Τις μέρες και τους μήνες που θα ακολουθήσουν η εργατική τάξη της χώρας θα έρθει αντιμέτωπη με ένα τσουνάμι νέων αντεργατικών μέτρων, που θα περιλαμβάνει νέες μειώσεις μισθών, συντάξεων, παροχών, νέους φόρους στο εργατικό λαϊκό εισόδημα κ.ά. Το μνημόνιο II περιέχει δέσμες μέτρων στρατηγικού χαρακτήρα για τη θωράκιση της ανταγωνιστικότητας του κεφαλαίου, τη διαχείριση της καπιταλιστικής κρίσης με συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα, με τις οποίες θα πορευτεί οποιαδήποτε αστική κυβέρνηση. Κατά συνέπεια έχει τεράστια σημασία για την εργατική τάξη η ανασύνταξη του συνδικαλιστικού εργατικού και λαϊκού κινήματος, που σημαίνει οργάνωση της πάλης της εργατικής τάξης, απαλλαγή από τις αυταπάτες που σπέρνει ο εργοδοτικός και κυβερνητικός συνδικαλισμός. Ορος και προϋπόθεση αποτελεί η αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων στο συνδικαλιστικό κίνημα, η οποία θα προέλθει με δουλειά από τα κάτω, μέσω της απόκτησης πλατιών άμεσων δεσμών με τη βάση, με τους εργαζόμενους στους τόπους δουλειάς, στα πρωτοβάθμια σωματεία κυρίως με την οργάνωση και ενεργοποίηση νέων δυνάμεων που σήμερα είναι μακριά από τα συνδικάτα και την πάλη στη συνδικαλιστική οργάνωση, με τον απεγκλωβισμό δυνάμεων από την επιρροή της κυρίαρχης ιδεολογίας και πολιτικής, των ρεφορμιστικών και οπορτουνιστικών απόψεων, από την επιρροή της εργοδοσίας και του κράτους.
Η ισχυροποίηση των δυνάμεων με ταξικό προσανατολισμό μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα θα είναι σημαντικός παράγοντας για να διαμορφωθεί ένα πλειοψηφικό ρεύμα σύγκρουσης με τους καπιταλιστές και την εξουσία τους. Μέσα από αυτή τη διαδικασία ένα ταξικά προσανατολισμένο συνδικαλιστικό κίνημα θα έχει τη δική του συμβολή στον αγώνα για να ωριμάσει η πολιτική συνείδηση σε μεγάλο μέρος της εργατικής τάξης, για να κληθεί στη διαδικασία της επαναστατικής ανατροπής. Στην πορεία αυτή η ισχυροποίηση του ταξικού πόλου του συνδικαλιστικού κινήματος θα δημιουργήσει προϋποθέσεις αναχαίτισης μερίδας της αντιλαϊκής επίθεσης και θα έχει τη δική του συνδρομή στη διαμόρφωση συμμαχίας με άλλα φτωχά λαϊκά στρώματα.
Η καπιταλιστική οικονομική κρίση επιβάλλει την όξυνση της ιδεολογικής-πολιτικής αντιπαράθεσης σε κάθε μεγάλο χώρο εργασίας, στις πρωτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις. Η διαπάλη μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα δεν είναι μια στενά συνδικαλιστική αντιπαράθεση γύρω από ένα διεκδικητικό πλαίσιο ή ορισμένους στόχους πάλης. Πρόκειται για σκληρή ιδεολογική-πολιτική πάλη των κομμουνιστών και των συμπορευόμενων φίλων και οπαδών του ΚΚΕ ενάντια στην αστική και οπορτουνιστική επιρροή μέσα στην εργατική τάξη, ενάντια στην εργοδοτική τρομοκρατία, σε όλους τους μηχανισμούς της, υπό την επίδραση των οποίων οι δυνάμεις των αστικών κομμάτων (ΠΑΣΚΕ - ΔΑΚΕ) πλειοψηφούν στη ΓΣΕΕ και την ΑΔΕΔΥ. Πρόκειται για σκληρή πάλη ενάντια στη γραμμή της ταξικής συνεργασίας για τη συσπείρωση ευρύτερων εργατικών δυνάμεων με τον ταξικά συνεπή πόλο συνδικαλιστικής συσπείρωσης, το ΠΑΜΕ, που παλεύει για την οργάνωση της αναμέτρησης με το κεφάλαιο και την πολιτική της ΕΕ, για την υπεράσπιση των σύγχρονων αναγκών των εργαζόμενων.
