Η λογοτεχνία στα χρόνια της θύελλας (1940-1950)*


της Ελένη Μηλιαρονικολάκη

Το έχουμε πει ήδη πολλές φορές στην πορεία προς αυτό το συνέδριο, πως τη δεκαετία 1940-’50 για πρώτη φορά αναπτύσσονται σε τόσο μεγάλη έκταση οι δεσμοί της λογοτεχνίας με την Ιστορία. Κι όμως, η ανάπτυξη αυτής της σχέσης δεν ήταν δεδομένη. Αντίθετα αποτελούσε το κεντρικό αντικείμενο μιας σκληρής διαπάλης ανάμεσα στην αστική και την κομμουνιστική διανόηση σε όλη τη διάρκεια της δεκαετίας.

Τέχνη που να πηγάζει από τα βαθιά στρώματα και υποστρώματα του ψυχισμού ή τέχνη που να τροφοδοτείται από την ιστορική πραγματικότητα και να την τροφοδοτεί; Αυτονομία της τέχνης με αποκλειστικό σκοπό την αισθητική συγκίνηση ή τέχνη - πνευματικό όπλο για τη λαϊκή πάλη; Σε τελευταία ανάλυση τέχνη ατομοκεντρική ή τέχνη κοινωνική; Σ’ αυτά τα ερωτήματα συμπυκνώνεται λίγο-πολύ η αντιπαράθεση τη δεκαετία που εξετάζουμε, τόσο οξυμένη, γιατί στην ουσία της δεν αφορούσε μόνο την αισθητική, αλλά την ιδεολογία και την πολιτική.

Το θέμα το έθεσε ανοιχτά μέσα στην Κατοχή το περιοδικό Πρωτοπόροι, που κυκλοφόρησε παράνομα τον Αύγουστο του 1943 για να αποτελέσει βήμα των λογοτεχνών της ΕΑΜικής Αντίστασης, έναν πόλο συσπείρωσης «στο μεγάλο αγώνα για τη λευτεριά, για τη λαοκρατία, για την πρόοδο, τον πολιτισμό»1, όπως εξαγγέλλει στο πρώτο του τεύχος, αλλά και για να λειτουργήσει ως αντίβαρο στη ναυαρχίδα της παραδοσιακής αστικής διανόησης, το περιοδικό Νέα Εστία που κυκλοφορούσε ελεύθερα σε όλη τη διάρκεια της Κατοχής2. Ήταν η περίοδος που παρότι τα δεινά του λαού συσσωρεύονταν και η ΕΑΜική Αντίσταση ολοένα δυνάμωνε, συνεχιζόταν η εκδηλωμένη στα πρώτα χρόνια της Κατοχής τάση των περισσότερων λογοτεχνών για εσωστρέφεια, όνειρο και φυγή. Με το κύριο άρθρο του στο πρώτο τεύχος θέτει τους λογοτέχνες μπροστά στην ευθύνη τους να μιλήσουν για τις συμφορές του λαού και να πάρουν τη θέση τους στον αγώνα. Μια ζωντανή εικόνα της αντίληψης για την ανωτερότητα της τέχνης, που ξεπέφτει όταν κατατρίβεται με τα προβλήματα της ζωής, μας δίνει ένα ανώνυμο χρονογράφημα στο περιοδικό Πρωτοπόροι με τίτλο «Ο ψαράς και ο ποιητής»3. Το κείμενο σατιρίζει έναν αντιπροσωπευτικό τύπο εγωκεντρικού διανοούμενου, ο οποίος στο κάλεσμα να ηγηθεί πνευματικά στον αντιστασιακό αγώνα απαντά: Εγώ είμαι ποιητής… ρουφά το έργο μου τα γύρω και τα κατασκευάζει φράσεις. Θα τα βρουν οι απόγονοι… κι αν ήρθαν άλλοι (σ.σ. με το μέρος σας), αυτοί είναι οι χειρότεροι.

Μετρημένοι μπορεί να ήταν τότε οι λογοτέχνες που πατούσαν στη γη της σκληρής κατοχικής πραγματικότητας, όμως κάθε άλλο παρά οι χειρότεροι. Ήταν ο Κώστας Βάρναλης, που με σειρά άρθρων στην εφημερίδα Πρωία, γραμμένα με πονηριά για να ξεφεύγει από τη λογοκρισία, καλούσε σε αντίσταση από τις 26 Απρίλη, έξι μέρες μετά τη συνθηκολόγηση4.

Ήταν ο Γιάννης Ρίτσος που με τη συλλογή του Δοκιμασία το 1941 έκφραζε «διακριτικά αλλά ευδιάκριτα» την τραγικότητα της Κατοχής μαζί με την αισιοδοξία για το δυνάμωμα της αντίστασης. Η λογοκρισία απαγόρευσε το ποίημά του «Παραμονές ήλιου», που από τον τίτλο του ακόμα προδίδει το αντιστασιακό περιεχόμενό του και φυσικά δε διανοήθηκε να εκδώσει το ποίημά του «Η τελευταία προ Ανθρώπου εκατονταετία» που το έγραψε το 1942 επαγγελλόμενος τη σοσιαλιστική επανάσταση, όπως και πολλά ποιήματα της συλλογής Αγρύπνια (1941-1953)5.

Ήταν ο κομμουνιστής κριτικός, δημοσιογράφος και ιστορικός μελετητής Γιώργης Λαμπρινός, δοκιμασμένος στα μπουντρούμια της μεταξικής δικτατορίας και αργότερα ένας από τους νεκρούς στον αγώνα του ΔΣΕ, που με το ιστορικό δοκίμιο Μορφές του ’21, το οποίο εκδόθηκε λογοκριμένο το 1942, ανάδειχνε ξεχασμένες λαϊκές μορφές της επανάστασης των προγόνων, για να προκαλέσει συσχετισμούς με το σύγχρονο ΕΑΜικό κίνημα. Φράσεις που παραπέμπουν στην Αντίσταση εντοπίζονται και στα κείμενα άλλων ΕΑΜικών λογοτεχνών, όπως, π.χ., στα «Άγγελε, καληνύχτα» και «Εξομολογήσεις» του Νικηφόρου Βρεττάκου, δημοσιευμένα το 1942 και το 1943 αντίστοιχα.

Λιγοστοί είναι και οι εκπρόσωποι της αστικής διανόησης που έχουν προσανατολισμό στην πραγματικότητα της Κατοχής. Ένας από αυτούς είναι ο Άγγελος Σικελιανός, που ήδη συμμετείχε σε ομάδα του ΕΑΜ Λογοτεχνών. Το 1942 κυκλοφόρησε παράνομα και χειρόγραφα η συλλογή του Ακριτικά με ξυλογραφίες του Σπύρου Βασιλείου. Παρ’ όλα αυτά, στα τέλη του 1942, πρωτοφανή σάλο, τρίμηνης διάρκειας, που διευρύνθηκε πέρα από τους λογοτεχνικούς κύκλους στο αναγνωστικό κοινό, προκάλεσε η δημοσίευση του Προλόγου του Σικελιανού για το «Λυρικό Βίο» στο περιοδικό Νέα Εστία. Ο Σικελιανός κατηγορήθηκε για μυστικισμό, σκοτεινή γλώσσα και τελικά για αριστοκρατισμό.

Σ’ αυτό το τελευταίο βρίσκεται και η ουσία του λογοτεχνικού καβγά, που λιγότερο αφορούσε τον Σικελιανό και περισσότερο το χαρακτήρα της λογοτεχνίας. Το αν δηλαδή απαίτηση των καιρών είναι μια λογοτεχνία του ΕΓΩ ή του ΕΜΕΙΣ, του πλήθους των λαϊκών ανθρώπων που περίμεναν απ’ αυτή να εκφράσει τα πάθη τους και τον πόθο τους για λευτεριά. Αναμενόμενο ήταν το περιοδικό Νέα Εστία –που υποστήριζε την ενδοστρεφή τέχνη των «αιώνιων αξιών»– να αναλάβει την υπεράσπιση του Σικελιανού. Παρ’ όλα αυτά, άδικα φορτώθηκε στον Σικελιανό το αδίκημα της αποστασιοποίησης από τη ζωή. Στο λογοκριμένο τμήμα του Προλόγου του, όπως αποδείχτηκε στη συνέχεια, ο μετέπειτα βάρδος της Αντίστασης, προσκαλούσε την Ποίηση να τραβήξει αυτήν την ώρα πιο πέρα από την αισθητική αυτάρκεια και «να εκπληρώσει άλλες πράξεις».6 Και πολύ γρήγορα ο Σικελιανός το πραγματοποίησε με το καθηλωτικό εγερτήριο σάλπισμά του στην κηδεία - λαϊκή διαδήλωση του Κωστή Παλαμά: «Ηχήστε οι σάλπιγγες… Οι σημαίες οι φοβερές στης Λευτεριάς ξεδιπλωθείτε στον αέρα!»

Θα ήταν λάθος όμως να νομιστεί ότι η τάση φυγής –που διαπερνά το έργο όχι μόνο αστών, αλλά και κομμουνιστών λογοτεχνών– οφειλόταν κατ’ ανάγκη στον κομφορμισμό, τον ελιτισμό ή την ασυνειδησία. Για το μεγαλύτερο μέρος τους αποτελούσε προσπάθεια συνειδητοποίησης μιας νέας κατάστασης και τρόπο αντίδρασης. Απέναντι στη θηριωδία και τον τρόμο προσπαθούσαν να ορθώσουν έναν κόσμο ομορφιάς και γαλήνης. Η αυτοβιογραφική νουβέλα του Νικηφόρου Βρεττάκου Το Αγρίμι, που γράφτηκε στα χρόνια της Κατοχής και όταν κυκλοφόρησε μετά την απελευθέρωση επαινέθηκε από το ΚΚΕ ως ένα από τα καλύτερα έργα της Αντίστασης, έχει ως περιεχόμενο τη βασανιστική πορεία ενός ποιητή που κατακεραυνωμένος από τα γεγονότα, κυριευμένος από την ηττοπάθεια και παραλυμένος από την απελπισία, σιωπά και κλείνεται ερμητικά στον εαυτό του. «Δεν φοβάμαι τον κίνδυνο», λέει στον αντιστασιακό φίλο του. «Άρχισα να φοβάμαι πως αυτό που συνοδεύει την πάλη του (σ.σ. ανθρώπου) στους αιώνες δεν είναι η αιώνια νίκη, αλλά η αιώνια ήττα.»7 Μη βρίσκοντας τόπο να σταθεί, αναχωρεί για το πατρικό του σπίτι στο χωριό. Μα ούτε στη φυγή βρίσκει χαρά και ανακούφιση. Η κτηνωδία βρίσκεται παντού. Χρειάστηκε να φτάσει στο βυθό, στην ολοσχερή αποδιοργάνωση του ψυχισμού του, για να βγει καινούργιος στην επιφάνεια, να δει πως η ζωή είναι ωραία και πως αξίζει να παλεύει κανείς για να την κάνει καλύτερη. «Χρωστώ να Είμαι για μένα, για την ψυχή μου, για τα λόγια που έχω να ειπώ. Χρωστώ να Είμαι για την ίδια τη ζωή»8, καταλήγει.

