Η θεωρία του Λένιν για την επανάσταση (Α΄ μέρος)*


του Χάιντς Άλραϊπ

«Όταν θα υπάρχει ελευθερία, δε θα υπάρχει κράτος.»1

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η «θεωρία του Λένιν για την επανάσταση» εμψυχώνει τους μισθωτούς σκλάβους, άντρες και γυναίκες, σε ολόκληρο τον κόσμο. Είναι ο πυρήνας του λενινισμού, που δείχνει στους απανταχού υπόδουλους του κεφαλαίου το δρόμο της απελευθέρωσης από τα δεσμά τους. Αναδεικνύει ότι ακόμα και στην πλήρη αστική δημοκρατία η μοίρα των λαών είναι η μισθωτή σκλαβιά, ότι αυτή η δημοκρατία, με μια πιο λεπτομερή εξέταση, προβάλλει ως μηχανή καταπίεσης και ότι το κράτος της παραμένει ένα κράτος καταπίεσης ενάντια στις εργαζόμενες μάζες.

Το κεφάλαιο καταπιέζει όχι μόνο τους μισθωτούς, αλλά ολόκληρους λαούς. Πού θα βρίσκονταν σήμερα οι λαοί, σε ποιο σκοτάδι θα υπέφεραν, αν ο Λένιν –μέσα από την ανάλυσή του για τον ιμπεριαλισμό και το πρωτοποριακό έργο Κράτος και επανάσταση, στο οποίο εξήγησε το ζήτημα της εξουσίας κατά τις παραμονές της Οκτωβριανής Επανάστασης– δεν ξεσκέπαζε τη διαστρέβλωση του μαρξισμού από τους οπορτουνιστές στο ζήτημα του κράτους, δεν είχε δείξει για τον 20ό αιώνα σε εκατομμύρια ανθρώπους τη διέξοδο από το λαβύρινθο της μισθωτής σκλαβιάς;

Το προλεταριάτο βρίσκεται στο επίκεντρο κάθε απόπειρας για κοινωνική απελευθέρωση, επειδή αποτελεί –ως η μόνη συνεπής επαναστατική τάξη– την εμπροσθοφυλακή όλων των καταπιεζόμενων τάξεων, που απομυζά το κεφάλαιο. «Ενώ η αστική τάξη, από τη μια μεριά, κατατεμαχίζει και διασκορπίζει την αγροτιά και όλα τα μικροαστικά στρώματα, από την άλλη, συσπειρώνει, συνενώνει και οργανώνει το προλεταριάτο. Μόνο το προλεταριάτο είναι ικανό –χάρη στον οικονομικό ρόλο που παίζει στη μεγάλη παραγωγή– να είναι ο αρχηγός για όλες τις εργαζόμενες και καταπιεζόμενες μάζες, που η αστική τάξη τις εκμεταλλεύεται, τις καταπιέζει, τις συνθλίβει συχνά όχι λιγότερο, αλλά περισσότερο από τους προλετάριους, οι οποίες μάζες όμως δεν είναι σε θέση να διεξαγάγουν αυτοτελή αγώνα για την απελευθέρωσή τους.»2

Η προλεταριακή επανάσταση είναι η πιο βαθιά επανάσταση σε όλη την ιστορία της ανθρωπότητας και την απελευθερώνει από τη μισθωτή σκλαβιά. Μέχρι στιγμής, όλα καλά... Παρόλ’ αυτά, έχουμε μπροστά μας την ιδιαιτερότητα ότι ο 20ός αιώνας, ο οποίος ξεκίνησε πολλά υποσχόμενος με τη ρωσική επανάσταση του 1905, με την κοσμοϊστορική στροφή του 1917, γέννησε ελπίδες που έμειναν ζωντανές μέχρι περίπου το 1925, στην πορεία του όμως ανέτρεψε κάθε πρόβλεψη και προσδοκία.

Το χειρότερο σ’ αυτόν τον αιώνα ήταν ότι η Οκτωβριανή Επανάσταση έμεινε χωρίς αντίστοιχο επακόλουθο στις μητροπόλεις της Δυτικής Ευρώπης. Οι ηγέτες του δυτικοευρωπαϊκού εργατικού κινήματος πρόδωσαν την υπόθεση της επανάστασης, ιδιαίτερα η ποταπή γερμανική σοσιαλδημοκρατία, που οδήγησε και στο φασισμό. Αυτός ο τρισκατάρατος Νόσκε έχει μέχρι και σήμερα την κύρια ευθύνη για το ότι ο 20ός αιώνας παρέμεινε ένας αιώνας ταξικής οργάνωσης της βίας.

Ο ήλιος της παγκόσμιας επανάστασης βασίλεψε το 1925 και ανέβηκε το φεγγάρι του μοναδικού – σοβιετικού σοσιαλισμού. Ο αναρχικός Βίκτορ Σερζ (Victor Serge) το χαρακτήρισε ως μία έκλειψη ηλίου. Ωστόσο, μπορεί ένα φεγγάρι να μας φωτίζει λιγότερο από έναν ήλιο, όμως παραμένει ένα φως στο σκοτάδι.

Από το 1925, ο 20ός αιώνας βρισκόταν στη σκιά αυτού του εναλλακτικού σχεδίου, της απουσίας της επανάστασης στη Δυτική Ευρώπη και της ανάγκης της οικοδόμησης του σοσιαλισμού σε μία χώρα. Το εκκρεμές της απελευθέρωσης έγειρε ανατολικά και σήμανε η παγκόσμια ιστορική ώρα εκατομμυρίων αγροτικών μαζών σε Ρωσία και Κίνα, οι οποίες πολιτικά, οργανωτικά και στρατιωτικά ξεκίνησαν από χαμηλότερες βάσεις.

Ο Λένιν σωστά είχε εντοπίσει ότι η επιβίωση της Οκτωβριανής Επανάστασης εξαρτάται από το αν θα πετύχει η συμμαχία μεταξύ των συμβουλίων των εργατών στις πόλεις και των επιτροπών της φτωχής αγροτιάς στα χωριά, οι οποίοι αποτελούσαν και το μεγαλύτερο μέρος των στρατιωτών. Αυτό συνέβη. Μονάχα πάνω σε αυτήν την ενιαία θεμελιακή δομή μπόρεσε να οικοδομηθεί ο σοσιαλισμός, όσο διατηρούνταν η αλυσίδα εργοστάσιο - στρατώνας - συμβούλιο του χωριού, εκφράζοντας μια αγροτική επανάσταση.