Η συμμετοχή σε αυτούς τους αγώνες δίνει πείρα που βοηθά στην ωρίμανση της πολιτικής συνείδησης, στην αναγνώριση της αναγκαιότητας συσπείρωσης με το ΚΚΕ.
Στο παρόν άρθρο θα επικεντρώσουμε στην κριτική παρουσίαση της τοποθέτησης και της στάσης του εργοδοτικού κυβερνητικού συνδικαλισμού απέναντι στην καπιταλιστική κρίση. Είναι όμως απαραίτητο να γίνει μια σχετικά σύντομη αναφορά για το τι υποστήριζαν αυτές οι δυνάμεις στη φάση της καπιταλιστικής ανάπτυξης που προηγήθηκε της κρίσης. Υιοθέτησαν όλο το πλαίσιο της αστικής στρατηγικής. Υποστήριξαν με σθένος τη βαθιά ενσωμάτωση στην ΕΕ. Αναπαρήγαγαν ακατάπαυστα το αστικό οικονομικό θεώρημα που λέει ότι όσο αυξάνει η παραγόμενη πίτα θα αυξάνει και το μερίδιο των εργαζόμενων σε αυτή. Υπότασσαν τη δυνατότητα αντιμετώπισης οποιουδήποτε εργατικού προβλήματος, π.χ. της ανεργίας, του μισθού, στο πλαίσιο της ΕΕ. Αυτό είχε σαν συνέπεια τον αποπροσανατολισμό της εργατικής τάξης, την αποδοχή των λογικών του ευρωμονόδρομου, τον εφησυχασμό, τον αγωνιστικό αφοπλισμό των εργαζόμενων, με αποτέλεσμα ο εργαζόμενος λαός να βρεθεί ανέτοιμος να αντιμετωπίσει την επιθετικότητα του κεφαλαίου, τις συνέπειες της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης.
Να τι περιλάμβανε το Σύμφωνο μεταξύ ΓΣΕΕ - ΣΕΒ «για την ανάπτυξη, την απασχόληση, την ανταγωνιστικότητα, τις εργασιακές σχέσεις», το Δεκέμβρη του 1997:
«Για να αντιμετωπιστούν τα σημερινά επίπεδα της ανεργίας στην Ελλάδα χρειάζεται μια μακρά περίοδος σταθερής ανάπτυξης. Η μακροοικονομική σταθερότητα η οποία υπάρχει σήμερα στη χώρα συμβάλλει στη δημιουργία των προϋποθέσεων για αύξηση της παραγωγής και επέκταση της απασχόλησης.
Η προσέγγιση του πληθωρισμού κοντά στο επίπεδο του μέσου όρου των τριών χαμηλότερων στην ΕΕ δεν αποτελεί μόνον ένα βασικό κριτήριο για την ένταξη της δραχμής στην ΟΝΕ. Αποτελεί μέσο διαμόρφωσης ενός περιβάλλοντος υγιούς και βιώσιμης ανάπτυξης που προωθεί την απασχόληση και προστατεύει το εισόδημα των μισθωτών και των συνταξιούχων.
Με βάση τα παραπάνω, συμφωνείται ότι οι αυξήσεις των αμοιβών θα πρέπει να διασφαλίζουν το πραγματικό εισόδημα των εργαζόμενων και να το αυξάνουν σταδιακά, λαμβανομένης υπόψη της αύξησης της εθνικής παραγωγικότητας και της ανάγκης ενίσχυσης της απασχόλησης.
