* Το άρθρο είναι δημοσιευμένο στο γερμανικό περιοδικό Offen-siv, τεύχ. 1/2020. Λόγω έκτασης, αναδημοσιεύεται στην ΚΟΜΕΠ σε τρία μέρη.
1. Σ.τ.Μ.: Πρόκειται για το απόσπασμα που αναφέρεται στην αποδιοργάνωση του στρατού, βλ. ΚΟΜΕΠ, τεύχ. 2/2020, σελ. 149-150.
2. Σ.τ.Μ.: Ο συγγραφέας υπονοεί εδώ τις αναφορές των Μαρξ και Ένγκελς στον Πρόλογο στη γερμανική έκδοση του 1872 του Μανιφέστου του Κομμουνιστικού Κόμματος (με ημερομηνία 24.6.1872) όπου μεταξύ άλλων αναφέρουν: «Μερικά σημεία θα μπορούσαν εδώ κι εκεί να διορθωθούν. Η πρακτική εφαρμογή αυτών των αρχών, εξηγεί το ίδιο το Μανιφέστο, θα εξαρτηθεί παντού και πάντα από τις υπάρχουσες ιστορικές συνθήκες και γι’ αυτό δεν αποδίδεται καθόλου ιδιαίτερη σημασία στα επαναστατικά μέτρα που προτείνονται στο τέλος του ΙΙ μέρους. Αυτό το μέρος θα το παρουσιάζαμε σήμερα από πολλές απόψεις διαφορετικά. Μπρος στην τεράστια ανάπτυξη της μεγάλης βιομηχανίας στα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια και στην κομματική οργάνωση της εργατικής τάξης που προοδεύει μαζί της, μπρος στην πρακτική πείρα, πρώτα της επανάστασης του Φλεβάρη, και πολύ περισσότερο ακόμα της Κομμούνας του Παρισιού, όπου για πρώτη φορά το προλεταριάτο κράτησε την πολιτική εξουσία δύο ολόκληρους μήνες, το πρόγραμμα αυτό πάλιωσε σε μερικά σημεία. Η Κομμούνα, ιδίως, απέδειξε ότι δεν μπορεί ‘‘η εργατική τάξη να πάρει στα χέρια της την έτοιμη κρατική μηχανή και να την βάλει σε κίνηση για τους δικούς της σκοπούς’’» (Καρλ Μαρξ - Φρίντριχ Ένγκελς, Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, σελ. 8, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1998).
3. Βλέπουμε πόσο στενά συνδέεται στο μαρξισμό η διεύρυνση των θεωρητικών οριζόντων του με την πράξη των ταξικών αγώνων και των εμφύλιων πολέμων [Σ.τ.Μ.: Εδώ σημειώνουμε απλώς ότι ο εδραιωμένος όρος «εμφύλιος πόλεμος» δεν αποδίδει σωστά το γερμανικό Bürgerkrieg και το αγγλικό civil war, ούτε φυσικά και το πραγματικό ταξικό περιεχόμενο αυτών των πολέμων]: Η Κομμούνα αποτέλεσε την απόδειξη. Οι αγώνες του προλεταριάτου ενάντια στην αστική τάξη περιλαμβάνουν πάντα σε εμβρυώδη μορφή στοιχεία εμφύλιου πολέμου, δηλαδή του εξολοθρευτικού πολέμου του προλεταριάτου ενάντια στην αστική τάξη, του πολέμου της τάξης που παράγει ενάντια στην τάξη που ιδιοποιείται· του πολέμου που αποτελεί την κλιμάκωση της ταξικής του πάλης. Τα όρια ανάμεσα στον ταξικό αγώνα και τον εμφύλιο πόλεμο είναι κινητά. Η Κομμούνα αποτέλεσε την απόδειξη. Αλλιώς δεν μπορεί να κατανοείται το ζήτημα στον επιστημονικό σοσιαλισμό. Η ορθότητα όλων των διαπιστώσεων πρέπει να δοκιμάζεται στην ιστορική-πολιτική πράξη κάτω από τις εκάστοτε συνθήκες, και μάλιστα όχι λαμβάνοντας υπόψη μόνο κάποια επιμέρους στοιχεία αυτής της πράξης, αλλά όλα τα φαινόμενα της κοινωνικής ζωής στην αλληλεξάρτησή τους. Γι’ αυτό, μόνο γενικοί υπαινιγμοί μπορούν να γίνουν για την περαιτέρω πορεία του εργατικού κινήματος στο σοσιαλισμό-κομμουνισμό. Πρέπει