Η «κυριαρχία της επιστήμης» και η «κυριαρχία της τεχνολογίας» ως ιδεολογία*


του Νικολάι Β. Νόβικοφ

Τις ιδέες της «κυριαρχίας της επιστήμης» και της «κυριαρχίας της τεχνολογίας» τις συναντάμε στις ΗΠΑ τις δεκαετίες του ’60 και του ’70 σε διάφορες κατευθύνσεις της θεωρητικής και εφαρμοσμένης κοινωνιολογίας. Επίσης τις συναντάμε στις οικονομικές και πολιτικές επιστήμες, ενώ χρησιμοποιούνται στην πρακτική των επιχειρήσεων και των κρατικών οργάνων, στην πολιτική των κομμάτων και στη δραστηριότητα πολλών κέντρων ανάλυσης και δεξαμενών σκέψης. Ανεξάρτητα από τη μεγάλη ποικιλομορφία των τεχνοκρατικών αντιλήψεων που υπάρχουν σήμερα, μια άποψη που είναι κοινή σε όλες είναι ότι η πραγματικότητα του ανεπτυγμένου καπιταλισμού είναι η επιστημονική και τεχνοκρατική οργάνωση της κοινωνίας με τη βοήθεια της επιστήμης και της τεχνολογίας. Ταυτόχρονα, αναπτύσσονται γενικές κοινωνιολογικές θεωρίες για τη σύγχρονη καπιταλιστική κοινωνία, στις οποίες αυτή η «οργανωμένη κοινωνία» (με βάση την τεχνοκρατική αντίληψη) παρουσιάζεται ως ο πολυπόθητος «κόσμος του οργανωτικού-τεχνικού ορθολογισμού». Την πιο ολοκληρωμένη και συνεπή προσπάθεια αυτού του είδους την έκανε ο Αμερικανός οικονομολόγος Τζον Γκαλμπρέιθ (John K. Galbraith). Στο βιβλίο του Die moderne Industriegesellschaft (Η σύγχρονη βιομηχανική κοινωνία), το οποίο είναι κάτι σαν κοινωνιολογική κατήχηση, ο συγγραφέας εκφράζει την πεποίθησή του ότι στις ΗΠΑ υπάρχει πραγματικά αυτό που λέγεται «οργανωμένη κοινωνία» ως ένα σύστημα «κυριαρχίας της επιστήμης» και «κυριαρχίας της τεχνολογίας». Σε αντίθεση με τη «μεταβιομηχανική κοινωνία» του Μπελ ή τις επιστημονικά προσανατολισμένες θεωρίες οργάνωσης και διοίκησης, η αντίληψη του Γκαλμπρέιθ διαπιστώνει ήδη την κυριαρχία της «νέας τάξης πραγμάτων».

Στα βασικά ζητήματα, η αντίληψη του Γκαλμπρέιθ για τη «νέα βιομηχανική κοινωνία» αποτελεί επανάληψη και συνέχεια των τεχνοκρατικών απόψεων των δεκαετιών του 1920 και του 1930. Πυρήνας αυτής της αντίληψης είναι ο ισχυρισμός ότι σε αυτήν τη «νέα βιομηχανική κοινωνία» η αρχή της μεγιστοποίησης του κέρδους ως στόχος της επιχειρηματικής δραστηριότητας «απονεκρώνεται». Στη σύγχρονη οργάνωση των εταιριών, τη θέση της μεγιστοποίησης του κέρδους παίρνει η τεχνική-οικονομική ανάπτυξη, δηλαδή η επιταχυνόμενη οργανωτική και τεχνική ανάπτυξη, η απρόσκοπτη και συνεχώς επιταχυνόμενη ιδιοποίηση των οικονομικών και τεχνικών επιτευγμάτων, η επέκταση του όγκου παραγωγής κλπ. Για τον Γκαλμπρέιθ, τα καθήκοντα της διασφάλισης του κέρδους υποτάσσονται στο υποτιθέμενο κύριο καθήκον, αυτό της οικονομικής και οργανωτικο-τεχνικής ανάπτυξης της εταιρίας.

Η «απονέκρωση» της μεγιστοποίησης του κέρδους αντιστοιχεί στα πιο «ριζοσπαστικά» πρότζεκτ του τεχνοκρατικού κινήματος των δεκαετιών του ’20 και του ’30. Σύμφωνα, λοιπόν, με τις τεχνοκρατικές προσδοκίες και σχέδια, στο επίκεντρο της οικονομικής δραστηριότητας στην ανεπτυγμένη καπιταλιστική κοινωνία βρίσκονται –κατά τη θεωρία ταύτισης συμφερόντων– οι αμοιβαίες σχέσεις μεταξύ επιχειρηματιών και κράτους. Σύμφωνα με τον Γκαλμπρέιθ, αυτές οι αμοιβαίες σχέσεις δίνουν στους επιχειρηματίες τη δυνατότητα να «εξυπηρετούν ο ένας τον άλλον», ακριβώς επειδή δεν παρεμβαίνει στη σχέση τους η αρχή της μεγιστοποίησης του κέρδους. Το κράτος είναι σύμμαχος των εταιριών και γι’ αυτό κι αυτές με τη σειρά τους έχουν γίνει σύμμαχοι με το κράτος, επειδή ο κοινός τους στόχος, δηλαδή η τεχνική ανάπτυξη της κοινωνίας, η οικονομική ανάπτυξη, η πρόοδος της υλικής παραγωγής και η ευημερία του πληθυσμού, απαιτεί την ταχύτατη επιστημονική και τεχνική ανάπτυξη.

Επιπλέον, ο Γκαλμπρέιθ υποθέτει ότι με την ανάπτυξη της επιστημονικο-τεχνικής βάσης παραγωγής και διανομής, καθώς και με την τεχνικοοικονομική πρόοδο αναπόφευκτα σβήνει-χάνεται και ο ανταγωνισμός.

Ακόμα μία εξίσου σημαντική τεχνοκρατική «πρόβλεψη» δίνει την εντύπωση ότι αυτή η υπόθεσή του έχει επιβεβαιωθεί: Ο Γκαλμπρέιθ περιγράφει ως τετελεσμένη την «άνοδο στην εξουσία» της λεγόμενης «τεχνοδομής»1 (μηχανικοί της τεχνητής νοημοσύνης, εμπειρογνώμονες, ειδικοί κλπ.). Το κριτήριο για την εξουσία στο εσωτερικό των εταιριών το βλέπει στο βαθμό έντασης με την οποία οι ομάδες συμβάλλουν στην προετοιμασία και επεξεργασία των αποφάσεων. Κατά τη γνώμη του Γκαλμπρέιθ, αυτές οι ομάδες των ειδικών είναι που ασκούν την πραγματική εξουσία στην αστική οργάνωση, ενώ η ισχύς των εκτελεστικών και εποπτικών συμβουλίων είναι πλασματική. Σύμφωνα με αυτό, το δικαίωμα λήψης αποφάσεων ανήκει de facto στους σχεδιαστές, στους τεχνικούς και άλλους ειδικούς. «Αυτή η ομάδα και όχι η διοίκηση, είναι η καθοδηγητική νοημοσύνη –ο εγκέφαλος– της εταιρίας.»2

Σε αυτό το πλαίσιο, ο Γκαλμπρέιθ αναφέρεται για άλλη μια φορά στην έννοια της «διευθυντικής επανάστασης» της δεκαετίας του 1930, ο συγγραφέας της οποίας, Τζέιμς Μπέρναμ (James Burnham), ισχυρίστηκε ότι η πραγματική εξουσία της επιχείρησης ανήκε στο διευθυντικό και διοικητικό προσωπικό. Συνοψίζοντας, ο Γκαλμπρέιθ λέει ότι, ακόμα κι αν οι ιδέες αυτές μπορεί να ήταν σωστές εκείνη την εποχή, δεν ανταποκρίνονται πλέον στην πραγματικότητα. «Η εξουσία στην οικονομική ζωή έχει πρόσφατα μεταφερθεί σε αυτόν το συνδυασμό γνώσεων και δεξιοτήτων που ονομάζουμε τεχνοδομή.»3

Ο Γκαλμπρέιθ πρόσφερε μια καλή δικαιολογία στην «κλασική» τεχνοκρατική προσέγγιση, σύμφωνα με την οποία, η «νέα ελίτ εξουσίας» αποτελεί κέντρο οικονομικών και πολιτικών αποφάσεων που είναι ανεξάρτητο από την κοινωνία και συνεχίζει να επεκτείνει την ανεξαρτησία του. Όπως λέει, «η αυτονομία της τεχνοδομής θα έπρεπε να είναι στόχος της κοινωνικής πολιτικής»4. Δε θα μπορούσε να υπάρχει άλλη κοινωνιολογική αντίληψη στις ΗΠΑ που να έχει επεξεργαστεί τόσο προσεκτικά την πλευρά της «κυριαρχίας των τεχνοκρατών».

