ΙΑΤΡΙΚΑ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΑ: ΕΡΓΑΛΕΙΑ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΗΣ ΥΓΕΙΑΣ


του Νίκου Μπουντούρογλου

Το ζήτημα των ιατρικών πρωτοκόλλων και η χρήση τους ως εργαλείων του επιχειρηματικού και εμπορευματοποιημένου συστήματος υγείας, στην κατεύθυνση της παραπέρα υποταγής της ιατρικής επιστήμης στις ανάγκες συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου, είναι αντικείμενο πάλης. Ο ρόλος των ιατρικών πρωτοκόλλων είναι απαραίτητο να αναλυθεί ταξικά, διαλεκτικά-υλιστικά, έτσι ώστε να αναδειχτεί ότι η προώθησή τους σήμερα αποτελεί επιταγή για την παραπέρα καπιταλιστική συσσώρευση και αναπαραγωγή του κεφαλαίου.

Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΑ ΥΓΕΙΑΣ ΑΝΤΑΝΑΚΛΑ ΤΙΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ

Οι γιατροί και οι επιστήμονες υγείας συμμετέχουν ενεργά στον ολοένα και πιο κοινωνικοποιημένο καταμερισμό εργασίας. Ο ρόλος του γιατρού και του επιστήμονα υγείας είναι απόλυτα εξαρτώμενος από το κοινωνικό-οικονομικό περιβάλλον στο οποίο ζει και ασκεί την επιστήμη του. Αυτό σε τελευταία ανάλυση καθορίζει τον προσανατολισμό, το περιεχόμενο της επιστημονικής του δραστηριότητας και του κοινωνικού του ρόλου.

Για παράδειγμα, η έννοια της πρωτογενούς πρόληψης στον καπιταλισμό περιορίζεται κυρίως στην ενημέρωση και στην έγκαιρη διάγνωση παρά στον προσανατολισμό της δράσης για την άρση των αιτιών που προκαλούν μία νόσο, όπως εξ ορισμού θα πρέπει να ισχύει στο σοσιαλισμό.

Στον καπιταλισμό οι εκμεταλλευτικές σχέσεις παραγωγής εμποδίζουν να γίνεται αξιοποίηση των δυνατοτήτων που η πρόοδος της επιστήμης και της τεχνολογίας επιτρέπει, με κριτήριο την ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών. Η εμπορευματική αξιοποίηση των τεχνολογιών στο διαγνωστικό τομέα είναι κυρίαρχη, ενώ η διείσδυση και η εδραίωση των μονοπωλιακών ομίλων σε όλο το φάσμα υπηρεσιών υγείας είναι πλέον γεγονός την τελευταία δεκαετία. Για παράδειγμα, από τους 323 μαστογράφους μόνο οι 52 (16%) είναι εγκατεστημένοι σε δημόσια νοσοκομεία. Από τους 199 αξονικούς τομογράφους το Δημόσιο κατέχει τους 48 (24%). Από τις 109 γ-κάμερες (για σπινθηρογραφήματα) οι 38 (25%) είναι στο Δημόσιο. Η αναλογία μαγνητικών τομογράφων και υπερηχοτομογράφων κατά τα 3/4 ανήκουν στον ιδιωτικό τομέα1. Το διάστημα 1989-2007 οι ιδιωτικές δαπάνες από 42,6% έφτασαν στο 58% και οι δημόσιες από 57,40% στο 42% των συνολικών δαπανών. Το διάστημα 1997-2007 ο συνολικός τζίρος του ιδιωτικού τομέα στην υγεία υπερτριπλασιάστηκε, αφού από 508 εκατομμύρια ευρώ ανήλθε στα 1,8 δισ. ευρώ. Το 51,2% της εγχώριας αγοράς υγείας (ιδιωτικός τομέας) ελέγχεται από 4 ιδιωτικά νοσοκομεία. Το 2005 οι 10 μεγαλύτερες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην υγεία κατείχαν το 58% της αγοράς2.

Η εμπειρία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στον 20ό αιώνα ανέδειξε ότι είναι δυνατό η έννοια της πρόληψης (πρωτογενής, δευτερογενής, τριτογενής) να αγκαλιάζει ολόκληρη την κοινωνία και ότι αυτή περνάει κυρίως μέσα από την πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας και τον οικογενειακό γιατρό. Η βασική διαφορά στη «φιλοσοφία» σε σχέση με τον καπιταλισμό είναι πως η υγεία είναι στην ευθύνη ολόκληρης της κοινωνίας, μέσω του σοσιαλιστικού κράτους και όχι ατομική ευθύνη του κάθε εργαζόμενου. Αυτό αποτελεί θεμελιώδη διαφορά ανάμεσα στους δύο δρόμους ανάπτυξης (καπιταλιστικό και σοσιαλιστικό) και αντανακλάται και στην εξασφάλιση των κοινωνικών προϋποθέσεων για την πλήρη ανάπτυξη του κοινωνικού ρόλου του γιατρού στο σοσιαλισμό, όπως και όλων των εργαζόμενων, ο οποίος είναι αναπόσπαστος από το επιστημονικό του έργο. Οσο βαθαίνουν οι κομμουνιστικές σχέσεις παραγωγής θα ανεβαίνει και η κομμουνιστική συνείδηση που διαπαιδαγωγεί τον εργαζόμενο υγειονομικό, ο οποίος θα δρα και για την αντιμετώπιση των κοινωνικών, περιβαλλοντικών, εργασιακών κλπ. συνθηκών που χειροτερεύουν την υγεία των συνανθρώπων του, για τη βελτίωση συνολικά του επιπέδου ζωής και υγείας τους. Αυτό πρέπει να είναι μέρος της καθημερινής του πρακτικής. Δεν μπορεί να διασπάται ο ρόλος και η δράση του σε «επιστημονική» και «μη επιστημονική» πράξη.

Στο έδαφος των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής ο επιστήμονας γενικά και ειδικότερα ο γιατρός θεωρείται ένας πολύ εξειδικευμένος εργαζόμενος, ο οποίος πρέπει καθημερινά να ενημερώνεται και να εργάζεται μόνο για να αντιμετωπίσει μια ασθένεια. Δεν εκπαιδεύεται να αντιμετωπίσει ανθρώπους που πάσχουν από μια ασθένεια και οι οποίοι δεν είναι αύξοντες αριθμοί μιας νόσου, αλλά άνθρωποι ενταγμένοι στην κοινωνικοταξική διάρθρωση, με συναισθήματα, προβλήματα, αδιέξοδα, ημιτελή ή κακής ποιότητας διατροφή, εγκατεστημένοι σε μολυσμένο περιβάλλον κλπ., όπου πολλές φορές αυτά ακριβώς αποτελούν και την πρωτογενή αιτία της εκδήλωσης της νόσου.