Στο ίδιο μήκος κύματος με την παραδοσιακή αστική διανόηση κινούνταν και η φιλελεύθερη πλευρά της, η αποκαλούμενη γενιά του ’30, που σχεδόν προσέγγιζε την αντίληψη της τέχνης για την τέχνη.

Ο Οδυσσέας Ελύτης για παράδειγμα, στη μελέτη του στις αρχές του 1942 «Η αληθινή φυσιογνωμία και η λυρική τόλμη του Ανδρέα Κάλβου» υποστηρίζει ότι η στράτευση του Κάλβου στην επανάσταση του ’21 υποδούλωσε και ζημίωσε την τέχνη του9, ενώ στην πραγματικότητα συνέβη το εντελώς αντίθετο. Ο Νίκος Γκάτσος στο περιοδικό Καλλιτεχνικά Νέα διατύπωνε τη θέση ότι η Ζωή και το Πνεύμα είναι δύο δυνάμεις βασικά αντίθετες και αντίπαλες ως το θάνατο μεταξύ τους.10 Ο δε Γιώργος Θεοτοκάς στο πλαίσιο της πολύκροτης υπόθεσης του Προλόγου του Σικελιανού κατακεραύνωνε τους δημοσιογράφους, που αποδοκίμαζαν την ακατανόητη γλώσσα του Σικελιανού, ότι μισούν την ανωτερότητα της τέχνης.11 Ο Σεφέρης πάλι υποστήριζε κατηγορηματικά την «αυτονομία» της τέχνης από την πολιτική12, παράλληλα όμως δήλωνε ότι η τέχνη είναι μεγάλη συνείδηση, όχι παρηγοριά.13

Αλλά ο Σεφέρης δε ζούσε από τα μέσα το ζόφο της τριπλής κατοχής, αφού διέμενε στην αγγλοκρατούμενη Αίγυπτο, έχοντας ακολουθήσει την ελληνική κυβέρνηση στη φυγή της στο εξωτερικό, μετά τη συνθηκολόγησή της με τους Γερμανούς. Είναι ενδεικτικό ότι το 1947 ο Σεφέρης –τρία χρόνια μετά την επιστροφή του στην Αθήνα, μέσα στο εμφυλιακό κλίμα– αφαίρεσε ορισμένους στίχους από το πιο πολιτικό ίσως ποίημά του «Τελευταίος Σταθμός», απαλύνοντας έτσι τους τόνους του για την αστική πολιτική ηγεσία.14

Να όμως που οι ίδιοι αυτοί λογοτέχνες δεν εφάρμοζαν στη δημιουργία τους τις πεποιθήσεις τους για την καθαρότητα της τέχνης. Πώς θα μπορούσαν άλλωστε να είναι αληθινοί, μεγάλοι δηλαδή ποιητές, αν δεν ήταν ευαίσθητοι στα μηνύματα του καιρού τους; Για τους περισσότερους σ’ αυτό συνέβαλε και η αλλαγή του ιστορικού σκηνικού, που αναπτέρωνε την ελπίδα για το τέλος του πολέμου: Η συντριπτική ήττα της ναζιστικής Γερμανίας από το σοβιετικό στρατό στο Στάλινγκραντ, η τεράστια λαϊκή απήχηση της αντιστασιακής δράσης των ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, αλλά και η επίμονη προτροπή της κομμουνιστικής διανόησης για σύνδεση της τέχνης με τις ανάγκες των καιρών.

Έτσι το ποίημα του Ελύτη «Ήλιος ο πρώτος», απ’ άκρη σ’ άκρη διαπερασμένο στην αρχική του μορφή από την ευφορία της φυγής στο παραμυθένιο νησί των παιδικών χρόνων του ποιητή, εκδίδεται το Νοέμβρη του 1943 συμπληρωμένο με οκτώ ακόμη ενότητες που τροποποιούν σε ένα βαθμό το πνεύμα του από εκείνο της πρώτης δημοσίευσης στο περιοδικό Νέα Εστία το 1942. Στις ενότητες που προστέθηκαν ακούγεται διάσπαρτα ο απόηχος του αντιστασιακού αγώνα και η αισιοδοξία για τις καλύτερες μέρες που θα ξημερώσουν15. Ενδεικτικοί είναι οι παρακάτω στίχοι:

τα παιδιά ξεχύνονται στους κάμπους
οι φωνές τους δεν είναι πια κουρέλια
Είναι πολύχρωμα πανιά όπου κολπώνει ο αετός τη νίκη του.16

Ακόμα νωρίτερα, την περίοδο 1941 μέχρι τις αρχές του 1942, ο Νίκος Γκάτσος, στην εμβληματική Αμοργό εικονοποιεί το δράμα της Κατοχής:

Στου πικραμένου την αυλή δε βασιλεύει η νύχτα17

ενώ δε λείπουν και κάποιοι υπαινιγμοί στον αντιστασιακό αγώνα:

Μα πάνω στ᾿ αψηλά βουνά ποιοι να ’ναι αυτοί που κοιτάνε
Με την ακύμαντη ματιά και το γαλήνιο πρόσωπο;
Ποιας πυρκαγιάς να ’ναι αντίλαλος αυτός ο κουρνιαχτός στον αγέρα;18

Περισσότερα στοιχεία από την τρέχουσα ιστορική πραγματικότητα αναγνωρίζει κανείς στο ποίημά του Γκάτσου «Ο ιππότης και ο θάνατος» (1513). Με αναφορά στο άλογο του Ακρίτα και το κοντάρι του Άι-Γιώργη ο ποιητής παρομοιάζει τον ιππότη-ηγέτη του Πολέμου των Χωρικών στη Γερμανία το 1524-1525 με τα δύο καθιερωμένα εκείνα τα χρόνια λαϊκά σύμβολα –της ανδρείας και του πατριωτισμού ο Ακρίτας, της κατανίκησης του κακού ο Άι-Γιώργης19– ενώ στο τέλος προβάλλει ολόλαμπρος ο λαϊκός πόθος για απελευθέρωση και ειρήνη:

Ώσπου και πάλι στις σπηλιές των ποταμιών ν’ αντηχήσουν
βαριά σφυριά της υπομονής
Όχι για δακτυλίδια και σπαθιά
αλλά για κλαδευτήρια και αλέτρια.20

Την ίδια περίοδο, 1942-’43, γράφεται ένα ακόμη έργο-ορόσημο της ελληνικής ποίησης. Είναι η σύνθεση του Νίκου Εγγονόπουλου «Μπολιβάρ» που στο πρόσωπο του Λατινοαμερικανού επαναστάτη υμνεί τους αντάρτες του ΕΛΑΣ: Μπολιβάρ, είσαι ωραίος σαν Έλληνας. Αντίστοιχα παραδείγματα υπάρχουν και στην πεζογραφία, όπως θα ακουστεί στη συνέχεια. Ένας μάλιστα από τους κορυφαίους πεζογράφους της γενιάς του ’30, ο Κοσμάς Πολίτης, αρνείται την τάξη του και γίνεται το 1944 μέλος του ΚΚΕ.

Ο Νίκος Εγγονόπουλος ειδικά, ανταποκρινόμενος σε αίτημα του ΕΑΜ, έγραψε και «κατά παραγγελία» αντιστασιακά ποιήματα με γλώσσα προσιτή στα πλατιά λαϊκά στρώματα21, σαν αυτά τα ολιγόστιχα που κυκλοφορούσαν από στόμα σε στόμα και απαγγέλλονταν στις παράνομες συγκεντρώσεις. Οι ανάγκες του αγώνα υπαγόρευαν στην τέχνη να πάρει κι αυτή στάση πολεμική.

Μέσα σ’ αυτήν τη συγκυρία άνθισε κι ένα άλλο είδος τέχνης. Είναι τα αντάρτικα τραγούδια και τα θούρια, που γράφτηκαν για «να επιβάλουν ελπίδα στους σκλάβους που απελπίζονται, βόλια για τους ΕΛΑΣίτες και αθανασία στους σκοτωμένους ήρωες».22 Οι ιστορίες της λογοτεχνίας –με εξαίρεση του Κορδάτου– μπορεί να μην κάνουν αναφορά σ’ αυτά, όμως καταξιώθηκαν στη δράση και η λογοτεχνική αξία τους επικυρώθηκε από τις μεγάλες πράξεις που ενέπνευσαν. Άλλωστε στη δημιουργία τους συντέλεσαν και ορισμένες από τις σημαντικότερες φυσιογνωμίες της ΕΑΜικής διανόησης, όπως ο Νίκος Καρβούνης, ο Βασίλης Ρώτας, η Σοφία Μαυροειδή-Παπαδάκη, ο Απόστολος Σπήλιος, ο Δημήτρης Ραβάνης-Ρεντής, ενώ για κάποια από αυτά έγραψαν τη μουσική κορυφαίοι συνθέτες, όπως ο Αλέκος Ξένος, ο Μίκης Θεοδωράκης, ο σπουδαίος μουσικολόγος Φοίβος Ανωγιαννάκης.

