Τα πρωτόκολλα ιατρικών πράξεων - φαρμάκων είναι πακέτα προκαθορισμένων - τυποποιημένων εξετάσεων, φαρμάκων και θεραπειών, που στηρίζονται σε έρευνες φαρμακευτικών και άλλων εταιριών, με κριτήριο την κερδοφορία του κεφαλαίου που δραστηριοποιείται στον τομέα της υγείας. Πρόκειται για επικίνδυνη μέθοδο που υποβαθμίζει τις υπηρεσίες υγείας, παρεμβαίνει και χειραγωγεί το επιστημονικό έργο των γιατρών. Τα πρωτόκολλα αυτά θα καθορίζουν και τη χρηματική αξία της Κάρτας Υγείας, ενώ οι ασθενείς θα αναγκάζονται να αγοράζουν τις ιατρικές υπηρεσίες και τα φάρμακα, αν αυτές δεν προβλέπονται από το Πρωτόκολλο.
Οι αποφάσεις για τη θεραπεία των ασθενών και τελικά για την υγεία των λαϊκών στρωμάτων θα παίρνονται με βάση τη λογική των περικοπών στις δαπάνες υγείας και το φάρμακο, αφού κριτήριο είναι το κόστος.
Με πρόσχημα τον εξορθολογισμό, η κυβέρνηση παρεμβαίνει και χειραγωγεί το επιστημονικό έργο των γιατρών, καθώς αυτοί θα είναι υποχρεωμένοι να λειτουργούν όχι με βάση το δικό τους επιστημονικό κριτήριο αλλά με βάση τα πρωτόκολλα που θα τους καθορίζουν οι εννέα τριμελείς επιτροπές που έχουν δημιουργηθεί από τον ΕΟΦ, προκειμένου να διαμορφωθούν οδηγίες για ισάριθμες παθήσεις (Ογκολογία, Αρρυθμίες, Φλεβική θρόμβωση, Λοιμώξεις, Καρδιαγγειακά Ψυχιατρική Αιματολογία, Γαστρεντερολογία, Ρευματολογία), ενώ αναμένεται να υπάρξουν και νέες επιτροπές και για άλλα νοσήματα, σύμφωνα πάντα με τις επιταγές του κεφαλαίου.
Για να γίνει εφικτή η χρήση των πρωτοκόλλων ως εργαλείων μείωσης των κρατικών δαπανών για την υγεία-πρόνοια προηγήθηκε η λεγόμενη κωδικοποίηση των ιατρικών πράξεων. Βασικός στόχος της κωδικοποίησης είναι η «εννοιολογικά σαφέστερη και όσο το δυνατό πληρέστερη καταγραφή της ιατρικής δραστηριότητας εντός ή εκτός νοσοκομείου, σε πρωτοβάθμιες, δευτεροβάθμιες, τριτοβάθμιες υπηρεσίες, στο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα που δίνουν τη δυνατότητα κοστολόγησης του παραγόμενου ιατρικού έργου», όπως τόνισε στην ημερίδα του Υπουργείου Υγείας ο καθηγητής Οικονομικών της Υγείας Γ. Κυριόπουλος στις 14 Ιουνίου 2010 στο Ζάππειο. Η κωδικοποίηση παρέχει την πρώτη ύλη για ένα σύστημα εκτίμησης των πόρων και της «έντασης της εργασίας» που απαιτείται για το σύνολο των διενεργούμενων πράξεων, καθιστά εφικτή τη τιμολόγηση των πράξεων, ώστε να αυτοματοποιηθούν οι διαδικασίες ελέγχου, διοικητικής παρέμβασης και εκκαθάρισης αποζημιώσεων για παροχές υγείας και τέλος αποτελεί τη βάση για τη δημιουργία των συστημάτων τιμολόγησης και αποζημίωσης των νοσοκομειακών υπηρεσιών.
Το πρόσφατο πολυνομοσχέδιο για την Υγεία ενοποιεί μέσω του Ενιαίου Οργανισμού Παροχών Υπηρεσιών Υγείας (ΕΟΠΥΥ) τους κλάδους υγείας των τεσσάρων μεγαλύτερων ταμείων (ΙΚΑ, ΟΠΑΔ, ΟΓΑ, ΟΑΕΕ) και στην ουσία ενισχύει την επιχειρηματική δράση στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας, αφού οι ιατρικές υπηρεσίες θα αγοράζονται και θα πουλιούνται με βάση έναν ενιαίο κανονισμό παροχών υγείας (που θα προσδιοριστεί με προεδρικό διάταγμα), ο οποίος θα καταρτιστεί με βασικό κριτήριο τη μείωση της κρατικής και ασφαλιστικής δαπάνης για την υγεία-πρόνοια και κυρίαρχο εργαλείο την κωδικοποίηση-κοστολόγηση των ιατρικών πράξεων.