να είναι γενικοί, για να μη γλιστράνε στο αναλυτικό πρόγραμμα του ουτοπικού κομμουνισμού, προς το οποίο είναι αδύνατο να κατευθυνθεί η πραγματική ιστορική κίνηση. Ο θεωρητικός επιχειρεί στο κεφάλι του ασταθείς λογικούς συλλογισμούς στερεώνοντάς τους σε μια διανοητική διαδικασία εξέλιξης, ενώ οι μάζες δρουν ιστορικά για να ικανοποιήσουν τις ανάγκες τους. Οι μάζες διορθώνουν τη θεωρία, η Παρισινή Κομμούνα διορθώνει το Μανιφέστο. Ανάμεσα στη σκέψη του τσακίσματος της κρατικής μηχανής στη 18η Μπρυμαίρ και στην τροποποίηση [που έκαναν οι Μαρξ και Ένγκελς] στο Μανιφέστο [το 1872] μεσολαβούν είκοσι χρόνια. Είκοσι χρόνια ο Μαρξ και ο Ένγκελς δεν άγγιξαν καθόλου το Μανιφέστο. Η σκέψη του τσακίσματος αποτέλεσε αρχικά [δηλαδή στη 18η Μπρυμαίρ το 1852] το αποτέλεσμα μιας αστικής επανάστασης, αφού δεν υπήρχε ακόμα καμία εμπειρία από προλεταριακή επανάσταση. Το 1871 αυτή η εμπειρία προέκυψε, η Κομμούνα κράτησε 72 μέρες, μία σταγόνα στην παγκόσμια Ιστορία, αλλά μια σταγόνα που για τη μαρξιστική επαναστατική θεωρία ήταν τόσο βαριά ώστε να ξεχειλίσει το ποτήρι και να αποδειχτεί ότι ο τρόπος προσέγγισης της σχέσης ανάμεσα στο κράτος και την επανάσταση, η οποία υπήρχε μέχρι τότε μόνο σε αφηρημένη-θεωρητική μορφή, μόνο ως ένα κάποιο πρώτο συμπέρασμα ή και ως ερμηνεία της επανάστασης του 1848. Στις ηρωικές 72 μέρες της Κομμούνας αναπτύχθηκε στο μυαλό των Μαρξ και Ένγκελς μια συγκεκριμένη απόδειξη και μόλις τώρα οι Μαρξ και Ένγκελς συγκεκριμενοποίησαν τη θεωρία τους για την προλεταριακή επανάσταση. Η Κομμούνα το απέδειξε. Πρέπει να χαραχτεί καλά στο μυαλό μας αυτή η απόδειξη, αυτός ο επιστημονικός τρόπος σκέψης. Ωστόσο, η αγορά του βιβλίου είναι πλημμυρισμένη με επεξεργασίες ιστορικών οι οποίοι δε λογαριάζουν καμία από τις εμπειρίες του προλεταριάτου ή ακόμα τις αφήνουν εντελώς συνειδητά εκτός της ανάλυσής τους. Σε αντίθεση με αυτούς, ο Μαρξ διδάχτηκε από την Κομμούνα, από το κίνημα της εργατικής τάξης και των μαζών. Ήδη από τον Ιούλη του 1844 ο νεαρός Μαρξ (26 ετών) κατηγορούσε τον Άρνολντ Ρούγκε ότι επιδίωκε να παραστήσει το δάσκαλο της Εξέγερσης των υφαντουργών της Σιλεσίας (βλ. το άρθρο του Καρλ Μαρξ με τίτλο: «Κριτικές σημειώσεις στο περιθώριο για το άρθρο “Ο βασιλιάς της Πρωσίας και η κοινωνική μεταρρύθμιση. Από έναν Πρώσο”»). Η Παρισινή Κομμούνα αποτέλεσε την τελευταία μεγάλη επανάσταση που βίωσε ο Μαρξ.
4. Βλ. Β. Ι. Λένιν, Κράτος και επανάσταση, σελ. 44 και 54, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2003. Στη διαδικασία της απονέκρωσης του κράτους, η μετατροπή της ποσότητας σε ποιότητα έχει αναφορά και στη μετάβαση από ένα πολιτικό σε ένα μη πολιτικό κράτος. Ήδη πριν φτάσουμε στον κομμουνισμό έχουμε ένα μη πολιτικό κράτος. «Σε μια ορισμένη βαθμίδα της απονέκρωσής του, το κράτος που απονεκρώνεται μπορούμε να το ονομάσουμε μη πολιτικό κράτος», Β. Ι. Λένιν, Κράτος και επανάσταση, σελ. 78, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2003.
