Η θεωρία του Λένιν για την επανάσταση (B΄ μέρος)*


του Χάιντς Άλραϊπ

6. ΤΟ ΒΑΣΙΚΟ ΚΑΘΗΚΟΝ ΤΟΥ ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΤΟΥ 
ΣΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Αυτό που υποδηλώνει το συγκεκριμένο απόσπασμα1 ενάντια στον Κάουτσκι είναι το εξής: Το βασικό καθήκον του προλεταριάτου είναι να τσακίσει τον αστικό κρατικό μηχανισμό. Τα κύρια στοιχεία αυτού του μηχανισμού είναι τα εξής τρία παρασιτικά στοιχεία: Ο τακτικός στρατός, η αστυνομία και η διοικητική δομή. Αυτοί οι παρασιτικοί μηχανισμοί πρέπει να τσακιστούν ολοκληρωτικά· μόνο έτσι θα ανοίξει πλήρως ο δρόμος για την ολοκληρωτική ήττα της αστικής τάξης και της γραφειοκρατίας.

 

ΤΟ ΤΣΑΚΙΣΜΑ ΤΟΥ ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΡΑΤΙΚΟΥ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΥ ΕΙΝΑΙ Ο ΠΥΡΗΝΑΣ ΤΗΣ ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ ΓΙΑ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ

Η αντίληψη της αναγκαιότητας του τσακίσματος για το σκοπό της κοινωνικής επανάστασης –που μοιράζονται ο Μαρξ μαζί με τον Προυντόν, τον πατέρα του αναρχισμού, και τον Μπακούνιν, τον απόστολό του, όπως τον αποκαλεί ο Αλεξάντερ Μπλοκ (Alexander Block)– αντλείται από τον Μαρξ ως συμπέρασμα από τα γεγονότα του 1848, ιδιαίτερα στη Γαλλία, και το βρίσκει κανείς ως τέτοιο στη 18η Μπρυμαίρ· η Παρισινή Κομμούνα επικύρωσε αυτήν τη διαπίστωση μέσα από την πολιτική-ιστορική της πράξη, παρόλο που αυτή ήταν σύντομη.

Για 40 χρόνια, από το 1852 μέχρι το 1891, οι Μαρξ και Ένγκελς δίδασκαν το προλεταριάτο, το οποίο συχνά επιτίθονταν στις μηχανές για να τις καταστρέψει, να τσακίσει τον πολιτικό κρατικό μηχανισμό της αστικής τάξης. Η πείρα της Κομμούνας ήταν αρκετά μεγάλη, ώστε να οδηγήσει στις 24.6.1872 στην περαιτέρω εμβάθυνση αναφορικά με μια θέση του Μανιφέστου του Κομμουνιστικού Κόμματος2. Στο Μανιφέστο, οι Μαρξ και Ένγκελς είχαν ερμηνεύσει την προλεταριακή επανάσταση ως κατάκτηση της δημοκρατίας, ως άρση του προλεταριάτου σε κυρίαρχη τάξη, ωστόσο η εξέλιξη του εμφύλιου πολέμου στη Γαλλία το 1871 επέφερε σε αυτήν τη θέση μια εμβάθυνση και αποσαφήνιση: «Η Κομμούνα, ιδίως, απέδειξε ότι δεν μπορεί η εργατική τάξη να πάρει στα χέρια της την έτοιμη κρατική μηχανή και να την βάλει σε κίνηση για τους δικούς της σκοπούς.» Η κρατική μηχανή, που δημιουργήθηκε από τον Ναπολέοντα το 1799 για την αστική τάξη και η οποία θεωρούνταν [στο Μανιφέστο] έτοιμη [για κάθε είδος ταξικής κυριαρχίας] και το μόνο που έμενε ήταν απλά η ανάληψή της, έπρεπε να τσακιστεί από τον αντίποδά της, δηλαδή το προλεταριάτο.3

Μετά την επανάσταση, μετά το τσάκισμα του παλιού κρατικού μηχανισμού, η εργατοαγροτική πλειοψηφία κυριαρχεί πολιτικά πάνω στην αστική μειοψηφία μέσω ενός άλλου, ενός νέου μηχανισμού, ενώ αυτός ο μηχανισμός οργανώνει οικονομικά την παραγωγή εκ νέου θέτοντας ολόκληρη τη βιομηχανία στην υπηρεσία του εργαζόμενου λαού και συγκεντρώνοντας τα μέσα παραγωγής.

Αυτός ο μηχανισμός είναι με νέο τρόπο δημοκρατικός για τους φτωχούς και με νέο τρόπο δικτατορικός απέναντι στις πλούσιες τάξεις. Αυτός ο τρόπος προσδιορισμού [των χαρακτηριστικών του σοσιαλιστικού κράτους] ανάγεται στον Λένιν, ο οποίος κάνει λόγο εδώ για μετατροπή της ποσότητας σε ποιότητα4· αυτός ο τρόπος σηματοδοτεί πόσο βαθιά είναι η ρήξη με τους κοινοβουλευτικούς Ιησουίτες και τους αστούς πολιτικάντηδες.

Τέτοιος ακριβώς αστικός πολιτικαντισμός είναι όταν ερμηνεύουμε τον όρο «δημοκρατία» κλείνοντας τα μάτια σε όλα όσα συμβαίνουν στην ταξική πάλη, όταν τον χειριζόμαστε αφηρημένα, όταν τον παρουσιάζουμε ως κάτι που δεσμεύει και την κυρίαρχη τάξη και όταν ισχυριζόμαστε ότι η αστική τάξη θα υπέκυπτε –επειδή έχει μια τέτοια «δημοκρατική» πεποίθηση– ανεπιφύλακτα στη δημοκρατία του προλεταριάτου.

Ο αποστάτης Κάουτσκι αντέγραψε αυτήν τη μέθοδο, μίλησε με ενθουσιασμό για την αστική «καθαρή» δημοκρατία, για τον κοινοβουλευτισμό, και προσπάθησε να ασκήσει κριτική στον μπολσεβικισμό. Τον ενόχλησε ότι ο Λένιν μίλησε για «δημοκρατία των καταπιεστών», για «ψεύτικη δημοκρατία», ότι για τον Λένιν τόσο η αστική όσο και η προλεταριακή δημοκρατία είναι καταπιεστικές και ότι τόνισε πως οι εργάτες αντιλαμβάνονται το κοινοβούλιο ως έναν ξένο προς αυτούς θεσμό.

Σήμερα είναι άκρως επίκαιρο αυτό το οποίο εμφύσησε ο Λένιν στο προλεταριάτο το 1918, δηλαδή ότι ο κοινοβουλευτισμός πρέπει να συνδέεται άμεσα –ας πούμε αντανακλαστικά– με την τεμπελιά και τη σήψη, ότι η κοινοβουλευτική δημοκρατία είναι ένας θεσμός των πλουσίων, ένα εργαλείο ταξικού πολέμου της αστικής τάξης για την καταπίεση των εργατών, με το οποίο αναγκάζει το σκλάβο να λειτουργεί αποκλειστικά σα σκλάβος.

Ο Λένιν υποστηρίζει το συνδυασμό της εξωκοινοβουλευτικής και της μαζικής πάλης με την πάλη εντός του κοινοβουλίου. Σήμερα, η αντεπανάσταση προσπαθεί να ρίξει στάχτη στα μάτια των μισθωτών σκλάβων σχετικά με τον όρο «δημοκρατία». Πώς μπορεί άραγε σε μια δημοκρατία να υπάρχει εκμετάλλευση;

Σήμερα, πάνω στις επαγγελματικές κάρτες όλων των [αστών] πολιτικών υπάρχει η λέξη «δημοκρατία». Αυτή η λέξη αποτελεί το εισιτήριο για την είσοδο στους θεσμούς του κατεστημένου, όπου σήμερα δε γίνεται τίποτε άλλο παρά πολιτική πορνεία και μοιραία εκδούλευση σε μηχανισμούς πληροφοριών του κράτους.

Βία, καταστολή, αντεπανάσταση: Απ’ όλα αυτά ήθελε να καθαρίσει ο Κάουτσκι την αστική «δημοκρατία», προκειμένου να της δώσει μια καθαρή όψη. Ο Κάουτσκι συνειδητά αντιπαρέβαλε στη σοβιετική δημοκρατία την πρώιμη αστική-αντιφεουδαρχική δημοκρατία, η οποία θα έπρεπε να στεριώσει στα κεφάλια όλων ως μια δημοκρατία που ισχύει για όλους και που είναι αποδεκτή απ’ όλους. Αυτό που ήθελε να υποβάλει στις συνειδήσεις ήταν ότι σε μια κοινωνία στην οποία κυριαρχούν τα παράσιτα και τα ένστολα συμπληρώματά τους, τα οποία κατά κανόνα αποτελούνται από διεστραμμένα, αντεπαναστατικά καθάρματα, αν κυριαρχεί η μορφή της «καθαρής δημοκρατίας», δεν μπορεί να υπάρχει καμία εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.

Με βάση τα παραπάνω, μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι υπάρχει μια συγγένεια ανάμεσα στον Κάουτσκι από τη μία και τον Αμερικανό Πρόεδρο Ουίλσον (Wilson)5 και τον ουιλσονισμό6 από την άλλη, ο οποίος από την Οκτωβριανή Επανάσταση πάλευε παγκοσμίως με το λενινισμό για την ιδεολογική κυριαρχία, με τον ευρωπαϊκό-ιαπωνικό φασισμό να του παίρνει ωστόσο [εκείνη την περίοδο] την πρωτιά. Με την επίθεση στο Περλ Χάρμπορ και την κήρυξη του πολέμου από τον Χίτλερ στις ΗΠΑ που ακολούθησε λίγο αργότερα, έκανε και πάλι σοβαρά την εμφάνισή του στην παγκόσμια πολιτική αρένα ο ουιλσονισμός· η επανεμφάνισή του βασίστηκε στην απόβαση στη Νορμανδία και στη χρησιμοποίηση της γνώσης των Ναζί και της ομάδας γύρω από τον καθηγητή πυραύλων Βέρνερ φον Μπράουν (Wernher von Braun)7 ως προπύργιο ενός δήθεν ελεύθερου κόσμου ενάντια στο σοβιετισμό. Στις 26.6.1963, ένας διάδοχος του Ουίλσον παρίστανε μπροστά στο μαινόμενο αντικομμουνιστικό όχλο το Βερολινέζο8. «Δημοκρατία» στην καθαρή της έννοια9 δεν υπάρχει ακόμη κι αν απουσιάζουν οι επαναστάσεις και οι πόλεμοι, αλλά παραμένει η [ειρηνική] ιμπεριαλιστική ληστεία.

