Το πακέτο χρηματοδότησης της ΕΕ και η συμμετοχή της Ελλάδας στο «Ταμείο Ανάκαμψης» είναι συνδεδεμένο με ένα «αναπτυξιακό» σχέδιο που υποβάλλει κάθε κράτος-μέλος και αποτελεί προϋπόθεση για να προχωρήσει η εκταμίευση της χρηματοδότησης.
Ο στόχος του αναπτυξιακού σχεδίου είναι διπλός. Από τη μία, το κάθε αναπτυξιακό σχέδιο συμπυκνώνει τον αστικό σχεδιασμό του εκάστοτε κράτους-μέλους και εδράζεται στους βασικούς άξονες που απαιτεί η διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Από την άλλη, τα αναπτυξιακά σχέδια έχουν ως στόχο την ευθυγράμμιση, ως ένα βαθμό, στόχων και προτεραιοτήτων με τους στόχους του κεφαλαίου σε ευρωπαϊκή κλίμακα.
Πρόκειται στην πραγματικότητα για επανάληψη της κατάστασης με τα «μνημόνια», που αποτύπωναν τους στόχους και τις προτεραιότητες της αστικής τάξης και την ίδια στιγμή περιείχαν όρους και στόχους, κυρίως δημοσιονομικού περιεχομένου.
Η τοποθέτηση του ΣΕΒ για το συγκεκριμένο αναπτυξιακό σχεδιασμό και η ευθυγράμμισή του με τις επιδιώξεις της αστικής τάξης είναι αποκαλυπτική: «Παρά την πανδημία του COVID-19, η χώρα μας βρίσκεται σε μια πορεία ανάτασης. Η Πολιτεία έχει ξεκινήσει να σχεδιάζει στη σωστή κατεύθυνση το μέλλον, ώστε η χώρα μας να αντιμετωπίσει πλέον αποτελεσματικά τους περιορισμούς στην οικονομική δραστηριότητα, που δημιουργεί επί δεκαετίες το στρεβλό και δύσκαμπτο θεσμικό πλαίσιο. Αυξάνονται οι χρηματοδοτικοί πόροι από την Ευρώπη, που θα χρησιμοποιηθούν ώστε η ευρωπαϊκή οικονομία να γίνει πιο ισχυρή, ενσωματώνοντας τους στόχους της ψηφιακής οικονομίας και της πράσινης ανάπτυξης. Δημιουργούνται νέες επενδυτικές πρωτοβουλίες, με δεδομένη την απελευθέρωση της οικονομίας και την ενδυνάμωση του ανταγωνισμού, τη μείωση της υπερφορολόγησης και τη στροφή του παραγωγικού προτύπου προς εξωστρεφείς δραστηριότητες υψηλής προστιθέμενης αξίας.»16
Αυτός ήταν και ο χαρακτήρας της τοποθέτησης του πρωθυπουργού στην συνέντευξη τύπου στις 21 Ιούλη, μετά από την ολοκλήρωση της Ευρωπαϊκής Συμφωνίας για το πακέτο. Εκεί δήλωνε: «Έχουμε, λοιπόν, τα εργαλεία, έχουμε το σχέδιο, ξέρουμε τι θέλουμε να κάνουμε. Θα το ξαναπώ ακόμη μία φορά, δεν έχουμε καμία πρόθεση να σκορπίσουμε τα χρήματα με την ανεμελιά του νεόπλουτου. Θα εργαστούμε με ευθύνη, με σύνεση. Θα παρουσιάσουμε σύντομα ένα αναλυτικό σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης που θα μεταμορφώσει τη χώρα. Αυτό το σημαντικό ευρωπαϊκό κεφάλαιο που τίθεται στη διάθεσή μας δεν έχουμε καμία πρόθεση να το σπαταλήσουμε. Θα το επενδύσουμε προς όφελος όλων των Ελλήνων, θα στηρίξουμε τον κόσμο της εργασίας, θα στηρίξουμε τολμηρές πολιτικές πράσινης μετάβασης, τον ψηφιακό εκσυγχρονισμό, τις δεξιότητες. Είναι μία μεγάλη, μοναδική ευκαιρία θα έλεγα για την Ελλάδα και την Ευρώπη, να κάνει ένα μεγάλο άλμα μπροστά. Δεν έχουμε καμία πρόθεση να την αφήσουμε ανεκμετάλλευτη.»
