Η ταξική ρίζα της γυναικείας ανισοτιμίας. Η βία –και η ενδοοικογενειακή– ως έκφρασή της*


της Ελένης Μπέλλου

Κάθε θεσμική-νομική καθιέρωση μέτρων προστασίας της γυναίκας ή αναγνώρισης της ισοτιμίας ανάμεσα στα δύο φύλα αποτυπώνει, στον έναν ή άλλο βαθμό, την πρόοδο που έχει πραγματοποιηθεί στην ένταξη της γυναίκας στην κοινωνικά αναγνωρισμένη εργασία, μετά από πολλές εκατοντάδες χρόνια σχεδόν αποκλειστικής απασχόλησής της στις εργασίες του ατομικού νοικοκυριού ή στην αγροτική παραγωγή.

Βέβαια, η νομική-θεσμική πρόοδος δεν ήρθε αυτόματα στις καπιταλιστικές κοινωνίες. Έγιναν πολύχρονοι και πολυποίκιλοι αγώνες, αρχικά από τις ίδιες τις εργάτριες στην Αγγλία, στις ΗΠΑ κατά το 19ο αιώνα. Αγώνες έγιναν και από αστές φεμινίστριες. Όμως ο αγώνας για την καθιέρωση Παγκόσμιας Μέρας για την Ισοτιμία της Γυναίκας ανήκει στις σοσιαλίστριες γυναίκες του 1910.

Πρωτοπόρα ήταν η συμβολή του ΚΚΕ στη χώρα μας, αφού ήδη από το Ιδρυτικό Καταστατικό του την πρόβαλε, ενώ με τη δική του δράση οι γυναίκες ψήφισαν για πρώτη φορά στην Ελλάδα στις απελευθερωμένες από το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ περιοχές κατά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Δεν υπάρχει μικρότερη ή μεγαλύτερη κατάκτηση στην ισονομία των δύο φύλων που να μην αποτυπώνει τον αντίστοιχο αγώνα του ΚΚΕ.

Βέβαια, το ΚΚΕ, οι κομμουνίστριες, πάντα είχαμε κι έχουμε συνείδηση ότι η ισονομία δεν οδηγεί και σε πραγματική ισοτιμία, γιατί, π.χ., η ισονομία ως προς τις άδειες από την εργασία δεν παίρνει υπόψη την ιδιαίτερη θέση της γυναίκας στην αναπαραγωγική διαδικασία, που σημαίνει εγκυμοσύνη, τοκετός, θηλασμός, λοχεία, άρα ανάγκη πρόσθετων αδειών, διευκολύνσεων για να συνδυαστεί η μητρότητα με την εργασία.

Αυτό, αν και εν μέρει το παίρνει υπόψη του το αστικό Δίκαιο –π.χ. για άδειες τοκετού στις μισθωτές, όχι όμως και σε εργαζόμενες «με μπλοκάκι»– ταυτόχρονα το χρησιμοποιεί και σε βάρος των γυναικών, όπως με την προς τα πάνω εξίσωση των ορίων συνταξιοδότησης. Πολύ περισσότερο που η τυπική ισονομία στους μισθούς μεταξύ αντρών-γυναικών δεν οδήγησε σε κλείσιμο της ψαλίδας στον ίδιο κλάδο και για ίδια εργασία.1

Ακόμα περισσότερο, η όποια ισοτιμία δεν είναι καθολική όσο υπάρχει κοινωνική ανισότητα, όσο υπάρχουν τάξεις με βάση την ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής. Π.χ. η ισονομία, και αυτό αφορά γυναίκες και άντρες, ως προς την πρόσβαση στην Ανώτατη Εκπαίδευση, στη διδακτορική βαθμίδα, δεν αρκεί για να πραγματοποιηθεί από τα παιδιά μεγάλου μέρους της εργατικής τάξης και λαϊκών μεσαίων στρωμάτων, αφού υπάρχει εμπορευματοποίηση, δίδακτρα, δεν εξασφαλίζονται συνθήκες διαβίωσης με κάλυψη της αναγκαίας δαπάνης από το κράτος.

Μόνο με την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής, με την κατάργηση της εκμεταλλευτικής σχέσης κεφαλαίου-εργασίας, με την κατοχύρωση της κοινωνικής ιδιοκτησίας, ανοίγει διάπλατα ο δρόμος για καθολική συμμετοχή της γυναίκας στην εργασία και στα όργανα εξουσίας, για ισοτιμία ανάμεσα στα δύο φύλα, για ισοτιμία στις διαπροσωπικές τους σχέσεις, στις σχέσεις τους με τα παιδιά. Μόνο με την επαναστατική εργατική εξουσία θεμελιώνονται στέρεα οι δυνατότητες ώστε όλη η εκπαιδευτική, η ιδεολογική, η πολιτιστική κρατική κοινωνική παρέμβαση ν’ αντιμετωπίσει ριζικά επιβιώσεις και αναχρονισμούς με πολύ μεγάλες ρίζες στα βάθη του παρελθόντος.

Διόλου τυχαία, πρωτοποριακές πραγματικές κατακτήσεις για τις εργαζόμενες γυναίκες εκφράστηκαν γενικευμένα στην πρώτη χώρα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, τη Σοβιετική Ένωση, πριν έναν αιώνα, όταν ακόμα και σε κορυφαίες τότε καπιταλιστικές κοινωνίες δεν είχε γενικευτεί ούτε το εκλογικό δικαίωμα. Η γυναίκα στη Σοβιετική Ένωση είχε ίδια δικαιώματα με τον άντρα, τα παιδιά είχαν τα ίδια αυξημένα δικαιώματα, ανεξάρτητα αν ήταν από νόμιμο γάμο ή απλή σχέση.

Αυτές οι κατακτήσεις των γυναικών στην τότε Σοβιετική Ένωση δημιούργησαν την κοινωνική δύναμη και πίεση ώστε να προχωρήσουν ορισμένες κατακτήσεις και στα καπιταλιστικά κράτη. Στα τελευταία, καθυστερούσε σημαντικά, π.χ., η κατοχύρωση του γενικού εκλογικού δικαιώματος στις ενήλικες γυναίκες, όχι γιατί αυτό ήταν στοιχείο ασύμβατο προς την καπιταλιστική λειτουργία, αλλά γιατί η επιβίωση του καπιταλισμού στηρίζεται και στην κινητοποίηση-ενσωμάτωση προκαπιταλιστικών αντιδραστικών δυνάμεων, π.χ. των μηχανισμών χειραγώγησης των λαϊκών δυνάμεων που διαθέτουν τα θρησκευτικά δόγματα και η εκκλησιαστική οργάνωσή τους.

Ας θυμηθούμε πόσο καθυστέρησε το Οικογενειακό Δίκαιο στα καπιταλιστικά κράτη της Δυτικής Ευρώπης να απαλλαγεί από τις αντιδραστικές δεσμεύσεις του χριστιανικού δόγματος, ιδιαίτερα στην Καθολική μορφή του, περί του αδιάλυτου του γάμου, της υποταγής της γυναίκας στον άντρα, της απαγόρευσης των εξωγαμιαίων σεξουαλικών σχέσεων κ.ά. Ακόμα, σε πλήθος σύγχρονων καπιταλιστικών κρατών, όπου κυριαρχεί το μουσουλμανικό δόγμα, το Αστικό Δίκαιο δεν έχει απαλλαγεί από τις αντίστοιχες αντιδραστικές δοξασίες. Η αστική κρατική λειτουργία δεν έχει επιβάλει την εκτόπισή τους από την καθημερινότητα, τις λεγόμενες παραδόσεις και συμπεριφορές στις σχέσεις των δύο φύλων, στην οικογένεια κλπ.

Έτσι και σήμερα, διατρέχοντας την τρίτη δεκαετία του 21ου αιώνα, σε χώρες όπως η Ινδία, η Τουρκία, η Νότια Αφρική, άλλες ασιατικές και αφρικανικές χώρες, συναντάμε απίστευτη κοινωνική υποβάθμιση της γυναίκας, εξάρτησή της από τον άντρα, σκοταδιστικές αντιλήψεις και πρακτικές, πολύμορφη βία κατά των γυναικών προερχόμενη από τα αντρικά μέλη της οικογένειας, και των εργατικών-λαϊκών δυνάμεων.

Η σωστή αντίδραση στο παραπάνω φαινόμενο εκ μέρους θεωρητικών φεμινιστικών ρευμάτων και κινήσεων, κυρίως από τις ευρωπαϊκές χώρες και τις ΗΠΑ, συχνά συνοδεύεται από λαθεμένη εξήγηση του φαινομένου: Ερμηνεύεται ως αποτέλεσμα της παγκοσμιοποίησης, δηλαδή της εισαγωγής κεφαλαίου και επομένως επέκτασης των καπιταλιστικών σχέσεων που επιδρούν διαλυτικά στην αγροτική κοινότητα –βασική παραγωγική μονάδα γυναικείας εργασίας– που συνοδεύεται από επέκταση της βίας κατά των γυναικών, ενίσχυση της αντρικής εξουσίας, καθεστώς χαρακτηρισμένο ως πατριαρχία.2

Κατά κάποιον τρόπο αυτή η άποψη εξιδανικεύει την προγενέστερη κατάσταση, αν και σωστά αναδεικνύει την καπιταλιστική βία, η οποία βέβαια δεν ασκείται μόνο στις γυναίκες, αλλά και στους άντρες. Και έτσι, σ’ αυτήν τη βάση υπερβάλλει για το ρόλο του φεμινιστικού κινήματος, και μάλιστα αποσπασμένου από την ταξική προσέγγιση, από το εργατικό κίνημα ως φορέα της πάλης ενάντια στον καπιταλισμό.