Αυτό ήταν το ιδεολογικό όπλο του Κάουτσκι, το μαχαίρι πάνω στο οποίο θα έπεφτε, υποτίθεται, ο Λένιν. Ο Λένιν έγραψε πάνω σ’ αυτό: Όσο περισσότερο καταστέλλεται –παρά την αυξανόμενη, απελπισμένη αντίστασή της– η μειοψηφία, όσο περισσότερο αναπτύσσεται η επανάσταση, άρα και η αντίσταση της αντεπανάστασης, τόσο νωρίτερα απονεκρώνεται η δικτατορία του προλεταριάτου και στο τέλος δεν υπάρχει πια κανείς που να χρειάζεται να καταπιεστεί. Κάθε άνθρωπος είναι το σύνολο των κοινωνικών του σχέσεων και αυτές οι κοινωνικές σχέσεις είναι ταξικά προσδιορισμένες. Κάθε άνθρωπος είναι, λοιπόν, ένα ταξικό ον σε ένα πλέγμα συνολικών ταξικών σχέσεων και γι’ αυτό ο μόνος όρος που μπορεί να έχει λογική και ουσιώδη εφαρμογή και μπορεί να έχει ανταπόκριση στις απαιτήσεις των κοινωνικών επιστημών είναι ο όρος «ταξική δημοκρατία». Η «καθαρή δημοκρατία» συνεπάγεται έναν παράξενο ανθρωπολογισμό, σύμφωνα με τον οποίο ο άνθρωπος είναι ένα ον που στέκεται αδρανές έξω από τον κόσμο.

Επιβάλλεται, λοιπόν, να ξεχωρίσουμε τα εξής:

– Το τσάκισμα του σύνθετου αστικού κρατικού μηχανισμού.

– Την απονέκρωση του απλού προλεταριακού κρατικού μηχανισμού, ο οποίος αποτελεί ταυτόχρονα και την απονέκρωση της πληρέστερης δημοκρατίας. «Το κράτος απονεκρώνεται.» Αυτό είναι γνωστό ως μια γενική θεμελιώδης θέση του μαρξισμού. Αλλά αυτό δεν επαρκεί, αφού με την απονέκρωση του κράτους συνδέεται και διαπλέκεται εσωτερικά ένα ολόκληρο πλέγμα φαινομένων: Η απονέκρωση της δημοκρατίας και η αναίρεση της θέσης ότι η πολιτική δραστηριότητα του ανθρώπου αποτελεί μια [μη-ιστορική] ανθρωπολογική σταθερά. Κράτος, δημοκρατία, πολιτική –όλα αυτά μαζί και το καθένα μόνο του πεθαίνουν σταδιακά. «Και συγκεκριμένα, δε λαμβάνεται ποτέ υπόψη το γεγονός ότι εκμηδένιση του κράτους σημαίνει και εκμηδένιση της δημοκρατίας, πως απονέκρωση του κράτους σημαίνει και απονέκρωση της δημοκρατίας.»10

Ακόμα πιο συχνά ξεχνιέται η απονέκρωση της πολιτικής δραστηριότητας. Η πολιτική δεν αποτελεί καμία δύναμη της μοίρας. Η δημοκρατία δεν αποτελεί καμία δύναμη της μοίρας. Το κράτος δεν αποτελεί καμία δύναμη της μοίρας. Αυτή η τριάδα δεν έχει καμία αξίωση στην αιωνιότητα.

Με αυτήν την τριάδα, ο οπορτουνισμός –ο βασικός εχθρός του εργατικού κινήματος και σε διεθνές επίπεδο– παραμερίζει την οξύτητα της επανάστασης· με κενολογίες που συνδέονται με αυτήν ξεμπερδεύει με όλες τις βαθιές αντιθέσεις, επιχειρώντας να τις συμφιλιώσει. Ο αναρχισμός, από την άλλη, ο οποίος μοιάζει με τη μικροαστική επαναστατικότητα, δεν ασχολείται καν με αυτήν.

Ο επιστημονικός όρος της πολιτικής συνδέεται με την ύπαρξη των τάξεων και της ταξικής πάλης, στην οποία η αντίθεση εμφανίζεται ως κάτι το γενικευμένο.

Με τη λήξη της ταξικής πάλης, με την κοινοκτημοσύνη, σταματάει και η άσκηση πολιτικής και η επαναστατική βία. Στην υψηλότερη βαθμίδα του κομμουνισμού –η οποία ήδη θα τα βγάζει πέρα χωρίς τυποποιημένα όρια στην παραγωγή και στην κατανομή– θα ανήκουν στο παρελθόν όχι μόνο το χρήμα, το κράτος, ο παπάς, αλλά και η πολιτική, η οποία αποτελεί την ανοιχτή έκφραση της αποξένωσης και της βίας μεταξύ των ανθρώπων και η οποία αποκρύπτει τη βαθύτερη αποξένωση στην οικονομία, στον κόσμο της εργασίας.

Σήμερα, οι περισσότεροι άνθρωποι πάνε στη δουλειά τους κάθε πρωί και σε κάθε αλλαγή βάρδιας μόνο με τη μεγαλύτερη απροθυμία, ενώ σακατεύονται σωματικά και ψυχικά στην παραγωγική διαδικασία. Η στρεβλωμένη καπιταλιστική παραγωγική διαδικασία επιφυλάσσει αρκετό δηλητήριο ενάντια στην υγεία του λαού, ενώ οι λεγόμενες ασθένειες του πολιτισμού αυξάνουν ραγδαία την πυκνότητά τους. Κατά τη διάρκεια της παραγωγικής διαδικασίας, επιχειρηματίες κι εργάτες εμφανίζονται με προσωπίδες11 και στις μικροεπιχειρήσεις αυτή η στρέβλωση είναι το ίδιο ακραία με αυτή που υπάρχει στις μεγάλες επιχειρήσεις· ο εκφοβισμός και η επακόλουθη κατάθλιψη βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη στα μικρά μαγαζιά. Η αστική τάξη σ’ αυτήν την εξέλιξη παραδίνεται αβοήθητη, δεν μπορεί να παρέμβει ενάντια στο σιδερένιο κανόνα της μεγιστοποίησης του κέρδους.

Μόνο η ίδια η εργατική τάξη μπορεί να απελευθερώσει τον εαυτό της.

Και σ’ αυτό το πλαίσιο, η πολιτική δεν είναι μια δύναμη της μοίρας. Στο μαρξισμό-λενινισμό υπάρχει ένα κόκκινο νήμα που ξεκινάει από την αποτίναξη του πολιτικού περιβλήματος, περνάει μέσα από το συμπέρασμα του Λένιν για την απονέκρωση της πολιτικής που προέκυψε από την ανάλυση της Παρισινής Κομμούνας12 και φτάνει μέχρι την τοποθέτηση του Στάλιν ότι «οι Χίτλερ πάνε κι έρχονται, ο γερμανικός λαός όμως δε θα χαθεί». Αυτήν την τελευταία πρέπει να την τονίσουμε ιδιαίτερα, καθώς οι ρεβιζιονιστές εισήγαγαν σε αυτήν τη δήλωση του Στάλιν από μόνοι τους και τις λέξεις «γερμανικό κράτος», έτσι που κατ’ αυτούς ο Στάλιν φαίνεται ότι είπε: «Ο γερμανικός λαός και το γερμανικό κράτος δε θα χαθούν.»

Ξεσκεπάζουμε καλύτερα αυτήν την απατεωνιά όταν φέρνουμε στο μυαλό μας το πρώτο, δηλαδή την «αποτίναξη του πολιτικού περιβλήματος». Αυτήν τη φράση την πήραμε από έναν ειρμό της σκέψης του νεαρού Μαρξ. Στις 31.7.1844, στην ηλικία των 26 χρόνων, ο Μαρξ άσκησε πολεμική στον Άρνολντ Ρούγκε (Arnold Ruge) με το ακόλουθο αξιοσημείωτο –θεμελιώδες για το μαρξισμό– κείμενο: «Η επανάσταση εν γένει –η ανατροπή της υπάρχουσας εξουσίας και η διάλυση των παλαιών σχέσεων– είναι μια πολιτική πράξη. Χωρίς επανάσταση δεν μπορεί όμως να επιτελεστεί ο σοσιαλισμός. Χρειάζεται αυτήν την πολιτική πράξη στο βαθμό που χρειάζεται την καταστροφή και τη διάλυση. Εκεί όμως όπου ξεκινά η οργανωτική δραστηριότητά του, εκεί όπου αναφαίνεται ο αυτοσκοπός του, η ψυχή του, εκεί ο σοσιαλισμός αποτινάζει το πολιτικό περίβλημά του.»13

Από αυτήν την αποτίναξη [του πολιτικού περιβλήματος] εξαρτάται [η όλη υπόθεση του σοσιαλισμού-κομμουνισμού] και ακριβώς γι’ αυτό δεν μπορούν να το χωνέψουν οι «σοσιαλιστές» που προσβλέπουν στην πολιτική για να βγάλουν λεφτά, σε αντίθεση με τον ουτοπικό σοσιαλιστή Σεν-Σιμόν (Saint-Simon), ο οποίος ήδη από το 1802 έκανε λόγο στις «Επιστολές από τη Γενεύη» για την απλή μη πολιτική διαχείριση των πραγμάτων και την απλή μη πολιτική διεύθυνση των παραγωγικών διαδικασιών μετά από το ξεπέρασμα του καπιταλισμού. Από στενοκέφαλη χρηματική απληστία, διαφημίζουν άλλα πολιτικά περιβλήματα, κάτω από τα οποία η εκμετάλλευση των προλετάριων πραγματοποιείται ακριβώς όπως και κάτω από τα σημερινά [περιβλήματα]. «Ακόμη και οι ριζοσπάστες και οι επαναστάτες πολιτικοί αναζητούν το λόγο των δεινών όχι στην ουσία του κράτους, αλλά σε μια συγκεκριμένη κρατική μορφή, στη θέση της οποίας θέλουν να θέσουν μια άλλη κρατική μορφή.»14 Το ίδιο το κράτος είναι η πηγή του κακού. Εδώ έχουμε μια πολύ σημαντική κομμουνιστική ιδέα, την οποία ανέπτυξε θεωρητικά ο Μαρξ, μέχρι που αυτή αποδείχτηκε αργότερα στην πράξη από την Παρισινή Κομμούνα: Πώς το προλεταριάτο ξεπερνά το κράτος και αποτινάζει το πολιτικό περίβλημα. Αρχικά τσακίζει την παλιά αστική κρατική μηχανή και δημιουργεί μια Κομμούνα, για την οποία ο Ένγκελς σημείωνε ήδη ότι δεν είναι κράτος [με την πλήρη έννοια του όρου].