Στο κέντρο της θεωρίας για την επανάσταση βρίσκεται, χωρίς αμφιβολία, το κύριο πολιτικό έργο του Λένιν Κράτος και επανάσταση, το οποίο φέρει τον υπότιτλο «Η διδασκαλία του μαρξισμού για το κράτος και τα καθήκοντα του προλεταριάτου στην επανάσταση». Το έργο αυτό γράφτηκε τον Αύγουστο-Σεπτέμβρη του 1917, για να καταρρίψει την αστική ιδεολογία και τις αστικές προκαταλήψεις και να εξηγήσει στις μάζες την ουσία του αστικού κράτους και του προλεταριακού μισο-κράτους. Περιλαμβάνει, στη γενική θεωρητική τους μορφή, τα καθήκοντα της πρωτοπόρας εργατικής τάξης και δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το Γενάρη του 1918 στην Πετρούπολη.

Ο μαρξισμός ζει και πάλλεται πάνω στο τεντωμένο σκοινί ανάμεσα στο κράτος και την επανάσταση, και η παραγνώριση αυτής της αντίθεσης στη θεωρία έχει οδηγήσει στην ισοπέδωση του μαρξισμού στην πράξη. Οι οπορτουνιστές θέλησαν να αμβλύνουν αυτήν την αντίθεση, ενώ ο «αριστερός επαναστατισμός» θέλησε να την καταργήσει πολύ νωρίς. Ο Καρλ Μαρξ είχε γράψει στον Άρνολντ Ρούγκε (Arnold Ruge) το Μάρτη του 1843: «Το κράτος είναι ένα τόσο σημαντικό πράγμα, που δεν μπορούμε να το αντιμετωπίζουμε επιπόλαια.»3

Στοιχεία για επαναστατικά καθήκοντα μέσα από κατευθύνσεις στρατιωτικο-πολιτικού και στρατιωτικο-τεχνικού τύπου καταγράφονται, πιο συγκεκριμένα, σε γράμμα που έστειλε ο Λένιν στην Κεντρική Επιτροπή του Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος Ρωσίας (ΣΔΕΚΡ) πριν την επανάσταση του Οκτώβρη και που συμπεριλήφθηκε στα Άπαντα του Λένιν με τον τίτλο «Ο μαρξισμός και η εξέγερση». Σ’ αυτό το γράμμα δίνονταν εντολές για την κατάκτηση της εξουσίας ειδικά για τους κομμουνιστές στη μητρόπολη της Πετρούπολης, στο «Πίτσερ», όπως το έλεγε ο λαός. Ένα είδος λεπτομερούς μελέτης, αν θέλετε.

Επίσης μπορούμε να ανατρέξουμε στο έργο του Λένιν Η προλεταριακή επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκι, στο οποίο εξηγείται γιατί το προλεταριάτο μετά από μια επιτυχημένη επανάσταση χρειάζεται ακόμη ένα μηχανισμό επιβολής της εξουσίας του πάνω στην ηττημένη εκμεταλλεύτρια τάξη.

Τέλος, στο έργο του Λένιν Ο «αριστερισμός», παιδική αρρώστια του κομμουνισμού, αναπτύσσονται πολύ σημαντικοί συλλογισμοί για την εκδήλωση της επαναστατικής κατάστασης. Το έργο αυτό φέρει τον όχι συχνά αναφερόμενο, και γι’ αυτό λιγότερο γνωστό υπότιτλο «Προσπάθεια διευρυμένης παρουσίασης της μαρξιστικής στρατηγικής και τακτικής». Με την πολεμική του ενάντια στην επαναστατική ανυπομονησία των «αριστερών κομμουνιστών», η οποία έχει πολλά κοινά με εκείνη των αναρχικών και τείνει να παραβλέπει στάδια, ο Λένιν καταπιάστηκε να αποδείξει πότε υπάρχει επαναστατική κατάσταση και πανεθνική κρίση μέσα από τη γενική κοινωνική εξέλιξη μιας χώρας.

Αυτές είναι καταρχάς οι τέσσερεις σημαντικότερες βιβλιογραφικές αναφορές όπου βρίσκονται τα πιο βασικά σημεία της θεωρίας του Λένιν για την επανάσταση. Φυσικά, μπορεί να τεθεί το ερώτημα εάν ολόκληρο το έργο του Λένιν, από το Α ως το Ω, αποτελεί μία ενιαία θεωρία για την επανάσταση. Εάν επίσης το κύριο φιλοσοφικό του έργο, Υλισμός και εμπειριοκριτικισμός, μπορούμε να το κατατάξουμε σ’ αυτήν τη θεωρία. Αυτό μπορεί να διευρυνθεί με το ερώτημα κατά πόσο το θεωρητικό σύμπλεγμα Μαρξ - Ένγκελς - Λένιν - Στάλιν μπορεί να θεωρηθεί ως μία ενιαία θεωρία για την επανάσταση.

Προκειμένου να δώσουμε μια σαφή εκδοχή της θεωρίας του Λένιν για την επανάσταση, είναι απαραίτητο να παραθέσουμε μια σειρά από μακροσκελή αποσπάσματα.

Λόγω της θεμελιώδους σημασίας τους, δεν ήθελα να τα συνοψίσω και να τα περικόψω αυθαίρετα, εκτός από μερικά. Γι’ αυτό ζητάω κατανόηση, ωστόσο θεωρώ ότι το θέμα είναι αρκετά ενδιαφέρον και δε θα υπάρξει μείωση του ενδιαφέροντος. Έχουμε μπροστά μας μια θεματολογία, που πρέπει κανείς να κρατά καλά στο μυαλό του όλα τα επιμέρους κομμάτια.

Όταν ασχολούμαστε με ένα οικονομικό θέμα, τότε έχουμε τους τόμους Του Κεφαλαίου, μπορούμε να ανατρέξουμε, να ξαναδιαβάσουμε αυτά που έχουμε ήδη διαβάσει, να διορθώσουμε αυτό που έχουμε σημειώσει, να εξετάσουμε το πρόβλημα απ’ όλες τις πλευρές μέχρι να βρούμε τη λύση... κλπ.

Όταν γράφουμε για ένα πολιτικό θέμα, για παράδειγμα για τα γαλλικά χειρόγραφα του Μαρξ, τότε διαβάζουμε τη 18η Μπρυμαίρ, τους Ταξικούς αγώνες στη Γαλλία, τον Εμφύλιο πόλεμο στη Γαλλία, κι έτσι εύκολα έχουμε αρκετές συντεταγμένες πορείας προκειμένου να συνθέσουμε –για να το διατυπώσουμε πιο χαλαρά– ένα θεωρητικό σύμπλεγμα.

Όμως όταν βρισκόμαστε μέσα στη φωτιά της τελικής μάχης, έχουμε μόνο ένα όπλο στα χέρια μας, και πρέπει να σκεφτούμε και να δράσουμε ακαριαία όταν είναι απαραίτητο, μέσα σε αυτήν τη φωτιά, να ξεχωρίσουμε φίλους κι εχθρούς, καθώς δεν υπάρχει κανένα βιβλίο συνταγών στο οποίο να μπορούμε να βρούμε τα επόμενα βήματα της ένοπλης εξέγερσης.