Ένα χρόνο πριν και πολύ περισσότερο μετά την απελευθέρωση η δίψα των λαϊκών στρωμάτων για μάθηση, που ξεκίνησε να αναπτύσσεται σταδιακά από την αρχή της Κατοχής, φούντωσε με ασυγκράτητη ορμή.23 Ο κόσμος ρουφούσε τα βιβλία με τέτοια λαιμαργία, όπως η άμμος ρουφάει το νερό. Άνοιγαν δεκάδες νέοι εκδοτικοί οίκοι και βιβλιοπωλεία σε κάθε γωνιά της Αθήνας, η κυκλοφορία νέων βιβλίων εκτοξεύτηκε φτάνοντας μέχρι και τα 15.000 αντίτυπα, μπροστά στα βιβλιοπωλεία σχηματίζονταν ουρές, τα θέατρα γέμιζαν ασφυκτικά όχι μόνο στις παραστάσεις, αλλά και σε διαλέξεις για λογοτεχνικά ή επιστημονικά θέματα. Οι λαϊκοί άνθρωποι μπορεί να μην είχαν λεφτά για να αγοράσουν ψωμί, έβρισκαν όμως οπωσδήποτε για να αγοράσουν βιβλία. Κι αυτά που διάβαζαν δεν ήταν παραμύθια και ρομάντζα. Ήταν βιβλία λογοτεχνικά, ιστορικά, φιλοσοφικά, κοινωνιολογικά, οικονομικής θεωρίας. Αυτό το πρωτοφανέρωτο για την Ελλάδα κοινωνικό φαινόμενο, το συναντάμε στην Ιστορία σε όλες τις περιπτώσεις που η κινητικότητα των λαϊκών μαζών αυξάνεται περισσότερο από το συνηθισμένο. Είναι δείκτης επαναστατικής κρίσης. Της κατάστασης δηλαδή που είχε δημιουργηθεί λίγο πριν την απελευθέρωση και οδήγησε στην ταξική σύγκρουση το Δεκέμβρη του 1944.

Με ένα πλήθος λογοτεχνήματα (ποιήματα, πεζά, άρθρα, χρονικά), όπως αξίζει στο μεγαλείο του, τραγουδήθηκε ο Δεκέμβρης. Οι λογοτέχνες των οδοφραγμάτων συνέχισαν να πολεμούν με την πένα τους για να μην ξεχαστεί το έγκλημα, για να εμψυχώσουν και να οπλίσουν με νέες δυνάμεις το λαό μπροστά στους σκληρούς αγώνες που έβλεπαν να έρχονται. Συνεπαρμένοι από τον ηρωισμό, τη δόξα και το δράμα του Δεκέμβρη, πνιγμένοι από το δίκιο και τη συγκίνηση, έριξαν την καρδιά τους στα μικρά διαμάντια της επαναστατικής λογοτεχνίας μας, που γράφτηκαν λίγο μετά. Ένα από τα ωραιότερα ανάμεσά τους είναι το ποίημα του Νικηφόρου Βρεττάκου «33 ημέρες». Ένα ποίημα που δοξάζει τον ηρωισμό των μαχητών και την πίστη τους σε ένα σοσιαλιστικό μέλλον, απηχώντας όμως και την πίκρα από την απουσία του μεγάλου όγκου του ΕΛΑΣ στις κρίσιμες μάχες του Δεκέμβρη:

Κι οι στρατιώτες μας ήταν ωραίοι σαν τους Αχαιούς.
Ανεβήκαν στο φως από βάθος πολύ.
Και ζητούσαν μια διέξοδο μέσα στο μέλλον.
Και μεις τους ρωτούσαμε για τ’ άλογά τους. Κ’ εκείνοι χαμογελούσανε.
Κ’ είχανε μέσα τους άλογα και φουσάτα.
Κ’ είχανε μέσα τους άλογα τ’ ουρανού που στηρίζονταν στα πίσω τους πόδια και σηκώνονταν όρθια.
Και ζυγιάζονταν στα πίσω τους πόδια και μοιάζανε σαν να κρεμόντουσαν από τον αέρα, μόλις πατώντας τη γης.
Κ’ είχανε άλογα κατακόκκινα μέσα τους που άστραφταν και χλιμίντριζαν και πηδούσαν.
Κ’ οι καβαλλαραίοι καθόντουσαν πάνω σε σέλλες χρυσές.24

Ο ενάμισης περίπου χρόνος που μεσολάβησε από το Δεκέμβρη του 1944 ως την έναρξη του Εμφυλίου, και παρά το όργιο της Λευκής Τρομοκρατίας που είχε εξαπολυθεί ενάντια στους αγωνιστές της ΕΑΜικής Αντίστασης, ήταν η μόνη περίοδος μέσα στη δεκαετία που οι κομμουνιστές και ευρύτερα οι ΕΑΜικοί λογοτέχνες πήραν μια ανάσα για να ασχοληθούν με τη δημιουργία τους.

Οι χρονιές 1945-1946 είναι η άνοιξη της ΕΑΜικής λογοτεχνίας που αυτά τα χρόνια γίνεται κυρίαρχη, καθώς η αστική λογοτεχνία παρατηρούσε αμήχανη, έχοντας όλη εκείνη την περίοδο και μέχρι τη λήξη του Εμφυλίου ελάχιστα δείγματα υψηλής αισθητικής αξίας να επιδείξει. Εκατοντάδες δημοσιεύματα, χρονικά, απομνημονεύματα, διηγήματα, ποιήματα, μυθιστορήματα γράφονται και δημοσιεύονται, τεκμήρια μοναδικά ανεπανάληπτων κατορθωμάτων και βουνών ψυχικού μεγαλείου που εκδηλώνει ο άνθρωπος όταν αγωνίζεται για τα πιο προωθημένα ιδανικά της εποχής του.

Πολλοί και άξιοι είναι οι ΕΑΜικοί λογοτέχνες της περιόδου, θα ειπωθούν αρκετά γι’ αυτούς στη συνέχεια από τους ομιλητές μας, όμως θα είναι μεγάλη παράλειψη αν δεν αποτίνουμε φόρο τιμής σε έναν από τους σημαντικότερους ΕΑΜικούς πεζογράφους εκείνων των χρόνων, τον Σωτήρη Πατατζή, που η συλλογή διηγημάτων του Ματωμένα Χρόνια βραβεύτηκε στο διαγωνισμό λογοτεχνίας του ΚΚΕ το 1946 μαζί με άλλα έξι λογοτεχνικά βιβλία εμπνευσμένα από την ΕΑΜική Αντίσταση και τα Δεκεμβριανά25. Αναμφίβολα το έργο του διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά της γνήσιας και ταυτόχρονα επαναστατικής λογοτεχνίας: Άρτια μορφή διαλεκτικά δεμένη με βαθύ ιδεολογικό περιεχόμενο –που αναδείχνει τις ταξικές αντιθέσεις φτάνοντας κάποτε να εκφράζει και την αναγκαιότητα μιας σοσιαλιστικής κοινωνικής οργάνωσης, όπως στο διήγημα «Τα ποτάμια» που με τρόπο απλό, αλλά όχι απλοϊκό, αναφέρεται στην κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής σε μια κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση.26 Οι περισσότεροι ήρωές του είναι άνθρωποι που σήμερα θα τους λέγαμε ασήμαντους, συνήθως με άσχημα χαρακτηριστικά, ψηλοί κι άχαροι, σωματικά ελαττωματικοί, βρόμικοι και κουρελιάρηδες τσοπαναραίοι. Κι αυτό, για να αναδειχτεί σε όλο της το μεγαλείο η αντίθεση με την απέραντη ψυχική ομορφιά τους, ειδικά όταν αναμετρούνται με το θάνατο. Ακόμη και στην περίπτωση που δίπλα τους βρίσκεται ένας έμπειρος και συνειδητός αγωνιστής, αυτός δεν ανεβαίνει στο βάθρο, αντιμετωπίζεται ισότιμα. Η γλώσσα του Πατατζή είναι χαμηλόφωνη, ταπεινή, χωρίς εξάρσεις και τσακίσματα και οι διάλογοί του απλοί, φυσικοί, ολοζώντανοι.

Η αισθητική αξία της λογοτεχνικής δημιουργίας του Σωτήρη Πατατζή και αρκετών από τους άλλους ΕΑΜικούς δημιουργούς της περιόδου, με κορυφαίους τους ποιητές μας τον Γιάννη Ρίτσο, τον Κώστα Βάρναλη, αλλά και τον Άγγελο Σικελιανό –που υποστήριζε πλέον ανοιχτά την ΕΑΜική παράταξη– είναι μια αποστομωτική απάντηση στην αστική διανόηση, η οποία απέρριπτε την πολιτική τέχνη ως εκ των προτέρων αντιαισθητική, ως κακή τέχνη. Αφού ξεπεράστηκε μέσα στη ζωή η αντίθεσή της στη σύνδεση της λογοτεχνίας με τη σύγχρονή της πραγματικότητα, οι παραδοσιακοί και φιλελεύθεροι λογοτέχνες μετατόπιζαν τώρα το βάρος της αμφισβήτησής τους στη σύνδεση της λογοτεχνίας με την πολιτική και την ιδεολογία, στη λεγόμενη «στράτευση». Τονίζουν πως είναι αυτονόητη η σχέση του δημιουργού με την εποχή του, αλλά θεωρούν αμάρτημα θανάσιμο αυτή η σχέση να έχει χαρακτήρα συνειδητό. Ταυτόχρονα καταδικάζουν την επικαιρική τέχνη, που την ταυτίζουν με την παραλογοτεχνική κατηγορία του χρονικού.27 Όλη αυτήν την επίθεση φρόντισε να οργανώσει και να συντονίσει το περιοδικό Νέα Εστία μέσα από την έρευνα που ξεκίνησε την 1η Ιούλη του 1945 με τίτλο «Η τέχνη και η εποχή». Σ’ αυτήν παίρνουν κυρίως μέρος τα διασημότερα ονόματα της αστικής διανόησης28, για να καταλήξουν στην ετυμηγορία ότι «στράτευση» και λογοτεχνία είναι έννοιες εχθρικές.29

Η αλήθεια ωστόσο είναι πως μη στρατευμένη, «άδολη» τέχνη δεν υπάρχει. Ακόμα και οι δημιουργοί που δεν είναι συνειδητά τοποθετημένοι υπέρ της μιας ή της άλλης ιδεολογίας ή πολιτικής έχουν ιδέες, πεποιθήσεις, αισθήματα, συμπάθειες και αντιπάθειες, επιρροές που δέχονται αδιάκοπα από το γύρω κόσμο, έχουν μια συγκεκριμένη ταξική θέση από την οποία βλέπουν τα συμφέροντά τους στην κοινωνία. Κι όπως έλεγε ο Γιάννης Ρίτσος, οι στρατευμένοι της αποστράτευσης, εκείνοι που κάνουν απολίτικη τέχνη, στην πραγματικότητα κάνουν τέχνη πολιτική, γιατί καλλιεργούν την παθητικότητα και το συμβιβασμό με την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων.

