΑ Ασία 11,4%.

Αστοί επιστήμονες βλέπουν τα συμπτώματα αυτής της εξέλιξης. Στα κεφάλια τους καθρεφτίζεται αυτή σαν οικολογική κρίση της ανθρωπότητας όπως τη λένε: «Οι δυνατότητες που διαθέτει ακόμα η ανθρωπότητα για να ξεφύγει από μια τεράστια καταστροφή γίνονται όλο και λιγότερες», γράφουν οι Μεζάροβιτς και Πέστελ στη δεύτερη έκθεση προς το «Club of Rome»17. Αυτό όμως που εξορκίζουν εδώ σαν οικολογική κρίση της ανθρωπότητας, είναι στην πραγματικότητα πριν απ’ όλα η ανικανότητα της καπιταλιστικής κοινωνίας να άρει τον ανταγωνισμό προς τη φύση, που οφείλεται στην ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και στα φυσικά πλούτη καθώς και στο κυνήγι του κέρδους, και να εξασφαλίσει την ανάπτυξη της κοινωνίας πάνω στη βάση μιας επιστημονικά σχεδιασμένης, ορθολογικής χρησιμοποίησης των φυσικών όρων. Ταυτόχρονα η εντατική προπαγάνδα μιας «οικολογικής κρίσης της ανθρωπότητας» έχει σαν ιδεολογικό στόχο να παρουσιάσει στη συνείδηση των μαζών τη γενική κρίση του καπιταλισμού σαν κρίση της ανθρωπότητας και να διακηρύξει ως περιττή την αναγκαία επαναστατική ανανέωση της κοινωνίας με το πέρασμά της στο σοσιαλισμό.

Το αντιδραστικό ιδεολογικό νόημα της θεωρίας για την οικολογική κρίση, συνίσταται στο να βάλει στη θέση της σοσιαλιστικής επανάστασης την προστασία του περιβάλλοντος.

Όπως έχει δείξει κιόλας ο Φρίντριχ Ένγκελς στη «Διαλεκτική της Φύσης», η δυσαναλογία ανάμεσα στην αυξανόμενη κυριαρχία στη φύση και στην αυθόρμητη, μη κυριαρχούμενη ανάπτυξη της κοινωνίας, καθώς και του ανταγωνισμού ανάμεσα στη φύση και στην κοινωνία, που συνδέεται μ’ αυτήν, μπορεί να υπερνικηθεί μόνο με το πέρασμα στο σοσιαλισμό. Η κυριάρχηση των έμμεσων, μακρυνότερων κοινωνικών επενεργειών της παραγωγικής ανθρώπινης δραστηριότητας προϋποθέτει περισσότερα από μια απλή γνώση. «Για το σκοπό αυτό χρειάζεται πλήρης ανατροπή του ως τώρα τρόπου παραγωγής και μαζί του του τωρινού συνολικού κοινωνικού καθεστώτος μας»,18 γράφει ο Ένγκελς.

Αυτή η πλευρά της αιτιολόγησης της σοσιαλιστικής επανάστασης αποδείχνεται ότι έχει τέτοια καυτή επικαιρότητα, όπως και η πρόρρηση της ιστορικής υπεροχής του σοσιαλισμού, που ο Ένγκελς τη συνδέει μαζί της. «Μόνο μια συνειδητή οργάνωση της κοινωνικής παραγωγής στην οποία τα προϊόντα παράγονται και διανέμονται σχεδιασμένα, μπορεί από κοινωνική άποψη να ανασύρει τους ανθρώπους απ’ τον υπόλοιπο ζωικό κόσμο, ακριβώς όπως το έκανε η παραγωγή γενικά από ειδική άποψη για τους ανθρώπους. Η ιστορική ανάπτυξη κάνει κάθε μέρα πιο αναπόφευχτη μια τέτοια οργάνωση, την κάνει όμως καθημερινά και πιο δυνατή. Από αυτήν χρονολογείται μια καινούργια ιστορική εποχή, στην οποία οι ίδιοι οι άνθρωποι, και μαζί τους όλοι οι κλάδοι της δραστηριότητάς τους, και ιδίως οι φυσικές επιστήμες, θα πραγματοποιήσουν μια άνοδο, που θα επισκιάσει κάθε προηγούμενη»19.

Αυτή η προφητεία του Ένγκελς έχει κιόλας επαληθευθεί στην πράξη απ’ την εμφάνιση και την ανάπτυξη του σοσιαλισμού στη Σοβιετική Ένωση και στο παγκόσμιο σοσιαλιστικό σύστημα.