5. Τι μέρος του λόγου ήταν ο εξέχων δημοκράτης Ουίλσον, το καταλαβαίνουμε όταν θυμηθούμε ότι αυτός ήταν που έριξε στο άψε-σβήσε στη φυλακή το δημοφιλή ηγέτη του αμερικάνικου προλεταριάτου Γιουτζίν Ντεμπς (Eugene Debs).
6. Σ.τ.Μ.: Το 1918 ο Αμερικανός Πρόεδρος Ουίλσον εξέδωσε τα γνωστά 14 σημεία του, τα οποία πρόβαλε ως μέσο για τη λήξη του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου και για τη διασφάλιση της παγκόσμιας ειρήνης. Ήταν οπαδός της Κοινωνίας των Εθνών και στην αστική ιστοριογραφία θεωρείται ότι εισήγαγε μια μορφή «φιλελεύθερου διεθνισμού» στις διεθνείς διακρατικές σχέσεις.
7. Σ.τ.Μ.: Ο Βέρνερ φον Μπράουν (1912-1977) ήταν Γερμανός επιστήμονας ο οποίος, αφότου κατασκεύασε μια σειρά πυραύλους για τη ναζιστική Γερμανία, μεταφέρθηκε μεταπολεμικά μαζί με την επιστημονική του ομάδα στις ΗΠΑ όπου είχε καθοριστική συμβολή στην ανάπτυξη των αμερικανικών μέσων εξερεύνησης του Διαστήματος. Υπό την εποπτεία του κατασκευάστηκαν οι πύραυλοι Saturn, με τον πύραυλο Saturn V να αποτελεί αυτόν που έφερε το διαστημόπλοιο Απόλλων 11 όταν μετέφερε στο διάστημα τους πρώτους αστροναύτες που προσεδαφίστηκαν και περπάτησαν στη Σελήνη.
8. Σ.τ.Μ.: Στις 26.6.1963, ο Αμερικανός Πρόεδρος Τζον Κένεντι έκανε μια αντικομμουνιστική ομιλία μπροστά από την Πύλη του Βραδεμβούργου στο Δυτικό Βερολίνο, από την οποία έχει μείνει στην Ιστορία η φράση του «Ich bin ein Berliner» («Είμαι ένας Βερολινέζος»).
9. Με το να υποστηρίζει μια «καθαρή δημοκρατία», ο Κάουτσκι αγγίζει μια παρόμοια προβληματική με αυτήν που βρίσκεται πίσω από την κατηγορική προσταγή [Σ.τ.Μ.: Με τη φράση «κατηγορική προσταγή» ο Καντ εννοούσε ότι οι άνθρωποι πρέπει να δρουν με κριτήριο το καθήκον, δηλαδή την τήρηση του ηθικού νόμου, πράγμα που σημαίνει ότι ένας άνθρωπος πρέπει να δρα μόνο έτσι, ώστε να θέλει η δική του προσωπική αρχή να καταστεί καθολικός νόμος που μπορεί να στραφεί ακόμη κι εναντίον του]. Fiat justicia, pereat mundus! (Ας αποδοθεί δικαιοσύνη, κι ας καταστραφεί ο κόσμος!) Η ιδέα του είδους στέκεται ψηλότερα από αυτήν του ατόμου. Ο Καντ εξαφανίζει το άτομο στο είδος, κάτι που αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό της σκέψης της κλασικής γερμανικής φιλοσοφίας, το οποίο αξιοποιείται πάντα για την άσκηση κριτικής στους εγωισμούς της Γαλλικής Επανάστασης· αντίθετα, αν καταπολεμήθηκε ποτέ σκληρά αυτή η λογική του Καντ, αυτό έγινε από το μοναχικό διαβάτη Μαξ Στίρνερ ο οποίος το 1945 δήλωνε: «Είμαι το δικό μου είδος, είμαι δίχως νόμο, δίχως κανόνα, δίχως υπόδειγμα (…)» (βλ. Μαξ Στίρνερ, Ο μοναδικός και η ιδιοκτησία του). Ως γνωστόν, ο Μπερνστάιν άρχισε την πάλη του ενάντια στον ιστορικό και διαλεκτικό υλισμό με το κάλεσμα: «Πίσω στον Καντ!». Με αυτόν τον τρόπο η επαναστατική ταξική πάλη, και όχι η συνδικαλιστική, τέθηκε στο πυρ το εξώτερον. Η προσταγή παραμένει τυπική γιατί δεν αναφέρεται σε έναν ομοιογενή παγκόσμιο πληθυσμό και μένει αναγκαστικά αφηρημένη σε μια κοινωνία διαιρεμένη σε τάξεις, η καθεμία από τις οποίες αναπτύσσει τη δική της ταξική ηθική. Αυτή η προσταγή θα αποτελούσε αναπόσπαστο στοιχείο μιας πρωτόγονης κομμουνιστικής κοινωνίας και μιας κοινωνίας που προκύπτει από την άρνηση της άρνησης της πρωτόγονης κομμουνιστικής κοινωνίας [Σ.