Τι είναι αυτό που συνιστά την ουσία αυτού του «κράτους» της Κομμούνας; Μπορεί κανείς να γράψει ολόκληρες βιβλιοθήκες για τον κομμουνισμό και για την καλλιέργεια της δημιουργίας, για την εξαφάνιση των αργόσχολων που δεν παράγουν τίποτα. Ωστόσο, καθοριστικό στοιχείο είναι η μείωση του ημερήσιου εργάσιμου χρόνου. Οι εργαζόμενοι δε χρειάζεται να εξαντλούνται και να ξεθεώνονται τόσο πολύ στη δουλειά, κάτι που θα έχει ως συνέπεια να μπορούν να ασχολούνται με την πολιτική, τον πολιτισμό, τη λογοτεχνία. Η Κομμούνα πρέπει να επιφέρει βαθιές τομές στη σάρκα της παλιάς κοινωνίας.

Πώς προστατεύτηκε η Παρισινή Κομμούνα από την επιρροή των μεγάλων παράσιτων της Γαλλίας και των διανοούμενών τους, οι οποίοι συνωστίζονταν φυσικά κυρίως στο Παρίσι; Έθεσε τα πάντα κάτω από την κρίση της εργασίας. Κατέστησε τους εκλεγμένους αντιπροσώπους ανά πάσα ώρα και στιγμή ανακλητούς, τους πλήρωνε απλά ένα μέσο εργατικό μισθό και φρόντιζε ώστε όλες οι εργάτριες και οι εργάτες να μπορούν να παίρνουν μέρος στα αντιπροσωπευτικά σώματα της απλής κρατικής μηχανής τους, αφότου θα έχουν νωρίτερα τσακίσει την πολύπλοκη αστική κρατική μηχανή.

«Στο σοσιαλισμό θα διοικούν όλοι με τη σειρά και θα συνηθίσουν γρήγορα στο να μη διοικεί κανείς.»15 Αυτή λοιπόν είναι η διαδοχή: Τσάκισμα, απονέκρωση. Γίνονται δύο μεταβάσεις: Το ταξικό επαναστατικό πέρασμα από τη δικτατορία της αστικής τάξης στη δικτατορία του προλεταριάτου και το πέρασμα από το μισο-κράτος που υπάρχει στη δικτατορία του προλεταριάτου στο καθόλου κράτος.

Το τσάκισμα, όπως δείχνει και η ίδια η λέξη, μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο βίαια, καθώς με το τσάκισμα του αστικού κράτους τσακίζεται επίσης και ο κατασταλτικός μηχανισμός του. Ο Ένγκελς στο Αντι-Ντίρινγκ «τραγουδάει» ένα άσμα ασμάτων υπέρ της επαναστατικής βίας κι εκθειάζει τη μεγάλη ηθική και πνευματική ανάκαμψη μετά από κάθε επανάσταση: «Το ότι η βία, όμως, παίζει κι έναν άλλο ρόλο στην Ιστορία, ένα ρόλο επαναστατικό, το ότι, με τα λόγια του Μαρξ, είναι η μαμή της κάθε παλιάς κοινωνίας, η οποία εγκυμονεί μια καινούργια κοινωνία, το ότι είναι το εργαλείο με το οποίο η κοινωνική κίνηση επιβάλλεται και σπάει τις αποστεωμένες νεκρές πολιτικές μορφές –για όλα αυτά ο κύριος Ντίρινγκ δε λέει ούτε λέξη. Μόνο με αναστεναγμούς και βογκητά παραδέχεται ότι υπάρχει μια δυνατότητα, ότι, ίσως, χρειαστεί βία για την πτώση της εκμεταλλευτικής οικονομίας.

Δυστυχώς! Γιατί η κάθε χρήση βίας υποβαθμίζει ηθικά τον εφαρμοστή της. Και αυτό, μάλιστα, παρόλο το υψηλό ηθικό και πνευματικό φτερούγισμα που ήταν η συνέπεια της κάθε νικηφόρας επανάστασης!»16

Το 1918, ο Κάουτσκι αναδείχτηκε ως διάδοχος του Ντίρινγκ: Τον Οκτώβρη, οι μπολσεβίκοι τα έκαναν θάλασσα, η επανάσταση θα έπρεπε να είχε ειρηνικό-κοινοβουλευτικό χαρακτήρα. Αυτό είναι το κεντρικό νόημα της μπροσούρας του Η δικτατορία του προλεταριάτου, την οποία έγραψε στις 5.8.1918 και δημοσίευσε το Νοέμβρη του 1918 και στην οποία επιτέθηκε στον Λένιν με ανάρμοστο τρόπο, χρησιμοποιώντας μαρξιστικό λεξιλόγιο.

Ο Λένιν αντέδρασε άμεσα με το έργο του Η προλεταριακή επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκι, το οποίο κυκλοφόρησε επίσης το 1918. Σε αυτό το αντι-Κάουτσκι έργο, ο Λένιν διαπιστώνει ότι το ζήτημα της προλεταριακής επανάστασης βρίσκεται πρακτικά στην ημερήσια διάταξη για μια ολόκληρη σειρά κρατών και ορίζει τη δικτατορία του προλεταριάτου ως οπλισμό του λαού, ο οποίος δε συνδέεται με κανένα είδος νόμου και βασίζεται άμεσα στη βία. Καμία επανάσταση δεν τα βγάζει πέρα χωρίς έκτακτα ειδικά όργανα τα οποία σκοπεύουν στην καταστολή, χωρίς συμβιβασμούς, της αντεπανάστασης.

Οι κατασταλτικοί μηχανισμοί των εκάστοτε κυρίαρχων τάξεων κατέφευγαν, άλλωστε, πάντα σε μυστικά όργανα [επιβολής της ταξικής κυριαρχίας], καθώς από την εποχή της διαίρεσης της κοινωνίας σε τάξεις τα ταξικά προσδιορισμένα όργανα επιβολής της κυριαρχίας δε συμπίπτουν πια, όπως πριν, με τον αυτόβουλο οπλισμό του πληθυσμού.

Ο Κάουτσκι ανήκει σ’ εκείνους οι οποίοι αναγνωρίζουν το μαρξισμό μόνο στα λόγια, αλλά δε θέλουν να είναι σκληροί και άγριοι απέναντι στους πλούσιους και ισχυρούς και γι’ αυτόν το λόγο διακηρύσσουν ότι οι λαοί δεν έχουν κανένα δικαίωμα να τιμωρούν τους αντεπαναστάτες. Γι’ αυτούς επιτρέπεται η λεκτική πολιτική αντιπολίτευση, όχι όμως και η βίαιη ένοπλη επανάσταση. Η πολιτική κατ’ αυτούς πρέπει να συνεχίσει να λειτουργεί με τον τρόπο που λειτουργούσε στον παλιό κρατικό μηχανισμό, δηλαδή ως κοινοβουλευτικός-γραφειοκρατικός κρετινισμός. Το περισσότερο για το οποίο κάνει λόγο ο αποστάτης Κάουτσκι είναι η μετατόπιση της εξουσίας στο εσωτερικό του κράτους και η ανάδειξη του κοινοβουλίου σε αφέντη της κυβέρνησης. Λέει ότι υπάρχουν περιπτώσεις όπου οι άρχουσες τάξεις αποχωρούν οικειοθελώς από την εξουσία, χωρίς ωστόσο να μπορεί να το αποδείξει.

Και αυτό το λέει μετά από την Παρισινή Κομμούνα, η οποία μάλλον επέφερε πολύ λίγα χτυπήματα στις κεφαλές των σοσιαλδημοκρατών. Χειροκρότησε την αστική δημοκρατία στην πάλη της ενάντια στη φεουδαρχία και τόνισε την προοδευτικότητά της, προκειμένου να κάνει την προλεταριακή δημοκρατία που γεννήθηκε από την Οκτωβριανή Επανάσταση να φαίνεται παλιά. Η αντιμπολσεβίκικη κριτική του έχει τις ρίζες της στο Διαφωτισμό του 18ου αιώνα και στην αρχαία δουλοκτητική δημοκρατία. Αυτό είναι πέρα για πέρα αστικό· θα μπορούσε κανείς να συλλογιστεί τη νοσταλγία για την αρχαία δημοκρατία στο θεωρητικό προκαταρκτικό στάδιο της Γαλλικής Επανάστασης, ενώ εδώ θα μπορούσε να αναφερθεί το κοινωνικό συμβόλαιο του Ρουσό ως αντιπροσωπευτικό. Ο Κάουτσκι, στον οποίο ο Λένιν αποδίδει διανοητικό επίπεδο ενός δεκάχρονου κοριτσιού, δεν καταλαβαίνει ότι υπάρχει δημοκρατία και δημοκρατία: Εκείνη που κατευθύνεται ενάντια στη φεουδαρχία κι εκείνη που κατευθύνεται ενάντια στην αστική δημοκρατία. Απέναντι στον καουτσκιανισμό επιβάλλεται να πούμε ξεκάθαρα λόγια: «Το προλεταριάτο, το κατώτερο στρώμα της σημερινής κοινωνίας, δεν μπορεί να σηκωθεί, δεν μπορεί ν’ ανυψωθεί χωρίς να τιναχτεί στον αέρα όλο το εποικοδόμημα των στρωμάτων που αποτελούν την επίσημη κοινωνία.»17

Ένα αστικό κράτος δεν μπορεί ποτέ να απονεκρωθεί· αντίθετα, μεγαλώνει και φουντώνει σαν τη βατομουριά και –όπως και αυτή– δημιουργεί πληγές στους ανθρώπους, τους κόβει, με αποτέλεσμα να χυθεί αίμα. Τα παράσιτα μπορούν να ζουν μόνο από το ξεζούμισμα ενός συγκεκριμένου είδους –εδώ της ανθρώπινης εργατικής δύναμης– και η αστική κρατική μηχανή είναι ο θεσμός ο οποίος προστατεύει και αγιοποιεί αυτό το ξεζούμισμα. Κάθε αστική επανάσταση επεκτείνει και τελειοποιεί τον [κρατικό] μηχανισμό της και δε θα μπορούσε να γίνεται διαφορετικά. «Στον καπιταλισμό έχουμε κράτος με την καθαυτό έννοια του όρου.»18 Το κράτος φτάνει στον καπιταλισμό στο απόγειό του, στην ανώτερη βαθμίδα του, και από εκεί ξεκινάει η πτώση του. Δε θα μπορούσε να είναι αλλιώς· ο ανώτατος βαθμός ωριμότητας δε θα ήταν ανώτατος βαθμός ωριμότητας αν δε συνέπιπτε με την απαρχή της πτώσης. Στην ύψιστη ολοκλήρωσή της, η δημοκρατία καθίσταται περιττή. «Όσο πληρέστερη είναι η δημοκρατία τόσο πιο κοντά βρίσκεται η στιγμή που γίνεται περιττή.»19

Οι εξαγορασμένοι από την αστική τάξη αξιωματικοί και κρατικοί υπάλληλοι αντιδρούν σε κάθε σκίρτημα της ταξικής πάλης και βρίσκονται [μόνιμα] σ’ ένα λιγότερο ή περισσότερο καλυμμένο εμφύλιο πόλεμο ανάμεσα στους μισθωτούς εργαζόμενους και τους καπιταλιστές, στη διάθεση φυσικά των τελευταίων. Αυτός ο εμφύλιος πόλεμος ξεσπάει τόσο νωρίτερα όσο πιο αναπτυγμένη είναι η δημοκρατία. Οι κορυφές του στρατού, της αστυνομίας και της διοικητικής δομής του κράτους αποτελούν πραγματικά προπύργια απανθρωπιάς που στελεχώνονται από ματαιόδοξους εχθρούς του λαού που δεν παράγουν τίποτα. Στον καπιταλισμό δεν μπορεί να είναι αλλιώς και κάθε έρευνα που διατηρεί τους κανόνες της επιστημονικής σοβαρότητας δεν μπορεί να καταλήξει σε κάποιο άλλο συμπέρασμα.