ΙΑΤΡΙΚΗ ΒΑΣΙΣΜΕΝΗ ΣΕ ΕΝΔΕΙΞΕΙΣ-ΑΠΟΔΕΙΞΕΙΣ ΚΑΙ ΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΟΡΘΗΣ ΚΛΙΝΙΚΗΣ ΠΡΑΚΤΙΚΗΣ

Σύμφωνα με κείμενο της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου McMaster του Καναδά, ως «Ιατρική βασισμένη σε ενδείξεις» (Evidenced Based Medicine - ΕΒΜ) ορίζεται «η θεμελίωση των κλινικών αποφάσεων στη διαδικασία της συστηματικής ανεύρεσης, αξιολόγησης και εφαρμογής των ευρημάτων της τρέχουσας έρευνας». Δηλαδή είναι ένα σύστημα καθοδήγησης και αξιολόγησης των διαγνωστικών και θεραπευτικών αποφάσεων, το οποίο στηρίζεται στην επιστημονική εμπειρία, όπως αυτή αποτυπώνεται στη διεθνή βιβλιογραφία. Με άλλα λόγια κάθε διαγνωστική ή θεραπευτική απόφαση πρέπει να μπορεί να τεκμηριωθεί με συγκεκριμένα επιστημονικά δεδομένα. Αυτό είναι μια αποδεκτή προσέγγιση, η οποία όμως μέσα στις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής χάνει την αξιοπιστία και εγκυρότητά της, διαστρεβλώνεται, παραμορφώνεται και αποξενώνεται από τις λαϊκές ανάγκες. Οι θιασώτες της EBM λένε πως για κάθε κλινική απόφαση πρέπει να υπάρχει επιστημονικό δεδομένο που να τη στηρίζει. Πού βρίσκονται όμως αυτά τα δεδομένα; Ποιος τα παράγει; Ποιος τα δημοσιεύει; Ποιος χρηματοδοτεί την έρευνα που παράγει αυτά τα αποτελέσματα, στα οποία «στηρίζεται» η ΕΒΜ; Σχεδόν αποκλειστικά τα μονοπώλια που δραστηριοποιούνται στους τομείς της υγείας και του φάρμακου.

Σύμφωνα με πρόσφατες μελέτες, η έρευνα χρηματοδοτείται κατά 93,3% από τη βιομηχανία, κατά 3,5% από ερευνητικά κέντρα και πανεπιστήμια και κατά 3,2% από τις κρατικές δαπάνες3. Η Ελλάδα δαπανά μόλις το 0,6% του ΑΕΠ για έρευνα. Εχει επιτευχθεί μεγάλη διείσδυση του μονοπωλιακού κεφαλαίου στο δημόσιο σύστημα υγείας, ενώ ήδη έχει θεσμοθετηθεί η διασύνδεση των Πανεπιστημίων με την αγορά και τους μεγαλοεπιχειρηματίες, γεγονός που θα οδηγήσει σε ακόμα μεγαλύτερη και βαθύτερη εξάρτηση από τα συμφέροντα και τους στόχους των μονοπωλιακών ομίλων.

Περίπου το 20% του ετήσιου τζίρου των φαρμακοβιομηχανιών δαπανάται στην έρευνα και ανάπτυξη4. Συνεπώς τα επιστημονικά δεδομένα σχεδιάζονται, παράγονται και δημοσιεύονται κατά τη βούληση του μεγάλου κεφαλαίου που κυριαρχεί στο χώρο της υγείας. Ακόμα και η ανταλλαγή επιστημονικών απόψεων, η εκπαίδευση και η ενημέρωση των επιστημόνων υγείας βρίσκονται κατά αποκλειστικότητα στην υπηρεσία των φαρμακευτικών πολυεθνικών ομίλων (π.χ. συνέδρια, ημερίδες, συμπόσια κλπ.). Συνεπώς τα δεδομένα και οι αποδείξεις που επικαλείται η βασισμένη σε ενδείξεις ιατρική, είναι εξ ολοκλήρου βασισμένα σε δημοσιεύσεις, οι οποίες βρίσκονται κάτω από τον απόλυτο έλεγχο του κεφαλαίου. Αυτό σε καμία περίπτωση δε σημαίνει πως πολλά από τα παραγόμενα επιστημονικά συμπεράσματα δεν είναι αποδεκτά και δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται στην κλινική πράξη.

Ανεξάρτητα από τη βαρύτητα των ενδεικτικών στοιχείων, παραμένει ευθύνη του θεράποντος γιατρού να ερμηνεύσει τον τρόπο εφαρμογής των οδηγιών, λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες των ασθενών. Η συσσωρευμένη πείρα με τη μορφή γενικών κανόνων συνοψίζει την κατάλληλη αντιμετώπιση, βασισμένη σε επιστημονικά ενδεικτικά στοιχεία και στην ευρύτατη κοινή αποδοχή, αφήνοντας όμως περιθώρια για δικαιολογημένες παραλλαγές στην εφαρμογή. Η άσκηση της ιατρικής υπακούει στους βασικούς κανόνες της ιατρικής επιστήμης, έτσι όπως διαμορφώθηκαν με βάση τη γνώση (βιβλία, μελέτες, προσωπική εμπειρία, διεθνή συνέδρια κλπ.) και διαμορφώνει στρατηγικές αντιμετώπισης για κάθε ασθένεια (πρόληψη, διάγνωση, θεραπεία).

Με την εδραίωση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής συστηματοποιήθηκε και αναβαθμίστηκε η γνώση σε σχέση με την ιατρική επιστήμη. Με το πέρασμα στον κρατικομονοπωλιακό καπιταλισμό αναπτύχθηκαν περισσότερο οι τομείς που η κερδοφορία των δραστηριοποιημένων στην υγεία κεφαλαίων επέβαλε. Δεν αναπτύχθηκε το ίδιο ο τομέας της πρόληψης, σε σχέση με αυτόν της διάγνωσης και της θεραπείας, όπου η κερδοφορία ήταν και είναι υψηλότερη. Είναι σαφές πως στη σοσιαλιστική οικοδόμηση, η οποία υπηρετεί την ανάπτυξη με κριτήριο την ικανοποίηση των όλο και διευρυνόμενων λαϊκών αναγκών, όλοι οι τομείς της ιατρικής επιστήμης με κεντρικό σχεδιασμό και εργατικό και λαϊκό έλεγχο θα έχουν την τάση να αναπτύσσονται ισόμετρα. Οι κανόνες δηλαδή κλινικής πρακτικής θα συμπεριλαμβάνουν και τον τομέα της πρόληψης και βέβαια την αντίστοιχη έρευνα που θα υποτάσσεται σε αυτό το στόχο.

