ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΘΡΟΝΟΥ ΚΑΙ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ ΠΡΙΝ ΤΟΝ Α΄ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΠΟΛΕΜΟ
Ξεκινώντας ο Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος (5/18 Οκτώβρη 1912), ο διάδοχος Κωνσταντίνος, που είχε διοριστεί αρχιστράτηγος από τον Βενιζέλο, παραμέρισε τον Παναγιώτη Δαγκλή, που ήταν υποστηρικτής του Βενιζέλου και κατείχε τη θέση του Αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Στρατού, και τοποθέτησε στο Επιτελείο δικά του πρόσωπα. Επρόκειτο για τον Βίκτωρα Δούσμανη (Αρχηγό Γενικού Επιτελείου), τον τότε λοχαγό Ιωάννη Μεταξά κ.ά. Η ανάληψη της αρχιστρατηγίας από το διάδοχο Κωνσταντίνο σήμαινε ένα αποφασιστικό μέσο για τον έλεγχο του στρατού και γενικότερα για την άσκηση της πολιτικής.1
Η πρώτη σοβαρή αντιπαράθεση, εκφρασμένη πρωταρχικά στα πρόσωπα των Βενιζέλου και Κωνσταντίνου, εκδηλώθηκε τον Οκτώβρη του 1912, στη διάρκεια του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου. Τότε ο Κωνσταντίνος, παρά την εντολή του Βενιζέλου να προχωρήσει ο ελληνικός στρατός προς τη Θεσσαλονίκη, δε συμμορφώθηκε και διέταξε το στρατό να προελάσει βόρεια, προς το Μοναστήρι, με στόχο να φτάσει εκεί πριν τους Σέρβους, με τους οποίους η Ελλάδα διεξήγε από κοινού πόλεμο κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, σε συμμαχία με τη Βουλγαρία και το Μαυροβούνιο. Σημειώνεται ότι στο Μοναστήρι υπήρχε μεγάλη και πλούσια ελληνική κοινότητα, αφού οι μεγαλύτεροι έμποροι της περιοχής ήταν Έλληνες.2
Ο Βενιζέλος φοβόταν –και δεν είχε άδικο- ότι ο βουλγαρικός στρατός, υπερισχύοντας του τουρκικού στο μεταξύ τους πολεμικό μέτωπο, θα κατευθυνόταν προς την τουρκοκρατούμενη Θεσσαλονίκη και θα την καταλάμβανε. Όμως, για τον Βενιζέλο η οικονομική σημασία της κατάκτησης της Θεσσαλονίκης δεν μπορούσε να συγκριθεί με αυτήν της οποιασδήποτε άλλης εδαφικής προσάρτησης. Γι’ αυτό και επέμενε. Αλλά οι εντολές του αγνοούνταν.
Χαρακτηριστικά της αντιπαράθεσης για το παραπάνω θέμα ήταν τα τηλεγραφήματα που αντάλλαξαν ο Βενιζέλος και ο διάδοχος.
Στις 13/26 Οκτώβρη 1912 ο Βενιζέλος, υπογράφοντας ως υπουργός Στρατιωτικών, τηλεγράφησε στον Κωνσταντίνο το παρακάτω:
«Αναμένω να μοι γνωρίσητε την περαιτέρω διεύθυνσιν ην θα ακολουθήση η προέλασις του στρατού της Θεσσαλίας. Παρακαλώ μόνον να έχετε υπ’ όψιν ότι σπουδαίοι πολιτικοί λόγοι επιβάλλουσι να ευρεθώμεν μίαν ώραν ταχύτερον εις την Θεσσαλονίκην.»3
Ο Κωνσταντίνος απάντησε:
«Ο στρατός δεν θα οδεύση κατά της Θεσσαλονίκης. Εγώ έχω καθήκον να στραφώ κατά Μοναστηρίου, εκτός αν μου το απαγορεύσετε.»4
Και ο Βενιζέλος του απάντησε:
«Σας το απαγορεύω.»5
Η αντιπαράθεση συνεχίστηκε για αρκετές μέρες ακόμα. Στον Οθωμανό πασά Ταξίν, που δήλωσε πρόθυμος να παραδώσει τη Θεσσαλονίκη, ο Κωνσταντίνος έθεσε όρους για την παράδοση, τους οποίους ο Ταξίν δεν αποδέχτηκε. Και μόνο όταν ο Κωνσταντίνος πληροφορήθηκε ότι ο Οθωμανός πασάς ήταν αποφασισμένος να κρατήσει μίας μέρας άμυνα, για να παραδώσει τη Θεσσαλονίκη στους επερχόμενους Βουλγάρους, αποφάσισε να βαδίσει ο στρατός προς αυτήν.
Και συνέβαιναν αυτά, παρότι ο Βενιζέλος κινητοποίησε ακόμα και τον πατέρα του Κωνσταντίνου, βασιλιά Γεώργιο Α΄, ο οποίος πήγε στην Κοζάνη και έπεισε το γιο του να εκτελέσει την εντολή της κυβέρνησης Βενιζέλου, κάτι που ο Κωνσταντίνος έκανε τελικά με μισή καρδιά.
ΟΙ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Α΄ ΚΑΙ ΔΙΑΔΟΧΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΩΣ ΕΚΦΡΑΣΗ ΕΝΔΟΑΣΤΙΚΩΝ ΑΝΤΙΘΕΣΕΩΝ ΓΙΑ ΤΙΣ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΣΥΜΜΑΧΙΕΣ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ. Η ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Α΄
Ο Γεώργιος κρατούσε απέναντι στον Βενιζέλο συμφωνημένη από το 1909-1910 τακτική των ισορροπιών. Πολλοί απέδωσαν αυτήν τη στάση στην πεποίθηση του Γεωργίου Α΄ ότι έπρεπε να λειτουργεί ως συνταγματικός μονάρχης που δεν εμπλέκεται στην ανάδειξη της εκτελεστικής εξουσίας. Όπως όμως σημείωνε ο Γ. Κορδάτος:
«Αυτό δεν είναι καθόλου σωστό (…) στα 1867 έπαψε την κυβέρνηση Κουμουνδούρου που είχε την πλειοψηφία στη Βουλή και σχημάτισε υπηρεσιακή, με πρωθυπουργό τον Μωραϊτίνη, πρόεδρο του Αρείου Πάγου, για να μπορέσει έτσι με πρωθυπουργό ανδρείκελό του να σαμποτάρει την Κρητική Επανάσταση. (…) Λίγο πιο ύστερα πάλι (1868) έβαλε τον Βούλγαρη (…) να υποβάλει νομοσχέδιο με το οποίο ο νεογέννητος διάδοχός του να πάρει τον τίτλο του δούκα της Σπάρτης (…) τον Ιούνη του 1874 έγιναν εκλογές με πρωτάκουστη τρομοκρατία (…) Ο Δημήτρης Ράλλης (…) έβγαλε φυλλάδιο (…) καυτηριάζοντας την ωμή βία του Βούλγαρη και έμμεσα τα ’λεγε και του Γεωργίου που είχε συνεταιρισθεί με τον διαβόητο Βούλγαρη.»6
Στην πραγματικότητα η τακτική ισορροπιών του Γεωργίου στηριζόταν στη σύμπτωση με τον Βενιζέλο αναφορικά με τις επιδιωκόμενες συμμαχίες του ελληνικού αστικού κράτους. Ο Γεώργιος, όπως και ο Βενιζέλος, ήταν Ανταντόφιλος, δηλαδή τασσόταν υπέρ της βρετανογαλλικής συμμαχίας που συγκροτούνταν εκείνη την εποχή, προκειμένου να αντιπαρατεθεί με τα συμφέροντα και τις γεωπολιτικές επιδιώξεις της Γερμανικής Αυτοκρατορίας και των συμμάχων της.
Όμως στις 5 Μάρτη 1913 ο Γεώργιος δολοφονήθηκε στη Θεσσαλονίκη ενώ έκανε το βραδινό του περίπατο. Οι διωκτικές αρχές εμφάνισαν ως δολοφόνο κάποιον Αλέξανδρο Σχινά, πρώην μετανάστη στις ΗΠΑ.
Ο Αλέξανδρος Σχινάς χαρακτηρίστηκε από τους New York Times ως «εκπαιδευμένος αναρχικός»7, ενώ η πρώτη ανακοίνωση της αστυνομίας Θεσσαλονίκης –που εκδόθηκε δίχως ο διοικητής της να συνεννοηθεί με τον πρίγκιπα Νικόλαο (στρατιωτικό διοικητή της πόλης)– έλεγε ότι ο Σχινάς ήταν σοσιαλιστής από το Βόλο (ισχυρισμός που δεν ίσχυε).8 Πολλοί εξέφρασαν διαχρονικά την πεποίθηση ότι εξυπηρετούσε τους σκοπούς των γερμανικών μυστικών υπηρεσιών.9
Το βέβαιο είναι ότι υπάρχουν πολλές αμφιβολίες για το αν ο Σχινάς ήταν αυτός που σκότωσε τον Γεώργιο ή όχι. Η δικογραφία της ανάκρισης του Σχινά «χάθηκε», ενώ τον ίδιο τον εκπαραθύρωσαν από το διοικητήριο. Ωστόσο τον Σχινά επισκέφτηκε μόνη, στο κελί όπου κρατούνταν, η βασίλισσα Όλγα, στην οποία ο Σχινάς είπε πολλά που εκείνη ποτέ δεν αποκάλυψε.
Όπως και αν έχει το ζήτημα, το βέβαιο είναι ότι για τη δολοφονία του αγγλόφιλου βασιλιά Γεωργίου κινήθηκαν ισχυρές εξωτερικές και εσωτερικές δυνάμεις. Η επικρατούσα εκδοχή είναι ότι συμφέρον από τη δολοφονία είχαν η Γερμανική και η Αυστρουγγρική Αυτοκρατορία, γνωρίζοντας ότι ο Κωνσταντίνος, που θα διαδεχόταν τον Γεώργιο, ήταν ευνοϊκά διακείμενος στα γεωπολιτικά τους σχέδια. Αυτή ήταν και η γνώμη του πρωτοδίκη Β. Κανταρέ που άρχισε την τακτική ανάκριση του Σχινά, η οποία διακόπηκε όταν ο Σχινάς άρχισε να μιλάει.10
Η επιλογή του διαδόχου Κωνσταντίνου, να ταχτεί με το μέρος της Γερμανίας και ενάντια στις επιλογές του Γεωργίου, είχε εκδηλωθεί για πρώτη φορά πολλά χρόνια νωρίτερα, την περίοδο των Ευαγγελιακών (1901), όταν στην Αθήνα ξέσπασαν διαδηλώσεις, κυρίως φοιτητών, που εναντιώθηκαν στη μετάφραση του Ευαγγελίου στη δημοτική γλώσσα από το λογοτέχνη Αλέξανδρο Πάλλη. Οι φοιτητές, που καθοδηγούνταν από τους καθηγητές Μιστριώτη, Βάση και άλλους, καθώς και από μερίδα του αστικού τύπου (Καιροί, Σκριπ, Εμπρός κ.ά.), ζητούσαν από την Ιερά Σύνοδο να αφορίσει τον Πάλλη. Στη διάρκεια των διαδηλώσεων σημειώθηκαν αιματηρές συγκρούσεις με το στρατό, με αποτέλεσμα να υπάρχουν 11 νεκροί και 80 τραυματίες πολίτες και στρατιώτες.11
Το θέμα ήταν ότι υπέρ της μετάφρασης του Ευαγγελίου στη δημοτική τάσσονταν ο βασιλιάς Γεώργιος και η βασίλισσα Όλγα. Όμως, ο πρώτος τασσόταν με το μέρος της Γαλλίας (και της Βρετανίας) και η δεύτερη, ως Ρωσίδα, με το μέρος της Ρωσίας, σε μια εποχή που η Γαλλία και η Ρωσία είχαν συνάψει συμμαχία που στρεφόταν κατά της Γερμανίας. Γι’ αυτό και πολλοί ιστορικοί επισήμαναν ότι στην υποκίνηση των διαδηλώσεων κατά της μετάφρασης του Ευαγγελίου βασικό ρόλο είχε παίξει η γερμανική πρεσβεία. Εξάλλου, οι διαδηλωτές φοιτητές κραύγαζαν «Ζήτω ο διάδοχος», «Ζήτω η Σοφία και ο Κωνσταντίνος» και φώναζαν ακόμη «Κάτω η Σλάβα», εννοώντας την Όλγα.