Είναι άλλο ζήτημα, θα το εξετάσουμε και στη συνέχεια, ότι σε περιόδους που το καινούργιο κοινωνικοοικονομικό σύστημα δεν έχει ακόμα πλήρως διαμορφωθεί κι επικρατήσει, όπως συνέβαινε στο 16ο, 17ο, 18ο αιώνα στην Ευρώπη, ή, παρά την κυριαρχία του, διατηρεί ακόμα πολλά προγενέστερα κατάλοιπα. Αυτό συμβαίνει και σήμερα σε χώρες της Ασίας και της Αφρικής, όπου παλαιού τύπου αντιδραστικά φαινόμενα, όπως «το κυνήγι των μαγισσών», συνυπάρχουν με νέα, όπως η καπιταλιστική βία στα εργοστάσια, που επηρεάζει αρνητικά και την αντρική συμπεριφορά στην εργατική-λαϊκή οικογένεια. Όμως δεν είναι γενικά η εξουσία του άντρα μέσα στην πυρηνική εργατική οικογένεια που πρωτογενώς παράγει τη βία κατά της γυναίκας, όπως υποστηρίζουν φεμινίστριες. Θεωρούμε αντεστραμμένη την τοποθέτησή τους ότι: «Η βία ήταν πάντοτε παρούσα ως υπαινιγμός, ως δυνατότητα εντός της πυρηνικής οικογένειας, επειδή, μέσω του μισθού τους, παραχωρήθηκε στους άντρες η εξουσία να επιτηρούν την απλήρωτη εργασία των γυναικών, να τις χρησιμοποιούν ως υπηρέτριες και να τις τιμωρούν αν αρνηθούν την οικιακή εργασία. Γι’ αυτό και μέχρι πρόσφατα η ενδοοικιακή αντρική βία δε θεωρείτο έγκλημα», όπως καταγράφεται από την S. Federici.3

Σημειωτέον ότι μετά από το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, σ’ έναν πολύ πιο ευνοϊκό συσχετισμό για τις εργατικές-λαϊκές δυνάμεις, τις δυνάμεις του σοσιαλισμού έναντι του καπιταλισμού, διαμορφώνονταν Διεθνείς Συμβάσεις που προκαλούσαν ορισμένη αναμόρφωση και αντιστοίχηση των εθνικών νομοθεσιών σε καπιταλιστικά κράτη, φέρνοντας ορισμένη ισονομία στο Οικογενειακό Δίκαιο, στο Εργατικό Δίκαιο. Όμως στην πράξη, άμεσα και πιο ολοκληρωμένα ωφελήθηκαν οι γυναίκες της αστικής τάξης, των ανώτερων μεσαίων στρωμάτων. Πολύ λιγότερο και τυπικά ωφελήθηκαν οι γυναίκες της εργατικής τάξης και των αυτοαπασχολούμενων των πόλεων και κωμοπόλεων. Για παράδειγμα, το δικαίωμα του εκλέγεσθαι παρέμεινε τυπικό για τις εργάτριες, όπως άλλωστε και για τους εργάτες, αν δεν υλοποιούνταν με τη συμμετοχή τους στα εργατικά κόμματα.

Πολύ περισσότερο τυπική έμεινε η ισονομία αντρών-γυναικών στην εργατική νομοθεσία. Δεν είναι τυχαίο ότι σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα γυναικείοι κλάδοι είναι οι πιο κακοπληρωμένοι και με τις χειρότερες συνθήκες υγιεινής και ασφάλειας, ενώ σε κλάδους κι εργασίες υψηλής επιστημονικής-τεχνολογικής ειδίκευσης είναι ακόμα χαμηλή η γυναικεία συμμετοχή.

Φυσικά, το ΚΚΕ, το εργατικό κίνημα, το ριζοσπαστικό γυναικείο κίνημα, τα αντιμονοπωλιακής κατεύθυνσης κινήματα των μικρομεσαίων αγροτών και αυτοαπασχολούμενων των πόλεων αξιοποιούν, πρέπει να αξιοποιούν οποιαδήποτε τυπική κατάκτηση, κάθε νόμο για την ισοτιμία της γυναίκας, για την υπεράσπισή της από αναχρονιστικές πρακτικές στην οικογένεια, εκ μέρους του άντρα κλπ. Γι’ αυτό και σήμερα προβάλλουμε ανάλογες διεκδικήσεις για αυστηροποίηση των ποινών στους δράστες βίας κατά των γυναικών.

Ταυτόχρονα αναπτύσσουμε ιδιαίτερη δράση προκειμένου μέσα στις γραμμές του Κόμματος, της ΚΝΕ, του συνδικαλιστικού εργατικού κινήματος, των άλλων κινημάτων να αναπτύσσεται αγωνιστική διαπαιδαγώγηση για τη στάση των αντρών απέναντι στις γυναίκες, για την προσέλκυση γυναικών, την ανάδειξή τους σε όργανα κλπ.

Αυτός είναι και ο μόνος δρόμος ώστε γυναίκες και άντρες να αποκτούν πείρα, να διαχωρίζουν την τυπική από την ουσιαστική ισοτιμία, να κατανοούν την ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στην αστική και την εργατική δημοκρατία, να συνειδητοποιούν την αναγκαιότητα ανατροπής της καπιταλιστικής εξουσίας, την αναγκαιότητα της πάλης για το σοσιαλισμό-κομμουνισμό.

 

Η ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΗΣ ΒΙΑΣ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΙΔΙΑΙΤΕΡΗΣ ΜΟΡΦΗΣ ΤΗΣ ΕΝΔΟΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗΣ, ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗΣ ΒΙΑΣ

Γι’ αυτό αξιοποιούμε και την Παγκόσμια Ημέρα για την Εξάλειψη της Βίας κατά των Γυναικών, για μια πιο σφαιρική τοποθέτηση στην προέλευση της ιδιαίτερης μορφής βίας, αυτής του άντρα προς τη γυναίκα με κίνητρο σεξουαλικό ή και γενικότερα στη διαπροσωπική/ενδοοικογενειακή σχέση.

Η ιστορική υποταγή της γυναίκας στον άντρα συνέπεσε, όχι τυχαία, με την εμφάνιση της δυνατότητας της ατομικής ιδιοκτησίας, με το χωρισμό της κοινωνίας σε τάξεις εκμεταλλευτών και αυτών που υφίστανται την εκμετάλλευση.

Αυτή η εκμεταλλευτική σχέση έδωσε ώθηση στην ανάπτυξη θυσιάζοντας πάμπολλες ζωές, αλλά και εγκλωβίζοντας τη γυναίκα στα του οίκου. Ήταν οργάνωση της κοινωνίας που απαιτούσε και μέσα επιβολής της εκμετάλλευσης, ελέγχου των αντιδράσεων των υφιστάμενων την εκμετάλλευση. Απαιτούσε ένα ολόκληρο ιδεολογικό - νομικό - πολιτικό πλαίσιο λειτουργίας της κοινωνίας, νομιμοποιούσε όλο το μηχανισμό ελέγχου-καταστολής. Δηλαδή απαιτούσε βία, επιβολή, πειθαναγκασμό εκεί που το συμφέρον των μεν, αλλά ολίγων, πραγματώνεται με τη στέρηση του συμφέροντος των δε, και ας είναι οι πολλοί. Πολλές φορές εκθειάζεται η αρχαία Αθηναϊκή Δημοκρατία αποσιωπώντας το δουλοκτητικό χαρακτήρα της, δηλαδή προσπερνάται αδιάφορα το γεγονός ότι περίπου το 40%, ίσως και 50% του πληθυσμού της δεν είχε στοιχειώδη δικαιώματα.

Πηγή της βίας είναι ακριβώς η ανάγκη επιβολής κάποιων σε βάρος άλλων. Αιτία αυτής δεν είναι η υποκειμενική βούληση –αντρική ή όχι– αλλά οι σχέσεις οργάνωσης της παραγωγής που ταιριάζουν σε ένα ιστορικά καθορισμένο επίπεδο ανάπτυξης της εργασιακής ικανότητας του ανθρώπου, των μέσων εργασίας του.

Η ιδιοποίηση, ο νομιμοποιημένος σφετερισμός του αποτελέσματος ξένης εργασίας είναι η πηγή της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής, της ατομικής περιουσίας, που αρχικά και για πολλές εκατοντάδες χρόνια εμφανίστηκε στον τομέα εργασίας των αντρών, γι’ αυτό και επιβλήθηκε από άντρες. Αυτό σημαίνει ότι ανήκαν στον άντρα εκμεταλλευτή, όχι στον άντρα που υφίστατο την εκμετάλλευση. Δηλαδή ανήκαν στο δουλοκτήτη, στο φεουδάρχη, στον καπιταλιστή. Αυτός ήταν εξουσία, δεν ήταν ο δούλος ή ο δουλοπάροικος. Αλλά σημαίνει και ότι φορέας της βίας προς τη γυναίκα δεν ήταν ο δούλος, αλλά ο δουλοκτήτης. Βέβαια, οι σχέσεις ανάμεσα στα δύο φύλα, δηλαδή αντρών-γυναικών, δεν εξελίσσεται τελείως γραμμικά και παράλληλα προς τις κυρίαρχες σχέσεις ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής. Δηλαδή η γυναίκα του φεουδάρχη υφίσταται την εξάρτηση και βία από αυτόν (π.χ. με τις ζώνες αγνότητας), αλλά ασκεί και εξουσία στο πλαίσιο του φέουδου. Αντίθετα, στην οικογένεια του ελεύθερου αγρότη, ακόμα και του δουλοπάροικου, μπορούσαν ν’ αναπτυχθούν και πιο αμοιβαία συνεργατικές και αλληλέγγυες σχέσεις, πολύ περισσότερο αργότερα στην εργατική ή στη σημερινή σύγχρονη λαϊκή οικογένεια.

Όμως η κυριαρχία της σχέσης ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής και του ατομικού πλουτισμού γέννησε την ανάγκη να κληρονομούνται στους γνήσιους απογόνους, αρχικά στη δουλοκτητική κοινωνία, που η θέση της γυναίκας στη μητρότητα και στο φυσικό καταμερισμό εργασίας την είχε ήδη καταστήσει πολύ λιγότερο κινητική και παραγωγική για τα δεδομένα της εποχής.

Περνώντας στη φεουδαρχία και στον καπιταλισμό, αναφερόμαστε σε κυρίαρχες σχέσεις, χωρίς να σημαίνει ότι δε συνοδεύονται και από άλλες, ως πρώιμες ή ως επιβιώσεις προγενέστερων σχέσεων που δεν έχουν εξαλειφθεί. Αυτή η συνύπαρξη κάνει πιο σύνθετη την ταξική σύνθεση μιας κοινωνίας και πιο περίπλοκη την έκφραση της ανισοτιμίας της γυναίκας. Έτσι, θα συναντήσουμε γυναίκες να βρίσκονται επί δουλοκτησίας στην κορυφή της κοινωνίας, όπως η Κλεοπάτρα. Αργότερα, κυρίως στην ύστερη φεουδαρχία, όλο και περισσότερο συναντάμε βασίλισσες, αυτοκράτειρες. Και βέβαια, στις μέρες μας γνωρίσαμε γυναίκες πρωθυπουργούς, υπουργούς, προέδρους, όπως η Θάτσερ, η Μέρκελ, εξίσου αποφασιστικές και σκληρές με τους άντρες στη λήψη αντιλαϊκών-αντεργατικών αποφάσεων.

Πρόκειται για γυναίκες που ηγήθηκαν στις περικοπές κρατικών κονδυλίων για παιδικούς σταθμούς, εισηγήθηκαν την άνοδο του ορίου συνταξιοδότησης στο όνομα της ισότητας, την κατάργηση της προστασίας των γυναικών από τη νυχτερινή εργασία, προωθούν την καθιέρωση των ατομικών συμβάσεων σε βάρος των συλλογικών, που βρίσκει πιο ευάλωτες τις γυναίκες.

Βέβαια, αυτή η αστική γυναικεία ηγεσία, καθώς και η αντρική, μπορεί να ζητά πιο αποφασιστική συμμετοχή γυναικών στα αστικά όργανα εξουσίας, σε ανώτερες θεσμικές θέσεις, π.χ. ως πρυτάνεις, σε διοικήσεις επιχειρήσεων κλπ.