 

1. Ο ΕΝΓΚΕΛΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΟΠΛΗ ΕΞΕΓΕΡΣΗ. ΕΝΑΣ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΜΕ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΑ ΑΚΑΘΟΡΙΣΤΑ ΜΕΓΕΘΗ

Πριν την επανάσταση του 1848, ο Καρλ Μαρξ είχε διατυπώσει με σαφήνεια την ταξική αντίθεση ανάμεσα στο προλεταριάτο και την αστική τάξη: «Στο μεταξύ, ο ανταγωνισμός ανάμεσα στο προλεταριάτο και στην αστική τάξη είναι πάλη τάξης με τάξη, πάλη που, σα φτάσει στην ανώτερη έκφρασή της, γίνεται ολοκληρωτική επανάσταση. Πρέπει, άλλωστε, να παραξενευόμαστε που μια κοινωνία, θεμελιωμένη πάνω στην αντίθεση των πραγμάτων, καταλήγει σε μια βίαιη αντίφαση, σε μια σύγκρουση σώμα με σώμα σαν τελευταία λύση;»4

Αυτό είχε γράψει ο Μαρξ ανάμεσα στα τέλη Δεκέμβρη του 1846 και στις αρχές Απρίλη του 1847. Ήταν η εποχή της εξέγερσης των κλωστοϋφαντουργών: Αρχικά του μεταξιού, το Νοέμβρη του 1831 στη Λιόν· στη συνέχεια, το 1834, ξανά στη Λιόν· η εξέγερση των κλωστοϋφαντουργών της Σιλεσίας, που ξέσπασε στις 3 Ιούνη 1844, και το 1848 ακόμη μία εξέγερση στη Λιόν. Παντού υπήρξε βίαιη σύγκρουση μεταξύ των κλωστοϋφαντουργών και των στρατιωτών.

Ο Ηράκλειτος είχε πει ότι ο πόλεμος ενώνει τους ανθρώπους. Επίσης και οι επαναστάσεις δένουν σφιχτά τους ανθρώπους, τους ενώνουν και τους διαπαιδαγωγούν ακριβώς μέσα από αυτήν την ενότητα. Στο αποκορύφωμα της επανάστασης, οι Μαρξ και Ένγκελς βρίσκονταν στην Κολονία, ενώ ο Ένγκελς στο τέλος της επανάστασης πήρε μέρος ως στρατιώτης υπό το λοχαγό Βίλιχ (Willich) στην περιοχή της Νότιας Γερμανίας.

Καρπό της επανάστασης του 1848 και της τελικής της μάχης μπορεί κανείς να θεωρήσει την ανάλυση του Ένγκελς για την ένοπλη εξέγερση το Σεπτέμβρη του 1852:

«Η επανάσταση, λοιπόν, είναι μια τέχνη, όπως κι ο πόλεμος ή κάθε άλλη τέχνη, και υπόκειται σε ορισμένους πρακτικούς κανόνες που, σαν παραμεληθούν, θα φέρουν την καταστροφή στο κόμμα που δεν τους λογαριάζει. Οι κανόνες αυτοί, λογικές αφαιρέσεις από τη φύση των κομμάτων και των περιστάσεων, που αντιμετωπίζει κανένας σε μια τέτοια περίπτωση είναι τόσο ξεκάθαροι και τόσο απλοί, έτσι που η σύντομη πείρα του 1848 τους είχε κάμει πολύ γνωστούς σ’ όλους τους Γερμανούς. Πρώτα-πρώτα, ποτέ μην παίζετε με την επανάσταση, παρά μονάχα σαν είστε απόλυτα προετοιμασμένοι ν’ αντιμετωπίσετε τις συνέπειες του παιχνιδιού σας. Επανάσταση είναι μαθηματικός υπολογισμός με πολύ αόριστα μεγέθη, που η αξία τους μπορεί ν’ αλλάζει κάθε μέρα· οι αντίπαλες δυνάμεις σας έχουν όλα τα πλεονεκτήματα της οργάνωσης, της πειθαρχίας και τη συνήθεια της κυριαρχίας. Αν δεν τους αντιτάξετε πολύ μεγάλη δύναμη, θα νικηθείτε και θα καταστραφείτε. Δεύτερο, μόλις μπείτε στο επαναστατικό στάδιο, πρέπει να δράσετε με την πιο μεγάλη αποφασιστικότητα και σαν επιτιθέμενοι. Η άμυνα είναι ο θάνατος κάθε ένοπλης εξέγερσης, που χάνεται πριν ακόμα αναμετρηθεί με τους εχθρούς της. Αιφνιδιάστε τους ανταγωνιστές σας ενώ οι δυνάμεις τους είναι σκορπισμένες· προετοιμάστε καινούργιες επιτυχίες, έστω και μικρές, μα καθημερινές· κρατήστε ψηλά το ανεβασμένο ηθικό που σας έδωσε η πρώτη επιτυχημένη εξέγερση. Συγκεντρώστε έτσι γύρω σας τα ταλαντευόμενα εκείνα στοιχεία που ακολουθούν πάντα την πιο δυνατή παρόρμηση και που πάντα ψάχνουν για την πιο σίγουρη μεριά· αναγκάστε τους εχθρούς σας σε υποχώρηση, πριν μπορέσουν να συγκεντρώσουν τις δυνάμεις τους ενάντιά σας. Σύμφωνα με τα λόγια του Νταντόν, του πιο μεγάλου, γνωστού, ως τα σήμερα, δάσκαλου στην επαναστατική πολιτική: De l’audace, de l’audace, encore de l’audace (τόλμη, τόλμη, κι ακόμα περισσότερη τόλμη).»5

Αυτή είναι χρονολογικά η αφετηρία του δύσκολου αυτού θέματος –που ακόμα και τυπικά να το δούμε είναι από μόνο του δύσκολο– καθώς ο Ένγκελς μιλάει για τέχνη η οποία υπόκειται σε ορισμένους κανόνες, που με τη σειρά τους πρέπει να είναι επιπλέον απλοί και σαφείς. Αυτό είναι άκρως προβληματικό: Τέχνη πλήρως υποταγμένη σε κανόνες είναι μαθηματικά, το αντίθετο δηλαδή από την τέχνη και την έκφραση. Τέχνη υποταγμένη σε απλούς και σαφείς κανόνες θα μπορούσε να καταλήξει σε εκφυλισμό. Φυσικά, γρήγορα μέσα από την ανάλυση δίνεται μια διαλεκτική λύση, ότι το δύσκολο και το εύκολο εναλλάσσονται, περνώντας από το ένα στο άλλο, με επίσης δύσκολο κι εύκολο τρόπο.