Η τοποθέτηση του πρωθυπουργού αναδεικνύει, σε γενικές γραμμές, πως το κυβερνητικό σχέδιο χρηματοδότησης της οικονομίας ευθυγραμμίζεται τόσο με το σχεδιασμό της ΕΕ όσο και με τις απαιτήσεις του μεγάλου κεφαλαίου.
Η αναφορά για αποφυγή της «σπατάλης» αποκαλύπτει, στην πραγματικότητα, πως η ελληνική κυβέρνηση, αξιοποιώντας και τα «φρένα» της ΕΕ δε θα χρησιμοποιήσει την ευρωπαϊκή χρηματοδότηση για να καλυφτούν επιτακτικές λαϊκές ανάγκες καθώς οι τελευταίες θεωρούνται ως σπατάλη από τη σκοπιά της κυβέρνησης.
Αντίθετα, η «μερίδα του λέοντος» θα αξιοποιηθεί για την υλοποίηση μεγάλων επενδυτικών έργων πράσινης ανάπτυξης και προώθησης νέων ψηφιακών λύσεων, που, ακόμα και αν εμφανίσουν θετική συνεισφορά στο ΑΕΠ της χώρας, όχι μόνο δε θα αντιμετωπίσουν τα επιτακτικά λαϊκά προβλήματα, αλλά, αντίθετα, θα τα επιδεινώσουν. Η εμπειρία του λαού απ’ το πανάκριβο «πράσινο» ρεύμα, τα «πράσινα» αυτοκίνητα, την ηλεκτρονική δαγκάνα της εφορίας που σαρώνει τους αυτοαπασχολούμενους και τους ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς αποδεικνύουν πως τόσο η «πράσινη» ανάπτυξη όσο και ο ψηφιακός μετασχηματισμός, που υλοποιεί το μεγάλο κεφάλαιο έχουν αντιλαϊκό πρόσημο και χαρακτήρα.
ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΠΙΣΣΑΡΙΔΗ ΩΣ «ΠΡΟΟΙΜΙΟ» ΤΟΥ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΟΥ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥ
Η κυβέρνηση θα καταθέσει το σχέδιό της στα μέσα Οκτώβρη. Ωστόσο, ήδη απ’ τις αρχές του έτους, πριν δηλαδή τον κορονοϊό και την εκδήλωση της κρίσης στην οικονομία, η κυβέρνηση ανέθεσε σε μια επιτροπή οικονομολόγων, την περιβόητη επιτροπή Πισσαρίδη, την εκπόνηση ενός Σχεδίου Ανάπτυξης για την Ελληνική Οικονομία. Η επιτροπή αυτή δημοσίευσε το «σχέδιο έκθεσής» της στα μέσα του καλοκαιριού με τον πρωθυπουργό να την χαρακτηρίζει ως «ένα πυκνό σχέδιο το οποίο φιλοδοξεί να αλλάξει τον ίδιο τον παραγωγικό ιστό της χώρας και θέτει στόχους οι οποίοι εφόσον μπορέσουμε να τους πετύχουμε, θα μιλάμε πράγματι για μια μεταμόρφωση της ελληνικής οικονομίας» διαπιστώνοντας μάλιστα ότι πολλές από τις προτάσεις της έκθεσης κινούνται στη γραμμή όχι απλώς των προγραμματικών δηλώσεων, αλλά των κυβερνητικών δράσεων που έχουν ήδη δρομολογηθεί, ενώ στη συνέχεια πρόσθεσε πως στη βάση αυτής της έκθεσης «θα καταλήξουμε, πια, σ’ ένα κείμενο το οποίο θα αποτελεί ένα σχέδιο αναφοράς για το μέλλον της ελληνικής οικονομίας, το οποίο θα κατευθύνει και τις πολιτικές μας ενόψει του Recovery Fund». Έτσι, η έκθεση Πισσαρίδη ουσιαστικά περιλαμβάνει τους άξονες του αναπτυξιακού σχεδιασμού για το επόμενο διάστημα και θα χρησιμοποιηθεί και ως εργαλείο για τη χρηματοδότηση απ’ το ταμείο ανάκαμψης.