Ταυτόχρονα, βλέπουμε διακρατικά όργανα και επιτελεία του καπιταλισμού, όπως η ΕΕ, ο ΟΟΣΑ, να δίνουν κατευθύνσεις, οδηγίες για άνοδο της γυναικείας κυρίως μισθωτής εργασίας και με έναν καταμερισμό αδειών μητρότητας-πατρότητας, αλλά και με μια γενικευμένη μείωση μισθών κι εργατικών δικαιωμάτων. Έτσι, η ισονομία όχι μόνο γίνεται τυπική, αλλά και χρησιμοποιείται για επιδείνωση της θέσης των εργαζόμενων, όπως έγινε με την εξίσωση και γενική άνοδο των ορίων συνταξιοδότησης αντρών και γυναικών.

 

ΟΙ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΠΥΡΟΔΟΤΟΥΝ Ή ΑΝΑΠΑΡΑΓΟΥΝ ΑΝΑΧΡΟΝΙΣΤΙΚΕΣ ΑΝΤΙΛΗΨΕΙΣ

Παρατηρούμε ότι οι καπιταλιστικές σχέσεις, που έγιναν αιτία να σπάσει η απόλυτη οικονομική εξάρτηση της γυναίκας από τον άντρα, που έδωσαν και μεγαλύτερη γυναικεία συμμετοχή στην καπιταλιστική εξουσία, ταυτόχρονα πυροδοτούν νέες μορφές ανισοτιμίας και ανισότητας ή αναπαράγουν με νέο τρόπο αναχρονιστικές και αντιδραστικές συμπεριφορές. Τις βλέπουμε να αναπαράγονται ακόμα και μέσα στις δυνάμεις της τάξης του κεφαλαίου και των ανώτερων μεσαίων στρωμάτων, στις μεταξύ τους διαπροσωπικές σχέσεις ή και στα κόμματά τους.

Βέβαια, τέτοιες αναχρονιστικές αντιλήψεις και πρακτικές εκδηλώνονται στις σχέσεις των δύο φύλων και στην εργατική τάξη, στα λαϊκά, κυρίως αγροτικά στρώματα. Διατρέχουν την εξέλιξη του θεσμού της οικογένειας, τις συνήθειες της καθημερινότητας, αποτυπώνονται στις παραδόσεις, στα θρησκευτικά δόγματα, στις φιλοσοφικές, λογοτεχνικές και άλλες καλλιτεχνικές προσεγγίσεις κ.α. Όλα αυτά έχουν και τη δική τους δυναμική. Επιβιώνουν, αναπαράγονται ακόμη και όταν έχει ανατραπεί η οικονομική βάση τους.

Άλλωστε και σε μια σύγχρονη καπιταλιστική κοινωνία όπως η ελληνική, ακόμα και σήμερα συναντώνται πιο ισχυρές επιβιώσεις σε περιοχές με πιο έντονη την αγροτική σύνθεση. Αν ήδη από τον 20ό αιώνα είχε υποχωρήσει η επίδραση της Ορθόδοξης Χριστιανικής Εκκλησίας σε αναχρονιστικές επιβιώσεις στις σχέσεις των δύο φύλων, ακόμα και της Καθολικής, αυτό δε συμβαίνει ακόμα με το μουσουλμανικό δόγμα.

Έτσι, βλέπουμε πολύ πιο έντονες τις αναχρονιστικές αντιλήψεις για την κοινωνική θέση της γυναίκας, βάναυσες και εγκληματικές πρακτικές, ιδιαίτερα για τη σεξουαλική ζωή της, σε χώρες όπως η Ινδία, η Τουρκία, άλλες χώρες της Ασίας και της Αφρικής κ.α. Κι όλο αυτό που υπάρχει στο εποικοδόμημα αγκαλιάζει –έστω και με τις άκρες των πλοκαμιών του– και γυναίκες των ανώτερων μεσαίων στρωμάτων, της αστικής τάξης.

Για φανταστείτε, σε μια κοινωνία που διαχέεται ο σκοταδισμός, ο αναχρονισμός, μέσα σε αυτά και η πατριαρχικού τύπου αντίληψη και πρακτική στις λαϊκές δυνάμεις, πώς να γίνει ανεκτή η ανάδειξη γυναικών στην κορυφή των αστικών κομμάτων, των πανεπιστημίων, των οργάνων εξουσίας κλπ.; Έτσι δημιουργούνται και σήμερα αστικού τύπου κινήσεις, διεκδικήσεις, όπως για ποσοστιαία καθιέρωση συμμετοχής των γυναικών σε όργανα.

Το γεγονός όμως ότι οι πραγματικές διακρίσεις και ανισοτιμίες σε βάρος των γυναικών απλώνουν τα δίχτυα τους ακόμα και σε αστές, δημιουργεί σύγχυση στην κατανόηση της ταξικής ρίζας του προβλήματος της γυναικείας ανισοτιμίας και κατ’ επέκταση της βίας κατά των γυναικών.

Έτσι, εύκολα η κοινή αντίληψη βλέπει την πιο κοντινή της μορφή ανισοτιμίας, την πιο κοντινή της μορφή καταπίεσης και βίας, που είναι η ενδοοικογενειακή ή ευρύτερα η καταπίεση και βία που προέρχεται από τον ερωτικό σύντροφο ή αυτόν που διεκδικεί να γίνει ερωτικός σύντροφος ή απλά σεξουαλικός παρτενέρ.

Όμως όλο αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί «πατριαρχική εξουσία». Η «γυναικοκτονία» ως προϊόν της «πατριαρχικής κτητικότητας», όπως την χαρακτηρίζουν ορισμένες φεμινιστικές προσεγγίσεις, αφορά κατάλοιπο από κοινωνίες προγενέστερες της καπιταλιστικής.

Όμως σήμερα δε δικαιώνει την ερμηνεία της πατριαρχικής εξουσίας, δηλαδή ως νέας ενίσχυσης της αντρικής εξουσίας. Το ζήτημα είναι να κατανοηθεί γιατί τα όργανα καπιταλιστικής εξουσίας δεν ήθελαν ή και δεν μπορούσαν να προχωρήσουν πιο αποφασιστικά στο ξερίζωμα των αντιδραστικών-αναχρονιστικών αντιλήψεων και πρακτικών, που στην πραγματικότητα δεν ταιριάζουν και με την ίδια την καπιταλιστική οικονομική βάση.

Αντίθετα, παλιές ανορθολογικές και αντιεπιστημονικές θεωρίες, όπως περί βιολογικής κατωτερότητας της γυναίκας, δίνουν τη θέση τους σε νέες ανορθολογικές, όπως περί «κοινωνικής, νοητικής, γλωσσικής κατασκευής του φύλου», άλλες θεωρίες που γενικεύουν τη ρευστότητα της ταυτότητας φύλου. Τέτοιες αντιδραστικές θεωρίες δεν έχουν καμία σχέση με το ζήτημα της ιστορικο-κοινωνιολογικής εξήγησης συμπεριφορών, στερεοτύπων με βάση το φύλο και με την ανάγκη πλέον να ξεπεραστούν. Δεν έχουν καμιά σχέση με το πραγματικό γεγονός ότι οι βιολογικές ομοιότητες γυναικών-αντρών είναι πολύ περισσότερες από τις διαφορές τους, αλλά αυτό δε δικαιολογεί ιδεαλιστικές θεωρίες περί «πλήρους ρευστότητας της ταυτότητας φύλου», και ας υπάρχουν περιπτώσεις που το γενετικό υλικό μπορεί να οδηγήσει σε ασάφεια φύλου4. Φυσικά το κράτος, μέσω των ανάλογων δωρεάν παρεχόμενων υγειονομικών και άλλων υπηρεσιών κοινωνικής στήριξης, οφείλει να βοηθάει αυτά τα άτομα, όπου ιατρικώς απαιτείται να συμβάλλει στην εναρμόνιση του φύλου με την ίδια αποδοχή του.

Οι παραπάνω ιδιαιτερότητες δε δικαιώνουν ανορθολογικές πρακτικές, που έχουν εφαρμοστεί σε χώρες της Δυτικής Ευρώπης, όπως η κατάργηση του διαχωρισμού των τουαλετών σε αντρικές και γυναικείες σε δημόσιους χώρους (σταθμούς μέσων μαζικής μεταφοράς, μπαρ, εστιατόρια κλπ.) ή η κατάργηση αναγραφής φύλου στα δημόσια έγγραφα.

Αλλά ούτε ο ομοφυλοφιλικός σεξουαλικός προσανατολισμός δικαιολογεί τις παραπάνω ανορθολογικές θεωρίες περί «νοητικής, γλωσσικής, κοινωνικής κατασκευής φύλου». Αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι και το μεγαλύτερο μέρος του ομοφυλοφιλικού σεξουαλικού προσανατολισμού οφείλεται σε κοινωνικούς ή ψυχοκοινωνικούς παράγοντες όπως μετουσιώνονται από τη συγκεκριμένη προσωπικότητα.5 Και εννοείται ότι το ΚΚΕ πρωτοστατεί στην υπεράσπιση των ατόμων ομοφυλοφιλικού σεξουαλικού προσανατολισμού από κάθε μορφή βίας, διάκρισης, κοινωνικού απομονωτισμού.

Όμως αυτό που πρέπει να προσέξουμε είναι ότι μια ορισμένη κατηγοριοποίηση-ομαδοποίηση ανθρώπων και των προβλημάτων τους με βάση αντιλήψεις και πρακτικές, ενδιαφέροντα, το σεξουαλικό προσανατολισμό, τον τρόπο ζωής κλπ. –όπως επιχειρείται από ορισμένες θεωρίες– τελικά, και ανεξάρτητα από προθέσεις των θεωρητικών, συσκοτίζουν τη συνειδητοποίηση της ταξικής διάρθρωσης της καπιταλιστικής κοινωνίας.

Τέτοιες θεωρίες συνειδητά αξιοποιούνται –εκτός των άλλων– από την αστική τάξη και τα κόμματά της προκειμένου και για να πληγεί η ενότητα της ταξικής πάλης, της Κοινωνικής Συμμαχίας της εργατικής τάξης με τα λαϊκά μεσαία στρώματα. Γίνεται με σκοπό να στηριχτούν νέα υποκείμενα διεκδίκησης, μεταξύ αυτών και φεμινιστικά κινήματα που τελικά καθίστανται αβλαβή για την αστική εξουσία, που ενσωματώνονται στην κυρίαρχη ιδεολογία και εξουσία. Συχνά χρησιμοποιούνται για την απομαζικοποίηση του εργατικού κινήματος, του ριζοσπαστικού γυναικείου κινήματος, υποσκάπτουν τη διαμόρφωση αντικαπιταλιστικής συνείδησης. Και έτσι, πιο εύκολα αναπαράγεται ο «φαύλος κύκλος» ανάμεσα στην καπιταλιστική εκμετάλλευση και στη γυναικεία ανισοτιμία, την ένταση της βίας σε βάρος της γυναίκας.

Το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα που δημιουργεί τη δυνατότητα κατάργησης της γυναικείας ανισότητας, χρησιμοποιεί την κατάργησή της ως πηγή αύξησης του κέρδους, της εκμετάλλευσης. Λειτουργεί ως οδοστρωτήρας της ισότητας μεταξύ των δύο φύλων και όχι ως προστασία της ισοτιμίας, πρώτ’ απ’ όλα στην εργασία. Η μητρότητα είναι μια πραγματικότητα που απαιτεί κρατική κοινωνική προστασία προκειμένου να μην εμποδίζει το δικαίωμα στην κοινωνική εργασία, στον ελεύθερο χρόνο κλπ.

