Η μελέτη της Παρισινής Κομμούνας από τον Μπρεχτ στο έργο του «Οι μέρες της Κομμούνας»


του Γιώργου Σαραντόπουλου

«Το προλεταριάτο ολόκληρης της Ευρώπης
και όσοι ακόμη έχουν στα στήθη τους τη φλόγα της Ελευθερίας
έχουν το βλέμμα τους καρφωμένο στο Παρίσι.»

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Οι Μέρες της Κομμούνας (Die Tage der Commune) του Μπέρτολτ Μπρεχτ αναπαριστούν το πανόραμα της ζωής στην Κομμούνα του Παρισιού του 1871 από το προοίμιο, την ανάπτυξη και τη βίαιη ανατροπή της από τις δυνάμεις της αντεπανάστασης. Ο αντίκτυπος της Κομμούνας του Παρισιού –ως στοιχείο που άνοιγε το δρόμο για τη μεγάλη νίκη της εργατικής τάξης, ως σημείο άντλησης πολύτιμων διδαγμάτων, αλλά και στοιχείο που θα διαδραμάτιζε σημαντικό ρόλο στη μετέπειτα πορεία του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος– δε θα μπορούσε να μη βρει έκφραση στην καλλιτεχνική σύνθεση τόσο πριν τον Μπρεχτ όσο και μετά από αυτόν. Φυσικά, για τον Μπρεχτ το κοινωνικό-ιστορικό περιεχόμενο της τέχνης, θεωρημένο από ταξική σκοπιά, αποτελεί στοιχείο αναπόσπαστο της δικής του καλλιτεχνικής πορείας και όχι ένα μεμονωμένο στοιχείο της δραματουργίας του. Μάλιστα, για τον Μπρεχτ όχι μόνο η σχέση των κοινωνικών-ιστορικών γεγονότων με την τέχνη είναι αναπόδραστη, αλλά έχει σημασία ο τρόπος που προσεγγίζονται τα κοινωνικά και ιστορικά φαινόμενα και γεγονότα από το θέατρο, καθώς μέσα από αυτήν τη διαδικασία διαμορφώνεται και η σχέση του ανθρώπου με την πραγματικότητα που τον περιβάλλει.

«Γεγονότα από την κοινωνική ζωή των ανθρώπων, που απαιτούν μια εξήγηση, μπορείς να τα μιμηθείς με τέτοιο τρόπο, ώστε να φέρουν κάποιον αντιμέτωπο με τεχνητές αναπαραστάσεις της πραγματικότητας, οι γνώσεις των οποίων να μπορούν να έχουν πρακτική εφαρμογή.»1

Το θέατρο του Μπρεχτ επιφορτίζεται με το καθήκον «…να διεγείρει την απόλαυση της μάθησης και να οργανώνει τη διασκέδαση της αλλαγής της πραγματικότητας. Οι θεατές μας δεν πρέπει να ακούνε μόνο πως ελευθερώθηκε ο δεσμώτης Προμηθέας, αλλά να διδαχτούνε και τη χαρά να τον ελευθερώσουν οι ίδιοι. Όλες οι χαρές και οι διασκεδάσεις εκείνων που εφευρίσκουν και ανακαλύπτουν, τα αισθήματα θριάμβου των ελευθερωτών πρέπει να διδάσκονται από το Θέατρό μας.»2

Προκειμένου να το επιδιώξει, οφείλει να καθοδηγήσει το θεατή του από το ειδικό στοιχείο στο γενικό. Η επαγωγική διαδικασία που συντελείται αξιοποιεί το εμπειρικώς αξιολογούμενο στοιχείο, εκείνο το οποίο επιβεβαιώνεται ή απορρίπτεται από την εμπειρία του θεατή. Δεν αρκείται σ’ εκείνο, καθώς το ειδικό στοιχείο γίνεται το βήμα πάνω στο οποίο η ιστορική μελέτη θα συμβάλει στο να γίνει κατανοητό αναφορικά με τους παράγοντες που επιδρούν στη διαμόρφωση, την εξέλιξη, τον περιορισμό, ακόμα και τον τερματισμό του.

«Το Επικό θέατρο3 χρησιμοποιεί τις ελάχιστες δυνατές ομαδοποιήσεις για να εξηγήσει τη σημασία των δραστηριοτήτων των ανθρώπων με τρόπο κατανοητό. Το “τυχαίο”, το “καθημερινό” το οποίο “παριστάνει την πραγματικότητα” χάνεται, καθώς η σκηνή πλέον δεν καθρεφτίζει τη “φυσική” αταξία των πραγμάτων. Το αντίθετο της φυσική αταξίας είναι η φυσική τάξη των πραγμάτων. Τα βάθρα πάνω στα οποία σχηματίζεται αυτή η νέα τάξη των πραγμάτων είναι κοινωνικο-ιστορικά.»4

Η μέθοδος του Μπρεχτ επιδιώκει να προκύπτει ως ανακάλυψη η διαδικασία κατανόησης των πιο γενικών εκφράσεων των σχέσεων που καθορίζουν τις επιμέρους εκφράσεις τους στο πεδίο των κοινωνικών φαινομένων με το οποίο ασχολείται και η τέχνη, ακολουθούμενη από το αίσθημα της έκπληξης και του παραξενίσματος. Συνθήκες που υποβάλλουν κάθε μελετητή κοινωνικών ζητημάτων σε μια απόσταση από την οικειότητα του «φυσικού», του «λογικού», μια αμφισβήτηση του «αυταπόδεικτου». Οι αναπαραστάσεις επομένως για ένα θέατρο που επιδιώκει την κριτική ενεργοποίηση του θεατή θα επιδιώκουν «…ν’ αφαιρέσουν τη σφραγίδα της εμπιστοσύνης από τα κοινωνικώς επηρεάσιμα συμβάντα, η οποία τα προφυλάσσει σήμερα από την επέμβαση (…den Stempel des Vertrauten wegnehmen, der sie heute vor dem Eingriff bewart)5

Καθώς τα φαινόμενα της κοινωνικής πραγματικότητας ιστορικοποιούνται, μελετώνται δηλαδή στην ιστορική τους εξέλιξη, εξετάζονται στους όρους γέννησης, ανάπτυξης και φθοράς τους, επιτρέπουν ο θεατής να κατανοήσει τους όρους που το καθετί καθίσταται ιστορικά και κοινωνικά αναγκαίο. Απηχώντας τα λόγια του Ένγκελς από την Κριτική του Λουδοβίκου Φόιερμπαχ και του τέλους της κλασικής γερμανικής φιλοσοφίας:

«Ό,τι είναι πραγματικό στο πεδίο της ανθρώπινης ιστορίας γίνεται με τον καιρό παράλογο […] κι ό,τι είναι λογικό στα κεφάλια των ανθρώπων προορίζεται να γίνει πραγματικό, όσο κι αν αντιφάσκει στην πραγματικότητα που υπάρχει φαινομενικά.»6, ο Μπρεχτ γράφει για τον κομμουνισμό στο Εγκώμιό του το 1931: «Είναι λογικός, καθένας τον καταλαβαίνει. Είναι εύκολος. […] Δεν είναι το χάος/ Μα η τάξη./ Είναι το απλό/ Που είναι δύσκολο να γίνει.»7

Με βάση τις αρχικές αυτές παραμέτρους οφείλουμε να προσεγγίσουμε το περιεχόμενο και του συγκεκριμένου έργου του Μπρεχτ που αναφέρεται στην Κομμούνα του Παρισιού. Η τοποθέτηση του θεατρικού προβολέα του Μπρεχτ εστιάζει στην οδό Πιγκάλ, την ταράτσα ενός καφέ στη Μονμάρτρη απ’ όπου μπορούμε να δούμε ολόκληρο το επαναστατημένο Παρίσι, την αυλή του σπιτιού της μαντάμ Καμπέ, το Δημαρχείο με τις φλογισμένες συνεδριάσεις, αλλά και τις ήρεμες στιγμές όπου οι Κομμουνάροι συζητούν για το μέλλον της Κομμούνας, χλευάζουν τον παλιό κόσμο της εκμετάλλευσης, αλλά και γωνίες της Γαλλίας όπου συγκεντρώνονται τα στοιχεία του αντεπαναστατικού πισωγυρίσματος: Ο Σταθμός του Βορρά, η Τράπεζα της Γαλλίας, τα ανάκτορα των Βερσαλλιών.

Υπό τούτο το πρίσμα, στόχος της παρούσας μελέτης είναι να υπογραμμίσει τα θεμελιώδη ζητήματα που αναδεικνύονται μέσα από μια αναλυτική κειμενοκεντρική προσέγγιση του έργου του Μπρεχτ, ενταγμένη στην κοινωνική και ιστορική της εποχή, αλλά και τοποθετημένη σε μια διακειμενική σύνδεση με τα προαναφερόμενα κείμενα των κλασικών. Στη βάση των ζητημάτων αυτών προσεγγίζουμε την κοινωνική οριοθέτηση της πρακτικής αξίας του συγκεκριμένου έργου όχι απλά ως ιστορικού δράματος όσο ως καθοδηγητικού έργου για την κοινωνική δράση. Στις Μέρες της Κομμούνας ο Μπρεχτ ενσωματώνει τα βασικά συμπεράσματα των Καρλ Μαρξ από τον Εμφύλιο πόλεμο στη Γαλλία, Φρίντριχ Ένγκελς και Β. Ι. Λένιν από τα Διδάγματα της Κομμούνας και το Κράτος και Επανάσταση· επεξεργασίες που έχουμε σοβαρούς λόγους να πιστεύουμε ότι ο Μπρεχτ όχι μόνο λαμβάνει υπόψη, αλλά ενσωματώνει δημιουργικά μέσω των καλλιτεχνικών καθρεφτισμάτων.