Σε επίπεδο «κατεύθυνσης» η έκθεση, αλλά και η αστική πολιτική στο σύνολό της, επιμένει πως η «εξωστρέφεια» της οικονομίας είναι η σωστή κατεύθυνση προς την οποία πρέπει να κινηθεί η χώρα, με κεντρικό στόχο μάλιστα να συνδέσει οργανικά σ’ αυτήν την κατεύθυνση και τη βιομηχανική παραγωγή: «Κεντρικός στόχος για την ελληνική οικονομία κατά τα επόμενα χρόνια πρέπει να είναι η συστηματική αύξηση της παραγωγικότητας και της εξωστρέφειας (δηλαδή της σχετικής συμμετοχής των διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών στο εθνικό προϊόν), καθώς και η στενότερη διασύνδεση της παραγωγής με την τεχνολογία και την καινοτομία.» Η αστική πολιτική συνειδητά συσκοτίζει πως η «αύξηση των διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών», εκτός από ακόμα μεγαλύτερη «έκθεση» της εγχώριας οικονομίας σε διεθνείς κρίσεις, μεταφράζεται σε ένταση της ανισόμετρης ανάπτυξης μεταξύ κλάδων και περιοχών της χώρας και σε μείωση της ικανότητας εξασφάλισης αυτάρκειας, που οι επιπτώσεις της φαίνονται σε συνθήκες κρίσεων και πολέμων κλπ. Η συζήτηση για τις εξαγωγές τυποποιημένων διατροφικών προϊόντων –π.χ. ελαιόλαδο υψηλής διατροφικής αξίας, τυροκομικά προϊόντα υψηλού επιπέδου κ.ά.– κρύβει τις εξευτελιστικές τιμές συγκέντρωσής τους απ’ τους παραγωγούς και τις υψηλές τιμές στο λιανικό εμπόριο, αλλά και πως η αύξηση των εξαγωγών θα αυξήσει σημαντικά τις λιανικές τιμές τους, αφού θα τις ευθυγραμμίσει με τις αντίστοιχες διεθνείς.17
Ωστόσο, η επιμονή στην «εξωστρέφεια», τόσο απ’ τη ΝΔ όσο και απ’ τα υπόλοιπα αστικά κόμματα, δεν αποτελεί μια μηχανιστική νεοφιλελεύθερη δοξασία. Η ανάγκη του κεφαλαίου για «εξωστρέφεια» ως εργαλείο διασφάλισης της κερδοφορίας του πηγάζει τόσο απ’ τη διεθνή καπιταλιστική ανάπτυξη και τις αυξανόμενες αλληλεξαρτήσεις του, και αποτυπώνονται άλλωστε και στη σημασία που έχουν ιστορικά στην Ελλάδα οι διεθνείς μεταφορές, ο διεθνής τουρισμός και οι μεταποιητικές δραστηριότητες προσανατολισμένες προς τα εκεί. Η ανάγκη του καπιταλιστικού κέρδους προσανατολίζει αντικειμενικά την καπιταλιστική οικονομία προς τα εκεί παρά το γεγονός πως η εξωστρέφεια αντικειμενικά εκθέτει την οικονομία ακόμα περισσότερο στις διεθνείς αναταραχές.
Η έκθεση Πισσαρίδη στη συνέχεια αναδεικνύει τις συνέπειες που θα έχει αυτή η αναπτυξιακή πορεία στο βιοτικό επίπεδο των εργαζόμενων, «από την ανάποδη». Ειδικότερα η έκθεση στέκεται στις «αλλαγές» που πρέπει να πραγματοποιηθούν στην οικονομία για να κινηθεί προς αυτήν την κατεύθυνση. Μέσα σ’ αυτές περιλαμβάνει:
– Επιτάχυνση της συγκέντρωσης και της συγκεντροποίησης του κεφαλαίου, με μεγάλη αύξηση των επενδύσεων, μεγάλη μείωση του αριθμού των μικρών επιχειρήσεων, απορρόφηση των αυτοαπασχολούμενων απ’ τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις.
– Δραστική μείωση του μεριδίου της εργασίας και του μεριδίου αυτοαπασχολούμενων στο ΑΕΠ, δηλαδή φθηνότερη εργατική δύναμη. Η αύξηση των επενδύσεων από 12% στο 24% του ΑΕΠ μεταφράζεται σε μεγάλη αύξηση των κερδών του κεφαλαίου που δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο σε βάρος του μεριδίου των εργαζόμενων, με αλλαγές στον εργάσιμο χρόνο, διευκόλυνση των απολύσεων, μείωση της υπερωριακής απασχόλησης κ.ά.