Αναλαμβάνοντας τη βασιλεία ο Κωνσταντίνος, του οποίου η σύζυγος Σοφία ήταν Γερμανίδα, της δυναστείας Χοεντζόλερν και αδελφή του Γερμανού Αυτοκράτορα (Κάιζερ) Γουλιέλμου Β΄, διαβεβαίωσε τον Βενιζέλο ότι θα ακολουθούσε τα βήματα του πατέρα του. Επίσης, τη μέρα της ορκωμοσίας του ενώπιον της Βουλής, ο Κωνσταντίνος είπε στον Βενιζέλο:
«Εκτός της επισήμου υποσχέσεως, την οποίαν έδωκα προ ολίγου περί τηρήσεως του Συντάγματος, επιθυμώ να σας διαβεβαιώσω και ιδιαιτέρως, κύριε πρωθυπουργέ, ότι θα ακολουθήσω καθ’ όλα την πολιτείαν του πατρός μου.»12
Στη συνέχεια της συνεδρίασης όμως, ο Δημ. Ράλλης, που πήρε το λόγο αμέσως μετά από τον Βενιζέλο, ύμνησε τον Κωνσταντίνο ως «ιδιοκτήτη» λαού και στρατού, τονίζοντας:
«Ο ελληνισμός ολόκληρος ατενίζει ήδη προς έναν μόνον, προς τον Βασιλέα αυτού (…) Η νίκη ήδη έστεψεν Αυτόν (…) το Γένος τοιαύτην έχον εμπιστοσύνην προς Αυτόν, ζητεί παρ’ Αυτού και μόνον την πραγματοποίησιν των εθνικών πόθων.»13
Στον Ράλλη απάντησε ο Βενιζέλος, υπογραμμίζοντας ότι βρήκε «την στιγμήν να λησμονήση την ουσίαν του Πολιτεύματος (…) λέγων ότι το έθνος έχει εμπιστοσύνην μόνον προς τον Βασιλέα και δεν έχει προς την Κυβέρνησίν του». Και υπενθύμισε «ότι τον αγώνα τούτον οδηγεί Κυβέρνησις»14.
Η ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΑΙ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ (ΘΡΟΝΟΥ-ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ) ΩΣ ΕΚΦΡΑΣΗ ΕΝΔΟΑΣΤΙΚΩΝ ΑΝΤΙΘΕΣΕΩΝ
Κατά συνέπεια, δεν είναι παράδοξο ότι τα πράγματα εξελίχτηκαν σε διαφορετική κατεύθυνση από τις διαβεβαιώσεις του Κωνσταντίνου. Χαρακτηριστική των αντίθετων προθέσεων και των επιδιώξεων του Κωνσταντίνου ήταν η παρακάτω περικοπή του διαγγέλματός του «Προς τον Λαόν Μου!», το οποίο διάβασε ο Βενιζέλος στη Βουλή πριν το Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο:
«Ο στρατός Μου της ξηράς και της θαλάσσης…»15
Δεν υπολείπεται βεβαίως σε σημασία και το γεγονός ότι ο Δούσμανης προσπάθησε στο τέλος του Β΄ Βαλκανικού Πολέμου να οργανώσει στρατιωτικό πραξικόπημα εναντίον της κυβέρνησης Βενιζέλου για λογαριασμό του Κωνσταντίνου, το οποίο δεν μπόρεσε τελικά να πραγματοποιήσει. Μάλιστα, ο Γ. Βεντήρης γράφει ότι «από της συστάσεως του ελεύθερου κράτους δεν είχεν αποτολμηθή πραξικόπημα ως αυτό του στρατηγού Δούσμανη»16.
Μετά από το τέλος του Β΄ Βαλκανικού Πολέμου, κατά την υπογραφή της Συνθήκης του Βουκουρεστίου (28/10 Αυγούστου 1913)17, η Γερμανία κράτησε φιλική στάση προς την Ελλάδα, προκειμένου να δημιουργήσει σφήνα οξύνοντας τις αντιθέσεις Ανταντόφιλων και γερμανόφιλων στην Ελλάδα. Ο Κάιζερ της Γερμανίας Γουλιέλμος Β΄ προσκάλεσε τότε τον Κωνσταντίνο στη Γερμανία και σε ειδική τελετή τού έδωσε τη ράβδο του Γερμανού στρατάρχη. Από την πλευρά του, «ο Κωνσταντίνος ύμνησε το γερμανικό στρατό και τόνισε ότι νίκησαν οι Έλληνες όχι μόνο γιατί ήταν αντρείοι, αλλά και γιατί διδάχτηκαν την πολεμική τέχνη από τους Γερμανούς»18.
Το γεγονός προκάλεσε τις γαλλικές αντιδράσεις, αφού η Ελλάδα διεξήγαγε τους Βαλκανικούς Πολέμους στηριζόμενη στην οικονομική ενίσχυση της Γαλλίας, ενώ Γάλλοι στρατιωτικοί εκπαίδευαν τον ελληνικό στρατό. Το σημαντικότερο όμως ήταν ότι η Γαλλία ένιωθε ότι μια αλλαγή της εξωτερικής πολιτικής του ελληνικού αστικού κράτους θα απειλούσε τα συμφέροντά της στην περιοχή.
Άλλωστε, την ίδια περίοδο το γερμανόφιλο τμήμα των αστικών πολιτικών δυνάμεων συγκρότησε και οργάνωσε περισσότερο τις δυνάμεις του και επιδίωξε να παρέμβει περισσότερο στη λειτουργία του κρατικού μηχανισμού. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, δημιουργήθηκε «μυστικόν σώμα ασφαλείας του Βασιλέως», μια ανακτορική αστυνομία που δρούσε πάνω και εν αγνοία του υπουργού Εσωτερικών και του αρχηγού της χωροφυλακής. Το μυστικό αυτό σώμα χαρακτηρίστηκε και ως «υπηρεσία παντοδύναμος επιτηρούσα τους λαϊκούς ηγέτες εν ονόματι της ολιγαρχίας»19.
Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί και η συνεχιζόμενη συμβιβαστική στάση του Βενιζέλου απέναντι στη δυναστεία και στο αντίπαλό του αστικό πολιτικό προσωπικό. Ανέθετε διπλωματικές αποστολές στον Γεώργιο Θεοτόκη, παρότι αυτός πραγματοποιούσε μυστικές συνεννοήσεις με το βασιλιά και θεωρούνταν έμπιστος του Γουλιέλμου Β΄, με τον οποίο διαπραγματευόταν συμμαχία της Γερμανικής Αυτοκρατορίας και της Ελλάδας. Από την άλλη, ο Τζων Θεοτόκης ονομάστηκε αυλάρχης της βασίλισσας Σοφίας, ενώ ο Γεώργιος Στρέιτ, θαυμαστής του Κάιζερ, τοποθετήθηκε υπουργός Εξωτερικών. Ταυτόχρονα προβιβάστηκαν, ως «αριστεύσαντες εν πολέμω», οι Δούσμανης, Στρατηγός, Μεταξάς, Πάλλης, ακόμα και ο ιδιαίτερος γιατρός του βασιλιά. Όλοι αυτοί και άλλοι συγκροτούσαν το τότε ανακτοβούλιο (τη λεγόμενη Καμαρίλλα)20.
Επί της ουσίας η κατάσταση, όσον αφορά το ρόλο της βασιλείας και της κυβέρνησης, είχε επιστρέψει στο 1864, όταν μετά από την έξωση του Όθωνα διεξάγονταν αντιπαραθέσεις σχετικά με τον καθορισμό των αρμοδιοτήτων των δύο διαφοροποιημένων μερών, ενόψει της διαμόρφωσης του νέου Συντάγματος.21
Το ίδιο διάστημα (1913), ο Βενιζέλος απέσυρε τον ελληνικό στρατό από τη Νότια Αλβανία όπου είχε εισβάλει, επειδή αντέδρασαν η Αυστρουγγρική Αυτοκρατορία και η Ιταλία που διεκδικούσαν το «άπλωμα» σε αυτήν της δικής τους επιρροής.
Στην απόσυρση του ελληνικού στρατού από τη Νότια Αλβανία αντέδρασαν τα κόμματα της Αντιπολίτευσης (Γ. Θεοτόκης, Δ. Ράλλης, Δ. Γούναρης, Δ. Καλλέργης κ.ά.). Ο Βενιζέλος, παίρνοντας υπόψη το διεθνή συσχετισμό δυνάμεων, καθώς και τις Συνθήκες που αναγνώριζαν την ανεξαρτησία της Αλβανίας και καθόριζαν τα σύνορά της,22 τοποθετήθηκε απέναντι στην Αντιπολίτευση ως εξής:
«…Η Ελλάς δεν θα προκαλέση περιπλοκάς (…) Έχομεν καθήκον να συμπεριφερόμεθα ως κράτος ανήκον εις την ευρωπαϊκήν οικογένειαν.»23
Τότε, υποκινήθηκε η «Αυτονομία της Βορείου Ηπείρου», που αποτελούσε εκβιασμό και αντιπερισπασμό στην πολιτική του Βενιζέλου. Υποκινητές ήταν μεγαλογαιοκτήμονες και διάφοροι άλλοι εγχώριοι κεφαλαιοκράτες, που είχαν σημαντικές επενδύσεις και στην Ελλάδα, όπως ο Γεώργιος Ζωγράφος, καθώς και δεσποτάδες και στρατιωτικοί.
Υπογραμμίζεται ότι ο Γεώργιος Χρηστάκης Ζωγράφος, ο οποίος ανέλαβε πρόεδρος της λεγόμενης «Προσωρινής Κυβέρνησης της Αυτόνομης Δημοκρατίας της Βορείου Ηπείρου», είχε διατελέσει υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδας στην κυβέρνηση του Δ. Ράλλη (1909) και στη συνέχεια διατέλεσε και πάλι υπουργός Εξωτερικών στην κυβέρνηση του Δ. Γούναρη (1915), ήταν γιος του μεγαλοτσιφλικά της Θεσσαλίας Χρηστάκη Ζωγράφου και συνδιοικητής της Εθνικής Τράπεζας από τα τέλη του 1914 έως το Σεπτέμβρη του 1917. Ως υπουργός της κυβέρνησης Γούναρη, μέχρι τον Αύγουστο του 1915, τάχτηκε υπέρ της συμμετοχής της Ελλάδας στον Α΄ Παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό Πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ, αλλά η πρότασή του δεν έγινε δεκτή και παραιτήθηκε, παραμένοντας συνδιοικητής της Εθνικής Τράπεζας.
Υπουργός Εξωτερικών στην «Προσωρινή Κυβέρνηση της Βορείου Ηπείρου» έγινε ο Αλέξανδρος Καραπάνος, γιος του Κων. Καραπάνου, τραπεζίτη, συγγενή του Ζωγράφου και μεγαλογαιοκτήμονα των Τζουμερκοχωριών, στυγνού εκμεταλλευτή χιλιάδων μικροαγροτών. Και ο Καραπάνος έγινε το 1917 υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδας στη φιλοβασιλική κυβέρνηση Ι. Καλογερόπουλου.
Ο Α΄ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ (ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 1914 - ΝΟΕΜΒΡΗΣ 1918)
Η περίοδος κυοφορίας και προετοιμασίας του Α΄ Παγκόσμιου Ιμπεριαλιστικού Πολέμου, δηλαδή ενός γενικευμένου ιμπεριαλιστικού πολέμου έναντι των περιφερειακών που προϋπήρξαν, κράτησε από τα τέλη του 19ου αιώνα έως το 1914.
Μια αλυσίδα γεγονότων, διπλωματικών αντιπαραθέσεων, προστριβών και πολεμικών συγκρούσεων των αστικών κρατών προμήνυε την επερχόμενη θύελλα. Ο αμερικανοϊσπανικός πόλεμος (1898-1902), οι πόλεμοι των Μπόερς (1899-1902),24 ο ρωσοϊαπωνικός πόλεμος (1904-1905), η πρώτη μαροκινή κρίση (1905-1906), η προσάρτηση της Βοσνίας Ερζεγοβίνης στην Αυστρουγγρική Αυτοκρατορία και η βοσνιακή κρίση (1908-1909), η ολοκλήρωση της προσάρτησης της Κορέας στην Ιαπωνία (1910), η δεύτερη μαροκινή κρίση, ο ιταλοτουρκικός πόλεμος (1911), όπως και οι Βαλκανικοί Πόλεμοι (1912-1913), αποτέλεσαν κρίκους της αιματοβαμμένης αλυσίδας των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων και συγκρούσεων που οδήγησε στο ξέσπασμα του Α΄ Παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού Πολέμου.25
Η πρώτη «τουφεκιά» για την έναρξη του πολέμου ρίχτηκε στα Βαλκάνια με πρόσχημα τη δολοφονία του διαδόχου της Αυστρίας αρχιδούκα Φερδινάνδου και της γυναίκας του Σοφίας (28 Ιούνη 1914). Αρχικά οι Κεντρικές Δυνάμεις (Γερμανική και Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία) κήρυξαν τον πόλεμο κατά της Σερβίας, αλλά σε μικρό χρονικό διάστημα ο πόλεμος γενικεύτηκε.26 Την 1η Αυγούστου η Γερμανία κήρυξε τον πόλεμο στην τσαρική Ρωσία και στις 3 Αυγούστου στη Γαλλία.27 Ήταν η αρχή της σύγκρουσης των Κεντρικών Δυνάμεων με την ιμπεριαλιστική συμμαχία της Αντάντ.