 

Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΝΤΑΞΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΟΥ ΜΠΡΕΧΤ

O Μπρεχτ συγγράφει τις Μέρες της Κομμούνας την περίοδο 1948-19498. Το έργο γράφεται κατά την επιστροφή του στη Γερμανική Λαϊκή Δημοκρατία μετά από την κατάθεσή του ενώπιον της Επιτροπής Αντιαμερικανικών Ενεργειών (House Committee of Un-American Activities-HUAC), το 1947. Το πρώτο ανέβασμα της παράστασης συντελείται από το θεατρικό θίασο που ιδρύει κατά την παραμονή του στο Κέμιντζ (Karl-Marx-Stadt) και στη μετεγκατάστασή του έπειτα στο Ανατολικό Βερολίνο, το 1954.9

Το πρώτο μέρος του έργου του Μπρεχτ αναφέρεται στην υπεράσπιση των κανονιών της Εθνοφρουράς από το στρατό των Βερσαλλιών και των γεγονότων που διαδραματίζονται το Γενάρη του 1871 προμηνύοντας το ξέσπασμα της εμφύλιας σύγκρουσης και την ίδρυση της Κομμούνας, ενώ το δεύτερο μέρος διέρχεται των κρίσιμων ημερών της μπαρουτοκαπνισμένης Κομμούνας στις 18 και 19.3.1871, των έντονων συζητήσεων που αναπτύσσονται στο Παρίσι για τα καθήκοντα της νεοσύστατης Κομμούνας. Στο δεύτερο μέρος μέσω παρεκβατικών σκηνών βλέπουμε πώς κινείται η ζωή όλων των στοιχείων που ανταγωνίζονται στο εσωτερικό της Κομμούνας, των υποστηρικτών της, όσο και των αντιπάλων της, και εκείνων που βρίσκονται πλέον στα ανάκτορα των Βερσαλλιών προετοιμάζοντας την απάντηση της Αντίδρασης, αλλά και των αντεπαναστατικών στοιχείων που δεν έχουν ξεριζωθεί ακόμα από τη νέα κοινωνία. Το έργο ολοκληρώνεται με τη Ματωμένη Βδομάδα του Μάη του 1871, την πτώση του οδοφράγματος της οδού Πιγκάλ που σκηνικά συμπυκνώνει τη βίαιη κατάπνιξη της Κομμούνας από τα αγήματα του Θιέρσου και των Βερσαλλιών. Η τελευταία σκηνή στην ταράτσα των ανακτόρων των Βερσαλλιών αποδίδει τον πρόσκαιρο θρίαμβο της μπουρζουαζίας που παρακολουθεί το τέλος της Κομμούνας, ωστόσο δε συνειδητοποιεί ακόμα τη μεγάλη υπόθεση την οποία μόλις ανέδειξε στο προσκήνιο της Ιστορίας η Κομμούνα.

Η Κομμούνα του Μπρεχτ ανεβαίνει στο σανίδι σε μια περίοδο κατά την οποία η σοσιαλιστική οικοδόμηση στη Γερμανική Λαϊκή Δημοκρατία βρίσκεται αντιμέτωπη με τις νέες προκλήσεις οργάνωσης της παραγωγής και των πτυχών της κοινωνικής ζωής, στην οποία σημαντική πίεση ασκούν μια σειρά καθυστερήσεων σε επίπεδο ιδεολογικής, πολιτικής και οικονομικής ετοιμότητας του ΚΚ, που απηχεί και μια συνολικότερη πίεση από τον ιμπεριαλισμό προς τις κοινωνίες που εκκινούσαν τη διαδικασία οικοδόμησης του σοσιαλισμού μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι προβληματισμοί που θέτει ο Μπρεχτ στην παρουσίαση της Κομμούνας τίθενται μέσα στο πλαίσιο των ιδεολογικών διαξιφισμών της εποχής του σε σχέση με τα γνωρίσματα της νέας αυτής εξουσίας, του χαρακτήρα της δικτατορίας του προλεταριάτου, του ζητήματος της ελευθερίας, του «ανθρωπισμού», αλλά και της συνειδητής αναβίβασης του εργαζόμενου λαού σε οργανωτή της παραγωγής, την αλλαγή της στάσης απέναντι στην εργασία, το στοιχείο της ατομικής προσφοράς στη συλλογική υπόθεση της οικοδόμησης. Ζητήματα διαπάλης που αναγκαστικά επέβαλαν στην πρωτοπορία το καθήκον όχι απλά της επαναφοράς της μελέτης της ιστορικής πείρας, αλλά και της ανεύρεσης τρόπων και οδών ικανών να την επικοινωνήσουν με τη στρατηγική τους, αλλά και με τον κόσμο της δουλειάς. Από ιστορικής σημασίας οι Μέρες της Κομμούνας του Μπρεχτ έρχονται σε ένα σημαντικό χρονικό σημείο να υπενθυμίσουν τα όσα επέλεγε ο Φρίντριχ Ένγκελς να πει για την Κομμούνα συμπυκνώνοντας την ιστορική σημασία των 72 ημερών του 1871 στο Παρίσι: «Κοιτάχτε την Παρισινή Κομμούνα. Αυτή ήταν η δικτατορία του προλεταριάτου…»10

 

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ, ΟΙ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΕΙΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΡΟΟΙΜΙΟ ΤΗΣ ΠΑΡΙΣΙΝΗΣ ΚΟΜΜΟΥΝΑΣ

«Τη στιγμή που η επίσημη Γαλλία και η επίσημη Γερμανία ρίχνονται σ’ έναν αδελφοκτόνο αγώνα, οι εργάτες της Γαλλίας και της Γερμανίας ανταλλάσσουν μηνύματα ειρήνης και φιλίας. Το μεγάλο αυτό γεγονός, που όμοιό του δεν υπάρχει στην Ιστορία, ανοίγει το δρόμο για ένα πιο φωτεινό μέλλον. Αποδείχνει ότι, αντίθετα απ’ την παλιά κοινωνία, με την οικονομική της αθλιότητα και με την πολιτική της παραφροσύνη, ξεπηδάει μια νέα κοινωνία που διεθνής της κανόνας θα είναι η ειρήνη, γιατί σ’ όλα τα έθνη θα κυριαρχεί η ίδια αρχή –η εργασία! Η Διεθνής Ένωση των Εργατών είναι ο σκαπανέας της νέας αυτής κοινωνίας.»11

Με τα λόγια αυτά, ο Μαρξ έκλεινε την Πρώτη Διακήρυξη του Γενικού Συμβουλίου της Διεθνούς Ένωσης Εργατών για το Γαλλοπρωσικό Πόλεμο, στο Λονδίνο, στις 23.7.1870, η οποία θα εκδιδόταν σε προκήρυξη μεταφρασμένη στα αγγλικά, γερμανικά και γαλλικά. Ο πόλεμος χαρακτηρίζεται ως «ολέθριος» τόσο για τους ηττημένους, αλλά και για τους νικητές του, καθώς, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα, ο χαρακτήρας του ήταν τέτοιος, που εξυπηρετούσε τα συμφέροντα και τη διευθέτηση των ανεπίλυτων –με τη διπλωματία– διαφωνιών μεταξύ των εκμεταλλευτών του παλιού φεουδαρχικού κόσμου και της ανερχόμενης μπουρζουαζίας. Για τους εργάτες της Γαλλίας και της Γερμανίας το ζήτημα ήταν οι ίδιοι οι λαοί των χωρών να γίνουν οι κύριοι της τύχης τους επιβάλλοντας τη δική τους ειρήνη μεταξύ των λαών και τον πόλεμο απέναντι στους εκμεταλλευτές τους.

Από τις πρώτες κιόλας σελίδες του έργου του Μπρεχτ, ο αναγνώστης εισάγεται στο πνεύμα μιας εποχής όπου οι συγκρούσεις του νέου με το παλιό γίνονται πλέον διακριτές με γυμνό μάτι. Ο Γαλλοπρωσικός Πόλεμος ανέδειξε πιο καθαρά τον εκμεταλλευτικό χαρακτήρα της αστικής τάξης στην πάλη της να εδραιωθεί πάνω στη σήψη της παλιάς φεουδαρχικής εξουσίας, η οποία σπαρασσόταν από τους Ναπολεόντειους Πολέμους και σειρά αστικών επαναστάσεων τα προηγούμενα χρόνια. Στην πρώτη σκηνή μεταφερόμαστε σ’ ένα μικρό καφενείο στο λόφο της Μονμάρτρης, παρακολουθώντας ένα σύντομο διάλογο μεταξύ ενός ευκατάστατου άνδρα (Κυρίου) κι ενός γκαρσονιού για τα ηθικά μέτρα της εποχής. Δίπλα στη συζήτηση αυτή εκτυλίσσεται δράση που περικλείει τους πραγματικά ηττημένους του πολέμου: Παιδιά, φτωχές γυναίκες που πουλάνε κονκάρδες, έναν εργάτη, τον Ζαν, που όντας άνεργος βοηθάει τη μητέρα του.

«Ο ΚΥΡΙΟΣ: Το κέρδος! Παντού το κέρδος! Κι εν τω μεταξύ οι Πρώσοι πολεμάνε.

ΓΚΑΡΣΟΝΙ: Κέρδη με κάθε τρόπο, κύριε, μικρά κι ύστερα μεγάλα.»12

Στη θέα του ταλαιπωρημένου τμήματος της Εθνοφρουράς την οποία απαρτίζουν ο Πάπα, ένας μεσήλικας οικοδόμος, ο Κοκό, ένας ρολογάς, ο Φρανσουά Φορ, ένας νεαρός ιεροσπουδαστής, οι οποίοι επιστρέφουν τραυματισμένοι από τη μάχη μαζί με έναν αιχμάλωτο Γερμανό ιππέα τον οποίο κοροϊδεύει ένα τσούρμο από παιδιά, όμως οι στρατιώτες του συμπεριφέρονται με συντροφική φροντίδα, ο ευκατάστατος Κύριος προβλέπει πως «αυτός ο πόλεμος δε θα τραβήξει πολύ. (...) κάθε κέρδος που θα μπορούσε να βγει απ’ αυτόν τον πόλεμο βγήκε. Το λεμόνι στύφτηκε ως την τελευταία σταγόνα»13.

Οι ταλαιπωρημένοι στρατιώτες ζητούν από το γκαρσόνι να πιουν κρασί, στο άκουσμα όμως της τιμής του δυσανασχετούν:

«ΠΑΠΑ: (...) Τρελός είναι κείνος που πολεμάει για τριάντα σκούδα την ημέρα! Ακριβώς για μισό ποτήρι κρασί (...) Αν διώξαμε τον βρωμιάρη Αυτοκράτορα, κύριε, ανακηρύξαμε τη δημοκρατία και σχηματίσαμε την Εθνοφρουρά, δεν το κάναμε για να πλουτίζουν άλλοι και μεις να δυστυχούμε.»14

Ο ευκατάστατος Κύριος αναφωνεί πως τα όσα διεκδικούν πλέον οι στρατιώτες θα οδηγήσουν τη χώρα στο χείλος της αναρχίας. Ο Πάπα του απαντά πως ο πραγματικός εχθρός τούς περίμενε στα σπίτια τους, έπινε το κρασί τους και πάνω απ’ όλα καθόριζε τη φτώχεια τους. Με άλλα λόγια, πως ο εσωτερικός εχθρός ήταν ακόμα πιο δυνατός τώρα προς το τέλος του πολέμου.

