Η όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και ο «δούρειος ίππος» του οπορτουνισμού


του Λουκά Αναστασόπουλου*

Τους τελευταίους μήνες έχουμε γίνει μάρτυρες γεγονότων στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής, που αναδεικνύουν την όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών.

Η προώθηση των σχεδίων των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ στην περιοχή, με την ετερόκλητη εμπλοκή χωρών της ΕΕ, που έρχεται σε αντιπαράθεση με τις επιδιώξεις άλλων καπιταλιστικών δυνάμεων όπως η Ρωσία και η Κίνα, διαμορφώνει το μεγάλο παζλ των ανταγωνισμών σε διεθνές επίπεδο. Σε αυτό το έδαφος αναπτύσσονται και οι αντιθέσεις περιφερειακών δυνάμεων όπως της αστικής τάξης της Τουρκίας, που μέσα από την ιδιαίτερα επιθετική παρέμβαση του τουρκικού κράτους αμφισβητεί τα σύνορα της περιοχής, επιδιώκοντας να επεκτείνει τις σφαίρες επιρροής της, να κατοχυρώσει τη θέση της στη μοιρασιά των ενεργειακών κοιτασμάτων και δρόμων μεταφοράς, ενώ απέναντί της βρίσκει την αστική τάξη της Ελλάδας, που κινείται με μια σειρά διπλωματικών αλλά και στρατιωτικών μέσων, επιδιώκοντας την αναβάθμισή της στην περιοχή ως οικονομικού κόμβου και ως γεωπολιτικού βραχίονα του ΝΑΤΟ.

Το ΚΚΕ με τις αποφάσεις του 20ού Συνεδρίου του επισήμανε τον κίνδυνο μιας γενικευμένης περιφερειακής σύγκρουσης στο έδαφος των δυσκολιών ανάκαμψης της καπιταλιστικής οικονομίας, των αντιθέσεων γύρω από την απαξίωση του συσσωρευμένου κεφαλαίου και της ισχυροποίησης νέων, ανερχόμενων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Σε αυτούς τους παράγοντες πρέπει να συνυπολογιστεί και η απότομη ύφεση στην οποία μπαίνει αυτήν την περίοδο η διεθνής οικονομία.

Εν μέσω αυτών των εξελίξεων, μια σειρά οπορτουνιστικές δυνάμεις έχουν αναβαθμίσει την πολιτική τους παρέμβαση γύρω από το θέμα της όξυνσης των ανταγωνισμών στην περιοχή, με αρκετές εκδηλώσεις, ανακοινώσεις και αρθρογραφία. Φυσικά, το σύνολο του οπορτουνιστικού ρεύματος δεν εκφράζεται με ενιαίες θέσεις, καθώς κάθε διαφορετική δύναμη και ομάδα έχει τη δική της ιδιαίτερη απόχρωση και προσανατολισμό στη διαμόρφωση των θέσεών της.

Το βασικό τους όμως χαρακτηριστικό, παρά τις επιμέρους διαφοροποιήσεις, τις οποίες θα παρουσιάσουμε αναλυτικότερα στη συνέχεια, είναι ότι η γραμμή παρέμβασής τους προσαρμόζεται και μεταβάλλεται σε αντιστοιχία με τη διαμόρφωση των γενικότερων αστικών επιδιώξεων, διαδραματίζοντας ενισχυτικό ρόλο στα κάλπικα διλήμματα της αστικής τάξης.

Επομένως η αντιπαράθεση με τις διάφορες δυνάμεις του οπορτουνιστικού χώρου δεν αφορά στενά την αντιμετώπιση της επιρροής τους, αλλά αποτελεί όρο για να αποτρέπεται, κατά το δυνατόν, η ενσωμάτωση του εργατικού κινήματος στα πλαστά διλήμματα της αστικής τάξης και να ενισχύεται η γραμμή σύγκρουσης με την πολιτική της αστικής τάξης.

 

Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΟΥ ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΜΟΥ ΣΤΙΣ «ΣΥΜΠΛΗΓΑΔΕΣ» ΤΟΥ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΥ ΔΙΛΗΜΜΑΤΟΣ ΠΟΥ ΘΕΤΕΙ Η ΑΣΤΙΚΗ ΤΑΞΗ

Για να εντοπίσει κανείς τις πολύτιμες υπηρεσίες που προσφέρει ο οπορτουνισμός για τον εγκλωβισμό εργατικών-λαϊκών δυνάμεων στα όρια της κυρίαρχης πολιτικής, χρειάζεται να παρακολουθήσει τη διαμόρφωση της αστικής προπαγάνδας και τα εκβιαστικά διλήμματα με τα οποία αναπτύσσεται.

Η εξασφάλιση της ταξικής ειρήνης και της ενεργούς υποστήριξης από την εργατική τάξη και το λαό αποτελεί για την αστική τάξη της Ελλάδας σημαντικό παράγοντα, που συμβάλλει στην ικανότητά της για βαθύτερη εμπλοκή στους ανταγωνισμούς στην περιοχή.

Γι’ αυτό και όλα τα αστικά κόμματα μιλάνε χωρίς καμία εξαίρεση για ανάγκη «εθνικής ομοψυχίας» στην εξωτερική πολιτική. Βασικό στοιχείο της αστικής προπαγάνδας για την απόσπαση της συναίνεσης του λαού είναι το επικίνδυνο για τους εργαζόμενους δίλημμα: «Χρειάζεται να στρατευτούμε όλοι στο στόχο επίτευξης μιας συμφωνίας με διπλωματικά μέσα, γιατί διαφορετικά η μόνη διέξοδος είναι η στρατιωτική εμπλοκή.» Δηλαδή με λίγα λόγια «νέα συμφωνία ιμπεριαλιστικής ειρήνης ή πόλεμος», «προσφυγή στη Χάγη ή πολεμικό επεισόδιο».

Όχι τυχαία, το παραπάνω δίλημμα προβάλλεται εξίσου απ’ όλα τα αστικά κόμματα, τόσο από τη ΝΔ όσο και από το ΣΥΡΙΖΑ. Ανέφερε χαρακτηριστικά η Ντ. Μπακογιάννη: «Αν κάνουμε πόλεμο, θα είμαστε μόνοι μας. Κανείς δεν πρόκειται να πολεμήσει για μας και να σκοτωθεί. Διπλωματικά όμως δεν είμαστε μόνοι μας. Και ο μεγάλος πόλεμος είναι η επιτυχία να μην κάνεις πόλεμο. Όσοι λένε ότι είμαστε μόνοι μας διπλωματικά και επικρίνουν την Ευρωπαϊκή Ένωση, να μας πουν την άλλη πρόταση. Τι θέλουν, να βγάλουμε το στόλο και να πυροβολούμε;»1 Αντίστοιχα, από το ΣΥΡΙΖΑ ο Π. Σκουρλέτης έχει δηλώσει: «Δε θεωρώ ότι πρέπει να μην έχουμε ανοιχτά τα αφτιά μας και τις κεραίες μας τεντωμένες, ώστε, αν δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις, να πάμε στο τραπέζι του διαλόγου. Είναι καλύτερα να πάμε μετά από ένα θερμό επεισόδιο με αβέβαια αποτελέσματα; Το θέτω για προβληματισμό.»2 Στην πορεία των εξελίξεων εμφανίστηκε συμπληρωματικά από μερίδα του αστικού πολιτικού συστήματος και του αστικού Τύπου η θέση για «επιθετική διπλωματική πολιτική, πολυεπίπεδη εξωτερική πολιτική και αναζήτηση συμμαχιών πέρα από το παραδοσιακό πλαίσιο», ενώ άλλαζε κατά καιρούς, ανάλογα με τις εξελίξεις, η πλευρά που προκρινόταν στο παραπάνω δίλημμα.

Όλα αυτά δεν αποτελούν δύο ριζικά διαφορετικές προσεγγίσεις, αφού στην ουσία συγκλίνουν στη διεκδίκηση των επιδιώξεων της αστικής τάξης της Ελλάδας με κάθε μέσο. Στην πράξη πρόκειται για ένα πλαστό δίλημμα, που απαντιέται από την αστική τάξη και τους εκπροσώπους της με τη γραμμή «και νέα προσωρινή συμφωνία με διπλωματικά μέσα και στρατιωτική εμπλοκή», «και προσφυγή στη Χάγη και ένταση των στρατιωτικών ενεργειών».

Σε αυτό το πλαίσιο, μια συμφωνία μπορεί να προκύψει ως αποτέλεσμα ενός πολεμικού επεισοδίου ή να οδηγήσει σε μια επόμενη περίοδο σε πολεμική εμπλοκή. Εξάλλου καμία πολιτική διπλωματίας δεν αναπτύσσεται διά παντός χωρίς και την ανάπτυξη αντίστοιχων στρατιωτικών κινήσεων. Είναι χαρακτηριστικό ότι η πολιτική «κατευνασμού» της Τουρκίας, που ήταν παλιότερα ο πυρήνας της εξωτερικής πολιτικής της Ελλάδας, δεν αναίρεσε σε καμία περίπτωση τους ανταγωνισμούς ανάμεσα στις δύο αστικές τάξεις, οι οποίοι απεναντίας οξύνθηκαν σε μια πορεία που περιλάμβανε διπλωματικές κινήσεις και στρατιωτικές εντάσεις μικρότερης ή μεγαλύτερης έκτασης.

Στο οπορτουνιστικό ρεύμα αυτήν τη στιγμή διαμορφώνονται δύο κυρίαρχες τάσεις μπροστά στην όξυνση των ανταγωνισμών και στον κίνδυνο του ιμπεριαλιστικού πολέμου. Η μία, που εκφράζει τη γραμμή του πασιφισμού, προβάλλεται από δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, όπως το ΝΑΡ και το ΣΕΚ, και η άλλη, που κινείται στη λογική των «εθνικοανεξαρτησιακών» συνθημάτων ενάντια στην «υποτέλεια της αστικής τάξης στις ξένες δυνάμεις», υιοθετείται από δυνάμεις όπως η ΛΑΕ και ο σύλλογος «Γ. Κορδάτος».

Οι θέσεις που διαμορφώνουν οι δύο αυτές «γραμμές» του οπορτουνισμού για την όξυνση των ανταγωνισμών καταλήγουν από διαφορετικούς δρόμους να στηρίζουν και να ενισχύουν τα ίδια αστικά διλήμματα, παρά την όποια φραστική καταγγελία της πολιτικής που ακολουθείται. Αυτό γίνεται στις σημερινές συνθήκες προβάλλοντας τη «σύναψη ιμπεριαλιστικής συμφωνίας», την «ειρήνη» των εκμεταλλευτών ως το τελείως αντίθετο από την όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, ως τη μοναδική λύση ενάντια στην εκδήλωση του ιμπεριαλιστικού πολέμου.

Αυτό εκφράζεται στις τοποθετήσεις των οπορτουνιστικών οργανώσεων και κομμάτων με αφορμή όλες τις εξελίξεις της τελευταίας περιόδου. Υιοθετούν στην ουσία τις βασικές επιλογές της κυρίαρχης γραμμής της αστικής εξωτερικής πολιτικής στο θέμα διαμόρφωσης κι εξέλιξης των σχέσεων και των ανταγωνισμών με την αστική τάξη της Τουρκίας.

Μπροστά στις εξελίξεις με τον εγκλωβισμό χιλιάδων προσφύγων στα ελληνοτουρκικά σύνορα, αποτέλεσαν την κοσμοπολίτικη φωνή που, μιλώντας για «ανοιχτά σύνορα», ενίσχυαν τον άλλο πόλο του εθνικισμού και της καταστολής.

Στο ζήτημα των κυριαρχικών δικαιωμάτων, αδυνατώντας να διαχωρίσουν την πατρίδα του λαού από εκείνη των εκμεταλλευτών του, την «πατρίδα της αστικής τάξης», προβάλλουν είτε τη γραμμή της «πασιφιστικής», επί της ουσίας, εκχώρησής τους (ΝΑΡ, ΣΕΚ) είτε τη γραμμή της αταξικής υπεράσπισής τους σε στοίχιση με την εξουσία του κεφαλαίου (ΛΑΕ, σύλλογος «Γ. Κορδάτος»).