Έπειτα, ένα λογοτεχνικό έργο αξιολογείται θετικά ή αρνητικά ανεξάρτητα από το αν αντλεί το θέμα του από την επικαιρότητα, από μνήμες του παρελθόντος, από εσωτερικευμένα στη συνείδηση του δημιουργού βιώματα κλπ. Κριτήριο για την αξία του είναι η πειστικότητα, η διεισδυτικότητα, η αντοχή του στο χρόνο. Ο κάθε λογοτέχνης βλέπει τα πράγματα μέσα από τη διαμορφωμένη κοινωνική συνείδηση σε κάθε ιστορική εποχή. Κάθε έργο τέχνης έχει επομένως ένα χρονικό στοιχείο. Για να αντέξει στο χρόνο χρειάζεται να έχει και ένα διαχρονικό. Το αν ένα επικαιρικό έργο θα αποκτήσει διαχρονικότητα εξαρτάται από την ικανότητα του δημιουργού του να συλλάβει και να μορφοποιήσει την πεμπτουσία του θέματος που πραγματεύεται. Ποιος μπορεί να αμφισβητήσει τη διαχρονικότητα της Γκουέρνικα που ήταν έργο επικαιρικό και μάλιστα κατά παραγγελία, τη διαχρονικότητα του στρατευμένου Σολωμού και, για να μην πάμε μακριά, τη διαχρονικότητα ενός ποιήματος ή ενός διηγήματος, όπως ορισμένα της αντιστασιακής λογοτεχνίας, που υποδηλώνει για παράδειγμα ότι σε ήρωα μπορεί να αναδειχτεί κάθε αγνός και τίμιος άνθρωπος όταν νιώσει πως απειλείται η ανθρωπιά του;

Η χρονική στιγμή που άνοιξε το θέμα της στρατευμένης τέχνης συμπίπτει με την εντατική προσπάθεια του ΚΚΕ να εκφραστεί και να δικαιωθεί μέσα από τη λογοτεχνία η λαϊκή πάλη την περίοδο της Αντίστασης ως ακριβή παρακαταθήκη αξιών, ένα συλλογικό απόθεμα που θα τροφοδοτεί και τις επόμενες γενιές, και ως πηγή έμπνευσης, προετοιμασίας και ενίσχυσης των αντοχών για όσα θα ακολουθήσουν. Δεν είναι τυχαίο πως αρκετά λογοτεχνικά έργα της περιόδου έχουν ως επωδό το ότι ο πόλεμος δεν τελείωσε. Αν σταματήσει, θα χαθούν και τα κερδισμένα.30

Η σύγκρουση αυτή είχε αποκτήσει αντικειμενικά ταξικό χαρακτήρα, το ζήτημα που κρινόταν ήταν ποιες κοινωνικές δυνάμεις θα έχουν την εξουσία, όμως αυτό δεν ήταν ξεκάθαρο στην κομμουνιστική και ευρύτερα ΕΑΜική διανόηση, παρά τη μεσολάβηση των Δεκεμβριανών. Με πολλές αντιφάσεις εξακολουθούν να κυριαρχούν οι αυταπάτες ότι μια όσο το δυνατόν πιο πλατιά ενότητα και απήχηση του ΕΑΜ θα επιτρέψει την εφαρμογή του προγράμματός του, με ομαλοποίηση της πολιτικής κατάστασης και χωρίς σύγκρουση με την αστική εξουσία και τους συμμάχους της. Το μεγάλο μέρος της φιλελεύθερης διανόησης μπορεί να μην ενέκρινε τη βία, τα κατασταλτικά μέτρα και την τρομοκρατία του αστικού κράτους και του παρακράτους, συνέπιπτε όμως απόλυτα με τη συντηρητική πλευρά στην κάθετη διαφωνία της με την επαναστατική ανατροπή του καπιταλιστικού κοινωνικού συστήματος. Επομένως η δυσφήμιση της αντιστασιακής και της σε ορισμένο βαθμό επαναστατικής λογοτεχνίας, ανεξάρτητα αν αυτό συνειδητοποιούνταν από όλους τους αστούς λογοτέχνες, στην πραγματικότητα αποσκοπούσε στο να ανακόψει την ανάπτυξη –με μέσο και τη λογοτεχνία– της πολιτικής επιρροής του ΚΚΕ, που εξακολουθούσε να αποτελεί απειλή για την αστική εξουσία, σε πλατιά λαϊκά στρώματα.

Οι επικριτές αυτής της λογοτεχνίας επιχειρούσαν δηλαδή να μειώσουν όχι τη λογοτεχνία, αλλά τις ιδέες που αντιπροσωπεύει, τις ιδέες της αντίστασης, της ανυποταγής, της λαϊκής εξέγερσης απέναντι σε κάθε μορφή καταπίεσης και ανελευθερίας, τις ιδέες της ανατροπής της αστικής εξουσίας, για την αντικατάστασή της από την εργατική.

Γεγονός είναι ότι στις δύσκολες καταστάσεις που αντιμετώπιζαν οι ΕΑΜικοί λογοτέχνες εκτός από τον Σικελιανό βρήκαν μετά την απελευθέρωση πρακτική υποστήριξη και του αποστασιοποιημένου στη διάρκεια της Κατοχής Ν. Καζαντζάκη31, ο οποίος το 1946 αντικατέστησε τον Σικελιανό στην προεδρία της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών και έγινε αντιπρόεδρος του Ελληνοσοβιετικού Συνδέσμου.

Ωφελημένη βγήκε πάντως η ΕΑΜική λογοτεχνία από την πολεμική για το επίπεδο της αισθητικής της. Κάτω από την πίεση που της ασκήθηκε ρίχτηκε με αυστηρή προσήλωση και αυτοκριτική διάθεση στη «μάχη της ποιότητας». Οι κομμουνιστές κριτικοί της τέχνης και προπαντός ο Μάρκος Αυγέρης, που στη διάρκεια της Κατοχής είχε ενταχτεί στο ΕΑΜ και στο Κομμουνιστικό Κόμμα, έχοντας αποτελέσει και μέλος της ομάδας διεύθυνσης του περιοδικού Πρωτοπόροι, με την πλατιά γενική αλλά και τη μαρξιστική μόρφωση και το οξύτατο αισθητικό του κριτήριο υπήρξε ο πρωταγωνιστής σε αυτήν την προσπάθεια, θέτοντας θεωρητικές βάσεις για μια μαρξιστική αισθητική. Βασικές επιδιώξεις ήταν η λογοτεχνία της Αντίστασης να απεκδυθεί το στόμφο, το διδακτισμό ή προπαγανδιστικό τόνο, για να μπορέσει να μετουσιώσει την πρόσφατη ιστορική εμπειρία σε λογοτεχνική έκφραση υψηλής αισθητικής αξίας και να θεμελιωθεί μια λογοτεχνία με βαθύ ιδεολογικό περιεχόμενο, δεμένο διαλεκτικά με την καταλληλότερη μορφή.

Πράγματι, όσο ευγενείς κι αν είναι οι προθέσεις του συγγραφέα, μια ακατάλληλη, προβληματική μορφή καταστρέφει και το καλύτερο περιεχόμενο. Είναι δηλαδή αδύνατο να είναι καλό το περιεχόμενο, όταν δεν είναι καλή η μορφή. Oι αισθητικές όμως αδυναμίες της αντιστασιακής λογοτεχνίας στην περίπτωση λογοτεχνών με ικανότητες και γνώση των εκφραστικών μέσων είχαν την αφετηρία τους στο ιδεολογικό-πολιτικό περιεχόμενο των έργων τους, που εμφάνιζε δυσκολίες στην ανάδειξη των ταξικών αντιθέσεων και πολύ περισσότερο στην έκφραση του μεγάλου αιτήματος της εποχής, του σοσιαλισμού.32 Η τεράστια σπουδαιότητα της μορφής για το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα δεν αναιρεί το γεγονός ότι το περιεχόμενο είναι αυτό που την υπαγορεύει (και η μορφή βέβαια με τη σειρά της επιδρά στο περιεχόμενο συμμετέχοντας ενεργητικά στη διαμόρφωσή του).

Αν εξετάσει κανείς τα έργα που επιλέχτηκαν για βράβευση στο διαγωνισμό λογοτεχνίας, θα διαπιστώσει ότι η επιτυχημένη μορφή τους συμβαδίζει με ένα βαθύτερο ιδεολογικό περιεχόμενο. Όχι τυχαία κατά τη γνώμη μας, από το έργο του Πατατζή το διήγημα που προβλήθηκε ιδιαίτερα ως υπόδειγμα «ποιότητας» είναι «Τα ποτάμια», αυτό δηλαδή στο οποίο γίνεται αναφορά στο σοσιαλισμό33. Η ηγεσία του ΚΚΕ προφανώς είχε επίγνωση της ρίζας του προβλήματος.34 Ενός προβλήματος που όμως δεν μπορούσε να επιλυθεί μόνο με υποδείξεις, παραινέσεις και προτροπές για βελτίωση του ιδεολογικού επιπέδου. Βασική προϋπόθεση ήταν η αλλαγή της στρατηγικής του Κόμματος, έτσι που ως άμεσο στόχο να προτάσσει το σοσιαλισμό, αντί να προβλέπει ένα αστικοδημοκρατικό στάδιο ανάμεσα στον καπιταλισμό και το σοσιαλισμό, που δεν μπορούσε να εμπνεύσει και προκαλούσε συγχύσεις στο κομματικό λογοτεχνικό δυναμικό.