«ΠΑΠΑ: (...) Αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε ποιοι είναι οι πραγματικοί πολιορκητές: Πριν απ’ όλα σεις και οι όμοιοί σας ή μήπως οι Πρώσοι ακριβαίνουν τις πατάτες;»15

Παράλληλα, ξεκινάει η πορεία του 101ου Τμήματος προς το Δημαρχείο, με λάβαρα και μπαγιονέτες με καρφωμένα καρβέλια, σηματοδοτώντας τα γεγονότα του Γενάρη του 1871, τη συνθηκολόγηση της 28ης Γενάρη 1871 και τη διαχεόμενη δυσαρέσκεια των τμημάτων της Εθνοφρουράς που χάνει την εμπιστοσύνη προς την κυβέρνηση και αρνείται να παραδώσει τα όπλα.

Ο φακός του Μπρεχτ με αριστουργηματικό τρόπο μας μεταφέρει σε ένα άλλο σημείο του Παρισιού, στο διαμέρισμα του Θιέρσου, πρωθυπουργού της κυβέρνησης των Βερσαλλιών, ενώ ετοιμάζεται να πάρει το λουτρό του και συνομιλεί με τον υπουργό Εξωτερικών Ζυλ Φαβρ. Οι δύο άντρες συνομιλούν για την αντιμετώπιση της κατάστασης που διαμορφωνόταν πλέον σε πολλές πόλεις της Γαλλίας και φούντωνε και στο Παρίσι. Το απόσπασμα που παραθέτουμε είναι ενδεικτικό του τρόπου με τον οποίο ο Μπρεχτ παρουσιάζει το ζήτημα της «υπεράσπισης» του Παρισιού, όπως λογίζεται από τους εκπροσώπους της αστικής τάξης, αλλά και των προθέσεων της κυβέρνησης «Εθνικής Άμυνας» απέναντι στον εξεγερμένο λαό του Παρισιού και την οργανωμένη Εθνοφρουρά.

«ΘΙΕΡΣΟΣ (Πίνοντας ένα ποτήρι γάλα.): Αυτός ο πόλεμος! Πρέπει να τελειώνει. Το γεγονός αρχίζει να γίνεται τερατώδες. Τον κάναμε, τον χάσαμε. Τι άλλο πρέπει να περιμένουμε;

ΦΑΒΡ: Συλλογιστείτε τις αξιώσεις των Πρώσων! Ο κύριος Βίσμαρκ μιλάει για πέντε δισεκατομμύρια αποζημίωση, για προσάρτηση της Αλσατίας και Λωραίνης, να κρατήσει αιχμαλώτους πολέμου και να κατέχει όλα τα φρούρια μέχρις ότου ικανοποιηθούν όλες οι απαιτήσεις του. Αυτό θα ’ταν καταστροφή της Χώρας!

ΘΙΕΡΣΟΣ: Μα και οι αξιώσεις αυτών των Παρισινών δεν είναι καταστροφή; (...)

ΦΑΒΡ: (...) Ο κασσίτερος κι ο σίδηρος της Λωραίνης είναι το βιομηχανικό μέλλον της Γαλλίας.

ΘΙΕΡΣΟΣ: Και τους αστυνομικούς μας, που τους ρίχνουν κι αυτούς στο Σηκουάνα; Προς τι λοιπόν ο σίδηρος και ο κασσίτερος αν έχουμε την Κομμούνα;

ΦΑΒΡ: Πέντε δισεκατομμύρια! Μα είναι όλο το εμπόριό μας.

ΘΙΕΡΣΟΣ: Είναι το τίμημα που θα πληρώσουμε για την τάξη.

ΦΑΒΡ: Η Πρωσία παίρνει την πρώτη θέση στην Ευρώπη για τρεις γενεές!

ΘΙΕΡΣΟΣ: Και μεις εξασφαλίζουμε την εξουσία μας για πέντε.»16

Μολονότι για τον Φαβρ το άμεσο πολιτικό καθήκον ήταν οι όροι της διαπραγμάτευσης με τον Μπίσμαρκ, ο Θιέρσος παρουσιάζεται να υπολογίζει το κόστος μιας ανεξέλεγκτης κατάστασης στο Παρίσι. Εκείνο που ιεραρχεί είναι ο άμεσος τερματισμός του εσωτερικού πολέμου που έχει ξεσπάσει με τμήμα των εργατών κι εργατριών του Παρισιού και η εγκαθίδρυση των απαραίτητων ερεισμάτων της εξουσίας της αστικής τάξης της Γαλλίας, ακόμα κι αν έπρεπε να εξασφαλίσει τη συνδρομή του Μπίσμαρκ ως όρο της εξασφάλισης των πολεμικών αποζημιώσεων τις οποίες του όφειλε η Γαλλία. Έγραφε ο Μαρξ στον Εμφύλιο πόλεμο στη Γαλλία:

«Οπωσδήποτε κάτι πρέπει να τους έκανε να βιάζονται πάρα πολύ, γιατί ο Θιέρσος και ο Ζυλ Φαβρ, στο όνομα της πλειοψηφίας της συνέλευσης του Μπορντώ, ζητούσαν ξεδιάντροπα από τα πρωσικά στρατεύματα να καταλάβουν το Παρίσι. Ωστόσο, αυτό δε συμφωνούσε με την πολιτική του Μπίσμαρκ, όπως ο ίδιος διηγήθηκε κοροϊδευτικά και δημόσια στους έκθαμβους φιλισταίους της Φρανκφούρτης όταν γύρισε στη Γερμανία.»17

Το ζήτημα της υπεράσπισης του Παρισιού παρουσιάζεται στο έργο του Μπρεχτ στις δύο διαφορετικές προσεγγίσεις: Για τον Θιέρσο, ως εκπρόσωπο της αστικής τάξης της Γαλλίας, και τους εργάτες, υπερασπιστές του Παρισιού. Κατά τον Θιέρσο, το ζήτημα της υπεράσπισης της πατρίδας για το λαό του Παρισιού τίθεται σε μια αρκετά ρομαντική διάσταση, ενώ ο πολιτικός πραγματισμός την εξετάζει στη βάση της αξίας που έχει αναφορικά με τη διατήρηση της εξουσίας και της κυριαρχίας της αστικής τάξης:

«Αυτοί μιλάνε για το Παρίσι σα να πρόκειται για ιερό χώρο, που προτιμούν να το παραδώσουν στις φλόγες παρά να το αφήσουν στον εχθρό. Ξεχνούν ότι αποτελείται από υλικές αξίες. Και το ξεχνούν γιατί δεν έχουν τίποτα δικό τους. Ο συρφετός είναι διατεθειμένος να τα τινάξει όλα στον αέρα. (…) αλλά για την εξουσία, για μας, το Παρίσι δεν είναι ένα σύμβολο, είναι η ιδιοκτησία μας...»18

Η αστική τάξη, άλλωστε, έχοντας ορίσει ως θεμέλιο του πολιτισμού την ατομική ιδιοκτησία, την αναδεικνύει και ως το μοναδικό στοιχείο που οφείλει να υπερασπιστεί τόσο από τον εξωτερικό σφετεριστή όσο και από το ενδεχόμενο της βίαιης κατάλυσής της από την εργατική τάξη και τους συμμάχους της.

«ΘΙΕΡΣΟΣ: (...) Το θεμέλιο του πολιτισμού μας είναι η ιδιοκτησία, πρέπει να την υπερασπισθούμε έναντι οιουδήποτε τιμήματος. Πώς; Τολμούν να μας δίνουν διαταγές, να μας πουν τι οφείλουμε να τους δώσουμε και τι επιτρέπουν να κρατήσουμε για μας19

Στο όνομα της εξυπηρέτησης της απρόσκοπτης κυριαρχίας της αστικής τάξης, ο Θιέρσος καλεί να καταπνιγεί στο αίμα η επανάσταση, να καθαρίσει το Παρίσι όσο το δυνατόν πιο γρήγορα, καθώς εκείνο το οποίο προέχει είναι να τερματιστεί ο πόλεμος με το Παρίσι όσο το δυνατό γρηγορότερα. Επ’ αυτού ο Φαβρ επισημαίνει τις προθέσεις του Μπίσμαρκ και την αμέριστη συμπάθειά του στην κυβέρνηση του Θιέρσου και τις επιδιώξεις αυτές. Κατόπιν των όσων φαίνεται να είναι διατεθειμένη να πράξει η πλευρά του Μπίσμαρκ, ο Θιέρσος αποκαλύπτει το περιεχόμενο της ειρήνης των αστών.

«ΘΙΕΡΣΟΣ: (...) αν στις ρήτρες της συνθηκολόγησης παρεμβάλουμε ως πρώτο όρο ότι η αποζημίωση θα είναι 500 εκατομμύρια και θα είναι πληρωτέα μόνον μετά την πραγματική ειρήνευση του Παρισιού; Έτσι, ο κ. Βίσμαρκ θα βρεθεί να ενδιαφέρεται για τη νίκη μας. Θα προτιμούσα μάλιστα να χρησιμοποιούμε κάπως συχνότερα αυτήν τη λέξη: Ειρήνευση. Είναι από κείνες τις λέξεις που περιλαμβάνουν τα πάντα.»20

 

«ΤΑ ΚΑΝΟΝΙΑ ΔΕΝ ΕΠΙΣΤΡΕΦΟΝΤΑΙ»: ΟΙ ΚΑΤΟΙΚΟΙ ΤΟΥ ΠΑΡΙΣΙΟΥ ΑΡΝΟΥΝΤΑΙ ΤΟΥΣ ΟΡΟΥΣ ΤΗΣ ΓΑΛΛΟΠΡΩΣΙΚΗΣ ΑΝΑΚΩΧΗΣ

Στα σχέδια αυτά «το οπλισμένο Παρίσι ήταν το μόνο σοβαρό εμπόδιο (…). Το Παρίσι έπρεπε λοιπόν ν’ αφοπλιστεί. (…) Και ενώ οι συνωμότες έβγαζαν αυθάδικα στη φόρα τον αληθινό σκοπό του αφοπλισμού του Παρισιού, το καλούσαν να καταθέσει τα όπλα, με ένα πρόσχημα που αποτελούσε το πιο φωναχτό και ξεδιάντροπο ψέμα.»21

Επιστρέφοντας στην αφήγηση του Μπρεχτ, μεταφερόμαστε ξημερώματα της 18ης Μάρτη, παραμονές της εισβολής των στρατευμάτων του Θιέρσου στην οδό Πιγκάλ, μεταξύ στρατιωτών που φυλάνε τα κανόνια, αλλά και των γυναικών που αναμένουν στο φούρνο για ένα κομμάτι ψωμί.