– Προώθηση της πολιτικής της «απελευθέρωσης», δηλαδή της εμπορευματοποίησης όσων τομέων ακόμα βρίσκονται σε κάποιο καθεστώς μερικής προστασίας.
– Ολοκλήρωση της επίθεσης στο ασφαλιστικό σύστημα, με μείωση των εργοδοτικών εισφορών και ανάπτυξη της ιδιωτικής ασφάλισης.
– Προώθηση του «επιτελικού κράτους», που θα λειτουργεί προς όφελος του κεφαλαίου αξιοποιώντας τόσο τεχνικές αλλαγές –κατά βάση ψηφιοποίηση του κράτους– όσο και οργανωτικές, με έμφαση στην ανάπτυξη μιας fast track δικαιοσύνης που θα εκδικάζει υπέρ του κεφαλαίου.
– Προώθηση της φοροασυλίας του μεγάλου κεφαλαίου με νέες φοροαπαλλαγές και παράλληλα νέα επέκταση της φορολογίας στα λαϊκά στρώματα.
– Διάλυση της όποιας προστασίας των ανέργων με πρόσχημα τις αλλαγές των επιδομάτων ώστε να μη λειτουργούν ως «αντικίνητρο για την εργασία», με την υποχρέωση δηλαδή του άνεργου να εργάζεται με όποιους όρους επιθυμεί το κεφάλαιο ως προϋπόθεση για να λαμβάνει τα επιδόματα.
– Προώθηση νέων αντιδραστικών αλλαγών στην εκπαίδευση με την «αυτονομία» των μονάδων που θα οδηγήσει στην περαιτέρω ταξική διαφοροποίησή τους.
– Νέα επίθεση στο σύστημα υγείας, χρησιμοποιώντας την «ψηφιοποίηση» ως εργαλείο περαιτέρω μείωσης των κρατικών δαπανών για την υγεία και προωθώντας περαιτέρω την εμπορευματοποίηση της υγείας.
– Στήριξη των επενδύσεων στους τομείς που προκρίνει το μεγάλο κεφάλαιο («πράσινες» επενδύσεις, ψηφιακό κράτος, αλλοδαπός τουρισμός, διεθνείς μεταφορές).
Η πολιτική που σκιαγραφεί η έκθεση Πισσαρίδη είναι πολιτική φθηνότερης εργατικής δύναμης με κεντρικούς άξονες το νέο γύρο επίθεσης στα ασφαλιστικά δικαιώματα, την αύξηση της φορολογίας των εργαζόμενων για να ελαφρυνθεί το κεφάλαιο, την προώθηση μεταρρυθμίσεων στο κράτος προς όφελος του μεγάλου κεφαλαίου, τη νέα μείωση των παροχών σε υγεία, παιδεία και κοινωνική προστασία, την προώθηση των επενδύσεων.
Δεν πρόκειται για κάποια καινοφανή στροφή. Η έκθεση Πισσαρίδη περιγράφει την πολιτική της ΝΔ, που αποτελεί οργανική συνέχεια την πολιτικής που άσκησε την προηγούμενη περίοδο ο ΣΥΡΙΖΑ και που συμπυκνώνει τις ανάγκες του μεγάλου κεφαλαίου για να προχωρήσει η καπιταλιστική ανάπτυξη την επόμενη περίοδο.
Η ΑΠΟΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΤΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΥΡΙΖΑ ΚΑΙ ΜΕΡΑ25 ΣΤΟ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ
Η κριτική που ασκεί ο ΣΥΡΙΖΑ στη ΝΔ είναι αποπροσανατολιστική και αστεία. Ο ΣΥΡΙΖΑ συσκοτίζει πως το σχέδιο Πισσαρίδη κινείται στην ίδια πολιτική που ακολούθησε και ο ίδιος όταν είχε τη διακυβέρνηση της χώρας και κυρίως συσκοτίζει πως η καπιταλιστική ανάπτυξη προϋποθέτει τέτοιες μεταρρυθμίσεις. Ο ΣΥΡΙΖΑ συσκοτίζει πως για το κεφάλαιο, ο μισθός εργασίας είναι αντικειμενικά «βάρος» που επιδιώκει να τον μειώσει όσο το δυνατόν περισσότερο.