Έτσι, βία είναι και η απόλυση εργαζόμενης-εργαζόμενου γιατί συνδικαλίζεται, απεργεί, βία είναι η υπερεντατικοποίηση με τη μορφή της διευθέτησης του εργασιακού χρόνου, βία είναι και ο εκβιασμός του εργοδότη να μην προσλάβει παντρεμένη, μέλλουσα εγκυμονούσα, βία είναι και η μη ανανέωση σύμβασης ορισμένου χρόνου σε εγκυμονούσα, βία είναι και η με τον έναν ή άλλο τρόπο επιβολή σεξουαλικής συνεύρεσης από εργοδότη προς εργαζόμενη, όπως αποκαλύφθηκε πρόσφατα σε εξειδικευμένη εργασία, όπως των ηθοποιών, των αθλητών.

 

ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΡΟΣΕΓΓΙΖΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ, ΣΕ ΣΥΝΑΡΤΗΣΗ ΜΕ ΤΙΣ ΚΥΡΙΑΡΧΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ

Ειδική μορφή βίας είναι ο γάμος για λόγους επιβίωσης, αλλά και η μη λύση του γάμου πάλι για λόγους επιβίωσης. Ειδική μορφή βίας είναι και η ενδοοικογενειακή ή η βία του άντρα απέναντι στη γυναίκα με κίνητρο τις επιθυμίες για την ερωτική σχέση και γενικότερα τις αντιλήψεις για τη θέση της γυναίκας στην οικογένεια, στην κοινωνία. Αλλά όλες αυτές οι κοινωνικά κατακριτέες μορφές βίας προς τη γυναίκα δεν μπορούν να εξηγηθούν ως προϊόν της εξουσίας του άντρα, χωρίς ιστορική-ταξική αναφορά.

Έχει υπερβολή ότι σήμερα προορίζεται η γυναίκα για κτήση του άντρα, ως αντικείμενο του σεξουαλικού πόθου, όπως υποστηρίζουν ορισμένες φεμινιστικές οργανώσεις. Ωστόσο έχει βάση ότι από τα ΜΜΕ, τα ΜΚΔ, από την καλλιτεχνική δημιουργία, μέσα από την καπιταλιστική παραγωγή εμπορευμάτων και την προώθησή τους στην αγορά και μέσω της διαφήμισης υπάρχει προσανατολισμός της κοινής γνώμης στην υπερβολή της εξωτερικής εμφάνισης των γυναικών, υπερτονίζεται ως στοιχείο έξαρσης της σεξουαλικής επιθυμίας του άντρα.

Παράλληλα, η υπερβολή στην εξωτερική εμφάνιση, ο προσανατολισμός σε ορισμένα πρότυπα που σχετίζονται και με τον ανταγωνισμό των καπιταλιστικών επιχειρήσεων, της διασύνδεσής τους με τα ΜΜΕ και ΜΚΔ, όλο και περισσότερο επεκτείνεται και προς τους άντρες. Άλλωστε ιστορικά ευρήματα και καταγραφές δείχνουν ότι και οι άντρες των αρχουσών τάξεων επιδίδονταν στον καλλωπισμό (φορούσαν κοσμήματα, περούκες, πολυτελή ενδύματα). Έτσι, δεν μπορούμε να πούμε ότι ένας υπερβάλλων προσανατολισμός σε στερεότυπα γυναικείας ομορφιάς αποτελεί αποκλειστικό φαινόμενο, σχετιζόμενο με την παρωχημένη θέση, να βλέπει ο άντρας τη γυναίκα αποκλειστικά ως αντικείμενο του σεξουαλικού πόθου του, που σε μια ορισμένη ψυχοκοινωνική της έκφραση μπορεί να οδηγήσει σε ακραία βάναυσες συμπεριφορές.

Η εννοιολόγηση του φαινομένου της ανθρωποκτονίας και γενικότερα της εγκληματικότητας έχει ιστορικότητα. Εξετάζοντας δηλαδή ιστορικά την εγκληματικότητα, την ανθρωποκτονία, βλέπουμε ότι τροποποιείται η νομική - η πολιτειακή στάση στο τι θεωρείται εγκληματικότητα, τι ανθρωποκτονία. Και αυτή η τροποποίηση σχετίζεται κυρίως με το πώς είναι η οικονομική βάση της κοινωνίας, ποιες είναι οι κυρίαρχες σχέσεις παραγωγής. Η ιστορική προσέγγιση αποδεικνύει την ταξικότητα στις δικαιακές και δικονομικές προϋποθέσεις καταδίκης της εγκληματικότητας από την εκάστοτε κοινωνία. Και αυτό αφορά τόσο την ανδροκτονία όσο και τη γυναικοκτονία, ακόμα και την παιδοκτονία.

Το τόσο προωθημένο για την εποχή του Ρωμαϊκό Δίκαιο δεν προστάτευε το δούλο, άντρα - γυναίκα - παιδί. Ο Παπαδιαμάντης στο έργο του Η φόνισσα δεν την καταδικάζει ως παιδοκτόνο και κοριτσοκτόνο, αλλά αναδεικνύει τα κοινωνικά αίτια και κίνητρα που την οδήγησαν στο φόνο της νεογέννητης εγγονής της, προκειμένου να μη ζήσει τη γυναικεία δυστυχία στο πλαίσιο της λαϊκής οικογένειας. Το ίδιο και ο Ευριπίδης στο μύθο της Μήδειας αναδεικνύει με υπερβολή τη δυστυχία της από την εξάρτηση από τον άντρα, την ανείπωτη δυστυχία της από την εγκατάλειψή του που την κάνει φόνισσα.

Επομένως, τόσο η έννοια της βίας όσο και η ιδιαίτερη μορφή της, η βία κατά των γυναικών, αλλά και η βία από γυναίκες, δεν μπορούν να προσεγγίζονται ως σχέσεις εξουσίας αποκομμένες από τις οικονομικές σχέσεις ή ως σχέσεις εξουσίας του ενός φύλου πάνω στο άλλο χωρίς ταξική προσέγγιση.

Σε φεουδαρχικές κοινωνίες, το κτητικό δικαίωμα του φεουδάρχη στη σεξουαλική συνεύρεση με τη δουλοπάροικο ήταν υπεράνω του αντίστοιχου δικαιώματος του συζύγου δουλοπάροικου.

Στον καπιταλισμό του 18ου, του 19ου, του 20ού αιώνα της γενικευμένης εμπορευματοποίησης, αυξήθηκε η πορνεία, ιδιαίτερα στις πόλεις-λιμάνια.

Στον καπιταλισμό των ημερών μας, το εμπορευματοποιημένο σεξ δεν έχει τη μορφή που καταγράφεται στην ταινία Κόκκινα φανάρια της δεκαετίας του 1960, με τα σπίτια στην Τρούμπα του Πειραιά. Έχει πάρει πιο ραφιναρισμένη μορφή, με κέντρα διασκέδασης με λάγνα χορευτικά νούμερα από γυναίκες σε μεγάλο βαθμό προερχόμενες από άλλα κράτη, από πρώην σοσιαλιστικές χώρες, όπου η καπιταλιστικοποίησή τους απότομα απαξίωσε την εργατική δύναμη, πολύ περισσότερο τη γυναικεία. Η παράνομη μετακίνηση μεταναστών συνοδεύεται με ένταση της βίας –και σεξουαλικής– ενάντια στις γυναίκες (π.χ. στα σύνορα Μεξικού - ΗΠΑ), συχνά συνδυάζεται με κυκλώματα εμπορευματοποίησης του γυναικείου σώματος, μπερδεύεται και με άλλα κυκλώματα, π.χ. διακίνησης ναρκωτικών. Ο καπιταλιστικά παράνομος χρηματισμός συχνά διασταυρώνεται με το νόμιμο χρηματισμό, ο πρώτος ξεπλένεται μέσω του δεύτερου, με τη συμβολή και εκπροσώπων από σώματα καταστολής, αλλά και από νόμιμες επιχειρήσεις, όπως είναι οι επιχειρήσεις προστασίας-ασφάλειας.

Συχνά θύματα είναι γυναίκες, αλλά δύσκολα θα κατατασσόταν το έγκλημα, θανατηφόρο ή μη, σε σχέση πατριαρχικής νοοτροπίας του άντρα απέναντι στη γυναίκα, εκτός βέβαια αν σχετίζεται με σεξουαλική βία. Μια μορφή ενδοοικογενειακής βίας, εκτεταμένη και σε χώρες όπως οι ΗΠΑ, σχετίζεται με αλκοολισμό αντρών, την οικονομική εξάρτηση, την ψυχολογική ή και κοινωνική προκατάληψη γυναικών να καταγγείλουν και να λύσουν έναν τέτοιο δεσμό. Φυσικά δε διευκολύνουν και οι ελάχιστες κρατικές κοινωνικές υπηρεσίες, αλλά και οι χαμηλοί μισθοί, η ανεργία κλπ.

Έτσι, παρά το γεγονός ότι η «κοινή γνώμη», δηλαδή η διαμόρφωση κοινωνικής αντίληψης για ένα φαινόμενο, καθορίζεται από τους μηχανισμούς ιδεολογικής και πολιτικής χειραγώγησης εκ μέρους της τάξης που έχει την εξουσία, οι ίδιες οι αντιφάσεις αυτής της εξουσίας, τα κοινωνικά προβλήματα δε γεννούν μόνο την ταξική ιδεολογική προσέγγιση, αλλά και ορισμένες προοδευτικές αστικές αντιδράσεις, τουλάχιστον απέναντι στις πιο ακραίες εκδηλώσεις ενός τέτοιου φαινομένου.

Γι’ αυτό σήμερα υψώνεται φωνή καταδίκης φρικαλεοτήτων, όπως θανατηφόρων εγκλημάτων, όπως της Τοπαλούδη στη Ρόδο, εγκλημάτων με κίνητρα ερωτικής ιδιοκτησίας εκ μέρους αντρών ή για «λόγους τιμής», ανηθικότητας που προσάπτεται ειδικά προς τις γυναίκες και όχι προς τους άντρες, ελέγχου της σεξουαλικής ζωής τους και όχι μόνο. Αλλά συναντάμε και εγκλήματα λόγω ψυχοκοινωνικής παθογένειας στην ομαλή διαχείριση δύσκολων καταστάσεων στις διαπροσωπικές σχέσεις, που βέβαια μπορεί να προέλθουν, η αλήθεια είναι σε μικρότερη συχνότητα, από τη γυναίκα προς τον άντρα ή και προς γυναίκα.

Για την αντιμετώπιση κραυγαλέων αναχρονισμών είναι επόμενο να ευαισθητοποιούνται και αστικοί θεσμοί, π.χ. κόμματα, πανεπιστήμια, επιτελεία Βουλής, Ευρωβουλής κ.ά. Μια τέτοια ευαισθητοποίηση εκφράζει και πανεπιστημιακές μονάδες να μελετούν τη σχέση του φύλου, π.χ., με το Δίκαιο, να προχωρούν σε μελέτες-εκδόσεις όπως του Πάντειου Πανεπιστημίου μέσω του Εργαστηρίου Σπουδών Φύλου, του Τμήματος Κοινωνικής Πολιτικής, για τις Γυναικοκτονίες, διαπιστώσεις, ερωτήματα και ερωτηματικά.