«ΓΥΝΑΙΚΕΣ:

– Το άσπρο ψωμί του πατρός Θιέρσου! Για να χάψουμε καλύτερα την αισχρή ειρήνη του.

– Το Παρίσι για πέντε τόνους αλεύρι.»22

Οι γυναίκες μάλιστα, αναθεματίζοντας τον πόλεμο, επισημαίνουν πως όσοι πλήρωσαν το τίμημα του πολέμου, εκείνοι θα πληρώσουν και το τίμημα της ειρήνης που θα συμφωνηθεί μεταξύ Γαλλίας και Πρωσίας. Παράλληλα, στα λόγια των γυναικών αποκαλύπτεται η σκευωρία που επιχειρείται μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας, όπου, από άσπονδοι εχθροί, συνασπίζονται μπροστά στον πραγματικό εχθρό, τους λαούς των χωρών τους.

«ΓΥΝΑΙΚΕΣ: (...)

– Και ποιος θα πληρώσει την ειρήνη;

– Εμείς, πολίτισσα! Και κανένας άλλος! Εκείνοι που δεν έχουν τίποτα, εκείνοι και πληρώνουν...»23

Οι πρώτες «διακηρύξεις» της Ειρήνης του Θιέρσου επιβεβαιώνουν τις υποψίες των γυναικών. Οι λέξεις που διαβάζονται από την αφίσα της κυβέρνησης, «πρέπει η τάξις ν’ αποκατασταθεί ολόκληρος, άμεσος, αναλλοίωτος», βρίσκουν τις γυναίκες σε αναβρασμό, ενώ μόνο τότε η φουρνάρισσα, καθησυχασμένη για την ασφάλεια της ιδιοκτησίας της, αρχίζει να βγάζει τις σιδερένιες μπάρες που έκλειναν την προθήκη του μαγαζιού της. Ακόμη ένα απόσπασμα είναι ενδεικτικό του τρόπου που γίνεται αντιληπτή η εξαπάτηση που επιδιώκεται, το ακόλουθο από την ίδια Πράξη:

«ΦΟΥΡΝΑΡΙΣΣΑ: Διαδηλώσεις! Όλο διαδηλώσεις! Νομίζω πως το άσπρο ψωμί, που δίνει η Κυβέρνηση, λέει πολλά.

ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ: Άσπρο ψωμί κι από πάνω τάξη, έπειτα, χμ, πλήρωσε και τα νοίκια.

ΜΠΑΜΠΕΤ: Το χαρτί είναι ακόμα νωπό. Φαίνεται ότι βιάζονται...

ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ: Το ψωμί φέρνει πρήξιμο, έτσι δεν είναι; Οι τρανοί δεν μπορούν να σου πετάξουν μια μπουκιά ψωμί χωρίς να πετάξουν και μερικές φράσεις περί τάξεως (...)»24

Αμέσως εμφανίζονται οι εκπρόσωποι της κυβέρνησης που ετοιμάζονται να πάρουν το κανόνι της οδού Πιγκάλ. Οι γυναίκες αναλαμβάνουν την υπεράσπιση του κανονιού.

«ΓΥΝΑΙΚΕΣ: Ε, σεις κει κάτω! Τα κανόνια είναι δικά μας. Η συνοικία τα αγόρασε με έρανο, τα ’χουμε πληρωμένα με την πεντάρα μας.»25

Ο νεαρός Φιλίπ, ο γιος της Φουρνάρισσας μαζί, με μια αντιπροσωπία στρατιωτών πιστών στην κυβέρνηση των Βερσαλλιών εμποδίζεται από το συγκεντρωμένο πλήθος των γυναικών και τελικά αποθαρρύνεται από το να εκτελέσει τις διαταγές. Οι γυναίκες ενημερώνουν τον Ζαν, το γιο της κυρα-Καμπέ:

«ΖΕΝΕΒΙΕΒ: Ξυπνήστε τον Ζαν, ζητάνε το κανόνι σας. (Ξαναγυρίζει τρέχοντας.) Δεν το θέλετε για τους Πρώσους, το θέλετε για τον κύριο Θιέρσο. Το ’χει ανάγκη για να το γυρίσει κατά πάνω μας, μην τους τα δίνετε, πολίτισσες.»26

Η σκηνή αναδεικνύει ορισμένες συγχύσεις που επικρατούν εκείνη την περίοδο, όπως την αυταπάτη πως η επίλυση των αντιθέσεων μεταξύ του Παρισιού και της κυβέρνησης του Θιέρσου θα μπορούσε να λυθεί αναίμακτα. Η Ζενεβιέβ, μια δασκάλα, αναφωνεί «να μη χυθεί άλλο αίμα», αλλά και στα λόγια του Πάπα για τα άμεσα καθήκοντα σε σχέση με τους εκπροσώπους των Βερσαλλιών «το παν είναι ο διάλογος». Μολονότι προδιαγράφονται οι αδυναμίες που θα διατηρηθούν και στη συνέχεια της πλοκής μπορούν να οδηγήσουν σε οδυνηρή πορεία το λαό του Παρισιού, η μάχη για τα κανόνια θα είχε κερδηθεί.

«ΖΕΝΕΒΙΕΒ: Το κανόνι ανήκει στη μαντάμ Καμπέ που μένει σ’ αυτό το σπίτι. Όσο μπορείτε να της πάρετε τις κατσαρόλες, άλλο τόσο και το κανόνι.

ΠΑΠΑ: Ζήτω η μαντάμ Καμπέ, αποκλειστική ιδιοκτήτρια του κανονιού της οδού Πιγκάλ. (Την σηκώνει στα χέρια και την καθίζει στο κανόνι.) (...)»27

Ο Μαρξ θα έγραφε στον Εμφύλιο πόλεμο στη Γαλλία για τη μέρα που μας περιγράφει ο Μπρεχτ στη σκηνή αυτή:

«Τα ξημερώματα της 18 του Μάρτη 1871, το Παρίσι ξύπνησε με τη βροντερή ιαχή: “Ζήτω η Κομμούνα!” (…) Οι προλετάριοι του Παρισιού, έλεγε η Κεντρική Επιτροπή στη διακήρυξή της στις 18 Μάρτη, μέσα από τις αποτυχίες και τις προδοσίες των κυρίαρχων τάξεων κατάλαβαν ότι είναι η ώρα να σώσουν την κατάσταση, παίρνοντας στα χέρια τους τη διεύθυνση των δημόσιων υποθέσεων (…) ότι είναι επιτακτικό το καθήκον και απόλυτο δικαίωμά τους να γίνουν κύριοι της τύχης τους και να πάρουν στα χέρια τους την κυβερνητική εξουσία.»28

Η σκηνή ολοκληρώνεται ενώ ακολουθούν δύο ακόμη Πράξεις στο Δημαρχείο, όπου η νέα εξουσία διώχνει τους Δημάρχους και την πράξη ίδρυσης της Κομμούνας και των διακηρύξεών της για την κατάργηση του τακτικού στρατού και την αντικατάστασή του από τον ένοπλο λαό, την απαγόρευση της νυχτερινής εργασίας, τη διαγραφή των χρεών, την απαγόρευση κάθε πώλησης ενέχυρων, την κατάργηση των γραφείων εξεύρεσης εργασίας που είχαν μετατραπεί σε δουλεμπορικά κέντρα για τους εργάτες και τις οικογένειές τους, το διαχωρισμό της Εκκλησίας από το κράτος, εκδίδεται το περίφημο διάταγμα με το οποίο τα εργοστάσια που εγκαταλείπονται από τους εργοδότες παραδίνονται στους εργάτες οι οποίοι τα διοικούν κι εκκινούν την παραγωγή. Όπως έγραφε ο Μαρξ:

«Το μεγάλο κοινωνικό μέτρο της Κομμούνας ήταν η ίδια της η ύπαρξη, η εργασία της. Τα ειδικά μέτρα της μπορούσαν να υποδείξουν την κατεύθυνση προς την οποία κινείται μια κυβέρνηση του λαού από τον ίδιο το λαό.»29

 

Η ΚΑΙΡΟΣΚΟΠΟΣ ΦΟΥΡΝΑΡΙΣΣΑ, Ο ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΙΤΗΣ, ΚΑΙ ΟΙ ΕΧΘΡΟΙ ΤΗΣ ΚΟΜΜΟΥΝΑΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΥΣ ΚΟΛΠΟΥΣ ΤΗΣ

Ποιοι όμως ήταν οι εχθροί που διατηρούνταν ακόμα στους κόλπους της Κομμούνας; Η κριτική του Μπρεχτ αφουγκράζεται την πείρα και τα πολύτιμα συμπεράσματα που πρώτοι γενίκευσαν για την επαναστατική πάλη οι Μαρξ, Ένγκελς και Λένιν κι εστιάζει σε ορισμένα μεμονωμένα στοιχεία της κοινωνίας της Κομμούνας, που κανονικά θα μπορούσαν να περάσουν εντελώς αδιάφορα στον αναγνώστη, ωστόσο προσδιορίζουν τις αδυναμίες της πρώτης απόπειρας της ανθρωπότητας ν’ αποτινάξει από πάνω της τα δεσμά της εκμετάλλευσης. Η ίδια η Κομμούνα αποτέλεσε το μεγαλύτερο δίδαγμα για την ταξική πάλη. Ο Λένιν στο Κράτος και Επανάσταση θα έγραφε πως:

«Η Κομμούνα είναι η μορφή που “τελικά ανακάλυψε” η προλεταριακή επανάσταση, η μορφή με την οποία μπορεί να συντελεστεί η οικονομική απελευθέρωση της εργασίας. Η Κομμούνα είναι η πρώτη απόπειρα της προλεταριακής επανάστασης να συντρίψει την αστική κρατική μηχανή και η πολιτική μορφή που “τελικά ανακάλυψε” και με την οποία μπορεί και πρέπει ν’ αντικατασταθεί αυτό που έχει συντριβεί.»30