Η Αντάντ ξεκίνησε αρχικά ως συμμαχία ανάμεσα κυρίως στη Μ. Βρετανία, τη Γαλλία και την τσαρική Ρωσία (ως την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917, έπειτα από την οποία η Σοβιετική Ρωσία βγήκε από τον πόλεμο με απόφαση της επαναστατικής εργατικής εξουσίας). Στο πλευρό της Αντάντ προσχώρησε από την αρχή και το Βέλγιο, καθώς τα γερμανικά στρατεύματα πέρασαν τα σύνορά του για να διεξάγουν κεραυνοβόλο επίθεση κατά της Γαλλίας, αφού προηγουμένως η βελγική κυβέρνηση είχε απορρίψει γερμανικό τελεσίγραφο για ελεύθερη δίοδο του γερμανικού στρατού.28
Η άλλη ιμπεριαλιστική συμμαχία συγκροτήθηκε αρχικά με επίκεντρο τη Γερμανική και την Αυστρουγγρική Αυτοκρατορία, ενώ η Οθωμανική Αυτοκρατορία υπέγραψε μυστική συμφωνία με τη Γερμανία, βάσει της οποίας θα έβγαινε στον πόλεμο και θα έθετε το στρατό της στη διάθεση του Γερμανικού Γενικού Επιτελείου.29
Όταν άρχισε ο Α΄ Παγκόσμιος ιμπεριαλιστικός Πόλεμος, η Βουλγαρία, η Ελλάδα, η Σουηδία, η Νορβηγία, η Δανία, η Ολλανδία, η Ισπανία, η Πορτογαλία, καθώς και η Ιταλία και η Ρουμανία δήλωσαν ουδετερότητα. Από τα μη ευρωπαϊκά κράτη ουδετερότητα κήρυξαν οι ΗΠΑ και πολλά κράτη της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής. Η κήρυξη ουδετερότητας δε σήμαινε ότι αυτά τα κράτη δεν είχαν σκοπό να πάρουν μέρος στον πόλεμο. Οι αστικές τάξεις των αρχικά «ουδέτερων» καπιταλιστικών κρατών επίσης απέβλεπαν να πραγματοποιήσουν εδαφικές προσαρτήσεις, αλλά αποσκοπούσαν να παζαρέψουν τα μεγαλύτερα δυνατά ανταλλάγματα από την ενδεχόμενη συμμετοχή τους στον πόλεμο. Εξάλλου, καθένας από τους δύο εμπόλεμους ιμπεριαλιστικούς συνασπισμούς υπολόγιζε ότι η είσοδος και άλλων κρατών στον πόλεμο ήταν δυνατό να επηρεάσει τη διάρκειά του και το τελικό αποτέλεσμα και προσπαθούσε να πάρει με το μέρος του τα κράτη αυτά ή να εξασφαλίσει την ευνοϊκή ουδετερότητά τους ως το τέλος του.30
Πράγματι, στη συνέχεια και ενώ ο πόλεμος εξαπλωνόταν στην Άπω και την Εγγύς Ανατολή, η Ιαπωνία κήρυξε τον πόλεμο ενάντια στη Γερμανία, καθώς διεκδικούσε από αυτήν το «νοικιασμένο» έδαφος του Κεοτσέου με το λιμάνι Τσιγκτάο στην Κίνα31, ενώ την άνοιξη του 1915 η Ιταλία υπέγραψε τη Συμφωνία του Λονδίνου και προσχώρησε στην Αντάντ.32
Τελικά, στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ενεπλάκησαν τα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη (εξαίρεση αποτέλεσαν η Ισπανία, η Ελβετία, η Ολλανδία και τα τρία σκανδιναβικά κράτη). Παράλληλα, τα πολεμικά μέτωπα απλώθηκαν σε όλο τον κόσμο, από τη Βόρεια Αφρική ως την Ευρώπη και από τη Μέση έως την Άπω Ανατολή, ενώ η πρώτη μεγάλη ναυμαχία πραγματοποιήθηκε στα Φόκλαντ, ανοιχτά της Αργεντινής.33
Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος έληξε με τη νίκη των δυνάμεων της Αντάντ. Υπογράφηκε η Συνθήκη των Βερσαλλιών (28 Ιούνη 1919),34 η οποία μπήκε σε ισχύ από τις 10 Γενάρη 1920, δηλαδή από την ημερομηνία επικύρωσής της από την Κοινωνία των Εθνών (ΚτΕ), την ίδρυση της οποίας όριζε η Συνθήκη.35
Η ΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΜΠΟΛΣΕΒΙΚΩΝ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟΝ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΟ ΠΟΛΕΜΟ
Στο Μανιφέστο που εξέδωσε η Κεντρική Επιτροπή των Μπολσεβίκων (Σεπτέμβρης/Οκτώβρης 1914), αμέσως μετά από το ξέσπασμα του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου, ο Λένιν έδινε ως εξής το χαρακτήρα, το σκοπό του ιμπεριαλιστικού πολέμου:
«Η αρπαγή εδαφών και η υποδούλωση ξένων εθνών, η καταστροφή του ανταγωνιζόμενου έθνους, η καταλήστευση του πλούτου του, η απόσπαση της προσοχής των εργαζόμενων μαζών από τις εσωτερικές πολιτικές κρίσεις της Ρωσίας, της Γερμανίας, της Αγγλίας και των άλλων χωρών, η διαίρεση και η εθνικιστική εξαπάτηση των εργατών και η εξόντωση της πρωτοπορίας τους με σκοπό την εξασθένιση της πρωτοπορίας του επαναστατικού προλεταριάτου, αυτό είναι το μοναδικό πραγματικό περιεχόμενο, το νόημα και η σημασία του σημερινού πολέμου.»36
Ο Λένιν αντιμετώπισε εξαρχής τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ως συνέχεια της προηγούμενης «ειρηνικής κατάστασης»37 και γι’ αυτό θεωρούσε ότι η αντικειμενική στάση απέναντί του απαιτούσε τη συνολική κατανόηση της εποχής μέσα στην οποία διεξαγόταν.38 Στην εποχή του ιμπεριαλισμού, ο πόλεμος συνδεόταν με το μοίρασμα του κόσμου ανάμεσα στις διεθνείς καπιταλιστικές ενώσεις.39 Γι’ αυτό, εκτιμούσε ότι ο πόλεμος ήταν ιμπεριαλιστικός και από τις δύο πλευρές. Και αυτό, ανεξάρτητα από το ποιος ξεκίνησε πρώτος την πολεμική σύγκρουση και από τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούσε η κάθε αστική πλευρά για να εγκλωβίσει τους εργάτες της κάθε χώρας στις επιδιώξεις της, στη συγκεκριμένη φάση με τον πόλεμο,40 όπως και πριν με την ειρήνη.
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, οι Μπολσεβίκοι διακήρυξαν: «Η μετατροπή του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε εμφύλιο πόλεμο είναι το μοναδικά σωστό προλεταριακό σύνθημα. (…) Μονάχα ακολουθώντας αυτόν το δρόμο θα μπορέσει το προλεταριάτο να απαλλαγεί από την εξάρτησή του από τη σοβινιστική αστική τάξη και να κάμει, με τη μια ή την άλλη μορφή, λίγο-πολύ γρήγορα, αποφασιστικά βήματα στο δρόμο προς την πραγματική ελευθερία των λαών και στο δρόμο προς το σοσιαλισμό.»41
Υιοθετώντας αυτήν τη γραμμή, θεώρησαν ότι οι στόχοι των επαναστατών σοσιαλδημοκρατών δεν μπορούσαν να πραγματοποιηθούν χωρίς ρήξη με τους οπορτουνιστές, που συναίνεσαν στις πολεμικές αξιώσεις των αστικών τους τάξεων.42
Με αυτήν την επαναστατική στρατηγική οι Μπολσεβίκοι ηγήθηκαν της Μεγάλης Οκτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης.
Η ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΟ ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ ΤΩΝ ΕΝΔΟΪΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΑΝΤΙΘΕΣΕΩΝ
Στην Ελλάδα, οι ενδοαστικές αντιθέσεις για την επιλογή ιμπεριαλιστικής συμμαχίας περιπλέχτηκαν με τις παλιότερες ενδοαστικές διαμάχες και αποκρυσταλλώθηκαν στη διχοτόμηση του αστικού πολιτικού κόσμου, μετά από την έναρξη του Α΄ Παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού Πολέμου.
Για την προσχώρηση του ελληνικού καπιταλιστικού κράτους στην Αντάντ ή στις Κεντρικές Δυνάμεις, διεξήχθη και από τις δύο πλευρές μια λυσσαλέα σύγκρουση των μυστικών υπηρεσιών τους, με βασικό κέντρο την Αθήνα, στην οποία αποδόθηκε ο τίτλος «Πόλη των Κατασκόπων» (Kataskopolis).43 Είναι ευνόητο ότι σε αυτόν τον πόλεμο συμμετείχαν και οι αντίστοιχες ελληνικές υπηρεσίες, στις οποίες δρούσαν άνθρωποι και των δύο αντίπαλων αστικών πολιτικών παρατάξεων.
Ως το ξεκίνημα του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου, στην Ελλάδα κυριαρχούσαν οι μυστικές υπηρεσίες της Μ. Βρετανίας και της Γαλλίας, που είχαν ισχυρά ερείσματα από την ίδρυση του ελληνικού κράτους ή ακόμα και πριν από αυτή. Οι οικονομικοί και πολιτικοί δεσμοί της ελληνικής αστικής τάξης με αυτά τα δύο καπιταλιστικά κράτη ήταν ο βασικός παράγοντας που η Γερμανική Αυτοκρατορία και οι σύμμαχοί της «απουσίαζαν» από την πολιτική σκηνή και το παρασκήνιο.
Όμως, η έναρξη του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου πυροδότησε μια νέα κατάσταση και ως προς τον προηγούμενο συσχετισμό. Βρετανικές πηγές υπολόγισαν ότι στην αρχή του πολέμου ήταν ενεργοί στην Ελλάδα περισσότεροι από 3.000 Γερμανοί πράκτορες.44 Αργότερα, στη διάρκεια κορύφωσης της ενδοαστικής σύγκρουσης και συγκεκριμένα το 1916, η Αγγλο-Ελληνική Ένωση, που έδρευε στο Λονδίνο και υποστήριζε τον Βενιζέλο, δημοσίευσε φυλλάδιο για τον Baron von Schenk, πράκτορα της εταιρίας «Κρουπ» και επικεφαλής της γερμανικής κατασκοπίας στην Αθήνα, για τον οποίο ανέφερε ότι «είναι πρόσωπο αγαπητό στους Υπουργούς και ελέγχει το μισό Τύπο της Αθήνας με ράβδους σιδήρου, ή μάλλον χρυσού»45.
Είναι χαρακτηριστικό ότι, από τις 14 αθηναϊκές εφημερίδες που οι 12 υποστήριζαν το Κόμμα των Φιλελευθέρων (Βενιζέλος) και την Αντάντ, μετά το 1915 οι 10 από τις 14 είχαν πάρει το μέρος των Κεντρικών Δυνάμεων και μόνο 4 παρέμεναν πιστές στον Βενιζέλο. Μιλώντας ο τελευταίος στη Βουλή, κατηγόρησε συγκεκριμένους δημοσιογράφους ότι είχαν πουλήσει τους εαυτούς τους στη γερμανική προπαγάνδα.46 Επίσης, έχει αναφερθεί η εξαγορά των εφημερίδων Εσπερινή και Νέα Ημέρα, ενώ οι αναγνώστες της εφημερίδας Εμπρός απηύθυναν την κατηγορία ότι ο εκδότης της Δημ. Καλαποθάκης πρόδιδε την Αντάντ επί χρήμασι.47
Όπως ήταν επόμενο, ανάλογη προς τη γερμανική δραστηριότητα επιδείκνυαν η αγγλική και η γαλλική πλευρά, ξοδεύοντας και εκείνες ιλιγγιώδη ποσά.
Το Γενάρη του 1915, ο Βενιζέλος συμφώνησε με τη θέση της Αντάντ και πρότεινε στον Κωνσταντίνο την είσοδο της Ελλάδας στον πόλεμο, με την παραχώρηση της Δράμας και της Καβάλας στη Βουλγαρία, προκειμένου η τελευταία να συνταχτεί με την Αντάντ εναντίον των Κεντρικών Δυνάμεων. Ως αντιστάθμισμα για την παραχώρηση της Δράμας και της Καβάλας στη Βουλγαρία, η Ελλάδα θα υποστηριζόταν από την Αντάντ για να πάρει σημαντικά εδάφη της Μικράς Ασίας. (Τελικά αυτός ο σχεδιασμός δεν προχώρησε, αφού η Βουλγαρία συμπαρατάχτηκε με τις Κεντρικές Δυνάμεις.)
Στις 6/19 Φλεβάρη 1915 ο στόλος της Βρετανίας και της Γαλλίας άρχισε να βομβαρδίζει την Καλλίπολη, για να αποκτήσει η Αντάντ τον έλεγχο των Στενών των Δαρδανελίων. Τότε, η βρετανική κυβέρνηση απευθύνθηκε στην κυβέρνηση Βενιζέλου, ζητώντας η Ελλάδα να συνδράμει την επίθεση.