τ.Μ.: Δηλαδή στη μελλοντική σοσιαλιστική-κομμουνιστική κοινωνία]. Έτσι, η διαλεκτική αναδεικνύει την καντιανή προσταγή ως ανεφάρμοστη σε ταξικές κοινωνίες. Με αυτόν τον τρόπο, αυτή αίρεται αρνητικά, απορρίπτεται. Η διαλεκτική την διατηρεί ως μια βασική ιστορική φιλοσοφική προσπάθεια συμπλήρωσης του βασικού πολιτικού συνθήματος της Γαλλικής Επανάστασης με το ηθικό ανάλογό του. Έτσι, η προσταγή έχει χειραφετητικό περιεχόμενο όταν συνενώνει την ελευθερία, την ισότητα, την αδελφοσύνη ως ομοιογένεια που εγγυάται την πολλαπλότητα –αλλά αυτό το κάνει μόνο στην ιδέα. Το γεγονός ότι αυτή μόνο ως τέτοια μπορεί να υπάρχει φέρνει στο προσκήνιο τους σοσιαλιστές, οι οποίοι πρέπει να την πραγματοποιήσουν μέσω της άρσης των κοινωνικών διαφορών. Η πραγματική Ιστορία, όμως, κινείται στην αντίθετη κατεύθυνση και ακυρώνει όλο και περισσότερο την απαίτηση της ισότητας που απορρέει από τη Γαλλική Επανάσταση, με συνέπεια ο Μαρξ να ξεκινά [την ανάλυσή του] από τους δύο πόλους της αστικής κοινωνίας. Δύο στρατόπεδα αντί για ένα, αυτή είναι η αναγκαία διαίρεση, η οποία είναι φυσικά ενδογενής στη διαλεκτική της αστικής κοινωνίας. Η συνένωση [των ανθρώπων] δεν μπορεί να επέλθει χωρίς την ταξική πάλη που τους συνεπαίρνει όλους. Το Μανιφέστο δε θα μπορούσε να τελειώνει αλλιώς παρά με μία προτροπή συνένωσης [Σ.τ.Μ.: Εδώ εννοείται το σύνθημα «Προλετάριοι όλων των χωρών, ενωθείτε!»]. Χωρίς ομοιογένεια, καταρρέει το σύνθημα που γεννήθηκε στην πτώση της Βαστίλης και αναγεννιέται στην Κομμούνα: [Η μαγική σου δύναμη ενώνει ξανά] ό,τι η συνήθεια αυστηρά διαιρεί, όλοι οι άνθρωποι γίνονται αδέρφια [Σ.τ.Μ.: Στίχος από το ποίημα του Γερμανού ποιητή Φρίντριχ Σίλερ «Ωδή στη χαρά», που μελοποιήθηκε από τον Μπετόβεν]. Αυτές τις σκέψεις της συνένωσης [των ανθρώπων] διατυμπάνισαν οι γυναίκες από τις αγορές του Παρισιού [Σ.τ.Μ.: στις 5.10.1789] στην παγκόσμια Ιστορία. Ακόμα και σήμερα, σήμερα περισσότερο από ποτέ, οι [σημερινοί μετριοπαθείς] Γιρονδίνοι, οι νέοι αριστοκράτες του χρήματος, θέλουν να εξισορροπήσουν σταδιακά τις κοινωνικές διαφορές χωρίς να τις άρουν πλήρως, από φόβο μπροστά στην επανάσταση, ενώ οι [σημερινοί] ολοκληρωτικοί Γιακωβίνοι θέλουν να τις εκμηδενίσουν αλματωδώς και τελικώς. Οι σοσιαλιστικές ιδέες ζουν λόγω του ότι οι εκμεταλλευτές και οι εκμεταλλευόμενοι δεν είναι ίσοι. «Αυτή η αλήθεια ... αποτελεί το πιο ουσιαστικό περιεχόμενο του σοσιαλισμού» (βλ. Β. Ι. Λένιν, «Η προλεταριακή επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκι», Άπαντα, τόμ. 