Εκεί όπου ο Λένιν εντοπίζει πως «το προλεταριάτο σταμάτησε στη μέση του δρόμου: Αντί ν’ αρχίσει την “…απαλλοτρίωση των απαλλοτριωτών”, παρασύρθηκε από το όνειρο να εγκαθιδρύσει ανώτερη Δικαιοσύνη σε μια χώρα που να την ενώνει το πανεθνικό καθήκον. Δεν κατάλαβε, λ.χ., τέτοια ιδρύματα, σαν την Τράπεζα, οι θεωρίες των προυντονιστών για “δίκαιη ανταλλαγή” κτλ. επικρατούσαν ανάμεσα στους σοσιαλιστές»31, ο Μπρεχτ βλέπει μια ιδιοκτήτρια ενός φούρνου η οποία ανοιγοκλείνει το φούρνο της ανάλογα με την πορεία της Κομμούνας:

«ΦΟΥΡΝΑΡΙΣΣΑ: Θα ’χουμε οπωσδήποτε φασαρίες. Αν μάλιστα φτιάξουν και την περίφημη Κομμούνα τους, τότε θα ιδείς το πλιάτσικο. Θα τα μοιράσουν όλα κι όταν ο καθένας θα ‘χει πάρει το μερτικό του θα τα ξαναμοιράσουν...»32

Ανάμεσα στους εχθρούς της Κομμούνας που συγκεντρώνονται στο Σταθμό του Βορρά –πλήθος αντικαθεστωτικών εφημεριδοπώληδων που διαλαλούν τα πρωτοσέλιδα εφημερίδων εχθρικών προς την Κομμούνα, γυρολόγων που πουλάνε κλοπιμαία ή εκποιημένα είδη πολυτελείας των αναχωρούντων αριστοκρατών, αριστοκράτισσες που συγχρωτίζονται στις αποβάθρες για να καταφύγουν στις Βερσαλλίες– εκεί συναντάμε και περιπτώσεις εχθρών της Κομμούνας που θα παραμείνουν, καθώς εκπληρώνουν τα καθήκοντά τους για την τάξη τους. Τέτοια είναι και η περίπτωση του Τραπεζίτη Ντε Πολέκ. Στη Σκηνή 8, ο Μπρεχτ εμφανίζει ξανά το μαρκήσιο της αποβάθρας που βοηθούσε τους αριστοκράτες να παίρνουν τα πλούτη τους μαζί τους έξω από το Παρίσι, να διαπραγματεύεται με τον επίτροπο Μπεσλέ τους όρους δανεισμού της Κομμούνας.

«ΝΤΕ ΠΟΛΕΚ: Η πλέον διάπυρος ελπίς μου είναι όπως αναγνωρισθούν υπό της Κομμούνας τα δικαιώματα της Τραπέζης της Γαλλίας και η θέσις της υπεράνω κομμάτων.

ΜΠΕΣΛΕ: Κύριε μαρκήσιε, δε συζητάτε με ληστές, αλλά με έντιμους ανθρώπους...»33

«ΝΤΕ ΠΟΛΕΚ: (...) διορίσατε μιαν διοίκησιν επί των οικονομικών, δε θέλω να γνωρίζω τινί τρόπω, αλλά δείξατέ μου ένα έγγραφον εις το οποίον να δυνηθώ να αναγνωρίζω μιαν νομιμότητα.»34

«ΝΤΕ ΠΟΛΕΚ: (...) Όσο απομεμακρυσμέναι κι αν φαίνονται αι θέσεις μας, ας συνεργασθούμε. Ας σκεφθούμε από κοινού διά τα μέσα με τα οποία θα ικανοποιήσουμε τας ανάγκας αυτής της μεγάλης πόλεως, η οποία μας είναι τόσο αγαπητή, χωρίς να παραβιάσουμε ασυστόλως τους τόσον περίπλοκους κανόνας του γηραιού τούτου ιδρύματός μας! Αλλά φευ! Θα είμαι πλήρως εις την διάθεσίν σας.

ΜΠΕΣΛΕ: Κι εγώ το ίδιο, κύριε μαρκήσιε, είμαι στη διάθεσή σας για μια φιλική διαπραγμάτευση.»35

Ο Μπεσλέ στην επόμενη συνέλευση στο Δημαρχείο θα κρατήσει μετριοπαθή στάση αναφορικά με το ζήτημα απαλλοτρίωσης της Τράπεζας, ενώ θα υπονοήσει ότι η διοίκηση της Κομμούνας θα πρέπει να έρθει σε συνεννόηση με την Τράπεζα της Γαλλίας αν θέλει να της εξασφαλιστεί οικονομική χρηματοδότηση για τις ανάγκες της.

 

ΓΙΑ ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ «ΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΥ» ΩΣ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΤΗΣ ΚΟΜΜΟΥΝΑΣ

Παράλληλα, ο Μπρεχτ στέκεται σε μια σκηνή όπου είναι από τις πλέον πιο ήρεμες αναφορικά με τη σκηνική δράση, για να δώσει το λόγο στους ίδιους τους Κομμουνάρους να εκτιμήσουν τις αδυναμίες της νεοσύστατης αυτής κοινωνίας. Εκεί τοποθετεί τον Λανζεβέν, ο οποίος εργάζεται έως αργά στο πόστο του, και τη Ζενεβιέβ, η οποία τον επισκέπτεται για να τον πάρει και να επιστρέψουν στο σπίτι τους.

«ΛΑΝΖΕΒΕΝ: (…) Τι λάθη κάνουμε! Τι λάθη έχουμε κάνει! Φυσικά κι έπρεπε να βαδίσουμε χωρίς καθυστέρηση εναντίον των Βερσαλλιών από τις 18 Μαρτίου. Αν είχαμε τον καιρό βέβαια. Αλλά η ώρα του λαού είναι μία. Αλίμονο αν δεν είναι τότε επί ποδός, έτοιμος να χτυπήσει πάνοπλος. (…)

Είναι ανεκτικοί απέναντί μας. Πρώτο: Το δικαίωμα στη ζωή! Θαυμάσιο, μα πώς να το πραγματοποιήσουμε; Κοίτα παρακάτω: Ωραία λόγια, αλλά τι αξίζουν στην πραγματικότητα; Δεύτερο: Αυτό θα σημαίνει να ’χεις επίσης και την ελευθερία να κάνεις επιχειρήσεις, να ζεις εις βάρος του λαού, να μηχανορραφείς εναντίον του λαού και να υπηρετείς τους εχθρούς του λαού; Τρίτο: Μα ποιος καθορίζει τη συνείδησή του; Θα στο πω: Οι αφεντάδες την διαθέτουν, και μάλιστα από την κούνια τους. Τέταρτο: Επιτρέπεται λοιπόν στα σκυλόψαρα του Χρηματιστηρίου, σ’ αυτούς που ξερνούν μελάνι στον πουλημένο Τύπο, στους χασάπηδες με στολή και σ’ όλες τις μικρότερες βδέλλες, επιτρέπεται λοιπόν σ’ αυτούς να συγκεντρώνονται στις Βερσαλλίες και, πέμπτο: Να “διαδηλώνουν τη σκέψη τους” εναντίον μας, με την κατοχύρωση μάλιστα του σημείου πέντε; Δηλαδή είναι κατοχυρωμένη η ελευθερία του ψεύδους ακόμα; Στο σημείο έξι επιτρέπουμε στους ψεύτες να εκλέγονται από ένα λαό που το σχολείο του, η Εκκλησία, ο Τύπος και οι πολιτικοί διαστρεβλώνουν όλες τις ιδέες. Και πού το βρήκανε λοιπόν γραμμένο να κατέχουν την Τράπεζα της Γαλλίας, μ’ όλο τον πλούτο που ’χουμε μαζέψει με τα ίδια μας τα χέρια; Μ’ αυτά θα μπορούσαμε ν’ αγοράσουμε όλους τους στρατηγούς κι όλους τους πολιτικούς, τόσο τους δικούς μας όσο και του Βίσμαρκ. Μόνο ένα άρθρο χρειαζότανε: Το δικαίωμά μας στη ζωή!

ΖΕΝΕΒΙΕΒ: Γιατί δεν το κάναμε;

ΛΑΝΖΕΒΕΝ: Εξαιτίας της ελευθερίας, που την έχουμε παρεξηγήσει. Δεν είμαστε ακόμα αρκετά ώριμοι για ν’ απαρνηθούμε την προσωπική μας ελευθερία, ως τη νίκη της κοινής ελευθερίας, όπως κάνει κάθε στρατιώτης που πολεμάει για τη ζωή του.

ΖΕΝΕΒΙΕΒ: Μήπως θέλαμε απλώς να μη βάψουμε τα χέρια μας με αίμα;

ΛΑΝΖΕΒΕΝ: Ναι, αλλά σ’ αυτήν τη μάχη δε γίνεται αλλιώς, ή θα ’χουμε βαμμένα χέρια ή θα ’χουμε κομμένα χέρια.»36

Στα λόγια των δύο ηρώων βλέπουμε το δεύτερο λάθος που εντοπίζει ο Λένιν, για την υπερβολική μεγαλοψυχία του προλεταριάτου που οδηγούσε σε καθυστερήσεις σχετικά με την αποφασιστικότητα να συντρίψει τα στοιχεία που συντελούσαν στο πισωγύρισμα, ενίσχυαν τις δυνάμεις της Αντίδρασης και της έδιναν τον απαραίτητο χώρο και το χρόνο να ανασυνταχτεί με ιδεολογικά και πολεμικά μέσα.

Οι αδυναμίες εκφράζονται και κατά τη διάρκεια των συνελεύσεων της Κομμούνας στο Δημαρχείο, όπου όλα τα επιμέρους στοιχεία σύντομων σκηνών, τις οποίες έχει παραθέσει νωρίτερα ο Μπρεχτ, παίζουν ιδιαίτερο ρόλο για το πώς εκφράζονται οι διαθέσεις μέσω της θεατρικής σύμβασης ενός Χορού (κραυγές των εκπροσώπων της Κομμούνας), αλλά και τις μετατοπίσεις των όσων προασπίζονται οι διακριτές φυσιογνωμίες που ανεβαίνουν στο βήμα. Ο Μπρεχτ μέσα από τους διαλόγους αυτούς δίνει τη διαπάλη που διεξαγόταν όλο εκείνο το διάστημα ανάμεσα στους εκπροσώπους της Κομμούνας, σοσιαλιστές, προυντονιστές, μπλανκιστές. Αντιλήψεις που συγκρούονταν για το χαρακτήρα του νέου κράτους, την οργάνωση της νέας εξουσίας, τα χαρακτηριστικά της άσκησης πολιτικής, αλλά και των άμεσων πολιτικών καθηκόντων της Κομμούνας.