Το πέρασμα στο σοσιαλισμό ξανοίγει στην ανθρωπότητα τη δυνατότητα να καταπιαστεί στα σοβαρά με τα προβλήματα που δημιούργησε ο καπιταλισμός στη σχέση της φύσης και της κοινωνίας και τελικά να τα λύσει. Δεν αρνούμαστε καθόλου, ότι υπάρχουν σοβαρά οικολογικά προβλήματα. Με την τωρινή στάθμη ανάπτυξης της παραγωγής και με τις επενέργειές της στη βιοσφαίρα, με την αύξηση του πληθυσμού και τη δυσαναλογία ανάμεσα στο μέγεθος του πληθυσμού και την παραγωγή τροφίμων σε ορισμένες περιοχές του κόσμου, με την εντατική χρησιμοποίηση του υδάτινου δυναμικού της γης και με τις αυξανόμενες ανάγκες σε ενέργεια και πρώτες ύλες, δημιουργήθηκαν σημαντικότατα προβλήματα που απαιτούν μακρόχρονη λύση από μέρους της ανθρώπινης κοινωνίας. Ο σοσιαλισμός και αργότερα ο κομμουνισμός προσφέρουν γι’ αυτό την κοινωνική βάση, γιατί με την αυξανόμενη συνειδητή κυριαρχία πάνω στη συνολική κοινωνική ανάπτυξη, οι άνθρωποι αποκτούν και τα μέσα, για να κυριαρχούν όλο και πιο εκτεταμένα πάνω στους φυσικούς όρους της ύπαρξής τους και για να διαμορφώνουν συνειδητά και σχεδιασμένα την ανταλλαγή της ύλης με τη φύση πάνω στη βάση επιστημονικών γνώσεων έτσι, που να μην καταστρέφεται η φύση, αλλά να αναπαράγεται διαρκώς βελτιωμένη, για να κληροδοτούν στις μελλοντικές γενεές τις κατά το δυνατό πιο ευνοϊκές συνθήκες για την ανάπτυξή τους.

Μολονότι διαπιστώνουμε, ότι δεν πρέπει να υποτιμούνται τα οικολογικά προβλήματα, μπορούμε να ξεκινήσουμε από το ότι υπάρχουν πέρα για πέρα πραγματικές δυνατότητες για να τεθούν και να λυθούν τα πιο κάτω καθήκοντα για την υπερνίκηση των δυσκολιών:

1) χρησιμοποίηση διαρκώς νέων ειδών υλικών,

2) παραγωγικότερη και πιο φειδωλή χρησιμοποίηση των υπαρχόντων αποθεμάτων ενέργειας και πρώτων υλών,

3) αύξηση της παραγωγικότητας των αναγεννώμενων φυσικών αποθεμάτων.

Την εγγύηση ότι θα ξανοιχτούν νέες δυνατότητες, για να ικανοποιούνται όλο και καλύτερα οι ανάγκες των ανθρώπων, την προσφέρουν η κοινωνική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, η σοσιαλιστική σχεδιασμένη οικονομία, η σοσιαλιστική οικονομική ολοκλήρωση και, όχι τελευταία η σχεδιασμένη έρευνα και η εφαρμογή των αποτελεσμάτων της στην παραγωγή.

Ο σκοπός μας είναι ο κομμουνισμός, η θεμελιακή αρχή του οποίου λέει: Ο καθένας σύμφωνα με τις ικανότητές του, στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του. Και στον κομμουνισμό όμως, οι ανάγκες θα εξαρτιώνται από τις πραγματικές κοινωνικές δυνατότητες. Κανένα άτομο δεν θα μπορεί να εγείρει απαιτήσεις, που για την πραγματοποίησή τους δεν θα υπάρχουν διόλου οι απαραίτητες οικονομικές και κοινωνικές προϋποθέσεις.

Ο κομμουνισμός δεν θα είναι ούτε κοινωνία της σπατάλης, ούτε κοινωνία του ασκητισμού. Η ανάπτυξή του και, επομένως, η δυνατότητα ικανοποίησης των αναγκών θα εξαρτιέται από τη διαρκώς βελτιούμενη αποτελεσματικότητα όλων των αναπτυξιακών παραγόντων, όπως του δυναμικού της επιστημονικής έρευνας, του επιπέδου της μόρφωσης, της συμμετοχής όλων των μελών της κοινωνίας στη λύση των κοινωνικών προβλημάτων. Αυτό θα δώσει τη δυνατότητα να γίνεται ορθολογικά η χρησιμοποίηση όλων των πρώτων υλών και των πηγών ενέργειας και να εξευρεθούν νέοι άγνωστοι μέχρι τώρα πόροι.