Τι επιδιώκει η «τεχνοδομή»; Πάνω σε τι εφαρμόζει συνειδητά την επαγγελματική της εμπειρία, τις γνώσεις και τις δεξιότητές της; Με τη βοήθεια της «θεωρίας της ταύτισης των συμφερόντων», ο Γκαλμπρέιθ «λύνει» πολύ απλοϊκά μια σειρά από σύνθετα προβλήματα. Οι στόχοι της «τεχνοδομής», που συμπίπτουν με τους στόχους των εταιριών, είναι το «εγγυημένο κέρδος» και η εδραίωση της εξουσίας. Ταυτόχρονα, ως κίνητρα της «τεχνοδομής» εμφανίζονται η «ταύτιση» (δηλαδή η «τεχνοδομή» υποθέτει ότι το ενδιαφέρον το δικό της για τεχνικοοικονομική ανάπτυξη ταυτίζεται με αυτό της εταιρίας) και η «προσαρμογή» (η «τεχνοδομή» εναρμονίζει, προσαρμόζει τους στόχους της εταιρίας στη δική της ανάγκη για εξουσία, αυτονομία και ανεξαρτησία). Από τη σκοπιά του Γκαλμπρέιθ, αυτά τα δύο κίνητρα φανερώνουν μια «αδιαφορία για οικονομικά οφέλη»: Συνολικά, η τεχνοδομή «αποκλείει αναγκαστικά τη δυνατότητα ιδιωτικών πλεονεκτημάτων»5.

Όταν τα κίνητρα της δράσης στην αναπτυγμένη οργάνωση-εταιρία παρουσιάζονται με αυτόν τον τρόπο, τότε θεωρείται επίσης ότι αποτελεί πραγματικότητα το μοντέλο της «κατάλληλης» συμπεριφοράς, στο οποίο τόσο η «κλασική» τεχνοκρατική ιδεολογία όσο και τα δόγματα «νεο-ορθολογικού» τύπου επέμεναν τόσο πεισματικά. Η ανιδιοτελής μέριμνα για το «καλό του συνόλου» και η επικέντρωση στα τεχνικά και οικονομικά προβλήματα της επιχείρησης, στις αναπτυξιακές ανάγκες της οποίας υποτάσσονται τα επαγγελματικά προσόντα του καθενός, είναι το ιδεώδες του «προσωπικού συμφέροντος» που η τεχνοκρατική ιδεολογία «της επιδίωξης του προσωπικού οφέλους» αντιπαραθέτει ως «κοινωνικά υγιές» και «κοινωνικά αποτελεσματικό». Επίσης και ο «νεο-ορθολογισμός» δικαιολόγησε την ενθάρρυνση εκ μέρους των οργανώσεων-εταιριών τέτοιου είδους δράσεων όπως αυτές που αναφέρθηκαν παραπάνω. Ο Γκαλμπρέιθ υιοθέτησε εμφανέστατα τους όρους «ταύτιση» και «προσαρμογή» από το έργο των Σάιμον (Simon) και Μαρτς (March).

Η σύλληψή του συνοψίζει τις πιο χαρακτηριστικές τάσεις στην ερμηνεία του σύγχρονου καπιταλισμού μέσω της αμερικανικής αστικής ιδεολογίας που εμφανίστηκαν τη δεκαετία του 1960. Ανάλογες ιδέες αναπτύχθηκαν αυτήν την εποχή επίσης από τους Γ. Ρόστοου (W. Rostow), Χ. Καν (H. Kahn), Ζ. Μπρζεζίνσκι (Z. Brzezinski) και άλλους. Ο Γκαλμπρέιθ έχει απλώς εκφράσει με λόγια, με απόλυτη συνέπεια και αδιαλλαξία, εκείνες τις ιδέες σύμφωνα με τις οποίες ο σύγχρονος καπιταλισμός μεταμορφώνεται σε μια «κοινωνία οργανωτικο-τεχνικού ορθολογισμού».

Οι πραγματικές σχέσεις που υπάρχουν στις ΗΠΑ μεταξύ των εταιριών και του κράτους αντικρούουν τη θέση του Γκαλμπρέιθ περί «αδιαφορίας για τα οικονομικά οφέλη».6 Στην πραγματικότητα, οι μέθοδοι που εφαρμόζει το σύγχρονο καπιταλιστικό κράτος για την αναδιανομή του εθνικού πλούτου οδηγούν τελικά σε αύξηση των κερδών των επιχειρήσεων. Μάλιστα, ο πιο διευρυμένος τομέας της «συμμαχίας» κράτους-εταιριών, που αφορά συμβόλαια της κυβέρνησης με την πολεμική βιομηχανία, είναι και ο πιο κερδοφόρος γι’ αυτές.

Αυτό που στην πραγματικότητα χαρακτηρίζει τη σχέση ανάμεσα στις εταιρίες και την κρατική εξουσία στις ΗΠΑ είναι ο αχαλίνωτος αγώνας γι’ αυτές τις συμφωνίες και η παρέμβαση των εταιριών στην κρατική πολιτική για να εξασφαλίσουν τα υπερκέρδη τους. Η «συμβατότητα» των συμφερόντων του κράτους, των εταιριών και της κοινωνίας, για την οποία μιλάει ο Γκαλμπρέιθ, εκφράζεται στην πραγματικότητα με το ότι οι εταιρίες ικανοποιούν τα δικά τους συμφέροντα με τη βοήθεια του κράτους και σε βάρος της κοινωνίας.

Αν οι εταιρίες διατυπώσουν εκ νέου τους «παλιούς» στόχους τους και τους πραγματοποιήσουν χρησιμοποιώντας διαφορετικά μέσα από πριν, για τον Γκαλμπρέιθ αυτό θα είναι ευκαιρία να μιλήσει για θεμελιώδεις αλλαγές στον καπιταλισμό. Σήμερα στις ΗΠΑ δεν είναι πλέον σε θέση να πετύχουν τα μέγιστα κέρδη τους μέσα από μια πρακτική πιο ανεξάρτητη απ’ το κράτος, όπως έκαναν στις αρχές του αιώνα. Σήμερα πρέπει να λειτουργήσουν ως ανταγωνιστές στον τομέα του επιστημονικο-τεχνικού εξοπλισμού, να υπηρετήσουν τους στόχους της «εθνικής άμυνας» και να κάνουν ό,τι μπορούν για το λεγόμενο «καλό της κοινωνίας». Ωστόσο, ακόμη και στις συνθήκες του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού οι εταιρίες είναι με την ακριβή έννοια του όρου μια ιδιωτική καπιταλιστική εταιρία, δηλαδή μια οργάνωση που στοχεύει στην επίτευξη κέρδους.

Κι έπειτα απ’ όλ’ αυτά, ο Γκαλμπρέιθ εξακολουθεί να επιμένει στην άποψή του ότι η επιστημονική και τεχνολογική πρόοδος εξαλείφει τον ανταγωνισμό. Η ανάπτυξη επιστημονικών και τεχνικών μεθόδων για τον καταμερισμό και τη ρύθμιση της εργασίας στην αμερικανική κοινωνία οδήγησε μόνο στην τελειοποίηση των μορφών ανταγωνισμού μεταξύ των μεγαλύτερων μονοπωλιακών ενώσεων. Είναι επίσης σημαντικό ότι οι κρατικές συμφωνίες χρησιμοποιούνται ως πηγή κέρδους και ότι οι μονοπωλιακές ενώσεις πρέπει να συνεργαστούν για την εκπλήρωσή τους. Στα κύρια μέσα ανταγωνισμού μεταξύ τους περιλαμβάνονται πλέον η πολιτική του «Laissez - innovere!» («Ανοιχτός δρόμος προς τις καινοτομίες!»), η προσωπική ένωση κεφαλαίου και κυβέρνησης, η πολιτική δραστηριότητα του βιομηχανικού και χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου κλπ. Αλλά ο ίδιος ο ανταγωνισμός, ως ο αγώνας για τις πιο κατάλληλες προϋποθέσεις για την επίτευξη των μέγιστων κερδών, παραμένει η απαραίτητη αρχή της οικονομικής πολιτικής των μεγάλων ενώσεων.