Στο πρόσωπο του Βαρλέν συμβολίζεται αρχικά μια σχετική μεταβολή στις αντιλήψεις τμήματος των σοσιαλιστών που συντελείται από την όποια πείρα αποκομίζουν εκείνο το διάστημα. Πολύ περισσότερο όμως, η ηρωική μορφή του Βαρλέν προβάλλει ως η προσωποποίηση των πιο ολοκληρωμένων συμπερασμάτων του μαρξισμού-λενινισμού από την πάλη της Κομμούνας. Στη Σκηνή 9, εν μέσω αντιδράσεων που καλούν σε ειρηνική συνεργασία των κοινωνικών δυνάμεων που δρουν μέσα στην Κομμούνα, ο Βαρλέν θα πει:

«ΒΑΡΛΕΝ: (…) δεν αρκεί να πάρουμε στα χέρια μας το μηχανισμό του κράτους. Αυτός ο μηχανισμός δεν προσαρμόζεται στους σκοπούς μας. Πρέπει να τον καταστρέψουμε από τα θεμέλια ως την κορυφή, κι αυτό δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο με τη βία.»37

Ο Βαρλέν συμφωνεί με την πρόταση του Λανζεβέν για ανάπτυξη συνεργασίας μόνο με επιχειρήσεις που διοικούνται από συνεταιρισμούς, ακυρώνοντας όλες τις προηγούμενες συμφωνίες, αν και θέτει ως βασικότερο την κατάληψη της Τράπεζας. Οι κραυγές ζητούν να κατέβουν οι τόνοι και τότε ο Ριγκό κάνει μια ιστορική προσέγγιση της εμφάνισης της εργατικής τάξης της Γαλλίας και της πορείας της μέσα από τους σκληρούς ταξικούς αγώνες του 1830, του 1848, μέσα από την οποία καταλήγει στην αναγκαιότητα η Κομμούνα να προχωρήσει τη διαδικασία της απαλλοτρίωσης των απαλλοτριωτών και να διεξάγει άμεσα ένοπλο αγώνα απέναντι στις Βερσαλλίες πριν ανασυγκροτήσει δύναμη ικανή να αποκρούσει ή και να κινηθεί ενάντια στο Παρίσι. Οι προτάσεις του πνίγονται σε κραυγές που καταγγέλλουν την απόπειρα «εμφύλιου πολέμου», της «βίας» και πρέπει να ιδωθούν σε συνάρτηση με τα στοιχεία που διατηρούνται στους κόλπους της Κομμούνας κι επιδρούν στη διαμόρφωση πολιτικής συνείδησης, αλλά και της απουσίας οργανωμένης πολιτικής και ιδεολογικής πρωτοπορίας. Ανάμεσα στην προσπάθεια κατευνασμού ακούγονται εκφράσεις ολοκληρωτικά προδοτικές για την υπόθεση της νίκης της επανάστασης, που αποκηρύσσουν την ένοπλη μορφή που, πέρα κι ανεξάρτητα από τις επιθυμίες της Κομμούνας, θα λάβει νομοτελειακά η ταξική πάλη, πως δήθεν «ο σοσιαλισμός δεν έχει ανάγκη από ξιφολόγχες για να νικήσει»38. Ο Ριγκό προειδοποιεί ότι οι Βερσαλλίες κινούνται ήδη ενάντια στη Μασσαλία και τη Λιόν όπου κυματίζει η κόκκινη σημαία με την αμάθεια και τις προκαταλήψεις και καλεί να σπάσουν τον αποκλεισμό μεταφέροντας στην καρδιά της υπαίθρου το μήνυμα της επανάστασης.

 

Η ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗΣ ΜΙΑΣ ΝΕΑΣ ΣΧΕΣΗΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ Ο ΚΑΘΟΔΗΓΗΤΙΚΟΣ ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ

Στη σκηνή του Υπουργείου, ο Λανζεβέν, συζητώντας με τη Ζενεβιέβ, θίγει το ζήτημα της ανωριμότητας του θυρωρού, στο πρόσωπο του οποίου συμπυκνώνεται η συνολική θέση των εργαζόμενων, οι οποίοι αποτιμούν τη σημασία της δουλειάς τους με γνώμονα το ύψος του μισθού τους. Η Ζενεβιέβ δίνει την απάντηση στο ερώτημα πώς διαμορφώνεται μια πρωτοπόρα στάση στο κομμάτι της εργασίας:

«ΖΕΝΕΒΙΕΒ: Δε φταίει αυτός. Τι παράδειγμα έχει; Εκείνοι που κατείχαν τα πόστα των υπουργών και των γενικών διευθυντών, το σκάσανε μπροστά στους χαμηλούς μισθούς. Και όλοι οι υπάλληλοι, ακόμα και οι κατώτεροι, εγκαταλείπουν το Παρίσι στο σκοτάδι, στη βρώμα και στην αμάθεια. Και είναι απαραίτητοι!

ΛΑΝΖΕΒΕΝ: Αυτό είναι το σοβαρότερο. Το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι να γίνουν αναντικατάστατοι. Αυτό κρατάει χιλιάδες χρόνια. Θα χρειαστεί να βρούμε ανθρώπους που να οργανώσουν τη δουλειά τους, έτσι που σε κάθε στιγμή να μπορούν να αντικατασταθούν. Αυτοί που θα απλοποιήσουν την εργασία, αυτοί θα είναι οι μεγάλοι οικοδόμοι του μέλλοντος...»39

Σημαντικό στοιχείο στην οικοδόμηση των νέων σχέσεων παραγωγής είναι η συνειδητή προσπάθεια του νέου εργατικού κράτους να καλλιεργήσει την αλλαγή στην αντίληψη για την εργασία. Στόχος που θίγεται είναι η κατανόηση πως η ίδια η εργασία οφείλει να εξετάζεται στη νέα εργατική κοινωνία με διαφορετικά μέτρα που αφορούν τη κοινωνική ευημερία, την προσπάθεια να απαντώνται οι ολοένα διευρυμένες κοινωνικές ανάγκες. Δηλαδή προσπάθεια του εργατικού κράτους αποτελεί η ανάπτυξη μιας συνειδητής στάσης προς την εργασία, η οποία θα πρέπει να απευθύνεται στο κοινωνικό σύνολο και τις ανάγκες του τις οποίες καλύπτει η εργασία αυτή, γεγονός που προϋποθέτει μια ολότελα διαφορετική αντίληψη για την κοινωνία και τη θέση του εκάστοτε ατόμου. Και εδώ βλέπουμε σε συνθήκες σοσιαλισμού, ανώριμου δηλαδή κομμουνισμού, μια δημιουργική πλευρά του εργατικού κράτους για την οικοδόμηση των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής, η οποία όμως, όπως εξηγείται στη Σκηνή αυτή, δεν μπορεί να προκύψει διακηρυκτικά ή αυθόρμητα. Το εργατικό κράτος φαίνεται από την αποδιοργάνωση του Υπουργείου της Σκηνής, αλλά και τα όσα εκφράζει ο θυρωρός, ότι έχει υποχρέωση να περιφρουρήσει τη διαδικασία αυτή απέναντι στον καιροσκοπισμό, την οκνηρία, και από την άλλη από την έλλειψη πρωτοβουλίας, την παθητικότητα που προκύπτει από την εμπειρία, τη μονομέρεια και τη θεωρητική αδυναμία. Ο Λανζεβέν θα θέσει ένα διαχρονικό προβληματισμό που αντηχεί μέσα στα χρόνια μέχρι και στην εποχή του Μπρεχτ για το καθήκον της δικτατορίας του προλεταριάτου απέναντι στην πακτωμένη από τους αιώνες εκμετάλλευσης της ανθρωπότητας προκατάληψη για την εργασία και την ανταμοιβή της, την κατεύθυνση και την ικανότητα του παραγωγού να σκέφτεται και να αποφασίζει για το αποτέλεσμά της, συνολικά για την ανύψωση του ανθρώπου μέσα από τη νέα κοινωνία.

«ΛΑΝΖΕΒΕΝ: Μην περιμένετε από την Κομμούνα τίποτα περισσότερο απ’ ό,τι απ’ τον εαυτό σας.»40

Το ζήτημα που αναδεικνύεται στο κεντρικό πολιτικό καθήκον είναι ο χαρακτήρας του νέου εργατικού κράτους και η αναγκαιότητα της ύπαρξής του προκειμένου να προάγει την εξέλιξη αυτή. Η διαπάλη που δίνει ο Μπρεχτ στη Σκηνή της συνέλευσης του Δημαρχείου απηχεί και τη διαπάλη της δικής του εποχής για το χαρακτήρα και τις λειτουργίες του σοσιαλιστικού κράτους.

«ΒΑΡΛΕΝ: Τι είναι ανθρωπισμός και τι δεν είναι ανθρωπισμός; Η απάντηση βρίσκεται σ’ ένα ερώτημα, στο μεγάλο ερώτημα: Το κράτος τους ή το δικό μας;

ΚΡΑΥΓΗ: Δε θέλουμε κράτος γιατί δε θέλουμε καταπίεση.

ΒΑΡΛΕΝ: Το κράτος τους ή το δικό μας;

ΚΡΑΥΓΗ: Αν αρχίσουμε να καταπιέζουμε, δε θα μπορέσουμε να εξαιρέσουμε τους εαυτούς μας. Λοιπόν, αγωνιζόμαστε για την ελευθερία.

ΒΑΡΛΕΝ: Αν θέλετε την ελευθερία, πρέπει να καταπιέσετε τους καταπιεστές. Και από την ελευθερία σας, θα θυσιάσετε όση χρειαστεί. Δεν μπορείτε να ’χετε παρά μια ελευθερία: Την ελευθερία να πολεμάτε εκείνους που σας καταπιέζουν41

Ο Μπρεχτ στην καθυστέρηση δημιουργίας της δικτατορίας του προλεταριάτου βλέπει χαμένο χρόνο. Οι καθυστερήσεις στο τσάκισμα των αντεπαναστατικών στοιχείων, αλλά και της διαδικασίας αλλαγής της συνείδησης για την εργασία των μελών της Κομμούνας είναι χρόνος που η Κομμούνα αφήνει στον αντίπαλο για να ανασυνταχτεί και να τσακίσει με αποφασιστικότητα την ίδια και ό,τι πρεσβεύει με την ύπαρξή της.