Ωστόσο, η εννοιολόγηση της γυναικοκτονίας –δηλαδή τι μπορεί να εκφράζει ως ξεχωριστή κατηγορία θανατηφόρου εγκλήματος προς γυναίκα– δεν μπορεί να προσεγγιστεί αποσπασμένη από την εννοιολόγηση της ανθρωποκτονίας. Η πολιτική-θεσμική διερεύνηση του φαινομένου δεν μπορεί να γίνει αποσπασμένη από την κοινωνική-οικονομική του ρίζα, όπως ήδη παρουσιάσαμε. Σε αυτό άλλωστε συνίσταται η βασική μας θεωρητική και μεθοδολογική κριτική και διαφοροποίηση από τη συγκεκριμένη έκδοση του Παντείου.

Βέβαια, ένα σημαντικό εύρος νομικών παραδέχεται ότι η εννοιολογική κατηγοριοποίηση και στην επιστήμη του Δικαίου, η διαμόρφωση και καθιέρωση αντίστοιχων ορολογιών δεν έχει τυπική, αλλά ουσιαστική σημασία. Αποδίδει συμπύκνωση στην κατανόηση όχι ενός μεμονωμένου φαινομένου, αλλά στον προσδιορισμό γενικότερων χαρακτηριστικών ενός κοινωνικού φαινομένου, στη στάση της κοινωνίας απέναντί του.

Από αυτήν την άποψη, δεν ξεκινάμε μια στενή συζήτηση για τον όρο «γυναικοκτονία», αλλά για το κοινωνικό φαινόμενο μιας ιδιαίτερης μορφής βίας, της άσκησης βίας εκ μέρους του άντρα προς τη γυναίκα με κίνητρο τη διαπροσωπική ή γενικότερα την ενδοοικογενειακή σχέση.

Το ΚΚΕ όχι μόνο δεν αδιαφορεί για οποιοδήποτε μέτρο προστασίας της γυναίκας από κάθε απειλή σε βάρος της, αλλά έχει πρωτοστατήσει σε διεκδικήσεις που αφορούν όλα τα πεδία: Εργασία, εκπαίδευση, κοινωνική προστασία της μητρότητας, ώστε να μην αποτελεί κυρίως ατομική-οικογενειακή υπόθεση. Τόσο το Κόμμα όσο και η ΚΝΕ αναδεικνύουμε και παλεύουμε για τις απαραίτητες προϋποθέσεις για να έχει η γυναίκα τη δυνατότητα απεγκλωβισμού της απ’ οποιαδήποτε προβληματική σχέση της με το άλλο φύλο μέσα στην οικογένεια ή σε διαπροσωπική σχέση οποιασδήποτε μορφής. Πολύ περισσότερο απαιτούμε την καταδίκη της σεξουαλικού τύπου βίας εκ μέρους του άντρα προς τη γυναίκα στον εργασιακό χώρο, υπό την απειλή λύσης της εργασιακής σχέσης.

Το ΚΚΕ τάσσεται υπέρ της αυστηροποίησης του ποινικού πλαισίου και της ποινικής μεταχείρισης των εγκλημάτων βίας κατά των γυναικών, σε κάθε μορφή τους, με άξονα το κίνητρο του δράστη. Καταδικάζει κατηγορηματικά κάθε φαινόμενο ατιμωρησίας ή προσπάθειας να πέσουν στα «μαλακά» οι δράστες τέτοιων απεχθών εγκλημάτων.

Έχουμε διατυπώσει εξειδικευμένες προτάσεις για το νομικό πλαίσιο, που αφορούν: Τροποποιήσεις-αναμορφώσεις ποινικών διατάξεων που ισχύουν σήμερα, όπως, για παράδειγμα, να λαμβάνεται υπόψη το κίνητρο του δράστη του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας (και όχι μόνο, αλλά κάθε εγκλήματος βίας και γενικά κακοποιητικής συμπεριφοράς) σε βάρος γυναικών και κατά την επιμέτρηση της ποινής σύμφωνα με το άρθρο 79 ΠΚ, ώστε αυτός ο παράγοντας, το φύλο δηλαδή του θύματος, η σχέση του με το δράστη και οι περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε το έγκλημα να συνυπολογίζονται για το ύψος της επιβαλλόμενης ποινής.

Καθώς και στο άρθρο 82Α ΠΚ (έγκλημα με ρατσιστικό κίνητρο) να εισαχθεί και η διάσταση του φύλου ως λόγος επιλογής του συγκεκριμένου θύματος, και μάλιστα με αναμόρφωση συνολικά της διατύπωσης του άρθρου με ακρίβεια, πληρότητα, σαφήνεια και συνοχή, ώστε να καταστεί εφαρμοστέα διάταξη, βγαίνοντας από την αχρησία που έχει περιέλθει από τη θέσπισή της.

Το ΚΚΕ υποστηρίζει, ακόμη, την αναγκαιότητα να αναχθεί σε ποινικό αδίκημα κάθε μορφή βίας και κακοποίησης μέσω του διαδικτύου (όπως και εκτός διαδικτύου) κατά γυναικών και κοριτσιών, χωρίς ασάφειες, εκπτώσεις και «παραθυράκια». Υποστηρίζει την αυστηρή ποινική μεταχείριση των δραστών τέτοιων απεχθών εγκλημάτων με κίνητρο την απαξίωση της προσωπικότητας κάθε γυναίκας, των επιλογών της σχετικά με το σύντροφό της και τη ζωή της. Ταυτόχρονα, είναι ανάγκη με κρατική ευθύνη να παίρνονται όλα τα αναγκαία μέτρα για την οριστική διαγραφή του αντίστοιχου υλικού από κάθε σελίδα του διαδικτύου.

Εξειδικευμένες προτάσεις έχει το ΚΚΕ και για το αναγκαίο εκτεταμένο δίκτυο δημόσιων, δωρεάν παρεχόμενων κοινωνικών υπηρεσιών και υποδομών, όπως ξενώνων για κακοποιημένες γυναίκες και τα παιδιά τους, συμβουλευτικών κέντρων στελεχωμένων με ειδικευμένο μόνιμο προσωπικό, χωρίς εμπλοκή ΜΚΟ, για στελέχωση Ειδικών Τμημάτων της Αστυνομίας κλπ. Οι διεκδικήσεις μας αφορούν και την εκπαίδευση, τα Κέντρα Υγείας κλπ.

 

ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΟΣ-ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ ΓΙΑ ΝΑ ΣΠΑΣΕΙ Ο ΦΑΥΛΟΣ ΚΥΚΛΟΣ ΤΗΣ ΒΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΕΙΑΣ ΑΝΙΣΟΤΙΜΙΑΣ

Βέβαια, η πραγματοποίησή των παραπάνω κοινωνικών μέτρων συγκρούεται με το κίνητρο συγκέντρωσης-διάθεσης πόρων από τις αστικές κυβερνήσεις, προϋποθέτει άλλη αντίληψη περί κοινωνικών αναγκών, που βέβαια εδώ βρίσκεται το ζήτημα «άλλης οικονομίας με άλλη εξουσία».

Προέχει, λοιπόν, ο ιδεολογικός-πολιτικός αγώνας, ώστε η πάλη για να σπάσει ο φαύλος κύκλος της γυναικείας ανισοτιμίας-εκμετάλλευσης και βίας, η πάλη για την ανατροπή της καπιταλιστικής εξουσίας και των αντίστοιχων σχέσεων να γίνει υπόθεση των ίδιων των γυναικών, καθώς και των αντρών εργατοϋπαλλήλων, αυτοαπασχολούμενων, φοιτητών, κάθε προοδευτικά σκεπτόμενου επιστήμονα, διανοούμενου, καλλιτέχνη κλπ.

Παλεύουμε να συνειδητοποιηθεί γιατί η κοινωνική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, ο επιστημονικός κεντρικός σχεδιασμός, η εργατική-λαϊκή συμμετοχή στα όργανα εξουσίας από κάτω προς τα πάνω είναι το βάθρο για την κατάκτηση της ισοτιμίας των φύλων και της ικανοποίησης των ιδιαίτερων σύγχρονων αναγκών της γυναίκας.

Στην ουσία, για να σπάσει οριστικά ο «φαύλος κύκλος» της βίας και της γυναικείας ανισοτιμίας απαιτείται πιο αποφασιστικά και μαζικά οι γυναίκες εργατικής-λαϊκής ένταξης και καταγωγής να υψώσουν το ανάστημά τους, να διαμορφώσουν αξίες και στάση ζωής κατακτώντας σοσιαλιστική-κομμουνιστική συνείδηση. Είναι στο χέρι κάθε νέας γυναίκας, αντί να ονειρεύεται έναν καλό οικονομικά γάμο, να διαλέξει τον ερωτικό της σύντροφο υπολογίζοντας την αγωνιστική του στάση, το κοινό κοινωνικό όραμα.

Να γίνει μαχήτρια στο φοιτητικό σύλλογο, στο σωματείο, στο σύλλογο γυναικών, να συμβάλει στους πολιτικούς αγώνες του ΚΚΕ και της ΚΝΕ για την ανατροπή των σχέσεων κάθε μορφής εκμετάλλευσης και βίας, για τη σοσιαλιστική-κομμουνιστική κοινωνία.

 

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ-ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ ΕΚ ΜΕΡΟΥΣ ΠΑΡΑΒΡΙΣΚΟΜΕΝΩΝ ΦΟΙΤΗΤΩΝ/ΦΟΙΤΗΤΡΙΩΝ

1. Δεν είναι έμφυλη βία όταν ουσιαστικά και τα δυο φύλα ανήκουν στην εργατική τάξη, αλλά, παρ’ όλ’ αυτά, παρατηρείται πάλι ότι ο άντρας κακοποιεί τη γυναίκα, την κακομεταχειρίζεται, ή ακόμα και όταν εμείς οι νέες κοπέλες ερχόμαστε αντιμέτωπες με σεξουαλικές επιθέσεις στο δρόμο, γενικότερα στο χώρο δουλειάς, χωρίς να έχουμε κάποια σχέση με το θύτη, επομένως δεν υφίστανται κάποια οικονομική σχέση και ανάλογος εκβιασμός;

 

2. Οι φοιτητές και οι φοιτήτριες του Παντείου ακούμε πολύ συχνά ότι η λύση στα συγκεκριμένα προβλήματα και ειδικά σε περιστατικά βίας, όπως ακούσαμε και σήμερα στη σημερινή μας κινητοποίηση, είναι η Επιτροπή Ισότητας Φύλου. Η ερώτηση μου είναι αν όντως αυτή η επιτροπή αποτελεί μια πραγματική λύση στα προβλήματα των νέων φοιτητριών.