Όταν οι εκθέσεις της «Club of Rome» και άλλες έρευνες αστών επιστημόνων μιλούν για την επικείμενη βαθιά κρίση της ανθρωπότητας και για τα όρια της ανάπτυξης, δεν παίρνουν υπόψη τους ότι ο κόσμος βρίσκεται στο πέρασμα από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό. Στη Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία μπορούμε κιόλας να τραβήξουμε προς την κατεύθυνση της παραπέρα διαμόρφωσης της ανεπτυγμένης σοσιαλιστικής κοινωνίας και της δημιουργίας των προϋποθέσεων του βαθμιαίου περάσματος στον κομμουνισμό. Έτσι, και με τη στενή συνεργασία των σοσιαλιστικών κρατών γεννούνται διαρκώς ευνοϊκότερες συνθήκες, για να παίρνονται υπόψη με τη σοσιαλιστική διεύθυνση και το σχεδιασμό της κοινωνίας όχι μόνο τα άμεσα, αλλά και τα απώτερα αποτελέσματα της κοινωνικής δράσης.

Αυτός είναι ένας, και μάλιστα όχι από τους τελευταίους λόγους που και από την άποψη αυτή, το 8ο Συνέδριο και οι αποφάσεις της ΚΕ του Ενιαίου Σοσιαλιστικού Κόμματος Γερμανίας καθόρισαν την εντατικοποίηση του προτσές αναπαραγωγής σαν θεμελιακό, θα μπορούσαμε να πούμε στρατηγικό προσανατολισμό της οικονομικής μας πολιτικής, από τον οποίο εξαρτιέται η εφαρμογή των εκτεταμένων κοινωνικοπολιτικών μέτρων. Το Ενιαίο Σοσιαλιστικό Κόμμα Γερμανίας τονίζει, ότι το ζήτημα είναι με τη βοήθεια της επιστήμης και της τεχνικής να πετύχουμε τη φειδωλή χρησιμοποίηση της ενέργειας και των πρώτων υλών, μια συνεπή οικονομία υλικών, την αξιοποίηση δευτερευόντων πρώτων υλών. Αυτό υπογραμμίζεται και στο σχέδιο του προγράμματος του κόμματος και στις οδηγίες για το πεντάχρονο σχέδιο 1976-1980.

Κατά την προετοιμασία του 9ου Συνεδρίου του ΕΣΚΓ μπορούμε να κάνουμε τη διαπίστωση, ότι τα τελευταία χρόνια η βάση σε πρώτες ύλες και ενεργειακή βάση της οικονομίας της ΓΛΔ διευρύνθηκαν με ρυθμούς ταχύτερους απ’ ό,τι είχε γίνει στο προηγούμενο πεντάχρονο σχέδιο. Η κάλυψή μας από δικές μας πρώτες και βοηθητικές ύλες αυξήθηκε και σταθεροποιήθηκε βαθμιαία ο εφοδιασμός μας σε ενέργεια. Και στην αγροτική οικονομία επιτεύχθηκε αξιοσημείωτη άνοδος.

Οι επιτυχίες αυτές συμβάλλουν στο ότι η λαϊκή οικονομία μπορεί να αναπτύσσεται και στο μέλλον συνεχώς και δυναμικά. Και στο επόμενο πεντάχρονο σχέδιο 1976-1980 μπαίνουν μεγάλα καθήκοντα, η εκπλήρωσή τους οδηγεί στην παραπέρα εντατικοποίηση του προτσές αναπαραγωγής.

 

ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Όλα αυτά αξιώνουν, βέβαια από την επιστήμη, την εκπλήρωση μεγάλων καθηκόντων. Το επιστημονικό μας δυναμικό θα χρησιμοποιηθεί, σε συνεργασία με τη Σοβιετική Ένωση και τα άλλα κράτη της σοσιαλιστικής κοινότητας, σε μεγάλο βαθμό στη θεμελιακή έρευνα για την κάλυψη των αυξανόμενων αναγκών σε πρώτες ύλες, ενέργεια και άλλα υλικά, για την εξασφάλιση μιας υγιούς διατροφής, για τη διαφύλαξη και βελτίωση της υγείας και την αύξηση της ικανότητας για δουλιά των ανθρώπων και για την εξασφάλιση άριστων συνθηκών του περιβάλλοντος με τη μείωση των επιβλαβών για το περιβάλλον επιδράσεων.