 

7. ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ

Υπάρχει ακόμη ένα μικρό κείμενο του Φρίντριχ Ένγκελς, γραμμένο το 1872, ένα χρόνο μετά από την ήττα των εργατών του Παρισιού, που φέρει τον τίτλο: «Για την εξουσία». Σε αυτό βρίσκουμε ακόμη ένα σημαντικό στοιχείο για τους προλετάριους επαναστάτες. «Μια επανάσταση είναι ασφαλώς το αυθεντικότερο πράμα που υπάρχει. Είναι μια πράξη με την οποία ένα μέρος του πληθυσμού επιβάλλει τη θέλησή του στο άλλο με όπλα, με λόγχες και με κανόνια, δηλαδή με τα πιο αυταρχικά μέσα που μπορούσε να φανταστεί κανείς.»20 Κάποιος θα μπορούσε να αντιτείνει ότι και πάλι αντιγράφω ένα τσιτάτο του Ένγκελς, όμως ο Λένιν, που θεωρούσε τον Ένγκελς μεγάλο γνώστη των στρατιωτικών πραγμάτων, υιοθέτησε αυτό το απόσπασμα στο βασικό του έργο πολεμικής Κράτος και επανάσταση και σ’ εκείνο ενάντια στον αποστάτη Κάουτσκι, το οποίο μπορεί κανείς να διαβάσει ως σταδιακή εμβάθυνση των βασικών κειμένων του έργου Κράτος και επανάσταση.

 

8. Η ΚΑΤΟΧΗ ΟΠΛΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΑΠΙΕΖΟΜΕΝΗ ΤΑΞΗ

Παραμένοντας στο πλαίσιο της θεωρίας του Λένιν για την επανάσταση, έχουμε επίσης και το ακόλουθο: Στην εισαγωγή του έργου του Μαρξ Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, ο Ένγκελς παρατήρησε το 1891 ότι στη Γαλλία, μετά από κάθε επανάσταση, οι εργάτες ήταν οπλισμένοι· μετά από αυτό, ο αφοπλισμός των εργατών ήταν για την αστική τάξη το ύψιστο καθήκον και γι’ αυτόν το λόγο μετά από κάθε επανάσταση ξεσπούσε ένας νέος αγώνας, ο οποίος τελείωνε με την ήττα των εργατών που είχαν παλέψει για τη νίκη της επανάστασης.

Αυτή είναι η ουσία του πράγματος: Κατέχει η καταπιεζόμενη τάξη όπλα;

Η δικτατορία του προλεταριάτου είναι στην ουσία ένα κράτος οπλισμένων εργαζόμενων σύμφωνα με τον τύπο της Κομμούνας, το οποίο φυσικά δεν μπορεί να γίνει ανεκτό από ένα αστικό κράτος, αλλά πρέπει αμέσως να κατασταλεί. Είναι μια εξουσία που βασίζεται άμεσα στη βία των μαζών χωρίς κάποιον υπαλληλικό μηχανισμό. «... Έτσι που το ίδιο το ένοπλο προλεταριάτο να είναι η κυβέρνηση.»21

 

9. Η ΥΠΑΡΞΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ
ΚΑΙ ΠΑΝΕΘΝΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

«...να βαδίσει προς το θάνατο.»

Πότε υπάρχει επαναστατική κατάσταση;

Μόνο σε συνθήκες επαναστατικής κατάστασης μπορεί να διαμορφωθεί ένας επαναστατικός στρατός στη βάση μιας από τα πριν δημιουργημένης μάζας επαναστατών στελεχών. Κατά κανόνα, για να φτιαχτεί ο επαναστατικός στρατός χρειάζονται μερικοί μήνες. Τα επαναστατικά στελέχη αποτελούν τη ραχοκοκαλιά των μελλοντικών οργανώσεων μάχης, οι οποίες μπορούν να εξελίσσονται σε ημιστρατιωτικές μαζικές οργανώσεις.22 Συνεπώς, μερικοί μήνες σε μια επαναστατική κατάσταση.

Πότε, λοιπόν, υφίσταται αυτή;

Η πιο σύντομη απάντηση σε αυτό το ερώτημα μπορεί να είναι στη λογική «όταν ... τότε ...». Όταν στη γενική κοινωνική εξέλιξη μιας χώρας προκύψει μια συγκυρία κατά την οποία οι κατώτερες τάξεις δε θέλουν να ζουν όπως παλιά και οι ανώτερες δεν μπορούν πλέον να ζουν όπως παλιά. Αυτό είναι ένα είδος γενικού κανόνα, ο οποίος είναι ανεπαρκής όπως κάθε γενικός κανόνας. Για αρχή όμως, είναι σημαντικό για μένα να κρατήσουμε αυτόν τον υποτυπώδη τύπο του «όταν ... τότε ...».

Ως προς αυτό το θέμα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι δεν οδηγεί κάθε επαναστατική κατάσταση σε επανάσταση. Ας δούμε, π.χ., την εξέγερση στο Αμβούργο το 1923. Τον Οκτώβρη πραγματοποιήθηκε στο Μπάρμπεκ μια σύσκεψη γυναικών με μοναδικό θέμα την πείνα, μια αντικειμενικά ευνοϊκή για την εξέγερση αφετηρία· και όμως, η εξέγερση απομονώθηκε επειδή κυριάρχησε η λογική του Πλεχάνοφ («δε θα έπρεπε να πάρουν τα όπλα»23). Διασκορπισμός που βασιζόταν σε μια επίσημη εντολή· δε συνέβη δηλαδή αυτό που είχε παρατηρήσει ο Ναπολέων, ότι μια μάχη μπορεί να φτάσει σ’ ένα τέτοιο σημείο, που ακόμα και οι πιο γενναίοι θα θέλουν να εγκαταλείψουν το πεδίο της μάχης. Ακόμα και το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας (ΚΚΓ) –κυρίως οι μπραντλερικοί– παρέβλεψε το γεγονός ότι στα περίχωρα της πόλης υπήρχαν χωρικοί και αγροτικό προλεταριάτο. Όποιος θέλει να στραφεί ενάντια στο χρηματοκιβώτιο της οικονομίας μιας μεγαλούπολης πρέπει και να σηκώσει ψηλά τη σημαία του Bundschuh24 και να συγκροτήσει αγροτικά στρατεύματα.25

Πρέπει κανείς να εκτιμήσει σωστά τις συνθήκες και την κατάλληλη στιγμή στην οποία μπορεί η πρωτοπορία του προλεταριάτου να καταλάβει με επιτυχία την εξουσία, έτσι ώστε να μπορεί στη συνέχεια να υπολογίζει –τόσο κατά τη διάρκεια όσο και μετά από την κατάληψη της εξουσίας– στην υποστήριξή της από ευρύτερα στρώματα της εργατικής τάξης και των μη εργαζόμενων μαζών. Αυτό το κοσμοϊστορικό σημείο μπορούν να το προσδιορίσουν μόνο έξυπνα, έμπειρα κι εξειδικευμένα μέλη της πρωτοπορίας.26

Μετά από την κατάληψη της εξουσίας, η κυριαρχία πρέπει να εδραιωθεί, να περιφρουρηθεί και να διευρυνθεί, και αυτό γίνεται με το να εκπαιδεύονται, να διαπαιδαγωγούνται και να συμπαρασύρονται όλο και πλατύτερες μάζες εργαζόμενων από την πρωτοπορία. «Επομένως για την επανάσταση πρέπει, πρώτο, να πετύχουμε ώστε η πλειοψηφία των εργατών (ή πάντως η πλειοψηφία των συνειδητών, των σκεπτόμενων και των πολιτικά δραστήριων εργατών) να καταλάβει πέρα για πέρα την ανάγκη της επανάστασης και να είναι έτοιμη να βαδίσει στο θάνατο γι’ αυτή· δεύτερο, πρέπει οι άρχουσες τάξεις να περνούν κυβερνητική κρίση που τραβά στην πολιτική ακόμη και τις πιο καθυστερημένες μάζες (το γνώρισμα κάθε πραγματικής επανάστασης είναι ότι γρήγορα δεκαπλασιάζεται ή ακόμη κι εκατονταπλασιάζεται ο αριθμός των ικανών για πολιτικό αγώνα εκπροσώπων της εργαζόμενης και καταπιεζόμενης μάζας που ως τότε ήταν απαθής), εξασθενεί την κυβέρνηση και κάνει δυνατή για τους επαναστάτες τη γρήγορη ανατροπή της.»27

Επαναστατική κατάσταση υπάρχει όταν οι κατώτερες τάξεις δε θέλουν πλέον να ζουν όπως ζούσαν μέχρι τώρα και το συνειδητοποιούν και οι ανώτερες δεν μπορούν να ζουν και να κυβερνούν όπως πριν. Μόνο τότε μπορεί να νικήσει η επανάσταση.