Συνολικά, η σύγχρονη καπιταλιστική κοινωνία δεν ανταποκρίνεται σε καμία περίπτωση στην τεχνοκρατική της ερμηνεία. Δεν είναι το «οργανωμένο» τεχνικοοικονομικό σύστημα στο οποίο η εταιρία και το κράτος συνδέονται με τον κοινό στόχο της προόδου και της σταθερότητας της κοινωνίας.

Αυτή η τεχνοκρατική ερμηνεία προκύπτει απλώς από το γεγονός ότι αποδίδεται ουσιαστική σημασία στις αλλαγές των μορφών και των μεθόδων της καπιταλιστικής πρακτικής. Η φετιχοποίηση και η απολυτοποίηση τέτοιων αλλαγών αντιστοιχεί εξολοκλήρου στην πρακτική, την καθημερινή συνείδηση από την οποία καθοδηγούνται οι κερδοσκόποι, οι φορείς της «νέας ανεπτυγμένης εταιρίας» στον κρατικομονοπωλιακό καπιταλισμό. Σε σύγκριση με τη δραστηριότητα που αναπτύσσεται σε συνθήκες ελεύθερου ανταγωνισμού, η οποία στην αστική συνείδηση ήταν πάντα η ενσάρκωση της μεγιστοποίησης του κέρδους, οι μορφές και οι μέθοδοι διασφάλισης του κέρδους σε συνθήκες κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού (όπου το κράτος και το στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα ενεργούν σε μεγαλύτερο βαθμό ως ρυθμιστές) δίνουν την εντύπωση ότι οι επιχειρήσεις παραιτούνται σχεδόν πλήρως από την επιδίωξη του κέρδους, σαν οι ενέργειές τους να διακατέχονται από οικονομική αδιαφορία. Σε κάθε περίπτωση –και αυτό είναι το πιο σημαντικό– οι εκπρόσωποι της σημερινής αμερικανικής επιχειρηματικότητας έχουν τη δυνατότητα να συγκαλύπτουν την επιδίωξή τους για υπερκέρδη μέσα από τις συγκεκριμένες μεθόδους που χρησιμοποιούν και να πείθουν γι’ αυτήν την πλάνη και τους ίδιους τους εαυτούς τους και το περιβάλλον τους. Εξωτερικά, αυτή η διαδικασία συμπίπτει από τη σκοπιά της αστικής συνείδησης με «οικονομικά αδιάφορη δραστηριότητα» και προσανατολίζεται μόνο στις αξίες της «οικονομικής ανάπτυξης», της «γενικής ευημερίας» και της «γενικής σταθερότητας». Πίσω τους, όμως, κρυμμένα βρίσκονται τα πραγματικά κοινωνικοοικονομικά κίνητρα και η μάχη για το κέρδος που δίνουν οι μονοπωλιακές οργανώσεις μεταξύ τους στο πλαίσιο της «σχεδιασμένης» οικονομίας τους.

Η ουσία της σύλληψης του Γκαλμπρέιθ είναι ο ισχυρισμός ότι ο οργανωτικο-τεχνικός ορθολογισμός έχει μετατραπεί σε κινητήρια δύναμη που κινεί τη ζωτική δραστηριότητα των οργανώσεων και της κοινωνίας. Όλες οι βασικές αρχές τους συνδέονται με το ότι οι αλλαγές στις μορφές της καπιταλιστικής οικονομίας και διοίκησης, που εκφράζονται στην αυξανόμενη σημασία της επιστήμης και της τεχνολογίας, φετιχοποιούνται.

Αυτή η μεθοδολογική αδυναμία του δόγματος Γκαλμπρέιθ αντανακλάται ξεκάθαρα στον ισχυρισμό ότι στον «ανεπτυγμένο οργανισμό» «έρχονται στην εξουσία» οι μηχανικοί, οι επιστήμονες και οι ειδικοί. Αυτή είναι η λαθεμένη ερμηνεία ενός –αναμφισβήτητου κατά τ’ άλλα– γεγονότος, ότι οι λειτουργίες μηχανολογικού-τεχνικού, επιστημονικού-τεχνικού και διοικητικού έργου, που υπόκεινται όλο και περισσότερο στον εκμηχανισμό, αυξάνονται σε αριθμό εντός της οργάνωσης. Η ενσωμάτωση του επιστημονικού και τεχνικού προσωπικού σε όλα τα κύτταρα και τους κρίκους της σύγχρονης αστικής οργάνωσης, η άμεση εξάρτηση ανάμεσα στην αποτελεσματικότητα της εργασίας και στην ποιότητα του επιστημονικού και τεχνικού του μηχανισμού, το γεγονός ότι τα καθήκοντα που είναι ζωτικής σημασίας γι’ αυτούς επιλύονται από ομάδες της επιστημονικο-τεχνικής διανόησης και, τέλος, η υπέρβαση των λειτουργιών ελέγχου και ρύθμισης που εκτελούνται από ειδικούς τεχνικούς, αυτό είναι που δημιουργεί τις τεχνοκρατικά χρωματισμένες ψευδαισθήσεις της «ανόδου της επιστημονικο-τεχνικής διανόησης στην εξουσία». Οι επιστήμονες, οι μηχανικοί, οι ειδικοί και οι «τεχνικοποιημένοι» διοικητικοί άνθρωποι έχουν ουσιαστικά μια βασική λειτουργία στο οργανωτικο-τεχνικό σύστημα των αμερικανικών εταιριών. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι η επιστημονικο-τεχνική διανόηση κατέχει εκεί ηγετική θέση στο σύστημα εξουσίας.

Αν ο Γκαλμπρέιθ βλέπει την εξουσία ως μια αλυσίδα από λήψεις αποφάσεων (το μέγα λάθος των περισσότερων Αμερικανών αστών κοινωνιολόγων), αυτό δείχνει μια πολύ επιφανειακή προσέγγιση, γιατί δεν τίθεται καθόλου το ερώτημα ποιος έχει το δικαίωμα να παίρνει σημαντικές αποφάσεις. Όλα τα εσωτερικά προβλήματα της εταιρίας που έχουν καθοριστική σημασία (επέκταση ή συντήρηση ορισμένων τμημάτων, ανάπτυξη νέων μορφών παραγωγής, χρηματοδότηση εκσυγχρονισμού κλπ.) αποφασίζονται στις ανώτατες επιτροπές της οργάνωσης. Η σφαίρα επιρροής των κεφαλαιοκρατών, των μεγαλομετόχων και των μελών του ΔΣ είναι όλες οι σχέσεις τους με τον «έξω κόσμο» (η σύνδεσή τους με την εσωτερική και εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης), οι αμοιβαίες εγγυήσεις των συμφερόντων των εταιριών και του κράτους, ειδικά μέσα στο στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα.

Η συντριπτική πλειοψηφία του μηχανικού, επιστημονικού και τεχνικού προσωπικού, των υπαλλήλων και του ειδικευμένου διοικητικού προσωπικού δεν εμπλέκεται στις αποφάσεις που λαμβάνονται από αυτούς που έχουν την πραγματική οικονομική-πολιτική εξουσία. Λόγω της φύσης της επαγγελματικής δραστηριότητας που ασκεί στο πλαίσιο της εταιρίας, η μάζα της επιστημονικής και τεχνικής διανόησης δεν έχει καμία σχέση με τη σφαίρα στην οποία διαμορφώνονται και λαμβάνονται τέτοιες αποφάσεις.