Επίσης η έννοια της υγείας στο σοσιαλισμό ορίζεται ως «η κατάσταση της πλήρους σωματικής, ψυχικής και κοινωνικής ευεξίας και όχι μόνο η απουσία ασθένειας ή αναπηρίας», ορισμός που αποδέχτηκε στο καταστατικό του το 1946 ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) κάτω και από την πίεση του σοσιαλιστικού συστήματος. Ο ορισμός αυτός αναδεικνύει την τεράστια διαφορά μεταξύ του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής που βλέπει την υγεία ως απουσία ασθένειας ή καλύτερα ως διατήρηση της δυνατότητας πώλησης της εργατικής δύναμης (αυτό δεν αποκλείει την ασθένεια) και του σοσιαλιστικού-κομμουνιστικού που βλέπει την υγεία ως κοινωνική ανάγκη για την ολόπλευρη ανάπτυξη όλων των δυνατοτήτων του ανθρώπου.

ΤΑ ΙΑΤΡΙΚΑ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΑ

Η λέξη «πρωτόκολλο» στην ιατρική επιστήμη αναφέρεται σε επιστημονικούς κανόνες και οδηγίες που πρέπει να λαμβάνει υπόψη του ο γιατρός κατά τη διάρκεια που χειρίζεται ένα περιστατικό. Τα πρωτόκολλα μπορεί να διαχωριστούν σε δύο μεγάλες κατηγορίες. Τα θεραπευτικά-διαγνωστικά πρωτόκολλα και τα ερευνητικά.

Κάθε θεραπευτικό-διαγνωστικό πρωτόκολλο αποτελείται από ένα σύνολο κατευθύνσεων και οδηγιών για το χειρισμό του ασθενή, οι οποίες βασίζονται σε δημοσιευμένα επιστημονικά δεδομένα. Αυτές οι οδηγίες βασίζονται σε διαγνωστικούς και θεραπευτικούς αλγόριθμους που προκύπτουν από τη διεθνή δημοσιευμένη επιστημονική εμπειρία. Δηλαδή αυτά τα πρωτόκολλα αντανακλούν μια συσσωρευμένη γνώση, η οποία μεταφράζεται και σε πρακτικές οδηγίες. Οι γενικές γραμμές είναι κοινές, αλλά υπάρχουν ιδιαιτερότητες γεωγραφικές (π.χ. ο αλγόριθμος ενός διαγνωστικού πρωτοκόλλου για τον πυρετό είναι διαφορετικός στην Αφρική από ό,τι στην Ευρώπη, λόγω των διαφορετικών νοσημάτων που κυρίως προκαλούν πυρετό στις δύο ηπείρους), δημογραφικές (π.χ. ένα χωριό όπου κατοικούν κατά μεγάλο ποσοστό ηλικιωμένοι), πολιτισμικές-φυλετικές, θρησκευτικές (π.χ. μάρτυρες του Ιεχωβά) που διαφοροποιούν τα πρωτόκολλα μεταξύ τους παρόλο που αφορούν την ίδια νόσο.

Στον καπιταλισμό οι υπηρεσίες υγείας σε κάθε χώρα, νομό, νοσοκομείο ακόμα και κλινική δεν εντάσσονται σε έναν κεντρικό σχεδιασμό με βάση τις πραγματικές ανάγκες, αλλά υποτάσσονται στις ανάγκες της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής, γι’ αυτό και τα πρωτόκολλα αντανακλούν την παροχή υπηρεσιών υγείας πολλών «ταχυτήτων» που κυριαρχούν. Η συσσωρευμένη επιστημονική γνώση δεν αποτελεί νόμο απαράβατο, όπως οι υπερασπιστές των πρωτοκόλλων διατείνονται, για κάθε επιστήμονα υγείας αλλά εργαλείο διαλεκτικό, το οποίο πρέπει να χρησιμοποιείται ανάλογα με τις ανάγκες του ασθενή και μόνο.

Να σημειώσουμε επίσης ότι στον καπιταλισμό -και ιδιαίτερα στο μονοπωλιακό του στάδιο- κάθε τέτοια οδηγία «παράγεται» μέσα σε επιστημονικές εταιρείες και επαγγελματικές ενώσεις, οι οποίες εξαρτώνται οικονομικά κυρίως από τις φαρμακευτικές εταιρίες ή στηρίζουν τα συμφέροντά τους. Σήμερα η επιστημονική γνώση, από την «παραγωγή» μέχρι και την εφαρμογή της σε ασθενείς, ακολουθεί ευλαβικά τις ανάγκες του κεφαλαίου που δραστηριοποιείται και αναπαράγεται στην υγεία.

Τα ερευνητικά πρωτόκολλα είναι ένα σύνολο απαρέγκλιτων οδηγιών, έτσι ώστε να διεξάγονται κλινικές μελέτες που να διασφαλίζουν την εγκυρότητα των αποτελεσμάτων σε ό,τι αφορά την ασφάλεια, την ποιότητα και την αποτελεσματικότητα των θεραπευτικών παραγόντων.

Η ιστορία των κλινικών μελετών είναι γεμάτη από φρίκη και τρόμο, καθώς η ιατρική επιστήμη, πλήρως υποταγμένη στην κυρίαρχη τάξη και διαμέσου διεφθαρμένων και ανήθικων ιατρών, έκανε (και κάνει ακόμα όπου μπορεί) πειράματα σε ανθρώπους χωρίς καμία εγγύηση για την ασφάλειά τους.

Ορισμένα χαρακτηριστικά παραδείγματα:

• Το πείραμα του Μέικον Κάουντι το 1929, με την επωνυμία «Πρόγραμμα ελέγχου της σύφιλης», αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα, όταν μια ομάδα επιστημόνων αποφάσισε να μη χορηγήσει τη σωστή θεραπευτική αγωγή σε μια ομάδα μαύρων συφιλιδικών ασθενών με σκοπό να μελετηθεί η εξελικτική πορεία της νόσου και να διακριβωθεί αν αυτή παρουσίαζε διαφορές στον οργανισμό των μαύρων5.