Ο Λένιν λέει ότι η «εξέγερση» είναι μεγάλη λέξη, μια ένοπλη εξέγερση είναι εκατό φορές πιο δύσκολη από τη διεξαγωγή ενός εθνικού πολέμου μεταξύ κρατών, ο οποίος, σε αντίθεση με τον πόλεμο της εξέγερσης, έχει μέτωπο στο οποίο εξελίσσεται.

Ένας πολύ αυστηρός διαχωρισμός ανάμεσα στο προλεταριάτο και την αστική τάξη δεν υπάρχει σε έναν εμφύλιο πόλεμο· και οι δύο τάξεις έχουν τους πράκτορές τους στο αντίπαλο στρατόπεδο.

Επίσης δεν μπορούμε να μιλάμε για δύο ισοδύναμους στρατούς που αντιμάχονται επί ίσοις όροις. Το προλεταριάτο δεν μπορεί να δημιουργήσει από το τίποτα έναν ακέραιο, ολοκαίνουργιο στρατό με όλα τα σχετικά. Ο στρατός του είναι ένα παιδί που γεννιέται μέσα από την ταξική πάλη και την πάλη για την εξουσία και ουδέποτε μπορεί να φτιαχτεί σε καιρό ειρήνης.

Η υπέρτατη τέχνη και η ανώτερη μορφή της ταξικής πάλης είναι η ένοπλη εξέγερση, και σε επαναστατικές συνθήκες είναι πολύ δύσκολο να συμβαδίζεις με τα γεγονότα, καθώς μόλις λίγες μέρες, λίγες ώρες, λίγα λεπτά μπορεί να είναι καθοριστικής σημασίας.

Σύμφωνα με τον Λένιν, η Οκτωβριανή Επανάσταση «αναπτύσσεται σε πλάτος και σε βάθος με τέτοια εκπληκτική ταχύτητα, με τέτοιο υπέροχο πλούτο εναλλασσόμενων μορφών...»6. Είναι σημαντικό να μαθαίνουμε γρήγορα, ακόμα και μέσα από μία ήττα, έχοντας κατά νου ότι η ταξική πάλη εκδηλώνεται με νέες μορφές.

Αυτό μπόρεσε κανείς να το παρακολουθήσει καλά το 1926/1927 σε τρεις διαδοχικές εξεγέρσεις στη Σαγκάη. Η πρώτη, τον Οκτώβρη του 1926, έμοιαζε περισσότερο με αψιμαχία, η δεύτερη έσβησε μετά από την αρχική επιτυχία, στην τρίτη όμως επικράτησε το προλεταριάτο επί του Κουομιντάγκ7 στην ηγεσία του επαναστατικού πολέμου, έτσι ώστε να μπορεί κανείς να διαβάσει σ’ ένα βιβλίο για την ένοπλη εξέγερση: «Η θέση του Ένγκελς ότι “η εξέγερση είναι τέχνη” εφαρμόστηκε υποδειγματικά από το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας στην εξέγερση της Σαγκάης, στις 21 Μάρτη, στην πρακτική μάχη για την εξουσία.»8

Στην ένοπλη εξέγερση όλα είναι μέσα στο παιχνίδι και παίρνεται το ρίσκο για το άλμα στο αβέβαιο. Χωρίς την κυριαρχία στο «παιχνίδι των αποφάσεων» για εναλλαγή μεταξύ νόμιμης και παράνομης δράσης, δεν μπορεί κανείς να τα βγάλει πέρα και οι επαναστάτες που δεν έχουν πείρα θεωρούν μόνο τις παράνομες ενέργειες επαναστατικές.

Βλέπει κανείς ότι μια επανάσταση πάντοτε αποτελεί μια εξελισσόμενη κατάσταση και πρέπει να ξέρει να συγκεντρώνει τις κύριες δυνάμεις στην επίλυση των κυριότερων καθηκόντων. Ως γνωστόν, ο Μαρξ μετά από την καταστολή της επανάστασης του 1848 εξορίστηκε στο Λονδίνο, αναμένοντας ότι σύντομα θα ξεσπούσε μια ακόμη επανάσταση στην Ευρώπη.

Η επίσκεψή του στην 1η Διεθνή Έκθεση Βιομηχανίας στο Λονδίνο το 1851 ανέτρεψε αυτές τις σκέψεις. Τα επαναστατικά όνειρα τσακίστηκαν στο σκληρό βράχο της πραγματικότητας, δηλαδή στο γεγονός ότι οι τεράστιες παραγωγικές δυνάμεις θα έπρεπε αρχικά να αναπτυχθούν στους κόλπους της αστικής κοινωνίας. Αυτό που προοπτικά παρουσίαζαν οι μεγάλες καπιταλιστικές επιχειρήσεις ήταν επιβλητικό και συναρπαστικό. Αυτό που γινόταν φανερό ήταν ότι η συλλογικότητα στην παραγωγική διαδικασία, ο σοσιαλισμός, ως συλλογική ανθρώπινη εργασία, χρειαζόταν την πλήρη ανάπτυξη αυτών των παραγωγικών δυνάμεων.

Ο σοσιαλισμός είναι ο νέος καρπός, που δημιουργείται από την ανάπτυξη ενός καπιταλισμού που πεθαίνει χωρίς όμως να έχει πει ακόμη την τελευταία του κουβέντα· είναι ένα φυσικο-ιστορικό προτσές. Αντίθετα, ο ουτοπισμός τοποθετεί το σοσιαλισμό σε μια βάση αποκομμένη από την προηγούμενη ανάπτυξη της κοινωνίας, και κάτι τέτοιο μπορεί να είναι μονάχα ένα θεωρητικό κατασκεύασμα και να λειτουργεί μόνο στη φαντασία. Η τελευταία επανάσταση που γνώρισε ο ίδιος ο Μαρξ ήταν το ξέσπασμα της Παρισινής Κομμούνας, και μάλιστα την εξέλιξή της την παρακολουθούσε από το Λονδίνο. Ο Μαρξ, ο οποίος σύνδεσε την προλεταριακή επανάσταση με την επιστήμη, πέθανε στις 14 Μάρτη 1883 στο Λονδίνο.