 

3. Από τη στιγμή που βασικά αυτή όλη η κατάσταση είναι προϊόν πολλών αίτιων και πολλών αιώνων, πώς θα μπορέσουμε να δώσουμε μια λύση, όχι μόνο στην οικονομική διάσταση αυτού του προβλήματος, αλλά και στη γενικότερη διάστασή του, μέσα σε κάποια λίγα χρόνια που εμείς έχουμε την προσδοκία να λυθεί ένα τέτοιο πρόβλημα; Γιατί, αν η λύση του πάρει περισσότερο ή τον ίδιο χρόνο με τη δημιουργία αυτού του προβλήματος, τόσο ριζικά και τόσο βαθιά όσο είναι σήμερα, πώς θα γίνει να μπορέσει να λυθεί σε ένα λογικό χρόνο για να μπορέσουμε να το αντιμετωπίσουμε;

 

ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ:

Ορισμένες ερωτήσεις εκφράζουν ένα άγχος, εγώ το καταλαβαίνω το άγχος να θέλουμε να λύσουμε σε σύντομο χρονικό διάστημα τέτοια προβλήματα. Δεν κατάλαβα αν τα ερωτήματα αφορούν τα προβλήματα, που αφορούν γενικότερα την έκφραση της ανισοτιμίας απέναντι στη γυναίκα ή ειδικότερα για τον περιορισμό της εγκληματικότητας και της ανθρωποκτονίας απέναντι στη γυναίκα. Ίσως το δεύτερο είναι πιο εύκολο να περιοριστεί στις συνθήκες του καπιταλισμού, αλλά για το πρώτο ας μην έχουμε αυταπάτες για εξάλειψη του προβλήματος, για κατάκτηση της γυναικείας χειραφέτησης στην καπιταλιστική κοινωνία.

Βέβαια, η θέση της εργατικής τάξης, του μισθωτού και της μισθωτής εργαζόμενης διαμορφώνεται με βάση την αντικειμενική θέση του σήμερα στην οικονομία, στην παραγωγή, και από αυτό προκύπτει ότι στην πραγματικότητα η εργατική τάξη δε χρειάζεται πλέον τους καπιταλιστές για να λειτουργήσουν τη σε μεγάλο βαθμό κοινωνικοποιημένη πλέον παραγωγή. Όμως δε διαμορφώνεται αυτόματα και η ανάλογη συνείδηση. Έχει σήμερα τέτοια συνείδηση η εργατική τάξη; Δεν έχει. Αν είχε συνείδηση του ρόλου της, σημαίνει ότι θα είχε και ανάλογη πολιτική στάση. Αν είχε αυτήν την ταξική ιδεολογική-πολιτική συνείδηση, θα είχε ανάλογα οργανωθεί και δράσει ενάντια στην καπιταλιστική εξουσία, θα είχε ήδη γίνει φορέας της σοσιαλιστικής επανάστασης σε συνθήκες κρίσης της αστικής εξουσίας που ιστορικά προέκυψαν. Πολύ περισσότερο λοιπόν σε τέτοια θέματα, πιο σύνθετα, για τις σχέσεις των δύο φύλων, ακόμα και πολιτικά συνειδητοποιημένο τμήμα της εργατικής τάξης, άντρες και γυναίκες, έχουν συγχύσεις, προκαταλήψεις, αντιδραστικές πρακτικές.

Και είναι επόμενο, αφού καπιταλιστική εξουσία δε σημαίνει μόνο οικονομική εκμετάλλευση, αλλά και δυνατότητα χειραγώγησης της εργατικής τάξης, ιδεολογικά και πολιτικά. Αυτό υπάρχει σήμερα στην Ελλάδα και σε όλο τον κόσμο. Και μάλιστα υπάρχει και μεγάλο κύμα αντιδραστικοποίησης, αφού ο κύκλος αντεπαναστατικής ανατροπής στο πρώτο ιστορικό εγχείρημα σοσιαλιστικής οικοδόμησης επέφερε αμφισβήτηση για τη δυνατότητά του, σύγχυση ιδεολογική, κρίση στο κομμουνιστικό κίνημα. Εντάθηκαν οι μηχανισμοί χειραγώγησης. Πάρτε ως παράδειγμα το ρόλο της Εκκλησίας στη σχέση Κράτους - Εκκλησίας. Το μεγαλύτερο μέρος της εργατικής τάξης, άντρες και γυναίκες, πιστεύει σε κάποια θρησκεία. Και στην Ελλάδα το μεγαλύτερο μέρος πιστεύει στο Ορθόδοξο Χριστιανικό Δόγμα. Τι λέει αυτό το δόγμα; Δε λέει ακόμα «η δε γυνή να φοβείται τον άντρα»; Αυτό δεν είναι αναχρονιστικό; Αυτό δεν παράγει βία εκ μέρους του άντρα προς τη γυναίκα; Μπορεί να μην παράγει απευθείας βία που να οδηγεί στη γυναικοκτονία, αλλά παράγει υποταγή, επομένως και βία. Άλλωστε, τι σημαίνει «η γυναίκα να φοβάται τον άντρα»; Ότι ο άντρας έχει λόγο πάνω στη γυναίκα, που μπορεί να εκφραστεί και με τη βία. Αυτό παράγει και το φόβο, την υποταγή. Υπάρχουν πάρα πολλά τέτοια παραδείγματα για αναχρονιστικές αντιλήψεις σε σχέση με τη γυναίκα που δεν έχουν ξεριζωθεί. Σημειωτέον ότι τα Θρησκευτικά διδάσκονται στα σχολεία, ότι δεν υπάρχει διαχωρισμός κράτους - θρησκείας.

Άρα, όταν μιλάμε για ιδεολογική και πολιτιστική παρέμβαση της κοινωνίας, χρειάζεται να απαντήσουμε ποιας κοινωνίας; Της καπιταλιστικής; Μα η παρέμβαση που κάνει είναι σε αντιδραστική κατεύθυνση. Η «Επιτροπή Ισότητας των Φυλών», που θέλει να παίξει ρόλο στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, έχει κάνει παρέμβαση σε σχέση με αυτά τα ζητήματα; Έχει κάνει παρέμβαση για να ζητήσει να φύγουν αυτές οι αναχρονιστικές απόψεις –και μέσω των Θρησκευτικών και μέσω άλλων μαθημάτων– από την εκπαίδευση; Όχι, γιατί είναι ένα επιτελείο μέσα στο πλαίσιο της αστικής εξουσίας που δεν μπορεί να υπερβεί την ίδια την αστική εξουσία. Γι’ αυτό περιορίζει την παρέμβασή του σε ό,τι γίνεται αποδεκτό και ανεκτό από την αστική εξουσία, από τα ευρωενωσιακά επιτελεία, π.χ. κάποιος ισομερισμός αδειών σε κάποιους κλάδους, όπως ήδη ανέφερα. Άρα οι φοιτήτριες και οι φοιτητές δεν μπορούν να έχουν μεγάλες προσδοκίες από την Επιτροπή Ισότητας των Φύλων στο Πανεπιστήμιο, χωρίς να αναιρεί ότι κατά καιρούς μπορεί να αναδείξει κάποια διάκριση σε βάρος της γυναίκας και να διεκδικήσει κάτι, αλλά κυρίως «κάτι» τόσο, όσο επιτρέπεται μέσα στο πλαίσιο του συστήματος. Όπως διεκδίκησε κι έδωσε μεγάλη σημασία (έκανε μεγάλο ντόρο) με την ανάδειξη γυναίκας ως Προέδρου της Δημοκρατίας. Και λοιπόν, τι έγινε από την άποψη της πολιτικής; Άλλαξε η ταξική παρέμβασή της;

Δύσκολα στα αστικά κόμματα μπορεί μια γυναίκα να αναδειχτεί και ως επικεφαλής του κόμματος –στη σοσιαλδημοκρατία είναι λίγο πιο εύκολο επειδή έχουνε μια εργατική-λαϊκή ρίζα, τελοσπάντων, με παραποίηση και με προδοσία και της ιδεολογίας του σοσιαλισμού. Στην Ελλάδα δεν αναδείχτηκε ακόμη γυναίκα επικεφαλής φιλελεύθερου αστικού κόμματος ή πρωθυπουργός. Επομένως, και άντρες και γυναίκες της αστικής τάξης μπορούν να ηγηθούν για να ξεπεραστεί κάτι τέτοιο. Και στις πρυτανείες είναι δύσκολο να αναδειχτούν –δε λέω ότι δεν υπήρξαν και υπάρχουν γυναίκες πρυτάνεις– αλλά πιο δύσκολα σε σχέση με τους άντρες. Προωθούν λοιπόν την ισότητα των φύλων, αλλά την προωθούν κυρίως για την τάξη τους, δεν την προωθούν για την εκμεταλλευόμενη τάξη, για τα καταπιεσμένα μεσαία στρώματα. Άρα μην έχουμε πολλές ελπίδες και αυταπάτες για πραγματική χειραφέτηση της γυναίκας στον καπιταλισμό.

Τώρα θα μου πείτε, εντάξει οι γυναίκες της εργατικής τάξης, οι γυναίκες των μεσαίων στρωμάτων –οι αυτοαπασχολούμενες– ποια συνείδηση διαμορφώνουν; Στο συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος τους διαμορφώνουν συνείδηση εγκλωβισμένη στην ιδεολογία και στους στόχους της αστικής εξουσίας. Αυτή είναι η πραγματικότητα που αποτυπώνεται και στην εκλογική ψήφο. Αυτή η πραγματικότητα λοιπόν θέλει πολλή δουλειά για ν’ αλλάξει –όχι ποσοτική, αλλά κυρίως ποιοτική, που θα φέρει διεύρυνση της συνειδητοποιημένης γυναικείας εργατικής-λαϊκής πρωτοπορίας. Με άλλα λόγια, θα εκφραστεί στη συμμετοχή στην ΚΝΕ, στη σύνθεση του ΚΚΕ, στην πολιτική επιρροή του.

Και σίγουρα η πρωτοπορία, αν δράσει ανάλογα και κατάλληλα, μπορεί να διαμορφώσει ρήγματα που να φέρουν μεγαλύτερη επίδραση σε πιο μαζικό επίπεδο. Και ούτε λέμε ως Κόμμα και ως ΚΝΕ ότι τα έχουμε κάνει όλα όσα περνάνε από το χέρι μας να κάνουμε. Βέβαια, καμιά φορά χρειάζονται και ορισμένες γενικότερες συνθήκες που βοηθάνε για να επιταχυνθεί, για να κάνει σε βάθος και σε έκταση ως επαναστατικό Κόμμα και ως Νεολαία του αυτό που πιο αποφασιστικά πρέπει να κάνει. Δηλαδή, αν διαβάσετε την έκδοση Η γυναίκα στο Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας (1946-1949), θα διαπιστώσετε ότι με τη συγκρότηση του ΔΣΕ δεν υπήρξε αυτή η πρωτοπόρα, η επαναστατική στάση στελεχών του Κόμματος και των στρατιωτικών ηγετών απέναντι στη γυναίκα από την αρχή, απέναντι στη γυναίκα που πήρε το όπλο για να πολεμήσει ταξικά όπως και ο άντρας. Και χρειάστηκε να γίνει ειδική δουλειά μέσα στις γραμμές του ΔΣΕ, χρειάστηκε να θεσπιστεί η γυναίκα υπεύθυνη για τη γυναικεία δουλειά δίπλα στον πολιτικό επίτροπο προκειμένου να παρθούν μέτρα ειδικά για τις γυναίκες, μέτρα υγιεινής, διαπαιδαγώγησης αντρών και γυναικών, αλλά και πειθαρχικά απέναντι σε αναξιοπρεπείς συμπεριφορές αντρών. Αλλά θα δείτε και πώς μέσα στη ζωή άλλαξε και η συνείδηση και η στάση των αντρών, πώς το είδαν αυτοκριτικά αξιωματικοί του ΔΣΕ, ξεπέρασαν μια αρχικά υποτίμηση, αναγνώρισαν το θάρρος, τις ικανότητες των γυναικών, απέκτησαν σεβασμό απέναντί τους. Αλλά και οι γυναίκες απέκτησαν αυτοπεποίθηση, γνώση, ικανότητες κλπ. μέσα από οργανωμένη δουλειά, εκπαίδευση, ανάληψη ευθυνών.