Είναι όμως και αστεία γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ, στην ανακοίνωσή του για το σχέδιο Πισσαρίδη δεν «κρατιέται» και επιδιώκοντας να του αποδοθούν τα εύσημα γράφει πως «ένα από τα λίγα θετικά του κειμένου είναι ότι για ακόμα μία φορά υπάρχει έμμεση παραδοχή ότι όλο το αφήγημα της ΝΔ για την “καταστροφή” που επέφερε ο ΣΥΡΙΖΑ καταρρίπτεται πανηγυρικά, αφού “μια ματιά” στα διαγράμματα που συνοδεύουν το κείμενο, για παράδειγμα, αναφορικά με την απασχόληση, τις επενδύσεις, την εξωστρέφεια της οικονομίας, θα πείσει και τους πιο δύσπιστους». Ο ΣΥΡΙΖΑ,
εδώ, όχι μόνο «αναλαμβάνει» επιτέλους την ευθύνη των Μνημονίων που εφάρμοσε και ψήφισε ως κυβέρνηση, αλλά, σε απόλυτη δυσαρμονία με την κριτική που ασκεί στο σχέδιο της ΝΔ, θεωρεί πως η πολιτική φτηνής εργατικής δύναμης των Μνημονίων είναι θετική…
Εξίσου αντιδραστική είναι η «αναλυτική κριτική» της έκθεσης Πισσαρίδη απ’ το ΜΕΡΑ25, που, επί της ουσίας, συμφωνεί με πολλές απ’ τις προτάσεις της έκθεσης αναδεικνύοντας σε κεντρικό πρόβλημα το ποιος θα τις υλοποιήσει με θετικό τρόπο, ενώ σε πολλά σημεία αναδεικνύει πως η έκθεση απλά «αναφέρει κοινοτυπίες» και «πράγματα που θα μπορούσαν να έχουν γραφτεί το 1985».
Η κεντρική θέση του ΜΕΡΑ25, την οποία έχει σε κεντρικό πλαίσιο και εκπορεύονται από αυτήν οι επιμέρους, συνοψίζεται σε έναν κίνδυνο «κατασπατάλησης του Ταμείου Ανάπτυξης» που είναι ο ακόλουθος: «Αναγκασμένη να χρησιμοποιήσει μέρος των κονδυλίων του Ταμείου Ανάπτυξης για την έμμεση κάλυψη πάγιων δημοσιονομικών αναγκών, η ΕΕ κινδυνεύει: Και να αποτύχει στο δημοσιονομικό τομέα (δηλαδή, να μην καταφέρει να τονώσει σημαντικά τη συνολική ζήτηση) και να σπαταλήσει τα κονδύλια που, διαφορετικά, θα αρκούσαν ώστε να αυξηθεί σημαντικά η παραγωγικότητα.»
Το ΜΕΡΑ25 ουσιαστικά διατυπώνει εδώ τον πυρήνα της θέσης του. Ένα διαφορετικό ταμείο ανάπτυξης της ΕΕ θα μπορούσε να «λύσει το θέμα», να αντιμετωπίσει την καπιταλιστική κρίση. Η πολιτική κριτική του ΜΕΡΑ25 συνίσταται, σε μια άλλη διαχειριστική πρόταση του καπιταλισμού, με μια περισσότερο επεκτατική διαχείριση που, όπως ισχυρίζεται, μπορεί να αντιμετωπίσει την κρίση και τις συνέπειές της.
Ο ΣΥΡΙΖΑ και το ΜΕΡΑ25 –όπως και κάθε άλλο πολιτικό κόμμα– πρέπει να κριθούν από τον ταξικό χαρακτήρα τους ως κόμματα του κεφαλαίου και από τις πολιτικές τους κυβερνητικές πράξεις, που τελικά εκπορεύονται από αυτόν το χαρακτήρα. Ο ηγέτης του ΜΕΡΑ25 υπήρξε κυβερνητικό στέλεχος που εξίσου ευθύνεται για τις μνημονιακές πολιτικές περικοπών σε μισθούς, συντάξεις, κοινωνικές υπηρεσίες. Αυτό δε σημαίνει ότι δεν υπάρχουν επιμέρους διαφοροποιήσεις μεταξύ των προγραμμάτων τους, οι οποίες αφορούν το μίγμα στην οικονομική πολιτική, που υπό προϋποθέσεις –φάση του καπιταλιστικού κύκλου, άλλες συγκυρίες στη διεθνή ή περιφερειακή καπιταλιστική αγορά, άλλοι παράγοντες ακόμα και στο συσχετισμό της ταξικής πάλης– διαφοροποιούνται και ως πολιτικές πρακτικές. Ακόμα, στo πλαίσιo μιας ενιαίας στρατηγικής του κεφαλαίου, υπάρχουν διαφοροποιήσεις σε σχέση με επιμέρους συμφέροντα τμημάτων της αστικής τάξης, τακτικής για τη διασφάλιση εσωτερικών συμμαχιών, π.χ. με τμήματα αυτοαπασχολούμενων και πολύ μικρές επιχειρήσεις, καθώς κι εξωτερικών, π.χ. εντός Ευρωζώνης ή και με κράτη εκτός αυτής. Ωστόσο οι διαφοροποιήσεις αυτές και, τελικά, η επίκληση για μια άλλη διαχείριση δε μεταβάλλουν καθόλου τον προσανατολισμό τους ως κόμματα του κεφαλαίου, στόχος των οποίων είναι η διασφάλιση της κερδοφορίας τους.