• Κάποια από τα απεχθέστερα εγκλήματα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου έγιναν στις αχανείς εγκαταστάσεις της Μονάδας 731 του Ιαπωνικού Αυτοκρατορικού Στρατού στη Μαντζουρία της Κίνας, όπου επιστήμονες είχαν αναλάβει να κατασκευάσουν βιολογικά όπλα αρκετά ισχυρά για να καταστρέψουν τους συμμάχους. Το πρόγραμμα ξεκίνησε με εντολή του αυτοκράτορα Χιροχίτο και ο κύριος όγκος των πειραμάτων αφορούσε την παρασκευή βακτηριδίων πανώλης, άνθρακα, χολέρας και πολλών άλλων νόσων, καθώς και τη δοκιμή τους σε αιχμαλώτους πολέμου και αντικαθεστωτικούς κομμουνιστές (δηλαδή Κινέζους πολίτες). Μετά τη σαφή εκδήλωση της εκάστοτε νόσου, οι «πίθηκοι» (όπως κατ’ ευφημισμόν ονόμαζαν τους κρατουμένους τους οι γιατροί) ανατέμνονταν ζωντανοί, χωρίς τη χορήγηση αναισθητικού, για να διαπιστωθεί το είδος της ζημιάς που είχαν υποστεί τα εσωτερικά τους όργανα. Τέτοιες ειδεχθείς πρακτικές χαρακτηρίστηκαν «καθημερινό φαινόμενο» από νοσοκόμους που συμμετείχαν στο πρόγραμμα. Γίνονταν επίσης και επιτόπιες δοκιμές, κατά τις οποίες κινεζικά χωριά βομβαρδίζονταν με δεκάδες χιλιάδες ψύλλους που έφεραν παθογόνα βακτηρίδια6.

• Οι γιατροί του πολιτειακού νοσοκομείου Γουίλοουμπρουκ της Νέας Υόρκης μελετούσαν επί χρόνια τη μετάδοση και την εξέλιξη της ηπατίτιδας, προσβάλλοντας με αυτή όσα παιδιά με σοβαρή διανοητική στέρηση νοσηλεύονταν εκεί. Χαρακτηριστική περίπτωση είναι και αυτή του Πανεπιστημίου του Σινσινάτι, όπου καρκινοπαθείς ασθενείς (στην πλειονότητά τους μαύροι με δείκτη νοημοσύνης κάτω του μετρίου) βομβαρδίστηκαν με μεγάλες δόσεις ακτινοβολίας, για τις οποίες πίστευαν ότι ήταν μέρος της χημειοθεραπείας τους. Το πρόγραμμα τελούσε υπό την εποπτεία του αμερικανικού στρατού. Συνολικά πέθαναν 77 ασθενείς, οι 44 μέσα στις πρώτες 40 ημέρες της θεραπείας τους, ενώ στις 5 Μάη 1999 επιδικάστηκε αποζημίωση 5,4 εκατ. δολαρίων στους επιζήσαντες7.

Η ΥΠΟΤΑΓΗ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ ΣΤΑ ΜΟΝΟΠΩΛΙΑ

Τα ερευνητικά πρωτόκολλα παίζουν σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη των φαρμάκων και των νέων θεραπευτικών μεθόδων, κάτι που στον καπιταλισμό σημαίνει πως διαδραματίζουν εξέχοντα ρόλο στην κερδοφορία και αναπαραγωγή του κεφαλαίου που έχει τοποθετηθεί στη φαρμακευτική βιομηχανία. Ολες οι μεγάλες πολυεθνικές των φαρμάκων έχουν δικά τους τμήματα (πολλές φορές ολόκληρες θυγατρικές εταιρίες) «έρευνας και ανάπτυξης, (Ε/Α)» (Reasearch and Development ή R&D), οι οποίες σχεδιάζουν από την αρχή καινούργια φαρμακευτικά σκευάσματα, βιοτεχνολογικά προϊόντα, νέες θεραπευτικές προσεγγίσεις. Το κριτήριο βέβαια πάντα είναι το κέρδος και όχι οι λαϊκές ανάγκες.

Η ανάγκη για έρευνα υπάρχει, αλλά είναι υποταγμένη στο κεφάλαιο και δεν μπορεί να αναπτύξει όλες τις δυνατότητές της. Στο σύγχρονο καπιταλιστικό κόσμο ένας άνθρωπος πεθαίνει κάθε 4 δευτερόλεπτα από καρκίνο, κάθε 6 δευτερόλεπτα από εγκεφαλικό, κάθε 11 δευτερόλεπτα από ΑΙDS και κάθε 35 δευτερόλεπτα από διαβήτη. Την ίδια στιγμή ο αριθμός των σκευασμάτων που βρίσκονται υπό ανάπτυξη από τις πολυεθνικές του φαρμάκου για τα παραπάνω νοσήματα είναι αντίστοιχα 395 για τον καρκίνο, 18 για τα εγκεφαλικά, 83 για το AIDS, 53 για το διαβήτη8.

Τα κεφάλαια που διατίθενται για την έρευνα και παραγωγή «θεραπευτικών σκευασμάτων» είναι τεράστια, ακριβώς γιατί αποτελούν έναν εξαιρετικά κερδοφόρο τομέα για τους μονοπωλιακούς ομίλους. Π.χ. το κόστος ενός νέου φαρμάκου για μια φαρμακοβιομηχανία που θα βοηθήσει στην αύξηση του προσδόκιμου επιβίωσης στον καρκίνο του πνεύμονα για 1-2μήνες είναι περίπου 1 δισ. ευρώ. Την ίδια στιγμή, αν το ίδιο ποσό διατεθεί στα πλαίσια ενός κεντρικού σχεδιασμού για την πρόληψη, αλλά και την έρευνα των συνθηκών που προκαλούν καρκίνο του πνεύμονα, οι ανθρώπινες ζωές που θα σώζονταν θα ήταν πολλαπλάσιες.

Ταυτόχρονα, είναι χαρακτηριστικά τα στοιχεία της UNICEF που αφορούν το κόστος του εμβολιασμού, και επιβεβαιώνουν ότι το κόστος ορισμένων προληπτικών μεθόδων είναι πολύ μικρό. Με 55 ευρώ εξασφαλίζονται οι απαραίτητες δόσεις εμβολίων πολιομυελίτιδας για την ανοσοποίηση 300 παιδιών, μιας ολόκληρης κοινότητας σε μια φτωχή χώρα του αναπτυσσόμενου κόσμου. Με 80 ευρώ καλύπτεται η δαπάνη εκπαίδευσης 10 υγειονομικών υπαλλήλων με τις βασικές τεχνικές του εμβολιασμού. Με 120 ευρώ εμβολιάζονται πλήρως 6 παιδιά κατά των 6 βασικών ασθενειών: ιλαρά, πολιομυελίτιδα, κοκίτης, φυματίωση, τέτανος, διφθερίτιδα. Με 195 ευρώ εξασφαλίζεται ένα δοχείο ψύξης για την ασφαλή μεταφορά εμβολίων για πρόγραμμα εμβολιασμού των παιδιών.