Αλλά η ταχύτητα στα αποτελέσματα έγινε σε συγκεκριμένες συνθήκες, ταξικού πολέμου, σύγκρουσης, έγινε και στις συνθήκες που πίεσε μια πραγματικότητα, η ανάγκη ανεφοδιασμού των δυνάμεων του ΔΣΕ και επομένως η ανάγκη να απευθυνθεί και σε γυναίκες πιο μαζικά και κυρίως στην περιφέρεια, στις επαρχίες της Μακεδονίας. Αλλά και στον καπιταλισμό δεν ήρθε μια κι έξω αυτή η πολύ πιο μαζική συμμετοχή των γυναικών στην κοινωνική εργασία, με εξαίρεση την κλωστοϋφαντουργία και τον ιματισμό που επήλθε με τα πρώτα βήματα της καπιταλιστικής βιομηχανίας. Πότε υπήρξε μεγάλη άνοδος της γυναικείας εργασίας που αγκάλιασε και άλλους κλάδους που πριν δεν είχαν συμμετοχή γυναικών; Ήρθε με τον Α΄ και ακόμη περισσότερο με το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, γιατί δημιουργήθηκε αυτή η ανάγκη επειδή οι άντρες ήταν στα μέτωπα των μαχών, αιχμάλωτοι, νεκροί κλπ.

Η βραδύτητα ή η ταχύτητα των κοινωνικών εξελίξεων δεν κρίνεται μόνο χρονικά. Υπάρχουν στιγμές που συμπυκνώνουν τεράστιες αλλαγές που υπό κανονικές συνθήκες θα απαιτούνταν δεκαετίες ή και αιώνες αργής πορείας ή στασιμότητας. Οι επαναστάσεις, και οι αστικές, πολύ περισσότερο οι σοσιαλιστικές, έφεραν σε ελάχιστο χρόνο βαθιές, ριζικές αλλαγές, αυτός άλλωστε είναι ο χαρακτήρας της επανάστασης, της βίαιης κοινωνικής και πολιτικής ανατροπής.

Πρέπει λοιπόν να προσδοκάτε και να δουλεύετε για τον επερχόμενο κύκλο των σοσιαλιστικών επαναστάσεων, ειδικότερα για τη σοσιαλιστική επανάσταση στην Ελλάδα. Αλλά αυτό σημαίνει ότι πρέπει να προηγηθεί η δουλειά προετοιμασίας της πρωτοπορίας. Γι’ αυτό και στην εισηγητική ομιλία έδωσα έμφαση στο θέμα της ιδεολογικής, πολιτικής παρέμβασης του Κόμματος και της ΚΝΕ, που πρέπει να γίνει μαζικά. Δεν αρκούν τέτοιες καλές εκδηλώσεις μία φορά το χρόνο, πρέπει η καθεμιά μας και ο καθένας μας να γίνουμε προπαγανδιστές της άποψης του Κόμματος, ποια είναι η ταξική ρίζα και η σύγχρονη έκφραση της γυναικείας ανισοτιμίας και πώς μαχητικά θα σταθούμε απέναντι σε αυτήν.

Έχουμε προβλήματα και μέσα στις γραμμές του Κόμματος. Δεν μπορεί να μην έχουμε, γιατί και οι κομμουνιστές και οι κομμουνίστριες μπορεί να έχουν συνειδητοποιήσει το κύριο, το γενικό, αλλά στην καθημερινότητα μπορείς να δεις και έναν πολύ καλό κομμουνιστή και μέσα στο σπίτι του να μη φέρεται σαν πραγματικός κομμουνιστής απέναντι στη γυναίκα του και στα παιδιά του ή απέναντι στην αδελφή του, στη μάνα του, σε οποιοδήποτε άλλο μέλος της οικογένειας, ακόμα και στις συντρόφισσές του στην Κομματική Οργάνωση Βάσης ή στην Οργάνωση Βάσης της ΚΝΕ. Το θέμα είναι να μην ανεχόμαστε αυτές τις καταστάσεις, να τις αναδεικνύουμε, να τις συζητάμε στα όργανα, να προσπαθήσουμε να βοηθήσουμε τους συντρόφους και τις συντρόφισσες.

Υπάρχουν διάφορα περιστατικά που δείχνουν προβλήματα και των αντρών και των γυναικών. Ας πούμε, βγαίνει μια ΚΝίτισσα –ή μπορεί να είναι και μέλος του Κόμματος– και καταγγέλλει κάποια στιγμή ότι την παράτησε ένας σύντροφος ο οποίος ήταν παντρεμένος και έκανε σχέση μαζί της. Η συντρόφισσα δεν ήξερε ότι ο σύντροφος ήταν παντρεμένος όταν έκανε τη σχέση; Γιατί το θυμήθηκε εκβιαστικά και κάνει την καταγγελία; Αυτό τι διαμόρφωση συνείδησης δείχνει –και μπορεί να είναι και εργάτρια, μπορεί να είναι και υπάλληλος; Δείχνει αυτό κομμουνιστική, επαναστατική συνείδηση γυναίκας; Όχι –χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχει πρόβλημα και στη στάση του άντρα. Αλλά είναι πιο σύνθετο το θέμα. Η θρησκεία λέει ότι ένας γάμος δε λύνεται, ή τουλάχιστον προσαρμόστηκε και πλέον διακηρύττει ότι λύνεται υπό προϋποθέσεις. Δίνει και διαζύγια, δίνει και τη δυνατότητα και τρίτου γάμου, που σημαίνει ότι έχει κάνει προσαρμογή. Γιατί δε λύνει το γάμο του ένας άνθρωπος που μπορεί να έχει φτάσει σε μια κατάσταση που πια να μην τραβάει αυτή σχέση; Τι κομμουνιστής είναι ή τι κομμουνίστρια, αν δεν τολμάει με ειλικρίνεια και αμοιβαίο σεβασμό να συζητήσει τη λύση μιας σχέσης τελειωμένης;

Φυσικά υπάρχουν και πιο περίπλοκες καταστάσεις, που δε λύνονται στο πλαίσιο της καπιταλιστικής κοινωνίας. Υπάρχουν και οικονομικοί λόγοι. Ξαφνικά πώς θα ζήσουν δύο άνθρωποι σε δύο ξεχωριστά σπίτια με τους μισθούς των 500 και 600 ευρώ; Δεν είναι εύκολο. Δεν είναι στενά ατομικό. Είναι ένα ατομικό πρόβλημα ενταγμένο μέσα στην κοινωνική του έκφραση. Αν έχουν παιδιά, ακόμη χειρότερα, όταν μάλιστα τα παιδιά, έτσι όπως είναι διαρθρωμένη η κοινωνία που ζούμε, η φροντίδα τους είναι σε μεγάλο βαθμό ατομική-οικογενειακή υπόθεση. Όχι η διαπαιδαγώγηση τους, τη διαπαιδαγώγηση και τη διαμόρφωση της συνείδησής τους και της στάσης ζωής τις αναλαμβάνει το αστικό κράτος με το σχολείο, με το στρατό, με τα ΜΜΕ, τα ΜΚΔ, με όλους τους μηχανισμούς, και τους ιδεολογικούς και τους κατασταλτικούς, με τους οποίους καθημερινά θα πρέπει να συγκρουόμαστε.

Ωστόσο, πρέπει να διαμορφωθούν επαναστατικές πρωτοπορίες, να διευρυνθούν. Σε όργανα της ΚΝΕ είπαν ότι στον 21ο αιώνα υπάρχουν νέες κοπέλες που συζητάνε να κάνουν έναν πλούσιο γάμο, να κάνουν ένα γάμο που θα τις εξασφαλίσει οικονομικά.

Είναι πρόβλημα. Γιατί να μην ψάξουν να κάνουν μια σχέση, είτε με γάμο πολιτικό είτε με σύμφωνο συμβίωσης είτε και με ελεύθερη συμβίωση, αλλά με μόνο κίνητρο γιατί επιλέγουν σύντροφο ζωής που να ταιριάζουν, που να έχουν κοινά οράματα, κοινή πόρευση και στάσης ζωής κλπ.; Αλλά και με αυτά μπορεί να ξεκινήσει μια σχέση, και στην εξέλιξη της ζωής να αλλάξουν τα δεδομένα, δεν είναι θέσφατα.

Το κύριο είναι αν ένας κομμουνιστής, μια κομμουνίστρια κρατάει ειλικρινή, τίμια στάση αυτοσεβασμού και αλληλοσεβασμού. Καμιά φορά μπορεί και ένα ζευγάρι να μη χωρίσει αν έχει σε κρίσιμη ηλικία παιδιά κλπ., αλλά να έχει μια στάση μεταξύ του που να μην καταρρακώνεται ο σεβασμός του ενός προς τον άλλον, ακόμη και αν έχει λήξει το ερωτικό, το σεξουαλικό ενδιαφέρον. Μπορεί να έχει στάση που να περιφρουρεί το σεβασμό του ανθρώπου με τον οποίο ήταν μέχρι χτες ή είναι τυπικά σήμερα. Να σκεφτεί τον κοινωνικό περίγυρο, όχι συμβατικά, αλλά ως επαναστάτης στις ιδέες και στην πράξη, το κομματικό περιβάλλον, τα παιδιά του και άλλους παράγοντες που καθορίζουν τη στάση του ζευγαριού. Τα λέω όλα αυτά σε σχέση με το θέμα αν υπάρχουν προβλήματα στην εργατική τάξη και στα λαϊκά μεσαία στρώματα. Υπάρχουν προβλήματα και στους κομμουνιστές και στις κομμουνίστριες, αλλά έχουμε καθαρή και την αιτία αλλά και το δρόμο για να τα αντιπαλέψουμε. Και τα αντιπαλεύουμε από σήμερα, όχι περιμένοντας να γίνει σοσιαλιστική επανάσταση. Στις γραμμές μας πρέπει να τα αντιπαλέψουμε, να διαμορφώσουμε τη νέα στάση στις σχέσεις των δύο φύλων, στις συμπεριφορές αντρών-γυναικών μέσα στην ΚΝΕ, στο Κόμμα.