Η πραγματοποίηση αυτών των ερευνητικών καθηκόντων, που κατοχυρώνονται στο «σχέδιο για τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη της θεμελιακής φυσικοεπιστημονικής και μαθηματικής έρευνας, καθώς και για τη θεμελιακή έρευνα επιλεγμένων τεχνικών κατευθύνσεων ως το 1990», προωθείται με τη νέα συμφωνία φιλίας, συνεργασίας και αμοιβαίας βοήθειας ανάμεσα στη ΓΛΔ και την ΕΣΣΔ, που υπογράφηκε στη Μόσχα απ’ τους συντρόφους Μπρέζνιεφ και Χόνεκερ στη διάρκεια του ταξιδιού της κομματικής και κρατικής αντιπροσωπείας μας. Γιατί η συμφωνία θα συμβάλλει πριν απ’ όλα και στο παραπέρα βάθεμα της επιστημονικοτεχνικής συνεργασίας, στην ακόμα πιο στενή συνύφανση του επιστημονικού δυναμικού των χωρών μας, ιδιαίτερα στη φυσικοεπιστημονική θεμελιακή έρευνα και στις κοινωνικές επιστήμες.

Η κοινή εργασία αντιπροσώπων των διαφόρων κλάδων της επιστήμης, των μαθηματικών, των φυσιοδιφών και των κοινωνιολόγων, αποτελεί βασική προϋπόθεση για την επιτυχή λύση των προβλημάτων που τίθενται στο σχεδιάγραμμα της έρευνας. Έτσι για την εξασφάλιση του προβαδίσματος στην επιστημονική πληροφοριοδότηση, στην εξεύρεση νέων πόρων, στην ορθολογική προετοιμασία, επεξεργασία και αξιοποίηση πρώτων υλών, πρέπει να συμβάλλουν πριν απ’ όλα οι παρακάτω τομείς: γεωλογία, γεωφυσική, έρευνα των θαλασσών, υδρολογία, ορεινή μηχανική, γεωτεχνική, μεταλλεία, χημική προετοιμασία και χημικός διαχωρισμός, μηχανοχημεία, πετροχημεία, ανόργανη χημεία, ιδιαίτερα η χημεία των πυριτικών αλάτων, του πλάσματος, η τεχνική μικροβιολογία, μικροβιολογία, ενζυμολογία, βιοχημεία, μαθηματικά και, πράγμα που δεν πρέπει να ξεχνιέται: η οικονομολογία.

Ταυτόχρονα όλα αυτά φανερώνουν ένα προτσές της επιστημονικής ανάπτυξης, που ο Ένγκελς το διέκρινε ήδη στη «Διαλεκτική της Φύσης».

Η όλο και πιο διαφοροποιημένη γνώση της φύσης, της κοινωνίας και της σκέψης, κατανοεί προτσές που πάνε όλο και πιο βαθιά, προτσές πιο λεπτομερειακά και συνάφειες της κινούμενης ύλης. Απ’ την άλλη μεριά, οι τάσεις της ανάπτυξης της γνώσης προς την ολοκλήρωση και τη σύνθεση, εκφράζουν το προτσές της συμπύκνωσης και γενίκευσης της γνώσης. Μας επιτρέπουν να γνωρίζουμε όλο και καλύτερα τις συνάφειες ανάμεσα στις ξεχωριστές μορφές κίνησης της ύλης και ανάμεσα στις επιστήμες. Μ’ αυτά τα αντιτιθέμενα προτσές που συντελούνται μέσα της, η σημερινή επιστημονική ανάπτυξη υπογραμμίζει τη σκέψη του Ένγκελς σχετικά με το διαλεκτικό χαρακτήρα της ανάπτυξης της επιστήμης.

Στη «Διαλεκτική της Φύσης» ο Ένγκελς τόνισε, ότι η ανάπτυξη της επιστήμης εξαρτιέται από τις συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες του κάθε φορά κοινωνικού σχηματισμού μέσα στον οποίο καλλιεργείται. Την αποφασιστική ώθησή της τη δέχεται απ’ τις ανάγκες της κοινωνικής ανάπτυξης και οι γνωσεολογικές δυνατότητές της καθορίζονται απ’ το επίπεδο της κάθε φορά πραχτικής, δηλαδή από τη στάθμη των παραγωγικών δυνάμεων και από το χαρακτήρα των σχέσεων παραγωγής.