Τη μείωση του μη μισθολογικού κόστους εργασίας ως κίνητρο για τις προσλήψεις νέων ανέργων, με την ταυτόχρονη κάλυψη του σχετικού ελλείμματος της κοινωνικής ασφάλισης, την επέκταση της ισχύος των διατάξεων για την παροχή ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης στους νέους άνεργους»1.
Δηλαδή τότε με το άλλοθι της κοινωνικής συναίνεσης, καλούσαν την εργατική τάξη «να σφίξει το ζωνάρι» για τη «μακροπρόθεσμη» ανάπτυξη, τώρα την καλούν σε προσαρμογή, στην τακτική της «συντεταγμένης υποχώρησης», προκειμένου κάτι να περισώσει και να μην επικρατήσει «απόλυτο χάος» στις εργασιακές σχέσεις.
Καταρχήν είναι σημαντικό να θυμίσουμε ότι την περίοδο που η ελληνική οικονομία κατέγραφε υψηλότατους ρυθμούς ανάπτυξης η ΓΣΕΕ και η ΑΔΕΔΥ έθεταν το ζήτημα των «λελογισμένων απαιτήσεων» από τους εργαζόμενους, προκειμένου να βελτιωθεί η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας (δηλαδή των καπιταλιστικών επιχειρήσεων). Είναι χαρακτηριστικό το απόσπασμα που ακολουθεί:
«Υποχρέωση ενημέρωσης και διαβούλευσης ενόψει ομαδικών απολύσεων. Αίτημα της ΓΣΣΕ είναι να υπάρξει ρήτρα στην ΕΓΣΣΕ, με την οποία να επισημαίνεται η αναγκαιότητα ουσιαστικής και όχι τυπικής ενημέρωσης και διαβούλευσης με τους εκπροσώπους των εργαζόμενων ενόψει ομαδικών απολύσεων. Επίσης, να καθιερωθεί υποχρέωση κατάθεσης κοινωνικού σχεδίου (social plan) για τις επιχειρήσεις που προβαίνουν σε ομαδικές απολύσεις, παράλληλα με την ισχύουσα υποχρέωση για σύνταξη σχετικής οικονομοτεχνικής μελέτης και πριν από τις διαδικασίες πληροφόρησης και διαβούλευσης με τους εκπροσώπους των εργαζομένων»2.
Διαπραγματεύσεις δηλαδή για πιο ευνοϊκούς όρους απολύσεων για την προστασία των κερδών της άρχουσας τάξης χωρίς την παραμικρή διεκδίκηση για την κάλυψη των αναγκών των εργαζόμενων.
Επίσης τρανταχτή απόδειξη συνιστούν οι συμφωνημένες με το ΣΕΒ αυξήσεις-ψίχουλα στο κατώτερο μεροκάματο εκείνης της περιόδου. Ηταν ήδη στην περίοδο των «παχιών αγελάδων» της καπιταλιστικής οικονομίας που η ΓΣΕΕ και η ΑΔΕΔΥ αποδέχονταν και συναινούσαν στην εφαρμογή ελαστικών εργασιακών σχέσεων. Είναι χαρακτηριστική η δήλωση «ζητούμε ρυθμίσεις για καθιέρωση ανώτατου ορίου ποσοστού απασχολούμενων με μειωμένη απασχόληση, ίσο µε το 10% του προσωπικού, µε πλήρη απασχόληση της συγκεκριμένης επιχείρησης» (πάγιο αίτημα τα τελευταία 8-10 χρόνια στα διεκδικητικά πλαίσια για την ΕΓΣΣΕ).