Ο Βενιζέλος, ο οποίος είχε προκαλέσει το αίτημα για συνδρομή της Ελλάδας, με υπόμνημα προς τον Κωνσταντίνο υποστήριξε ότι θα ήταν μεγάλα τα οφέλη που θα υπήρχαν από τη συμμετοχή στον πόλεμο κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Συγκεκριμένα, ότι η Ελλάδα θα αποκτούσε τη δυνατότητα να πάρει μέρος στο διακανονισμό των ζητημάτων της Κωνσταντινούπολης και των Στενών, όπως επίσης ότι θα εξασφάλιζε σημαντικά οφέλη στη Μικρά Ασία, μετά από τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Ο βασιλιάς συγκάλεσε το Συμβούλιο του Στέμματος, το οποίο συμφώνησε με τις απόψεις του Βενιζέλου. Το ίδιο και ο Κωνσταντίνος. Όμως, αντέδρασε το στρατιωτικό Επιτελείο. Ο τότε συνταγματάρχης Ι. Μεταξάς48, που ασκούσε χρέη επικεφαλής του, παραιτήθηκε, υποστηρίζοντας ότι η Ελλάδα «δε θα ήταν ποτέ σε θέση να διατηρήσει εδάφη στη Μικρά Ασία»49. Επιπλέον, ότι η Αντάντ δεν μπορούσε να υπερισχύσει των Κεντρικών Δυνάμεων και θεωρούσε την ήττα της βέβαιη.
Με τον Μεταξά συμφώνησε και ο Βίκτωρ Δούσμανης, ενώ οι αρχηγοί της αστικής αντιπολίτευσης, Ράλλης, Δραγούμης και Θεοτόκης, πείστηκαν αρχικά ότι ο Βενιζέλος είχε δίκιο και είπαν στο βασιλιά να αποδεχτεί τις θέσεις του. Τελικά ο Κωνσταντίνος τάχτηκε με την άποψη του Επιτελείου, που υπογράμμιζε ότι η εκστρατεία στα Δαρδανέλια θα αποτύγχανε, ενώ η τσαρική Ρωσία είχε εξασφαλίσει ήδη πως μόνο εκείνη θα αποκτούσε δικαιώματα στην Κωνσταντινούπολη και στα Στενά. Εξάλλου, με αυτήν την προϋπόθεση η τσαρική Ρωσία συμφώνησε με τη Μ. Βρετανία και τη Γαλλία την ενδεχόμενη συμμετοχή της Ελλάδας στον πόλεμο κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Τελικά, στις 19 και 20 Φλεβάρη (4 και 5 Μάρτη) 1915, σε δύο διαδοχικές του συνεδριάσεις, το Συμβούλιο του Στέμματος50 δεν αποδέχτηκε την πρόταση του Βενιζέλου να συμμετάσχει η Ελλάδα στον πόλεμο. Ως αποτέλεσμα, ο Βενιζέλος παραιτήθηκε στις 21 Φλεβάρη (6 Μάρτη) 1915. Τότε ο Κωνσταντίνος έδωσε την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον Δημήτριο Γούναρη, ο οποίος σχημάτισε κυβέρνηση στις 24 Φλεβάρη (9 Μάρτη 1915).51
Η ΙΔΡΥΣΗ ΤΟΥ «ΚΟΜΜΑΤΟΣ ΕΘΝΙΚΟΦΡΟΝΩΝ»
Ο Γούναρης είχε παρουσιάσει από το 1902 τις θέσεις του, που είχαν δεχτεί επίδραση από την πολιτική του Μπίσμαρκ52 όσον αφορά το λεγόμενο «κοινωνικό κράτος». Χαρακτήριζε ως «αντεθνική» την έλλειψη νόμων για την προστασία της εργασίας και τασσόταν υπέρ του «κρατικού σοσιαλισμού», ονομάζοντας έτσι την παρέμβαση του αστικού κράτους για την κρατικοποίηση επιχειρήσεων αλλά και τη δημιουργία μιας σειράς θεσμών για μια ελάχιστη προστασία της εργατικής δύναμης (ασφάλεια υγείας, διακοπές κλπ.).
Το 1906 είχε συγκροτηθεί στη Βουλή μια ομάδα βουλευτών που ο δημοσιογράφος Βλάσης Γαβριηλίδης της έδωσε την ονομασία «Ομάδα των Ιαπώνων»,53 λόγω της τόλμης, της μαχητικότητας και της αποτελεσματικής επίδρασης των θέσεων που εξέφραζαν με τα συνθήματα της «αλλαγής» και της «ανόρθωσης». Αυτήν την Ομάδα, που εμφανίστηκε ως ανεξάρτητη, αποτελούσαν ο Στέφανος Δραγούμης, παλιός υπουργός του Χαρ. Τρικούπη και πρόεδρος των «Ιαπώνων», ο Δημήτριος Γούναρης, ο Εμμανουήλ Ρέπουλης, ο Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης, ο Χαράλαμπος Βοζίκης, ο Απόστολος Αλεξανδρής και ο Ανδρέας Παναγιωτόπουλος.
Οι θέσεις των «Ιαπώνων» εξέφραζαν την επιδίωξη για τον εκσυγχρονισμό του αστικού πολιτικού συστήματος και συνολικά του κράτους. Υποστήριζαν την ανάγκη μεταρρύθμισης της Δικαιοσύνης, την εισαγωγή νόμων κοινωνικής προστασίας (ασφάλεια ασθενείας και ατυχημάτων, συνταξιοδότηση των εργαζόμενων), την πάταξη της διαφθοράς κ.ά.54
Η ύπαρξη της Ομάδας των «Ιαπώνων» δεν είχε μεγάλη διάρκεια. Στις 21 Ιούνη 1908 ο Γεώργιος Θεοτόκης ανασχημάτισε την κυβέρνησή του και πρόσφερε το υπουργείο Οικονομικών στον Γούναρη, δίνοντάς του την υπόσχεση ότι θα ενέκρινε από πριν όλα τα νομοσχέδια που θα συνέτασσε. Ο Γούναρης, που ήταν εξαιρετικός ρήτορας και είχε συμπάθειες στο λαϊκό κόσμο της αγροτιάς, αποδέχτηκε το υπουργείο. Το γεγονός εξέθεσε την Ομάδα των «Ιαπώνων», αφού αποδεικνυόταν αναξιόπιστη στις διακηρύξεις της για την ανάγκη σύγκρουσης με τον παλιό αστικό πολιτικό κόσμο. Έτσι, λίγο καιρό αργότερα, η Ομάδα των «Ιαπώνων» διαλύθηκε.
Ωστόσο, φαίνεται ότι από το 1911 είχε αρχίσει η προετοιμασία του Γούναρη για τη δημιουργία κόμματος, με τη συνεργασία του Π. Πρωτοπαπαδάκη, του Σπ. Στάη, του Ι. Σισίνη, του Παν. Τσαλδάρη κ.ά., παρά το γεγονός ότι ο Γούναρης διέψευδε δημόσια ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Μάλιστα, το 1912 η φιλελεύθερη εφημερίδα Πατρίς με εντολή του Βενιζέλου υποστήριξε τις υποψηφιότητες των Γούναρη, Τσαλδάρη, Βοζίκη και Πρωτοπαπαδάκη.
Έχει σημασία να υπογραμμιστεί εδώ ότι στα αμέσως επόμενα χρόνια ο Ελ. Βενιζέλος προχώρησε σε μια πολιτική κίνηση με μακροπρόθεσμη αξία για τη θωράκιση του αστικού πολιτικού συστήματος. Συγκεκριμένα, όταν το Φλεβάρη του 1915 ο Γούναρης τον βολιδοσκόπησε «αν στις επόμενες εκλογές έξι ή επτά φίλοι του θα ήταν ευπρόσδεκτοι στους συνδυασμούς των Φιλελευθέρων, (…) δέχτηκε την απρόσμενη προσφορά εννέα θέσεων»55.
Ο ίδιος ο Βενιζέλος είπε αργότερα στη Βουλή (1917) σχετικά με το παραπάνω συμβάν:
«… Ο κ. Γούναρης μου διεμήνυσε διά τινός φίλου του, μέσω του υπουργού των Εσωτερικών κ. Ρέπουλη, εάν θα εδεχόμην όπως εις τους συνδυασμούς μου εν Ελλάδι περιλάβω εξ-επτά φίλους του, διά να κατορθωθή ούτω η επιτυχία αυτών. Και απήντησα εις τον κ. Γούναρην (…) “Διατί μόνον εξ ή επτά και διατί όχι ολόκληρον το προσωπικόν, το οποίον χρειάζεται εις τον κ. Γούναρην διά να είναι έτοιμος ν’ αναλάβη την Αρχήν, εν περιπτώσει αποχωρήσεώς μου;” Του εδήλωσα, λοιπόν, ενώ εζητούσε εξ ή επτά, ότι είμαι πρόθυμος να περιλάβω εις τους συνδυασμούς μου εννέα βουλευτάς, οι οποίοι θα ήσαν οι μέλλοντες ν’ αποτελέσωσι την μέλλουσαν Κυβέρνησιν.»56
Δηλαδή ο Βενιζέλος επιδίωκε να συμβάλει στην ανανέωση του αστικού πολιτικού συστήματος, στον εκσυγχρονισμό του, γεγονός που προϋπέθετε τη δημιουργία και δεύτερου σύγχρονου αστικού πόλου δικομματικής εναλλαγής.
Όταν όμως οξύνθηκαν ακόμα περισσότερο οι σχέσεις Βενιζέλου-Κωνσταντίνου και ο πρώτος παραιτήθηκε, ο Κωνσταντίνος διόρισε πρωθυπουργό τον Γούναρη. Ο Κωνσταντίνος αντιλαμβανόταν (ο ίδιος και το περιβάλλον του) ότι τα «παλιά» κόμματα ήταν φθαρμένα από τον άνεμο του αστικού εκσυγχρονισμού. Γι’ αυτό και πρότεινε τον Γούναρη, ο οποίος δεν είχε τη φήμη του παλαιοκομματικού και ήταν ταυτόχρονα αντιβενιζελικός.
Αφότου ο Γούναρης ανέλαβε πρωθυπουργός, οι σχέσεις του με τον Βενιζέλο έγιναν εκρηκτικές. Σε αυτό συνέβαλε και το γεγονός ότι ο Γούναρης κατηγορούσε τον Βενιζέλο ότι διαπραγματευόταν παραχώρηση εδαφών στη Βουλγαρία.
Αλλά το Φλεβάρη του 1915 ο Γούναρης δεν είχε ακόμα δημιουργήσει κόμμα, ενώ οι αρχηγοί των «παλιών κομμάτων» δυσαρεστήθηκαν από την πρωθυπουργοποίησή του. Ο πρώην πρωθυπουργός Γεώργιος Θεοτόκης, από τον οποίο αναδείχτηκε ο Γούναρης, ήταν δηλητηριώδης αναφορικά με τις ιδιότητες του νέου πρωθυπουργού:
«Ο κ. Γούναρης είναι αξιόλογος νομικός και ευφραδέστατος ρήτωρ. Αλλά κυβερνώνται τα κράτη εις τας σημερινάς μάλιστα περιστάσεις με την καλλιέπειαν;»57
Η αντιπολίτευση, λοιπόν, ήταν κατακερματισμένη. Οι προσπάθειες που έγιναν (από το δήμαρχο Αθήνας Μερκούρη και το δημοσιογράφο και βουλευτή Γεώργιο Πωπ), για να ενωθεί υπό συλλογική ηγεσία, απέτυχαν. Ωστόσο ο Γούναρης κατάφερε να συσπειρώσει γύρω του σχεδόν όλους τους βουλευτές του Δ. Ράλλη, τους περισσότερους του Θεοτόκη και πολλά τοπικά στελέχη. Με αυτούς ίδρυσε το Κόμμα των Εθνικοφρόνων, που εκ των πραγμάτων δεν μπορούσε να έχει ως προγραμματική κατεύθυνση τις αρχές των «Ιαπώνων».
Η πλειοψηφία των αστών πολιτικών που προσχώρησαν στο Κόμμα των Εθνικοφρόνων αντιδρούσαν στις παλιότερες θέσεις των «Ιαπώνων» περί ανάγκης διεύρυνσης του κρατικού παρεμβατισμού στην οικονομία και ζητούσαν περιορισμό των κρατικών δαπανών, μείωση της φορολογίας και ευνόηση της παραγωγής και της μικρής ατομικής ιδιοκτησίας. Αντιδρούσαν ακόμα και στην καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας.
Επίσης, το Κόμμα των Εθνικοφρόνων δεν είχε ενιαία αντίληψη σχετικά με τη στάση που έπρεπε να κρατήσει η Ελλάδα στον πόλεμο. Όπως ήδη έχει σημειωθεί, ο Γεώργιος Χρηστάκης-Ζωγράφος, υπουργός Εξωτερικών της κυβέρνησης Γούναρη, υποστήριζε τη γραμμή του Βενιζέλου για άμεση είσοδο της Ελλάδας στον πόλεμο, στο πλευρό της Αντάντ.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η δημιουργία δεύτερου ισχυρού κομματικού πόλου του αστικού πολιτικού συστήματος ήταν γεγονός, αλλά το νέο κόμμα δεν μπορούσε ακόμα να υπερκεράσει το Κόμμα των Φιλελεύθερων. Αυτόν το ρόλο έπαιξε εκ των πραγμάτων το Παλάτι, για την ακρίβεια ο βασιλιάς Κωνσταντίνος. Αυτός τροφοδότησε πολιτικά την παράταξη του Γούναρη, γεγονός που σε μια πορεία χρόνου οδήγησε και σε εκλογική της ενίσχυση.