Ο Ένγκελς, ξεκινώντας απ’ αυτή τη βασική γνώση, αναλύει τη στενή αλληλοσχέση παραγωγής και επιστήμης στο παράδειγμα των φυσικών επιστημών της νεώτερης εποχής. Αν η γένεση και η ανάπτυξη των επιστημών καθορίστηκε εξαρχής ήδη από την παραγωγή, τότε... πάλι στην παραγωγή χρωστάμε το γεγονός, ότι «ύστερα από τη σκοτεινή νύχτα του μεσαίωνα, οι επιστήμες ξεπετιένται μεμιάς και με απροσδόκητη δύναμη και αναπτύσσονται με ταχύτητα θαύματος».20 Την περίοδο αυτή –αυτή είναι η εκτίμηση του Ένγκελς– η επιστήμη χρωστάει στην παραγωγή απείρως περισσότερα απ’ ό,τι η παραγωγή στην επιστήμη.

Δεν είναι μόνο ότι η επιστήμη ικανοποιεί σημαντικές, από την κοινωνική παραγωγή δημιουργημένες ανάγκες, αλλά η παραγωγή ανοίγει στην επιστήμη επίσης νέες δυνατότητες, παρέχει –όπως διαπιστώνει ο Ένγκελς– «εντελώς άλλα μέσα για πειράματα, απ’ ό,τι γινόταν ως τώρα», επιτρέπει «την κατασκευή νέων εργαλείων».21

Η επιστήμη αναπτύσσεται στην ιστορία όχι σαν αυτόνομος, ανεξάρτητος απ’ την κοινωνία τομέας, οι κινητήριες δυνάμεις του οποίου είναι η τάση για γνώση και η ανάγκη της λογικής ανάπτυξης της γνώσης. Αντίθετα, η επιστήμη είναι ιστορικό προϊόν της κοινωνικής ανάπτυξης. Γεννήθηκε σαν επακόλουθο του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας ανάμεσα στη σωματική και πνευματική εργασία κατά το πέρασμα από την πρωτόγονη κοινωνία στη δουλεία. Καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από τις ανάγκες της υλικής παραγωγής. Η επιστήμη είναι μια ειδική μορφή της κοινωνικής δραστηριότητας των ανθρώπων, που συντελείται κάθε φορά κάτω από συγκεκριμένες κοινωνικές συνθήκες, και που το περιεχόμενο και η έκταση, ο σκοπός και η λειτουργία της καθορίζονται από τα συμφέροντα της κάθε δορά κυρίαρχης τάξης της κοινωνίας. Είναι ένα κοινωνικό προτσές, που αποτελεί μέρος και κρίκο του συνολικού κοινωνικού ιστορικού προτσές ανάπτυξης και που γι’ αυτό οι νομοτέλειές του δεν μπορούν να διερευνηθούν και να γνωστούν ανεξάρτητα από τις βασικές κοινωνικές νομοτέλειες της εξέλιξης.

Όταν αναλύουμε την πρόοδο που σημειώθηκε σ’ όλους τους τομείς της ζωής μας ύστερα από το 8ο Συνέδριο του ΕΣΚΓ, δεν μπορούμε να μην τονίσουμε το μεγάλο κοινωνικό ρόλο της επιστήμης. Η σταθερότητα υψηλών ποσοστών ανάπτυξης, τα θετικά αποτελέσματα από την εντατικοποίηση του προτσές αναπαραγωγής, η καλύτερη αξιοποίηση των οικονομικών νόμων, με τη βελτίωση της ποιότητας της διεύθυνσης και του σχεδιασμού και τα πολυάριθμα βήματα προς τα μπρος σε άλλους τομείς, μπόρεσαν επίσης να επιτευχθούν, γιατί η επιστήμη χρησιμοποιήθηκε σε μεγαλύτερη έκταση σαν άμεση παραγωγική δύναμη και τέθηκε στη βάση της διεύθυνσης των κοινωνικών προτσές. Αντίθετα, η μεγαλύτερη ωριμότητα της σοσιαλιστικής κοινωνικής ανάπτυξης ασκεί στον ανώτατο βαθμό γόνιμη επίδραση στην επιστήμη. Τα προβλήματα που προκύπτουν κατά τη διαμόρφωση της ανεπτυγμένης σοσιαλιστικής κοινωνίας, ωθούν τις επιστήμες στην παραπέρα δημιουργική ανάπτυξη και στη συνεργασία ανάμεσά τους. Η πρόοδος στους διάφορους τομείς των φυσικών, τεχνικών και κοινωνικών επιστημών μετά το 8ο Συνέδριο του κόμματος, το τονίζει αυτό με έμφαση.