Οι θέσεις τους δεν ξεπερνούν τα όρια των επιδιώξεων των διαφορετικών ιμπεριαλιστικών «στρατοπέδων». Έτσι, οι θέσεις του ΝΑΡ αντικειμενικά προωθούν τις επιδιώξεις ιμπεριαλιστικών συμμαχιών και δυνάμεων, όπως του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ, για συνεκμετάλλευση στο Αιγαίο, ενώ τμήμα του οπορτουνισμού προτείνει ανοιχτά την αναζήτηση νέων «συμμάχων» στη διεθνή σκακιέρα (χαρακτηριστική η περίπτωση του συλλόγου «Γ. Κορδάτος»).

Επίσης μια σειρά συνθήματά τους για «αποτροπή του πολέμου», «πολεμική απεργία», καθώς και η αταξική επίκληση στην «ειρήνη», αποτελούν ανώδυνες διακηρύξεις για το σύστημα, που λειτουργούν και αυτές ενισχυτικά στα πλαστά δίπολα της αστικής τάξης και συμβάλλουν, τόσο σε ιδεολογικό όσο και σε πρακτικό επίπεδο, στον αφοπλισμό της εργατικής τάξης και του λαού στον αναγκαίο αγώνα που πρέπει να διεξάγουν ενάντια στους εκμεταλλευτές τους.

Στην πράξη, αυτό που συσκοτίζουν οι δυνάμεις του οπορτουνιστικού ρεύματος είναι ότι στον ιμπεριαλισμό, το ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού, η διεκδίκηση των συμφερόντων της αστικής τάξης κάθε χώρας γίνεται με όλα τα μέσα ταυτόχρονα: Με τη διπλωματική οδό, τη σύναψη και διάλυση ιμπεριαλιστικών συμφωνιών, με τη συμμετοχή ή την αποχώρηση από ιμπεριαλιστικές συμμαχίες και τη δημιουργία αξόνων και αντιαξόνων, με στρατιωτικές ενέργειες μικρότερης ή μεγαλύτερης έκτασης, μέχρι και με την εμπλοκή σε γενικευμένο ιμπεριαλιστικό πόλεμο.

Στον καπιταλισμό είναι οικονομικός νόμος η διαρκής συσσώρευση, συγκέντρωση και συγκεντροποίηση κεφαλαίων, μέσα από την εκμετάλλευση της εργατικής τάξης. Αυτό αποτελεί όρο ζωής για τις μεγάλες καπιταλιστικές επιχειρήσεις με σημαντικά μερίδια στη διεθνή καπιταλιστική αγορά, για τα μονοπώλια, τα οποία συνεχώς ανταγωνίζονται μεταξύ τους. Ο ανταγωνισμός αυτός οξύνεται στο έπακρο την περίοδο του ιμπεριαλισμού, την εποχή δηλαδή κυριαρχίας του μονοπωλίου. Η διαδικασία αυτή δημιουργεί συμμαχίες ανάμεσα σε καπιταλιστικά κράτη με διαφορετικό επίπεδο οικονομικής, πολιτικής και στρατιωτικής ισχύος. Διαμορφώνονται έτσι ομάδες κρατών που στηρίζουν τη μια ή την άλλη πλευρά του ανταγωνισμού. Η ανισόμετρη όμως ανάπτυξη του καπιταλισμού οδηγεί σε συνεχείς αλλαγές της θέσης των μονοπωλίων στη διεθνή αγορά, ακόμα και στο εσωτερικό μεγάλων καπιταλιστικών οικονομιών, σε αλλαγή ισχύος μεταξύ των καπιταλιστικών κρατών και σε αναδιάταξη των ιμπεριαλιστικών συμμαχιών.

Δεν αναιρείται τίποτα από τα παραπάνω από το αν οι αστικές τάξεις χρησιμοποιούν τα μέσα της ιμπεριαλιστικής «ειρήνης», του ιμπεριαλιστικού πολέμου ή ταυτόχρονα ένα συνδυασμό και από τα δύο για πετύχουν τους σκοπούς τους. Απόδειξη αποτελεί και ότι το δίπολο «ιμπεριαλιστική ειρήνη - ιμπεριαλιστικός πόλεμος», ως βάση ανάπτυξης της αστικής πολιτικής, αξιοποιείται διαχρονικά στον ανταγωνισμό ανάμεσα στα αστικά κράτη και δεν αφορά μονάχα τις εξελίξεις της περιόδου που διανύουμε.

Είναι χαρακτηριστικό αυτό που έλεγε ο Λένιν για τα εμπόλεμα κράτη κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο: «Ο πόλεμος είναι συνέχιση της πολιτικής. Και η πολιτική “συνεχίζεται” επίσης στη διάρκεια του πολέμου! Η Γερμανία έχει μυστικές Συνθήκες με τη Βουλγαρία και την Αυστρία για τη διανομή της λείας κι εξακολουθεί να διεξάγει τέτοιες διαπραγματεύσεις. Η Ρωσία έχει μυστικές Συνθήκες με την Αγγλία, τη Γαλλία κτλ., και όλες αυτές είναι αφιερωμένες στη λήστευση και στη διαρπαγή, στη διαρπαγή των αποικιών της Γερμανίας, στην καταλήστευση της Αυστρίας, στη διανομή της Τουρκίας κτλ.»3

Το ίδιο θα παρατηρήσουμε και κατά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στη στάση της Γαλλίας και της Αγγλίας απέναντι στη Ναζιστική Γερμανία. Την περίοδο της πολιτικής «κατευνασμού», όπου συνάπτεται και η «Συμφωνία του Μονάχου» παράδοσης της Τσεχοσλοβακίας στη Γερμανία, συνυπάρχουν οι διπλωματικές επαφές με τη δημιουργία αντιαξόνων και οι εμπορικές συναλλαγές, ακόμα και η ανοιχτή χρηματοδότηση, με τον οικονομικό πόλεμο. Ενώ και την περίοδο κήρυξης του πολέμου, η Αγγλία και η Γαλλία παραχωρούν μεγάλο πεδίο κινήσεων στη Γερμανία, παρά την αθροιστικά μεγαλύτερή τους στρατιωτική και οικονομική δύναμη, προσβλέποντας φυσικά και στην επίθεση της Γερμανίας στην ΕΣΣΔ4. Πιο χαρακτηριστικό για την ίδια περίοδο είναι ότι οι ΗΠΑ εφαρμόζουν πολιτική «ουδετερότητας» κατά την παράδοση της Τσεχοσλοβακίας, και την ίδια στιγμή στηρίζουν τον Φράνκο στην Ισπανία, διατηρούν φιλικές σχέσεις με τον Μουσολίνι, αλλά ανταγωνίζονται με τον Χίτλερ για τις αγορές της Ν. Αμερικής, ενώ στην πορεία έρχεται η «μεταστροφή» τους για συμμετοχή στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο – και όλα αυτά υπό έναν και μόνο Πρόεδρο, τον Φρ. Ντ. Ρούσβελτ.

Ποια είναι, όμως, η πραγματική διέξοδος από τα εκβιαστικά διλήμματα της αστικής τάξης;

Την περίοδο που διανύουμε, το ΚΚΕ αναδεικνύει ότι πρέπει να μπει στο επίκεντρο της λαϊκής πάλης το αίτημα για απεμπλοκή από τις ιμπεριαλιστικές συμμαχίες του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, από τη συμφωνία με τις ΗΠΑ για τις στρατιωτικές βάσεις, από διμερείς και τριμερείς συμφωνίες στην περιοχή, από τα σχέδια συνεκμετάλλευσης, από τους πολεμικούς σχεδιασμούς της αστικής τάξης και από τα σχέδιά της για ιμπεριαλιστική ειρήνη. Αναδεικνύει ότι ένας τέτοιος στόχος είναι αναπόσπαστος από την πάλη για την ανατροπή της αστικής εξουσίας.

Το ερώτημα που θα πρέπει να προβληματίσει ευρύτερα τμήματα εργαζόμενων, λαού και νεολαίας είναι το αν θα υπήρχαν σήμερα αυτές οι επικίνδυνες εξελίξεις εφόσον σε κάθε χώρα την εξουσία είχαν η εργατική τάξη και ο λαός, στην περίπτωση που η ανάπτυξη δε γινόταν με κίνητρο το μέγιστο κέρδος κάθε μονοπωλίου, αλλά με άξονα την ολόπλευρη κάλυψη των διαρκώς διευρυνόμενων λαϊκών αναγκών. Φυσικά τα πράγματα θα ήταν πολύ διαφορετικά εάν οι λαοί εκμεταλλεύονταν από κοινού για την κάλυψη των δικών τους αναγκών τις πλουτοπαραγωγικές πηγές της περιοχής και δε γίνονταν αυτές αντικείμενο διεκδίκησης ανάμεσα στους μονοπωλιακούς ομίλους, και στοιχείο όξυνσης των ανταγωνισμών ανάμεσα στα καπιταλιστικά κράτη.

Στη συνέχεια του άρθρου θα αναφερθούμε πιο εκτεταμένα στο πώς το οπορτουνιστικό ρεύμα, παρά τις επιμέρους αποχρώσεις των διάφορων ομάδων, καταλήγει εν τέλει σε σύμπλευση με την κυρίαρχη αστική πολιτική στις θέσεις που διαμορφώνει ή προσαρμόζει με βάση τις εξελίξεις.

 

ΤΟ ΝΑΥΑΓΙΟ ΤΟΥ ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΜΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΡΧΙΚΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ

Το ζήτημα των κυριαρχικών δικαιωμάτων κατέχει μια ιδιαίτερη θέση στο κάδρο της όξυνσης των ανταγωνισμών στην περιοχή της Αν. Μεσογείου και γι’ αυτό αποτέλεσε βασικό στοιχείο των εξελίξεων του τελευταίου διαστήματος. Η σημασία του έγκειται στο γεγονός ότι η αμφισβήτηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων ανάμεσα στα καπιταλιστικά κράτη εγκυμονεί μεγάλους κινδύνους για τους λαούς, γιατί πρόκειται στην ουσία για αμφισβήτηση συνόρων, χερσαίων ή θαλάσσιων, που έχουν καθοριστεί είτε με εκ φύσεως αντιδραστικές ιμπεριαλιστικές συμφωνίες είτε με τις πολεμικές συγκρούσεις του παρελθόντος. Ανοίγει έτσι ξανά αντικειμενικά ο ασκός του Αιόλου για ένα νέο γύρο αιματηρών πολεμικών συρράξεων.

Οι δύο γραμμές στο οπορτουνιστικό ρεύμα γι’ αυτό το ζήτημα εκφράζονται είτε με μια ψευτο-«επαναστατική» ρητορική που καταλήγει σε εκχώρηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων είτε με αταξικές διακηρύξεις «υπεράσπισής» τους.

Η πρώτη αφορά την πασιφιστική γραμμή του ΝΑΡ, που θεωρεί ότι η εργατική τάξη και ο λαός δεν έχουν κανένα λόγο να ενδιαφερθούν για πλουτοπαραγωγικές πηγές που βρίσκονται «έως και 200 μίλια από τα ελληνικά παράλια», τα οποία μάλιστα το ΝΑΡ θεωρεί «διεθνή ύδατα»! Ενώ τοποθετούνται και ενάντια «στην επέκταση των χωρικών υδάτων της Ελλάδας στα 12 ναυτικά μίλια»5.

Αντικειμενικά μια τέτοια τοποθέτηση σημαίνει εκχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων και διευκολύνει το σχέδιο συνεκμετάλλευσης στο Αιγαίο, όσο και αν διαμαρτύρεται το ΝΑΡ ότι «δεν προτείνει καμία συνεκμετάλλευση, ότι είναι αντίθετο σε κάθε θαλάσσια εξόρυξη απ’ οποιαδήποτε εγχώρια ή ξένη εταιρία»6.

Πώς αλλιώς θα ερμηνευόταν η παρακάτω θέση τους, ότι «μια διαπραγμάτευση και ειδική συμφωνία για το Αιγαίο, με οικειοθελή μερική αποποίηση από μεριάς Ελλάδας του “δικαιώματος επέκτασης”, θα μπορούσε να ακολουθήσει το δρόμο της λογικής, ορίζοντας με διαπραγμάτευση και συμφωνία τα Χωρικά Ύδατα με επωφελή τρόπο και για τις δύο χώρες, αλλά και με διαδρόμους για τη διεθνή ναυσιπλοΐα»7; Το γεγονός ότι δεν την ονομάζουν «συνεκμετάλλευση», αλλά «αμοιβαία συμφωνία για το Αιγαίο» δεν αλλάζει την ουσία της πρότασής τους. Είναι επίσης άξιο απορίας το ποιος άλλος θα ωφεληθεί σήμερα από αυτήν την «αμοιβαία συμφωνία για το Αιγαίο» εκτός από «εγχώριες και ξένες εταιρίες», από τη στιγμή που το ΝΑΡ θεωρεί, όπως θα δούμε πιο κάτω, ότι μια τέτοια συμφωνία είναι δυνατή στο πλαίσιο της αστικής εξουσίας.