Με αυτά τα κριτήρια μπορούμε να κρίνουμε την κριτική του ΣΥΡΙΖΑ και του ΜΕΡΑ25 στο πρόγραμμα Πισσαρίδη της ΝΔ. Η επίκλησή τους για μια περισσότερο επεκτατική-κεϊνσιανή διαχείριση18 της καπιταλιστικής οικονομίας και ο χαρακτηρισμός των μέτρων και των αναδιαρθρώσεων ως «νεοφιλελεύθερων» τελικά συγκαλύπτει τον ταξικό χαρακτήρα της εφαρμοζόμενης πολιτικής ως πολιτικής αναγκαίας για τη διασφάλιση της κερδοφορίας του κεφαλαίου, το διαχρονικό χαρακτήρα αυτής της πολιτικής και την οργανική συνέχεια του προγράμματος Πισσαρίδη με τα Μνημόνια που στήριξε και εφάρμοσε ο ΣΥΡΙΖΑ.
Παράλληλα, η κριτική του ΣΥΡΙΖΑ και του ΜΕΡΑ25 στα κυβερνητικά μέτρα «αφορά» τελικά και το εργατικό-συνδικαλιστικό κίνημα. Πραγματικά, η αντίληψη πως τα «μέτρα είναι νεοφιλελεύθερα» και πως τελικά διαφορετική πολιτική-οικονομική διαχείριση του καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης «χωρά» διαφορετικά μέτρα είναι πυρήνας της πολιτικής κριτικής της σοσιαλδημοκρατίας. Ο ΣΥΡΙΖΑ υποστηρίζει, ασκώντας κριτική στο σχέδιο Πισσαρίδη, πως «ένα πράγμα είναι καθαρό στην έκθεση: Ότι η κυβέρνηση αντιμετωπίζει τους εργαζόμενους αποκλειστικά σαν πρόβλημα. Στη βάση αυτού σχεδιάζει ακόμη ευκολότερες απολύσεις, μείωση των αποδοχών για τις υπερωρίες, μείωση των παροχών μητρότητας για τους δημοσίους υπαλλήλους, συρρίκνωση του πλαισίου προστασίας των εργαζόμενων. Την ίδια στιγμή η έκθεση επαναλαμβάνει όλα τα ιδεοληπτικά νεοφιλελεύθερα κλισέ: Οι άνεργοι φταίνε για την ανεργία τους γιατί δεν είναι αρκετά ευέλικτοι ή σωστά καταρτισμένοι.»
Ο ΣΥΡΙΖΑ όπως και το ΜΕΡΑ25 ζυμώνουν στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα τη γραμμή στήριξης των κομμάτων τους ως προϋπόθεση ενός δικαιότερου καπιταλισμού.
Πρόκειται για τη γνωστή «αντιδεξιά-αντινεοφιλελεύθερη» γραμμή, η οποία υποστηρίζει πως στόχος της πάλης του λαού σήμερα πρέπει να είναι η ανατροπή των «δεξιών» πολιτικών που εφαρμόζει η «ακραία» ΝΔ.