Το εγχείρημα για άνοδο της ποιότητας του λογοτεχνικού έργου περνούσε μέσα από το περιοδικό Ελεύθερα Γράμματα, ένα από τα σπουδαιότερα περιοδικά της περιόδου, που αποτελούσε τον κεντρικό πόλο συσπείρωσης της ΕΑΜικής διανόησης, επιδιώκοντας ταυτόχρονα την όσο πιο πλατιά αξιοποίηση λογοτεχνών της αστικής διανόησης που στο διάστημα της Κατοχής είχαν προσεγγίσει το ΕΑΜ. Μαζί με τη λογοτεχνική, πολιτιστική και ιδεολογική παρέμβασή του, πρόβαλε και πολιτικές θέσεις της ΕΑΜικής παράταξης πάνω στην πολιτική και κοινωνική επικαιρότητα στην Ελλάδα και διεθνώς.

Διευθυντής και εκδότης του περιοδικού ήταν ο ιστοριογράφος και θεατρικός συγγραφέας Δημήτρης Φωτιάδης, ένας αναγνωρισμένος λόγιος με προηγούμενη θητεία από τη θέση του διευθυντή στο περιοδικό Νεοελληνικά Γράμματα την περίοδο του Μεσοπολέμου. Ο Δημήτρης Φωτιάδης το 1948 εξορίστηκε στη Μακρόνησο και τον αντικατέστησε στη διεύθυνση του περιοδικού ο Νικηφόρος Βρεττάκος, ενώ τελευταίος διευθυντής του ως την παύση της κυκλοφορίας του το 1951 υπήρξε ο λογοτέχνης Στρατής Δούκας, που όπως και ο Βρεττάκος είχε γίνει μέλος του ΚΚΕ την περίοδο της Κατοχής. Ο στόχος για διείσδυση του περιοδικού στη φιλελεύθερη διανόηση δεν ευοδώθηκε, αφού ο εθνικοαπελευθερωτικός ρόλος του ΕΑΜ έπαψε να υφίσταται και καμία πρόθεση δεν υπήρχε από την πλευρά της να το ακολουθήσει στο νέο ρόλο που καλούνταν από τα πράγματα να αναλάβει. Στα πρώτα τεύχη του περιοδικού συμμετείχαν με συνεργασίες τους ο Γ. Θεοτοκάς, ο Άγγελος Τερζάκης, ο Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, ο Παντελής Πρεβελάκης, ο Στέλιος Ξεφλούδας και άλλοι αστοί λογοτέχνες και για μεγαλύτερο διάστημα ο Ηλίας Βενέζης, ο οποίος είχε προσεγγίσει από το Μεσοπόλεμο το περιοδικό της κομμουνιστικής διανόησης Νέοι Πρωτοπόροι και συμμετείχε στο ΕΑΜ. Μετά το Δεκέμβρη ωστόσο άρχισε σταδιακά να απομακρύνεται. Παρ’ όλα αυτά, τα Ελεύθερα Γράμματα είχαν μεγάλη εμβέλεια και λαϊκή απήχηση και αυτό οφειλόταν στον πρωταγωνιστικό ρόλο που εξακολουθούσε να έχει το ΕΑΜικό κίνημα, στον πλατύτατο κύκλο συνεργατών του και στην πλούσια και εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ύλη του, που περιλάμβανε και ένα πλήθος από πρωτότυπες συνεργασίες, καθώς και μεταφράσεις ξένης λογοτεχνίας ή άρθρων σε θέματα αισθητικής.

Συνεργάτες του περιοδικού ήταν η αφρόκρεμα της ΕΑΜικής διανόησης, όπως οι Άγγελος Σικελιανός, Κώστας Βάρναλης, Γιάννης Ρίτσος, Νικηφόρος Βρεττάκος, Μέλπω Αξιώτη, Θράσος Καστανάκης, Κοσμάς Πολίτης, Γιώργης Λαμπρινός, Μάρκος Αυγέρης, Ρόζα Ιμβριώτη, Γιάννης Ιμβριώτης, Βασίλης Ρώτας, Θέμος Κορνάρος, Μενέλαος Λουντέμης, Έλη Αλεξίου, Γιώργος Κοτζιούλας, Στρατής Τσίρκας, Νίκος Παπάς, Ρίτα Μπούμη-Παπά, Σωτήρης Πατατζής, Ασημάκης Πανσέλληνος, Φοίβος Ανωγειανάκης, Γιώργος Βαλέτας, Σπύρος Βασιλείου, Λέων Κουκούλας (καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου την περίοδο 1936-1947), Τάσος Βουρνάς, Ροζέ Μιλλιέξ και Οκτάβ Μερλιέ από το Γαλλικό Ινστιτούτο, αλλά και ο πρώην υπερρεαλιστής και στη συνέχεια κομμουνιστής ποιητής Πωλ Ελυάρ. Το περιοδικό μάλιστα συνδιοργάνωσε με το Γαλλικό Ινστιτούτο και την επίσκεψη του Ελυάρ στην Αθήνα τον Ιούνη του 1946, που προκάλεσε τα οργισμένα σχόλια της συντηρητικής διανόησης.

Τα Ελεύθερα Γράμματα συγκέντρωναν ένα σημαντικό αριθμό συνεργατών και από την πρώτη μεταπολεμική γενιά (όπως ο Μανώλης Αναγνωστάκης και ο Γιάννης Δάλλας), ορισμένοι από τους οποίους έκαναν την πρώτη εμφάνισή τους σ’ αυτά και συγκεκριμένα οι Μιχάλης Κατσαρός, Κώστας Κουλουφάκος, Τάσος Λειβαδίτης στην ποίηση, Βασίλης Λούλης, Σωτήρης Πατατζής και Δημήτρης Χατζής στην πεζογραφία. Στη συσπείρωση των λογοτεχνών αυτής της γενιάς καθοριστικός φαίνεται να ήταν ο ρόλος του Γιάννη Ρίτσου, που οργάνωνε μαζί τους περιπάτους για να συζητήσουν επίμαχα θέματα τέχνης και αισθητικής.35

Στα Ελεύθερα Γράμματα έγινε επίσης η προδημοσίευση αποσπασμάτων από λογοτεχνικά έργα που σημάδεψαν τη νεοελληνική λογοτεχνία, όπως από το θεατρικό Άτταλος ο Γ΄ του Κ. Βάρναλη, τη συλλογή του Δ. Βουτυρά Μέρες μαύρης δουλείας, το Οι άνθρωποι που φέραν την καταχνιά του Μ. Λουντέμη, το μυθιστόρημα Μεθυσμένη Πολιτεία του Σ. Πατατζή, τη Ρωμιοσύνη του Γ. Ρίτσου, την τραγωδία Ο θάνατος του Διγενή του Ά. Σικελιανού, τη νουβέλα Το Σπίτι της Μ. Αξιώτη, το μυθιστόρημα Σπασμένα φτερά του Δ. Χατζή κ.ά., ενώ για πρώτη φορά δημοσιεύεται στο περιοδικό το Πνευματικό Εμβατήριο του Άγγελου Σικελιανού στην ολοκληρωμένη του μορφή.

Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι, παρά τους κινδύνους που μέσα στο ζοφερό κλίμα της τρομοκρατίας και των ανελέητων διώξεων συνεπαγόταν η συμμετοχή στο περιοδικό, οι περισσότεροι συνεργάτες του έμειναν σταθεροί μέχρι το τελευταίο τεύχος του, στέλνοντας κείμενα ακόμη και από τους τόπους εξορίας.

Μαζί με τις αναμφισβήτητες επιτυχίες της παρέμβασης των κομμουνιστών στο λογοτεχνικό πεδίο, στο περιοδικό Ελεύθερα Γράμματα αποτυπώνονται και ιδεολογικές συγχύσεις, που αντανακλούν τις αδυναμίες στη στρατηγική του ΚΚΕ, διαμορφωμένη βέβαια στο πλαίσιο του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος. Στην αρθρογραφία, π.χ., των ΕΑΜικών λογοτεχνών παρατηρεί κανείς μια αντίληψη αδιατάρακτης συνέχειας του ελληνισμού από την Αρχαιότητα μέχρι τη σύγχρονη εποχή, όπου οι Μηδικοί Πόλεμοι και η επανάσταση του 1821 έχουν την τιμητική τους.

Χωρίς να έχει κανείς υπόψη του το σύνολο της λογοτεχνικής παραγωγής εκείνων των χρόνων, δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί ότι η αναδρομή στην εθνικοαπελευθερωτική αστική επανάσταση του 1821, στους αγωνιστές της, στο πολιτισμικό και λογοτεχνικό της εποικοδόμημα διαπερνά όλη την ΕΑΜική πνευματική δημιουργία. Ποίηση, αντάρτικα τραγούδια, θέατρο, χαρακτική, ιστορικό δοκίμιο, κατακλύζονται από το σύμβολο του ’21, ενώ συχνά ο ποιητικός λόγος μιμείται το ύφος του παραδοσιακού δημοτικού τραγουδιού. Στο περιοδικό Ελεύθερα Γράμματα είναι έκδηλη η κατάχρηση της φιλολογίας του ’21 ή για το ’21, μέσα από τα κύρια και από άλλα άρθρα, π.χ. για τον Καποδίστρια, τον Κολοκοτρώνη, τον Μπάιρον, κείμενα του Κοραή, του Μακρυγιάννη, του Ρήγα, του Ανδρούτσου, του Κολοκοτρώνη, ακόμα και του Κωλέττη, ποιήματα του Σολωμού και του Κάλβου, δημοτικά τραγούδια και άλλα. Το 1945, το περιοδικό είχε μάλιστα καθιερώσει και μόνιμη στήλη Ιστορίας.