Στο στάδιο της κοινωνικής ανάπτυξης που βρίσκεται μπροστά μας, η ανάπτυξη θα εξαρτιέται, περισσότερο από ό,τι γινόταν ως τώρα, από τις επιτεύξεις της επιστήμης και της τεχνικής και από την κυριάρχηση της διαλεκτικής της παραγωγής, της επιστήμης και της διεύθυνσης των συνολικών κοινωνικών προτσές. Η σύνδεση των επιτεύξεων της επιστημονικοτεχνικής επανάστασης με τα πλεονεχτήματα του σοσιαλιστικού οικονομικού και κοινωνικού συστήματος, πρέπει να οδηγήσει σε μια ανώτερη ποιότητα. Ο Πρώτος Γραμματέας της Κεντρικής μας Επιτροπής σ. Έριχ Χόνεκερ είπε στην 15η Ολομέλεια της ΚΕ: «Δεν είναι αρκετό όσο συχνά κι αν τονίζουμε, ότι ο ακρογωνιαίος λίθος της εντατικά διευρυμένης αναπαραγωγής μας, είναι η επιτάχυνση της επιστημονικοτεχνικής προόδου».22

Για να ολοκληρώσουμε παραπέρα τα ως τώρα αποτελέσματα, πρέπει να αποχτήσουμε τόσο νέες επιστημονικοτεχνικές γνώσεις σε διεθνές επίπεδο όσο επίσης να πετύχουμε την πλατύτερη και ταχύτερη εφαρμογή τους στην παραγωγή και σε άλλους τομείς.

 

Η ΣΥΜΜΑΧΙΑ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΦΥΣΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ

Στην περίοδο ακριβώς που βρίσκεται μπροστά μας μεγαλώνει η σημασία της στενής συνεργασίας των μαρξιστών-λενινιστών φιλοσόφων και φυσιοδιφών. Γιατί η παραπέρα διαμόρφωση της ανεπτυγμένης σοσιαλιστικής κοινωνίας απαιτεί τη δημιουργική παραπέρα ανάπτυξη του μαρξισμού-λενινισμού από το κόμμα και μια υψηλότερη σοσιαλιστική συνείδηση της εργατικής τάξης και όλων των εργαζομένων. Έτσι η κυριάρχηση της υλιστικής διαλεκτικής γίνεται απόλυτη ανάγκη. Η παραπέρα όμως επεξεργασία της διαλεκτικής σαν κοσμοθεωρίας, γνωσιολογίας, λογικής και μεθοδολογίας, μπορεί να γίνει μόνο πάνω στη βάση της γενίκευσης των νεώτατων επιτεύξεων της επιστήμης και της κοινωνικής πραχτικής. Το γεγονός αυτό θέτει ορισμένα καθήκοντα στους φιλοσόφους και τους φυσιοδίφες.

Από τη μια μεριά, ο φιλόσοφος δεν επιτρέπεται να επαναλαβαίνει μόνο φυσικοεπιστημονικά προτσές ανάπτυξης, εκλαϊκεύοντας νέες φυσικοεπιστημονικές θεωρίες και παρουσιάζοντάς τες σαν επιβεβαίωση του διαλεκτικού υλισμού. Η απόδειξη ότι συμβιβάζονται επιστημονικά αποφθέγματα με τα βασικά αποφθέγματα της μαρξιστικής-λενινιστικής φιλοσοφίας, είναι ένα σημαντικό καθήκον των φιλοσόφων, όμως μόνο σαν προϋπόθεση για μια γνήσια εργασία έρευνας. Δεν είναι απλό πράγμα η ακριβολόγηση υπαρχόντων φιλοσοφικών αντιλήψεων με τη βοήθεια του φυσικοεπιστημονικού υλικού και η διατύπωση φιλοσοφικών υποθέσεων έτσι που να προκληθεί μια πάλη γνωμών με τους φυσιοδίφες. Αυτό, όμως, πρέπει να γίνει, αν πρόκειται η μαρξιστική-λενινιστική φιλοσοφία να αναδειχθεί σαν κοσμοθεωρητική, μεθοδολογική και γνωσεολογική βάση της διερευνητικής δουλιάς του φυσιοδίφη. Σ’ αυτό το πεδίο έχουν ήδη γίνει πολλά, πριν απ’ όλα στη Σοβιετική Ένωση, αλλά και σε μας. Υπολείπονται όμως ακόμα πολλά να γίνουν.