Στην πραγματικότητα, πίσω από τις απατηλές ιδέες της «ανόδου στην εξουσία» της επιστημονικο-τεχνικής διανόησης, των ειδικών, των εμπειρογνωμόνων κλπ. βρίσκονται επίσης οι αλλαγές στις μορφές και τις μεθόδους με τις οποίες η άρχουσα τάξη ασκεί την εξουσία της: Λήψη αποφάσεων στη βάση συστάσεων από επιστημονικό και τεχνικό προσωπικό υψηλής ειδίκευσης. Η ανάγκη για αποτελεσματική διαχείριση, υπό την επίδραση της επιστημονικής και τεχνολογικής επανάστασης, ανάγκασε την ανώτατη διοίκηση να στραφεί προς την επιστήμη. Ήταν λοιπόν φυσικό η δουλειά των ειδικών και των εμπειρογνωμόνων εντός της οργάνωσης-εταιρίας να αποκτήσει μεγαλύτερη αξία. Ωστόσο, το γεγονός ότι ορισμένες ομάδες επιστημονικού και τεχνικά εξειδικευμένου προσωπικού χρησιμοποιούνται για την προετοιμασία και τη σύνταξη αποφάσεων που θα ληφθούν από το ανώτατο όργανο δημιουργεί επίσης την ψευδαίσθηση μεταβίβασης της εξουσίας στην επιστημονική και τεχνική διανόηση. Ο Γκαλμπρέιθ, χωρίς πολλή σκέψη, βάζει ένα ίσον (=) μεταξύ αυτής της προετοιμασίας και της σύνταξης των προτάσεων από τη μια πλευρά και της λήψης αποφάσεων από την άλλη. Παρουσιάζει την ανώτατη διοίκηση των εταιριών (μεγάλοι μέτοχοι, διευθυντές, μέλη του εποπτικού και διοικητικού συμβουλίου) σα μαριονέτες που υπακούουν στη θέληση των ανθρώπων που δρουν «στην πραγματικότητα», δηλαδή των εμπειρογνωμόνων, των επιστημόνων και των ειδικών. Αυτό εξηγεί επίσης την ιδιαίτερα εντυπωσιακή, λόγω του μη ρεαλιστικού χαρακτήρα της, «εικόνα» της ανώτατης διοίκησης ως θεσμού, του οποίου το κύριο καθήκον είναι να «εκπροσωπεί» την επιχείρηση. Έτσι χαρακτηρίζει ο Γκαλμπρέιθ την ομάδα των ανθρώπων που στην πραγματικότητα «συντονίζουν» τους στόχους της εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής της κυβέρνησης με την ανάγκη δημιουργίας υπερκερδών, που αποφασίζουν για την τύχη και τις προοπτικές ανάπτυξης των κλάδων παραγωγής και που χρηματοδοτούν τις δραστηριότητες του κράτους.

Αυτό που έχει αλλάξει στις λειτουργίες που εκτελούν οι ίδιοι εκείνοι που έχουν την οικονομική και πολιτική εξουσία διαστρεβλώνεται στην αντίληψη του Γκαλμπρέιθ.

Στο σημερινό καπιταλισμό, η διεύθυνση από την πλευρά των ιδιοκτητών παίρνει ολοένα και περισσότερο τη μορφή μιας συγκεκριμένης επαγγελματικής δραστηριότητας. Ακόμη και στο 19ο αιώνα, ο καπιταλιστής εμφανιζόταν όχι μόνο ως «κόπτης κουπονιών» ή «επόπτης» ή οργανωτής της παραγωγής, αλλά και ως μηχανικός και εφευρέτης. Από τη δεκαετία του 1940, ιδιαίτερα στις ΗΠΑ, μια μεγάλη ομάδα κεφαλαιοκρατών εκτελεί ορισμένες δραστηριότητες που προβλέπονται σε οργανωτικά-τεχνικά σχήματα και οι οποίες δεν περιορίζονται στις σύγχρονες διοικητικές εργασίες (εξειδικευμένες υπηρεσίες, προγραμματισμός έργων, οργανωτικές μελέτες κλπ.), αλλά περιλαμβάνουν επίσης καθήκοντα εμπειρογνωμόνων και ειδικών (για τεχνικά, οικονομικά και νομικά προβλήματα).

Όταν ένα άτομο κάνει μια πνευματική εργασία, αυτό από μόνο του δεν τον καθιστά εκπρόσωπο της διανόησης ως κοινωνικοοικονομικού στρώματος. Στην περίπτωση του Γκαλμπρέιθ, ωστόσο, η πραγματική εξουσία των ομάδων εκείνων που βρίσκονται στην κορυφή και είναι εξειδικευμένοι επαγγελματίες παρουσιάζεται ως η «εξουσία» της επιστημονικής-τεχνικής διανόησης. Στην πραγματικότητα, η δύναμη αυτών των ομάδων δε βασίζεται καθόλου στο γεγονός ότι ανήκουν στην κατηγορία των εμπειρογνωμόνων και των ειδικών, δηλαδή στην «τεχνοδομή», αλλά στο ότι ανήκουν συνολικά στην τάξη των καπιταλιστών.

Από την τεχνοκρατική ψευδαίσθηση προκύπτουν επίσης οι ιδέες του Γκαλμπρέιθ για την «οικονομική αδιαφορία» της «τεχνοδομής» και η σκέψη του ότι τα συμφέροντα της επιστημονικο-τεχνικής διανόησης, του διοικητικού προσωπικού και της ανώτατης διοίκησης της εταιρίας απομακρύνονται από τις προσωπικές, χρηματικές φιλοδοξίες, όπου εξετάζεται η ανάπτυξη της οργάνωσης. Αυτό πρέπει πάνω απ’ όλα να εκφράζεται στο «μοτίβο της ταύτισης», που ήδη αναφέρθηκε. Ο Γκαλμπρέιθ το περιγράφει σαν το άτομο που απασχολείται να ήταν πλήρως βυθισμένο στις υποθέσεις της εταιρίας, στις υποχρεώσεις που απορρέουν άμεσα από τη φροντίδα για το «καλό» της εταιρίας στο σύνολό της (επιστημονικο-τεχνικοί υπολογισμοί, προσδιορισμός των οικονομικών-χρηματικών προοπτικών, καθοδήγηση από κολεκτίβες κλπ.). Ωστόσο, οι εμπειρικές εικόνες που σχεδιάζει ο Γκαλμπρέιθ για μια εργασία που προσανατολίζεται στο «μοτίβο της ταύτισης» είναι εξαιρετικά ανακριβείς. Τους λείπει ένα βασικό συστατικό των καπιταλιστικών συνθηκών εργασίας, όπως αυτό του χαρακτήρα του μισθού. Οι μηχανικοί και τεχνικοί υπάλληλοι, οι επιστήμονες, οι εμπειρογνώμονες και το διοικητικό προσωπικό υπηρετούν εκτός των άλλων τον οργανισμό προκειμένου να λάβουν ένα μισθό. Οποιαδήποτε άλλη εξήγηση στο ερώτημα γιατί ο μισθωτός εργάτης (ανεξάρτητα από το επαγγελματικό του επίπεδο) εκπληρώνει τα καθήκοντά του δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ως συσκότιση της πραγματικότητας. Τα προβλήματα της πραγματικής ζωής της διανόησης στον καπιταλισμό είναι πολύ πιο πεζά και εγκόσμια. Η επιδίωξη προαγωγής και υψηλότερης θέσης στην εταιρία είναι απλώς μια άλλη μορφή επιδίωξης υψηλότερου εισοδήματος. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για εκείνες τις πρακτικές, τις καθημερινές ενέργειες που είναι χαρακτηριστικές για τέτοιες μορφές μισθωτής εργασίας, όπως η επιστημονική και τεχνική διανόηση της σύγχρονης «τεχνικής» διεύθυνσης.

Τα γενικά χαρακτηριστικά της πρακτικής, καθημερινής δραστηριότητας ενός μέλους του αστικού οργανισμού, τα χρησιμοποιεί ο Γκαλμπρέιθ για να δικαιολογήσει τη θέση του για «οικονομική αδιαφορία». Όσο παράδοξο κι αν φαίνεται εκ πρώτης όψεως, η σύλληψή του βασίζεται εξολοκλήρου στους κανόνες της «κλασικής» αστικής κοσμοθεωρίας, όπως αυτή εκφράζεται στην ιδεολογία του ωφελιμισμού και του ατομικισμού. Αν και ο Γκαλμπρέιθ προσπαθεί με κάθε τρόπο να ξεφύγει από αυτήν την ιδεολογία, εξακολουθεί να θεωρεί ότι ο τύπος του ατομικισμού που εκείνος περιγράφει είναι η μόνη μορφή αντίληψης του προσωπικού συμφέροντος. Το γεγονός ότι αυτή η «εικόνα» του ατομικισμού δεν ταιριάζει με αυτά που κάνει ο εργαζόμενος στο πλαίσιο της σύγχρονης αστικής οργάνωσης παρουσιάζεται από τον ίδιο ως απόδειξη της «αδιαφορίας της τεχνοδομής για οικονομικά οφέλη». Την προσπάθεια του ατόμου για χρήμα ο Γκαλμπρέιθ την αποδίδει απλώς στον «εγωισμό», στην «απληστία» κλπ. Γι’ αυτόν, όταν επιδιώκεται το ιδιωτικό οικονομικό όφελος μέσα στην οργάνωση, δεν είναι τίποτε άλλο από κλοπή, κατάχρηση και κερδοσκοπία (δεν είναι καθόλου περίεργο που συνηθίζει να παρουσιάζει την ανάγκη για «μεγιστοποίηση του προσωπικού εισοδήματος» με παραδείγματα εγκληματικής δραστηριότητας).7 Έτσι, ο Γκαλμπρέιθ θεωρεί τη ζωτική δραστηριότητα των οργανώσεων ως τον αντίποδα της επιδίωξης των ιδιωτικών συμφερόντων και του προσωπικού κέρδους.