Από μόνο του αυτό το στοιχείο δεν είναι επιλήψιμο. Το αντίθετο. Το ’21 ως ιστορική έκφραση κοινωνικών οραμάτων και διεκδικήσεων εξυπηρετεί τη σύνδεση των νέων αγώνων με τη λαϊκή μνήμη και την πολιτισμική παράδοση. Παράλληλα προσδίδει ένα στοιχείο λαϊκότητας στην τέχνη, όπως και τα σύμβολα της Παναγιάς και του Χριστού που τόσο αξιοποιήθηκαν στη λογοτεχνία και τα προηγούμενα χρόνια. Στην Κατοχή μάλιστα ήταν ένας τρόπος για να αποφεύγεται η λογοκρισία. Όταν οι Γερμανοί το αντιλήφθηκαν, έφτασαν μέχρι και τις φορεσιές του ’21 να απαγορεύουν. Το πρόβλημα ξεκινά από τη στιγμή που το Κομμουνιστικό Κόμμα και η πάλη του αναγορεύονται σε συνεχιστές της αστικής εθνικοαπελευθερωτικής επανάστασης του 1821. Γιατί από τη φύση του το κόμμα της εργατικής τάξης δεν είναι δυνατό να γίνει συνεχιστής μιας αστικής επανάστασης, να παλεύει δηλαδή για να εδραιώσει την εξουσία της αστικής τάξης που είναι εχθρική προς τα συμφέροντα της εργατικής και έχει πλέον περάσει στο στάδιο της αντίδρασης σε όλη τη γραμμή. Μπορεί να γίνει συνεχιστής μόνο με την έννοια ότι, ως ηγετική δύναμη στον αγώνα για την ανατροπή της αστικής εξουσίας, συνεχίζει την ταξική πάλη για τη διαδοχή των κοινωνικοοικονομικών συστημάτων. Στη μεταδεκεμβριανή περίοδο η έννοια της ολοκλήρωσης των σκοπών του ’21 που προδόθηκαν από την αστική τάξη, σύμφωνα με τις τότε επεξεργασίες του Κόμματος, κάνει συχνά την εμφάνισή της στο περιοδικό Ελεύθερα Γράμματα. Σε άρθρα δε του περιοδικού παρουσιάζεται η αντίφαση από τη μια να αναγνωρίζεται ο ταξικός χαρακτήρας των Δεκεμβριανών και από την άλλη να θεωρούνται συνέχεια της επανάστασης του ’21, που ήρθαν να την ολοκληρώσουν.36

Γίνεται έτσι φανερό ότι η υπερπροβολή του 1821 την περίοδο μετά την απελευθέρωση σχετίζεται με τη στρατηγική του ΚΚΕ που προϋπήρχε (από το 1934) και επιβεβαιώθηκε στο 7ο Συνέδριο του Κόμματος τον Οκτώβρη του 1945, περί σοσιαλδημοκρατικού σταδίου πριν το σοσιαλισμό. Γενικότερα οι αντιφάσεις στην ΕΑΜική λογοτεχνία της περιόδου –όπου ορισμένοι λογοτέχνες προβάλλουν τις ταξικές αντιθέσεις, ακόμη λιγότεροι το σοσιαλιστικό ιδανικό και άλλοι καθόλου– αντλούν την καταγωγή τους από την ταλάντευση του Κόμματος για το χαρακτήρα της πάλης που διεξάγει: Αν είναι ταξικός ή αντιφασιστικός και εθνικοαπελευθερωτικός από τη νέα κατοχή των Εγγλέζων και στη συνέχεια των Αμερικανών. Τόσο ο Δεκέμβρης του 1944, όσο και το ξεκίνημα του αγώνα του ΔΣΕ ήταν μια μάχη κυρίως άμυνας απέναντι στην αστική επιθετικότητα και την πίεση για ολοσχερή συμβιβασμό. «Τον Αύγουστο δεν ήπιαμε νερό… και τον Δεκέμβρη δεν ανάψαμε φωτιές», λέει για τα Δεκεμβριανά στο εξαιρετικό, μοντερνιστικό ποίημά του «Οδομαχίες» ένας σχετικά άγνωστος ποιητής, ο Τέος Σαλαπασίδης (ψευδώνυμο Νίκος Νικολαΐδης).37 Στην πραγματικότητα θα έπρεπε να έχουμε ανάψει. Πριν η αστική κυβέρνηση προλάβει να επιστρέψει και να εγκατασταθεί.

Αντίθετα η αστική διανόηση, που επίσης μελετά την ίδια περίοδο το 182138 όταν δεν προσανατολίζεται σε αισθητικές αναζητήσεις ελληνικότητας, αποσκοπεί στην απονομή επαναστατικών περγαμηνών στην αστική τάξη για τη δικαίωσή της.

Έχει υποστηριχτεί ότι η δεκαετία χαρακτηρίζεται από ολοκληρωτική σχεδόν απουσία καλλιτεχνικών μορφικών πειραματισμών.39 Αυτή η διαπίστωση επιβεβαιώνεται στην περίπτωση της πεζογραφίας, όχι όμως και της ποίησης. Είναι αλήθεια ότι οι μορφικοί πειραματισμοί στην ποίηση της περιόδου δεν έχουν την έκταση και την ποιότητα αυτών που συντελέστηκαν την προηγούμενη δεκαετία (1930-1940). Όμως η δεκαετία του ’40 είναι η περίοδος που οι ποιητές κάθε παράταξης αναζητούν μια σύγχρονη ταυτότητα για την ελληνική ποίηση συνδεμένη με την καταγωγή της. Οι εκπρόσωποι της γενιάς του ’30 έθεταν το στόχο να εκπροσωπηθεί ισότιμα και με τα δικά της χαρακτηριστικά η ελληνική ποίηση στην ευρωπαϊκή σκηνή. Οι ΕΑΜικοί ποιητές και ειδικά οι κομμουνιστές Γιάννης Ρίτσος και ο Νικηφόρος Βρεττάκος, που από το Μεσοπόλεμο είχαν υιοθετήσει υπερρεαλιστικά μορφοπλαστικά στοιχεία, επιδίωκαν να προσδώσουν εκείνη τη λαϊκότητα στην ποίησή τους που θα την κάνει πιο προσιτή και οικεία στο λαϊκό κόσμο τις κρίσιμες στιγμές. Η λύση που επιλέχτηκε, κοινή για την αστική και την ΕΑΜική πλευρά, είναι μια σύζευξη της υπερρεαλιστικής τεχνικής με λαϊκοπαραδοσιακά στοιχεία. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι τα ποιήματα «Αμοργός» του Ν. Γκάτσου, «Μπολιβάρ» του Ν. Εγγονόπουλου, «Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας» του Ο. Ελύτη και τα «Ο φρουρός της Αυγής», «Ρωμιοσύνη», «Η Κυρά των Αμπελιών» του Γ. Ρίτσου. Την περίοδο εκείνη ο Νίκος Καββαδίας, που πιθανά υπήρξε γραμματέας του ΕΑΜ Λογοτεχνών μετά τη σύλληψη του Θέμου Κορνάρου40, συνθέτει και το εξαιρετικό αντιφασιστικό ποίημα του «Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα» που συνυφαίνει σκηνές των δεινών που έφερε ο φασισμός στην Ισπανία και στην Ελλάδα με ένα πρωτότυπο μίγμα στοιχείων του μοντερνισμού.

Η σπουδαιότερη συνεισφορά ωστόσο της ποίησης εκείνων των χρόνων στη νεότερη ποίηση είναι ότι της έμαθε να μιλά στους λαϊκούς ανθρώπους λιτά, πυκνά, ουσιαστικά και στη γλώσσα τους· χωρίς διακοσμήσεις, υπαινιγμούς, ρεμβασμούς και ενδοσκοπήσεις. Αυτή την ικανότητά της η ποίηση την χρωστά στην αποστολή που καλέστηκε να αναλάβει στα ιστορικά εκείνα χρόνια: Να λειτουργήσει σαν όπλο, το ίδιο αποτελεσματικό, το ίδιο διαπεραστικό όπως εκείνο των ανταρτών των ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και των μαχητών του ΔΣΕ.41

Παρά τα όποια προβλήματά της όλη αυτή η πυρετώδης λογοτεχνική και ιδεολογική δραστηριότητα των λογοτεχνών που συγκεντρώνονταν γύρω από τα Ελεύθερα Γράμματα δεν μπορούσε να μην προκαλέσει την αντίδραση του αστικού κράτους και του εγγλέζικου παράγοντα. Στα χρόνια του Εμφυλίου ο διευθυντής της Νέας Εστίας Πέτρος Χάρης και η Καθημερινή αναλαμβάνουν το εθνικό χρέος να διασώσουν την «πνευματική ελευθερία» από την «ερυθράν απειλή».42 Με καταιγισμό πανομοιότυπων δημοσιευμάτων το 1947 τονώνεται και γίνεται δριμύτερη η επίθεση για την αποϊδεολογικοποίηση και απολιτικοποίηση της τέχνης, που σε συνδυασμό με την καθοδηγημένη από την αστική εξουσία διάσπαση της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών –η οποία ελεγχόταν από το ΕΑΜ– και τη δημιουργία μιας νέας κυβερνητικής εταιρίας καταλήγει στο να επιβληθεί απώλεια της ιδιότητας του λογοτέχνη για όποιον το έργο του έχει πολιτικό και ιδεολογικό χαρακτήρα.43 Ήταν ένα μέτρο οικονομικής και πνευματικής εξόντωσης των ΕΑΜικών λογοτεχνών, αφού τους αφαιρούσε κάθε πηγή βιοπορισμού και κάθε δικαίωμα πρόσβασης στις όποιες ενισχύσεις προβλέπονταν για τους λογοτέχνες, δεδομένου ότι είχαν απολυθεί και από τις δουλειές τους.

Το ίδιο διάστημα οι σύντροφοί τους στα “ψηλά βουνά”, με το αφτί στυλωμένο για το ύπουλο σύρσιμο των θάμνων, έγραφαν με χέρια ξυλιασμένα από την παγωνιά και το χιόνι, που τα ζέσταιναν οι ριπές των πυροβόλων και οι εκρήξεις των όλμων. Βιάζονταν να παραδώσουν στην ώρα τους τα γραπτά τους στα τυπογραφεία του βουνού, γιατί οι άλλοι μαχητές τα περίμεναν ανυπόμονα. Πέντε χιλιάδες αντίτυπα ήταν η κυκλοφορία των βιβλίων στο ΔΣΕ.