Στην ουσία παρουσιάζει τις θέσεις των αστικών τάξεων της Ελλάδας και της Τουρκίας, καθώς και άλλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, με ψευτο-«αντικαπιταλιστικό» περιτύλιγμα.

Η θέση για συνυποσχετικό με την Τουρκία και από κοινού εκμετάλλευση των κοιτασμάτων στο Αιγαίο έχει εκφραστεί από αστούς πολιτικούς στην Ελλάδα, όπως η Ντ. Μπακογιάννη, ο Κ. Σημίτης, ο Ευ. Βενιζέλος και η Ά. Διαμαντοπούλου. Εξάλλου η παραχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων από την αστική τάξη της Ελλάδας, όπως η μη ανακήρυξη της αιγιαλίτιδας ζώνης στα 12 ν.μ., γίνεται και για οφέλη που αποκτά από τη συμμετοχή σε ιμπεριαλιστικές ενώσεις όπως το ΝΑΤΟ και η ΕΕ, αλλά και γιατί το «ειδικό καθεστώς» των διεθνών υδάτων συμφέρει ιδιαίτερα τμήματα της αστικής τάξης. Το ίδιο το ΝΑΡ εξάλλου θεωρεί ότι με μια μονομερή ανακήρυξη στα 12 ν.μ. από την μεριά της Ελλάδας «η διεθνής ναυσιπλοΐα μπαίνει σε μονοπάτια που ούτε ο ελληνικός εφοπλισμός θα ήθελε»8.

Ας μην ξεχνάμε επίσης ότι τέτοιες ερμηνείες αποτελούν τον πυρήνα της στόχευσης των ΗΠΑ για την παρέμβασή τους στο Αιγαίο, και τις σχέσεις Ελλάδας-Τουρκίας που, με βάση την αμερικανική ανάλυση, ως σύμμαχοι στο ΝΑΤΟ δε θα έπρεπε να έχουν σύνορα9. Το ειρωνικό είναι ότι σε κείμενά του το ίδιο το ΝΑΡ παραδέχεται ότι η θέση για συνεκμετάλλευση είναι «σημαντική πλευρά της αμερικανικής ιμπεριαλιστικής στρατηγικής»10!

Το πασιφιστικό μωσαϊκό της ανάλυσης του ΝΑΡ συμπληρώνεται υιοθετώντας πλευρές της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής στην ερμηνεία του Διεθνούς Δικαίου, αναγνωρίζοντας ως μια «ειδική περίπτωση» την κατάσταση στο Αιγαίο.

Η θέση του ΝΑΡ για εκχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων, εκτός του ότι καλλιεργεί αυταπάτες ότι μπορεί να αποτελέσει λύση για τους ανταγωνισμούς, είναι και ιδιαίτερα επικίνδυνη γιατί ανοίγει το δρόμο για αλλαγή συνόρων. Υιοθετούν ως θέσφατο όλες τις τροποποιήσεις του Δικαίου της Θάλασσας, που ενισχύουν τη δυνατότητα για αμφισβήτηση κυριαρχικών δικαιωμάτων, με πιο χαρακτηριστική την αλλαγή του αντικειμενικού κριτηρίου της «μέσης απόστασης» και της «μέσης γραμμής» για την ανακήρυξη των ΑΟΖ, με εκείνα της αρχής της «ευθυδικίας» και της «αναλογικότητας»11.

Φτάνουν μάλιστα στο σημείο να γράψουν ότι η ανακήρυξη της αιγιαλίτιδας ζώνης στα 12 ν.μ. είναι «άδικη» κίνηση από τη μεριά της Ελλάδας γιατί περιορίζει τους θαλάσσιους δρόμους της Τουρκίας. Γράφουν χαρακτηριστικά ότι έτσι το Αιγαίο «μετατρέπεται σε ελληνική λίμνη, η Τουρκία περιορίζεται εξαιρετικά (…) Η μονομερής επομένως επέκταση από μεριάς της Ελλάδας στα 12 μίλια συνιστά τυχοδιωκτική ενέργεια, με πιθανές βαριές συνέπειες για τον ελληνικό λαό (και τον τουρκικό), ενώ στερείται κάθε έννοιας δικαιοσύνης, αλλά και ρεαλισμού»12.

Βέβαια ο παραπάνω ισχυρισμός του ΝΑΡ θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από κάθε καπιταλιστικό κράτος που νιώθει «αδικημένο» ή και «εγκλωβισμένο» από τη μοιρασιά που έχει γίνει με το αίμα των λαών στα θαλάσσια ή ακόμα και χερσαία σύνορα (η Τουρκία θέτει εξάλλου και ζήτημα συνολικής αμφισβήτησης της Συνθήκης της Λοζάνης). Ακριβώς αυτή είναι η διαδικασία που, ξεκινώντας με υποθέσεις για υπό διεκδίκηση εδάφη και για αλλαγή συνόρων, καταλήγει σε πολεμικές συρράξεις για να χαραχτούν τα νέα σύνορα.

Αυτό δεν ισχυρίστηκε εξάλλου η Ναζιστική Γερμανία, που ένιωθε «αδικημένη» από την ιμπεριαλιστική μοιρασιά του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου, και αμφισβήτησε συμφωνίες που είχαν γραφτεί με το αίμα των λαών της Ευρώπης; Μήπως με την ίδια λογική δικαιολογούνται και οι πάμπολλες επεμβάσεις των ΗΠΑ ανά την υφήλιο, που γίνονται για τη διασφάλιση των ιδιαίτερων συμφερόντων τους αιματοκυλώντας τους λαούς;

Μάλλον το σύνθημα του ΝΑΡ για «ήττα κάθε πολιτικής που οδηγεί σε αλλαγή συνόρων κρατικής κυριαρχίας (χερσαίων ή θαλάσσιων) μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας» σημαίνει αρχικά την ήττα της δικής του πολιτικής! Γιατί τι άλλο είναι εκτός από πρόκληση αλλαγής συνόρων η παραδοχή «ειδικής κατάστασης» στο Αιγαίο, δηλαδή σε τελική ανάλυση η ύπαρξη «διεκδικούμενων εδαφών» και «γκρίζων ζωνών»;

Κατηγορούν μάλιστα το ΚΚΕ για εθνικιστική στάση όταν αναδεικνύει την επιθετική παρέμβαση της τουρκικής αστικής τάξης που θέτει ζήτημα αλλαγής κι επαναχάραξης συνόρων με μέσο τη στρατιωτικοπολιτική και οικονομική δύναμη της χώρας, και ότι αυτό εμπεριέχει τον κίνδυνο πολεμικών αναμετρήσεων. Διατείνονται ότι έτσι το ΚΚΕ συγκαλύπτει τάχα τον ανταγωνισμό των δύο αστικών τάξεων και τις ευθύνες της ελληνικής αστικής τάξης. Ισχυρίζονται προκλητικά ότι η θέση του ΚΚΕ καταλήγει στη λογική ότι «η εργατική τάξη πρέπει να συμφωνήσει με το “δικό της” κεφάλαιο για τα κυριαρχικά του δικαιώματα ενάντια σε άλλους λαούς»13.

Η σύγκρουση όμως με την αστική τάξη γίνεται στην πράξη με εναντίωση στα σχέδια που εξυπηρετούν τα ζωτικά της συμφέροντα. Το ΚΚΕ βρίσκεται διαρκώς σε σύγκρουση τόσο με τα παζάρια όσο και με τις επιθετικές ενέργειες της αστικής τάξης της Ελλάδας, εναντιώνεται στο στόχο αναβάθμισης του ρόλου της στην περιοχή, στη συμμετοχή της χώρας στις ιμπεριαλιστικές συμμαχίες της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, στη δημιουργία νέων συμμαχιών και αξόνων στην περιοχή. Μονάχα έτσι προβάλλεται αποτελεσματικά η διαφορά ανάμεσα στην πατρίδα της εργατικής τάξης και την πατρίδα των καπιταλιστών.

Από την άλλη μεριά, δυνάμεις όπως το ΝΑΡ και το ΣΕΚ συμπλέουν ανεξάρτητα από τις προθέσεις τους με τις ενέργειες της αστικής τάξης, που με διπλωματικά μέσα θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μια ιμπεριαλιστική συμφωνία, θεωρώντας ότι αυτό είναι προς το συμφέρον και του λαού, για να «αποφύγει» τον πόλεμο. Αυτό ισοδυναμεί πρακτικά με πρόσκληση της εργατικής τάξης να συμφωνήσει με τους εκμεταλλευτές της για να εξυπηρετηθούν τα παζάρια τους με άλλες αστικές τάξεις. Ταυτόχρονα η άρνηση των οπορτουνιστικών δυνάμεων να διαχωρίσουν την πατρίδα της αστικής τάξης από την πατρίδα της εργατικής τάξης και του λαού στην ουσία ανοίγει το δρόμο ώστε σε συνθήκες ξένης κατοχής να εγκλωβίζεται κάτω από τη σημαία της αστικής τάξης όποιος θέλει να υπερασπιστεί την εδαφική ακεραιότητα της χώρας.

Η εναντίωση σε ξένη αστική τάξη ως εισβολέα και στην εγχώρια αστική τάξη αποτελεί προγραμματική θέση του ΚΚΕ και είναι προφανές γιατί τα κυριαρχικά δικαιώματα και ο εγχώριος πλούτος της χώρας αφορούν τις μελλοντικές δυνατότητες της εργατικής εξουσίας. Η σοσιαλιστική επανάσταση δε θα νικήσει ταυτόχρονα παγκόσμια, αλλά σε μία χώρα ή ομάδα χωρών. Γι’ αυτό, το ΚΚΕ έχει ξεκάθαρη θέση ότι οι κομμουνιστές μπαίνουν μπροστά για να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα του λαού και να οργανωθεί εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας σε περίπτωση ξένης κατοχής, με έπαθλο την εργατική εξουσία.

Το ΚΚΕ δεν αδιαφορεί ούτε για το απαραβίαστο των συνόρων ούτε για την «εδαφική ακεραιότητα» και τα «κυριαρχικά δικαιώματα». Γι’ αυτό και επιδιώκει να πρωταγωνιστήσει στη λαϊκή πάλη. Ούτε ακόμη αδιαφορεί γενικά για τις πλουτοπαραγωγικές πηγές της χώρας, τα κοιτάσματα πετρελαίου κλπ. Αδιαφορεί γι’ αυτά μόνο όποιος θεωρεί δεδομένο ότι είτε έτσι είτε αλλιώς κάποιο εγχώριο μονοπώλιο ή κάποια ExxonMobil θα τα εκμεταλλεύεται πάντοτε· μια λογική που ουσιαστικά διευκολύνει τους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς «συνεκμετάλλευσης» του Αιγαίου υπό την ομπρέλα των ΝΑΤΟ-ΗΠΑ. Αδιαφορεί για όλα αυτά τελικά όποιος δε σκοπεύει να παλέψει για την εργατική εξουσία που θα στηριχτεί στις παραγωγικές δυνατότητες της χώρας και θα τις αξιοποιήσει στο έπακρο για τη λαϊκή ευημερία.

Η δεύτερη γραμμή στο οπορτουνιστικό ρεύμα διατυπώνεται από το σύλλογο «Γ. Κορδάτος» και δυνάμεις της ΛΑΕ, που καλούν το λαό σε υπεράσπιση των «κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας», τα οποία όπως λένε δεν μπορούν να υπερασπίσουν οι «υποταγμένες» σε ΗΠΑ και ΕΕ κυβερνήσεις.14 Είναι μια γραμμή που προβάλλει την υπεράσπιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων χωρίς να κάνει κανένα διαχωρισμό ανάμεσα στην πατρίδα του λαού και της εργατικής τάξης και στην πατρίδα της αστικής τάξης, δηλαδή ανάμεσα στην πατρίδα της εργατικής εξουσίας και σε αυτήν της εξουσίας των εκμεταλλευτών.