Αυτό πρέπει να καταλάβετε, γιατί, όταν ρωτάτε για έμφυλη συμπεριφορά, καταλαβαίνω ότι στην έννοια «έμφυλη» περιλαμβάνεται κάθε συμπεριφορά υποβάθμισης, μη σεβασμού της γυναίκας που μπορεί να προέρχεται και από άντρες εργατοϋπαλλήλους, συμφοιτητές, συναδέλφους κλπ. Αυτό δε δείχνει ότι υπάρχει σχέση εκμετάλλευσης, αλλά δείχνει κατάλοιπα αντιλήψεων και συμπεριφορών στις σχέσεις των δύο φύλων ως υποπροϊόντα της εκμεταλλευτικής κοινωνίας. Αλλά και η στάση, η συμπεριφορά βίας απέναντι στη γυναίκα είναι μια κλιμάκωση, που έρχεται ως αποτέλεσμα αναχρονιστικών, αντιδραστικών κοινωνικών αντιλήψεων και πρακτικών και όχι γιατί ο άντρας είναι επιθετικός εξαιτίας της βιολογίας του φύλου του. Υπάρχουν μελέτες-έρευνες6 που το επιβεβαιώνουν. Είναι άλλο ζήτημα ότι γενικά ο ανδρικός σωματότυπος είναι πιο δυνατός από το γυναικείο και έτσι σε μια βίαιη αναμέτρηση άντρα-γυναίκας οι αρνητικές συνέπειες προς τη γυναίκα είναι συχνότερες. Τα κατάλοιπα αναχρονιστικών συμπεριφορών σε βάρος των γυναικών δεν επιβεβαιώνουν έμφυλη διάθεση-προδιάθεση, αλλά το βάθος της ρίζας αυτού του κοινωνικού προβλήματος και τη συνθετότητά του.

Αναφέρθηκα στις θετικές κατακτήσεις στη Σοβιετική Ένωση, στην αφάνταστη τομή που έκανε σε νομικό - πολιτικό - πολιτιστικό επίπεδο. Άνοιξε απάτητους δρόμους. Αυτό δε σημαίνει ότι δεν υπήρχαν προβλήματα στην πράξη, ιδιαίτερα στα τμήματα της Ασίας, σε λαούς που σχεδόν από νομαδική, κοινοτική κοινωνική οργάνωση, ενσωματωμένη στη συνολικά φεουδαρχική Τσαρική Αυτοκρατορική Ρωσία πέρασαν στη διαδικασία της σοσιαλιστικής εκβιομηχάνισης με σκαλοπάτι τη συνεταιριστική αγροτική παραγωγή. Ήταν λαοί με βαθιά επίδραση θρησκευτικών δοξασιών, χριστιανικών και μουσουλμανικών, με σχεδόν γενικό αναλφαβητισμό, επομένως και το ξερίζωμα των επιβιώσεων ήταν πιο δύσκολη διαδικασία.

Και τη λογοτεχνία να δείτε, και έχουμε κάνει αξιόλογες εκδόσεις, θα διαπιστώσετε ότι μόνο η νομοθεσία δεν αρκεί, αλλά ο νόμος επί σοσιαλισμού ανοίγει γερά το δρόμο και εκεί χρειάζεται πρωτοπορία και υπεύθυνη στάση. Είναι μεγάλα ζητήματα, είναι αυτό που έλεγε ο Μαρξ, θα το πω σε ελεύθερη μετάφραση, ότι η στάση απέναντι στη γυναίκα σε μια κοινωνία είναι καθρέφτης του πολιτισμού, του βαθμού της πολιτιστικής εξέλιξης της ανθρωπότητας. Άρα αυτό που αναφέρεται ως έμφυλη συμπεριφορά είναι πολύ βαθύτερο.

Και για να κλείσω, το πρώτο που πρέπει να ξεπεράσουμε και ως Κόμμα και ως ΚΝΕ είναι να το θεωρούμε ως ένα επιμέρους θέμα που αφορά ένα μέρος των γυναικών, ένα μέρος της διάταξης που κάνουμε στα Όργανα και στις Οργανώσεις για την εξειδικευμένη δουλειά του Κόμματος και της ΚΝΕ στις γυναίκες, με τη λαθεμένη λογική ότι πρόκειται για απεύθυνση σε γυναίκες που δεν είναι πουθενά οργανωμένες (σύλλογο, σωματείο κλπ.), σε μη εργαζόμενες, και ΚΝίτισσες και κομμουνίστριες, που θεωρούν το ριζοσπαστικό γυναικείο κίνημα ως «δεύτερης ποιότητας». Όλα αυτά δείχνουν μη κατανόηση του ζητήματος της γυναικείας ανισοτιμίας, έλλειψη υπόβαθρου από τις κομμουνίστριες και τις ΚΝίτισσες, αλλά και από τους κομμουνιστές συνολικά, να κάνουν δουλειά ιδεολογική, πολιτική, οργανωτική, μαζική, εξειδικευμένη στις γυναίκες, να πατά στην ψυχολογία τους, στις ιδιαιτερότητές τους. Έτσι περιορίζεται η εμβέλεια της δράσης μας στο μισό και πλέον των δυνάμεων της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων, της γυναικείας νεολαίας τους. Αποδεικνύεται ότι, για να ανταποκριθούμε σε μια τέτοια πολύ σύνθετη δουλειά, πρέπει καλύτερα να προσέξουμε και τις χρεώσεις που κάνουμε, πρέπει να είναι τέτοιες ώστε να ανταποκρίνονται, από την άποψη της ικανότητας, της εμπειρίας, της εκπαίδευσης και όλα αυτά, ώστε να ανταποκριθούν σε ένα τόσο δύσκολο ζήτημα.

Η διαμόρφωση κομμουνιστών και κομμουνιστριών είναι στα καθήκοντα του Κόμματος και της ΚΝΕ, είναι μια σύνθετη συλλογική διαδικασία, στην οποία βέβαια εμπλέκεται ενεργά ο καθένας και η καθεμιά ως ξεχωριστή προσωπικότητα, ως τέτοια συμβάλλει στη συνολική συγκρότηση και δράση του Κόμματος και της Νεολαίας του.

 


ΣημειώσειςΣημειώσεις

* Βάση του παρόντος κειμένου αποτελεί η ομιλία της Ελένης Μπέλλου, μέλους του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, και η συζήτηση που ακολούθησε σε εκδήλωση της ΚΝΕ στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, στις 25.11.2021, Παγκόσμια Ημέρα για την Εξάλειψη της Βίας κατά των Γυναικών.

1. Η αρχή της «ίσης αμοιβής για ίση εργασία» θεσμοθετήθηκε το 1957 με τη Συνθήκη για τη Λειτουργία της ΕΟΚ (μετέπειτα ΕΕ). Με βάση τα στοιχεία του 2019, οι ωριαίες αμοιβές των γυναικών ήταν κατά μέσο όρο 14% χαμηλότερες από εκείνες των αντρών σε όλη την ΕΕ, ενώ η ψαλίδα κυμαίνεται από 3,3% έως 21,7% στα κράτη-μέλη. Συγκεκριμένα, στην Ελλάδα το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 10,4%. https://ec.europa.eu/eurostat/statistics-explained/index.php?title=Gender_pay_gap_statistics

2. Silvia Federici, Το κυνήγι των μαγισσών χθες και σήμερα, Εκδόσεις των Ξένων, Θεσσαλονίκη, 2019, σελ. 78-79.

3. Giovanna Franca Dalla Costa, στο «Un lavoro d’ amore» («Η εργασία της αγάπης», 1978), όπως καταγράφεται από τη Silvia Federici, ό.π., σελ. 77.

4. Ξεχωριστή περίπτωση είναι τα διαφυλικά ή μεσοφυλικά άτομα, βιολογική παραλλαγή που θολώνει τη σαφή διάκριση ανάμεσα σε αυτό που γενετικά ορίζεται ως άρρεν ή θήλυ. Η συχνότητα των διαφυλικών παραλλαγών είναι περίπου 1,7 στις 1.000 γεννήσεις. Μπορεί κάποιο άτομο να είναι ΧΥ κι εξαιτίας ενός λάθους στην ενεργοποίηση κάποιων τμημάτων του DNA τα ειδικά γονίδια που προωθούν την ανάπτυξη των αντρικών χαρακτηριστικών του φύλου (όπως γονίδια TDF και SRY) να μην ενεργοποιηθούν ποτέ και οι απαραίτητες πρωτεΐνες να μην παράγονται ή να μη μεταβιβάζονται σωστά. Οι περισσότερες περιπτώσεις διαφυλικών έχουν ήπια αποτελέσματα και η φυσική όψη των ατόμων τείνει να ανταποκρίνεται συνήθως στα βιολογικά χαρακτηριστικά του ενός ή του άλλου φύλου. A. Fuentes, Φυλή, μονογαμία και άλλα ψέματα που σας λένε. Καταρρίπτοντας τους μύθους για την ανθρώπινη φύση, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα, 2019, σελ. 235.

5. «Το σεξ μπορεί να σημαίνει πολλά πράγματα για πολλούς ανθρώπους, μεταξύ άλλων: Ένα συνδυασμό προσωπικοτήτων, κοινωνικών κανόνων, επιθυμιών, ηθικής, εθνικών εικόνων που παραπέμπουν σε διαδικασίες ενσωμάτωσης στη σεξουαλική δραστηριότητα ...» Donna και F. Magowan, «The anhropology of sex», όπως περιλαμβάνεται στο A. Fuentes, Φυλή, μονογαμία και άλλα ψέματα που σας λένε. Καταρρίπτοντας τους μύθους για την ανθρώπινη φύση, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα, 2019, σελ. 276.

6. 58 διαφορετικές μελέτες δείχνουν ότι, σε καπιταλιστικές κοινωνίες όπου τυπικά στο νόμο έχει θεσμοθετηθεί η ισότητα των φύλων έχουν εξαλειφθεί κραυγαλέες διακρίσεις σε βάρος των γυναικών στην κοινωνική συνήθεια και συμπεριφορά, κυρίως λόγω της αυξανόμενης συμμετοχής των γυναικών στην κοινωνική εργασία, υπάρχει μικρή –έως καμία– διαφορά ανάμεσα σε άντρες και γυναίκες όσον αφορά τη χρήση σωματικής επιθετικότητας στα ετερόφυλα ζευγάρια. Γενικά, σε τέτοιου είδους αλληλεπιδράσεις ανάμεσα στα δύο φύλα, οι γυναίκες έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να τραυματιστούν σοβαρά απ’ ό,τι οι άντρες. Υπάρχει μεγάλη επικάλυψη και υπεισέρχονται σύνθετοι κοινωνικοί παράγοντες (παιδικά βιώματα, δείκτης ισότητας των φύλων, κοινωνική δομή και έγκλημα, διαθεσιμότητα όπλων κλπ.) για να μπορέσουμε να διαπιστώσουμε με σαφήνεια για την επιθετικότητα αντρών και γυναικών και την εξέλιξή της. Archer, Does sexual selection explain human sex differences in aggression?, σελ. 249-266, ή A. Fuentes, Φυλή, μονογαμία και άλλα ψέματα που σας λένε. Καταρρίπτοντας τους μύθους για την ανθρώπινη φύση, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα, 2019, σελ. 198-200.