Τελικά η κυβέρνηση Γούναρη διέλυσε τη Βουλή με βασιλικό διάταγμα και προκήρυξε εκλογές για τις 31 Μάη 1915.
Λίγες μέρες πριν τις εκλογές και συγκεκριμένα στις 27 Μάη 1915 ο Δημήτριος Γούναρης ανακοίνωσε το πρόγραμμα του «Κόμματος των Εθνικοφρόνων» (που το 1920 μετονομάστηκε σε «Λαϊκό Κόμμα»). Προσδιορίζοντας την πολιτική κατεύθυνση του κόμματός του, ο Δ. Γούναρης δήλωσε:
«… Ευρέθημεν σύμφωνοι επί των αντιλήψεων του Στέμματος και ανελάβαμεν την ευθύνην της εξακολουθήσεως της παρ’ αυτού νομιζομένης ως ορθής πολιτικής του Έθνους.»58
ΟΙ ΕΚΛΟΓΕΣ ΤΟΥ 1915. ΑΛΛΑΓΕΣ ΣΤΟΝ ΕΝΔΟΑΣΤΙΚΟ ΣΥΣΧΕΤΙΣΜΟ ΔΥΝΑΜΕΩΝ
Στις εκλογές του 1915 συμμετείχε αυξημένο εκλογικό σώμα, συγκριτικά με τις εκλογές του 1912, αφού η εδαφική έκταση της Ελλάδας είχε σχεδόν διπλασιαστεί μετά από τους Βαλκανικούς Πολέμους και οι εκλογείς ήταν επίσης σχεδόν διπλάσιοι. Οι 19 εκλογικές περιφέρειες είχαν γίνει 33 και οι βουλευτικές έδρες 316 από 181.
Στις εκλογές λοιπόν της 31ης Μάη (13ης Ιούνη με το νέο ημερολόγιο) του 1915, το Κόμμα των Φιλελευθέρων συγκέντρωσε 58,2% του τότε εκλογικού σώματος και εξέλεξε 184 βουλευτές. Το Κόμμα των Εθνικοφρόνων (Δ. Γούναρης) συγκέντρωσε ποσοστό 28,5% και κέρδισε 90 έδρες. Το Κόμμα του Θεοτόκη με 3,8% έβγαλε 12 βουλευτές, του Ράλλη (1,9%) 6, ενώ το Εθνικό Κόμμα του Κυριάκου Μαυρομιχάλη (2,2%) πήρε 7 έδρες. Στο ίδιο επίπεδο κινήθηκε και το Προοδευτικό Κόμμα του νομομαθούς και υπουργού Δικαιοσύνης Νικόλαου Δημητρακόπουλου.
Πάντως, χαρακτηριστικό του πώς διαμορφωνόταν ο συσχετισμός δυνάμεων ανάμεσα στις δύο αντίπαλες αστικές παρατάξεις δεν ήταν μόνο τα συνολικά εκλογικά ποσοστά που συγκέντρωσαν αυτές σε πανελλαδική κλίμακα, αλλά και η γεωγραφική κατανομή των ψήφων και εδρών.
Ο Βενιζέλος ισχυρίστηκε ότι στη Μακεδονία οι κακές εκλογικές επιδόσεις του κόμματός του ήταν αποτέλεσμα της τρομοκρατίας που υπέστη ο πληθυσμός της από τους βασιλικούς. Η τοποθέτηση αυτή είχε κάποια βάση, ενώ είχε καταγραφεί και εξαγορά ψηφοφόρων από τη γερμανική πλευρά, για να ψηφίσουν ενάντια στον Βενιζέλο. Όμως εξίσου βέβαιο είναι ότι αυτά δεν καθόρισαν το εκλογικό αποτέλεσμα.
Το βασικό ήταν ότι οι ψηφοφόροι της Μακεδονίας δε συγχωρούσαν στον Βενιζέλο το γεγονός ότι η κυβέρνησή του είχε προχωρήσει σε διαπραγματεύσεις για την παραχώρηση της Καβάλας στη Βουλγαρία. Επιπλέον, στη Β. Ελλάδα ο Κωνσταντίνος θεωρούνταν ο απελευθερωτής της Θεσσαλονίκης, ενώ επιδρούσε συναισθηματικά και το γεγονός ότι στην ίδια πόλη είχε δολοφονηθεί ο πατέρας του Γεώργιος Α΄ (και ας διαφωνούσαν μεταξύ τους, όπως αναφέρθηκε, για τις επιδιωκόμενες συμμαχίες του ελληνικού καπιταλιστικού κράτους).
Ακόμα, μεγάλα τμήματα του πληθυσμού της Β. Ελλάδας, που είχαν ζήσει άμεσα την πολεμική κόλαση των προηγούμενων χρόνων, δεν ήταν πρόθυμα να αποδεχτούν νέα, στα εδάφη που ζούσαν. Έτσι, η προπαγάνδα των Εθνικοφρόνων ότι θα εξασφάλιζαν την εδαφική ακεραιότητα της Μακεδονίας και την «ουδετερότητα» της Ελλάδας στον πόλεμο είχε περάσει πλατιά και ο βασιλιάς φάνταζε στα μάτια πολλών ως «ειρηνόφιλος», ενώ ο Βενιζέλος ως «πολεμοχαρής».
Η ΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ ΣΤΙΣ ΕΚΛΟΓΕΣ ΤΟΥ 1915
Στις εκλογές του Μάη 1915, τις αυταπάτες περί «ουδετερότητας» καλλιέργησε και η σοσιαλιστική οργάνωση Φεντερασιόν της Θεσσαλονίκης. Λίγο νωρίτερα, τον Απρίλη (Μάη με το νέο ημερολόγιο) του 1915, η Φεντερασιόν συγκάλεσε την Α΄ Πανελλαδική Σοσιαλιστική Συνδιάσκεψη, με απώτερο στόχο τη δημιουργία σοσιαλιστικού κόμματος. Πέραν της ίδιας και της εφημερίδας της Αβάντι, στη Συνδιάσκεψη συμμετείχαν ακόμα η Σοσιαλιστική Ένωση (οργάνωση σοσιαλιστών της Αθήνας με επικεφαλής τον Παναγή Δημητράτο), το Σοσιαλιστικό Κέντρο Πειραιά, αλλά και σοσιαλιστές από το Βόλο, τη Μυτιλήνη, τη Λάρισα και την Κέρκυρα, ενώ δεν είχαν προσκληθεί αντιπρόσωποι από το Σοσιαλιστικό Κέντρο Αθήνας (με επικεφαλής τον Νίκο Γιαννιό) και ο Σύνδεσμος των Εργαζόμενων Τάξεων (με επικεφαλής τον Δρακούλη), που υιοθετούσαν την εξωτερική πολιτική και πολλά από τα επιχειρήματα του Κόμματος των Φιλελευθέρων. Η Συνδιάσκεψη αποφάσισε και την κοινή εκλογική κάθοδο με το συνασπισμό των φιλοβασιλικών κομμάτων, μέσα από τη συμμετοχή 3 ανεξάρτητων υποψήφιων στα ψηφοδέλτιά τους ( Αριστοτέλης Σίδερις στην Αθήνα, Άλμπερτ Κουριέλ στη Θεσσαλονίκη και Παναγής Δημητράτος στην Καβάλα).59
Ποια ήταν όμως η συνολικότερη συμπεριφορά της εργατικής τάξης στις εκλογές, καθώς και η συμπεριφορά των μικροαστικών στρωμάτων, τα οποία αποτελούσαν το μεγαλύτερο τμήμα των ψηφοφόρων;
Το ίδιο ερώτημα έχει τεθεί και για τις εθνικές μειονότητες (εβραίοι, μουσουλμάνοι τουρκικής καταγωγής, πληθυσμοί βουλγαρικοί), που βεβαίως και σε αυτές υπήρχε ταξική διαφοροποίηση.
Όπως σωστά έχει επισημανθεί, λόγω έλλειψης πηγών που θα επέτρεπαν σωστά συμπεράσματα, μόνο κατά προσέγγιση μπορεί να γίνουν ορισμένες κρίσεις.
Αρχικά η απόλυτη έως μεγάλη κυριαρχία των Φιλελευθέρων στην Αθήνα, τον Πειραιά, το Βόλο, τη Σύρο και την Πάτρα, περιοχές που ήταν συγκεντρωμένα τα μεγάλα τμήματα της εργατικής τάξης, ενώ δεν υπήρχαν εκλογικοί συνδυασμοί των σοσιαλιστικών οργανώσεων, μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι οι εργάτες αυτών των περιοχών ψήφισαν κατά βάση Βενιζέλο. Ακόμα και στις περιπτώσεις που οι οργανωμένοι σοσιαλιστές ή τμήματά τους (όπως στον Πειραιά και στο Βόλο) κράτησαν αντίθετη στάση, αυτό δε φαίνεται να επηρέασε την επιλογή της πλειοψηφίας της εργατικής τάξης. Εξαίρεση φαίνεται ότι αποτέλεσε η Αθήνα, όπου και εκλέχτηκε ο Σίδερις.
Τα βενιζελικά μέτρα για τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης και εργασίας των μισθωτών επηρέαζαν ως προς το «φιλεργατισμό» του Κόμματος Φιλελευθέρων, παρά το γεγονός ότι οι κυβερνήσεις Βενιζέλου χτυπούσαν ανελέητα το σοσιαλιστικό και εργατικό κίνημα, διώκοντάς το και για αντιβασιλικές ενέργειες, αλλά πρωταρχικά για «αντεθνική» στάση, καθώς και γενικά για τη διοργάνωση ταξικών κινητοποιήσεων (απεργιών κ.ά.).60
Διαφορετικά φαίνονται ότι εξελίχτηκαν τα πράγματα στη Βόρεια Ελλάδα, όπου η επιρροή της Φεντερασιόν ήταν υπολογίσιμη, τόσο στις εργατικές συνοικίες της Θεσσαλονίκης και στον εβραϊκό πληθυσμό όσο και σε άλλους νομούς των καπνομάγαζων και σχετικών επιχειρήσεων. Ένα στοιχείο αποτελεί η εκλογή ως βουλευτή του Κουριέλ στη Θεσσαλονίκη και η παραλίγο εκλογή του Δημητράτου στην Καβάλα.
Στη Βόρεια Ελλάδα σημειώθηκε και η μεγαλύτερη εκπροσώπηση των εθνικών μειονοτήτων. Ενδεικτικά, από τους βουλευτές της Μακεδονίας 16 ήταν Τούρκοι, 4 Εβραίοι και ένας Σλάβος. Όπως έχει σημειωθεί: «Οι Εβραίοι, η ισχυρότερη ομάδα πληθυσμού στη Θεσσαλονίκη, δεν μπορούσαν να συμβιβαστούν με την ελληνική κυριαρχία, επειδή η κατάσταση των Εβραίων στο οθωμανικό κράτος ήταν καλύτερη σε σύγκριση με τα χριστιανικά κράτη, επειδή φοβούνταν τον εξελληνισμό και επειδή τα νέα σύνορα απέκοπταν τη Θεσσαλονίκη από την ενδοχώρα της.»61
Η διαφορετική στάση των εθνικών μειονοτήτων επισημάνθηκε και από παράγοντες του βενιζελικού αστικού πολιτικού κόσμου. Παραδείγματος χάρη, ο Ρέπουλης δήλωσε ότι οι βουλευτές των Νέων Χωρών δε θα έπρεπε να συνυπολογιστούν στην αξιολόγηση των εκλογικών αποτελεσμάτων και ο Ν. Ξηρός αναφώνησε αγανακτισμένος στην αίθουσα της Βουλής ότι οι Εθνικόφρονες ήταν «κόμμα των εθνοτήτων», που γι’ αυτόν σήμαινε αντεθνικό.62
Όσον αφορά τη συμπεριφορά των μεσαίων στρωμάτων, τα συνολικά αποτελέσματα δείχνουν ότι διαμοιράστηκαν ανάμεσα στις δύο αστικές πολιτικές παρατάξεις, με το Κόμμα των Φιλελευθέρων να έχει ισχυρό προβάδισμα.
ΑΝΤΑΝΤ Ή «ΟΥΔΕΤΕΡΟΤΗΤΑ»;
Η εκλογική επικράτηση του Κόμματος των Φιλελευθέρων δε σήμανε και την καθοριστική πρόκριση των θέσεών του στην εξωτερική πολιτική του ελληνικού αστικού κράτους. Αντίθετα, οι διαφωνίες αναφορικά με τη συμμετοχή ή όχι στον πόλεμο ήρθαν να προστεθούν στις παλιότερες ενδοαστικές συγκρούσεις, οι οποίες πλέον περιπλέκονταν όλο και πιο στενά με τις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις.
Στις 17/30 Σεπτέμβρη 1915 αποβιβάστηκαν στη Θεσσαλονίκη τα πρώτα γαλλικά αγήματα υπό το στρατηγό Σαράιγ, χωρίς να ζητήσουν άδεια της ελληνικής κυβέρνησης, και ακολούθησαν τμήματα του βρετανικού στρατού.63 Επρόκειτο ουσιαστικά για μια επιθετική ενέργεια ενάντια σε μια χώρα που παρέμενε τυπικά ουδέτερη στον Α΄ Παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό Πόλεμο, η οποία τροφοδότησε εκ νέου τις εγχώριες αστικές αντιθέσεις.