Πρόκειται στην ουσία για μια σοσιαλσοβινιστική θέση, που παρουσιάζεται συγκαλυμμένα κάτω από το μανδύα «εθνικοανεξαρτησιακών» 
διακηρύξεων. Στην ουσία αποσυνδέουν την πάλη για την υπεράσπιση των συνόρων και των κυριαρχικών δικαιωμάτων από το ζήτημα της ανατροπής της αστικής εξουσίας, και σε τελική ανάλυση ισοδυναμεί με υπεράσπιση των δικαιωμάτων της αστικής τάξης να συνεχίζει απρόσκοπτα την εκμετάλλευση των εργαζόμενων και των πλουτοπαραγωγικών πηγών εντός των εγχώριων συνόρων.

Δεν είναι τυχαίο εξάλλου ότι, όπως θα αναφέρουμε αναλυτικότερα στη συνέχεια, καταλήγουν στην αναζήτηση νέων «συμμάχων» στο ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο που δε θα «θίγουν» τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας και προτείνουν ως λύση μια «αντιιμπεριαλιστική» κυβέρνηση, που δήθεν θα διασφάλιζε τα κυριαρχικά δικαιώματα στο έδαφος του καπιταλισμού.

Το ΚΚΕ τάσσεται ενάντια στην αμφισβήτηση ή και εκχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων, όμως βλέπει έναν τέτοιο αγώνα άμεσα συνδεδεμένο με την ανατροπή του καπιταλισμού και την προοπτική της εργατικής εξουσίας. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στο Πρόγραμμα του ΚΚΕ: «Η πάλη, για την υπεράσπιση των συνόρων, των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας, από τη σκοπιά της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων, είναι αναπόσπαστη από την πάλη για την ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου. Δεν έχει καμία σχέση με την υπεράσπιση των σχεδίων του ενός ή άλλου ιμπεριαλιστικού πόλου, της κερδοφορίας του ενός ή του άλλου μονοπωλιακού ομίλου.»

 

Η ΚΟΣΜΟΠΟΛΙΤΙΚΗ - ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΤΩΝ «ΑΝΟΙΧΤΩΝ ΣΥΝΟΡΩΝ»

Τα πρόσφατα γεγονότα με τον εγκλωβισμό χιλιάδων προσφύγων και μεταναστών στα νησιά του Αιγαίου και τα ελληνοτουρκικά σύνορα στον Έβρο, που βρίσκονταν σε εξέλιξη όσο γραφόταν το παρόν άρθρο, έφεραν στο προσκήνιο με επιτακτικό τρόπο την ανάγκη διαμόρφωσης συγκεκριμένης γραμμής πάλης που να συμβάλει στο μη εγκλωβισμό πρωτοπόρων δυνάμεων στα όρια της αστικής πολιτικής.

Το ΚΚΕ ανέδειξε ότι εχθρός είναι τόσο η αστική τάξη της Τουρκίας που με την επιθετική της στάση αμφισβητεί κυριαρχικά δικαιώματα και σύνορα, αλλά και η ελληνική αστική τάξη που από τη μια στηρίζει τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους αυξάνοντας τα κύματα των προσφύγων και από την άλλη μετατρέπει την Ελλάδα σε χώρα-φυλακή για να προστατεύεται το «φρούριο» της ΕΕ. Ταυτόχρονα διακήρυξε την ανάγκη αμφισβήτησης και σύγκρουσης με την πολιτική της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, που ακολούθησαν και ακολουθούν πιστά οι ελληνικές κυβερνήσεις, με τον Κανονισμό του Δουβλίνου και τις συμφωνίες ΕΕ-Τουρκίας. Με αυτόν τον τρόπο ήταν δυνατό να ενισχυθεί η αντιπαράθεση με την αστική πολιτική της καταστολής (που εφάρμοσε η κυβέρνηση της ΝΔ και στηρίχτηκε τόσο από ΣΥΡΙΖΑ όσο και από ΚΙΝΑΛ και τα άλλα αστικά κόμματα), να ενταθεί η διαπάλη με τον εθνικισμό, να ενισχυθεί η αλληλεγγύη στους πρόσφυγες και μετανάστες, που γίνονται έρμαια των διακινητών και των γεωπολιτικών παιχνιδιών της τουρκικής αστικής τάξης, χωρίς όμως να προβάλλεται η αδιαφορία για τη φύλαξη των συνόρων και την υπεράσπιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων.

Από την άλλη μεριά, οι δυνάμεις του οπορτουνισμού, με την κοσμοπολίτικη θέση περί «ανοιχτών συνόρων» που διαμόρφωσαν, αντικειμενικά λειτούργησαν και σε αυτό το θέμα ενισχυτικά στην κυρίαρχη πολιτική, παρόλο που φαινομενικά αυτοπροβάλλονταν ως το τελείως αντίθετό της. Τα συνθήματα του ΣΕΚ: «Ας το πούμε δυνατά, ας το πούμε καθαρά: Σύνορα ανοιχτά για την προσφυγιά!»15, η τοποθέτηση του ΝΑΡ που αποσιωπούσε την τουρκική επιθετικότητα, την ανάγκη φύλαξης των συνόρων και έθετε ως καθήκον της «Αριστεράς» να «ζητήσει να ανοίξουν τα σύνορα για τους πρόσφυγες»16, καθώς και η αρθρογραφία με ανάλογο περιεχόμενο στην Εφημερίδα των Συντακτών γνωστών στελεχών του οπορτουνιστικού χώρου17, ενίσχυαν μοιραία το αστικό δίπολο «ή αφήνουμε τους πρόσφυγες να περάσουν, παραχωρώντας σύνορα, ή καταστέλλουμε τους πρόσφυγες και διασφαλίζουμε τα σύνορα». Το αποτύπωμα που άφηναν σε αρκετό κόσμο αυτές οι αναλύσεις είναι ότι υπάρχει φιλολαϊκή λύση στο πλαίσιο της κυριαρχίας ΝΑΤΟ και ΕΕ στην περιοχή. Όσο και να διακήρυσσαν οι διάφορες ομάδες του οπορτουνισμού την αλληλεγγύη στους πρόσφυγες, το σύνολο των θέσεών τους επαναλάμβανε στην ουσία με «αριστερούλικη» συνθηματολογία το αστικό δίπολο «καταστολή ή ελεύθερη διέλευση» των προσφύγων, «ανοιχτά ή κλειστά σύνορα».

Δεν έμειναν φυσικά εκεί, αλλά επιδόθηκαν, ιδιαίτερα το ΝΑΡ, σε ένα σίριαλ επιθέσεων προς το ΚΚΕ, περνώντας από τη μια διαστρέβλωση των θέσεων του ΚΚΕ στην επόμενη. Ξεκίνησαν γράφοντας ότι το ΚΚΕ δεν ενδιαφέρεται για τους πρόσφυγες και συνέχισαν σε ένα όργιο παραποίησης και προκλητικής διαστρέβλωσης, λέγοντας ότι θεωρεί τους ίδιους τους πρόσφυγες «ασύμμετρη απειλή». Αυτό φυσικά ήταν μόνο η αρχή. Η θέση του ΚΚΕ για «εναντίωση στον Κανονισμό του Δουβλίνου και στις συμφωνίες ΕΕ-Τουρκίας, για κανένα μέτρο καταστολής» και η αντίθεσή του με την «εμπλοκή της Ευρωπαϊκής Συνοριοφυλακής-Ακτοφυλακής (Frontex), δηλαδή ξένων στρατιωτικών ομάδων ταχείας επέμβασης, για τη φύλαξη των ελληνικών συνόρων»18 μεταφράστηκαν από το ΝΑΡ, μέσω αστείων συλλογιστικών ακροβατισμών, ως συμφωνία του ΚΚΕ με τη χρησιμοποίηση των δυνάμεων της Frontex!19 Η ανάδειξη από το ΚΚΕ της τουρκικής επιθετικότητας, την οποία μάλιστα αρνείται να καταδικάσει το ΝΑΡ, υποβαθμίζοντας την προφανή τουρκική μεθόδευση του μαζικού κύματος προσφύγων στον Έβρο, εμφανίστηκε στα κείμενα του ΝΑΡ ότι δήθεν το ΚΚΕ κατήγγειλε τον Ερντογάν γιατί «εκτελεί πλημμελώς τα καθήκοντά του ως δεσμοφύλακας της ΕΕ»20!

Το οπορτουνιστικό παραλήρημα του ΝΑΡ έφτασε στο σημείο να εγκαλεί το ΚΚΕ ότι, με το να προτείνει για τους πρόσφυγες «τώρα η ΕΕ και ο ΟΗΕ να οργανώσουν διαδικασίες υποβολής αιτήσεων ασύλου μέσα στην Τουρκία και στα σύνορα με την Ελλάδα και στα σύνορα με τη Συρία και απευθείας μετακίνηση στις χώρες προορισμού τους»21, στην ουσία εννοούσε «οπουδήποτε αλλού, μακριά από μας»22! Βέβαια, με τον ίδιο παράλογο συλλογισμό θα μπορούσε κανείς να καταλήξει στο ίδιο συμπέρασμα για τις θέσεις του ΝΑΡ να δοθούν χαρτιά από το ελληνικό κράτος στους πρόσφυγες για να πάνε στις χώρες προορισμού τους ή τη θέση του για μετακίνησή τους από τα νησιά στην ενδοχώρα23. Ας δούμε όμως τι προτείνει πραγματικά το ΝΑΡ: Να ανοίξουν τα σύνορα και όποιοι θέλουν να κατευθυνθούν προς τις χώρες προορισμού τους. Στην πράξη αυτό σημαίνει, με τα σημερινά δεδομένα, αλλαγή των όρων εγκλωβισμού και φυλακής από το τουρκικό στο ελληνικό έδαφος. Καθόλου τυχαίο ότι αυτή η θέση δε διατυπώθηκε στην επίσημη ανακοίνωση του ΝΑΡ, αλλά με μισόλογα σε άρθρα στελεχών του.

 

«ΑΠΟΘΕΩΣΗ» ΤΩΝ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΣΥΜΦΩΝΙΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ

Σε αυτό το σημείο αξίζει να αναφερθούμε σε ένα νέο εφεύρημα του οπορτουνισμού στην πολεμική του ενάντια στο ΚΚΕ, που δείχνει με ιδιαίτερα παραστατικό τρόπο την αγωνία τους να υπερασπιστούν το «ειρηνικό» προσωπείο της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Γράφει το ΝΑΡ ότι τους κάνει «εντύπωση η τήρηση» εκ μέρους του ΚΚΕ «ίσων αποστάσεων από τον πόλεμο και την ειρήνη που παραβλέπει την ιδιαιτερότητα ενός πολέμου, το κόστος σε ανθρώπινες ζωές, τον εθνικιστικό παροξυσμό, την περιστολή των δημοκρατικών ελευθεριών και την ένταση της εκμετάλλευσης»24.

Δε θα μείνουμε βέβαια στην απάντηση της λαθροχειρίας του παραπάνω επιχειρήματος, που με μια ακατανόητη συλλογιστική πορεία θεωρεί ότι γίνεται εξομοίωση των συνθηκών του ιμπεριαλιστικού πολέμου με εκείνες της ιμπεριαλιστικής ειρήνης, όταν το ΚΚΕ επισημαίνει ότι τόσο τα «ειρηνικά» μέσα όσο και τα πολεμικά χρησιμοποιούνται για τον ίδιο σκοπό από την αστική τάξη. Θα ήταν εξάλλου εύκολο να αναδείξουμε από τη μια τις πολύμορφες δράσεις του ΚΚΕ, του ΠΑΜΕ, του ΜΑΣ, της ΟΓΕ, σωματείων και συλλόγων, που πρωτοστατούν οι κομμουνιστές, ενάντια στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, ενάντια στις επεμβάσεις των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ, ενάντια στην επιδίωξη της αστικής τάξης για μετατροπή της χώρας σε ένα απέραντο αμερικανοΝΑΤΟϊκό στρατόπεδο, ή να παραθέσουμε τις προειδοποιήσεις του ΚΚΕ για ετοιμότητα του εργατικού-λαϊκού κινήματος μπροστά στις εξελίξεις που κάνουν πιο πιθανό τον κίνδυνο της φρίκης ενός πολέμου, και την ίδια στιγμή να συγκρίνουμε με την αντίστοιχη δράση του οπορτουνισμού που είναι από ανύπαρκτη έως τυπική.