37, σελ. 262, εκδ. Σύγχρονη Εποχή). Η λογική της συνένωσης δυναμώνει την εργατική τάξη τόσο σε σχέση με το Κόμμα της όσο και σε σχέση με τα συμβούλια ως καθολικές οργανώσεις της. Όσο περισσότεροι εργαζόμενοι συνενώνονται στο Κόμμα και στα συμβούλια τόσο πιο ισχυροί γίνονται. Το γεγονός ότι η ισότητα στις αστικές κοινωνίες είναι μόνο τυπική προκαλεί έναν ιδιαίτερο φετιχισμό. Η αστική ιδεολογία επιχειρεί να μας πείσει ότι η τυπική ισότητα είναι πραγματική, ότι το τυπικό είναι πιο σημαντικό από το ουσιαστικό. Ακόμα και ο Κάουσκι επιμένει σε αυτό: «Ο ιστορικός-μαρξιστής Κάουτσκι δεν έχει ακούσει πως άλλο είναι η μορφή των εκλογών, η μορφή της δημοκρατίας, και άλλο το ταξικό περιεχόμενο αυτού του θεσμού» (βλ. Β. Ι. Λένιν, «Η προλεταριακή επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκι», Άπαντα, τόμ. 37, σελ. 279, εκδ. Σύγχρονη Εποχή). Το προλεταριάτο του Παρισιού του 1871 αντέδρασε στην αστική τυπικότητα με το στίχο του τραγουδιού:
«Κενά λόγια για τα δικαιώματα των φτωχών, κενά λόγια για τις υποχρεώσεις των πλούσιων» [Σ.τ.Μ.: Πρόκειται για στίχους της Διεθνούς, οι οποίοι δεν έχουν μεταφραστεί με το ίδιο περιεχόμενο στην ελληνική εκδοχή]. Το ότι τα πλούσια παράσιτα θα έπρεπε να έχουν υποχρεώσεις έναντι των εκμεταλλευόμενων φτωχών είναι ενδεικτικό για το ψευδές περιεχόμενο –το οποίο πρέπει πάντα να αποκαλύπτεται– της αστικής ιδεολογίας, που το αναπτύσσουν ιδιαίτερα αντιδραστικοί νομικοί. Η αντίθεση ανάμεσα στη φτώχεια και τον πλούτο μεγαλώνει ολοένα και περισσότερο, και την ίδια στιγμή στα αστικά συντάγματα ακούγονται όλο και πιο γλυκά λόγια που γοητεύουν το μικροαστό. Αυτός συλλέγει τους καρπούς του από το δέντρο του θρησκευτικού στοιχείου, από τις ζογκλεριές και τη διαστροφή του αστού καθηγητή, όχι από το πάντα ανανεούμενο πράσινο δέντρο των επιστημονικών γνώσεων, οι οποίες γράφονται κυρίως με κόκκινο μελάνι. Εν τέλει, η [κατηγορική] προσταγή πρέπει να διατηρηθεί για να αρθεί στον κομμουνισμό. Θα εισέλθει ως συνήθεια στη ζωή των ανθρώπων χωρίς να χρειάζεται να την μνημονεύουν, θα ισχύει χωρίς αντικείμενο. Έτσι, χωρίς αντικείμενο, είναι στον κομμουνισμό και η δημοκρατία η οποία στις ταξικές κοινωνίες αποτελεί μία από τις παραλλαγές του κράτους. «... Γιατί στην κομμουνιστική κοινωνία η δημοκρατία, μεταλλασσόμενη και μετατρεπόμενη σε συνήθεια, θα απονεκρώνεται ...» (βλ. Β. Ι. Λένιν, «Η προλεταριακή επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκι», Άπαντα, τόμ. 37, σελ. 251, εκδ. Σύγχρονη Εποχή).
10. Βλ. Β. Ι. Λένιν, Κράτος και επανάσταση, σελ. 99, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2003.
11. Σ.τ.Μ.: Όταν ο συγγραφέας αναφέρεται σε «προσωπίδες», εννοεί το γεγονός ότι κεφαλαιοκράτες και εργάτες δεν εμφανίζονται ως πρόσωπα γενικά, αλλά ως προσωποποιήσεις συγκεκριμένων οικονομικών κατηγοριών και φορείς συγκεκριμένων ταξικών σχέσεων και συμφερόντων.