Ο Βενιζέλος επικρότησε την επέμβαση, αλλά ο Κωνσταντίνος αντέδρασε επιζητώντας την παραίτηση της κυβέρνησης. Το ζήτημα «ο βασιλιάς ή η κυβέρνηση» τέθηκε ξανά επί τάπητος. Είναι πολύ χαρακτηριστική η στιχομυθία ανάμεσα στον Βενιζέλο και το βασιλιά Κωνσταντίνο (23 Σεπτέμβρη 1915):
«Βενιζέλος: Μεγαλειότατε, με υποχρεώνετε να σας ομιλήσω ως αντιπρόσωπος της λαϊκής κυριαρχίας. Δεν δικαιούσθε την φοράν αυτή να διαφωνήσετε μαζί μου. (…) Έχετε καθήκον να την σεβαστήτε. Εκτός πλέον αν καταργήτε το πολίτευμα. Κάμετέ το σαφώς. Εκδώσατε ένα διάταγμα αναστολής του Συντάγματος και αναλάβετε τας ευθύνας.
Κωνσταντίνος: Υπακούω εις την λαϊκήν ετυμηγορίαν προκειμένου περί εσωτερικών ζητημάτων. Διά τα μεγάλα εθνικά ζητήματα, εάν έχω την αντίληψιν ότι ένα πράγμα είναι σωστόν ή όχι, οφείλω να επιμείνω να γίνη ή να μην γίνη, διότι εγώ είμαι υπεύθυνος απέναντι του Θεού.
Βενιζέλος: Δεν σας έφερεν ο Θεός, μεγαλειότατε, εις την Ελλάδα. Ήλθατε από τον πατέρα σας, ο οποίος εξελέγη Βασιλεύς διά της ψήφου64 των Ελλήνων. Η εξουσία σας οφείλεται εις την λαϊκήν ψήφον. Μην το λησμονήτε.»65
Τις ίδιες μέρες, ο βενιζελικός Τύπος ξιφουλκούσε κατά των εξουσιών που αναλάμβανε ο Θρόνος, δίχως ωστόσο να θέτει πολιτειακό ζήτημα.66 Κατηγορούσε το βασιλιά ότι, αντί να είναι σύμβολο του έθνους, μετατρεπόταν σε κομματικό ηγέτη και ότι χρησιμοποιούσε το στρατό ως προσωπικό όργανο του μονάρχη και όχι, όπως έπρεπε, ως όργανο εξυπηρέτησης των εθνικών συμφερόντων. Δεν αναγνώριζε στο Θρόνο το δικαίωμα να ασκεί εκείνος την εξωτερική πολιτική της Ελλάδας αντί της υπεύθυνης κυβέρνησης. Ο Τύπος που στήριζε την κυβέρνηση Βενιζέλου επανέφερε ουσιαστικά την αρχή, που είχε καθιερώσει το 1875 ο Χαρίλαος Τρικούπης, της «δεδηλωμένης» εμπιστοσύνης της Βουλής (πλειοψηφίας), την οποία όφειλε να σέβεται και να τηρεί ο βασιλιάς, και όχι να παύει και να διορίζει κυβερνήσεις της εμπιστοσύνης του.
Η ιστορία επαναλαμβανόταν για πολλοστή φορά, με βάση τις ίδιες αιτίες και με τα ίδια ακριβώς επιχειρήματα.
Έτσι και στα χρόνια του λεγόμενου «εθνικού διχασμού» ο φιλοβασιλικός Τύπος καταφερόταν ενάντια στη βασιλευομένη δημοκρατία «με βασιλιά ποδοπατούμενο και εξυβριζόμενο» και τασσόταν υπέρ της «δημοκρατούμενης βασιλείας»67.
Το πολιτειακό ζήτημα, με επίκεντρο τις βασιλικές αρμοδιότητες, αποτέλεσε λοιπόν μια βασική πλευρά της πιο χασματικής μέχρι τότε διάσπασης των αστικών πολιτικών δυνάμεων και γενικότερα της αστικής τάξης. Ωστόσο στην περίοδο που αναφερόμαστε η διάσταση και η σύγκρουση Θρόνου-κυβέρνησης για τις συνταγματικές αρμοδιότητες κάθε πλευράς παρουσίαζε νέα ποσοτικά και ποιοτικά στοιχεία, αφού εκδηλωνόταν στη βάση της μεγάλης επέκτασης των συνόρων της Ελλάδας και στην προοπτική της παραπέρα διεύρυνσής τους. Επίσης, η διάσταση και σύγκρουση είχε στη βάση της και ενδοαστικές διαφοροποιήσεις.
Από τη μια, ήταν τμήμα της αστικής τάξης της Παλαιάς Ελλάδας, ένα σημαντικό μέρος του τραπεζικού και βιομηχανικού κεφαλαίου και έμποροι που είχαν οικονομικές συναλλαγές με τη Γερμανία. Όλοι αυτοί εκφράζονταν πολιτικά από τον Κωνσταντίνο. Με αυτήν την έννοια, είναι χαρακτηριστικά τα όσα ανέφερε λίγο νωρίτερα (Αύγουστος 1915) σε τηλεγράφημά του έπειτα από συνάντησή του με τον Κωνσταντίνο ο τότε πρεσβευτής της Μ. Βρετανίας Φράνσις Έλιοτ:
«Δεν μπορούσε να έρθει σε θέση να παραδεχτεί ότι το συμφέρον της Ελλάδας απαιτούσε την ήττα της Γερμανίας. Είναι περισσότερο από ποτέ πεπεισμένος ότι η Γερμανία θα νικήσει και είχε λάβει ένα τηλεγράφημα από το Γερμανό αυτοκράτορα που ανακοίνωνε μια σπουδαία νίκη και κατάληψη 120 κανονιών από τη Ρωσία...»68
Και από την άλλη, ήταν τα πιο δυναμικά τμήματα του κεφαλαίου, εφοπλιστές και τμήματα του παροικιακού ελληνισμού (βιομήχανοι, τραπεζίτες), που μετεγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα ή επρόκειτο να μετεγκατασταθούν, αλλά και αυτά των Νέων Χωρών που είχαν στενούς δεσμούς κυρίως με τη Μ. Βρετανία και ανέμεναν ευοίωνες προοπτικές κερδοφορίας από τον πόλεμο και την επέκταση των συνόρων. Οι Έλληνες εφοπλιστές θα έκαναν με τον πόλεμο χρυσές δουλειές, έχοντας την προστασία του βρετανικού και του γαλλικού στόλου, ενώ σειρά βιομηχάνων και άλλων αστών τάχτηκαν με την πολιτική του Βενιζέλου, αφού «οι πολεμικές συνθήκες –πέραν του Ελληνικού Πυριτιδοποιείου– ευνόησαν κυρίως τη βιομηχανία τροφίμων και τον κλάδο του δέρματος. Τα μισά περίπου νέα εργοστάσια του πολέμου ήταν βιομηχανίες τροφίμων»69.
Τελικά, στις 23 Σεπτέμβρη (6 Οκτώβρη) 1915, παραιτήθηκε τυπικά η κυβέρνηση του Κόμματος των Φιλελευθέρων. Στην πραγματικότητα παύτηκε από τον Κωνσταντίνο εξαιτίας των συνεχιζόμενων διαφωνιών αναφορικά με τη στάση του ελληνικού καπιταλιστικού κράτους στον πόλεμο.70
Μόλις παραιτήθηκε ο Ελ. Βενιζέλος, ο Κωνσταντίνος αναζήτησε το πρόσωπο που θα αναλάμβανε την πρωθυπουργία. Ο Γεώργιος Στρέιτ (διοικητής της Εθνικής Τράπεζας) του υπέδειξε τον Αλέξανδρο Ζαΐμη. Αυτό σήμαινε ότι η Εθνική Τράπεζα έπαιρνε τα ηνία της διακυβέρνησης για να προωθήσει την πολιτική της «ουδετερότητας».
Ο Αλ. Ζαΐμης ανέλαβε πρωθυπουργός την επομένη, 24 Σεπτέμβρη (7 Οκτώβρη) 1915. Στην κυβέρνησή του συμμετείχαν ο πρώην τρικουπικός Στέφ. Δραγούμης, καθώς και οι πρώην πρωθυπουργοί Γεώργιος Θεοτόκης (συνδεόταν πολιτικά με τον Ανδρέα Χατζηκυριάκο, βουλευτή του, πρόεδρο αργότερα του ΣΕΒ και κύριο μέτοχο και διευθυντή της ΑΓΕΤ Ηρακλής, που ήταν τότε η μεγαλύτερη τσιμεντοβιομηχανία στην Ελλάδα), Δημήτριος Γούναρης και Δημήτριος Ράλλης, ο οποίος είχε διατελέσει πρόεδρος του ΔΣ της Τράπεζας Βιομηχανικής Πίστεως71.
Στις 25 Οκτώβρη (7 Νοέμβρη) 1915 η κυβέρνηση Ζαΐμη παραιτήθηκε. Την αντικατέστησε η παρόμοιου προσανατολισμού κυβέρνηση του επίσης τραπεζίτη Στέφανου Σκουλούδη. Ενδεικτικά, στις 27 Οκτώβρη (9 Νοέμβρη) 1915, στην ερώτηση του Γάλλου πρεσβευτή Γκιγεμέν, τι θα έπραττε η ελληνική κυβέρνηση αν ο γαλλικός στρατός, υποχωρώντας, αναγκαζόταν να μπει στο έδαφος της Ελλάδας, ο πρωθυπουργός Στέφ. Σκουλούδης απάντησε:
«Θα αναγκασθώμεν να εφαρμόσωμε και ως προς αυτά την σύμβασιν της Χάγης (αφοπλισμός και περιορισμός του γαλλικού στρατού).»72
Στις 26 Νοέμβρη / 9 Δεκέμβρη η Ανταντική πλευρά έθεσε στην κυβέρνηση Σκουλούδη το ζήτημα της ανάγκης να μετατραπεί η Θεσσαλονίκη σε φρούριο, αν ο βουλγαρικός στρατός περνούσε τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα. Τότε, ο αντισυνταγματάρχης Πάλλης, απεσταλμένος της ελληνικής κυβέρνησης, είπε στο Γάλλο στρατηγό Σαράιγ:
«Η ελληνική κυβέρνησις δηλοί ότι δεν φέρει εμπόδια κατά της εισόδου του εχθρού εντός του ελληνικού εδάφους. Ο ελληνικός στρατός θα λάβη διαταγήν να εκκενώση την ζώνην της εισβολής και να απομακρυνθή από την περιοχήν του αγώνος μεταξύ των εμπολέμων.»73
Μετά από αυτό οι πρεσβευτές της Γαλλίας, της Αγγλίας και της Ρωσίας πραγματοποίησαν διάβημα στον πρωθυπουργό Σκουλούδη, λέγοντας ότι η Ελλάδα δεν τηρεί τις υποσχέσεις της. Ο Σκουλούδης με οργισμένο ύφος απάντησε ως εξής στη διακοίνωση που του έδωσαν οι τρεις πρεσβευτές:
«… Το χαρτί αυτό δεν το δέχομαι. (…) Εξελάβατε, φαίνεται, την Ελλάδα, ως κράτος τι της Κεντρώας Αφρικής!»74
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, η κυβέρνηση Σκουλούδη προσέφυγε σε εκλογές. Από τις εκλογές της 6ης/19ης Δεκέμβρη 1915 απείχε το Κόμμα των Φιλελευθέρων, προκειμένου να μη νομιμοποιήσει την εκλογή της κυβέρνησης Σκουλούδη.75 Το γεγονός αυτό όμως οδήγησε στην πλήρη κυριαρχία της αντίπαλης αστικής παράταξης.
Όμως, η πλήρης επικράτηση της μιας μερίδας του αστικού πολιτικού κόσμου ήταν μόνο φαινομενική, ειδικά αν ληφθεί υπόψη η εμπλοκή της Ελλάδας στους ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς. Είναι χαρακτηριστικό ότι ανήμερα των εκλογών ο Γάλλος πρωθυπουργός Μπριάν δήλωσε στον Άθω Ρωμάνο, τον Έλληνα πρεσβευτή στο Παρίσι:
«Αν πρόκειται να πέση ο τελευταίος Γάλλος στρατιώτης, μαχόμενος υπέρ της τιμής της Γαλλίας εν Μακεδονία, το θεωρώ προτιμότερον από το να φύγωμεν εκ Θεσσαλονίκης υπό την προστασίαν του ελληνικού στρατού, μαχομένου προς τούτο μαζί με τους Γερμανούς.»76
Λίγες μέρες αργότερα, ο Γάλλος πρωθυπουργός Μπριάν πήρε την πρωτοβουλία «περί επιβολής ελέγχου επί των προϊόντων των απαραιτήτων διά την ύπαρξιν του ελληνικού βασιλείου και επιτηρήσεως των εμπορικών σχέσεων της χώρας»77.