Την περίοδο της «στέρεης ανάπτυξης» η πλειοψηφία της ΓΣΕΕ εξήρε τον αντιασφαλιστικό νόμο 3029 (νόμο Ρέππα) για το δήθεν θετικό του ρόλο στη «βιωσιμότητα» του ασφαλιστικού συστήματος. Ηταν νόμος που αύξανε σταδιακά τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης, θέσπιζε τη δημιουργία επαγγελματικών ταμείων και άλλα συναφή.
Χαρακτηριστική περίπτωση επίσης αποτελεί το δουλεμπορικό καθεστώς των STAGE (500 ευρώ για ανασφάλιστη εργασία), το οποίο άνθισε την περίοδο της ανόδου της καπιταλιστικής οικονομίας με τη συναίνεση του εργοδοτικού-κυβερνητικού συνδικαλισμού. Σε όλους τους δημόσιους οργανισμούς που συμμετείχαν ως εκπρόσωποι των εργαζόμενων στα ΔΣ, οι εκπρόσωποι της ΑΔΕΔΥ και της ΓΣΕΕ υπερψήφιζαν τα προγράμματα προσλήψεων «αλά STAGE», αποδεχόμενοι το πρόσχημα της αντιμετώπισης της ανεργίας των νέων μέσω της «απόκτησης της εργασιακής εμπειρίας».
Ο εργοδοτικός-κυβερνητικός συνδικαλισμός, παρά τη συναινετική του στάση στις αντιλαϊκές αναδιαρθρώσεις που προωθήθηκαν, κατάφερε να διατηρήσει έναν πολύ ευνοϊκό γι’ αυτόν συσχετισμό μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα, εξαιτίας της γενικής υποχώρηση του εργατικού κινήματος λόγω της νίκης της αντεπανάστασης. Σε αυτό συντέλεσε σε μεγάλο βαθμό το γεγονός ότι η εφαρμογή των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων συνοδεύτηκε από την ενίσχυση της θέσης του ελληνικού κεφαλαίου στο ευρωενωσιακό ιμπεριαλιστικό οικοδόμημα. Το ελληνικό κεφάλαιο επωφελήθηκε από την ανατροπή του σοσιαλισμού στα Βαλκάνια, που του έδωσε τη δυνατότητα για Αμεσες Ξένες Επενδύσεις σε νέες αγορές και συντέλεσε στην εισροή φτηνού εργατικού δυναμικού στη χώρα. Το ελληνικό αστικό κράτος διέθετε ισχυρούς μηχανισμούς ενσωμάτωσης και χειραγώγησης των εργαζόμενων, συντηρώντας μια πολυάριθμη -τηρουμένων των αναλογιών- συνδικαλιστική ελίτ με παχυλά προνόμια. Επίσης, μια μερίδα μεγάλων επιχειρήσεων υψηλής κερδοφορίας και πρώην ΔΕΚΟ διατηρούσαν παροχές που κάλυπταν την ανεπάρκεια της κρατικής μέριμνας, όπως π.χ. σε παιδικούς σταθμούς. Παρείχαν επιταγές για «ψυχαγωγικές δραστηριότητες», διοργάνωναν ταξίδια στο εξωτερικό σε πολύ χαμηλή τιμή κ.ά. Αρκετές επιχειρήσεις χορηγούσαν αντί αυξήσεων διάφορα πριμ «παραγωγικότητας» και επιδόματα σχετικά υψηλά, κρατώντας έτσι μακριά τους εργαζόμενους από την πάλη για συλλογική σύμβαση.