Και οι άλλοι στη Μακρόνησο, «ψυχές στον βράχο καρφωμένες με εφτά καρφιά»44, βουτούσαν την πένα στο αίμα τους για να παραδώσουν ποιήματα-μνημεία μιας άνισης μάχης με το θάνατο, για να κρατηθεί άσβηστη η υψικάμινος των πρωτοπόρων ιδανικών της ανθρωπότητας. Ανάμεσά τους λάμπουν επικαιρικά κι αιώνια τα Μακρονησιώτικα του Γιάννη Ρίτσου, μ’ εκείνη τη βαθιά συνείδηση του χρέους προς το μέλλον: Με τις μεγάλες πέτρες στον ώμο… μεγάλες πολιτείες θα κτίσουμε, μητέρα, μην πικραίνεσαι.

Ίσως όλα αυτά να σας φαίνονται παραμύθια μελό, γιατί στις μέρες μας είναι ασύλληπτα από το νου. Τι άνθρωποι να ’ταν τάχα αυτοί; Όμως ναι, υπήρχαν λογοτέχνες που προτεραιότητα δεν είχαν το δικό τους, το έξω από χρόνο και τόπο, μεγάλο έργο, αλλά τα μεγάλα έργα των λαών «που αναζητούν μια διέξοδο στο μέλλον». Υπήρχαν λογοτέχνες που δεν ήξεραν τον ύπνο, που γύριζαν από σπίτι σε σπίτι με αντάλλαγμα τη ζωή τους για να δυναμώσει το ΕΑΜ Λογοτεχνών, λογοτέχνες που ξενυχτούσαν μεταφράζοντας με το ένα αφτί στο ραδιόφωνο και το άλλο στα βήματα έξω από την πόρτα, που αγωνιούσαν γράφοντας στα παράνομα τυπογραφεία μην έρθουν και τους μπλοκάρουν, με τα σπίρτα στο προσκέφαλο και οινόπνευμα στη λεκάνη να προλάβουν να κάψουν τα χαρτιά τους, λογοτέχνες που έγραφαν τα έργα τους σε λινατσόπανα μέσα στη φυλακή καρτερώντας το θάνατο. Κι άλλοι ξενιτεμένοι σε χώρες αφιλόξενες, φυλακισμένοι μελλοθάνατοι που έγραψαν το τελευταίο τραγούδι τους μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα, όπως ο 19χρονος ποιητής Κώστας Γιαννόπουλος.

Όλοι αυτοί βασανίζονταν από την ιδέα ότι δεν ήταν όσο καλοί το απαιτούσε η εποχή και η συνείδησή τους, ότι η ζωή έγραφε καλύτερη ποίηση από τη δική τους. Μα δεν είχαν δίκιο. Η προσφορά τους στην ανάπτυξη και στην αντοχή του λαϊκού κινήματος εκείνα τα χρόνια ήταν ανεκτίμητη. Απόδειξη είναι το πόσα μέτρα αναγκάστηκε να πάρει η αστική τάξη για να παραδώσει την τέχνη «καθαρή» και «αμόλυντη» από το «μικρόβιο» της κομμουνιστικής ιδεολογίας.

Και δεν τα κατάφερε. Το «μικρόβιο» το κουβαλάει ως τις μέρες μας. Γιατί έβαλε κι αυτή τα δυνατά της για να μείνουμε όρθιοι μέσα στην κοσμοχαλασιά της αντεπανάστασης.

Τα χρόνια της θύελλας θα ξανάρθουν, κανείς δεν μπορεί να σταματήσει τη ζωή. Και πρέπει διδαγμένους από τις νίκες και τις ήττες μας, να μας βρουν πανέτοιμους να συνεχίσουμε και να ολοκληρώσουμε την επανάσταση της δικής μας εποχής, που δεν πρόλαβε να γίνει.

Με αυτά τα λίγα, παραδίνω το μικρόφωνο στους άξιους ομιλητές μας, που τους ευχαριστούμε εγκάρδια για την τιμή που μας έκαναν να ανταποκριθούν στην πρόσκλησή μας γι’ αυτό το συνέδριο.

 


ΣημειώσειςΣημειώσεις

* Η εναρκτήρια ομιλία της Ελένης Μηλιαρονικολάκη, μέλους της ΚΕ του ΚΚΕ και υπεύθυνης του Τμήματος Πολιτισμού, στο επιστημονικό συνέδριο με θέμα «Η λογοτεχνία στα χρόνια της θύελλας (1940-1950)», που διοργάνωσε η ΚΕ του ΚΚΕ στην έδρα της, στις 21-22 Δεκέμβρη 2024.