Με βάση τη γαλλική πρόταση, η Διεθνής Επιτροπή Εφοδιασμού αποφάσισε στις 15/28 Δεκέμβρη 1915 να εμποδίσει την εισαγωγή στην Ελλάδα προϊόντων μεγαλύτερης ποσότητας από την αναγκαία για άμεση κατανάλωση. «Τα υπό έλεγχον είδη ήσαν: 1) Τα σιτηρά εν γένει, 2) οι γαιάνθρακες, 3) τα μεταλλικά και ορυκτά έλαια. Σειρά μέτρων θα καθίστατο αδύνατον τον εν Ελλάδι σχηματισμόν αποθεμάτων. Τα ήδη υφιστάμενα θα εξηντλούντο διά μειώσεων της εισαγωγής. Διά του μηχανισμού τούτου η Αντάντ εστέρει την Ελλάδα και της πλέον προσωρινής οικονομικής αυτάρκειας. Εντός ολίγων εβδομάδων μετά την κήρυξιν ενός αποκλεισμού, ο ελληνικός λαός θα ελιμοκτόνει.»78
Έτσι, η πολιτική της «ουδετερότητας» που προωθούσε η κυβερνώσα αστική πολιτική μερίδα σήμαινε στην πράξη την προώθηση των συμφερόντων των Κεντρικών Δυνάμεων. Η στάση «ουδετερότητας» στηριζόταν στα εξής επιχειρήματα:
Πρώτον, ότι οι ελληνικοί πληθυσμοί της Μικράς Ασίας δε θα αντιμετώπιζαν τους ίδιους κινδύνους από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, που είχε συμπαραταχτεί με τις Κεντρικές Δυνάμεις, ενώ, αντίθετα, ήταν βέβαιη η σκληρή αντιμετώπισή τους, αν η Ελλάδα προσχωρούσε στην Αντάντ. Δεύτερον, ότι ο γερμανικός και ο βουλγαρικός στρατός στη Μακεδονία και τη Θράκη θα γινόταν αμέσως εχθρικός απέναντι στην Ελλάδα και η Βουλγαρία θα έβρισκε αφορμή να αποσπάσει τμήματα της Μακεδονίας που εποφθαλμιούσε. Και τρίτον, ότι η Ελλάδα δεν είχε συμφέρον να διαταράξει τις καλές σχέσεις της με τη Γερμανική Αυτοκρατορία. Κατά τον Ι. Μεταξά μάλιστα, οι Κεντρικές Δυνάμεις μαζί και η Οθωμανική Αυτοκρατορία υπόσχονταν στην Ελλάδα ότι, αν τηρούσε την ουδετερότητα, θα αναγνωριζόταν η ελληνική κυριαρχία στα νησιά του Αιγαίου, καθώς και η εδαφική επέκταση του κράτους στη Μακεδονία και την Αλβανία.79 Τα προηγούμενα προϋπέθεταν, βέβαια, την επικράτηση των Κεντρικών Δυνάμεων.
Το σύνθημα της ουδετερότητας που προβλήθηκε από τη συγκεκριμένη αστική πολιτική μερίδα στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο βρήκε ευνοϊκή απήχηση και σε πλατιά λαϊκά στρώματα των Νέων Χωρών, κυρίως Εβραίους, Οθωμανούς, Σλάβους κ.ά. Επίσης, κατά της πολιτικής του Βενιζέλου στράφηκε και η Ελληνική Εκκλησία των Νέων Χωρών, που ανταγωνιζόταν την αυτόνομη Βουλγαρική Εξαρχία.
Από την άλλη, ύστερα από την επανάσταση των Νεότουρκων και τους Βαλκανικούς Πολέμους, είχαν αρχίσει οι διωγμοί σε βάρος του ελληνικής καταγωγής στοιχείου της Μικράς Ασίας και του Πόντου. Η εκεί αστική τάξη βρισκόταν σε κίνδυνο, το ίδιο και οι επενδύσεις που είχε πραγματοποιήσει μερίδα της ελλαδικής αστικής τάξης στα οθωμανικά εδάφη. Η ανερχόμενη τουρκική αστική τάξη διεκδικούσε πια το δικό της ζωτικό χώρο και ήταν αποφασισμένη να τον κατακτήσει διά πυρός και σιδήρου, όπως θα έκανε κάθε αστική τάξη στη θέση της.
Επομένως, για τους οπαδούς του Κόμματος των Φιλελευθέρων, η πραγμάτωση της «Μεγάλης Ιδέας» μπορούσε να γίνει μόνο με την αποφασιστική πολεμική στήριξη της Αντάντ. Προπαγάνδιζαν ότι μόνο έτσι θα απελευθερωθεί ο ελληνικός πληθυσμός της Μικράς Ασίας (ενώ εννοούσαν ότι μόνο έτσι θα προστατεύονταν τα οικονομικά τους συμφέροντα στη Σμύρνη και στην Ανατολική Μεσόγειο). Υπό αυτό το πρίσμα, η άρνηση του Κωνσταντίνου και των υποστηρικτών του στη συμμετοχή στο πλευρό της Αντάντ θεωρήθηκε προδοσία. Ανταπέδιδαν έτσι οι υποστηρικτές του Κόμματος των Φιλελευθέρων το χαρακτηρισμό του προδότη που οι υποστηρικτές του Κωνσταντίνου τους απεύθυναν για τις επεμβάσεις της Αντάντ στην Ελλάδα.
Ο λαός, χειραγωγούμενος από την αστική τάξη, επίπλαστα χωρισμένος σε δύο παρατάξεις, της «προόδου και της συντήρησης», της «ντόπιας» και της «ξενόφερτης» παράδοσης, αφιονισμένος για επιδιώξεις που του ήταν όχι μόνο ξένες αλλά και εχθρικές, με σημαία του διαφορετικές εκδοχές του αστικού εθνικισμού, συρόταν στη θωράκιση του εκμεταλλευτικού καπιταλιστικού συστήματος και της αστικής εξουσίας, βαδίζοντας στον όλεθρο.
Η ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΟ ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ ΤΩΝ ΕΝΔΟΪΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΩΝ
Τις πρώτες μέρες του 1916, ο Κωνσταντίνος έδωσε συνέντευξη στο αμερικανικό πρακτορείο «Ηνωμένος Τύπος», όπου ανέφερε:
«Είναι καθαρά υποκρισία εκ μέρους της Αγγλίας και της Γαλλίας να ομιλούν περί παραβιάσεως της βελγικής ουδετερότητος, έπειτα απ’ όσα διέπραξαν και κάμνουν τώρα εις την Ελλάδα. (…) Οι Σύμμαχοι θέλουν να παραμείνη η Ελλάς εν επιστρατεύσει. Νομίζουν και τώρα ακόμη ότι είναι δυνατόν να ταχθώμεν προς το μέρος των. Πλανώνται όμως οικτρώς.»80
Μετά από τη συνέντευξη ο Γάλλος πρωθυπουργός Μπριάν χαρακτήρισε τον Κωνσταντίνο δικηγόρο των Γερμανών.81
Λίγες μέρες μετά, τα στρατεύματα της Γαλλίας και της Βρετανίας κατέλαβαν την Κέρκυρα (10/23 Γενάρη 1916), για να την χρησιμοποιήσουν ως χώρο αναδιοργάνωσης των σερβικών στρατευμάτων που είχαν υποστεί συντριβή από τις Κεντρικές Δυνάμεις.
Στα μέσα Μάρτη του 1916, επικαλούμενη τις υποχρεώσεις της ελληνοσερβικής συμμαχίας, η Αντάντ ζήτησε από την κυβέρνηση Σκουλούδη την άδεια να μεταφέρει στη Μακεδονία τον αναδιοργανωμένο σερβικό στρατό, που αριθμούσε περίπου 120.000 άντρες.82 Στη συνέχεια ο γαλλικός στρατός κατέλαβε το Αργοστόλι στην Κεφαλονιά, ως βάση ελέγχου των αυστριακών υποβρυχίων.
Ο Σκουλούδης απέρριψε το αίτημα της Αντάντ, υποστηρίζοντας ότι η αποδοχή του θα σήμαινε ότι η Ελλάδα βγαίνει από την ουδετερότητα. Στη συνέχεια όμως επήλθε συμβιβασμός, που δεν άλλαζε ωστόσο τις σχέσεις όξυνσης ανάμεσα στις δύο πλευρές, όπως δείχνουν τα γεγονότα που ακολούθησαν.
Λίγο αργότερα, με την ενθάρρυνση του Ελληνικού Επιτελείου, ο βουλγαρικός στρατός κατέλαβε αμαχητί το οχυρό Ρούπελ [15 (28) Μάη 1916]. Τη διαταγή της παράδοσης είχε δώσει προσωπικά ο πρωθυπουργός Σκουλούδης.83 Ως συνέπεια της βουλγαρικής προέλασης, καταλήφθηκε χωρίς μάχη η Καβάλα και αιχμαλωτίστηκε το Δ΄ Σώμα Στρατού, με αποτέλεσμα σχεδόν 7.000 αξιωματικοί στρατιώτες, χωροφύλακες και κρατικοί υπάλληλοι της Ανατολικής Μακεδονίας, να μεταφερθούν στη Γερμανία, όπου υποχρεώθηκαν να δουλεύουν στα εργοστάσια.84
Το ίδιο διάστημα, ο στρατηγός Σαράιγ κήρυξε στρατιωτικό νόμο στη Θεσσαλονίκη [23 Μάη (5 Ιούνη)], ενώ Μ. Βρετανία και Γαλλία κήρυξαν επίσημα τον αποκλεισμό της Ελλάδας.85
Ως προς αυτό, ήταν χαρακτηριστική η μετέπειτα διαμαρτυρία του βασιλιά Κωνσταντίνου (28 Ιούλη / 10 Αυγούστου 1916), με την οποία ενημέρωνε την πρεσβεία στο Παρίσι:
«Ο συνεταιρισμός “Wholesh-Society Ltd” ηκύρωσε τας δοθείσας παραγγελίας ξηράς σταφίδος εις τον Ζούζουλαν, αντιβενιζελικόν βουλευτήν. Ο Ζούζουλας παρεπονέθη εις τον Γάλλον πρεσβευτήν, όστις του εμήνυσεν ότι η εξαγωγή θα του επετρέπετο αν απέσυρε την υποψηφιότητά του ως αντιβενιζελικού. (…) Ο Άγγλος πρόξενος Γουντ και ο υποπρόξενος Κρω εις Πάτρας δηλώνουν εις τους εμπόρους ότι θα αποκλεισθούν εκ του εμπορίου της σταφίδος (…) Ηπείλησαν μίαν εταιρείαν εξαγωγής οίνων ότι θα απαγορεύσουν την εξαγωγήν των εις Γαλλίαν, διότι διατηρεί ως υπαλλήλους φίλους του Γούναρη.»86
Έγραψε παραστατικά ο Γ. Κορδάτος:
«Σε λίγο, ψωμί δεν υπήρχε στις πόλεις. Τα τρόφιμα εξαφανίστηκαν και άρχισαν να πεθαίνουν παιδιά, γυναίκες, γερόντοι από την πείνα.»87
Και παρακάτω:
«Στην Αθήνα, όπως και στις άλλες πόλεις, η πείνα έκανε τις φτωχές μάζες να αγριέψουν. Έγινε διαδήλωση από Αθηναίες εργαζόμενες γυναίκες που πήγαν στη Βουλή και φώναξαν: “Πεινάμε! Ψωμί!”»88
Ο εμπορικός αποκλεισμός από την Αντάντ των περιοχών που βρίσκονταν ακόμα υπό τη διοίκηση της αστικής κυβέρνησης της Αθήνας («Παλαιά Ελλάδα») και η δέσμευση των ελληνόκτητων πλοίων στα λιμάνια των χωρών της Αντάντ είχαν ως αποτέλεσμα να σημειωθεί τραγική έλλειψη σε τρόφιμα, να πεθάνουν χιλιάδες από την πείνα και να εξαπλωθούν μολυσματικές ασθένειες.89
Η όξυνση των αντιθέσεων οδήγησε και σε πολιτικές ανακατατάξεις. Τον Ιούνη του 1916, η κυβέρνηση Σκουλούδη αντικαταστάθηκε από νέα κυβέρνηση υπό τον Αλ. Ζαΐμη.
Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
Στις 17/30 Αυγούστου πραγματοποιήθηκε από φιλοβενιζελικούς αξιωματικούς (Επαμ. Ζυμβρακάκης, Δημ. Δίγκας, Αλέξ. Ζάννας κ.ά.) και με την καθοδήγηση του Βενιζέλου το Κίνημα της «Εθνικής Άμυνας» στη Θεσσαλονίκη, που στρεφόταν ενάντια στην κυβέρνηση των Αθηνών. Υπό το βάρος αυτών των εξελίξεων, στις 3/16 Σεπτέμβρη η κυβέρνηση Ζαΐμη παραχώρησε τη θέση της σε νέα υπό τον Δημητρακόπουλο και αμέσως αυτός παρέδωσε στην κυβέρνηση του Νικόλαου Καλογερόπουλου, που λίγες μέρες αργότερα αντικαταστάθηκε από την κυβέρνηση του καθηγητή Σπυρ. Λάμπρου.