Όσον αφορά το έδαφος πάνω στο οποίο μπόρεσαν να αναπτυχθούν οι ψευδαισθήσεις του Γκαλμπρέιθ, πρέπει πρώτα και κύρια να γίνει αναφορά σε ορισμένες ιδιαιτερότητες που χαρακτηρίζουν τη δραστηριότητα της επιστημονικο-τεχνικής διανόησης. Για τις ομάδες των εμπειρογνωμόνων, την «τεχνική» διεύθυνση κλπ., μέρος των επαγγελματικών τους καθηκόντων αποτελούν τα καθήκοντα της άμεσης διασφάλισης της λειτουργίας της οργάνωσης στο σύνολό της. Τους εκπροσώπους της επιστημονικής και τεχνικής διανόησης πράγματι τους διαπερνούν τα συμφέροντα της εταιρίας, τα προβλήματα που σχετίζονται με το συντονισμό των εργασιών της, με την τεχνική, οικονομική και χρηματική αιτιολόγηση των μέτρων που θα εφαρμόσει η εταιρία για να εδραιωθεί και να αναπτυχθεί. Ωστόσο, για τον Γκαλμπρέιθ (όπως και για άλλους Αμερικανούς κοινωνιολόγους, υπερασπιστές της τεχνοκρατικής θεωρίας), αυτή η επαγγελματική στάση των προαναφερόμενων ομάδων αντιπαραβάλλεται στην προσπάθεια «μεγιστοποίησης του προσωπικού εισοδήματος». Στην πραγματικότητα όμως, μια τέτοια «ταύτιση» αυτών των ομάδων με τα συμφέροντα της εταιρίας δε σημαίνει ότι τα ιδιωτικά συμφέροντα εγκαταλείπονται και διαχέονται στα συμφέροντα του «συνόλου», αλλά βασίζεται στην αντίληψη που διαμορφώνουν αυτές οι ομάδες εκπροσωπώντας επαγγελματικά τα συμφέροντα του «συνόλου». Ο συναγωνισμός για την πιο πιστοποιημένη εγγύηση του συνολικού έργου, για την αποτελεσματικότερη συμβολή στην «ευημερία» της οργάνωσης, γίνεται μια μορφή προσωπικού ανταγωνισμού μεταξύ των μελών του μηχανικού, τεχνικού, διοικητικού και επιστημονικού προσωπικού των εταιριών. Ταυτόχρονα, ο πραγματικός μηχανισμός «ταύτισης» παρουσιάζεται και ως ο τρόπος με τον οποίο πραγματοποιείται η εκμετάλλευση της εν λόγω κατηγορίας εργαζόμενων. Η απαίτηση να εξυπηρετούνται με υψηλή ποιότητα τα συμφέροντα της εταιρίας περιέχεται με τη μία ή την άλλη μορφή στη σύμβαση που συνάπτουν μαζί της οι μηχανικοί (διοικητικοί και εμπειρογνώμονες).

Στη σύλληψή του περί «ταύτισης», ο Γκαλμπρέιθ έπιασε μόνο μια επιφανειακή πλευρά των ενδοεταιρικών σχέσεων, δίχως να αγγίζει το περιεχόμενό τους που απορρέει από το κοινωνικοοικονομικό σύστημα της αστικής οργάνωσης και δίχως να συσχετίζει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της καθημερινής συνείδησης και νοοτροπίας του εργαζόμενου με το ρόλο που έχει μέσα σε αυτό το σύστημα.

Όπως ήδη αναφέρθηκε, ο Γκαλμπρέιθ δικαιολογεί επίσης την υποτιθέμενη «οικονομική αδιαφορία» της «τεχνοδομής» και την εξάλειψη του ενδιαφέροντός της για χρήματα με το γεγονός ότι τα συμφέροντα της εταιρίας «προσαρμόζονται» στα συμφέροντα της «τεχνοδομής». Αυτή η ιδέα έχει τις ρίζες της στο γεγονός ότι απολυτοποιούνται και γενικεύονται ορισμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που ενυπάρχουν σήμερα στις δραστηριότητες των ανώτατων διοικητικών οργάνων. Ο Γκαλμπρέιθ ομαδοποιεί αδικαιολόγητα στην κατηγορία της «τεχνοδομής» εντελώς διαφορετικές κοινωνικοοικονομικές ομάδες (μισθωτούς και εκμεταλλευτές) και στη συνέχεια διαμορφώνει την κρίση του για ολόκληρη την «τεχνοδομή» από τη θέση και τα πρότυπα ορισμένων μόνο εκπροσώπων της.

Μπορεί κανείς να πει στα σοβαρά ότι τα συμφέροντα των εταιριών προσαρμόζονται στα συμφέροντα τέτοιων εκτεταμένων ομάδων όπως μηχανικοί, τεχνικοί ή ερευνητές; Ποιες είναι οι πραγματικές δυνατότητες που έχουν αυτές οι ομάδες να υποβάλουν τη δραστηριότητα ολόκληρης της εταιρίας στην επιρροή τους; Το ίδιο ισχύει και για τους υπαλλήλους τέτοιων σημαντικών για τη δραστηριότητα της εταιρίας τμημάτων, όπως ο οικονομικός προγραμματισμός, οι πωλήσεις, η διαφήμιση κλπ. Όλες αυτές οι ομάδες εκτελούν προκαθορισμένα καθήκοντα και δεν μπορούν ποτέ να αλλάξουν τις κύριες κατευθύνσεις της πολιτικής της εταιρίας κατά τη δική τους κρίση. Και, αντίστροφα, μπορεί άραγε η αντίληψη περί ταύτισης των δικών τους συμφερόντων με τα συμφέροντα της εταιρίας να παίζει κάποιον σημαντικό ρόλο στη γενικότερη θεώρηση αυτών των ομάδων και κατ’ επέκταση στον τρόπο με τον οποίο αυτές χειρίζονται τα πρακτικά ζητήματα της καθημερινότητας; Η κοινωνιολογική «αλήθεια» που ισχυρίζεται ο Γκαλμπρέιθ, σύμφωνα με την οποία οι άνθρωποι «υπηρετούν μια οργάνωση επειδή τους δίνει την ευκαιρία να φέρουν τους στόχους της οργάνωσης πιο κοντά στους δικούς τους στόχους»8, ανήκει απλώς στη σφαίρα της φαντασίας.

Αναμφίβολα, στην καπιταλιστική κοινωνία οι άνθρωποι υπηρετούν την εταιρία γιατί έχουν πολύ πιο επείγουσες ανάγκες να ικανοποιήσουν, πάνω απ’ όλα την ανάγκη να διασφαλίσουν μέσα επιβίωσης. Αυτό ισχύει επίσης γι’ αυτούς που ανήκουν σ’ ένα στρώμα όπως η επιστημονική και τεχνική διανόηση. Ο Γκαλμπρέιθ δεν αναφέρει κανένα παράδειγμα από τις δραστηριότητες της ζωής αυτού του στρώματος, που θα μπορούσε να στηρίξει τη θέση του περί «προσαρμογής». Είναι πιο βολικό γι’ αυτόν να μιλά μόνο γενικά για την «τεχνοδομή», παρόλο που αυτό μπορεί να σημαίνει μόνο τις δραστηριότητες της ανώτατης διοίκησης της εταιρίας, δηλαδή της τάξης των ιδιοκτητών κεφαλαίου και των μάνατζερ που συνδέονται μαζί τους. Από αυτήν την άποψη, η αντίληψη του Γκαλμπρέιθ δεν προσθέτει τίποτα θεμελιωδώς νέο στην εικόνα της πραγματικής κατανομής και άσκησης της εξουσίας στην καπιταλιστική οργάνωση. Η «καινοτομία» των απόψεών του έγκειται μόνο στο γεγονός ότι ως στόχους της «προσαρμογής» βλέπει την οικονομικοτεχνική και επιστημονικοτεχνική ανάπτυξη των επιχειρήσεων, όχι όμως τη μεγιστοποίηση του κέρδους. Μια τέτοια ερμηνεία των στόχων των ανώτατων μονοπωλιακών οργάνων δεν αντέχει κριτική. Ακόμα και ο ίδιος ο Γκαλμπρέιθ παραδέχεται ότι τα καθήκοντα της «καθαρά» τεχνικοοικονομικής ανάπτυξης των εταιριών συνίστανται τελικά στην επίτευξη του υψηλότερου δυνατού κέρδους από την πώληση αγαθών. Η παραδοχή αυτή φαίνεται παράδοξη, καθώς αποκηρύσσει πλήρως την αρχική του ιδέα σύμφωνα με την οποία η ανώτατη διοίκηση της εταιρίας έχει απαρνηθεί την επιδίωξη του κέρδους.9