Μένοντας όμως στην ουσία, θα πρέπει να αναρωτηθούμε πώς γίνεται η λενινιστική θέση ότι η ιμπεριαλιστική «ειρήνη» είναι πηγή του ιμπεριαλιστικού πολέμου, ότι κάθε αστική τάξη διεκδικεί τα συμφέροντά της με κάθε μέσο, διπλωματικό ή στρατιωτικό, να μεταφράζεται από τον οπορτουνισμό ως «τήρηση ίσων αποστάσεων». Η απάντηση βρίσκεται στο ότι η «ειρήνη» του καπιταλισμού, η «ειρήνη» της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο αποτελεί για τις δυνάμεις του οπορτουνισμού το «μικρότερο κακό», που πρέπει να διατηρηθεί με κάθε θυσία, συγκριτικά με τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Έτσι δεν αναδεικνύεται, όπως θα δούμε στη συνέχεια, η πραγματική κατεύθυνση που πρέπει να έχει η πάλη του κινήματος για να απαλλαγούμε οριστικά από τους πολέμους του καπιταλισμού και την ιμπεριαλιστική «ειρήνη» που τους γεννά.

Όλη τους η πολιτική γραμμή βασίζεται στην παραπάνω ανάλυση και αφορά πρώτ’ απ’ όλα το ποια είναι η αιτία, σύμφωνα με τις διάφορες οπορτουνιστικές δυνάμεις, που οξύνονται οι ανταγωνισμοί στην περιοχή μας και υπάρχει «ένταση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις».

Παρά τις όποιες «αντικαπιταλιστικές», φραστικές αναφορές, στην πραγματικότητα αποδίδουν την αιτία όξυνσης των ανταγωνισμών και εν τέλει της πιθανότητας ενός πολεμικού επεισοδίου όχι στις νομοτέλειες της καπιταλιστικής οικονομίας, αλλά στις «τυχοδιωκτικές» ενέργειες κι επιλογές των αστικών τάξεων της Ελλάδας και της Τουρκίας.

Το ΝΑΡ γράφει χαρακτηριστικά ότι αιτία είναι «η όξυνση της τυχοδιωκτικής αντιπαράθεσης των αστικών τάξεων Ελλάδας-Τουρκίας»25 και ότι δεν μπορεί να δοθεί λύση στους ανταγωνισμούς με προσφυγή στη Χάγη, γιατί οι αστικές τάξεις Ελλάδας και Τουρκίας «έχουν κάνει μονομερείς και κατά το δοκούν ερμηνείες του Διεθνούς Δικαίου»26.

Δυνάμεις της ΛΑΕ αναφέρουν ότι «η ένταξη της Ελλάδας σε έναν τυχοδιωκτικό γεωπολιτικό άξονα χωρών στην Αν. Μεσόγειο» είναι η βάση του προβλήματος, θεωρώντας μαζί με το σύλλογο «Γ. Κορδάτος» ότι γι’ αυτό φταίει η υποτέλεια της αστικής τάξης στο ΝΑΤΟ και στις ΗΠΑ, συσκοτίζοντας το γεγονός ότι τέτοιες συμμαχίες γίνονται ακριβώς επειδή εντάσσονται στα σχέδια προώθησης των ζωτικών συμφερόντων του ελληνικού καπιταλισμού.

Γράφουν χαρακτηριστικά ότι: «Μπροστά στους μεγάλους κινδύνους για τους λαούς και την ανθρωπότητα, η ελληνική κυβέρνηση συνεχίζει να δείχνει μια παροιμιώδη, αδιέξοδη και ανεύθυνη υποταγή στις ΗΠΑ. Μια σχέση υποτακτικού προς αφέντη, που με τον έναν ή άλλο τρόπο, στον έναν ή άλλο βαθμό, όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις ακολούθησαν. (…) Για το λόγο αυτό, το πρώτο ζητούμενο είναι: Ειρήνη στην περιοχή, έξω οι ΗΠΑ από τη Μ. Ανατολή, καμιά συμμετοχή της Ελλάδας στους ιμπεριαλιστικούς τυχοδιωκτισμούς.»27

Η ανάλυση των οπορτουνιστικών δυνάμεων αντιστρέφει στην ουσία τη σχέση ανάμεσα στην οικονομία και την πολιτική, εστιάζει σε επιμέρους πολιτικές επιλογές, κινήσεις, ελιγμούς και στρατιωτικές ενέργειες, θέτοντας σε δεύτερη μοίρα την οικονομική ουσία του ιμπεριαλισμού, την κυριαρχία του μονοπωλίου, που είναι η βάση της όξυνσης των ανταγωνισμών.

Το ΚΚΕ έχει αναδείξει ότι η διεκδίκηση των ζωτικών συμφερόντων κάθε πλευράς των ανταγωνιζόμενων κρατών θα πάρει πολλές μορφές, από τη διπλωματική οδό, τη σύναψη εμπορικών συμφωνιών, επιθετικών στρατιωτικών ενεργειών και τυχοδιωκτισμών, μέχρι και την ανοιχτή πολεμική σύγκρουση. Δεν είναι όμως οι διάφορες «τυχοδιωκτικές» ενέργειες που δημιουργούν το σφοδρό ανταγωνισμό ανάμεσα στα καπιταλιστικά κράτη, αλλά το αντίστροφο.

Η παραπάνω γραμμή του οπορτουνισμού καλλιεργεί τη λαθεμένη αντίληψη ότι θα μπορούσε να υπάρξει μια διαφορετική, «μη ιμπεριαλιστική» πολιτική, στο πλαίσιο της ΕΕ, του ΝΑΤΟ και με απείραχτη την εξουσία του κεφαλαίου, που δε θα είχε «τυχοδιωκτικά χαρακτηριστικά» και θα μπορούσε να δώσει οριστική λύση στους ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς. «Βγαίνει έτσι ότι τα μονοπώλια στην οικονομία μπορούν να συνυπάρχουν με έναν όχι μονοπωλιακό, όχι βίαιο, όχι αρπακτικό τρόπο δράσης στην πολιτική.»28

Μοιραία λοιπόν οδηγούνται στην υιοθέτηση επί της ουσίας των αστικών επιδιώξεων για σύναψη κάποιας συμφωνίας με την Τουρκία, για «αμοιβαίες υποχωρήσεις» και εν τέλει για προσφυγή στο Δικαστήριο της Χάγης. Οι αναλύσεις τους προσομοιάζουν σε τέτοιο βαθμό στην αστική εξωτερική πολιτική, ώστε φτάνουν στο σημείο ενσωμάτωσης των συγκεκριμένων όρων μιας διαπραγμάτευσης με την Τουρκία.

Με πιο χαρακτηριστικό τρόπο φαίνονται τα παραπάνω στην τοποθέτηση της οπορτουνιστικής ομάδας σύλλογος «Γ. Κορδάτος», ότι «η χώρα μας πρέπει σταθερά να βασίζεται στην ειρηνική επίλυση των διαφορών –που είναι θεμελιώδης αρχή του Διεθνούς Δικαίου– με την Τουρκία είτε με οποιοδήποτε άλλο κράτος (...) η προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης είναι μια επιλογή που δεν μπορεί να αποκλειστεί. (...) Προσφυγή νοείται για ένα και μόνο ζήτημα αποκλειστικά: Την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας-ΑΟΖ»29.

Τέτοιες τοποθετήσεις συσκοτίζουν το γεγονός ότι καμία συμφωνία ανάμεσα σε καπιταλιστικά κράτη δεν είναι προς το συμφέρον των λαών. Κάθε ιμπεριαλιστική συμφωνία γίνεται ακριβώς για να μοιραστεί η λεία από την κλοπή του πλούτου που παράγει η εργατική τάξη και ο λαός. Με όποια μέσα –διπλωματικά, στρατιωτικά ή με συνδυασμό τους– και αν προωθηθεί μια συμφωνία, δεν αλλάζει το γεγονός ότι γίνεται στο έδαφος της εκμετάλλευσης των εργαζόμενων από τα μονοπώλια και τους επιχειρηματικούς ομίλους κάθε χώρας. Δεν αλλάζει ότι θα αποσκοπεί στο να καθοριστεί το ποια μονοπώλια, ποιοι όμιλοι, ποια τμήματα της αστικής τάξης κάθε χώρας θα εκμεταλλευτούν τις πλουτοπαραγωγικές πηγές της περιοχής και θα επωφεληθούν από την αξιοποίηση των δρόμων μεταφοράς εμπορευμάτων κι ενέργειας.

Σε τελική ανάλυση, όποιο και να είναι το αποτέλεσμα μιας τέτοιας συμφωνίας, είτε η πλάστιγγα της μοιρασιάς γείρει προς τη μεριά της αστικής τάξης της Ελλάδας είτε προς τη μεριά της αστικής τάξης της Τουρκίας, το πραγματικά αρνητικό αποτέλεσμα θα είναι για τους λαούς της περιοχής. Οι θέσεις του οπορτουνισμού για «δίκαιη και ειρηνική» συμφωνία ανάμεσα σε καπιταλιστικά κράτη κρύβουν το γεγονός ότι οι λαοί της Ελλάδας και της Τουρκίας χρειάζεται να στρέψουν την προσοχή τους όχι στο ποιον από τους δύο «άρπαγες» θα ωφελήσει μια συμφωνία ανάμεσα στις δύο χώρες, αλλά στο πώς θα δυναμώσει η πάλη τους για να απαλλαγούν οριστικά από τους εκμεταλλευτές τους.

Την ίδια στιγμή, η επίκληση του οπορτουνιστικού ρεύματος στο Διεθνές Δίκαιο και σε διεθνείς οργανισμούς, όπως το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, ως δήθεν παράγοντες διασφάλισης της «δίκαιης» συμφωνίας που ευαγγελίζονται, συσκοτίζει το γεγονός ότι τέτοιοι οργανισμοί, στο έδαφος του καπιταλισμού και των οξυμένων ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, λειτουργούν για να διασφαλίζουν με κάθε τρόπο τα μεγάλα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα και τους σχεδιασμούς των καπιταλιστικών κρατών, με άξονα την οικονομική, πολιτική και στρατιωτική ισχύ κάθε κράτους. Αυτό επιβεβαιώνει και η πρόσφατη ιστορία, με τη νομιμοποίηση, για παράδειγμα, του πόλεμου στη Γιουγκοσλαβία και της ανεξαρτησίας του προτεκτοράτου του Κοσόβου από το Δικαστήριο της Χάγης, αποτελώντας ένα ατράνταχτο παράδειγμα κόντρα στους ισχυρισμούς του οπορτουνισμού ότι τέτοιοι οργανισμοί μπορούν να διασφαλίσουν το δίκιο των λαών.

Χαρακτηριστικό για το πώς θολώνουν το παραπάνω γεγονός είναι η τοποθέτηση στελεχών της ΛΑΕ που θεωρούν ότι η «Αριστερά πρέπει να επικαλείται το Διεθνές Δίκαιο γιατί από κατασκευής του συμφέρει τα μικρά κράτη ώστε να μη χάσουν την εθνική τους ανεξαρτησία», ότι «η Χάγη αποτελεί ένα νόμιμο διεθνές όργανο που αποφασίζει μεν στη βάση συμφερόντων, αλλά πρέπει να αξιοποιηθεί». Μάλιστα συμπληρώνουν ότι, αν δεν πάμε προς τη Χάγη, οποιαδήποτε άλλη λύση θα γίνει με στρατιωτικά μέσα, προβάλλοντας έτσι και αυτοί, όπως και τα επιτελεία της αστικής τάξης, τον εκβιασμό «συμβιβασμός ή πολεμική εμπλοκή»30.

 

Η ΑΥΤΑΠΑΤΗ ΤΗΣ «ΕΝΤΙΜΗΣ ΣΥΝΕΝΝΟΗΣΗΣ»

Το μωσαϊκό της υπόκλισης του οπορτουνισμού στην ιμπεριαλιστική ειρήνη συμπληρώνει και η άποψη που θεωρεί ότι μπορεί να υπάρξει «λογική» και «σύνεση» στη διαχείριση των ανταγωνισμών ανάμεσα στους ιμπεριαλιστές, μια διπλωματική πολιτική, μια «έντιμη συνεννόηση», που να τους παραμερίσει διά παντός. Αυτή η θέση έρχεται ως αποτέλεσμα της απόσπασης της όξυνσης των ανταγωνισμών από το οικονομικό υπόβαθρο της καπιταλιστικής οικονομίας και εκμετάλλευσης, που κάνουν, όπως είδαμε παραπάνω, οι δυνάμεις του οπορτουνιστικού χώρου.