12. Σ.τ.Μ.: Εδώ ο συγγραφέας αναφέρεται στο συμπέρασμα του Λένιν που αποτυπώνεται στο Κράτος και επανάσταση, σύμφωνα με το οποίο στον κομμουνισμό παύει να υφίσταται πολιτική, καθώς δε θα γίνεται διαχείριση ανθρώπων, αλλά πραγμάτων: «Όλοι οι σοσιαλιστές συμφωνούν ότι το κράτος, μαζί του και το πολιτικό κύρος, θα εξαφανιστούν σαν αποτέλεσμα της μελλοντικής κοινωνικής επανάστασης και αυτό σημαίνει ότι οι δημόσιες λειτουργίες θα χάσουν τον πολιτικό τους χαρακτήρα και θα μετατραπούν σε απλές διοικητικές λειτουργίες που θα προστατεύουν τα κοινωνικά συμφέροντα.» Και «όταν το κράτος στο κυριότερο μέρος των λειτουργιών του περιοριστεί σε μια τέτοια καταγραφή και σ’ έναν τέτοιο έλεγχο από τους ίδιους τους εργάτες, τότε παύει να είναι “πολιτικό κράτος” και “οι δημόσιες λειτουργίες μετατρέπονται σε απλές διαχειριστικές λειτουργίες”». Βλ. Β. Ι. Λένιν, Κράτος και επανάσταση, σελ. 77 και 121 αντίστοιχα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2003.
13. Καρλ Μαρξ, «Κριτικές σημειώσεις στο περιθώριο για το άρθρο “Ο βασιλιάς της Πρωσίας και η κοινωνική μεταρρύθμιση. Από έναν Πρώσο”», Κείμενα από τη δεκαετία του 1840. Μια ανθολογία, σελ. 358, εκδ. ΚΨΜ, Αθήνα, 2014.
14. Καρλ Μαρξ, «Κριτικές σημειώσεις στο περιθώριο για το άρθρο “Ο βασιλιάς της Πρωσίας και η κοινωνική μεταρρύθμιση. Από έναν Πρώσο”», Κείμενα από τη δεκαετία του 1840. Μια ανθολογία, σελ. 351, εκδ. ΚΨΜ, Αθήνα, 2014.
15. Β. Ι. Λένιν, Κράτος και επανάσταση, σελ. 139, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2003. Ένας μαρξιστής πολιτικός είναι πάντα ταυτόχρονα και αντι-πολιτικός, διατηρώντας ισορροπία ανάμεσα στα δύο. Το επαναστατικό στοιχείο βρίσκεται στο αντι-πολιτικό και το αντεπαναστατικό στοιχείο στο πολιτικό. Η αντεπανάσταση αποκρυσταλλώνει πάντα σε ζωτικό σκοπό της εποχής ένα στοιχείο του εποικοδομήματος, π.χ. θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς το ρόλο της θρησκείας στο Μεσαίωνα και μετά την αντικατάστασή της από την πολιτική.
16. Φρίντριχ Ένγκελς, Αντι-Ντίρινγκ, σελ. 234, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2006. «Η ανάγκη της συστηματικής αγωγής των μαζών με το πνεύμα αυτής και μόνο αυτής της άποψης για τη βίαιη επανάσταση βρίσκεται στη βάση της όλης διδασκαλίας του Μαρξ και του Ένγκελς», Β. Ι. Λένιν, Κράτος και επανάσταση, σελ. 29, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2003. Σε σύνδεση με αυτό, δεν πρέπει να παραβλέψουμε τον υπαινιγμό του Λένιν ότι μετά από την προλεταριακή επανάσταση θα υπάρξει μια τεράστια ανάκαμψη των παραγωγικών δυνάμεων. Ήδη ο Βίλχελμ Λίμπκνεχτ προσέγγιζε τον Ντίρινγκ στο ζήτημα της βίας.
«Εδώ και αιώνες η βία είναι ένας αντιδραστικός παράγοντας» (βλ. Πρωτόκολλο του Συνεδρίου της Ερφούρτης, 1891, σελ. 206).
17. Καρλ Μαρξ - Φρίντριχ Ένγκελς, Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, σελ. 34, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1984.
18. Β. Ι. Λένιν, Κράτος και επανάσταση, σελ. 108, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2003.
19. Ό.π., σελ. 122. Σε μια λαϊκή γενική συνέλευση δεν υπήρχαν εκπρόσωποι του λαού, ούτε και μια εκτελεστική εξουσία ή μια νομολογία της κυβέρνησης· υποτελείς και κυρίαρχοι ήταν ένα (βλ. Ζαν-Ζακ Ρουσό, Το κοινωνικό συμβόλαιο ή αρχές πολιτικού δικαίου, σελ. 118-119, εκδ. Πόλις, Αθήνα, 2004). Πόσο γλυκιά μελωδία ελευθερίας ξεχύνεται από Το Κοινωνικό Συμβόλαιο του Ρουσό, η οποία υπηρέτησε τις θεωρητικές προεργασίες του Διαφωτισμού για τη Γαλλική Επανάσταση, καθώς και –σίγουρα εν μέρει χωρίς τέτοια πρόθεση– την επιβολή του καπιταλισμού, την απώθηση της φεουδαρχίας ως ηγετικού κοινωνικού σχηματισμού.