Μέχρι τώρα είχαμε ως αφετηρία μία αστική επανάσταση και την ανάλογη ιστορική αναδρομή. Η ιστορική αναδρομή όμως δεν επαρκεί για επιστημονικά συμπεράσματα. Για την επανάσταση του 1848, που είναι καθαρά αστική, πρέπει να προσέξουμε τη μεγάλη σύνδεση που ανέδειξε ο Μαρξ στη 18η Μπρυμαίρ ανάμεσα σε μια αστική και μια προλεταριακή επανάσταση. Ο Ένγκελς επέκτεινε αυτήν τη σύνδεση στον τρόπο οργάνωσης του στρατού, λέγοντας ότι τα χαρακτηριστικά που είχε ο πόλεμος των Ιακωβίνων ήταν πια ξεπερασμένα.9 Η επανάσταση του 1848 είχε περισσότερα ιακωβινικά χαρακτηριστικά παρά προλεταριακά. Οι πόλεμοι δεν περιορίζονται στη στρατιωτική τους μόνο πλευρά, έχουν τη δική τους ειδική «κοινωνιολογία», ο αξιωματικός δεν είναι μόνο ένας ειδικός σε στρατιωτικά θέματα, αλλά είναι επίσης κι ένας κοινωνιολόγος.

Παρόλο που η προλεταριακή επανάσταση στη Ρωσία το 1917 ακολούθησε την αστική επανάσταση σχετικά γρήγορα, υπάρχει χάσμα ανάμεσα στις δύο. Η προλεταριακή δημοκρατία δεν είναι η εξέλιξη της αστικής δημοκρατίας, όπως το παρουσιάζουν φιλελεύθεροι καθηγητές. Η προλεταριακή δημοκρατία έχει ένα ποιοτικά διαφορετικό περιεχόμενο· κατά την επαναστατική διαδικασία πραγματοποιήθηκε ένα άλμα από την ποσότητα στην ποιότητα, οι δύο επαναστάσεις αποτελούν μία ενότητα, πάνω απ’ όλα όμως συνιστούν μία αντίθεση.

Επαναστάσεις, εμφύλιοι πόλεμοι, ναι, οι πόλεμοι εμφανίζουν κατεξοχήν ένα βαθύ διαλεκτικό περιεχόμενο και γι’ αυτό πρέπει να πάμε πιο πέρα από την ιστορική αναδρομή: «Η ενότητα (η σύμπτωση, ταυτότητα, συνισταμένη) των αντιθέσεων είναι συμβατική, προσωρινή, παροδική, σχετική. Η πάλη των αλληλοαποκλειόμενων αντιθέσεων είναι απόλυτη, όπως απόλυτη είναι η ανάπτυξη, η κίνηση.»10

Ο Λένιν, λοιπόν, ταυτίζει την κίνηση με την πάλη· αν λάβουμε υπόψη μας όλες τις εκδοχές απόκλισης από το μαρξισμό, η ταυτότητα αυτή σπάει. Ξεκάθαρα φαίνεται αυτό στη ρήση του Μπερνστάιν: «Η κίνηση είναι το παν, ο τελικός σκοπός δεν είναι τίποτα.» Σύμφωνα με τον Μπερνστάιν, υπάρχει κίνηση χωρίς ταξική πάλη, και στην απαξίωση της ταξικής πάλης, η οποία αναπτύσσεται άσκοπα, στα τυφλά, εδράζονται όλες οι αποκλίσεις.

«Είμαστε ένα κόμμα που γνωρίζει ακριβώς ποιος είναι ο δρόμος του», δίδασκε ο Λένιν στους μπολσεβίκους σε ένα γράμμα του προς την ΚΕ του ΣΔΕΚΡ, μετέπειτα ΚΚΡ (Μπ.) και αργότερα ΚΚΣΕ (Μπ.), γραμμένο λίγες μέρες πριν το ξέσπασμα της Οκτωβριανής Επανάστασης. Ο αγώνας είναι απόλυτος. Αυτό ακριβώς αποτελεί τη βασική θεωρητική πηγή της θεωρίας του Λένιν για την επανάσταση. Τη στρατιωτική πηγή την βρίσκουμε το 1852 στον Ένγκελς, όμως από μόνη της είναι μονόπλευρη.

(...)

 

3. ΤΟ ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

Το κεντρικό ζήτημα κάθε επανάστασης είναι το ζήτημα της εξουσίας. Ποια τάξη παίρνει στα χέρια της την εξουσία; Πριν την επανάσταση πρέπει να έχει κανείς καθαρό το ζήτημα της εξουσίας, ακριβώς όπως πρέπει «να καταλάβει την ανάγκη ενός αυστηρά αντικειμενικού υπολογισμού των ταξικών δυνάμεων και της αμοιβαίας σχέσης τους, πριν από κάθε πολιτική δράση»11.

Πριν την επανάσταση του 1905, ο Τύπος των εμιγκρέδων στο εξωτερικό αναδείκνυε θεωρητικά όλα τα βασικά ζητήματα της επανάστασης και η επανάσταση του 1905 ήταν η πρόβα τζενεράλε για την Οκτωβριανή Επανάσταση. Μια πρόβα που δεν είχε αίσιο τέλος.

Οι ήττες φέρουν μαζί τους τούς βλαστούς για τις μελλοντικές νίκες. Το προλεταριάτο νικάει μέσα από την ήττα. Από τις ήττες μαθαίνει όλο το παγκόσμιο προλεταριάτο. Τον Αύγουστο και Σεπτέμβρη του 1917, μέσα από το έργο του Κράτος και επανάσταση, ο Λένιν ανέπτυξε στους μπολσεβίκους το ζήτημα της εξουσίας ξεκαθαρίζοντάς το. Εκείνον τον καιρό, η εργατο-αγροτική επανάσταση ήταν προ των πυλών και το ζήτημα του κράτους αποκτούσε μέρα με τη μέρα όλο και μεγαλύτερη, ιδιαίτερη σημασία. «Όλα τα ζητήματα για τα οποία έγινε ο ένοπλος αγώνας των μαζών στα 1905-1907 και στα 1917-1920 μπορεί (και πρέπει) να τα παρακολουθήσει κανείς σε εμβρυώδη μορφή στον Τύπο εκείνου του καιρού.»12

Στο γράμμα του προς την ΚΕ του ΣΔΕΚΡ, που αναφέραμε πριν λίγο, ο Λένιν γράφει: Είμαστε ένα κόμμα το οποίο, παρόλους τους κλονισμούς που γίνονται γύρω του, γνωρίζει ακριβώς το δρόμο του. (Αυτά είναι λόγια ενός επιστήμονα σοσιαλιστή· δε θα μπορούσε να τα ισχυριστεί ούτε αστός ιδεολόγος, ούτε και αστός πολιτικός.) Αυτό το ζήτημα πρέπει βασικά να έχει ξεκαθαριστεί πριν την επανάσταση, ενώ ο Κάουτσκι το 1899 στο βιβλίο του Ο Μπερνστάιν και το σοσιαλδημοκρατικό πρόγραμμα, το οποίο στρέφεται κατηγορηματικά ενάντια στο ρεβιζιονισμό μέσα στο Κόμμα, την απόφαση για το ζήτημα της δικτατορίας του προλεταριάτου –αυτολεξεί– «την αφήνει για το μέλλον, χωρίς να δημιουργείται έτσι κανένα πρόβλημα».