Η ΓΡΑΜΜΗ ΠΑΛΗΣ ΤΩΝ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΩΝ
Η ιδεολογική διαπάλη των κομμουνιστών, με τις παραπάνω γραμμές ενσωμάτωσης σε κάποιο αστικό διαχειριστικό σχήμα, οφείλει να αποκαλύπτει τα όρια και των μεν και των δε, και με αυξήσεις των κρατικών δαπανών, και με περιορισμούς τους. Οφείλει να αναδεικνύει ότι αυτές οι κρίσεις είναι στο DNA της καπιταλιστικής λογικής παραγωγής, είτε με περισσότερο είτε με λιγότερους περιορισμούς της αγοράς.
Κλειδί είναι η ολόπλευρη ιδεολογική-πολιτική αντεπίθεση, η καθημερινή πολιτική ζύμωση και η σύνδεση της πολιτικής μας θέσης με τις μορφές και το περιεχόμενο της πάλης του εργατικού κινήματος.
Έχουμε τη δυνατότητα, σήμερα, να αξιοποιήσουμε τη συγκυρία και την αναλυτική κριτική μας στα κυβερνητικά μέτρα για να προβάλλουμε καλύτερα την κρίση ως καπιταλιστική κρίση υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου, και να φωτίσουμε έτσι το νομοτελειακό χαρακτήρα εμφάνισης κρίσεων μέσα στον καπιταλισμό, να αναδείξουμε πως ανάπτυξη και κρίση είναι άρρηκτα συνδεδεμένες.
Τελικά, στις συνθήκες βαθιάς κρίσης, ο ρόλος και η ευθύνη των κομμουνιστών για την οργάνωση της πάλης του λαού αυξάνονται κατακόρυφα. Η βαθιά κρίση προσφέρεται ως αποδεικτικό στοιχείο του αδιέξοδου για το λαό καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης και ως ευκαιρία ζύμωσης της μοναδικής ρεαλιστικής φιλολαϊκής λύσης, του σοσιαλισμού-κομμουνισμού. Παράλληλα, οι κομμουνιστές οφείλουν να προσανατολίσουν κατάλληλα την πάλη του λαού, να μην επιτρέψουν να παγιδευτεί στα κάλπικα διλήμματα μιας τάχα καλύτερης διαχείρισης του καπιταλισμού που πολλαπλασιάζονται σε συνθήκες κρίσης από πολλές και διαφορετικές φωνές του αστικού συστήματος, αλλά να επιμείνουν στην ανάγκη κατάλληλου συνδυασμού μορφών και περιεχομένου της πάλης των εργαζόμενων σε κατεύθυνση ρήξης και σύγκρουσης με το σύνολο της κυρίαρχης πολιτικής, να πρωτοστατήσουν ώστε να πολιτικοποιείται η πάλη, να ανυψώνεται η πολιτική συνείδηση των εργαζόμενων, να γίνεται αντιληπτός ο καπιταλισμός ως η πραγματική αιτία της κρίσης και της επίθεσης στα δικαιώματα του λαού, να γίνεται αντιληπτό πως ακόμα και οι όποιες κατακτήσεις σήμερα μπορούν να προέλθουν μόνο μέσα από μια πάλη που αμφισβητεί και συγκρούεται με την ίδια τη «νομιμότητα» του καπιταλισμού, του κράτους του, των επιλογών του και πως αυτή η πάλη είναι μονόδρομος για όποιον θέλει να υπερασπίσει τα συμφέροντα του λαού.
Αυτή είναι η ουσία της πολιτικής πρότασης του ΚΚΕ. Σ’ αυτήν την κατεύθυνση, η Ανακοίνωση-Κάλεσμα της ΚΕ του ΚΚΕ στέκεται σε μια σειρά από μέτωπα και πρωτοβουλίες πάλης για το επόμενο διάστημα και επισημαίνει:
«Η αναγκαιότητα να σπάσει ο φαύλος κύκλος των αντιφάσεων ενός συστήματος, που αδυνατεί να ικανοποιήσει ζωτικά δικαιώματα και ανάγκες για τη μεγάλη λαϊκή πλειοψηφία, την ίδια ακριβώς στιγμή που η άνοδος της παραγωγικότητας, η ανάπτυξη της τεχνολογίας και της επιστήμης διαμορφώνουν προϋποθέσεις για άλματα στη ριζική βελτίωση και αντιμετώπιση των κοινωνικών προβλημάτων. Αναδεικνύεται ακόμη περισσότερο και με πιο παραστατικό τρόπο το πώς η οργάνωση της οικονομίας με κριτήριο το καπιταλιστικό κέρδος, η εξουσία στα χέρια μιας κοινωνικής μειοψηφίας, των εκπροσώπων των μονοπωλιακών ομίλων, γίνεται εμπόδιο για την κοινωνική πρόοδο και ευημερία. Συσσωρεύονται στοιχεία που φανερώνουν την αναγκαιότητα του σοσιαλισμού-κομμουνισμού, δηλαδή της εργατικής εξουσίας, για τη θεμελίωση της κοινωνικής ιδιοκτησίας, του κεντρικού επιστημονικού σχεδιασμού της οικονομίας, με κριτήριο την διευρυνόμενη ικανοποίηση όλων των κοινωνικών αναγκών.