Οι αποφάσεις για τη θεραπεία θα παίρνονται όχι με βάση την ανάγκη των ασθενών, αλλά σύμφωνα με τη λογική των περικοπών στις κρατικές δαπάνες υγείας και το φάρμακο. Ο άρρωστος θα αποζημιώνεται μόνο για τα φάρμακα και τις εξετάσεις που περιλαμβάνονται στη θεραπευτική ομάδα του πρωτοκόλλου. Στην περίπτωση που του συστήσει άλλα ο γιατρός ή που θα αναγκαστεί να προσφύγει στον ιδιωτικό τομέα, αφού με βάση τα πρωτόκολλα η θεραπεία θα είναι αναποτελεσματική, θα πληρώνει απ’ την τσέπη του.
Οι κατευθυντήριες οδηγίες ή αλλιώς θεραπευτικά και διαγνωστικά πρωτόκολλα θα χρησιμοποιηθούν από τον ΕΟΠΥΥ ως άλλοθι για την περικοπή δαπανών για εξετάσεις, διαγνωστικές προσεγγίσεις, θεραπευτικούς χειρισμούς κλπ. από τα ασφαλιστικά ταμεία. Από την άλλη, η ολοένα διευρυνόμενη επιστημονική γνώση θα απαιτεί παραπάνω εξετάσεις και διαγνωστικές μεθόδους, οι οποίες όμως δε θα καλύπτονται από ταμεία και θα αναγκάζεται ο ασθενής να ανατρέξει στον ιδιωτικό ή στον αποστεωμένο κρατικό επιχειρηματικό τομέα, πληρώνοντας όμως το αντίτιμο.
Με το πρόσχημα της επιστημονικής εγκυρότητάς τους τα πρωτόκολλα θα αποτελέσουν το δούρειο ίππο για την ποδηγέτηση της ιατρικής πράξης στα συμφέροντα των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων από τη μία και τις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις στον τομέα της υγείας-πρόνοιας από την άλλη. Δηλαδή η Κάρτα Υγείας, η οποία θα χορηγηθεί σε όλους τους ασφαλισμένους και θα λειτουργεί ως «πιστωτική» με πιστωτικό όριο, θα παρέχει ορισμένες μόνο υπηρεσίες-εξετάσεις-θεραπείες, που θα είναι προκοστολογημένες και θα καλύπτουν ένα ελάχιστο πακέτο «προνοιακού» χαρακτήρα. Ολο το έμμεσο κόστος για τις υπηρεσίες υγείας-πρόνοιας καταβάλλεται από τον εργαζόμενο και τις ασφαλιστικές του εισφορές. Δηλαδή ο εργαζόμενος διπλοπληρώνει και με αυτή τη ρύθμιση.
Οι αναδιαρθρώσεις στην υγεία-πρόνοια, οι αλλαγές στο ασφαλιστικό, οι αλλαγές στην εκπαίδευση είναι άμεσα συνδεδεμένες με την ένταση του ανταγωνισμού, την παρατεταμένη κρίση και την ανάγκη διευρυμένης αναπαραγωγής του κοινωνικού κεφαλαίου.
Η εκπαίδευση των υγειονομικών θα γίνει πιο «ευέλικτη», ταχύρυθμη, με προσανατολισμό «κατάρτισης» και όχι ολοκληρωμένης γνώσης. Συνεπώς θα παράγονται υγειονομικοί διαφορετικών ταχυτήτων εκπαίδευσης, ανάλογα με το πόσα χρήματα μπορούν να καταβάλλουν για την παραπέρα εξειδίκευσή τους (μεταπτυχιακά, εξειδίκευση κλπ.). Οι υγειονομικοί της 1ης ταχύτητας εκπαίδευσης (οι οποίοι θα αποτελούν και την πλειοψηφία) θα είναι «χαμηλού» επιστημονικού επιπέδου. Αυτοί θα εφαρμόζουν τα πρωτοκόλλα και τις κατευθυντήριες οδηγίες, αφού λόγω έλλειψης γνώσης δε θα μπορούν επιστημονικά να τις προσαρμόσουν στην πρακτική τους. Το παράδειγμα των γιατρών άνευ ειδικότητας (των γενικών γιατρών) της Βρετανίας αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Η καπιταλιστική κρίση επιταχύνει αυτές τις εξελίξεις, γι’ αυτό και η υλοποίησή τους αυτή τη χρονική στιγμή είναι απόλυτα εξαρτώμενη από το επίπεδο της ταξικής συνείδησης των εργαζομένων και της οικονομικής, ιδεολογικής και πολιτικής τους πάλης. Προβάλλει επιτακτικά η ανάγκη να αναδειχτεί η ανωτερότητα του κεντρικού σχεδιασμού σε όλα τα επίπεδα της οικονομικής και κοινωνικής ζωής. Στον κεντρικό σχεδιασμό και κάτω από τον εργατικό έλεγχο, η γνώση που παράγεται καθώς και τα αποτελέσματά της, αξιοποιούνται σε μαζική κλίμακα και ισότιμα για όλη την κοινωνία. Τέτοιος σχεδιασμός δεν μπορεί να υπάρξει στον καπιταλισμό, αφού έρχεται σε αντίθεση με το βασικό σκοπό της παραγωγής, δηλαδή την κερδοφορία του κεφαλαίου. Τέτοιος κεντρικός σχεδιασμός συνιστά νέα οικονομική σχέση, στοιχείο της λαϊκής οικονομίας, όπου τα συγκεντρωμένα μέσα παραγωγής είναι κοινωνικοποιημένα, ενώ το σύστημα υγείας είναι αποκλειστικά δημόσιο και δωρεάν και η αντιμετώπιση της υγείας ως καθολικού κοινωνικού δικαιώματος εκφράζει τον εργατικό, λαϊκό χαρακτήρα της εξουσίας. Ετσι θα αναπτύσσεται η έρευνα με μοναδικό κριτήριο την κάλυψη των κοινωνικών αναγκών.