 

4. ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΕΣΗ ΟΔΟΣ

Ένα σημαντικό «ιδεώδες» της επανάστασης είναι το γεγονός ότι δεν υπάρχει γι’ αυτήν καμία μέση οδός. Οι τάξεις εμφανίζονται ανοιχτά και η επανάσταση δείχνει τις τάξεις εν δράσει. Οι ταξικές αντιθέσεις πέφτουν η μία πάνω στην άλλη, τραβιούνται στα άκρα κι επιλύονται βίαια μέσα από μια εξέγερση και τον αναπόφευκτο εμφύλιο πόλεμο που την ακολουθεί –στον οποίο η αστική τάξη, προκειμένου να διατηρήσει την εξουσία της δε διστάζει μπροστά σε κανένα έγκλημα.

Πράγματι, δε δίστασε μπροστά σε κανένα έγκλημα... Γι’ αυτό και δημιουργήθηκαν προλεταριακές οργανώσεις για να καταπνίξουν την αντίσταση των αστών, όπως η Τσεκά. Είναι γεγονός ότι σε κάθε επανάσταση υπάρχουν ειδικά καθήκοντα, ειδικά προτάγματα, χρειάζεται να δικτυωθούν οι επαναστάτες, να χτίσουν την ενότητά τους, να απομονώσουν και να τσακίσουν την αντεπανάσταση.

Ο Λένιν θεωρείται σαφέστατα ένας επαναστάτης ο οποίος αντιμετωπίζει την επανάσταση και τον εμφύλιο πόλεμο ως συγγενή γεγονότα, και ο οποίος θεωρεί ανούσια μια πολεμική απεργία. Αυτή η στενή σχέση ανάμεσα στον πόλεμο και την επανάσταση ίσως ξεκαθαρίζεται πλήρως στο γράμμα του προς τους Αμερικανούς εργάτες στις 20 Αυγούστου 1918: «Γιατί στην εποχή της επανάστασης η ταξική πάλη έπαιρνε πάντα αναπόφευκτα και αναπότρεπτα σε όλες τις χώρες τη μορφή του εμφύλιου πολέμου, και δεν μπορεί να νοηθεί εμφύλιος πόλεμος ούτε χωρίς τις πιο βαριές καταστροφές, ούτε χωρίς τρομοκρατία, ούτε χωρίς τον περιορισμό της τυπικής δημοκρατίας χάριν του πολέμου (...) όταν η Ιστορία επιτάσσει να λύνονται με την πάλη και τον πόλεμο τα πιο μεγαλειώδη προβλήματα της ανθρωπότητας.»13

Το παραπάνω δείχνει ότι δεν υπάρχει καμία επανάσταση που να εκφράζεται με απόλυτη καθαρότητα και ότι τα όρια ανάμεσα στην επανάσταση και στον εμφύλιο πόλεμο κινούνται σαν τη βελόνα μιας ταραγμένης πυξίδας και συγχέονται τόσο πολύ, που δε διακρίνονται εύκολα με «γυμνό μάτι». Ο Λένιν ξεκινάει με την επαναστατική περίοδο και τελειώνει με την επίκληση στον (ταξικό) πόλεμο ως την υπέρτατη δύναμη της Ιστορίας: Λύνει τα πιο μεγαλειώδη προβλήματά της. Κατά τον Λένιν, ο εμφύλιος πόλεμος τραβά τις πιο πλατιές μάζες στην πολιτική.14

Έτσι, λοιπόν, είναι αυτονόητο ότι για τον Λένιν είναι παράλογη μια μέση οδός σε μια επανάσταση. «Η προσπάθεια να καταλάβει κανείς ενδιάμεση θέση, να “συμφιλιώσει” το προλεταριάτο με την αστική τάξη, αποτελεί κουταμάρα και καταλήγει σε οικτρή χρεοκοπία.»15

Το έτος 1917 στη Ρωσία έδειξε ότι, ακριβώς μέσα από τη συμφωνία των μενσεβίκων και των σοσιαλεπαναστατών –αυτών των μικροαστικών σοσιαλιστών– με τη ρωσική αστική τάξη, κατά τη σοβιετική περίοδο Φλεβάρη-Οκτώβρη του 1917 –τη φάση της λεγόμενης δυαδικής εξουσίας– η εργατική τάξη γύρισε την πλάτη σε αυτά τα μικροαστικά κόμματα και στα μικροαστικά, μολυσμένα από τον κοινοβουλευτισμό Σοβιέτ και στράφηκε στους μπολσεβίκους οι οποίοι και μπορούσαν να προετοιμάσουν την επανάσταση. Αυτή ήταν η εξέλιξη στο εσωτερικό της Ρωσίας που αποκάλυψε το θλιβερό πεπρωμένο της μικροαστικής τάξης κι έδειξε ότι δεν είναι διατεθειμένη να πάρει την εξουσία χωρίς την αστική τάξη. Η μικροαστική τάξη ανέμενε παθητικά στην προηγούμενη κατάσταση, παρότι ήταν η πρώτη που πήγαινε στον πόλεμο.

Επιπλέον ακολούθησε άλλη μία διεθνής εξέλιξη, που έφερνε όλο και πιο κοντά μια επανάσταση: Από το 1915, σε όλες τις χώρες με μεγάλη εκβιομηχάνιση αποσχίστηκε από τη σάπια σοσιαλδημοκρατία μια προοδευτική πτέρυγα, οι μάζες έκαναν στροφή προς τ’ αριστερά. Από αυτήν τη διπλή στροφή προς τ’ αριστερά ωρίμασε η Οκτωβριανή Επανάσταση, μέσα στην οποία, περίπου ένα χρόνο μετά από την εκδήλωσή της, οι μπολσεβίκοι κατάφεραν να «διαιρέσουν» την κοινότητα του χωριού. Αυτή η διαίρεση, η απομόνωση των κουλάκων, η συμμαχία της φτωχής αγροτιάς με το προλεταριάτο της πόλης, αποτέλεσε για τον Λένιν το Νοέμβρη του 1918 μια επαρκή απόδειξη ότι η Ρωσία τον Οκτώβρη του 1917 ήταν αρκετά ώριμη για την επανάσταση.16 Οι μπολσεβίκοι είχαν την πλειοψηφία στα Σοβιέτ της πόλης και μαζί με το προλεταριάτο των πόλεων έστεκε η πλειοψηφία των αγροτών, των μικροαγροτών.