20. Μαρξ & Ένγκελς, Διαλεχτά Έργα, τόμ. Ι, σελ. 770. Εδώ διαφεύγει στον Λένιν μια μικρή ασάφεια: Στο άρθρο του «Ο παρτιζάνικος πόλεμος», που δημοσιεύτηκε στις 30.9.1906, όριζε τον Κάουτσκι ως το θεωρητικό ο οποίος το 1902 είχε διακρίνει ότι «η μελλοντική επανάσταση ... θα είναι όχι τόσο πάλη του λαού ενάντια στην κυβέρνηση όσο πάλη ανάμεσα σε δύο μερίδες του λαού» (βλ. Β. Ι. Λένιν, «Ο παρτιζάνικος πόλεμος», Άπαντα, τόμ. 14, σελ. 11, εκδ. Σύγχρονη Εποχή). Απ’ ό,τι φαίνεται, εδώ ο Κάουτσκι έχει αντιγράψει από τον Ένγκελς αυτήν την τελευταία φράση και παραλείπει την πηγή. Η διαφορά είναι στο ότι ο Ένγκελς έγραφε του «πληθυσμού» αντί του «λαού». Δηλαδή αυτό που ο Λένιν αναγνωρίζει στον Κάουτσκι ως θετικό είναι αντιγραφή από τον Ένγκελς.
21. Β. Ι. Λένιν, Κράτος και επανάσταση, σελ. 141, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2003.
22. Βλ. (A. Neuberg), Hans Kippenberger, M. N. Tuchatschewski, Ho Chi Minh, Der bewaffnete Aufstand, basis Europaische Verlagsanstalt, σελ. 177 και 179, Φρανκφούρτη στο Μάιν, 1972.
23. Σ.τ.Μ.: Αναφερόμενος στις εξεγέρσεις που πραγματοποιήθηκαν το Δεκέμβρη του 1905 στη Ρωσία, ο Πλεχάνοφ είπε εκ των υστέρων τη φράση: «Δεν έπρεπε να έχουν πάρει τα όπλα».
24. Σ.τ.Μ.: Το Bundschuh είναι ένα δερμάτινο παπούτσι που είναι φτιαγμένο από μακριά κορδόνια και το φορούσαν οι χωρικοί κατά το Μεσαίωνα. Έγινε το σύμβολο του λεγόμενου Κινήματος Bundschuh, δηλαδή της εξέγερσης των χωρικών στη Νοτιοδυτική Γερμανία την περίοδο 1493-1517, στην οποία βρίσκονται οι ρίζες του λεγόμενου Πολέμου των Χωρικών στη Γερμανία το 1524-1526.
25. Βλ. «Der Aufstand in Hamburg», στο (A. Neuberg), Hans Kippenberger, M. N. Tuchatschewski, Ho Chi Minh, Der bewaffnete Aufstand, basis Europaische Verlagsanstalt, σελ. 66 κ.ε., Φρανκφούρτη στο Μάιν, 1972.
26. Βλ. Β. Ι. Λένιν, Ο «αριστερισμός», παιδική αρρώστια του κομμουνισμού, σελ. 29, εκδ. Σύγχρονη Εποχή. Από αυτήν την κατάλληλη στιγμή εξαρτώνται όλα· το να καθορίσεις σωστά αυτήν τη στιγμή δεν είναι για τους πιο αδύναμους χαρακτήρες που τρέμουν μην περάσει η σφαίρα από πάνω τους. [Ας δούμε εδώ την πορεία της τοποθέτησης του Κάουτσκι.] Ο Κάουτσκι εκτιμούσε το 1909 ότι η κατάσταση που είχε διαμορφωθεί ήταν τέτοια που δε θα μπορούσε πια να χαρακτηριστεί η επανάσταση στην Ευρώπη ως πρόωρη και ότι αυτό που έμενε ήταν η κατάλληλη στιγμή, το σήμα. Το 1912 ο Κάουτσκι υπογράφει το Μανιφέστο της Βασιλείας. Αυτό που υπέγραψε δεν είναι ασήμαντο: Υπέγραψε ότι η επανάσταση συνδέεται με τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και ότι ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος πρέπει να μετατραπεί σε εμφύλιο πόλεμο για την ανατροπή των καπιταλιστών. Το 1917 χαρακτήρισε μεμιάς τις μάχες του Οκτώβρη ως άκαιρες, παρά τη θέση του ότι η επανάσταση δε θα μπορούσε πια να χαρακτηριστεί ως πρόωρη. Το Νοέμβρη του 1918, με την μπροσούρα του Η δικτατορία του προλεταριάτου έστησε τρικούβερτο γλέντι ενάντια στον μπολσεβικισμό, στον οποίο πιστοποίησε δικτατορικά-βίαια χαρακτηριστικά, σημειώνοντας ότι η επανάσταση στη Ρωσία θα έπρεπε να είχε προχωρήσει με τον ειρηνικό-κοινοβουλευτικό δρόμο.