Αυτή η αντίθεση μεταξύ της έρευνας που υπηρετεί τις ανάγκες της κοινωνίας και της έρευνας που υπηρετεί το κεφάλαιο θα ανακυκλώνεται και θα διαιωνίζεται όσο τα μέσα παραγωγής είναι σε ατομική ιδιοκτησία.

Το κεφάλαιο όχι μόνο κυριαρχεί στην έρευνα, αλλά και αναγορεύεται σε στρατηγικό σχεδιαστή του προσανατολισμού της έρευνας. Δηλαδή προσαρμόζει την έρευνα στις ανάγκες του και όχι στις πραγματικές λαϊκές ανάγκες. Από την άλλη, τα αποτελέσματα αυτής της έρευνας τα εκμεταλλεύεται και τα πουλάει έτσι ώστε να αποκομίζει κέρδη ακόμα πριν η έρευνα αυτή εφαρμοστεί στη παραγωγική διαδικασία.

Η ανάπτυξη ενός νέου φαρμάκου είναι μια χρονοβόρα και δαπανηρή διαδικασία για το κεφάλαιο, γι’ αυτό και τη βαφτίζει «επένδυση υψηλού ρίσκου», έτσι ώστε να μπορεί να εξασφαλίζει καλύτερους όρους πώλησής του με προνομιακές μονοπωλιακές τιμές.

Χρειάζονται 2-15 χρόνια από την έρευνα και ανάπτυξη (Ε/Α) ενός σκευάσματος μέχρι να φτάσει στην παραγωγή και την αγορά.

Μελετώνται 5-10.000 χημικές ενώσεις και στην αγορά ως ολοκληρωμένο σκεύασμα θα φτάσει η μία. Αυτό σε καμία περίπτωση δε σημαίνει πως όλες οι άλλες είναι άχρηστες. Απλά δεν υπηρετούν την κερδοφορία, οπότε παραμένουν στην «κατάψυξη».

Χρειάζονται 8 με 12 χρόνια για να επιτραπεί από τους διεθνείς ρυθμιστικούς παράγοντες να παραχθούν αντίγραφα σκευασμάτων (τα λεγόμενα γενόσημα).

Το κόστος για κάθε νέο φάρμακο που έρχεται στην αγορά είναι περίπου 600-900 εκατ. ευρώ.

Για όλους αυτούς τους λόγους και προκειμένου να εξασφαλιστεί για περίπου είκοσι χρόνια η κερδοφορία μιας τέτοιας παραγωγής, υπάρχει η νομική κατοχύρωση με την πατέντα, η οποία εξασφαλίζει μονοπωλιακή τιμή στο σκεύασμα και δεν επιτρέπει σε καμία άλλη εταιρία να το παρασκευάσει. Μετά τη λήξη της πατέντας μπορεί κάποια εταιρία να φτιάξει τα λεγόμενα «αντίγραφα», τα οποία κυκλοφορούν στην αγορά με μειωμένες τιμές (20-40%). Από το 2003 τα φαρμακευτικά μονοπώλια προσπαθούν να μειώσουν το χρόνο που θα βγει ένα φάρμακο στην παραγωγή. Θέλουν να φτάσουν τις 3.000 μέρες (8 χρόνια). Σήμερα ο μέσος χρόνος είναι περίπου 10 χρόνια (από το εργαστήριο στην αγορά). Ετσι πιέζουν για εντατικότερη εργασία, απλοποίηση των γραφειοκρατικών εμποδίων που καθυστερούν τις εγκρίσεις των προϊόντων τους, κάτι που εμφανίζεται και ως δήθεν ενδιαφέρον για «εξυγίανση» των διαδικασιών του δημοσίου τομέα (όπου κυρίως συντελείται η κλινική έρευνα).

Η Συνθήκη της Λισσαβόνας, σε συνέχεια της Διακήρυξης της Μπολόνια, έθεσε όρους και μετρήσιμους στόχους για την έρευνα και την τεχνολογία στις χώρες-μέλη. Ο στόχος είναι να υπερβούν το 3% του ΑΕΠ οι δαπάνες για την Ε/Α έως το 2010, έτσι ώστε να γίνει ανταγωνιστική η οικονομία της ΕΕ σε σχέση με τις οικονομίες των ΗΠΑ και της Ιαπωνίας.

Τα μονοπώλια της φαρμακοβιομηχανίας που παράγουν πρωτότυπα, από τη μία πρέπει να επενδύουν όλο και περισσότερο σε Ε/Α (βλέπε τεράστιες εξαγορές μικρών βιοϊατρικών εταιριών από μεγάλες πολυεθνικές) και από την άλλη θέλουν να μεγιστοποιήσουν τα κέρδη τους. Στα πλαίσια των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων οξύνεται η πάλη μεταξύ των εταιριών που παράγουν αντίγραφα και περιορίζουν αισθητά το περιθώριο υπερκέρδους των μονοπωλίων που κατέχουν την πατέντα. Από την άλλη, προκειμένου να εξασφαλίζουν συνεχή χρηματοδότηση από το καπιταλιστικό κράτος, πρέπει τα προϊόντα τους να «φαίνονται» ποιοτικά, αποτελεσματικά και ασφαλή. Για να διασφαλιστεί αυτό έφτιαξαν και κάτω από τη διεθνή κατακραυγή (ο καπιταλισμός χρησιμοποιούσε τους ανθρώπους ως πειραματόζωα) ένα σύστημα κανόνων και ποιοτικού ελέγχου για το πώς πρέπει να γίνονται οι κλινικές δοκιμές σε ανθρώπους.