Αυτός ο σχεδιασμός δεν έχει τίποτε το κοινό με το σχεδιασμό των καπιταλιστικών κρατών και των ενώσεών τους, όπως η ΕΕ, ή του κάθε μονοπωλίου που προγραμματίζει βραχυπρόθεσμα, το πολύ μεσοπρόθεσμα, τον ατομικό του προγραμματισμό με κριτήριο το κέρδος σε συνθήκες γενικότερης καπιταλιστικής αναρχίας.
O κεντρικός σχεδιασμός της οικονομίας στηρίζεται στην αξιοποίηση όλων των αναπτυξιακών δυνατοτήτων της Ελλάδας που αφορούν τις ανθρώπινες ανάγκες, χωρίς ανισομέρειες και μακριά από κάθε περιορισμό που προκύπτει από τη διαπλοκή της ελληνικής καπιταλιστικής οικονομίας με την ΕΕ και τους διάφορους ιμπεριαλιστικούς μηχανισμούς.
Ο κεντρικός σχεδιασμός της λαϊκής, σοσιαλιστικής οικονομίας εξειδικεύεται κατά κλάδο και διακλαδώνεται κατά περιφέρεια της χώρας και κατά κατηγορία.
Η συσσωρευμένη γνώση είναι απαραίτητο εργαλείο για να μπορέσει η επιστήμη να προχωρήσει και να κατακτήσει ολοένα και περισσότερους τομείς, να αναπτύξει τις δυνατότητές της, έτσι ώστε κάθε ερευνητική προσπάθεια να παράγει αποτελέσματα που θα βρίσκονται στην υπηρεσία των αναγκών των εργαζομένων και των οικογενειών τους. Το κύριο ζήτημα για το ταξικό κίνημα είναι ο αναπροσανατολισμός της έρευνας, ώστε σχεδιασμένα να υπηρετεί τις σύγχρονες διευρυμένες λαϊκές ανάγκες και την εξέλιξη της επιστήμης, αντί για την εξασφάλιση της οικονομικής κυριαρχίας και της πολιτικής εξουσίας των μονοπωλίων. Στόχος της ερευνητικής πολιτικής πρέπει να είναι η βελτίωση της ζωής των εργαζομένων με τη μεγαλύτερη δυνατή αξιοποίηση των παραγωγικών δυνατοτήτων της χώρας και τη συμμετοχή του συνόλου του επιστημονικού δυναμικού στην παραγωγή νέας γνώσης. Η γνώση αυτή πρέπει να είναι ταξινομημένη, πιστοποιημένη, έγκυρη, μεθοδολογικά αξιόπιστη και προπαντός κάτω από τον εργατικό έλεγχο. Η έρευνα θα οργανώνεται από κρατικούς οργανισμούς -ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, ινστιτούτα κλπ.- και θα υπηρετεί τον κεντρικό σχεδιασμό, τη διεύθυνση της κοινωνικής παραγωγής και των κοινωνικών υπηρεσιών, με γνώμονα την ανάπτυξη της κοινωνικής ευημερίας.
Οι επιστήμονες και ιδιαίτερα το επιστημονικό προλεταριάτο χρειάζεται να συνειδητοποιήσουν από σήμερα ότι με τη καθοδήγηση της πρωτοπορίας της εργατικής τάξης πρέπει να χειραφετηθούν από τα δεσμά του κεφαλαίου που σαν μέγγενη στραγγαλίζουν την ύπαρξη της εργατικής τάξης και την καθυποτάσσουν στη λογική της εμπορευματοποίησης και της ανταγωνιστικότητας. Είναι αναγκαίο το Κόμμα να ισχυροποιήσει το ιδεολογικό μέτωπο ενάντια σε κάθε φύσης οπορτουνιστική αντίληψη και πρακτική που εκφράζεται στους κόλπους των επιστημόνων. Πρέπει σθεναρά και επιτακτικά να επιβληθεί το ερώτημα «από ποιον και για ποιον» στη συνείδηση των νέων επιστημόνων που βρίσκονται στις υπηρεσίες υγείας-πρόνοιας, στην έρευνα ή στις παρυφές της, αξιοποιώντας έτσι τη μεγάλη δυσαρέσκεια που και οι ίδιοι έχουν για τον τρόπο που τους αντιμετωπίζει το σύστημα, το κεφάλαιο και οι υπηρέτες του.