Χρησιμοποιώντας την αντίληψη του Γκαλμπρέιθ, προσπαθήσαμε να δείξουμε ότι η σημερινή τεχνοκρατική θεώρηση του καπιταλισμού δεν ανταποκρίνεται με κανέναν τρόπο στην πραγματικότητα. Η εποχή που αποκαλείται με το όνομα εποχή της «κυριαρχίας της επιστήμης και της τεχνολογίας» (συγκαλυμμένα και ως «τεχνοδομή») δεν είναι στην πραγματικότητα ένας νέος κόσμος «οργανωτικού-τεχνικού ορθολογισμού», αλλά το σύνολο των μορφών δράσης και εκδήλωσης των θεμελιωδών κοινωνικοοικονομικών μηχανισμών και δομών του καπιταλιστικού συστήματος που δημιούργησε η μεγάλη ανάπτυξη της επιστήμης και της τεχνολογίας. Οι τεχνοκρατικές διαπιστώσεις σχετικά με τη σημερινή «οργανωμένη» καπιταλιστική κοινωνία είναι μόνο το απατηλό προϊόν μιας αντιεπιστημονικής προσέγγισης του καπιταλισμού που αγνοεί τις βασικές κοινωνικο-οικονομικές αρχές του.

Δεν είναι τυχαίο ότι η νέα τεχνοκρατική εικόνα των εταιριών εμφανίστηκε στις ΗΠΑ τις δεκαετίες του 1960 και του 1970, όταν οι μονοπωλιακές ενώσεις υιοθέτησαν στην πρακτική τους δραστηριότητα τα πρότυπα σκέψης και δράσης στη βάση του επιστημονικοτεχνικού ορθολογισμού, τα οποία εξαπλώθηκαν κι έγιναν ο αποφασιστικός κανόνας για την αποτελεσματική εργασία όλων των εργαζόμενων. Αυτό επηρέασε κυρίως τη διοικητική εργασία, τις μηχανολογικές και τεχνικές υπηρεσίες και το επιστημονικό έργο. Στην οργανωτική-τεχνική δομή των αμερικανικών μονοπωλίων, η επιστημονική-τεχνική διανόηση (εμπειρογνώμονες και ειδικοί κάθε είδους) εξελίχτηκε στην αναγνωρισμένη κύρια δύναμη από την οποία εξαρτάται η αποτελεσματικότητα της εργασίας.10

Ταυτόχρονα, για πρώτη φορά στην αμερικανική ιστορία, ξεκίνησε η ευρεία χρήση της επιστήμης και της επιστημονικής μεθόδου στη διαμόρφωση της πολιτικής στρατηγικής. Αυτό φάνηκε στην πράξη όχι μόνο εντός της εταιρίας, αλλά και απ’ το γεγονός ότι στο σύστημα των κρατικών και κομματικών μηχανισμών αυξήθηκε ο αριθμός των εμπειρογνωμόνων και των ειδικών με ανώτερη εκπαίδευση και ακαδημαϊκούς τίτλους. Η ιδέα ότι ο πολιτικός αρχηγός ήταν κάτι σαν επικεφαλής μιας συλλογικότητας ειδικών και επιστημονικών συνεργατών στο χώρο της πολιτικής δεν ήταν απλώς μια μόδα, αλλά εφαρμόστηκε στην πράξη. Συνολικά, αυτά τα χρόνια έχουμε να κάνουμε με δύο σχεδόν πανομοιότυπες διαδικασίες: Η επιστήμη απέκτησε τέτοιο κύρος ώστε να μπορεί να υποστηρίξει σταθερά δράσεις σε κάθε τομέα της κοινωνικής ζωής, κάτι που της έδινε στρατηγική σημασία, και ταυτόχρονα η διανόηση αναδείχτηκε ως το πιο αξιόλογο στρώμα του οργανωτικού συστήματος.

Αυτές οι διαδικασίες αντανακλώνται στη συνήθη συνείδηση όσων εμπλέκονται στις εσω-οργανωτικές σχέσεις με τέτοιον τρόπο, που γίνεται λόγος για μια δήθεν ήδη ολοκληρωμένη μηχανοποίηση και επιστημονικοποίηση των επιχειρήσεων και της κοινωνίας.

Οι ηγεσίες των μονοπωλιακών ενώσεων ενδιαφέρονται να διατηρήσουν και να σταθεροποιήσουν αυτήν την ψευδαίσθηση. Αν οι εργαζόμενοι ενεργούν σύμφωνα με τέτοιο επιστημονικό και τεχνικό αίσθημα για την εταιρία στο σύνολό της, εάν τα προβλήματα οργανωτικής και τεχνικής ασφάλειας του έργου της εταιρίας είναι τόσο σημαντικά γι’ αυτούς όσο και τα δικά τους προσωπικά προβλήματα και εάν τελικά συμμετέχουν ενεργά και με τη μεγαλύτερη δυνατή ευθύνη (προφανώς από θέση ισχύος) στην προετοιμασία των αποφάσεων που πρέπει να λάβει το ανώτατο όργανο, τότε όλα αυτά δεν μπορούν παρά να έχουν θετική επίδραση στην αποτελεσματικότητα της εργασίας του επιστημονικού-τεχνικού και διοικητικού προσωπικού. Ομοίως, η ηγεσία ενδιαφέρεται να διαδώσει μια εικόνα του εαυτού της ως «τεχνοδομή», έτσι ώστε να θεωρούνται ως άνθρωποι που καθοδηγούνται από σχεδόν αλτρουιστικές αρχές σε κοινωνικό και προσωπικό επίπεδο. Πιθανά να μην υπάρχει κανένα άλλο κλισέ της αμερικανικής μαζικής συνείδησης των δεκαετιών του 1960 και του 1970 που να προβλήθηκε με τόση επιμονή όπως η εικόνα του σύγχρονου διευθυντή εταιρίας, που παρουσιάζεται σα να έχει μετατραπεί στο αντίθετο του επιχειρηματία, σε κάποιον ειδικό τεχνικό «που αδιαφορεί για οικονομικά οφέλη», του οποίου η εξουσία βασίζεται στην ικανότητά του να σκέφτεται και να ενεργεί με τεχνικό και εποικοδομητικό τρόπο.

Συνολικά, η σημερινή τεχνοκρατική ιδεολογία υποστηρίζεται από ομάδες οι οποίες σε καμία περίπτωση δεν είναι ομοιόμορφες από κοινωνικοοικονομική άποψη. Πρώτ’ απ’ όλα είναι η ηγεσία, η οποία ουσιαστικά καθορίζει τη μοίρα των εταιριών και ορισμένων σφαιρών της κοινωνίας χρησιμοποιώντας εξαιρετικά ανεπτυγμένα τεχνικά μέσα και παρέχοντας ειδικές συμβουλές. Ακολουθεί το ανώτερο στρώμα της επιστημονικής-τεχνικής διανόησης, που παίζει πολύ σημαντικό λειτουργικό ρόλο στην άσκηση της καπιταλιστικής εξουσίας και ως εκ τούτου είναι κοντά στους κύκλους της ανώτατης διοίκησης. Τέλος, πρέπει να ληφθούν υπόψη οι ομάδες της απλής επιστημονικής-τεχνικής διανόησης και του απλού μηχανικού προσωπικού, των οποίων οι εκπρόσωποι βλέπουν την αναγνώρισή τους μέσα από τη δύναμη και τη θέση που έχουν ως ειδικοί και εμπειρογνώμονες, «χωρίς τους οποίους δε γίνεται τίποτα», ως ένδειξη της «δύναμής» τους (ή της «δύναμης» της επιστήμης και της τεχνολογίας).