Ο συμβολισμός του χαλασμένου ρολογιού το οποίο η Ζενεβιέβ βάζει σε κίνηση, η σύμβαση του γέλιου των ηρώων στο θέαμα του ρολογιού που μετράει αντίστροφα υπήρξε ένας έξυπνος κειμενικός τρόπος να επισημανθεί ο επερχόμενος βίαιος τερματισμός της Κομμούνας από τα στρατεύματα που τελούσαν υπό τη διοίκηση των Βερσαλλιών, του Θιέρσου και της αστικής τάξης της Γαλλίας. Η πικρή πείρα που συνέλεξε η Κομμούνα του Παρισιού υπήρξε πολύτιμη για την ανάγκη το προλεταριάτο να κατανοήσει πως «δεν μπορεί να πάρει απλώς στην κατοχή της την έτοιμη μηχανή και να την βάλει σε λειτουργία για την εξυπηρέτηση των δικών της σκοπών», όπως θα έλεγε ο Μαρξ, και το συμπέρασμα αυτό θα επανέφερε και ο Λένιν στα Καθήκοντα του ΣΔΕΚΡ στη Ρωσική Επανάσταση που εκφώνησε στα γερμανικά σε συγκέντρωση Ελβετών εργατών το Μάρτη του 1917 θέτοντάς το ως το πιο σπουδαίο δίδαγμα της Κομμούνας του Παρισιού και της ρωσικής επανάστασης του 1905.42

Από τα παραπάνω φωτιζόταν το αναγκαίο καθήκον για το προλεταριάτο «να “συντρίψει” (…) αυτήν την “έτοιμη” κρατική μηχανή και να την αντικαταστήσει με μια νέα, (…) να οργανώσει και να εξοπλίσει όλα τα φτωχά, τα εκμεταλλευόμενα τμήματα του πληθυσμού, για να πάρουν τα ίδια άμεσα στα χέρια τους τα όργανα της κρατικής εξουσίας, τα ίδια να αποτελέσουν τα όργανα αυτής της εξουσίας»43. Αλλά και το εξίσου σημαντικό συμπέρασμα της αναγκαιότητας δημιουργίας του προλεταριακού κράτους ως «(…) μια μηχανή για την καταστολή της αστικής τάξης από το προλεταριάτο, και [πως] η καταστολή αυτή είναι απαραίτητη λόγω της λυσσαλέας, απεγνωσμένης αντίστασης με κάθε θεμιτό και αθέμιτο μέσο, που προβάλλουν οι τσιφλικάδες και οι καπιταλιστές, ολόκληρη η αστική τάξη και όλα τα τσιράκια της, όλοι οι εκμεταλλευτές, όταν αρχίζει η ανατροπή τους, όταν αρχίζει η απαλλοτρίωση των απαλλοτριωτών»44.

 

Η ΤΑΣΗ ΔΕΝ ΑΝΑΙΡΕΙΤΑΙ ΠΑΡΑ ΤΗΝ ΟΠΙΣΘΟΔΡΟΜΗΣΗ. ΤΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΤΟΥ ΑΝΟΙΧΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ ΤΩΝ ΜΕΡΩΝ ΤΗΣ ΚΟΜΜΟΥΝΑΣ

Στη Σκηνή 13 μεταφερόμαστε στην πλατεία Πιγκάλ κατά τη Ματωμένη Βδομάδα του Μάη του 1871. Ο ένας μετά τον άλλον οι ήρωες πέφτουν υπερασπιζόμενοι τα οδοφράγματα: Η ρομαντική δασκάλα Ζενεβιέβ, ο άνεργος εργάτης Ζαν, ο Φρανσουά, δύο πολίτες, ο Γερμανός αιχμάλωτος ιππέας της πρώτης σκηνής που έχει περάσει με το στρατόπεδο των Κομμουνάρων, ο Πάπα. Η σκηνή συνοδεύεται με κανονιοβολισμούς που ακούγονται, ρυθμικούς ήχους ταμπούρλων που δείχνουν ότι η επίθεση έχει γενικευτεί και στους γειτονικούς δρόμους. Μια μηλιά στην οδό Πιγκάλ είναι ανθισμένη, στοιχείο συμβολισμού, στοιχείο δραματικής κορύφωσης. Οι ώρες εκείνες δίνουν παράλληλα τα μεγαλύτερα μαθήματα και για τους Κομμουνάρους, αλλά και για τους μεταγενέστερους επαναστάτες.

«ΦΡΑΝΣΟΥΑ: Είναι καλά εξοπλισμένοι με μυδράλια. Ξέρετε πως πρώτα στις ύαινες του παρελθόντος οι νέοι καιροί δίνουν πάντα τα όπλα τους.

ΠΑΠΑ: Στις 18 Μαρτίου έπρεπε να καθαρίσουμε τη φωλιά του θηρίου σε δύο ώρες.

ΦΡΑΝΣΟΥΑ: Τι λες, Ζαν;

ΖΑΝ: Εκείνο που μου έλεγες εσύ: Δεν ξέρουμε τίποτα.

ΖΕΝΕΒΙΕΒ: Ε λοιπόν, Ζαν, κάνουμε τη μαθητεία μας.

ΖΑΝ: Και θα ’χουμε προχωρήσει αρκετά την ώρα που θα δαγκάνουμε το χώμα!

ΖΕΝΕΒΙΕΒ: Θα ’χαμε προχωρήσει, Ζαν. Για την ώρα, αυτοί ξανάρχονται. (…)

ΖΕΝΕΒΙΕΒ: Δε μιλάω για σένα και για μένα. Έλεγα: “μας”, το μας είναι προτιμότερο από το εγώ και το συ.»45

Ο Μπρεχτ αντιμετωπίζει τον ηρωισμό ως κάτι που συναντάς σε απλούς καθημερινούς ανθρώπους με αδυναμίες, ιδιαιτερότητες, συνήθειες. Δεν αναβιβάζει τους ήρωές του, αντίθετα, κατεβάζει τον ηρωισμό μέσα στην απλή και γεμάτη αντιφάσεις ζωή των ανθρώπων της μάζας του λαού, του προλεταριάτου και της αγροτιάς, που παίρνουν θέση στην υπόθεση της κοινωνικής απελευθέρωσης· μια υπόθεση που ξεπερνά την ατομικότητα, μολονότι στηρίζεται σε μια συνειδητή επιλογή, είναι σε θέση να γεννήσει σπουδαία δράση όταν κατευθυνθεί στην υπόθεση της απελευθέρωσης του ανθρώπου από κάθε μορφή εκμετάλλευσης. Και φυσικά πρόκειται για ένα στοιχείο που εντάσσεται στην ιστορική σχετικότητα· ο ηρωισμός του Μπρεχτ είναι διαλεγόμενος με τις συνθήκες που καλείται να απαντήσει ο ήρωάς του, από την προσπάθεια μέσα από εξελίξεις που τον υπερβαίνουν να λύσει τις εσωτερικές συγκρούσεις του, να αφουγκραστεί σε ποια κοινωνική υπόθεση πρέπει να συμβάλει και ο ίδιος.

Η μεταφορά στην ταράτσα των Βερσαλλιών, στην οποία η μπουρζουαζία της Γαλλίας απολαμβάνει μαζί με τους φίλους της πλέον Βαυαρούς το τέλος της Κομμούνας, αποτελεί μεγαλοφυή σύλληψη του Μπρεχτ. Από εκεί η μπουρζουαζία δεν μπορεί να δει παρά τη μεγάλη εικόνα, και ίσως με τη σκηνή αυτή απαγορεύει και στο θεατή να διεγερθεί μόνο συναισθηματικά από την ωμότητα και τη βιαιότητα που εμπεριέχει η λυσσαλέα προσπάθεια της Αντίδρασης να επανατοποθετηθεί στην εξουσία, αλλά να σκεφτεί τις γενικές αρχές που διέπουν την πάλη των τάξεων ειδικά στις στιγμές αυτές, όσο και σε κρίσιμες στιγμές που αφορούν την καθημερινότητα της σοσιαλιστικής πραγματικότητας.

«ΜΙΑ ΚΥΡΙΑ: Ο μοναδικός μου φόβος είναι μήπως ξεφύγουν απ’ το Σαιντ-Ουέν.

ΕΝΑΣ ΚΥΡΙΟΣ: Μην έχετε κανένα φόβο, κυρία μου. Πριν από δυο μέρες υπογράψαμε συμφωνία με την Κρονπρίτς της Σαξωνίας. Οι Γερμανοί δε θ’ αφήσουν ούτε έναν να ξεφύγει. Αιμιλί, που είναι το καλάθι με το πρόγευμα;

ΕΝΑΣ ΑΛΛΟΣ ΚΥΡΙΟΣ: Τι μεγαλοπρεπές θέαμα! Αυτές οι πυρκαγιές, η μαθηματική ακρίβεια της κινήσεως των στρατευμάτων! Τώρα καταλαβαίνει κανείς τη μεγαλοφυΐα του Οσμάν. Τη ρυμοτομία του Παρισιού. Πολυσυζητήθηκε αν τα μπουλβάρ συντελούσανε στον εξωραϊσμό της πρωτεύουσας. Αλλά τώρα δεν υπάρχει αμφιβολία: Συντελούν τουλάχιστον στην ησυχία της.

Ισχυρός κανονιοβολισμός. Όλοι χειροκροτούν.

[...] ΑΡΙΣΤΟΚΡΑΤΙΣΣΑ: Ανί, τα κιάλια. (Παρατηρεί.) Θαυμάσιο! (…)

ΑΡΙΣΤΟΚΡΑΤΙΣΣΑ: Κύριε Θιέρσε, κερδίσατε μια αθάνατη δόξα! Αποδώσατε στο Παρίσι τον πραγματικό του κυρίαρχο, το αποδώσατε στη Γαλλία.

ΘΙΕΡΣΟΣ: Η Γαλλία, κυρίες μου και κύριοι, είστε σεις!»46

Οι Μέρες της Κομμούνας του Μπρεχτ φωτίζουν τον κοσμογονικό χαρακτήρα της Κομμούνας του Παρισιού, η οποία προκύπτει νομοτελειακά μέσα από τις μεγάλες αθεράπευτες αντιθέσεις του καπιταλισμού, τη σφοδρότητα της πάλης μεταξύ της αστικής και της εργατικής τάξης η οποία γέννησε τους επαναστατικούς αγώνες, δίδαξε το προλεταριάτο, το εξόπλισε προκειμένου να βγει στο ιστορικό προσκήνιο. Η εργατική τάξη αποκτάει την πολιτική της οργάνωση, την επαναστατική θεωρία, συγκροτείται σαν τάξη για τον εαυτό της με την καθοριστική συμβολή των Μαρξ και Ένγκελς.