Από την άλλη μεριά, πρέπει ο φυσιοδίφης να είναι προετοιμασμένος για τη συζήτηση φιλοσοφικών προβλημάτων των φυσικών επιστημών. Το επίπεδο της διακλαδικής επιστημονικής εργασίας δεν εξαρτιέται μόνο από τις φυσικοεπιστημονικές γνώσεις του φιλόσοφου, αλλά και από τις φιλοσοφικές γνώσεις του φυσιοδίφη. Εδώ ανήκει πριν απ’ όλα η γνωσεολογική και μεθοδολογική κατανόηση της δικής τους εργασίας, η αποκάλυψη τω μοσμοθεωρητικών και μεθοδολογικών τους προβλημάτων, η μελέτη φιλοσοφικών εργασιών κλπ.

Από όλα αυτά προκύπτουν μερικές συνέπειες για τη συνεργασία μαρξιστών-λενινιστών φιλοσόφων και φυσιοδιφών.

Πρώτο, αποφασιστική σημασία έχει αυτή η συνεργασία κατά την προπαγάνδιση της μαρξιστικής-λενινιστικής κοσμοθεωρίας. Η ανάπτυξη της σοσιαλιστικής συνείδησης δεν μπορεί να θεωρείται σαν «συμπληρωματικό καθήκον» για τη μετάδοση φυσικοεπιστημονικών γνώσεων. Μεγάλη σημασία αποχτάει ακριβώς η αξιοποίηση των ικανοτήτων για την κοσμοθεωρητική μόρφωση και αγωγή κατά τη μετάδοση φυσικοεπιστημονικών γνώσεων στα σχολεία, στα Πανεπιστήμια, στη μετεκπαίδευση. Έτσι αποφεύγονται ασυνέπειες στη σκέψη του είδους λ.χ. που η φιλοσοφία που περιγράφει και εκτιμάει διαισθητικά (intuitiv) αντιπαρατίθεται στις θετικές φυσικές επιστήμες.

Δεύτερο, απαιτούνται η αμοιβαία ανταλλαγή πείρας, η πληροφοριοδότηση σχετικά με νέες σημαντικές φυσικοεπιστημονικές γνώσεις και συμπεράσματα φιλοσοφικής έρευνας, η παραπέρα ανάπτυξη της επιστημονικής πάλης γνωμών και μια δημιουργική ατμόσφαιρα δουλιάς.

Τρίτο, πρέπει από τις αμοιβαίες πληροφορίες και συζητήσεις να βγει και να συντελεστεί μια κατευθυνόμενη εργασία έρευνας σχετικά με τα από κοσμοθεωρητική άποψη σημαντικά προβλήματα, η οποία απαιτεί συλλογική εργασία φιλοσόφων, φυσιοδιφών και επιστημόνων άλλων κλάδων.

Τέταρτο, θα μπορούσε η παραπέρα μαρξιστική-λενινιστική μόρφωση να χρησιμοποιηθεί για να γνωριστούν οι φυσιοδίφες με τη στάθμη των εργασιών στον τομέα των φιλοσοφικών ζητημάτων της επιστημονικής ανάπτυξης. Εκτός από αυτό θα έπρεπε να μελετιέται και να αξιοποιείται η πείρα της Σοβιετικής Ένωσης από τη διεξαγωγή μεθοδολογικών φροντιστηρίων σε επιστημονικά ιδρύματα.

Εξαιτίας του σύνθετου χαρακτήρα των κοσμοθεωρητικών προβλημάτων, δεν επαρκούν για τη φιλοσοφική ανάλυση οι εκθέσεις θεωρητικών ζητημάτων μιας μόνο φυσικής επιστήμης. Πρόκειται δε, για απαντήσεις στα ζητήματα που συνδέονται με το φιλοσοφικό υλισμό, με την υλιστική διαλεκτική και με τον ουμανισμό. Εδώ πρέπει να συμβάλλουν όλοι οι φιλοσοφικοί κλάδοι και ιδρύματα εργασίας. Συχνά επίσης συνδέεται ανεπαρκώς η ιστορία της φιλοσοφίας με την ιστορία των επιστημών, παρ’ όλο που με αυτό θα οξυνόταν η ιστορική αίσθηση για επίκαιρες τοποθετήσεις και λύσεις προβλημάτων και ακριβώς αυτό έχει μεγάλη κοσμοθεωρητική σημασία.

Η απαραίτητη θεωρητική προϋπόθεση για τη σχεδιασμένη και από κοινούς σκοπούς καθοδηγούμενη συνεργασία φιλοσόφων και φυσιοδιφών, επιστημόνων όλων των τομέων γνώσης, είναι ο διαλεκτικός και ιστορικός υλισμός. Οι ιδέες που αναπτύσσονται από τον Φρίντριχ Ένγκελς στη «Διαλεκτική της Φύσης» σχετικά με τη συνάφεια της κοινωνικής ανάπτυξης και της κυριαρχίας της φύσης, μας δίνουν τα απαραίτητα εφόδια για την εκπλήρωση των κοινών καθηκόντων.