Γράφει χαρακτηριστικά το ΝΑΡ ότι «κατά τη γνώμη μας, τα ζητήματα των θαλάσσιων ζωνών πρέπει να αντιμετωπιστούν με βάση την αρχή της δικαιοσύνης και μέσω της έντιμης συνεννόησης μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας και άλλων γειτονικών χωρών»31.

Πρόκειται για αυταπάτη ότι μπορεί να υπάρξει μια «δίκαιη» και μόνιμη συμφωνία ανάμεσα σε καπιταλιστικά κράτη, που θα εξαλείψει τον κίνδυνο του ιμπεριαλιστικού πολέμου. Εξάλλου η ιστορία του 20ού αιώνα είναι γεμάτη από πάμπολλες ιμπεριαλιστικές συμφωνίες, που δεν μπόρεσαν να εξαλείψουν για πάντα τους ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς ή να αναιρέσουν την εμφάνιση, σε κάποια επόμενη περίοδο, ενός ιμπεριαλιστικού πολέμου, μικρότερης ή μεγαλύτερης έκτασης.

Για το πόσο φαιδρές είναι οι θέσεις του οπορτουνισμού που θεωρούν ότι μπορούν να αναιρεθούν οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί, που οδηγούν τελικά και στην εκδήλωση ιμπεριαλιστικού πολέμου, έγραφε χαρακτηριστικά ο Λένιν:

«Έτσι είναι οργανωμένη στην εποχή της ανώτατης ανάπτυξης του καπιταλισμού η καταλήστευση ενός, περίπου, δισεκατομμυρίου πληθυσμού της Γης από μια χούφτα μεγάλες Δυνάμεις. Και είναι αδύνατο μέσα στον καπιταλισμό να υπάρξει διαφορετική οργάνωση. Να παραιτηθούν από τις αποικίες, από “τις σφαίρες επιρροής”, από την εξαγωγή κεφαλαίων; Το να σκέφτεται κανείς έτσι σημαίνει ότι κατεβαίνει στο επίπεδο ενός παπά, που κάθε Κυριακή κηρύσσει στους πλουσίους το μεγαλείο του χριστιανισμού και τους συμβουλεύει να δωρίζουν στους φτωχούς… αν όχι μερικά δισεκατομμύρια, τουλάχιστον μερικές εκατοντάδες ρούβλια το χρόνο.»32

Γίνεται λοιπόν φανερό ότι η οπορτουνιστική διαστρέβλωση της πραγματικής σχέσης ανάμεσα στην όξυνση των ανταγωνισμών, στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και την ιμπεριαλιστική ειρήνη, εκφράζεται με την απολυτοποίηση του πολέμου ως κάτι το τελείως αντίθετο και ξεχωριστό από την ιμπεριαλιστική ειρήνη. Αναιρείται πρακτικά στην ανάλυσή τους ότι η «ειρηνική» περίοδος του καπιταλισμού είναι αυτή που γεννά τις συνθήκες για την εκδήλωση του πολέμου. Γι’ αυτό προτείνουν και την ιμπεριαλιστική ειρήνη ως το «γιατρικό» για να μην οδηγηθούμε σε πολεμική εμπλοκή.

Αυτό είναι κομβικής σημασίας ζήτημα, καθώς αφορά τη διαμόρφωση της πολιτικής γραμμής πάλης του εργατικού-λαϊκού κινήματος. Προτείνοντας οι οπορτουνιστές ως λύση του προβλήματος την αιτία που γεννά το πρόβλημα, διαμορφώνουν γραμμή εγκλωβισμού εργατικών και λαϊκών συνειδήσεων στα όρια της αστικής εξουσίας αποθεώνοντας το «ειρηνικό» της προσωπείο.

 

ΟΙ ΔΙΑΚΗΡΥΞΕΙΣ ΠΕΡΙ «ΑΠΟΤΡΟΠΗΣ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ» ΚΑΙ Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΝΕΩΝ «ΣΥΜΜΑΧΩΝ»

Τι μπορεί να κάνει όμως το εργατικό-λαϊκό κίνημα σήμερα μπροστά στην όξυνση των ανταγωνισμών και στην πιθανότητα να οδηγήσουν σε ένα πολεμικό επεισόδιο;

Σε αυτό το ερώτημα οι δύο φαινομενικά διαφορετικές απαντήσεις, που δίνονται από τον οπορτουνισμό, είναι εξίσου ανώδυνες για την αστική εξουσία και οδηγούν από διαφορετικό δρόμο στην ενσωμάτωση του εργατικού κινήματος. Το βασικό πρόβλημα και των δύο είναι ότι παρακάμπτεται το βασικό κριτήριο της πάλης ενάντια στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, που είναι η επίμονη προσπάθεια καλλιέργειας ευρύτερης αμφισβήτησης της εξουσίας της αστικής τάξης και της καπιταλιστικής οικονομίας που οδηγεί στην εκδήλωση του ιμπεριαλιστικού πολέμου. Καταλήγουν δηλαδή στην αθώωση της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης είτε με την αποθέωση της ιμπεριαλιστικής ειρήνης είτε με την αναζήτηση επί της ουσίας ενός «εθνικά ανεξάρτητου καπιταλισμού».

Η πρώτη γραμμή του πασιφισμού, που εκφράζεται από το ΝΑΡ, το ΣΕΚ και πρώην δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, διακηρύσσεται με συνθήματα όπως: «να ηττηθεί η πολεμική προετοιμασία, να μπλοκαριστεί η μηχανή του πολέμου»33 και προβάλλουν ότι «το βασικό ζητούμενο σήμερα είναι ένα μαχητικό κίνημα υπεράσπισης της ειρήνης και διεθνιστικής αλληλεγγύης στη δύσκολη συγκυρία που ζούμε»34.

Η αναγκαία, όμως, εναντίωση στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, με δράσεις συνδικάτων, σωματείων και του εργατικού-λαϊκού κινήματος γενικότερα, δε σημαίνει ότι το εργατικό κίνημα μιας χώρας μπορεί σε κάθε περίπτωση να αποτρέψει την εκδήλωση του ιμπεριαλιστικού πολέμου, όσο ισχυρό και αν είναι. Η εκδήλωση του πολέμου δεν εξαρτάται μόνο από τη δική μας αστική τάξη. Εξαρτάται κυρίως από την αντικειμενική όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων. Εκτός αν εννοείται η στήριξη του εργατικού κινήματος στη συνθηκολόγηση εκ των προτέρων της εγχώριας αστικής τάξης, στην παραχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων, σε συμφωνία ιμπεριαλιστικής ειρήνης με το πιστόλι στον κρόταφο.

Οι κομμουνιστές παλεύουμε ενάντια στον πόλεμο αναδεικνύοντας την αιτία του και οργανώνουμε την πάλη ενάντια στον καπιταλισμό σε «ειρηνικές ή εμπόλεμες» περιόδους. Όπως σημείωνε γι’ αυτό το ζήτημα ο Λένιν: «Οι σοσιαλιστές, αντί ν’ αφήνουν τους υποκριτές λογοκόπους να εξαπατούν το λαό με φράσεις και υποσχέσεις για δυνατότητα δημοκρατικής ειρήνης, είναι υποχρεωμένοι να εξηγούν στις μάζες ότι είναι αδύνατο να γίνει μια κάπως δημοκρατική ειρήνη χωρίς μια σειρά από επαναστάσεις και χωρίς επαναστατικό αγώνα μέσα σε κάθε χώρα ενάντια στην κυβέρνησή της.»35

Η δεύτερη γραμμή εκφράζεται από τη ΛΑΕ και το σύλλογο «Γ. Κορδάτος» που, όπως ήδη αναφέρθηκε, θεωρούν ότι η Ελλάδα έχει απολέσει την «εθνική της κυριαρχία» και είναι υποτελής στις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ. Θεωρούν ότι η ανάκτηση της «εθνικής ανεξαρτησίας της Ελλάδας» είναι αυτή που μπορεί να την βγάλει από το επικίνδυνο κουβάρι των ανταγωνισμών. Αποκρύπτεται εδώ το γεγονός, όπως ήδη δείξαμε, ότι η αστική τάξη της Ελλάδας εμπλέκεται στη θύελλα των ανταγωνισμών όχι από υποτέλεια, αλλά το αντίθετο: Από την επιτακτική ανάγκη να προωθήσει τα ιδιαίτερα συμφέροντά της.

Σε αυτό το πλαίσιο, θεωρούν ότι είναι απαραίτητη η δημιουργία ενός «διπλωματικού μετώπου» σε διεθνές επίπεδο, που θα επιλύσει διεκδικητικά αυτά τα ζητήματα.36 «Κλείνουν έτσι το μάτι» στη συμμετοχή σε άλλες ιμπεριαλιστικές συμμαχίες από αυτές που, όπως λένε, «παραδοσιακά» συμμετέχει η Ελλάδα.37

Δε μένουν όμως μόνο εκεί, αλλά προβάλλουν το αίτημα ανάδειξης μιας «λαϊκής, αντιιμπεριαλιστικής, πατριωτικής κυβέρνησης» στο έδαφος του καπιταλισμού που θα προωθήσει την πολιτική της «εθνικής ανεξαρτησίας» και την «ειρηνική επίλυση» των ανταγωνισμών.38 Πρόκειται βέβαια για ξεκάθαρη προσπάθεια εξαπάτησης των εργαζόμενων, που επιδιώκει να πείσει ότι είναι δυνατό μια κυβέρνηση, με άθικτη την αστική εξουσία και την καπιταλιστική οικονομία, να αναιρέσει την καπιταλιστική εκμετάλλευση, το κυνήγι του μέγιστου κέρδους και τον καπιταλιστικό ανταγωνισμό.

 

Η ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΟΥΤΟΠΙΑ ΠΕΡΙ «ΑΟΠΛΟΥ ΑΓΩΝΑ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ ΕΞΟΠΛΙΣΜΕΝΗ ΑΣΤΙΚΗ ΤΑΞΗ»

Ποια πρέπει να είναι όμως η στάση του εργατικού και λαϊκού κινήματος στην περίπτωση που εκδηλωθεί μια τοπική ή γενικευμένη πολεμική σύρραξη;

Σε αυτό το ερώτημα οι περισσότερες οπορτουνιστικές ομάδες αδυνατούν να διατυπώσουν μια σαφή θέση, μένοντας πρακτικά στις θολές διακηρύξεις περί «αποτροπής του πολέμου» και «ειρήνης» χωρίς ταξικό περιεχόμενο, που περιγράψαμε παραπάνω.

Την πιο ξεκάθαρη τοποθέτηση κάνουν το ΝΑΡ και το ΣΕΚ, που στην ουσία μιλάνε για «άρνηση στράτευσης» και για «πολεμική απεργία», καλώντας στην πράξη σε λιποταξία από το βασικό πεδίο της ταξική πάλης, σε συνθήκες ιμπεριαλιστικού πολέμου. Θέσεις όπως αυτή του ΣΕΚ που αρχίζουν και τελειώνουν σε συνθήματα ότι «εμείς δεν πολεμάμε για τα πετρέλαια και τα συμφέροντα των πολυεθνικών»39, χωρίς καμία λέξη για την πραγματική μάχη που πρέπει να δοθεί, αφήνουν απροετοίμαστο το εργατικό κίνημα σε μια περίοδο απότομων εξελίξεων και καμπών της ταξικής πάλης.

Μια τέτοια γραμμή παραδίδει το εργατικό κίνημα βορά στους αστικούς σχεδιασμούς. Το οδηγεί σε σίγουρη ήττα σε μια περίοδο όξυνσης του αγώνα, αλλά πιθανότατα και της καταστολής. Σημαίνει παραίτηση στην πράξη από την ιδεολογική - πολιτική - οργανωτική προετοιμασία της εργατικής τάξης, που θα έχει ως αποτέλεσμα να συρθεί απλά στην ουρά της αστικής τάξης. Η μη επεξεργασία γραμμής πριν τον πόλεμο για ένα τέτοιο ενδεχόμενο μπορεί να έχει καταστροφικές συνέπειες για το εργατικό κίνημα.