Η Παρισινή Κομμούνα αποκάλυψε ένα ακόμα σημαντικό συμπέρασμα για την εργατική τάξη· πως εκείνο που μοιάζει αταλάντευτο και παντοδύναμο μπορεί να ανατραπεί, γιατί είναι οι ίδιες οι αντιθέσεις του καπιταλισμού που δημιουργούν τις συνθήκες όπου μπαίνει στην ημερήσια διάταξη η επαναστατική ανατροπή του. Έδειξε τη δύναμη και την ικανότητα της εργατικής τάξης να ηγηθεί της σύγκρουσης με την αστική τάξη και το κράτος της. Ανέδειξε πως η κάθε ταλάντευση της εργατικής τάξης οδηγεί σε υποχώρηση από την πάλη και κάθε υποχώρηση με τη σειρά της οδηγεί στην καταστροφή της. Όμως ανέδειξε και το αναπόδραστο μέλλον της ανθρωπότητας στο οποίο η Κομμούνα ανοίγει το δρόμο. Για το λόγο αυτό, ενέπνευσε το στοχασμό καλλιτεχνών όπως ο Μπρεχτ, οι οποίοι επιδίωξαν τα συμπεράσματα αυτά να τα θέσουν και στη δική τους εποχή, διατηρώντας το βλέμμα της εργατικής τάξης της χώρας τους στην πολύτιμη παρακαταθήκη που κληροδότησε η Κομμούνα του Παρισιού. Για τούτο και «το Παρίσι των εργατών με την Κομμούνα του θα γιορτάζεται πάντα σα δοξασμένος προάγγελος μιας νέας κοινωνίας»47.

 


ΣημειώσειςΣημειώσεις

* Ο Γιώργος Σαραντόπουλος είναι υποψήφιος διδάκτορας Φιλοσοφίας του ΕΚΠΑ.

1. Β. Brecht, «Messingkauf dialogues», στο Gesammelte Werke. Shriften zur Theater, band 16, (GW 16), Frankfurt: Suhrkamp Verlag edition, 1967, σελ. 530.

2. Β. Brecht, GW 16, 1967, σελ. 700.

3. Τύπος θεάτρου που εμφανίστηκε κατά τις πρώτες δεκαετίες και τα μέσα του 20ού αιώνα, στο οποίο ο Μπρεχτ είχε καθοριστική συμβολή τόσο για τη δημιουργία του όσο και για την ανάπτυξη κι εξέλιξή του.

4. Β. Βrecht, «Anmerkungen zur Mutter [1938]», στο Große kommentierte Berliner und Frankfurter Ausgabe, (BFA), vol. 21, Berlin: Suhrkamp Verlag, 1992.

5. Β. Brecht, GW 16, 1967, σελ. 681.

6. Φρ. Ένγκελς, Ο Λουδοβίκος Φόιερμπαχ και το τέλος της γερμανικής κλασικής φιλοσοφίας, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2011, σελ. 10.

7. Μπ. Μπρεχτ, Ποιήματα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1992, σελ. 113.

8. Κατά τον κριτικό υπομνηματισμό του έργου του Μπρεχτ Διάλογοι από την αγορά χαλκού, στην έκδοση Brecht on Performance (2019), υποστηρίζεται από τον Μ. Silberman πως οι Μέρες της Κομμούνας στηρίχτηκαν σε μεγάλο βαθμό σε έργο του Νορβηγού κομμουνιστή λογοτέχνη Νορντάλ Γκρίεγκ (Johan Nordahl Brun Grieg, 1.11.1902-2.12.1943), με τίτλο Η ήττα (Nederlaget) το 1937. Το έργο αυτό αφορούσε εξίσου την Κομμούνα του Παρισιού, δεν έτυχε ωστόσο μεγάλης αναγνώρισης λόγω του πρόωρου θανάτου του δημιουργού του κατά τη διάρκεια στρατιωτικής αποστολής ενάντια στα στρατεύματα των Ναζί το 1943, αλλά και εξαιτίας της συνολικής δυσμένειας στην οποία είχε περιέλθει ήδη κατά την προηγούμενη περίοδο της συγγραφικής παραγωγής του κυρίως για την ιδιότητά του ως κομμουνιστή, την υποστήριξή του στο ΚΚΣΕ και τον Ι. Β. Στάλιν μέσω μιας σειράς άρθρων, αλλά και λογοτεχνικών έργων, ανάμεσα στα οποία είναι και το μυθιστόρημα Ο κόσμος πρέπει να παραμείνει νέος (Ung må verden ennu være) το 1938.

9. Ο θίασος στον οποίο αναφερόμαστε είναι το Berliner Ensemble. Ο χώρος που στέγασε το Berliner Ensemble ήταν το ιστορικό κτήριο του Theater am Schiffbauerdamm, αρχιτεκτονικής του Heinrich Seeling. Το κτήριο ήταν συνδεδεμένο με κορυφαίες στιγμές της θεατρικής παράδοσης του γερμανικού θεάτρου από το 19ο αιώνα ήδη, φιλοξενώντας παραστάσεις όπως η διασκευή της Ιφιγένειας εν Ταύροις (Iphigenie auf Tauris) του Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκέτε (Johann Wolfgang von Goethe) το 1892 κ.ά. Γνώριμος χώρος υπήρξε και για τον Μπρεχτ, καθώς είχε φιλοξενήσει παραστάσεις του ίδιου και του Κουρτ Βάιλ (Kurt Weill) πριν τη δίωξή τους από το ναζιστικό καθεστώς. Η επιστροφή στο κτήριο που θα στέγαζε το θίασο του Μπρεχτ παραχωρείται από το νεοσύστατο εργατικό κράτος της Γερμανίας στις αρχές της δεκαετίας του 1950.

10. Φρ. Ένγκελς, «Εισαγωγή του Φρίντριχ Ένγκελς στην έκδοση του έργου του Μαρξ “Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία”, Βερολίνο, 1891», από την ομιλία του στην 20ή επέτειο της Παρισινής Κομμούνας, 18 Μάρτη 1891, στο Κ. Μαρξ, Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2011, σελ. 23.

11. Κ. Μαρξ, Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2011, σελ. 31.

12. Μπ. Μπρεχτ, Οι μέρες της Κομμούνας, εκδ. Ηριδανός, Αθήνα, 2008, σελ. 11.

13. Ό.π., σελ. 12-13.

14. Μπ. Μπρεχτ, Οι μέρες της Κομμούνας, εκδ. Ηριδανός, Αθήνα, 2008, σελ. 14-15.

15. Ό.π., σελ. 17.

16. Μπ. Μπρεχτ, Οι μέρες της Κομμούνας, εκδ. Ηριδανός, Αθήνα, 2008, σελ. 26-28.

17. Κ. Μαρξ, Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2011, σελ. 55.

18. Μπ. Μπρεχτ, Οι μέρες της Κομμούνας, εκδ. Ηριδανός, Αθήνα, 2008, σελ. 29.

19. Ό.π., σελ. 30.

20. Ό.π., σελ. 33.

21. Κ. Μαρξ, Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2011, σελ. 54.

22. Μπ. Μπρεχτ, Οι μέρες της Κομμούνας, εκδ. Ηριδανός, Αθήνα, 2008, σελ. 41.

23. Ό.π., σελ. 42.

24. Μπ. Μπρεχτ, Οι μέρες της Κομμούνας, εκδ. Ηριδανός, Αθήνα, 2008, σελ. 43-44.

25. Ό.π., σελ. 46.

26. Ό.π.

27. Μπ. Μπρεχτ, Οι μέρες της Κομμούνας, εκδ. Ηριδανός, Αθήνα, 2008, σελ. 52.

28. Ό.π., σελ. 65-66.

29. Κ. Μαρξ Κ., Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2011, σελ. 80.

30. Β. Ι. Λένιν, Κράτος και επανάσταση. Η διδασκαλία του μαρξισμού για το κράτος και τα καθήκοντα του προλεταριάτου στην επανάσταση, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2010, σελ. 69.

31. Β. Ι. Λένιν, «Τα διδάγματα της Κομμούνας», Άπαντα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή.

32. Μπ. Μπρεχτ, Οι μέρες της Κομμούνας, εκδ. Ηριδανός, Αθήνα, 2008, σελ. 56.

33. Μπ. Μπρεχτ, Οι μέρες της Κομμούνας, εκδ. Ηριδανός, Αθήνα, 2008, σελ. 121.

34. Ό.π., σελ. 122.

35. Ό.π., σελ. 123.

36. Μπ. Μπρεχτ, Οι μέρες της Κομμούνας, εκδ. Ηριδανός, Αθήνα, 2008, σελ. 149-150.

37. Ό.π., σελ. 125-126.

38. Μπ. Μπρεχτ, Οι μέρες της Κομμούνας, εκδ. Ηριδανός, Αθήνα, 2008, σελ. 130.

39. Μπ. Μπρεχτ, Οι μέρες της Κομμούνας, εκδ. Ηριδανός, Αθήνα, 2008, σελ. 101-111.

40. Μπ. Μπρεχτ, Οι μέρες της Κομμούνας, εκδ. Ηριδανός, Αθήνα, 2008, σελ. 116.

41. Ό.π., σελ. 158-162.

42. Β. Ι. Λένιν, «Τα καθήκοντα του ΣΔΕΚΡ στη Ρωσική Επανάσταση», Άπαντα, τόμ. 31, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1981, σελ. 76.

43. Β. Ι. Λένιν, «Γράμματα από μακριά. Γράμμα 3. Για την προλεταριακή πολιτοφυλακή», ό.π., σελ. 40-41.

44. Β. Ι. Λένιν, «Γράμμα προς τους εργάτες της Ευρώπης και Αμερικής», ό.π., τόμ. 37, σελ. 457.

45. Μπ. Μπρεχτ, Οι μέρες της Κομμούνας, εκδ. Ηριδανός, Αθήνα, 2008, σελ. 180-181.

46. Μπ. Μπρεχτ, Οι μέρες της Κομμούνας, εκδ. Ηριδανός, Αθήνα, 2008, σελ. 187-189.

47. Κ. Μαρξ, Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2011, σελ. 102.