Αυτό σε καμία περίπτωση δε σημαίνει πως «εξανθρωπίστηκε» το κεφάλαιο και διεξάγει ερευνητικά κλινικά πρωτόκολλα με γνώμονα την ασφάλεια του ανθρώπου. Αντίθετα έβαλε κανόνες στη διεξαγωγή μελετών, ώστε μόνο μερικά μονοπώλια να μπορούν να ανταπεξέλθουν σε αυτές τις απαιτήσεις. Η εφαρμογή αυτών των κανόνων, προκειμένου να παράγονται ποιοτικά και ασφαλή σκευάσματα, απαιτεί τεράστιο κόστος που μόνο τα συγκεντρωμένα κεφάλαια μπορούν να το αναλάβουν. Ετσι τα μεγάλα μονοπώλια σιγά-σιγά εκτοπίζουν από τον ανταγωνισμό μικρότερα κεφάλαια που δεν μπορούν να ανταποκριθούν στο απαγορευτικό κόστος. Αντίθετα στις κομμουνιστικές σχέσεις παραγωγής, όπου και η κλινική έρευνα θα είναι κοινωνική ιδιοκτησία, παρόμοιοι κανόνες που θα εξασφαλίζονται με τον κοινωνικό και εργατικό έλεγχο, θα την απελευθερώνουν, έτσι ώστε απρόσκοπτα να τείνει να ικανοποιεί τις κοινωνικές ανάγκες.

Το δεύτερο σημαντικό στοιχείο, που εξυπηρετεί το μεγάλο κεφάλαιο στον τομέα των κλινικών ερευνών σήμερα, είναι η δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων των ερευνών σε διεθνούς κύρους επιστημονικά περιοδικά (τα οποία κατά βάση χρηματοδοτεί το ίδιο!). Τα πρωτόκολλα, με την αυστηρότητα με την οποία διεξάγονται, «εγγυώνται» δήθεν την αποτελεσματικότητα, ασφάλεια και ποιότητα των νέων φαρμάκων.

Τα αποτελέσματα τώρα πια όμως καθορίζονται με όσο το δυνατό μεγαλύτερη ακρίβεια πριν τη διεξαγωγή του πρωτοκόλλου (κατά το σχεδιασμό του). Ετσι οι εταιρίες σχεδιάζουν ό,τι τους βολεύει (ποια φάρμακα θα προωθηθούν και πότε) και «νομιμοποιούν» στην επιστημονική συνείδηση -με την εφαρμογή αυστηρών κανόνων διεξαγωγής μελετών (ως άλλοθι) και τη δημοσίευση σε μεγάλα περιοδικά- την αποτελεσματικότητα των προϊόντων τους.

Σήμερα το ρόλο ενορχηστρωτή της έρευνας για λογαριασμό του κεφαλαίου έχει αναλάβει ο ΕΟΦ στην Ελλάδα και ο Οργανισμός Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Φαρμάκων (European Medicines Agency - EMEA) στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Το μόνο κριτήριο για το αν μια μελέτη πρέπει να πραγματοποιηθεί είναι να πληροί τα κριτήρια Ορθής Κλινικής Πρακτικής και τίποτε άλλο. Ενα σύνολο δηλαδή κατευθύνσεων που έχουν θεσπίσει τα μονοπώλια των φαρμάκων και της βιοϊατρικής τεχνολογίας σε συνεργασία με τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Δεν απασχολεί τους ρυθμιστικούς οργανισμούς εάν υπάρχει πραγματική ανάγκη για ένα τέτοιο φάρμακο.

Είναι σαφές πως στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού είναι απαραίτητη η εφαρμογή τέτοιων κανόνων στην παραγωγή φαρμάκου που θα επιβάλλονται προς όφελος των εργαζόμενων από τον κεντρικό σχεδιασμό και τον εργατικό έλεγχο. Οι πραγματικές ανάγκες για έρευνα και παραγωγή νέων θεραπειών είναι διαφορετικές από αυτές που ικανοποιούνται μέσα στον καπιταλισμό.

ΤΑ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΑ ΩΣ ΟΧΗΜΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΥΓΕΙΑ

Τα πρωτόκολλα ιατρικών πράξεων - φαρμάκων είναι πακέτα προκαθορισμένων - τυποποιημένων εξετάσεων, φαρμάκων και θεραπειών, που στηρίζονται σε έρευνες φαρμακευτικών και άλλων εταιριών, με κριτήριο την κερδοφορία του κεφαλαίου που δραστηριοποιείται στον τομέα της υγείας. Πρόκειται για επικίνδυνη μέθοδο που υποβαθμίζει τις υπηρεσίες υγείας, παρεμβαίνει και χειραγωγεί το επιστημονικό έργο των γιατρών. Τα πρωτόκολλα αυτά θα καθορίζουν και τη χρηματική αξία της Κάρτας Υγείας, ενώ οι ασθενείς θα αναγκάζονται να αγοράζουν τις ιατρικές υπηρεσίες και τα φάρμακα, αν αυτές δεν προβλέπονται από το Πρωτόκολλο.

Οι αποφάσεις για τη θεραπεία των ασθενών και τελικά για την υγεία των λαϊκών στρωμάτων θα παίρνονται με βάση τη λογική των περικοπών στις δαπάνες υγείας και το φάρμακο, αφού κριτήριο είναι το κόστος.

Με πρόσχημα τον εξορθολογισμό, η κυβέρνηση παρεμβαίνει και χειραγωγεί το επιστημονικό έργο των γιατρών, καθώς αυτοί θα είναι υποχρεωμένοι να λειτουργούν όχι με βάση το δικό τους επιστημονικό κριτήριο αλλά με βάση τα πρωτόκολλα που θα τους καθορίζουν οι εννέα τριμελείς επιτροπές που έχουν δημιουργηθεί από τον ΕΟΦ, προκειμένου να διαμορφωθούν οδηγίες για ισάριθμες παθήσεις (Ογκολογία, Αρρυθμίες, Φλεβική θρόμβωση, Λοιμώξεις, Καρδιαγγειακά Ψυχιατρική Αιματολογία, Γαστρεντερολογία, Ρευματολογία), ενώ αναμένεται να υπάρξουν και νέες επιτροπές και για άλλα νοσήματα, σύμφωνα πάντα με τις επιταγές του κεφαλαίου.

Για να γίνει εφικτή η χρήση των πρωτοκόλλων ως εργαλείων μείωσης των κρατικών δαπανών για την υγεία-πρόνοια προηγήθηκε η λεγόμενη κωδικοποίηση των ιατρικών πράξεων. Βασικός στόχος της κωδικοποίησης είναι η «εννοιολογικά σαφέστερη και όσο το δυνατό πληρέστερη καταγραφή της ιατρικής δραστηριότητας εντός ή εκτός νοσοκομείου, σε πρωτοβάθμιες, δευτεροβάθμιες, τριτοβάθμιες υπηρεσίες, στο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα που δίνουν τη δυνατότητα κοστολόγησης του παραγόμενου ιατρικού έργου», όπως τόνισε στην ημερίδα του Υπουργείου Υγείας ο καθηγητής Οικονομικών της Υγείας Γ. Κυριόπουλος στις 14 Ιουνίου 2010 στο Ζάππειο. Η κωδικοποίηση παρέχει την πρώτη ύλη για ένα σύστημα εκτίμησης των πόρων και της «έντασης της εργασίας» που απαιτείται για το σύνολο των διενεργούμενων πράξεων, καθιστά εφικτή τη τιμολόγηση των πράξεων, ώστε να αυτοματοποιηθούν οι διαδικασίες ελέγχου, διοικητικής παρέμβασης και εκκαθάρισης αποζημιώσεων για παροχές υγείας και τέλος αποτελεί τη βάση για τη δημιουργία των συστημάτων τιμολόγησης και αποζημίωσης των νοσοκομειακών υπηρεσιών.