Σε αυτό το θέμα το ΝΑΡ κάνει φαινομενικά μια προσαρμογή στις θέσεις του, γράφοντας ότι «οι εργαζόμενοι και οι νέοι δε θα πολεμήσουν για τα συμφέροντα του κεφαλαίου και των πολυεθνικών, θα αγωνιστούν για τα δικά τους δικαιώματα και ανάγκες»40. Όμως το δίπολο που θέλουν να φτιάξουν, «δεν πολεμάμε αλλά αγωνιζόμαστε», δεν είναι στην ουσία κάτι το καινούργιο, αλλά η με άλλα λόγια διατυπωμένη πασιφιστική αυταπάτη ότι η πάλη ενάντια στον πόλεμο και η αποτροπή του είναι εφικτή χωρίς την ένοπλη σύγκρουση με την αστική εξουσία. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά ο Λένιν: «Η άρνηση της στρατιωτικής υπηρεσίας, η απεργία ενάντια στον πόλεμο κτλ. δεν είναι παρά ανοησία, ανίσχυρο και άνανδρο όνειρο άοπλου αγώνα ενάντια στην εξοπλισμένη αστική τάξη, πόθος για εκμηδένιση του καπιταλισμού χωρίς σκληρό εμφύλιο πόλεμο ή μια σειρά πολέμους.»41

Για να ενισχύσει τη θέση του, το ΝΑΡ θέτει ένα κάλπικο ερώτημα: «Θα πολεμήσεις, θα εκχωρήσεις κοινωνικά και δημοκρατικά δικαιώματα για δικαιώματα εξόρυξης των πολυεθνικών και των ελληνικών μονοπωλίων στην “ελληνική ΑΟΖ”, έως και 200 μίλια από ελληνικά παράλια, δηλαδή στα διεθνή ύδατα;»42 Στην πραγματικότητα, όμως, ισχύει το αντίθετο: H «πολεμική απεργία» αποτελεί σε τελική ανάλυση εκχώρηση του δικαιώματος της εργατικής τάξης και του λαού να παλέψει για την ανατροπή του καπιταλισμού και των πολέμων που αυτός γεννά.

Επίσης, αυτό που σκόπιμα αποκρύπτεται από τις δυνάμεις του οπορτουνισμού είναι ότι σε περίπτωση εκδήλωσης ιμπεριαλιστικού πολέμου το αστικό κράτος παίρνει όλα τα μέτρα για να διασφαλίσει την πειθάρχηση της εργατική τάξης στους αστικούς πολεμικούς σχεδιασμούς. Τα όσα προβλέπει το Σύνταγμα, συνολικότερα η νομοθεσία του αστικού κράτους, αλλά και η εμπειρία προηγούμενων ιστορικών περιόδων, μαρτυρούν ότι σε συνθήκες πολεμικής εμπλοκής δεν εφαρμόζεται μονάχα η στρατιωτική επιστράτευση, αλλά ενεργοποιούνται μια σειρά ακόμα διαδικασίες, όπως ο στρατιωτικός νόμος, η περιστολή πολιτικών ελευθεριών και η πολιτική επιστράτευση για να διασφαλιστεί η απρόσκοπτη κατά το δυνατόν κίνηση της καπιταλιστικής παραγωγής. Αυτά διαμορφώνουν νέες συνθήκες διεξαγωγής της ταξικής πάλης, που πρέπει να πάρει υπόψη της η επαναστατική πρωτοπορία για να καθοδηγήσει επιτυχώς την πάλη του εργατικού-λαϊκού κινήματος. Αποτελεί επομένως αυταπάτη να θεωρεί κανείς ότι, αρνούμενος σε τέτοιες συνθήκες τη στράτευση, μπορεί να συνεχίσει στον ίδιο βαθμό την όποια αγωνιστική δράση όπως πριν. Αυτή η αυταπάτη είναι που καλλιεργείται από τη θέση του ΝΑΡ: «δεν πολεμάμε - αγωνιζόμαστε», μη μπορώντας να απαγκιστρωθούν από την ευλαβική τους προσήλωση στον τρόπο δράσης σε κοινοβουλευτικές-«ειρηνικές» συνθήκες.

Είναι χαρακτηριστικές οι συνθήκες, που αναφέρει ο Λένιν, ότι αντιμετώπισε η εργατική τάξη με το ξέσπασμα του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου: «Όλος ο νόμιμος εργατικός Τύπος μας αφανίστηκε. Τα περισσότερα συνδικάτα κλείστηκαν, πλήθος σύντροφοί μας έχουν πιαστεί και εκτοπιστεί. Μα η κοινοβουλευτική μας αντιπροσωπία –η Ρωσική Σοσιαλδημοκρατική Εργατική ομάδα– θεώρησε επιτακτικό σοσιαλιστικό της χρέος να μην ψηφίσει τις πολεμικές πιστώσεις (…) Και, παρά τη δεκαπλασιασμένη καταπίεση που ασκεί η τσαρική κυβέρνηση, οι σοσιαλδημοκράτες εργάτες της Ρωσίας εκδίδουν κιόλας τις πρώτες παράνομες προκηρύξεις ενάντια στον πόλεμο, εκπληρώνοντας το χρέος τους απέναντι στη δημοκρατία και τη Διεθνή43

Το βασικό ζήτημα που βρίσκεται έξω από το πεδίο της οπτικής των διάφορων οπορτουνιστικών ομάδων είναι ότι η εξέλιξη του ιμπεριαλιστικού πολέμου και οι καμπές που παρουσιάζονται κατά τις διάφορες φάσεις της στρατιωτικής αναμέτρησης δύο καπιταλιστικών κρατών είναι που μπορούν να οδηγήσουν σε συνθήκες προσωρινής ισορροπίας του συσχετισμού δύναμης ανάμεσα σε εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενους. Κάτι που δεν εκφράζεται από την αρχή των πολεμικών συγκρούσεων. Άρα είναι μεγάλη η ευθύνη της επαναστατικής πρωτοπορίας με την ανάλογη κλιμάκωση της δράσης και της παρέμβασής της να προετοιμάσει την εργατική τάξη και το λαό, ώστε στην περίοδο εκδήλωσης επαναστατικής κατάστασης να πραγματοποιήσουν την ανατροπή της αστικής εξουσίας που μπαίνει πλέον ως άμεσο καθήκον στην ημερήσια διάταξη και αποτελεί το μοναδικό όρο για το τέλος του πολέμου προς όφελος του λαού.

Όπως έλεγε ο Λένιν: «Οι σοσιαλιστές καταδίκαζαν πάντα τους πολέμους ανάμεσα στους λαούς ως κάτι το βάρβαρο και το απάνθρωπο. Η στάση μας όμως απέναντι στον πόλεμο είναι καταρχήν διαφορετική από τη στάση των αστών πασιφιστών (…) γιατί καταλαβαίνουμε την αναπόφευκτη σύνδεση που υπάρχει ανάμεσα στους πολέμους και την πάλη των τάξεων στο εσωτερικό μιας χώρας, γιατί καταλαβαίνουμε ότι είναι αδύνατο να εξαλειφθούν οι πόλεμοι χωρίς την εξάλειψη των τάξεων και τη δημιουργία του σοσιαλισμού, καθώς και γιατί αναγνωρίζουμε στο ακέραιο ότι είναι δικαιολογημένοι, προοδευτικοί και αναγκαίοι οι εμφύλιοι πόλεμοι, δηλαδή οι πόλεμοι της καταπιεζόμενης τάξης ενάντια στην καταπιέζουσα τάξη.»44

 

Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΟΥ ΚΚΕ

Αντικειμενικά επομένως στο ζήτημα της στάσης του εργατικού κινήματος μπροστά στην όξυνση των ανταγωνισμών συγκρούονται δύο γραμμές: Από τη μια η πολιτική της αστικής τάξης, των αστικών κυβερνήσεων και πολιτικών κομμάτων μαζί με την πολιτική γραμμή του οπορτουνισμού, και από την άλλη πλευρά βρίσκεται η επαναστατική γραμμή πάλης του ΚΚΕ που αναδεικνύει την αιτία της όξυνσης των ανταγωνισμών και φωτίζει το δρόμο της πάλης για την οριστική απαλλαγή από τον κίνδυνο του ιμπεριαλιστικού πολέμου και την ιμπεριαλιστική ειρήνη που τον γεννά.

Η μοναδική διέξοδος από τις επικίνδυνες για τους λαούς εξελίξεις όξυνσης των ανταγωνισμών είναι να δυναμώσει η πάλη του εργατικού-λαϊκού κινήματος ενάντια στην αιτία που γεννά τον κίνδυνο του ιμπεριαλιστικού πολέμου και την επιβολή συμφωνίας ιμπεριαλιστικής ειρήνης με το πιστόλι στον κρόταφο, ενάντια στην ίδια την αστική εξουσία και το καπιταλιστικό σύστημα. Να δυναμώσει η πάλη για τη συνολική αμφισβήτηση της εκμεταλλευτικής κοινωνίας του καπιταλισμού, η πάλη για την οικοδόμηση της σοσιαλιστικής-κομμουνιστικής κοινωνίας.

Αυτό που χρειάζεται λοιπόν είναι να φωτιστεί ως η μόνη πραγματική εναλλακτική η επαναστατική προοπτική της σοσιαλιστικής-κομμουνιστικής κοινωνίας, της εργατικής εξουσίας, του κεντρικού σχεδιασμού και της κοινωνικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής. Η οικοδόμηση του σοσιαλισμού κατά τον 20ό αιώνα είναι η μεγάλη απόδειξη για το τι σημαίνει πραγματικά ειρηνική συνύπαρξη και από κοινού όφελος και ανάπτυξη λαών με διαφορετικές εθνικές καταβολές, ενώ η ανατροπή του σοσιαλισμού σε αυτές τις χώρες επιβεβαίωσε με τον πιο επώδυνο τρόπο τα κατοπινά χρόνια ότι ο καπιταλισμός είναι η αιτία ανόδου των αλυτρωτισμών, των πολεμικών συρράξεων και των στρατιωτικών εισβολών.

«Τα συνθήματα πρέπει να ρίχνονται για να εξηγείται με την προπαγάνδα και τη ζύμωση μέσα στις μάζες η ανειρήνευτη διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στο σοσιαλισμό και τον καπιταλισμό (ιμπεριαλισμό) και όχι για να συμφιλιώνονται δύο εχθρικές τάξεις και δύο εχθρικές πολιτικές»45, έγραφε ο Λένιν, δείχνοντας και την κατεύθυνση που πρέπει να έχει η πάλη του εργατικού-λαϊκού κινήματος, αλλά και η παρέμβαση της επαναστατικής πρωτοπορίας, του Κομμουνιστικού Κόμματος.

Η ολοκληρωμένη ανάδειξη φυσικά του σοσιαλισμού ως της πραγματικής διεξόδου δεν είναι ένα μονόπρακτο έργο, δεν είναι μια υπόθεση της στιγμής. Είναι μια διαδικασία που χρειάζεται την κατάλληλη επεξεργασία συνθημάτων, την ανάδειξη αντίστοιχων αιτημάτων πάλης, την προσαρμογή της παρέμβασης των κομμουνιστών με βάση την πορεία των εξελίξεων και τους αντίστοιχους ελιγμούς του ταξικού αντιπάλου και των επιτελείων του. Σε αυτό χρειάζεται να συνυπολογίσουμε ότι η πορεία των γεγονότων μπορεί να είναι αρκετά σύνθετη και να εκφραστεί με μεγάλη πολυμορφία και με συνθήκες που να μην έχουν ιστορικά ακριβές ανάλογο. Η ίδια η μορφή του ιμπεριαλιστικού πολέμου εξάλλου έχει αλλάξει ριζικά από αυτόν που γνώρισε η ανθρωπότητα κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα. Επομένως, διαφορετική θα είναι η μορφή και η αλληλουχία των εξελίξεων που θα οδηγήσουν σε μια πολεμική σύρραξη.