Στο τέλος του 1917 και το 1918, μια «έξυπνη» πολιτική τακτική μπόρεσε να προωθήσει την ενότητα των παραγωγών της πόλης και της υπαίθρου και να καταργήσει το έδαφος των μπλανκιστικών περιπετειών, με τις οποίες ακόμα φλέρταραν οι αριστεροί κομμουνιστές και ούτως ή άλλως οι σοσιαλεπαναστάτες, όπως, για παράδειγμα, στο ζήτημα των προσαρτήσεων που επιβλήθηκαν με την εκβιαστική ειρήνη του Μπρεστ-Λιτόφσκ. Με τη σύναψη αυτής της ειρήνης, οι σοσιαλεπαναστάτες πέρασαν σε ένοπλο αγώνα ενάντια στο Συμβούλιο των Λαϊκών Επιτροπών.

Οι γραμμές των επαναστατικών τάξεων έκλεισαν, οι εχθροί του λαού εξοστρακίστηκαν· αυτή ήταν η πολιτική που επέβαλε την αποφασιστική συλλογικότητα η οποία αργότερα έβγαλε την πίστη στους φασίστες του Χίτλερ, αλλά δεν κατάφεραν να την σπάσουν.

Ένας από τους καρπούς της Οκτωβριανής Επανάστασης ήταν ο αποκλεισμός, στις 14 Ιούνη 1918, των δεξιών συμβιβαστικών κομμάτων από τα Σοβιέτ. Με αυτήν την ενέργεια τα Σοβιέτ έδειξαν ότι δεν ήταν μόνο όργανα απελευθέρωσης, αλλά και όργανα καταπίεσης της αστικής τάξης. Ο αποκλεισμός αυτός αποδείχτηκε σωστός, καθώς αυτά τα κόμματα δε βάδιζαν στην παράδοση της Παρισινής Κομμούνας, της οποίας το πρώτο διάταγμα ήταν η αντικατάσταση του τακτικού στρατού και της αστυνομίας με γενικό λαϊκό εξοπλισμό. Τι κατάφεραν αυτά τα κόμματα σχετικά, μετά από την 27η Φλεβάρη 1917 στη Ρωσία; Τίποτα! Ο Λένιν δικαιολογημένα είπε πως «... δήθεν σοσιαλιστές αντιπρόσωποι της δήθεν επαναστατικής δήθεν δημοκρατίας απομακρύνθηκαν ολοφάνερα από το δημοκρατισμό»17.

 

5. Η ΑΠΟΔΙΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΟΥ ΠΑΛΙΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ

Ένα σημαντικό σημείο είναι η αποδιοργάνωση του στρατού, ο οποίος χρησιμεύει για αντεπαναστατικούς σκοπούς: «Καμιά μεγάλη επανάσταση δεν μπορούσε και ούτε μπορεί να μη συνοδεύεται από “αποδιοργάνωση” του στρατού. Γιατί ο στρατός είναι το πιο αποστεωμένο όργανο υποστήριξης του παλιού καθεστώτος, το πιο γερό στήριγμα της αστικής πειθαρχίας, ένα όργανο προστασίας της κυριαρχίας του κεφαλαίου, διατήρησης και καλλιέργειας του πνεύματος της δουλικής υπακοής και υποταγής των εργαζόμενων στο κεφάλαιο. Η αντεπανάσταση ποτέ δεν ανέχτηκε και δεν μπορούσε να ανεχτεί την ύπαρξη εξοπλισμένων εργατών δίπλα στο στρατό. Στη Γαλλία –έγραφε ο Ένγκελς– ύστερα από κάθε επανάσταση οι εργάτες ήταν εξοπλισμένοι· “γι’ αυτό, για τους αστούς που κρατούσαν το τιμόνι του κράτους, πρωταρχική επιταγή ήταν να αφοπλιστούν οι εργάτες”.»18

Στη φάση της δυαδικής εξουσίας έγινε καθαρό ότι ούτε οι μενσεβίκοι, ούτε και οι σοσιαλεπαναστάτες ήθελαν να διαλύσουν τον παλιό στρατό, απεναντίας, ο σοσιαλεπαναστάτης Κερένσκι ξεκίνησε μια επίθεση στο μέτωπο η οποία αναμφίβολα παρουσίασε ιμπεριαλιστικά στοιχεία.

Οι εργάτες και οι αγρότες ατσαλώθηκαν από την αρνητική εμπειρία που απέκτησαν με τους ψεύτικους φίλους της επανάστασης. Εν τέλει, αυτός ο ιμπεριαλιστικός στρατός κλονίστηκε από το πλήγμα που δέχτηκε από τους μπολσεβίκους κατά το πραξικόπημα του Κορνίλοφ. Έπειτα από αυτό, οι εργατικές μάζες περνούσαν στη μεριά των μπολσεβίκων, εγκαταλείποντας την πτέρυγα των μενσεβίκων.

Η μαζική φυγή των στρατιωτών από το μέτωπο δίνει μεγάλη ώθηση και συμβάλλει καθοριστικά στο ξέσπασμα της επανάστασης. Ο αγώνας για το στρατό (για τη μεγάλη μάζα των κατώτερων βαθμών) άλλαξε εντελώς μετά από το πραξικόπημα σ’ έναν αγώνα ενάντια στο στρατό (ενάντια στους υψηλόβαθμους αξιωματούχους που ήταν διαποτισμένοι από τη λογική του Κορνίλοφ). Ήδη μετά από την επανάσταση του 1905 ο Λένιν δίδασκε ότι κάθε αξιωματικός που οδηγεί τους στρατιώτες στη σφαγή των εργατών είναι εκτός νόμου και εχθρός του λαού.

Η αποδιοργάνωση του στρατού, που ίσως ξεκίνησε με μοίρασμα προκηρύξεων, καταλήγει εδώ στον εκτοπισμό των αντιδραστικών αξιωματικών.

Την αποδιοργάνωση του στρατού δεν πρέπει να την δει κανείς μονόπλευρα, δηλαδή μόνο με την καταστροφική της πλευρά. Πρέπει αυτή η αποδιοργάνωση να μετατραπεί σε κέρδισμα με την μπολσεβίκικη υπόθεση των παιδιών της «ανάγκης και της στέρησης», που φοράνε τη στολή, δηλαδή της μάζας των στρατιωτών.

Η αποδιοργάνωση και το κέρδισμα αποτελούν ένα ζεύγος επαναστατικής δραστηριότητας. Η δύσκολη αυτή δουλειά στις ένοπλες δυνάμεις του ταξικού εχθρού απαιτεί τη γνώση της κοινωνικής σύνθεσης του συνόλου, μια «ακτινογραφία» ολόκληρου του στρατιωτικού μηχανισμού, και ακριβή γνώση του τρόπου λειτουργίας του. Όμως η αποδιοργάνωση με τα μέσα της πειθούς είναι το ένα κομμάτι της δουλειάς και δεν μπορεί να αντικαταστήσει τη φυσική πάλη ενάντια στο στρατό, κόντρα στις ψευδαισθήσεις των ονειροπόλων και των ουτοπιστών.