Τα μέλη αυτών των διαφορετικών ομάδων συνειδητοποιούν τις αρχές της επιστήμης, της τεχνολογίας, της επιστημονικο-τεχνικής λογικής, του επαγγελματισμού κλπ. προς το συμφέρον τους και με διαφορετικούς τρόπους. Για τη διοίκηση, αυτό σημαίνει είσπραξη και αύξηση των κερδών της εταιρίας, ενώ για την επιστημονική και τεχνική διανόηση σημαίνει βελτίωση των αμοιβών και χτίσιμο καριέρας. Και στις δύο περιπτώσεις, ωστόσο, το άτομο, μέσα από την ιδέα ότι ένας «κόσμος επιστημονικού-τεχνικού ορθολογισμού» έχει ήδη ανατείλει με τη σύγχρονη επιχείρηση, ωθείται να υιοθετήσει μια απολογητική στάση απέναντι στην υπάρχουσα αστική οργάνωση. Οι αρχές και οι αντιφάσεις της αστικής οργάνωσης ωραιοποιούνται από την τεχνοκρατική «εικόνα» κι έτσι δεν αποτελούν πλέον αντικείμενο κριτικής (άμεσης ή έμμεσης) για την τεχνοκρατική ιδεολογία. Αυτή η ιδεολογία λειτουργεί ως απολογία για την υπάρχουσα οικονομική και πολιτική κατάσταση της καπιταλιστικής οργάνωσης και της καπιταλιστικής κοινωνίας.

Αυτό βρίσκει έκφραση σε όλες τις θεμελιώδεις θέσεις του σύγχρονου τεχνοκρατισμού. Ισχύει πάνω απ’ όλα στην ιδέα της «τεχνοκρατίας» ως εξουσίας των ειδικών, των τεχνικών και των επιστημόνων. Στη σύλληψη της «τεχνοδομής», η δύναμη που εγγυάται και σταθεροποιεί την υπάρχουσα οικονομική και πολιτική τάξη είναι η «ισχύς των τεχνικών», η «ισχύς των μηχανικών».

Η τεχνοκρατική ιδεολογία τείνει όλο και περισσότερο να μεταμορφώνεται γενικά σε ένα σύστημα ιδεολογικών κανόνων της άρχουσας τάξης. Ενώ ο τεχνοκρατισμός στις αρχές του αιώνα βασιζόταν σε ομάδες τεχνικών, μηχανικών και ειδικών που θεωρούνταν αρχικά παρείσακτοι στο οικονομικό και πολιτικό σύστημα και ενώ η ιδεολογία των «τεχνικών-διανοούμενων» χαρακτηριζόταν από μια μετριοπαθή κριτική στάση απέναντι στην επιστημονικο-τεχνική διανόηση, η νέα εκδοχή του τεχνοκρατισμού εκφράζει κυρίως τα συμφέροντα της αμερικανικής υψηλής κοινωνίας. Τα προγράμματα για την περαιτέρω μηχανοποίηση και «επιστημονικοποίηση» του σημερινού καπιταλισμού των ΗΠΑ χρησιμοποιούνται για να δικαιολογήσουν το άφθαρτο του υπάρχοντος οικονομικού και πολιτικού συστήματος. Αυτόν το σκοπό εξυπηρετούν οι ιδέες των Χ. Καν και Γ. Ρόστοου. Στο πνεύμα της εποχής του ανταποκρίνονται και τα έργα του Ζ. Μπρζεζίνσκι, ιδιαίτερα το βιβλίο του Between two ages (Ανάμεσα σε δύο εποχές)11 στο οποίο περιγράφει αναμφισβήτητα τη μελλοντική Αμερική ως μια τεχνοκρατική κοινωνία (την οποία αποκαλεί «τεχνοτρονική»). Γράφει για μια επερχόμενη εποχή «αξιοκρατίας» όπου η εξουσία θα συγκεντρωθεί στα χέρια μιας ελίτ επιστημόνων υψηλής μόρφωσης και τεχνικών. Ο Μπρζεζίνσκι δραματοποιεί το πρόβλημα του περάσματος στην «τεχνοτρονική κοινωνία» και εξαρτά από την επίλυσή του τόσο την εξάλειψη των πιο κραυγαλέων αντιφάσεων του καπιταλισμού όσο και την έκβαση του ανταγωνισμού μεταξύ των δύο παγκόσμιων συστημάτων στη διεθνή σκηνή. Ωστόσο, υποστηρίζει ότι η «τεχνοτρονική επανάσταση» δε θα οδηγήσει στην κατάρρευση, αλλά μάλλον στην ενίσχυση και τελειοποίηση του αστικού κοινωνικοοικονομικού και πολιτικού συστήματος.

Τι επιδιώκει ο Μπρζεζίνσκι με τις εκκλήσεις και τα σχέδιά του; Θα ήθελε να επιστήσει την προσοχή στο ερώτημα πώς μπορεί κανείς να προωθήσει την επιστημονική και τεχνική επανάσταση στο πλαίσιο της καπιταλιστικής κοινωνίας και να χρησιμοποιήσει αποτελεσματικά την επιστήμη και την τεχνολογία. Γι’ αυτό, ο τεχνοκρατισμός του δεν είναι πλέον μια «τεχνοκρατική ουτοπία», αλλά μια νηφάλια σύσταση προς τις άρχουσες τάξεις να χρησιμοποιήσουν με τόλμη και αδιαλλαξία τη σύγχρονη επιστήμη και τεχνολογία για να εδραιώσουν την κυριαρχία τους.

Πολιτικά, η σύγχρονη τεχνοκρατική ιδεολογία είναι ένα κάλεσμα για σταθερότητα και εσωτερική συνοχή της αμερικανικής κοινωνίας, στην οποία εμφανίζεται η «νέα», «τεχνοκρατική» τάξη πραγμάτων. Οι συγκρούσεις και τα προβλήματα που προκύπτουν θεωρούνται ουσιαστικά αδικαιολόγητα και υπάρχει απαίτηση να επιλυθεί η σύγκρουση μεταξύ των κοινωνικών δυνάμεων μέσα από την «τεχνική και οργανωτική» ενότητα. Στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής, η ιδεολογία της «κυριαρχίας της τεχνολογίας και της επιστήμης» γίνεται πλατφόρμα για ένα είδος «τεχνολογικού ιμπεριαλισμού», για τεχνολογική επέκταση και επιθετικότητα.

Ένας από τους συγγραφείς που επικρίνει την τεχνοκρατική ιδεολογία, ο Αμερικανός κοινωνιολόγος Μακ Ντέρμοτ (McDermot), αποκαλύπτει το πραγματικό κοινωνικό νόημα τέτοιων συνθημάτων: Αυτό ακριβώς το δόγμα συνδέεται με τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης και με την παγκόσμια επεκτατική πολιτική της. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι οι υποστηρικτές αυτής της θεωρίας, όλοι αυτοί οι Ρόστοου, Μπρζεζίνσκι, Χάντινγκτον και Καν (για να αναφέρουμε μόνο μερικά από τα πιο διαδεδομένα ονόματα) συγκαταλέγονται στους σκληροπυρηνικούς και σθεναρούς υποστηρικτές του Ψυχρού Πολέμου. Πολλές δυνάμεις της αμερικανικής κοινωνίας που μισούν τη δημοκρατία θα είχαν ενωθεί με το σύνθημα «Laissez innovere». Αυτά είναι τα θεμέλια της πιο πρόσφατης ιδεολογίας των επιθετικών δεξιών δυνάμεων αυτής της κοινωνίας.12

Η τεχνοκρατική ιδεολογία, ως απολογητής των κοινωνικών συνθηκών στις ΗΠΑ, των οποίων ο αντιανθρωπιστικός και αντιδημοκρατικός χαρακτήρας γινόταν όλο και πιο εμφανής, συνάντησε την αντίσταση των νέων αριστερών-κριτικών σχολών σκέψης που εξαπλώθηκαν παράλληλα με αυτήν στις δεκαετίες του 1960 και 1970. Με την «αντι-τεχνική» και «αντι-δημοκρατική» εξέγερσή τους, πλησιάζουν περισσότερο σε αυτό που αισθάνονται και βιώνουν μεγάλα τμήματα της αμερικανικής κοινωνίας. Αυτό είναι που διαφοροποιεί τη σημερινή αντίθεση στον τεχνοκρατισμό από τις πολυάριθμες «προειδοποιήσεις» που απηύθυναν στην κοινωνία ορισμένοι αστοί φιλόσοφοι και κοινωνιολόγοι τη δεκαετία του 1930 [σκεφτείτε τα αντιτεχνοκρατικά οράματα των συγγραφέων Α. Χάξλεϊ (A. Huxley) ή Λ. Μάμφορντ (L. Mumford)]. Επίσης μας έρχεται στο μυαλό μια σύγκριση με τη μεταπολεμική περίοδο, όπου στις ΗΠΑ, υπό την εντύπωση της απειλητικής προόδου της παραγωγής πυρηνικών όπλων, εμφανίστηκε μια μεγαλύτερη ομάδα συγγραφέων που είδαν το ειδικό καθήκον τους στο να επικαλούνται τη «λογική» και να υποστηρίζουν ότι η ανάπτυξη της επιστήμης και της τεχνολογίας περιορίζεται. Ακόμη και ένας τόσο μετριοπαθής αστός κοινωνιολόγος, όπως ο Γ. Όγκμπερν (W. Ogburn), έκανε όνομα εκείνη την εποχή με το έργο του για ένα «μορατόριουμ» επιστημονικών και τεχνικών ανακαλύψεων. Όμως, ενόψει της ραγδαίας ανόδου της επιστήμης και της τεχνολογίας, ενόψει των αγαθών που δόθηκαν στη διάθεσή μας χάρη στην επιστημονική και τεχνολογική πρόοδο, αυτή η έντιμη προσπάθεια δεν μπορούσε παρά να μείνει ακατανόητη για το ευρύ κοινό.