Μια επανάσταση είναι αδύνατη χωρίς μια γενική πανεθνική κρίση, η οποία συμπαρασύρει πέραν του συνηθισμένου βαθμού και τις δύο πλευρές, εκμεταλλευτές κι εκμεταλλευόμενους, και χωρίς αλλαγές που έχουν αντικειμενικό χαρακτήρα. Οι αντιθέσεις στο στρατόπεδο των κυρίαρχων πρέπει να είναι πολύ πιο οξυμένες απ’ ό,τι συνήθως. Σε κάθε επαναστατική κατάσταση πρέπει να ισχύουν τα εξής: «1) Όλες οι εχθρικές προς εμάς ταξικές δυνάμεις να τα έχουν αρκετά χαμένα, να έχουν αρκετά φαγωθεί αναμεταξύ τους, αρκετά εξασθενήσει από έναν αγώνα ανώτερο από τις δυνάμεις τους· έτσι, ώστε 2) όλα τα ταλαντευόμενα, διστακτικά, ασταθή, ενδιάμεσα στοιχεία, δηλαδή η μικροαστική τάξη, η μικροαστική δημοκρατία σε διάκριση από την αστική τάξη, να έχουν αρκετά ξεσκεπαστεί μπροστά στο λαό, να έχουν αρκετά ρεζιλευτεί με τη χρεοκοπία τους στην πράξη· έτσι, ώστε 3) στο προλεταριάτο να έχει αρχίσει και να αναπτύσσεται εντατικά μια μαζική τάση για υποστήριξη των πιο αποφασιστικών, απεριόριστα τολμηρών, επαναστατικών ενεργειών ενάντια στην αστική τάξη. Τότε η επανάσταση θα είναι πια ώριμη, τότε η νίκη μας ... είναι εξασφαλισμένη.»28

Το 1844 ο νεαρός Μαρξ σημείωνε –σε ένα γράμμα του προς τον Άρνολντ Ρούγκε (Arnold Ruge)– ότι η ανατροπή της κυρίαρχης εξουσίας και η διάλυση των παλιών σχέσεων είναι μια πολιτική πράξη. Ποτέ όμως δεν επιτρέπεται το προλεταριάτο να σταματήσει σε μια απλή πολιτική πράξη. Σε τι χρειάζονται οι ανθρωπιστικές σκέψεις αν δεν προχωράει στο οικονομικό φόντο η «απαλλοτρίωση των απαλλοτριωτών»; Αυτό το λαμβάνει υπόψη κάθε επιστημονικά σοβαρή μελέτη της Οκτωβριανής Επανάστασης, έτσι ώστε σε κάθε κατάλληλη ευκαιρία να το ενσωματώνει στην επαναστατική ανάλυση. Με την απαλλοτρίωση πραγματοποιείται το πέρασμα από την πολιτική πράξη στην οικονομική βάση και μόλις αυτή προσδίδει χειροπιαστό περιεχόμενο στην επαναστατική θεωρία.

 

10. Η ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΠΕΙΡΑ ΤΩΝ «ΕΚΘΡΟΝΙΣΜΕΝΩΝ»
ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΤΩΝ ΣΤΙΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ

Γιατί το προλεταριάτο χρειάζεται μια κρατική εξουσία ενάντια στις απόψεις των σοσιαλσοβινιστών –οι οποίοι βάζουν την αστική πατρίδα πιο ψηλά και από το συμφέρον της παγκόσμιας σοσιαλιστικής επανάστασης– των οπορτουνιστών –οι οποίοι αποτελούν το βασικό εχθρό του επαναστατικού εργατικού κινήματος– αλλά και των αναρχικών, των ρεβιζιονιστών και των καουτσκιστών;

Ο Λένιν δίνει την απάντηση στο βασικό του έργο πολεμικής ενάντια στον Κάουτσκι: «Οι εκμεταλλευτές, για πολύ καιρό ύστερα από την επανάσταση διατηρούν αναπόφευκτα μια σειρά τεράστια πραγματικά πλεονεκτήματα: Τους μένουν τα λεφτά (το χρήμα δεν μπορεί να καταργηθεί αμέσως), κάποια κινητή περιουσία, συχνά σημαντική, τους μένουν οι σχέσεις, η αποκτημένη πείρα της οργάνωσης και της διοίκησης, η γνώση όλων των “μυστικών” της διακυβέρνησης (συνήθειες, μέθοδοι, μέσα, δυνατότητες), τους μένει η ανώτερή τους μόρφωση, οι στενοί δεσμοί με το ανώτατο τεχνικό προσωπικό (που ζει και σκέπτεται αστικά), τους μένει μια ασύγκριτα μεγαλύτερη πρακτική πείρα στα στρατιωτικά ζητήματα (πράγμα πολύ σπουδαίο) κτλ. κτλ.»29

Από στρατιωτικής πλευράς, οι ηγέτες της εξέγερσης έχουν κατά κανόνα –για να το πούμε στη γλώσσα του κοινού στρατιώτη– «λιγότερα εφόδια» από τους επαγγελματίες αξιωματικούς και συχνά οι εξεγέρσεις κ.ά. αποτυγχάνουν διότι οι επαναστάτες δεν μπορούν να χειριστούν τα όπλα που έχουν πάρει ως λάφυρα, ιδιαίτερα στις χώρες που δεν έχουν υποχρεωτική στρατιωτική θητεία. Η απόγνωση μπορεί να εξαπλωθεί και η κατάσταση να φτάσει σε ένα τέτοιο οριακό σημείο όπου τίποτα δε θα είναι υπέρ της επανάστασης και όλα θα είναι υπέρ της αντεπανάστασης, με συνέπεια οι μαρξιστές να μετατραπούν [άθελά τους] σε αντεπαναστάτες.

Πρέπει να περάσουν από αυτό που ο Μαρξ στην Μπρυμαίρ χαρακτήρισε ως τρόμο της προλεταριακής επανάστασης μπροστά στον ίδιο της τον εαυτό. Ο μαρξιστής Κάουτσκι λύγισε. Για παράδειγμα, πασάλειψε την επαναστατική επαγρύπνηση με τον ισχυρισμό ότι οι καπιταλιστές μάλλον παραδίδονται στη μοίρα τους αν σε συνθήκες γενικού εκλογικού δικαιώματος περάσουν στη μειοψηφία.30

Ένας μεγάλος κίνδυνος απειλεί τη σοσιαλιστική επανάσταση, η μικρή παραγωγή. Μέσα στη μικρή παραγωγή σιγοκαίει η φλόγα που μπορεί να αναζωπυρώσει την πυρκαγιά της αντεπανάστασης, επειδή μέρα με τη μέρα και ώρα με την ώρα ανοίγει το δρόμο στην καπιταλιστική νοοτροπία. Έτσι, η μικρή παραγωγή και η αγροτιά αποτελούν κίνδυνο και, όπως λέει ο Λένιν στον Αριστερισμό, «...γιατί η αγροτιά ξαναγεννά συνεχώς την αστική τάξη»31.

 


ΣημειώσειςΣημειώσεις

* Το άρθρο είναι δημοσιευμένο στο γερμανικό περιοδικό Offen-siv, τεύχ. 1/2020. Λόγω έκτασης, αναδημοσιεύεται στην ΚΟΜΕΠ σε τρία μέρη.

1. Σ.τ.Μ.: Πρόκειται για το απόσπασμα που αναφέρεται στην αποδιοργάνωση του στρατού, βλ. ΚΟΜΕΠ, τεύχ. 2/2020, σελ. 149-150.

2. Σ.τ.Μ.: Ο συγγραφέας υπονοεί εδώ τις αναφορές των Μαρξ και Ένγκελς στον Πρόλογο στη γερμανική έκδοση του 1872 του Μανιφέστου του Κομμουνιστικού Κόμματος (με ημερομηνία 24.6.1872) όπου μεταξύ άλλων αναφέρουν: «Μερικά σημεία θα μπορούσαν εδώ κι εκεί να διορθωθούν. Η πρακτική εφαρμογή αυτών των αρχών, εξηγεί το ίδιο το Μανιφέστο, θα εξαρτηθεί παντού και πάντα από τις υπάρχουσες ιστορικές συνθήκες και γι’ αυτό δεν αποδίδεται καθόλου ιδιαίτερη σημασία στα επαναστατικά μέτρα που προτείνονται στο τέλος του ΙΙ μέρους. Αυτό το μέρος θα το παρουσιάζαμε σήμερα από πολλές απόψεις διαφορετικά. Μπρος στην τεράστια ανάπτυξη της μεγάλης βιομηχανίας στα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια και στην κομματική οργάνωση της εργατικής τάξης που προοδεύει μαζί της, μπρος στην πρακτική πείρα, πρώτα της επανάστασης του Φλεβάρη, και πολύ περισσότερο ακόμα της Κομμούνας του Παρισιού, όπου για πρώτη φορά το προλεταριάτο κράτησε την πολιτική εξουσία δύο ολόκληρους μήνες, το πρόγραμμα αυτό πάλιωσε σε μερικά σημεία. Η Κομμούνα, ιδίως, απέδειξε ότι δεν μπορεί ‘‘η εργατική τάξη να πάρει στα χέρια της την έτοιμη κρατική μηχανή και να την βάλει σε κίνηση για τους δικούς της σκοπούς’’» (Καρλ Μαρξ - Φρίντριχ Ένγκελς, Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, σελ. 8, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1998).