27. Β. Ι. Λένιν, ό.π., σελ. 79. Πρέπει να πούμε κάτι γι’ αυτό το θεμελιώδες ύστερο έργο του Λένιν: Με αυτό το έργο, ο Λένιν προσπαθεί να αναδείξει τη ρωσική εμπειρία του μπολσεβικισμού με στόχο την ωρίμανση του εργατικού κινήματος στη Δυτική Ευρώπη (βλ. ό.π., σελ. 32). Ο Λένιν έγραψε τον Αριστερισμό –ο οποίος φέρει τον υπότιτλο «Δοκίμιο εκλαϊκευτικής συζήτησης για τη μαρξιστική στρατηγική και τακτική» και γι’ αυτό και βρίσκεται στην πρώτη γραμμή των έργων που πρέπει να μελετηθούν– αφότου είχε δράσει για πάνω από 30 χρόνια στο ρωσικό και διεθνές εργατικό κίνημα και είχε ζήσει από κοντά τρεις επαναστάσεις, και μάλιστα την τελευταία την οργάνωσε από θέση ηγέτη. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι με αυτό το έργο η μεγάλη αλεπού καθοδηγεί τα μικρά αλεπουδάκια να μην πέσουν στις παγίδες που έχει στήσει η αστική τάξη. Φυσικά, οι αντικομμουνιστές ιδεολόγοι έχουν επιλέξει ακριβώς αυτό το κείμενο ως θεωρητικό υπεύθυνο για την εργαλειοποίηση και μπολσεβικοποίηση των δυτικών κομμουνιστικών κομμάτων. Αυτό επιδρά μέχρι την κυριαρχία του Στάλιν, ο οποίος δήθεν διηύθυνε από τη Μόσχα όλα τα κόμματα-δορυφόρους. Ωστόσο, μια προσεκτική ανάγνωση του κειμένου φανερώνει μια μεγάλη ευαισθησία του Λένιν να τονίσει τον αυτοτελή δρόμο ανάπτυξης κάθε κομμουνιστικού κόμματος, το ότι το καθένα έχει τη δική του φυσιογνωμία, η οποία με τη σειρά της έχει της δικές της ρίζες και το δικό της υπόβαθρο. Ο Ότο Ρούλε (Oto Rühle) είδε σ’ αυτό το έργο του Λένιν μια πολιτική κλίση προς τα δεξιά και ο Άντον Άκερμαν (Anton Ackermann) ήθελε το 1946 να εμπνευστεί από αυτό για να βρει ένα δικό του, ιδιαίτερο, γερμανικό δρόμο προς το σοσιαλισμό.
28. Ό.π., σελ. 89-90.
29. Β. Ι. Λένιν, «Η προλεταριακή επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκι», Άπαντα, τόμ. 37, σελ. 263, εκδ. Σύγχρονη Εποχή. Ούτε είναι δυνατή η άμεση κατάργηση του χρήματος –ο ορίζοντας του οποίου είναι πολύ κοντός και περιορισμένος– ούτε η κατάργηση των εκμεταλλευτών με ένα μόνο χτύπημα.
30. Βλ. Karl Kautsky, Die Diktatur des Proletariats, σελ. 33, Ignaz Brand, Βιέννη, 1918. Ο Κάουτσκι πάει, μάλιστα, ακόμα παραπέρα. Λέει ότι ο αστικός κρατικός μηχανισμός μπορεί στον αστερισμό και στην εποχή της αναπτυγμένης δημοκρατίας να αντιστραφεί και να στραφεί ενάντια στους εκμεταλλευτές (βλ. Karl Kautsky, Die materialistische Geschichtsauffassung, τόμ. 2, σελ. 589, εκδ. Dietz Verlag, Βερολίνο, 1929). Η δικτατορία του προλεταριάτου είναι η λέξη-κλειδί που διαχωρίζει τους αληθινούς από τους ψεύτικους φίλους του λαού.
31. Β. Ι. Λένιν, Ο «αριστερισμός», παιδική αρρώστια του κομμουνισμού, σελ. 110, εκδ. Σύγχρονη Εποχή.