Θα πρέπει να ασχοληθούμε συγκεκριμένα με τη ουσία της αριστερής κριτικής θέσης, ιδιαίτερα της «νέας αριστεράς». Εδώ πρέπει πρώτα να σημειωθεί ότι η κριτική στάση απέναντι στις διαδικασίες μηχανοποίησης, επιστημονικοποίησης και τεχνοκρατισμού στην αστική κοινωνία τα τελευταία χρόνια οφείλεται στο γεγονός ότι οι αντιφάσεις που υπάρχουν στο σημερινό καπιταλισμό μεταξύ της τεχνολογικής και της κοινωνικής προόδου έχουν πάρει εξαιρετικά κραυγαλέες μορφές.

Γι’ αυτό, ο Γκαλμπρέιθ πάει πολύ μακριά όταν ισχυρίζεται ότι η τεχνική και οικονομική ανάπτυξη οπωσδήποτε αντιμετωπίζεται θετικά από το κοινωνικό σύνολο: «Αυτή η πρόοδος είναι συνώνυμο με το κοινωνικό επίτευγμα. Σε γενικές γραμμές, θα συναντούσε κανείς λιγότερες αντιφάσεις αν αμφισβητούσε την ιερότητα της οικογένειας ή της θρησκείας, παρά την απόλυτη αξία της τεχνικής προόδου.»13 Στην πραγματικότητα, οι ιδεολογικές διαμάχες στις ΗΠΑ σήμερα δείχνουν ξεκάθαρα ότι μια έντονη αμυντική στάση ενάντια στην επιστημονική και τεχνική πρόοδο, ενάντια στην τεχνική και οικονομική ανάπτυξη, γίνεται το χαρακτηριστικό γνώρισμα της αμερικανικής κοινής συνείδησης. Τα πιο διαφορετικά στρώματα της αμερικανικής κοινωνίας αισθάνονται το βάρος και τον απόλυτο παραλογισμό ενός επιστημονικά και τεχνικά εκλογικευμένου καπιταλιστικού συστήματος, τον απάνθρωπο και αντιδημοκρατικό χαρακτήρα της «επιστημονικής» πολιτικής του.

Η τεχνοκρατική ιδεολογία αντανακλά τις γενικές αλλαγές που γνώρισε η ερμηνεία της «κοινωνίας των οργανισμών» σε διάφορα στάδια της αμερικανικής ιστορίας. Οι μορφές της καθημερινής και κοινωνιολογικής συνείδησης, που χαρακτηρίζουν καθένα από αυτά τα στάδια, δε χάνονται φυσικά εντελώς με την έναρξη ενός νέου σταδίου. Ο μετρίως κριτικός τεχνοκρατισμός της «τεχνικής διανόησης» παραμένει η κοσμοθεωρητική θέση ενός σημαντικού μέρους της επιστημονικής και τεχνικής διανόησης ακόμη και στις μέρες μας, όπου η απολογία των υπαρχουσών συνθηκών γίνεται η κύρια λειτουργία της τεχνοκρατικής συνείδησης. Τον επαναστατικό ισχυρισμό της «κλασικής» τεχνοκρατικής ιδεολογίας για κατάληψη της εξουσίας, εξακολουθούν ακόμα και σήμερα να τον μοιράζονται ορισμένες (αν και πολύ μικρές) ομάδες επιστημόνων και μηχανικών.

Οι μορφές συνείδησης, που είναι χαρακτηριστικές τόσο για τον «κλασικό» τεχνοκρατισμό όσο και ειδικότερα για την ιδεολογία της «τεχνικής διανόησης», πρέπει να θεωρηθούν μαζί με τον «ασυμβίβαστο» τεχνοκρατισμό ως οι ζωντανές και πραγματικά λειτουργικές μορφές συνείδησης του αμερικανικού καπιταλισμού στις δεκαετίες του 1960 και του 1970. Η εικόνα της καπιταλιστικής κοινωνίας ως μιας «οργανωμένης κοινωνίας», που ορίζεται ως ένας «κόσμος οργανωτικού-τεχνικού ορθολογισμού», είναι ο πυρήνας και η κατευθυντήρια αρχή αυτής της συνείδησης. Αυτή η εικόνα είναι από τη φύση της εξίσου φετιχιστική και τόσο μακριά από την πραγματικότητα, όσο αυτή η εικόνα του «οργανωμένου κόσμου της κοινωνικής συμπεριφοράς» και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα του καπιταλισμού.

 


ΣημειώσειςΣημειώσεις

* Το παρόν κείμενο αποτελεί ένα από τα υποκεφάλαια του βιβλίου του Νικολάι Β. Νόβικοφ, με τίτλο Das Trugbild der «organisierten Gesellschaft» (Η απατηλή εικόνα της «οργανωμένης κοινωνίας»), Akademie - Verlag, Berlin, 1978, και δημοσιεύεται μεταφρασμένο απ’ την Ιωάννα Μιχαλάκη. Ολόκληρη η έκδοση αποτελεί μέρος της διεθνούς σειράς βιβλίων με το γενικό τίτλο Για την κριτική της αστικής ιδεολογίας και του ρεβιζιονισμού (Zur Kritik der bürgerlichen Ideologie und des Revisionismus).

  1. Σ.τ.Μ.: Στο πρωτότυπο αναφέρεται ο όρος Technostruktur.
  2. J. Galbraith, Die moderne Industriegesellschaft, München/Zürich, 1968, σελ. 73.
  3. Ό.π., σελ. 136.
  4. Ό.π., σελ. 164.
  5. J. Galbraith, Die moderne industriegesellschaft, München/Zürich, 1968, σελ. 116.
  6. Η βασική αρχή του περί «απονέκρωσης» της επιδίωξης του μέγιστου κέρδους των εταιριών δέχτηκε μαζικά την κριτική Σοβιετικών οικονομολόγων και κοινωνιολόγων. Βλ. το εισαγωγικό άρθρο των Н. Н. Иноземцев, Ст. М. Ме́ньшиков και А. Г. Милейковский στη ρωσική έκδοση του βιβλίου του Τζ. Κ. Γκαλμπρέιθ Το νέον βιομηχανικόν κράτος και το άρθρο του С. Далин «Теории индустриального общества» στο «Мировая экономика и международные отношения», 10, 11/1969.
  7. J. Galbraith, Die moderne industriegesellschaft, München/Zürich, 1968, σελ. 117.
  8. J. Galbraith, Die moderne industriegesellschaft, München/Zürich, 1968, σελ. 158.
  9. Βλ. το εισαγωγικό άρθρο των Н. Н. Иноземцев, Ст. М. Ме́ньшиков και А. Г. Милейковский στη ρωσική έκδοση του βιβλίου του Τζ. Κ. Γκαλμπρέιθ Το νέον βιομηχανικόν κράτος.
  10. Οι προβλέψεις που έγιναν στις δεκαετίες του 1960 και του 1970 έδειξαν ότι οι επαγγελματικές ομάδες μηχανικών και επιστημόνων βρίσκονται σε μια διαδικασία ανάπτυξης που είναι εξαιρετικά σταθερή: Μεταξύ 1960 και 1970 ο αριθμός των μηχανικών στις ΗΠΑ αυξήθηκε από 810.000 σε 1.450.000, και των φυσικών επιστημόνων από 236.000 σε 465.000. Βλ. С. Надель, «Классовая и социалная структура развитого капиталистического общества», στο «Мировая экономика и международные отношения», 12/1970.
  11. Z. Brzezinski, Between two ages. America’s role in the technocratic era, New York, 1970.
  12. J. McDermot, «Technology: The Opium of Intellectuals», στο The Review of Books, July 31, 1969, σελ. 26-27.
  13. J. Galbraith, Die moderne industriegesellschaft, München/Zürich, 1968, σελ. 169.