Το πρόσφατο πολυνομοσχέδιο για την Υγεία ενοποιεί μέσω του Ενιαίου Οργανισμού Παροχών Υπηρεσιών Υγείας (ΕΟΠΥΥ) τους κλάδους υγείας των τεσσάρων μεγαλύτερων ταμείων (ΙΚΑ, ΟΠΑΔ, ΟΓΑ, ΟΑΕΕ) και στην ουσία ενισχύει την επιχειρηματική δράση στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας, αφού οι ιατρικές υπηρεσίες θα αγοράζονται και θα πουλιούνται με βάση έναν ενιαίο κανονισμό παροχών υγείας (που θα προσδιοριστεί με προεδρικό διάταγμα), ο οποίος θα καταρτιστεί με βασικό κριτήριο τη μείωση της κρατικής και ασφαλιστικής δαπάνης για την υγεία-πρόνοια και κυρίαρχο εργαλείο την κωδικοποίηση-κοστολόγηση των ιατρικών πράξεων.

Οι αποφάσεις για τη θεραπεία θα παίρνονται όχι με βάση την ανάγκη των ασθενών, αλλά σύμφωνα με τη λογική των περικοπών στις κρατικές δαπάνες υγείας και το φάρμακο. Ο άρρωστος θα αποζημιώνεται μόνο για τα φάρμακα και τις εξετάσεις που περιλαμβάνονται στη θεραπευτική ομάδα του πρωτοκόλλου. Στην περίπτωση που του συστήσει άλλα ο γιατρός ή που θα αναγκαστεί να προσφύγει στον ιδιωτικό τομέα, αφού με βάση τα πρωτόκολλα η θεραπεία θα είναι αναποτελεσματική, θα πληρώνει απ’ την τσέπη του.

Οι κατευθυντήριες οδηγίες ή αλλιώς θεραπευτικά και διαγνωστικά πρωτόκολλα θα χρησιμοποιηθούν από τον ΕΟΠΥΥ ως άλλοθι για την περικοπή δαπανών για εξετάσεις, διαγνωστικές προσεγγίσεις, θεραπευτικούς χειρισμούς κλπ. από τα ασφαλιστικά ταμεία. Από την άλλη, η ολοένα διευρυνόμενη επιστημονική γνώση θα απαιτεί παραπάνω εξετάσεις και διαγνωστικές μεθόδους, οι οποίες όμως δε θα καλύπτονται από ταμεία και θα αναγκάζεται ο ασθενής να ανατρέξει στον ιδιωτικό ή στον αποστεωμένο κρατικό επιχειρηματικό τομέα, πληρώνοντας όμως το αντίτιμο.

Με το πρόσχημα της επιστημονικής εγκυρότητάς τους τα πρωτόκολλα θα αποτελέσουν το δούρειο ίππο για την ποδηγέτηση της ιατρικής πράξης στα συμφέροντα των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων από τη μία και τις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις στον τομέα της υγείας-πρόνοιας από την άλλη. Δηλαδή η Κάρτα Υγείας, η οποία θα χορηγηθεί σε όλους τους ασφαλισμένους και θα λειτουργεί ως «πιστωτική» με πιστωτικό όριο, θα παρέχει ορισμένες μόνο υπηρεσίες-εξετάσεις-θεραπείες, που θα είναι προκοστολογημένες και θα καλύπτουν ένα ελάχιστο πακέτο «προνοιακού» χαρακτήρα. Ολο το έμμεσο κόστος για τις υπηρεσίες υγείας-πρόνοιας καταβάλλεται από τον εργαζόμενο και τις ασφαλιστικές του εισφορές. Δηλαδή ο εργαζόμενος διπλοπληρώνει και με αυτή τη ρύθμιση.

Οι αναδιαρθρώσεις στην υγεία-πρόνοια, οι αλλαγές στο ασφαλιστικό, οι αλλαγές στην εκπαίδευση είναι άμεσα συνδεδεμένες με την ένταση του ανταγωνισμού, την παρατεταμένη κρίση και την ανάγκη διευρυμένης αναπαραγωγής του κοινωνικού κεφαλαίου.

Η εκπαίδευση των υγειονομικών θα γίνει πιο «ευέλικτη», ταχύρυθμη, με προσανατολισμό «κατάρτισης» και όχι ολοκληρωμένης γνώσης. Συνεπώς θα παράγονται υγειονομικοί διαφορετικών ταχυτήτων εκπαίδευσης, ανάλογα με το πόσα χρήματα μπορούν να καταβάλλουν για την παραπέρα εξειδίκευσή τους (μεταπτυχιακά, εξειδίκευση κλπ.). Οι υγειονομικοί της 1ης ταχύτητας εκπαίδευσης (οι οποίοι θα αποτελούν και την πλειοψηφία) θα είναι «χαμηλού» επιστημονικού επιπέδου. Αυτοί θα εφαρμόζουν τα πρωτοκόλλα και τις κατευθυντήριες οδηγίες, αφού λόγω έλλειψης γνώσης δε θα μπορούν επιστημονικά να τις προσαρμόσουν στην πρακτική τους. Το παράδειγμα των γιατρών άνευ ειδικότητας (των γενικών γιατρών) της Βρετανίας αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα.