3. Βλέπουμε πόσο στενά συνδέεται στο μαρξισμό η διεύρυνση των θεωρητικών οριζόντων του με την πράξη των ταξικών αγώνων και των εμφύλιων πολέμων [Σ.τ.Μ.: Εδώ σημειώνουμε απλώς ότι ο εδραιωμένος όρος «εμφύλιος πόλεμος» δεν αποδίδει σωστά το γερμανικό Bürgerkrieg και το αγγλικό civil war, ούτε φυσικά και το πραγματικό ταξικό περιεχόμενο αυτών των πολέμων]: Η Κομμούνα αποτέλεσε την απόδειξη. Οι αγώνες του προλεταριάτου ενάντια στην αστική τάξη περιλαμβάνουν πάντα σε εμβρυώδη μορφή στοιχεία εμφύλιου πολέμου, δηλαδή του εξολοθρευτικού πολέμου του προλεταριάτου ενάντια στην αστική τάξη, του πολέμου της τάξης που παράγει ενάντια στην τάξη που ιδιοποιείται· του πολέμου που αποτελεί την κλιμάκωση της ταξικής του πάλης. Τα όρια ανάμεσα στον ταξικό αγώνα και τον εμφύλιο πόλεμο είναι κινητά. Η Κομμούνα αποτέλεσε την απόδειξη. Αλλιώς δεν μπορεί να κατανοείται το ζήτημα στον επιστημονικό σοσιαλισμό. Η ορθότητα όλων των διαπιστώσεων πρέπει να δοκιμάζεται στην ιστορική-πολιτική πράξη κάτω από τις εκάστοτε συνθήκες, και μάλιστα όχι λαμβάνοντας υπόψη μόνο κάποια επιμέρους στοιχεία αυτής της πράξης, αλλά όλα τα φαινόμενα της κοινωνικής ζωής στην αλληλεξάρτησή τους. Γι’ αυτό, μόνο γενικοί υπαινιγμοί μπορούν να γίνουν για την περαιτέρω πορεία του εργατικού κινήματος στο σοσιαλισμό-κομμουνισμό. Πρέπει να είναι γενικοί, για να μη γλιστράνε στο αναλυτικό πρόγραμμα του ουτοπικού κομμουνισμού, προς το οποίο είναι αδύνατο να κατευθυνθεί η πραγματική ιστορική κίνηση. Ο θεωρητικός επιχειρεί στο κεφάλι του ασταθείς λογικούς συλλογισμούς στερεώνοντάς τους σε μια διανοητική διαδικασία εξέλιξης, ενώ οι μάζες δρουν ιστορικά για να ικανοποιήσουν τις ανάγκες τους. Οι μάζες διορθώνουν τη θεωρία, η Παρισινή Κομμούνα διορθώνει το Μανιφέστο. Ανάμεσα στη σκέψη του τσακίσματος της κρατικής μηχανής στη 18η Μπρυμαίρ και στην τροποποίηση [που έκαναν οι Μαρξ και Ένγκελς] στο Μανιφέστο [το 1872] μεσολαβούν είκοσι χρόνια. Είκοσι χρόνια ο Μαρξ και ο Ένγκελς δεν άγγιξαν καθόλου το Μανιφέστο. Η σκέψη του τσακίσματος αποτέλεσε αρχικά [δηλαδή στη 18η Μπρυμαίρ το 1852] το αποτέλεσμα μιας αστικής επανάστασης, αφού δεν υπήρχε ακόμα καμία εμπειρία από προλεταριακή επανάσταση. Το 1871 αυτή η εμπειρία προέκυψε, η Κομμούνα κράτησε 72 μέρες, μία σταγόνα στην παγκόσμια Ιστορία, αλλά μια σταγόνα που για τη μαρξιστική επαναστατική θεωρία ήταν τόσο βαριά ώστε να ξεχειλίσει το ποτήρι και να αποδειχτεί ότι ο τρόπος προσέγγισης της σχέσης ανάμεσα στο κράτος και την επανάσταση, η οποία υπήρχε μέχρι τότε μόνο σε αφηρημένη-θεωρητική μορφή, μόνο ως ένα κάποιο πρώτο συμπέρασμα ή και ως ερμηνεία της επανάστασης του 1848. Στις ηρωικές 72 μέρες της Κομμούνας αναπτύχθηκε στο μυαλό των Μαρξ και Ένγκελς μια συγκεκριμένη απόδειξη και μόλις τώρα οι Μαρξ και Ένγκελς συγκεκριμενοποίησαν τη θεωρία τους για την προλεταριακή επανάσταση. Η Κομμούνα το απέδειξε. Πρέπει να χαραχτεί καλά στο μυαλό μας αυτή η απόδειξη, αυτός ο επιστημονικός τρόπος σκέψης. Ωστόσο, η αγορά του βιβλίου είναι πλημμυρισμένη με επεξεργασίες ιστορικών οι οποίοι δε λογαριάζουν καμία από τις εμπειρίες του προλεταριάτου ή ακόμα τις αφήνουν εντελώς συνειδητά εκτός της ανάλυσής τους. Σε αντίθεση με αυτούς, ο Μαρξ διδάχτηκε από την Κομμούνα, από το κίνημα της εργατικής τάξης και των μαζών. Ήδη από τον Ιούλη του 1844 ο νεαρός Μαρξ (26 ετών) κατηγορούσε τον Άρνολντ Ρούγκε ότι επιδίωκε να παραστήσει το δάσκαλο της Εξέγερσης των υφαντουργών της Σιλεσίας (βλ. το άρθρο του Καρλ Μαρξ με τίτλο: «Κριτικές σημειώσεις στο περιθώριο για το άρθρο “Ο βασιλιάς της Πρωσίας και η κοινωνική μεταρρύθμιση. Από έναν Πρώσο”»). Η Παρισινή Κομμούνα αποτέλεσε την τελευταία μεγάλη επανάσταση που βίωσε ο Μαρξ.

4. Βλ. Β. Ι. Λένιν, Κράτος και επανάσταση, σελ. 44 και 54, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2003. Στη διαδικασία της απονέκρωσης του κράτους, η μετατροπή της ποσότητας σε ποιότητα έχει αναφορά και στη μετάβαση από ένα πολιτικό σε ένα μη πολιτικό κράτος. Ήδη πριν φτάσουμε στον κομμουνισμό έχουμε ένα μη πολιτικό κράτος. «Σε μια ορισμένη βαθμίδα της απονέκρωσής του, το κράτος που απονεκρώνεται μπορούμε να το ονομάσουμε μη πολιτικό κράτος», Β. Ι. Λένιν, Κράτος και επανάσταση, σελ. 78, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2003.

5. Τι μέρος του λόγου ήταν ο εξέχων δημοκράτης Ουίλσον, το καταλαβαίνουμε όταν θυμηθούμε ότι αυτός ήταν που έριξε στο άψε-σβήσε στη φυλακή το δημοφιλή ηγέτη του αμερικάνικου προλεταριάτου Γιουτζίν Ντεμπς (Eugene Debs).

6. Σ.τ.Μ.: Το 1918 ο Αμερικανός Πρόεδρος Ουίλσον εξέδωσε τα γνωστά 14 σημεία του, τα οποία πρόβαλε ως μέσο για τη λήξη του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου και για τη διασφάλιση της παγκόσμιας ειρήνης. Ήταν οπαδός της Κοινωνίας των Εθνών και στην αστική ιστοριογραφία θεωρείται ότι εισήγαγε μια μορφή «φιλελεύθερου διεθνισμού» στις διεθνείς διακρατικές σχέσεις.

7. Σ.τ.Μ.: Ο Βέρνερ φον Μπράουν (1912-1977) ήταν Γερμανός επιστήμονας ο οποίος, αφότου κατασκεύασε μια σειρά πυραύλους για τη ναζιστική Γερμανία, μεταφέρθηκε μεταπολεμικά μαζί με την επιστημονική του ομάδα στις ΗΠΑ όπου είχε καθοριστική συμβολή στην ανάπτυξη των αμερικανικών μέσων εξερεύνησης του Διαστήματος. Υπό την εποπτεία του κατασκευάστηκαν οι πύραυλοι Saturn, με τον πύραυλο Saturn V να αποτελεί αυτόν που έφερε το διαστημόπλοιο Απόλλων 11 όταν μετέφερε στο διάστημα τους πρώτους αστροναύτες που προσεδαφίστηκαν και περπάτησαν στη Σελήνη.

8. Σ.τ.Μ.: Στις 26.6.1963, ο Αμερικανός Πρόεδρος Τζον Κένεντι έκανε μια αντικομμουνιστική ομιλία μπροστά από την Πύλη του Βραδεμβούργου στο Δυτικό Βερολίνο, από την οποία έχει μείνει στην Ιστορία η φράση του «Ich bin ein Berliner» («Είμαι ένας Βερολινέζος»).