Στις 13/26 Σεπτέμβρη 1916 σχηματίστηκε στα Χανιά της Κρήτης διμελής Προσωρινή Κυβέρνηση από τον Ελευθέριο Βενιζέλο και τον αντιναύαρχο του ελληνικού στόλου, Παύλο Κουντουριώτη. Η συγκρότησή της ψηφίστηκε από ένοπλο συλλαλητήριο, το οποίο ανέθεσε «εις την Κυβέρνησιν ταύτην όπως επιδιώξη την σωτηρίαν του Έθνους παρά το πλευρόν των Συμμάχων Δυνάμεων», δηλαδή της Αντάντ, αφού διαπίστωσε ότι «μέγιστον μέρος της Ελληνικής Μακεδονίας κατέχεται υπό Βουλγάρων, μέγιστον δε κίνδυνον διατρέχει η όλη Ελληνική φυλή».90
Στη συνέχεια ο Βενιζέλος πήγε στη Θεσσαλονίκη [22 Σεπτέμβρη (5 Οκτώβρη) 1916] και εγκατέστησε κυβέρνηση φιλική προς την Αντάντ. Η κυβέρνηση συμπληρώθηκε με το στρατηγό Παναγιώτη Δαγκλή, με βάση το ψήφισμα των Χανίων να υπάρξει και τρίτο μέλος της.91
Μόλις εγκαθιδρύθηκε, η Προσωρινή Κυβέρνηση ζήτησε την αναγνώρισή της από την Αντάντ, που την αναγνώρισε μόνο ντε φάκτο. Σημειώνεται ότι και γι’ αυτό ακόμα η Ιταλία ζήτησε προηγούμενη διαβεβαίωση από τη Μ. Βρετανία και τη Γαλλία ότι δεν είχαν υποσχεθεί στον Βενιζέλο εδαφικές παραχωρήσεις στη Μικρά Ασία.92 Έπειτα από αυτό, στις 11/24 Νοέμβρη 1916 η Προσωρινή Κυβέρνηση κήρυξε τον πόλεμο κατά της Γερμανικής Αυτοκρατορίας και της Βουλγαρίας, ενώ στις 24 Νοέμβρη / 7 Δεκέμβρη 1916 εξέδωσε διάγγελμα με το οποίο κήρυσσε έκπτωτο «τον τύραννον Βασιλέα και όχι την δυναστείαν»93.
Η δημιουργία της Προσωρινής Κυβέρνησης αποτέλεσε έκπληξη για τους υποστηρικτές της κυβέρνησης της Αθήνας, που πίστευαν ότι ένα τέτοιο κίνημα δεν είχε πιθανότητες επιτυχίας. Γι’ αυτό και στις γραμμές τους επικράτησε σύγχυση, ταραχή και έντονος προβληματισμός για το τι μέλλει γενέσθαι. Η βασίλισσα Σοφία και άνθρωποι του στενού της περιβάλλοντος θεωρούσαν ότι η Ελλάδα έπρεπε να εγκαταλείψει τη γραμμή της ουδετερότητας και να προσχωρήσει στον πόλεμο με τις Κεντρικές Δυνάμεις. Άλλοι, όπως ο Ι. Μεταξάς, πίστευαν ότι η Ελλάδα έπρεπε να παραμείνει ουδέτερη, ενώ μια τρίτη μερίδα, όπως ο Ν. Στράτος, μετακινήθηκε στη θέση συμμετοχής της Ελλάδας στον πόλεμο, στο πλαίσιο της Αντάντ.94
Ταυτόχρονα, το περιβάλλον της Αυλής (η βασίλισσα Σοφία, οι πρεσβευτές Ζαλοκώστας και Θεοτόκης κ.ά.) ήλπιζαν σε μια γερμανική επίθεση, που θα αντιμετώπιζε την Αντάντ στη Μακεδονία. Είχαν συνεχή αλληλογραφία με το Βερολίνο, προκειμένου να πείσουν τη Γερμανία να επιτεθεί στο στρατό του Σαράιγ.95
Η ουσία της ενδοαστικής διαπάλης, η οποία υπερέβη και το υπάρχον Σύνταγμα, αποδεικνύοντας ότι αυτό εκφράζει τον εκάστοτε συσχετισμό εντός της αστικής εξουσίας, καταγράφεται σε επιστολή του Βενιζέλου προς το στενό συνεργάτη του Κωνσταντίνο Ρακτιβάν (8.11.1916):
«Αλλά νομίζω ότι η πολιτική κατεύθυνσις του κινήματος είναι σαφέστατη. Ζητούμεν να συγκροτήσωμεν στρατόν όπως ανακτήσωμεν διά της χύσεως και ελληνικού αίματος τα καταληφθέντα υπό του μισητού εχθρού εδάφη και όπως εκπληρώσωμεν τας συμμαχικάς μας υποχρεώσεις προς την Σερβίαν (…) Μετά τούτο δε και όταν φυσικά λήξη ο πόλεμος, θα ζητήσωμεν την σύγκλησιν Συνελεύσεως, ουχί διά να αλλάξωμεν την μορφήν του Πολιτεύματος, ούτε διά να αλλάξωμεν τον βασιλεύοντα οίκον, ούτε καν διά να περιορίσωμεν τα δικαιώματα του Στέμματος, όσα απορρέουν εκ του ισχύοντος Συντάγματος, αλλά διά να τα διευκρινίσωμεν, να τα αποσαφηνίσωμεν και να τα κατοχυρώσωμεν κατά το δυνατόν, ώστε να μην τολμήσει του λοιπού βασιλεύς να είπη εις τον αντιπρόσωπον την λαϊκής κυριαρχίας ότι εις τα μεγάλα εθνικά ζητήματα να παραγνωρίζη την λαϊκήν θέλησιν και να επιβάλλη την ίδιαν γνώμην, διότι θεωρεί εαυτόν υπεύθυνον απέναντι του Θεού.»96
Η κορύφωση του λεγόμενου «εθνικού διχασμού» είχε συντελεστεί. Από εκείνη τη στιγμή άρχιζε και με πολεμικά μέσα η σύγκρουση ανάμεσα στις δύο μερίδες της αστικής τάξης, που αντιπροσωπευόταν από τις αστικές κυβερνήσεις της Θεσσαλονίκης και της Αθήνας, δηλαδή τη φιλο-Ανταντική που εκπροσωπούσε ο Βενιζέλος και αυτή που επιθυμούσε συμμαχία με τις Κεντρικές Δυνάμεις και την οποία εκπροσωπούσε ο βασιλιάς Κωνσταντίνος.
Η πολιτική και οι ενέργειες των δύο αντίπαλων αστικών παρατάξεων αποδεικνύουν ότι τα μεγάλα λόγια περί «εθνικής ενότητας» έχουν ως στόχο την ταξική κυριαρχία της αστικής απέναντι στην εργατική τάξη και τα λαϊκά τμήματα των μεσαίων στρωμάτων. Πρόκειται για ένα διαχρονικό και διεθνούς κλίμακας συμπέρασμα, πολύ χρήσιμο για τον ταξικό αγώνα της εργατικής τάξης και των λαϊκών τμημάτων των μεσαίων στρωμάτων, ιδιαίτερα σε συνθήκες ιμπεριαλιστικού πολέμου, που οι αστικές δυνάμεις επιδιώκουν με όλα τα μέσα να σύρουν το λαό στις δικές τους επιδιώξεις, ως κρέας για τα κανόνια, στο όνομα της υπεράσπισης της εθνικής κυριαρχίας.
Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ «ΕΘΝΙΚΟΥ ΔΙΧΑΣΜΟΥ» ΩΣ ΕΛΑΤΤΩΜΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ
Η διάσπαση της αστικής τάξης στη διάρκεια του Α΄ Παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού Πολέμου δεν αποτέλεσε μια κάποια ελληνική ιδιαιτερότητα. Διχασμός για τη συμμετοχή στον πόλεμο ή για την ουδετερότητα σε αυτόν εκφράστηκε και στην αστική τάξη της Ιταλίας. Τα τμήματα που συνδέονταν με τη μεταλλουργική και μηχανουργική βιομηχανία επέμεναν να πάρει μέρος η Ιταλία στον πόλεμο. Ωστόσο, τα αστικά τμήματα που διατηρούσαν οικονομικές σχέσεις με τις Κεντρικές Δυνάμεις επέμεναν στην ουδετερότητα.
Η προπαγάνδα που εξαπέλυσαν στην Ιταλία οι υποστηρικτές της συμμετοχής της στον πόλεμο θαρρείς και ήταν αντιγραφή της αντίστοιχης ελληνικής ή και αντιστρόφως. Έχει γραφεί για τους λεγόμενους «επεμβατικούς» ότι παρουσίαζαν τη συμμετοχή της Ιταλίας στον πόλεμο «σα μέσο για την πραγματοποίηση των εθνικών πόθων του ιταλικού λαού, σα συνέχιση του αγώνα για την ένωση των ιταλικών εδαφών, για την ελευθερία και τη δημοκρατία. Η ομάδα των σοσιαλσοβινιστών με αρχηγό τον Μουσολίνι οργάνωσε, με χρήματα που πήρε από το Γαλλικό Επιτελείο, την έκδοση μιας κραυγαλέας εφημερίδας με Ανταντόφιλη κατεύθυνση»97.
Αλλά και στις ΗΠΑ τα μονοπώλια διαχωρίστηκαν. Τελικά επιβλήθηκε η γραμμή του πολέμου κατά της Γερμανικής Αυτοκρατορίας, σύμφωνα με τη θέληση και τους στόχους των εταιριών «Μόργκαν», «Ντιπόν» κ.ά. που συνδέονταν με τα κράτη της Αντάντ και που έβλεπαν ότι η Γερμανική Αυτοκρατορία εξελισσόταν σε δύναμη που απειλούσε τα συμφέροντά τους. Άλλα μονοπώλια των ΗΠΑ υπεράσπιζαν την ελευθερία εμπορίου με τη Γερμανική Αυτοκρατορία και απαιτούσαν από την κυβέρνηση Ουΐλσον να παρεμβεί κατά του αποκλεισμού της από το βρετανικό κράτος. Απειλούσαν ακόμα ότι θα προωθήσουν στο Κογκρέσο νόμο που θα κήρυσσε εμπάργκο στα εμπορεύματα οπλισμού.
Στην Ιρλανδία ξέσπασε εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα την άνοιξη του 1916. Ένα τμήμα της ηγεσίας του αποδέχτηκε τις υποσχέσεις της βρετανικής κυβέρνησης, ότι μετά από τον πόλεμο θα εφαρμόσει νόμο για την αυτοδιοίκηση της Ιρλανδίας, τον οποίο τότε δημοσίευσε, και συμβιβάστηκε. Ένα άλλο, προβάλλοντας το σύνθημα «οι δυσκολίες της Αγγλίας είναι για την Ιρλανδία πλεονέκτημα», προετοίμασε ένοπλη εξέγερση για τη δημιουργία της ανεξάρτητης ιρλανδικής δημοκρατίας. «Λίγο πριν την εξέγερση, είχε αποτύχει μια προσπάθεια του παράγοντα του εθνικού κινήματος Ρότζερ Κέισμεντ να μεταφέρει όπλα στην Ιρλανδία από τη Γερμανία.»98
ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ
Τελικά, ο λεγόμενος «εθνικός διχασμός» ολοκληρώθηκε με τη νίκη της αστικής παράταξης που εκπροσωπούνταν από την κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης, τον Ιούνη του 1917. Ο ελληνικός στρατός πήρε μέρος στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο το Μάη του 1918 και συγκεκριμένα στη μάχη του Σκρας99, όπου είχε απώλειες 3.000 άντρες σε λίγες ώρες.
Ωστόσο, αν και «η συμμετοχή της Ελλάδας στο μεγάλο ευρωπαϊκό πόλεμο του 1914-1918 υπήρξε αριθμητικά και χρονικά περιορισμένη, η σημασία της για το νέων διαστάσεων και φιλοδοξιών κράτος υπήρξε καθοριστική. Καταρχάς στο επίπεδο της συνοχής του έθνους, όπου οι νέες χώρες, έστω και διαμέσου των προβλημάτων που δημιούργησε ο διχασμός, συντονίστηκαν με τις δυνάμεις της Παλαιάς Ελλάδας σε κοινούς στόχους και κάτω από κοινούς μηχανισμούς»100.
Από την άλλη, η μάχη του Σκρα «έγινε σύμβολο σε καιρούς όπου ο νέος ελληνικός στρατός διψούσε για συμμαχικούς επαίνους. Οι απώλειες, δε, ήταν σχεδόν ευπρόσδεκτες, καθώς προσέθεταν επιχειρήματα για τις μεταπολεμικές διαπραγματεύσεις»101. Ακολούθησε η εκστρατεία στην Κριμαία και την Ουκρανία ενάντια στη σοβιετική εξουσία, όπου ο ελληνικός στρατός συμπλήρωσε «… τους απαραίτητους στις διαπραγματεύσεις πίνακες απωλειών»102.
Εξάλλου, με τη λήξη του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου και την ήττα των Κεντρικών Δυνάμεων κατέρρευσε και η πολιτική της «ουδετερότητας». Η αντιβενιζελική ηγεσία επανήλθε σύντομα στην παραδοσιακή συμμαχία των αστικών δυνάμεων με την Αγγλία. Μετά από τη νίκη της στις εκλογές του Νοέμβρη του 1920 ήταν πια στενός σύμμαχός της στον πόλεμο που διεξήγαγαν από κοινού στη Μικρά Ασία.