Η καπιταλιστική κρίση επιταχύνει αυτές τις εξελίξεις, γι’ αυτό και η υλοποίησή τους αυτή τη χρονική στιγμή είναι απόλυτα εξαρτώμενη από το επίπεδο της ταξικής συνείδησης των εργαζομένων και της οικονομικής, ιδεολογικής και πολιτικής τους πάλης. Προβάλλει επιτακτικά η ανάγκη να αναδειχτεί η ανωτερότητα του κεντρικού σχεδιασμού σε όλα τα επίπεδα της οικονομικής και κοινωνικής ζωής. Στον κεντρικό σχεδιασμό και κάτω από τον εργατικό έλεγχο, η γνώση που παράγεται καθώς και τα αποτελέσματά της, αξιοποιούνται σε μαζική κλίμακα και ισότιμα για όλη την κοινωνία. Τέτοιος σχεδιασμός δεν μπορεί να υπάρξει στον καπιταλισμό, αφού έρχεται σε αντίθεση με το βασικό σκοπό της παραγωγής, δηλαδή την κερδοφορία του κεφαλαίου. Τέτοιος κεντρικός σχεδιασμός συνιστά νέα οικονομική σχέση, στοιχείο της λαϊκής οικονομίας, όπου τα συγκεντρωμένα μέσα παραγωγής είναι κοινωνικοποιημένα, ενώ το σύστημα υγείας είναι αποκλειστικά δημόσιο και δωρεάν και η αντιμετώπιση της υγείας ως καθολικού κοινωνικού δικαιώματος εκφράζει τον εργατικό, λαϊκό χαρακτήρα της εξουσίας. Ετσι θα αναπτύσσεται η έρευνα με μοναδικό κριτήριο την κάλυψη των κοινωνικών αναγκών.

Αυτός ο σχεδιασμός δεν έχει τίποτε το κοινό με το σχεδιασμό των καπιταλιστικών κρατών και των ενώσεών τους, όπως η ΕΕ, ή του κάθε μονοπωλίου που προγραμματίζει βραχυπρόθεσμα, το πολύ μεσοπρόθεσμα, τον ατομικό του προγραμματισμό με κριτήριο το κέρδος σε συνθήκες γενικότερης καπιταλιστικής αναρχίας.

O κεντρικός σχεδιασμός της οικονομίας στηρίζεται στην αξιοποίηση όλων των αναπτυξιακών δυνατοτήτων της Ελλάδας που αφορούν τις ανθρώπινες ανάγκες, χωρίς ανισομέρειες και μακριά από κάθε περιορισμό που προκύπτει από τη διαπλοκή της ελληνικής καπιταλιστικής οικονομίας με την ΕΕ και τους διάφορους ιμπεριαλιστικούς μηχανισμούς.

Ο κεντρικός σχεδιασμός της λαϊκής, σοσιαλιστικής οικονομίας εξειδικεύεται κατά κλάδο και διακλαδώνεται κατά περιφέρεια της χώρας και κατά κατηγορία.

Η συσσωρευμένη γνώση είναι απαραίτητο εργαλείο για να μπορέσει η επιστήμη να προχωρήσει και να κατακτήσει ολοένα και περισσότερους τομείς, να αναπτύξει τις δυνατότητές της, έτσι ώστε κάθε ερευνητική προσπάθεια να παράγει αποτελέσματα που θα βρίσκονται στην υπηρεσία των αναγκών των εργαζομένων και των οικογενειών τους. Το κύριο ζήτημα για το ταξικό κίνημα είναι ο αναπροσανατολισμός της έρευνας, ώστε σχεδιασμένα να υπηρετεί τις σύγχρονες διευρυμένες λαϊκές ανάγκες και την εξέλιξη της επιστήμης, αντί για την εξασφάλιση της οικονομικής κυριαρχίας και της πολιτικής εξουσίας των μονοπωλίων. Στόχος της ερευνητικής πολιτικής πρέπει να είναι η βελτίωση της ζωής των εργαζομένων με τη μεγαλύτερη δυνατή αξιοποίηση των παραγωγικών δυνατοτήτων της χώρας και τη συμμετοχή του συνόλου του επιστημονικού δυναμικού στην παραγωγή νέας γνώσης. Η γνώση αυτή πρέπει να είναι ταξινομημένη, πιστοποιημένη, έγκυρη, μεθοδολογικά αξιόπιστη και προπαντός κάτω από τον εργατικό έλεγχο. Η έρευνα θα οργανώνεται από κρατικούς οργανισμούς -ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, ινστιτούτα κλπ.- και θα υπηρετεί τον κεντρικό σχεδιασμό, τη διεύθυνση της κοινωνικής παραγωγής και των κοινωνικών υπηρεσιών, με γνώμονα την ανάπτυξη της κοινωνικής ευημερίας.

Οι επιστήμονες και ιδιαίτερα το επιστημονικό προλεταριάτο χρειάζεται να συνειδητοποιήσουν από σήμερα ότι με τη καθοδήγηση της πρωτοπορίας της εργατικής τάξης πρέπει να χειραφετηθούν από τα δεσμά του κεφαλαίου που σαν μέγγενη στραγγαλίζουν την ύπαρξη της εργατικής τάξης και την καθυποτάσσουν στη λογική της εμπορευματοποίησης και της ανταγωνιστικότητας. Είναι αναγκαίο το Κόμμα να ισχυροποιήσει το ιδεολογικό μέτωπο ενάντια σε κάθε φύσης οπορτουνιστική αντίληψη και πρακτική που εκφράζεται στους κόλπους των επιστημόνων. Πρέπει σθεναρά και επιτακτικά να επιβληθεί το ερώτημα «από ποιον και για ποιον» στη συνείδηση των νέων επιστημόνων που βρίσκονται στις υπηρεσίες υγείας-πρόνοιας, στην έρευνα ή στις παρυφές της, αξιοποιώντας έτσι τη μεγάλη δυσαρέσκεια που και οι ίδιοι έχουν για τον τρόπο που τους αντιμετωπίζει το σύστημα, το κεφάλαιο και οι υπηρέτες του.


ΣημειώσειςΣημειώσεις

* Ο Νίκος Μπουντούρογλου είναι μέλος του Τμήματος Υγείας - Πρόνοιας της ΚΕ του ΚΚΕ.

1. Θέσεις του ΚΚΕ για την Υγεία, Ιούλης 2008.

2. Εφημερίδα «Ριζοσπάστης», 12 Ιουλη 2009, σελ. 2.

3. DiMasi et al.,περιοδικό « J Health Econ», 2003, τεύχος 22, σελ. 151-185.

4. 2007 EU Industrial R&D investment scoreboard, European Comission, JRC/DG RTD.

5. Βασίλης Μπαμπούρης: «Η σκοτεινή πλευρά της επιστήμης - “Πειράματα σε ανθρώπους”», Χρονολόγιο, εφημερίδα «Το Βήμα», 12 Σεπτέμβρη 1999.

6. Βασίλης Μπαμπούρης: «Η σκοτεινή πλευρά της επιστήμης - “Πειράματα σε ανθρώπους”», Χρονολόγιο, εφημερίδα «Το Βήμα», 12 Σεπτέμβρη 1999.

7. Ο.π.

8. Mortality - World Health Organization: The World Health Report 2002.