Η εξειδίκευση και κλιμάκωση των συνθημάτων και της παρέμβασης των κομμουνιστών έχει ως αφετηρία την καλλιέργεια μη εμπιστοσύνης στους σχεδιασμούς της αστικής τάξης σε ευρύτερες μάζες του λαού. Χρειάζεται δηλαδή να καλλιεργείται η αντίθεση στην αστική κυβέρνηση και την αστική εξουσία με αιτήματα για καμία αλλαγή συνόρων, για αποδέσμευση από το ΝΑΤΟ και την ΕΕ, και συνολικά τους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς. Να αναπτύσσεται η αλληλεγγύη και οι κοινές δράσεις με τους λαούς και τα ΚΚ των χωρών της περιοχής. Είναι ενδεικτική η κοινή πάλη του ΚΚΕ και του ΚΚ Τουρκίας που εκφράστηκε πρόσφατα και με κοινή ανακοίνωση ενάντια στην όξυνση των ανταγωνισμών στην περιοχή. Η συνολική παρέμβαση και δράση των κομμουνιστών είναι που θα αντιμετωπίζει τις επικίνδυνες διακηρύξεις για «εθνική ενότητα» και θα προβάλλει την ανάγκη να μην υπάρχει καμία εργασιακή ειρήνη με το κεφάλαιο και την εργοδοσία. Και γι’ αυτό δεν αρκούν οι φραστικοί αφορισμοί που υιοθετεί το οπορτουνιστικό ρεύμα, από τη στιγμή που η συνολική του στρατηγική δε βρίσκεται εκτός του πλαισίου της αστικής εξουσίας.

Σε κάθε βήμα θα πρέπει να εκλαϊκεύεται και να τίθεται στο επίκεντρο της διαπάλης η ανατροπή του καπιταλισμού και η σοσιαλιστική επανάσταση ως η μόνη φιλολαϊκή διέξοδος από την όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο.

Αυτό πάνω απ’ όλα κρίνεται από την ικανότητα της επαναστατικής πρωτοπορίας, του Κομμουνιστικού Κόμματος, να διαμορφώνει και να προωθεί γραμμή πάλης που δε θα εγκλωβίζει στα όρια των σχεδιασμών της αστικής τάξης.

Όπως σημείωνε το ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ: «Η στάση απέναντι στον πόλεμο είναι στάση απέναντι στην ταξική πάλη και τη σοσιαλιστική επανάσταση, πάλη για τη μετατροπή αυτού του πολέμου σε ένοπλη ταξική πάλη, το “μοναδικό απελευθερωτικό πόλεμο”, όπως τον χαρακτήριζε ο Λένιν.»46

Αυτή η γραμμή εναντίωσης στους σχεδιασμούς της αστικής τάξης σε συνθήκες που ακόμη δεν έχει εκδηλωθεί ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος είναι καθοριστικής σημασίας για την προετοιμασία της δράσης του εργατικού κινήματος στην περίπτωση που αυτός δεν αποτραπεί. Αυτό είναι το έδαφος πάνω στο οποίο μπορεί να ξεδιπλωθεί το καθήκον που αναφέρεται στο Πρόγραμμα του ΚΚΕ: «Σε περίπτωση ιμπεριαλιστικής πολεμικής εμπλοκής της Ελλάδας, είτε σε αμυντικό είτε σε επιθετικό πόλεμο, το Κόμμα πρέπει να ηγηθεί της αυτοτελούς οργάνωσης της εργατικής-λαϊκής πάλης με όλες τις μορφές, ώστε να οδηγήσει σε ολοκληρωτική ήττα της αστικής τάξης, εγχώριας και ξένης ως εισβολέα, έμπρακτα να συνδεθεί με την κατάκτηση της εξουσίας. Με την πρωτοβουλία και καθοδήγηση του Κόμματος να συγκροτηθεί εργατικό-λαϊκό μέτωπο με όλες τις μορφές δράσης, με σύνθημα: Ο λαός θα δώσει την ελευθερία και τη διέξοδο από το καπιταλιστικό σύστημα που, όσο κυριαρχεί, φέρνει τον πόλεμο και την “ειρήνη” με το πιστόλι στον κρόταφο.»

Η επαναστατική στρατηγική εναντίωσης στην αστική εξουσία που έχει διαμορφώσει το ΚΚΕ, είτε φορά το «ειρηνικό» της προσωπείο είτε τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, είναι το μεγαλύτερο όπλο στην πάλη των κομμουνιστών, των μελών της ΚΝΕ, των φίλων και οπαδών του ΚΚΕ, για να απαλλαγεί οριστικά η εργατική τάξη και ο λαός από τα δεσμά της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Είναι η πυξίδα της επαναστατικής δράσης στις σύνθετες εξελίξεις και συνθήκες που θα αντιμετωπίσουμε το επόμενο διάστημα.

 


ΣημειώσειςΣημειώσεις

* Ο Λουκάς Αναστασόπουλος είναι μέλος της Ιδεολογικής Επιτροπής της ΚΕ του ΚΚΕ.

1. Συνέντευξη στο σταθμό Action24, 10.12.2019.

2. Συνέντευξη στην εκπομπή «10» της ΕΡΤ1, 27.1.2020.

3. Β. Ι. Λένιν, «Για τη χωριστή ειρήνη», Άπαντα, τόμ. 30, σελ. 184-192, εκδ. Σύγχρονη Εποχή.

4. Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ, 1918-1949, τόμ. Α2 & Β1, εκδ. Σύγχρονη Εποχή.

5. «Για την ειρήνη και τα κοινωνικά, δημοκρατικά δικαιώματα», Ανακοίνωση του Γραφείου της ΠE ΝΑΡ, 22.1.2020.

6. Μπ. Συριόπουλος, «Αντιιμπεριαλιστική ρητορική και συναίνεση στην εθνική γραμμή», εφημ. ΠΡΙΝ, 15.3.2020.

7. «Χωρικά Ύδατα, Υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ - Το ευρύτερο πλαίσιο και η στάση της κομμουνιστικής Αριστεράς», ΝΑΡ, 25.3.2019.

8. «Χωρικά Ύδατα, Υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ - Το ευρύτερο πλαίσιο και η στάση της κομμουνιστικής Αριστεράς», ΝΑΡ, 25.3.2019.

9. Βλ. Μ. Παπαδόπουλος, «Ο πραγματικός εχθρός», Ριζοσπάστης, 7-8.3.2020.

10. «Χωρικά Ύδατα, Υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ - Το ευρύτερο πλαίσιο και η στάση της κομμουνιστικής Αριστεράς», ΝΑΡ, 25.3.2019.

11. Πιο αναλυτικά βλ. Γ. Μαρίνος, «Οι διεθνείς ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί, η επίδρασή τους στην περιοχή μας και η στρατηγική των αστικών τάξεων Ελλάδας-Τουρκίας», στο παρόν τεύχος της ΚΟΜΕΠ.

12. «Χωρικά Ύδατα, Υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ - Το ευρύτερο πλαίσιο και η στάση της κομμουνιστικής Αριστεράς», ΝΑΡ, 25.3.2019.

13. Μπ. Συριόπουλος, «Αντιιμπεριαλιστική ρητορική και συναίνεση στην εθνική γραμμή», εφημ. ΠΡΙΝ, 15.3.2020.

14. «Για ειρήνη και εθνική κυριαρχία. Εκτιμήσεις του συλλόγου “Γ.ΚΟΡΔΑΤΟΣ” για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις», 23.1.2020.

15. Ανακοίνωση της ΚΕ του ΣΕΚ, 2.3.2020.

16. Π. Μαυροειδής, «Οι πρόσφυγες και τα σύνορα. Για τη στάση ΣΥΡΙΖΑ και ΚΚΕ», ιστοσελίδα «Παντιέρα», 5.3.2020.

17. Χρ. Λάσκου, «Τα “ανοιχτά σύνορα” και η ελληνική Αριστερά», Εφημερίδα των Συντακτών, 17.3.2020.

18. «Για τις εξελίξεις στο Προσφυγικό και τα μέτρα της κυβέρνησης», Ανακοίνωση του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, 3.3.2020.

19. Μπ. Συριόπουλος, «Αντιιμπεριαλιστική ρητορική και συναίνεση στην εθνική γραμμή», εφημ. ΠΡΙΝ, 15.3.2020.

20. Π. Μαυροειδής, «Οι πρόσφυγες και τα σύνορα. Για τη στάση ΣΥΡΙΖΑ και ΚΚΕ», ιστοσελίδα «Παντιέρα», 5.3.2020.

21. «Για τις εξελίξεις στο Προσφυγικό και τα μέτρα της κυβέρνησης», Ανακοίνωση του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, 3.3.2020.

22. Μπ. Συριόπουλος, «Αντιιμπεριαλιστική ρητορική και συναίνεση στην εθνική γραμμή», εφημ. ΠΡΙΝ, 15.3.2020.

23. «Να φύγουν τώρα τα ΜΑΤ από τα νησιά / κανείς ελεύθερος άνθρωπος σε φυλακή», ανακοίνωση ΝΑΡ, 25.2.2020.

24. Μπ. Συριόπουλος, ό.π.

25. «Για την ειρήνη και τα κοινωνικά, δημοκρατικά δικαιώματα», Ανακοίνωση του Γραφείου της ΠE ΝΑΡ, 22.1.2020.

26. Π. Μαυροειδής, «Η ανάδειξη των εξορύξεων στις ΑΟΖ σε “κριτήριο πατριωτισμού” και η στάση της Αριστεράς», 5.12.2019.

27. «Για ειρήνη και εθνική κυριαρχία. Εκτιμήσεις του συλλόγου “Γ. Κορδάτος” για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις.», 23.1.2020.

28. Β. Ι. Λένιν, «Ο ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού», εκδ. Σύγχρονη Εποχή, σελ. 108.

29. Δ. Καλτσώνης, «Σύμφωνο Ειρήνης και Χάγη», εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ», 28.1.2020.

30. Κ. Ήσυχος, ομιλία στην εκδήλωση Αριστερού Ρεύματος: «Η απάντηση της Αριστεράς στις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις στην περιοχή», 19.1.2020.

31. «Χωρικά Ύδατα, Υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ - Το ευρύτερο πλαίσιο και η στάση της κομμουνιστικής Αριστεράς», ΝΑΡ, 25.3.2019.

32. Β. Ι. Λένιν, «Για το σύνθημα των Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης», Άπαντα, τόμ. 26, σελ. 359-363, εκδ. Σύγχρονη Εποχή.

33. «Για την ειρήνη και τα κοινωνικά, δημοκρατικά δικαιώματα», Ανακοίνωση του Γραφείου της ΠE ΝΑΡ, 22.1.2020.

34. Γ. Κρεασίδης, «“Proxy war” στη Λιβύη, πρόβες πολέμου στη Μεσόγειο», εφημ. ΠΡΙΝ, 15.12.2019.

35. Β. Ι. Λένιν, «Το ζήτημα της ειρήνης», Άπαντα, τόμ. 26, σελ. 307-312, εκδ. Σύγχρονη Εποχή.

36. «Για ειρήνη και εθνική κυριαρχία. Εκτιμήσεις του συλλόγου “Γ. Κορδάτος” για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις», 23.1.2020.

37. Δ. Καλτσώνης, «Σε λάθος δρόμο», εφημ. ΤΑ ΝΕΑ, 30.12.2019.

38. «Για ειρήνη και εθνική κυριαρχία. Εκτιμήσεις του συλλόγου “Γ. Κορδάτος” για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις», 23.1.2020.

39. Ανακοίνωση του ΣΕΚ, 3.1.2020.

40. «Για την ειρήνη και τα κοινωνικά, δημοκρατικά δικαιώματα»: Ανακοίνωση του Γραφείου της ΠE ΝΑΡ, 22.1.2020.

41. Β. Ι. Λένιν, «Η κατάσταση και τα καθήκοντα της Σοσιαλιστικής Διεθνούς», Άπαντα, τόμ. 26, σελ. 36-42, εκδ. Σύγχρονη Εποχή.

42. Γ. Ελαφρός, «Εργατικός-λαϊκός αγώνας για να ηττηθεί η πολεμική προετοιμασία», εφημ. ΠΡΙΝ, 15.12.2019.

43. Β. Ι. Λένιν, «Ο πόλεμος και η σοσιαλδημοκρατία της Ρωσίας», Άπαντα, τόμ. 26, σελ. 13-23, εκδ. Σύγχρονη Εποχή.

44. Β. Ι. Λένιν, «Σοσιαλισμός και πόλεμος (η στάση του ΣΔΕΚΡ απέναντι στον πόλεμο)», Άπαντα, τόμ. 26, σελ. 313-358, εκδ. Σύγχρονη Εποχή.

45. Β. Ι. Λένιν, «Το ζήτημα της ειρήνης», Άπαντα, τόμ. 26, σελ. 307-312, εκδ. Σύγχρονη Εποχή.

46. ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, «Ο Λένιν για τον πόλεμο και τη στάση των κομμουνιστών», ΚΟΜΕΠ, τεύχ. 6/2012.