9. Με το να υποστηρίζει μια «καθαρή δημοκρατία», ο Κάουτσκι αγγίζει μια παρόμοια προβληματική με αυτήν που βρίσκεται πίσω από την κατηγορική προσταγή [Σ.τ.Μ.: Με τη φράση «κατηγορική προσταγή» ο Καντ εννοούσε ότι οι άνθρωποι πρέπει να δρουν με κριτήριο το καθήκον, δηλαδή την τήρηση του ηθικού νόμου, πράγμα που σημαίνει ότι ένας άνθρωπος πρέπει να δρα μόνο έτσι, ώστε να θέλει η δική του προσωπική αρχή να καταστεί καθολικός νόμος που μπορεί να στραφεί ακόμη κι εναντίον του]. Fiat justicia, pereat mundus! (Ας αποδοθεί δικαιοσύνη, κι ας καταστραφεί ο κόσμος!) Η ιδέα του είδους στέκεται ψηλότερα από αυτήν του ατόμου. Ο Καντ εξαφανίζει το άτομο στο είδος, κάτι που αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό της σκέψης της κλασικής γερμανικής φιλοσοφίας, το οποίο αξιοποιείται πάντα για την άσκηση κριτικής στους εγωισμούς της Γαλλικής Επανάστασης· αντίθετα, αν καταπολεμήθηκε ποτέ σκληρά αυτή η λογική του Καντ, αυτό έγινε από το μοναχικό διαβάτη Μαξ Στίρνερ ο οποίος το 1945 δήλωνε: «Είμαι το δικό μου είδος, είμαι δίχως νόμο, δίχως κανόνα, δίχως υπόδειγμα (…)» (βλ. Μαξ Στίρνερ, Ο μοναδικός και η ιδιοκτησία του). Ως γνωστόν, ο Μπερνστάιν άρχισε την πάλη του ενάντια στον ιστορικό και διαλεκτικό υλισμό με το κάλεσμα: «Πίσω στον Καντ!». Με αυτόν τον τρόπο η επαναστατική ταξική πάλη, και όχι η συνδικαλιστική, τέθηκε στο πυρ το εξώτερον. Η προσταγή παραμένει τυπική γιατί δεν αναφέρεται σε έναν ομοιογενή παγκόσμιο πληθυσμό και μένει αναγκαστικά αφηρημένη σε μια κοινωνία διαιρεμένη σε τάξεις, η καθεμία από τις οποίες αναπτύσσει τη δική της ταξική ηθική. Αυτή η προσταγή θα αποτελούσε αναπόσπαστο στοιχείο μιας πρωτόγονης κομμουνιστικής κοινωνίας και μιας κοινωνίας που προκύπτει από την άρνηση της άρνησης της πρωτόγονης κομμουνιστικής κοινωνίας [Σ.τ.Μ.: Δηλαδή στη μελλοντική σοσιαλιστική-κομμουνιστική κοινωνία]. Έτσι, η διαλεκτική αναδεικνύει την καντιανή προσταγή ως ανεφάρμοστη σε ταξικές κοινωνίες. Με αυτόν τον τρόπο, αυτή αίρεται αρνητικά, απορρίπτεται. Η διαλεκτική την διατηρεί ως μια βασική ιστορική φιλοσοφική προσπάθεια συμπλήρωσης του βασικού πολιτικού συνθήματος της Γαλλικής Επανάστασης με το ηθικό ανάλογό του. Έτσι, η προσταγή έχει χειραφετητικό περιεχόμενο όταν συνενώνει την ελευθερία, την ισότητα, την αδελφοσύνη ως ομοιογένεια που εγγυάται την πολλαπλότητα –αλλά αυτό το κάνει μόνο στην ιδέα. Το γεγονός ότι αυτή μόνο ως τέτοια μπορεί να υπάρχει φέρνει στο προσκήνιο τους σοσιαλιστές, οι οποίοι πρέπει να την πραγματοποιήσουν μέσω της άρσης των κοινωνικών διαφορών. Η πραγματική Ιστορία, όμως, κινείται στην αντίθετη κατεύθυνση και ακυρώνει όλο και περισσότερο την απαίτηση της ισότητας που απορρέει από τη Γαλλική Επανάσταση, με συνέπεια ο Μαρξ να ξεκινά [την ανάλυσή του] από τους δύο πόλους της αστικής κοινωνίας. Δύο στρατόπεδα αντί για ένα, αυτή είναι η αναγκαία διαίρεση, η οποία είναι φυσικά ενδογενής στη διαλεκτική της αστικής κοινωνίας. Η συνένωση [των ανθρώπων] δεν μπορεί να επέλθει χωρίς την ταξική πάλη που τους συνεπαίρνει όλους. Το Μανιφέστο δε θα μπορούσε να τελειώνει αλλιώς παρά με μία προτροπή συνένωσης [Σ.τ.Μ.: Εδώ εννοείται το σύνθημα «Προλετάριοι όλων των χωρών, ενωθείτε!»]. Χωρίς ομοιογένεια, καταρρέει το σύνθημα που γεννήθηκε στην πτώση της Βαστίλης και αναγεννιέται στην Κομμούνα: [Η μαγική σου δύναμη ενώνει ξανά] ό,τι η συνήθεια αυστηρά διαιρεί, όλοι οι άνθρωποι γίνονται αδέρφια [Σ.τ.Μ.: Στίχος από το ποίημα του Γερμανού ποιητή Φρίντριχ Σίλερ «Ωδή στη χαρά», που μελοποιήθηκε από τον Μπετόβεν]. Αυτές τις σκέψεις της συνένωσης [των ανθρώπων] διατυμπάνισαν οι γυναίκες από τις αγορές του Παρισιού [Σ.τ.Μ.: στις 5.10.1789] στην παγκόσμια Ιστορία. Ακόμα και σήμερα, σήμερα περισσότερο από ποτέ, οι [σημερινοί μετριοπαθείς] Γιρονδίνοι, οι νέοι αριστοκράτες του χρήματος, θέλουν να εξισορροπήσουν σταδιακά τις κοινωνικές διαφορές χωρίς να τις άρουν πλήρως, από φόβο μπροστά στην επανάσταση, ενώ οι [σημερινοί] ολοκληρωτικοί Γιακωβίνοι θέλουν να τις εκμηδενίσουν αλματωδώς και τελικώς. Οι σοσιαλιστικές ιδέες ζουν λόγω του ότι οι εκμεταλλευτές και οι εκμεταλλευόμενοι δεν είναι ίσοι. «Αυτή η αλήθεια ... αποτελεί το πιο ουσιαστικό περιεχόμενο του σοσιαλισμού» (βλ. Β. Ι. Λένιν, «Η προλεταριακή επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκι», Άπαντα, τόμ. 37, σελ. 262, εκδ. Σύγχρονη Εποχή). Η λογική της συνένωσης δυναμώνει την εργατική τάξη τόσο σε σχέση με το Κόμμα της όσο και σε σχέση με τα συμβούλια ως καθολικές οργανώσεις της. Όσο περισσότεροι εργαζόμενοι συνενώνονται στο Κόμμα και στα συμβούλια τόσο πιο ισχυροί γίνονται. Το γεγονός ότι η ισότητα στις αστικές κοινωνίες είναι μόνο τυπική προκαλεί έναν ιδιαίτερο φετιχισμό. Η αστική ιδεολογία επιχειρεί να μας πείσει ότι η τυπική ισότητα είναι πραγματική, ότι το τυπικό είναι πιο σημαντικό από το ουσιαστικό. Ακόμα και ο Κάουσκι επιμένει σε αυτό: «Ο ιστορικός-μαρξιστής Κάουτσκι δεν έχει ακούσει πως άλλο είναι η μορφή των εκλογών, η μορφή της δημοκρατίας, και άλλο το ταξικό περιεχόμενο αυτού του θεσμού» (βλ. Β. Ι. Λένιν, «Η προλεταριακή επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκι», Άπαντα, τόμ. 37, σελ. 279, εκδ. Σύγχρονη Εποχή). Το προλεταριάτο του Παρισιού του 1871 αντέδρασε στην αστική τυπικότητα με το στίχο του τραγουδιού:

«Κενά λόγια για τα δικαιώματα των φτωχών, κενά λόγια για τις υποχρεώσεις των πλούσιων» [Σ.τ.Μ.: Πρόκειται για στίχους της Διεθνούς, οι οποίοι δεν έχουν μεταφραστεί με το ίδιο περιεχόμενο στην ελληνική εκδοχή]. Το ότι τα πλούσια παράσιτα θα έπρεπε να έχουν υποχρεώσεις έναντι των εκμεταλλευόμενων φτωχών είναι ενδεικτικό για το ψευδές περιεχόμενο –το οποίο πρέπει πάντα να αποκαλύπτεται– της αστικής ιδεολογίας, που το αναπτύσσουν ιδιαίτερα αντιδραστικοί νομικοί. Η αντίθεση ανάμεσα στη φτώχεια και τον πλούτο μεγαλώνει ολοένα και περισσότερο, και την ίδια στιγμή στα αστικά συντάγματα ακούγονται όλο και πιο γλυκά λόγια που γοητεύουν το μικροαστό. Αυτός συλλέγει τους καρπούς του από το δέντρο του θρησκευτικού στοιχείου, από τις ζογκλεριές και τη διαστροφή του αστού καθηγητή, όχι από το πάντα ανανεούμενο πράσινο δέντρο των επιστημονικών γνώσεων, οι οποίες γράφονται κυρίως με κόκκινο μελάνι. Εν τέλει, η [κατηγορική] προσταγή πρέπει να διατηρηθεί για να αρθεί στον κομμουνισμό. Θα εισέλθει ως συνήθεια στη ζωή των ανθρώπων χωρίς να χρειάζεται να την μνημονεύουν, θα ισχύει χωρίς αντικείμενο. Έτσι, χωρίς αντικείμενο, είναι στον κομμουνισμό και η δημοκρατία η οποία στις ταξικές κοινωνίες αποτελεί μία από τις παραλλαγές του κράτους. «... Γιατί στην κομμουνιστική κοινωνία η δημοκρατία, μεταλλασσόμενη και μετατρεπόμενη σε συνήθεια, θα απονεκρώνεται ...» (βλ. Β. Ι. Λένιν, «Η προλεταριακή επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκι», Άπαντα, τόμ. 37, σελ. 251, εκδ. Σύγχρονη Εποχή).

10. Βλ. Β. Ι. Λένιν, Κράτος και επανάσταση, σελ. 99, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2003.

11. Σ.τ.Μ.: Όταν ο συγγραφέας αναφέρεται σε «προσωπίδες», εννοεί το γεγονός ότι κεφαλαιοκράτες και εργάτες δεν εμφανίζονται ως πρόσωπα γενικά, αλλά ως προσωποποιήσεις συγκεκριμένων οικονομικών κατηγοριών και φορείς συγκεκριμένων ταξικών σχέσεων και συμφερόντων.

12. Σ.τ.Μ.: Εδώ ο συγγραφέας αναφέρεται στο συμπέρασμα του Λένιν που αποτυπώνεται στο Κράτος και επανάσταση, σύμφωνα με το οποίο στον κομμουνισμό παύει να υφίσταται πολιτική, καθώς δε θα γίνεται διαχείριση ανθρώπων, αλλά πραγμάτων: «Όλοι οι σοσιαλιστές συμφωνούν ότι το κράτος, μαζί του και το πολιτικό κύρος, θα εξαφανιστούν σαν αποτέλεσμα της μελλοντικής κοινωνικής επανάστασης και αυτό σημαίνει ότι οι δημόσιες λειτουργίες θα χάσουν τον πολιτικό τους χαρακτήρα και θα μετατραπούν σε απλές διοικητικές λειτουργίες που θα προστατεύουν τα κοινωνικά συμφέροντα.» Και «όταν το κράτος στο κυριότερο μέρος των λειτουργιών του περιοριστεί σε μια τέτοια καταγραφή και σ’ έναν τέτοιο έλεγχο από τους ίδιους τους εργάτες, τότε παύει να είναι “πολιτικό κράτος” και “οι δημόσιες λειτουργίες μετατρέπονται σε απλές διαχειριστικές λειτουργίες”». Βλ. Β. Ι. Λένιν, Κράτος και επανάσταση, σελ. 77 και 121 αντίστοιχα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2003.

13. Καρλ Μαρξ, «Κριτικές σημειώσεις στο περιθώριο για το άρθρο “Ο βασιλιάς της Πρωσίας και η κοινωνική μεταρρύθμιση. Από έναν Πρώσο”», Κείμενα από τη δεκαετία του 1840. Μια ανθολογία, σελ. 358, εκδ. ΚΨΜ, Αθήνα, 2014.

14. Καρλ Μαρξ, «Κριτικές σημειώσεις στο περιθώριο για το άρθρο “Ο βασιλιάς της Πρωσίας και η κοινωνική μεταρρύθμιση. Από έναν Πρώσο”», Κείμενα από τη δεκαετία του 1840. Μια ανθολογία, σελ. 351, εκδ. ΚΨΜ, Αθήνα, 2014.

15. Β. Ι. Λένιν, Κράτος και επανάσταση, σελ. 139, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2003. Ένας μαρξιστής πολιτικός είναι πάντα ταυτόχρονα και αντι-πολιτικός, διατηρώντας ισορροπία ανάμεσα στα δύο. Το επαναστατικό στοιχείο βρίσκεται στο αντι-πολιτικό και το αντεπαναστατικό στοιχείο στο πολιτικό. Η αντεπανάσταση αποκρυσταλλώνει πάντα σε ζωτικό σκοπό της εποχής ένα στοιχείο του εποικοδομήματος, π.χ. θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς το ρόλο της θρησκείας στο Μεσαίωνα και μετά την αντικατάστασή της από την πολιτική.

16. Φρίντριχ Ένγκελς, Αντι-Ντίρινγκ, σελ. 234, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2006. «Η ανάγκη της συστηματικής αγωγής των μαζών με το πνεύμα αυτής και μόνο αυτής της άποψης για τη βίαιη επανάσταση βρίσκεται στη βάση της όλης διδασκαλίας του Μαρξ και του Ένγκελς», Β. Ι. Λένιν, Κράτος και επανάσταση, σελ. 29, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2003. Σε σύνδεση με αυτό, δεν πρέπει να παραβλέψουμε τον υπαινιγμό του Λένιν ότι μετά από την προλεταριακή επανάσταση θα υπάρξει μια τεράστια ανάκαμψη των παραγωγικών δυνάμεων. Ήδη ο Βίλχελμ Λίμπκνεχτ προσέγγιζε τον Ντίρινγκ στο ζήτημα της βίας.