Το ΚΚΕ είναι το μοναδικό κόμμα που όχι μόνο έχει ως Πρόγραμμα αυτήν τη διέξοδο, αλλά και δεν αποκόβει από αυτόν το δρόμο την πάλη για όλα τα εργατικά-λαϊκά προβλήματα, τις προϋποθέσεις για να δοθούν λύσεις σε αυτά. Είναι και το μοναδικό κόμμα που διαθέτει όλες του τις δυνάμεις, ώστε ο λαός μας, οι εργαζόμενοι να πιστέψουν στη δύναμη και τη δυνατότητά τους να καθορίσουν τις εξελίξεις, να βάλουν τη δική τους σφραγίδα, να υλοποιήσουν αυτήν τη διέξοδο. Τα μέλη και τα στελέχη του ΚΚΕ παλεύουν από κάθε μετερίζι σε αυτήν την κατεύθυνση, πρωτοστατούν στην οργάνωση των εργατικών- λαϊκών αγώνων για όλα τα προβλήματα, διεξάγουν την ιδεολογικοπολιτική διαπάλη με τις αντιλήψεις, τις διαστρεβλώσεις, τις προκαταλήψεις, που θεωρούν αιώνιο το σημερινό σύστημα, παρόλο που σαπίζει και που προβάλλουν ως μοναδική δήθεν διέξοδο για το λαό την ολοένα και μεγαλύτερη προσαρμογή των αναγκών και δικαιωμάτων του στα όρια που το καπιταλιστικό σύστημα θέτει, με βάση τους “εκσυγχρονισμούς” και τις “αναδιαρθρώσεις” του. Αξιοποιούν τα διάφορα μέτωπα πάλης για να δείξουν τις δυνατότητες του άλλου δρόμου ανάπτυξης, του σοσιαλισμού, καθώς και ότι σήμερα υπάρχουν αυτές οι δυνατότητες στην Ελλάδα.
Γι’ αυτό, άλλωστε, οι κομμουνιστές και οι κομμουνίστριες δίνουν τη μάχη, ώστε ο καθημερινός αγώνας να μην εγκλωβίζεται στις διάφορες παραλλαγές της αστικής κυβερνητικής διαχείρισης και στα όρια που καθορίζονται από τους διεθνείς ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς –ΕΕ,
ΝΑΤΟ, ΔΝΤ κλπ. Υπάρχει, πλέον, πλούσια πείρα στο λαό, από τη δεκαετία που προηγήθηκε και τη στάση όλων των κυβερνήσεων, για να ξεπεράσει τις παγίδες και τα κάλπικα διλήμματα που του στήνουν η κυβέρνηση της ΝΔ, ο ΣΥΡΙΖΑ –ως ο νέος φορέας της σοσιαλδημοκρατίας– το ΚΙΝΑΛ και τα άλλα κόμματα, στο πλαίσιο της συνεχούς αναμόρφωσης του αστικού πολιτικού συστήματος.
Δίνουμε τη μάχη ώστε οι καθημερινοί αγώνες στα διάφορα μέτωπα να οδηγούν στην ενίσχυση του ταξικά προσανατολισμένου εργατικού κινήματος, σε μαζική συμμετοχή στα εργατικά σωματεία, στους φορείς των αυτοαπασχολουμένων-επαγγελματιών, των αγροτών, του ριζοσπαστικού γυναικείου κινήματος, των μαθητών, των φοιτητών. Να δυναμώνει η κοινή δράση, η Κοινωνική Συμμαχία, σε αντικαπιταλιστική-αντιμονοπωλιακή κατεύθυνση, η σύγκρουση με τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς, να ανοίγει ο δρόμος στην πάλη για την ανατροπή της καπιταλιστικής βαρβαρότητας.» 19