Η «Διαλεκτική της Φύσης», παρά τον μη ολοκληρωμένο χαρακτήρα της, αποτελεί ένα χρυσωρυχείο γεμάτο από βασικές ιδέες για την επιστήμη και τη διαλεκτική-υλιστική κοσμοθεωρία, για τη λογική, τη γνωσεολογία και μεθοδολογία, για την ιστορία της επιστήμης. Καλά θα κάνουμε, να χρησιμοποιούμε πάντα αυτόν το θησαυρό, για να κατανοούμε καλύτερα το παρελθόν, για να εκπληρώνουμε τα καθήκοντα της εποχής μας και να αντικρίζουμε το μέλλον με αισιοδοξία.

 


ΣημειώσειςΣημειώσεις

 * Διάλεξη του Κουρτ Χάγκερ, που έγινε στις 3.12.1975 στην επιστημονική σύσκεψη του Τμήματος Μαρξιστικής-Λενινιστικής Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Χούμπολτ του Βερολίνου, απ’ αφορμή τα 50χρονα της έκδοσης «Διαλεκτική της Φύσης» του Φρίντριχ Ένγκελς. Εκδόθηκε στα γερμανικά με τον τίτλο Engels’ “Dialektik der Natur” und die Gegenwant, Dietz Verlag, Berlin 1975. Αναδημοσιεύεται από την ελληνική έκδοσή του, το 1977, από το εκδοτικό Νέα Βιβλία.

1. A. Riehl, Εισαγωγή στη φιλοσοφία της εποχής μας, Λειψία, 1908, σελ. 515.

2. A. Riehl, Εισαγωγή στη φιλοσοφία της εποχής μας, Λειψία, 1908, σελ. 355.

3. Α. Αϊνστάιν - Λ. Ίνφελντ, Η εξέλιξη της φυσικής, Βιέννη, 1951, σελ. 209-210.

4. Β. Ι. Λένιν, Υλισμός και εμπειριοκριτικισμός, σελ. 250.

5. W. Röd, Dialektische Philosophie der Neuzeit, Bd. II, Μόναχο, 1974, σελ. 43.

6. W. Röd, Dialektische Philosophie der Neuzeit, Bd. II, Μόναχο, 1974, σελ. 46.

7. Φρίντριχ Ένγκελς, Η διαλεκτική της φύσης, Έργα Μαρξ - Ένγκελς, τόμ. 20, σελ. 348 της γερμανικής έκδοσης.

8. Φρίντριχ Ένγκελς, Η διαλεκτική της φύσης, Έργα Μαρξ - Ένγκελς, τόμ. 20, σελ. 496 της γερμανικής έκδοσης.

9. Ό.π., σελ. 479.

10. Ό.π., σελ. 453.

11. Φρίντριχ Ένγκελς, Η διαλεκτική της φύσης, Έργα Μαρξ - Ένγκελς, τόμ. 20, σελ. 452 της γερμανικής έκδοσης.

12. Ό.π., σελ. 504.

13. Ό.π., σελ. 565.

14. Φρίντριχ Ένγκελς, Η διαλεκτική της φύσης, Έργα Μαρξ - Ένγκελς, τόμ. 20, σελ. 323 της γερμανικής έκδοσης.

15. Υπολογισμένο με βάση τη: Στατιστική Επετηρίδα του 1974 που έχει εκδοθεί το 1975 στη Νέα Υόρκη από τα Ενωμένα Έθνη.

16. Η πολιτική πετρελαίου των υποανάπτυκτων χωρών στις συνθήκες της καπιταλιστικής κρίσης ενέργειας, Βερολίνο, 1975, σελ.16.

17. Μ. Μεζάροβιτς - Ε. Πέστελ, «Η ανθρωπότητα στο σημείο καμπής», 2η έκθεση στο Club of Rome σχετικά με την παγκόσμια κατάσταση, Στουτγάρδη, 1974, σελ. 120.

18. Marx - Engels Werke, τόμ. 20, σελ. 454.

19. Ό.π., σελ. 324.

20. Marx - Engels Werke, τόμ. 20, σελ. 456.

21. Ό.π., σελ. 457.

22. Απ’ την εισήγηση στη 15η Ολομέλεια της ΚΕ του ΕΣΚΓ στις 2-3 του Οχτώβρη 1975.