  1. Πρωτοπόροι, Αύγουστος, αρ. φύλλου 1, Αθήνα, σελ. 2.
  2. Η Νέα Εστία, στο πρώτο κατοχικό τεύχος της, με άρθρο του διευθυντή της Π. Χάρη καλούσε τους λογοτέχνες να στραφούν στον εσωτερικό τους κόσμο. Π. Χάρης, «Ο νέος κύκλος», Νέα Εστία, τεύχ. 29, σελ. 358-361.
  3. Πρωτοπόροι, Αύγουστος, αρ. φύλλου 1, Αθήνα, σελ. 14.
  4. Κ. Πορφύρης, «Η πνευματική αντίσταση με νόμιμα μέσα», Επιθεώρηση Τέχνης, τεύχ. 87-88 (1962), σελ. 338-340, και Μ. Μ. Παπαϊωάννου, «Τέχνη και Κατοχή», Ριζοσπάστης, αρ. φ. 2419 (26/9.1982), σελ.10.
  5. Γιώργος Βελουδής, «Η ελληνική λογοτεχνία στην Αντίσταση», Διαβάζω, τεύχ. 58 (15.12.1982), σελ. 34.
  6. Αλέξανδρος Αργυρίου, Ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας και η πρόσληψή της στους δύστηνους καιρούς (1941-1944), τόμ. Γ, εκδ. Καστανιώτης, 2003, σελ. 81-94.
  7. Νικηφόρος Βρεττάκος, Το αγρίμι, εκδ. Ποταμός, 2012, σελ. 24.
  8. Ό.π., σελ. 77.
  9. Οδυσσέας Ελύτης, «Η αληθινή φυσιογνωμία και η λυρική τόλμη του Ανδρέα Κάλβου», Ανοιχτά χαρτιά, εκδ. Ίκαρος, 1982, σελ. 45-89.
  10. Αλέξανδρος Αργυρίου, Ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας και η πρόσληψή της στους δύστηνους καιρούς (1941-1944), τόμ. Γ, εκδ. Καστανιώτης, 2003, σελ. 135.
  11. Γιώργος Θεοτοκάς, «Δεν καταλαβαίνουμε!», Νέα Εστία, τεύχ. 368, 1.10.1942, σελ. 1009-1010.
  12. Γιώργος Σεφέρης, «Η τέχνη και η εποχή», Δοκιμές Α΄, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα, 1981, σελ. 264-267.
  13. Γιώργος Σεφέρης, «Μονόλογος για την ποίηση», ό.π., σελ. 105-159 και Γιώργος Σεφέρης, «Ομιλία στη Στοκχόλμη», Δοκιμές Β΄, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα, 1981, σελ. 159-161.
  14. Βαγγέλης Καραμανωλάκης, «Ο σύντομος βίος του περιοδικού “Τετράδιο” (1945-1947) ανάμεσα στον “πρόσφατο πόλεμο” και στην “τραγωδία που έμελλε να ακολουθήσει”», Αρχειοτάξιο, 4.5.2002, σελ. 58-59.
    Στην αρχική μορφή του το ποίημα περιείχε τους παρακάτω στίχους:
    άλλοι μπερδεύουνται μες στ’ αγαθά τους, άλλοι ρητορεύουν
    «Ιδρύσαμε πρεσβείες, στήσαμε στρατόπεδα,
    στείλαμε τα καράβια μας σε τόπους
    υπερβόρειους και ως τις Ινδίες…»
    Αλλά τα σπίτια, τα στρατόπεδα και τα καράβια
    σα δε μιλούν οι ζωντανοί, τι θα τα κάνεις;
    Μετά την αφαίρεση των στίχων το ποίημα πήρε την παρακάτω τελική μορφή και μ’ αυτή περιλαμβάνεται στις επόμενες εκδόσεις της συλλογής «Ημερολόγιο καταστρώματος Β΄»:
    άλλοι μπερδεύουνται μες στ’ αγαθά τους, άλλοι ρητορεύουν.
    Αλλά τα ξόρκια τ’ αγαθά τις ρητορείες,
    σαν είναι οι ζωντανοί μακριά, τι θα τα κάνεις;
  1. Αγγέλα Καστρινάκη, Η λογοτεχνία στην ταραγμένη δεκαετία 1940-1950, εκδ. Πόλις, 2003, σελ. 83-86.
  2. Οδυσσέας Ελύτης, Ήλιος ο Πρώτος, ΙV, εκδ. Ίκαρος, 2014, σελ. 29.
  3. Νίκος Γκάτσος, Αμοργός, εκδ. Πατάκης, 2022, σελ. 18.
  4. Ό.π., σελ. 28.
  5. Σύμφωνα με τους καθιερωμένους εκείνα τα χρόνια κώδικες, ο δράκοντας που σκοτώνει ο Άι-Γιώργης συμβολίζει το φασισμό.
  6. Νίκος Γκάτσος, Ο ιππότης και ο θάνατος (1513), εκδ. Πατάκης, 2022, σελ. 33.
  7. Αγγέλα Καστρινάκη, Η λογοτεχνία στην ταραγμένη δεκαετία 1940-1950, εκδ. Πόλις, 2003, σελ. 166.
  8. Γιάννης Ρίτσος, «Μελετήματα», Σκέψεις για την ποίηση του Ελυάρ, εκδ. Κέδρος, 1974, σελ. 89, όπου στη θέση των ΕΛΑΣιτών αναφέρονται οι Μακί.
  9. Βλ. ενδεικτικά: Μέλπω Αξιώτη, Μια καταγραφή στην περιοχή της λογοτεχνίας, εκδ. Κέδρος, 1983, σελ. 76, Κ. Πορφύρης, «Η αντίσταση με νόμιμα μέσα», Επιθεώρηση Τέχνης, τεύχ. 87-88 (1962), σελ. 358-359, Α. Πανσέληνος, Τότε που ζούσαμε, εκδ. Κέδρος, 1985, σελ. 351, Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, «Ο νέος αστερισμός», περ. Γράμματα, τεύχ. 4 (4/1945), σελ. 123-124, Βασίλης Μόσχος, Η πολιτική δραστηριότητα των λογοτεχνών τη δεκαετία 1940-1950, διδακτορική διατριβή, Αθήνα, 2018, σελ. 265-267.
  10. Νικηφόρος Βρεττάκος, «33 ημέρες», Τα ποιήματα, τόμος πρώτος, εκδ. Τρία φύλλα, 1981, σελ. 126.
  11. Ελεύθερα Γράμματα, Χρονικά, τα λογοτεχνικά βραβεία, τεύχ. 40, 5.4.1946, σελ. 1. Τα υπόλοιπα έξι βραβευμένα έργα είναι τα ακόλουθα: Σοφία Μαυροειδή-Παπαδάκη, «Της νιότης και της λευτεριάς», Ρίτα Μπούμη-Παπά, «Αθήνα (1944)», Νικηφόρος Βρεττάκος, «33 ημέρες», Δ. Χατζής, «Φωτιά», Ά. Βρατσάνος, «Βροντά ο Όλυμπος», Λ. Μωραΐτης. «Απ’ το αντάρτικο της Ρούμελης».
  12. Σωτήρης Πατατζής, «Τα ποτάμια», Ματωμένα χρόνια, εκδ. Νέα βιβλία ΑΕ, Αθήνα, 1946, σελ. 83-91, και στο ομότιτλο, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Μάρτιος 2006, σελ. 493-502.
  13. Βασίλης Μόσχος, Η πολιτική δραστηριότητα των λογοτεχνών τη δεκαετία 1940-1950, διδακτορική διατριβή, Αθήνα, 2018, σελ. 275-278 και Θεοδόσιος Ν. Νικολαΐδης, Το περιοδικό «Ελεύθερα Γράμματα» (1945-1951), διδακτορική διατριβή, Θεσσαλονίκη, 2023, σελ. 196-202.
  14. Χάριν μιας υποτιθέμενης αμεροληψίας και αντικειμενικότητας στην έρευνα περιλαμβάνονται και ορισμένοι λογοτέχνες της ΕΑΜικής πλευράς.
  15. Αλέξανδρος Αργυρίου, Ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας και η πρόσληψή της στα χρόνια του ετεροκαθορισμένου εμφυλίου πολέμου (1945-1950), τόμ. Δ΄, εκδ. Καστανιώτης, 2004, σελ. 74-81.
  16. Βλ. ενδεικτικά: Δημήτρης Χατζής, Η φωτιά, εκδ. Πλειάς, σελ. 145 και Νικηφόρος Βρεττάκος, Το αγρίμι, εκδ. Ποταμός, 2012, σελ. 80.
  17. Βασίλης Μόσχος, Η πολιτική δραστηριότητα των λογοτεχνών τη δεκαετία 1940-1950, διδακτορική διατριβή, Αθήνα, 2018, σελ. 91, 103, 106, 161-162.
  18. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η συλλογή «15 διηγήματα από την Αντίσταση» που εκδόθηκε το 1946 από το τμήμα μόρφωσης-διαφώτισης της ΕΠΟΝ. Σ’ αυτή συμμετέχουν με διηγήματα ορισμένοι από τους σπουδαιότερους και δοκιμασμένους ΕΑΜικούς λογοτέχνες. Το αποτέλεσμα όμως της δουλειάς των περισσότερων κρίθηκε μη ικανοποιητικό.
  19. Βλ. περιοδικό Ελεύθερα Γράμματα, τεύχ. 30/31 (7.12.1945), σελ. 2.
  20. Το θέμα των ανεπαρκειών του λογοτεχνικού έργου και του ιδεολογικού επιπέδου θίγεται από τον Νίκο Ζαχαριάδη στο 7ο Συνέδριο του ΚΚΕ, τον Οκτώβρη του 1945 (Ριζοσπάστης, αρ. φ. 9571, 9.10.1945, σελ. 2).
  21. Αγγέλα Καστρινάκη, Η λογοτεχνία στην ταραγμένη δεκαετία 1940-1950, εκδ. Πόλις, 2003, σελ. 318.
  22. Για παράδειγμα, ο Α. Πανσέλληνος στο πρωτοσέλιδο άρθρο του «Το Δεκεμβριανό Σύμβολο» του επετειακού τεύχος των Ελεύθερων Γραμμάτων για το Δεκέμβρη (τεύχ. 30/31, 7.12.1945), αφού παρουσιάσει τα Δεκεμβριανά ως τον πρώτο εμφύλιο πόλεμο στην Ελλάδα, στη συνέχεια αναφωνεί πως «το 1944 λύτρωσε το 1821 από τους σφετεριστές του». Αντίθετα στο κύριο άρθρο του ίδιου τεύχους ο Μάρκος Αυγέρης αναδείχνει το σύγχρονο ταξικό περιεχόμενο της δεκεμβριανής σύγκρουσης, εντάσσοντάς την στη διεθνή πάλη των λαών ενάντια στο κεφαλαιοκρατικό σύστημα στο ιμπεριαλιστικό κορύφωμά του.
  23. Νίκος Νικολαΐδης, «Οδομαχίες», Ελεύθερα Γράμματα, τεύχ. 30/31, 7.12.1945, σελ.11.
  24. Ο Μακρυγιάννης, για παράδειγμα, εκτός από τον Δ. Φωτιάδη που έγραψε το ομώνυμο θεατρικό έργο, απασχόλησε και τους βασικότερους εκπροσώπους της γενιάς του ’30, Σεφέρη, Θεοτοκά και Ελύτη.
  25. Γιώργος Βελουδής, «Η ελληνική λογοτεχνία στην αντίσταση (1940-1944)», Μονά-ζυγά, Δέκα νεοελληνικά μελετήματα, εκδ. Γνώση, Αθήνα, 1992, σελ. 69.
  26. Φίλιππος Φιλίππου, Ο πολιτικός Νίκος Καββαδίας, εκδ. Άγρα, 1996, σελ. 81.
  27. Σόνια Ιλίνσκαγια, Η μοίρα μιας γενιάς: Συμβολή στη μελέτη της μεταπολεμικής πολιτικής ποίησης στην Ελλάδα, μτφ. Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, εκδ. Κέδρος, 1986, σελ.166-167. Κατά την Ιλίνσκαγια η ελληνική ποίηση από τα χρόνια της Κατοχής κινήθηκε «προς την κατεύθυνση της διαμόρφωσης ενός ποιητικού λόγου ουσιαστικού, απλού, συγκεκριμένου και γυμνού, χωρίς “μουσικές” και στολίδια, απελευθερωμένου από αφηρημένες αναζητήσεις κάποιας αισθητικής πρωτοτυπίας…», «όμως το κύριο άλμα έγινε στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, στις δραματικές συνθήκες “του εμφύλιου σπαραγμού”». Η Ιλίνσκαγια βασίζεται στις παρατηρήσεις του Γ. Ρίτσου –που προηγουμένως παραθέτει– για την αναγέννηση της ποίησης του Ελυάρ όταν εντάσσεται στην Αντίσταση: «Ποτέ άλλοτε, στη λαμπρή ποίησή του, δεν είχαν ακουστεί τόσο βαθείς και “γυμνοί” τόνοι. Όσο στενότερα δένεται με τον λαό, τόσο περισσότερο του γίνεται οικεία η γλώσσα του λαού… Φτάνει σε μια αφάνταστα πυκνή λιτότητα… Τώρα που έχει νικήσει τις ατομικές του αντιστάσεις κ’ έχει συνυφανθεί με την πραγματικότητα του καιρού του, κ’ έχει αγωνιστεί με το λαό μαζί, τώρα ανακαλύπτει το ανθρώπινο βάθος και το ποιητικό βάρος αυτών των απλών, των παραμελημένων απ’ την ποίηση λέξεων… Όλα γίνονται χειροπιαστά και συγκεκριμένα» (Γιάννης Ρίτσος, Μελετήματα. Μαγιακόβσκη - Χικμέτ - Έρενμπουργκ - Ελυάρ - «Μαρτυρίες» - «Θυρωρείο», εκδ. Κέδρος, 1974, σελ. 89-90). Στο ίδιο πνεύμα η Μέλπω Αξιώτη σημειώνει: «Και τώρα για πρώτη φορά αρχίζανε να μπαίνουνε μες στα γραφτά κάποιες λέξεις που από τον κανόνα θεωρούνταν “αντιαισθητικές”», γράφει η Μέλπω Αξιώτη. «Η λέξη “μπλόκο”, “τσολιάς” και “φασισμός” έμπαινε σε ποιήματα… Οι λέξεις αυτές είχαν περάσει μες στο ποιητικό αισθητήριο του τεχνίτη και τις έγραφε μ’ άνεση και μ’ απόλυτη σιγουριά, επειδή πριν απ’ την τέχνη τις είχε πει, εκείνες τις λέξεις, η ζωή, η τόσο έντονη, της τότε εποχής. Η κουβέντα του κόσμου, η καθημερινή, η κουβέντα του δρόμου, έμπαινε ατόφια τώρα μες στη λογοτεχνία. Κρυφές πόρτες ανοίξανε απ’ τις δυνάμεις του λαού και τα φρεσκάριζαν όλα: Τα λεξιλόγια, τις μορφές και τα περιεχόμενα» (Μέλπω Αξιώτη, Μια καταγραφή στην περιοχή της λογοτεχνίας και άλλα κείμενα, εκδ. Κέδρος, 1983, σελ. 77).
  28. Ριζοσπάστης, αρ. φ. 9970, 21.1.1947, σελ. 2, Λόγος του Ν. Ζαχαριάδη στη συγκέντρωση των κομματικών στελεχών της Αθήνας στις 19.1.1947, αφιερωμένη στην 23η επέτειο από το θάνατο του Λένιν.
  29. Βασίλης Μόσχος, Η πολιτική δραστηριότητα των λογοτεχνών τη δεκαετία 1940-1950, διδακτορική διατριβή, Αθήνα, 2018, σελ. 278.
  30. Νίκος Γκάτσος, Στο Λαύριο γίνεται χορός, εκδ. Πατάκης, 2018, σελ. 54-55.