«Εδώ και αιώνες η βία είναι ένας αντιδραστικός παράγοντας» (βλ. Πρωτόκολλο του Συνεδρίου της Ερφούρτης, 1891, σελ. 206).

17. Καρλ Μαρξ - Φρίντριχ Ένγκελς, Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, σελ. 34, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1984.

18. Β. Ι. Λένιν, Κράτος και επανάσταση, σελ. 108, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2003.

19. Ό.π., σελ. 122. Σε μια λαϊκή γενική συνέλευση δεν υπήρχαν εκπρόσωποι του λαού, ούτε και μια εκτελεστική εξουσία ή μια νομολογία της κυβέρνησης· υποτελείς και κυρίαρχοι ήταν ένα (βλ. Ζαν-Ζακ Ρουσό, Το κοινωνικό συμβόλαιο ή αρχές πολιτικού δικαίου, σελ. 118-119, εκδ. Πόλις, Αθήνα, 2004). Πόσο γλυκιά μελωδία ελευθερίας ξεχύνεται από Το Κοινωνικό Συμβόλαιο του Ρουσό, η οποία υπηρέτησε τις θεωρητικές προεργασίες του Διαφωτισμού για τη Γαλλική Επανάσταση, καθώς και –σίγουρα εν μέρει χωρίς τέτοια πρόθεση– την επιβολή του καπιταλισμού, την απώθηση της φεουδαρχίας ως ηγετικού κοινωνικού σχηματισμού.

20. Μαρξ & Ένγκελς, Διαλεχτά Έργα, τόμ. Ι, σελ. 770. Εδώ διαφεύγει στον Λένιν μια μικρή ασάφεια: Στο άρθρο του «Ο παρτιζάνικος πόλεμος», που δημοσιεύτηκε στις 30.9.1906, όριζε τον Κάουτσκι ως το θεωρητικό ο οποίος το 1902 είχε διακρίνει ότι «η μελλοντική επανάσταση ... θα είναι όχι τόσο πάλη του λαού ενάντια στην κυβέρνηση όσο πάλη ανάμεσα σε δύο μερίδες του λαού» (βλ. Β. Ι. Λένιν, «Ο παρτιζάνικος πόλεμος», Άπαντα, τόμ. 14, σελ. 11, εκδ. Σύγχρονη Εποχή). Απ’ ό,τι φαίνεται, εδώ ο Κάουτσκι έχει αντιγράψει από τον Ένγκελς αυτήν την τελευταία φράση και παραλείπει την πηγή. Η διαφορά είναι στο ότι ο Ένγκελς έγραφε του «πληθυσμού» αντί του «λαού». Δηλαδή αυτό που ο Λένιν αναγνωρίζει στον Κάουτσκι ως θετικό είναι αντιγραφή από τον Ένγκελς.

21. Β. Ι. Λένιν, Κράτος και επανάσταση, σελ. 141, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2003.

22. Βλ. (A. Neuberg), Hans Kippenberger, M. N. Tuchatschewski, Ho Chi Minh, Der bewaffnete Aufstand, basis Europaische Verlagsanstalt, σελ. 177 και 179, Φρανκφούρτη στο Μάιν, 1972.

23. Σ.τ.Μ.: Αναφερόμενος στις εξεγέρσεις που πραγματοποιήθηκαν το Δεκέμβρη του 1905 στη Ρωσία, ο Πλεχάνοφ είπε εκ των υστέρων τη φράση: «Δεν έπρεπε να έχουν πάρει τα όπλα».

24. Σ.τ.Μ.: Το Bundschuh είναι ένα δερμάτινο παπούτσι που είναι φτιαγμένο από μακριά κορδόνια και το φορούσαν οι χωρικοί κατά το Μεσαίωνα. Έγινε το σύμβολο του λεγόμενου Κινήματος Bundschuh, δηλαδή της εξέγερσης των χωρικών στη Νοτιοδυτική Γερμανία την περίοδο 1493-1517, στην οποία βρίσκονται οι ρίζες του λεγόμενου Πολέμου των Χωρικών στη Γερμανία το 1524-1526.

25. Βλ. «Der Aufstand in Hamburg», στο (A. Neuberg), Hans Kippenberger, M. N. Tuchatschewski, Ho Chi Minh, Der bewaffnete Aufstand, basis Europaische Verlagsanstalt, σελ. 66 κ.ε., Φρανκφούρτη στο Μάιν, 1972.

26. Βλ. Β. Ι. Λένιν, Ο «αριστερισμός», παιδική αρρώστια του κομμουνισμού, σελ. 29, εκδ. Σύγχρονη Εποχή. Από αυτήν την κατάλληλη στιγμή εξαρτώνται όλα· το να καθορίσεις σωστά αυτήν τη στιγμή δεν είναι για τους πιο αδύναμους χαρακτήρες που τρέμουν μην περάσει η σφαίρα από πάνω τους. [Ας δούμε εδώ την πορεία της τοποθέτησης του Κάουτσκι.] Ο Κάουτσκι εκτιμούσε το 1909 ότι η κατάσταση που είχε διαμορφωθεί ήταν τέτοια που δε θα μπορούσε πια να χαρακτηριστεί η επανάσταση στην Ευρώπη ως πρόωρη και ότι αυτό που έμενε ήταν η κατάλληλη στιγμή, το σήμα. Το 1912 ο Κάουτσκι υπογράφει το Μανιφέστο της Βασιλείας. Αυτό που υπέγραψε δεν είναι ασήμαντο: Υπέγραψε ότι η επανάσταση συνδέεται με τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και ότι ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος πρέπει να μετατραπεί σε εμφύλιο πόλεμο για την ανατροπή των καπιταλιστών. Το 1917 χαρακτήρισε μεμιάς τις μάχες του Οκτώβρη ως άκαιρες, παρά τη θέση του ότι η επανάσταση δε θα μπορούσε πια να χαρακτηριστεί ως πρόωρη. Το Νοέμβρη του 1918, με την μπροσούρα του Η δικτατορία του προλεταριάτου έστησε τρικούβερτο γλέντι ενάντια στον μπολσεβικισμό, στον οποίο πιστοποίησε δικτατορικά-βίαια χαρακτηριστικά, σημειώνοντας ότι η επανάσταση στη Ρωσία θα έπρεπε να είχε προχωρήσει με τον ειρηνικό-κοινοβουλευτικό δρόμο.

27. Β. Ι. Λένιν, ό.π., σελ. 79. Πρέπει να πούμε κάτι γι’ αυτό το θεμελιώδες ύστερο έργο του Λένιν: Με αυτό το έργο, ο Λένιν προσπαθεί να αναδείξει τη ρωσική εμπειρία του μπολσεβικισμού με στόχο την ωρίμανση του εργατικού κινήματος στη Δυτική Ευρώπη (βλ. ό.π., σελ. 32). Ο Λένιν έγραψε τον Αριστερισμό –ο οποίος φέρει τον υπότιτλο «Δοκίμιο εκλαϊκευτικής συζήτησης για τη μαρξιστική στρατηγική και τακτική» και γι’ αυτό και βρίσκεται στην πρώτη γραμμή των έργων που πρέπει να μελετηθούν– αφότου είχε δράσει για πάνω από 30 χρόνια στο ρωσικό και διεθνές εργατικό κίνημα και είχε ζήσει από κοντά τρεις επαναστάσεις, και μάλιστα την τελευταία την οργάνωσε από θέση ηγέτη. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι με αυτό το έργο η μεγάλη αλεπού καθοδηγεί τα μικρά αλεπουδάκια να μην πέσουν στις παγίδες που έχει στήσει η αστική τάξη. Φυσικά, οι αντικομμουνιστές ιδεολόγοι έχουν επιλέξει ακριβώς αυτό το κείμενο ως θεωρητικό υπεύθυνο για την εργαλειοποίηση και μπολσεβικοποίηση των δυτικών κομμουνιστικών κομμάτων. Αυτό επιδρά μέχρι την κυριαρχία του Στάλιν, ο οποίος δήθεν διηύθυνε από τη Μόσχα όλα τα κόμματα-δορυφόρους. Ωστόσο, μια προσεκτική ανάγνωση του κειμένου φανερώνει μια μεγάλη ευαισθησία του Λένιν να τονίσει τον αυτοτελή δρόμο ανάπτυξης κάθε κομμουνιστικού κόμματος, το ότι το καθένα έχει τη δική του φυσιογνωμία, η οποία με τη σειρά της έχει της δικές της ρίζες και το δικό της υπόβαθρο. Ο Ότο Ρούλε (Oto Rühle) είδε σ’ αυτό το έργο του Λένιν μια πολιτική κλίση προς τα δεξιά και ο Άντον Άκερμαν (Anton Ackermann) ήθελε το 1946 να εμπνευστεί από αυτό για να βρει ένα δικό του, ιδιαίτερο, γερμανικό δρόμο προς το σοσιαλισμό.

28. Ό.π., σελ. 89-90.

29. Β. Ι. Λένιν, «Η προλεταριακή επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκι», Άπαντα, τόμ. 37, σελ. 263, εκδ. Σύγχρονη Εποχή. Ούτε είναι δυνατή η άμεση κατάργηση του χρήματος –ο ορίζοντας του οποίου είναι πολύ κοντός και περιορισμένος– ούτε η κατάργηση των εκμεταλλευτών με ένα μόνο χτύπημα.

30. Βλ. Karl Kautsky, Die Diktatur des Proletariats, σελ. 33, Ignaz Brand, Βιέννη, 1918. Ο Κάουτσκι πάει, μάλιστα, ακόμα παραπέρα. Λέει ότι ο αστικός κρατικός μηχανισμός μπορεί στον αστερισμό και στην εποχή της αναπτυγμένης δημοκρατίας να αντιστραφεί και να στραφεί ενάντια στους εκμεταλλευτές (βλ. Karl Kautsky, Die materialistische Geschichtsauffassung, τόμ. 2, σελ. 589, εκδ. Dietz Verlag, Βερολίνο, 1929). Η δικτατορία του προλεταριάτου είναι η λέξη-κλειδί που διαχωρίζει τους αληθινούς από τους ψεύτικους φίλους του λαού.

31. Β. Ι. Λένιν, Ο «αριστερισμός», παιδική αρρώστια του κομμουνισμού, σελ. 110, εκδ. Σύγχρονη Εποχή.