 


ΣημειώσειςΣημειώσεις

* Το άρθρο είναι δημοσιευμένο στο περιοδικό Offen-siv, τεύχος 1 του 2020. Για λόγους έκτασης, θα δημοσιευτεί σε δύο μέρη.

1. Β. Ι. Λένιν, Κράτος και επανάσταση, σελ. 115, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2003.

2. Β. Ι. Λένιν, Κράτος και επανάσταση, σελ. 34, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2003.

3. «Karl Marx an Arnold Ruge, Brief im März 1843», in Karl Marx: Briefe aus den «Deutsch-Französischen Jahrbüchern», in: Werke Band 1, σελ. 338, Dietz Verlag Berlin, 1960. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα για μια τόσο πρόωρη εξέγερση αποτελεί η εξέγερση του Ρεβάλ (σ.μ. σημερινό Ταλίν της Εσθονίας) στις αρχές Δεκέμβρη του 1924, στην οποία πήραν μέρος μόνο 230-250 αντάρτες. Από αυτούς τα 2/3 ήταν ακομμάτιστοι εργάτες. Αυτή η εξέγερση απέδειξε ότι από μόνη της μια πρωτοπορία, η οποία δεν επιδρά στις μάζες, δεν μπορεί να κερδίσει. Σ’ αυτήν την περίπτωση βρέθηκαν προ εκπλήξεως και οι μάζες δεν μπόρεσαν να μυηθούν στα σχέδια της εξέγερσης. Το ζήτημα είναι ότι η αστική τάξη δεν κατάλαβε τίποτα από τα σχέδια της εξέγερσης, το ίδιο όμως και το προλεταριάτο. Υπήρξε μια μικρή πρωτοπορία, η οποία ακολούθησε μια τακτική συνωμοσίας κι έμεινε απομονωμένη· δεν πραγματοποιήθηκε επαναστατική ανάκαμψη των μαζών. Το προλεταριάτο του Ρεβάλ παρακολούθησε την εξέγερση. Οι πολιτικές απόψεις καλύπτονταν από στρατιωτικές και αυτό δεν είναι καλό για μια προλεταριακή εξέγερση. Μετά από την καταστολή της εξέγερσης, περίπου 500 εργάτες εκτελέστηκαν από εκδίκηση. Βλ. «Der Aufstand in Reval», στο (A. Neuberg), Hans Kippenberger, M. N. Tuchatschewski, Ho Chi Minh, Der bewaffnete Aufstand, basis Europaische Verlagsanstalt, σελ. 42 κι εξής, Frankfurt/Main, 1972.

4. Καρλ Μαρξ, Η αθλιότητα της φιλοσοφίας, σελ. 174, εκδ. Νέοι Στόχοι.

5. Καρλ Μαρξ - Φρίντριχ Ένγκελς, Επανάσταση και αντεπανάσταση στη Γερμανία. Ιστορία της κομμουνιστικής λίγκας, σελ. 170-171, εκδ. Στόχοι, Αθήνα, 1973.

6. Β. Ι. Λένιν, Ο «αριστερισμός», παιδική αρρώστια του κομμουνισμού, σελ. 101, εκδ. Σύγχρονη Εποχή.

7. Σ.τ.Μ.: Το Κινεζικό Εθνικιστικό Κόμμα, που ήταν το κυβερνών κόμμα από το 1928 έως το 1949, οπότε μετά από την επικράτηση της επανάστασης υποχώρησε στην Ταϊβάν.

8. (A. Neuberg), Hans Kippenberger, M. N. Tuchatschewski, Ho Chi Minh, Der bewaffnete Aufstand, basis Europaische Verlagsanstalt, σελ. 147, Frankfurt/Main, 1972.

9. Βλ. Φρίντριχ Ένγκελς, «Bedingungen und Aussichten eines Krieges der Heiligen Allianz gegen ein revolutionäres Frankreich im Jahre 1852», MEW, τόμ. 7, σελ. 468.

10. Β. Ι. Λένιν, «Σχετικά με το ζήτημα της διαλεκτικής», Άπαντα, τόμ. 29, σελ. 317, εκδ. Σύγχρονη Εποχή.

11. Β. Ι. Λένιν, Ο «αριστερισμός», παιδική αρρώστια του κομμουνισμού, σελ. 16-17, εκδ. Σύγχρονη Εποχή.

12. Ό.π., σελ. 9.

13. Β. Ι. Λένιν, «Γράμμα προς τους Αμερικανούς εργάτες», Άπαντα, τόμ. 37, σελ. 57-58, εκδ. Σύγχρονη Εποχή.

14. Β. Ι. Λένιν, «Γράμμα προς τους Αμερικανούς εργάτες», Άπαντα, τόμ. 37, σελ. 58, εκδ. Σύγχρονη Εποχή.

15. Β. Ι. Λένιν, «Η προλεταριακή επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκι», Άπαντα, τόμ. 37, σελ. 272, εκδ. Σύγχρονη Εποχή.

16. Β. Ι. Λένιν, «Η προλεταριακή επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκι», Άπαντα, τόμ. 37, σελ. 315, εκδ. Σύγχρονη Εποχή.

17. Β. Ι. Λένιν, Κράτος και επανάσταση, σελ. 90, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2003.

18. Β. Ι. Λένιν, «Η προλεταριακή επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκι», Άπαντα, τόμ. 37, σελ. 295, σελ. 90. Για την αποδιοργάνωση του παλιού στρατού ο Λένιν λέει ακόμα: «Αν η επανάσταση δεν παίρνει μαζικό χαρακτήρα και δεν κυριεύει τα ίδια τα στρατεύματα, τότε δεν μπορεί να γίνεται λόγος για μια σοβαρή μάχη (...) Οι μάζες πρέπει να γνωρίζουν ότι διεξάγουν έναν ένοπλο, αιματηρό, αναμφίβολο αγώνα, στις μάζες πρέπει να καταλαμβάνει έδαφος η περιφρόνηση του θανάτου και να εξασφαλίζεται η νίκη. Η επίθεση στον εχθρό πρέπει να είναι όσο το δυνατόν ενεργητική – επίθεση, όχι άμυνα, πρέπει να είναι το σύνθημα των μαζών· η οργάνωση του αγώνα πρέπει να είναι ευέλικτη κι ελαστική· τα ταλαντευόμενα στοιχεία του στρατού θα τραβηχτούν μέσα στον ενεργητικό αγώνα.»