Ο εργοδοτικός-κυβερνητικός συνδικαλισμός μέσα στους χώρους δουλειάς ήταν φορέας του «πνεύματος ταξικής συνεργασίας», ακολουθώντας τη γραμμή που χαράσσονταν από τη συνδικαλιστική πλειοψηφία στη διαπραγμάτευση της ΕΓΣΣΕ. Στην περίοδο της οικονομικής ανόδου το άλλοθι του ταξικού συμβιβασμού ήταν η στήριξη της ανταγωνιστικότητας του κεφαλαίου για το «άνοιγμα του δρόμου της λαϊκής ευημερίας». Αυτό σε κάποιους κλάδους και μεμονωμένες επιχειρήσεις υψηλής κερδοφορίας δεν είχε άμεσα αρνητική αντανάκλαση στο επίπεδο μισθών και γενικότερα στα δικαιώματα των εργαζόμενων. Υπάρχουν παραδείγματα ορισμένων μεγάλων επιχειρήσεων σε κλάδους, όπως στα Τρόφιμα, την Ενέργεια, το Φάρμακο, τις Τράπεζες, όπου η κυριαρχία των δυνάμεων του εργοδοτικού και κυβερνητικού συνδικαλισμού συνδυαζόταν με «ικανοποιητικές αμοιβές» και άλλες παροχές για τους εργαζόμενους, στις οποίες αναφερθήκαμε προηγούμενα. Σε κάθε περίπτωση οι «ικανοποιητικές» αυτές αμοιβές και οι άλλες παροχές ήταν κάτω από τις σύγχρονες ανάγκες της εργατικής-λαϊκής οικογένειας και πολύ περισσότερο δεν καταργούσαν την εκμετάλλευση. Σε αρκετές περιπτώσεις μάλιστα δε μειωνόταν ο βαθμός εκμετάλλευσης, με δεδομένο ότι σε αυτές τις επιχειρήσεις η παραγωγικότητα της εργασίας ήταν πολύ πάνω από το γενικό μέσο όρο, τόσο του συγκεκριμένου κλάδου όσο και γενικά της ελληνικής οικονομίας.
Αυτό ακριβώς είναι ένα βασικό ζήτημα που πρέπει να προσεχτεί. Το γεγονός δηλαδή ότι η διαβρωτική επίδραση του ταξικά συμβιβασμένου συνδικαλιστικού κινήματος βοήθησε καθοριστικά, με πρόσχημα την «καλή» κατάσταση εντός της επιχείρησης ή και ολόκληρου του κλάδου, να ριζωθεί βαθιά στη συνείδηση μεγάλων τμημάτων των εργαζόμενων η αντίληψη ότι βαδίζοντας χέρι-χέρι «λαός και Κολωνάκι» μπορούν να είναι όλοι ικανοποιημένοι.
Ο εργοδοτικός συνδικαλισμός οδήγησε στον αγωνιστικό παροπλισμό χιλιάδες εργαζόμενους, στον εκφυλισμό και την απαξίωση όλων των συλλογικών διαδικασιών του συνδικαλιστικού κινήματος. Καρποφόρησε ο συντεχνιασμός και ο κατακερματισμός του εργατικού κινήματος με ευθύνη των εργοδοτικών συνδικαλιστών, κατάσταση που ευνοήθηκε και από τη μισθολογική ψαλίδα ανάμεσα σε τμήματα εργαζόμενων. Η ταύτισή τους με τις αξιώσεις των μεγαλοεπιχειρηματιών, τα παρασιτικά φαινόμενα συνδικαλιστικού ελιτισμού (προκλητικά προνόμια για συνδικαλιστές, παχυλές αμοιβές κ.ά.) οδήγησαν στην αποστροφή μεγάλης μερίδας εργαζόμενων γενικά προς τη συνδικαλιστική δράση.
Αντίστοιχη ήταν και η αρνητική επίδραση του κυβερνητικού συνδικαλισμού στους εργαζόμενους στο δημόσιο τομέα, όπου το έδαφος ήταν πιο γόνιμο και εξαιτίας της άμεσης εξάρτησης μερίδας μισθωτών που εργάζονται στην αστική κρατική διοίκηση, που συμμετέχουν στη διάδοση της αστικής ιδεολογίας και σε λειτουργίες καταναγκασμού του αστικού κράτους κ.ά. Σήμερα, που έχουν αλλάξει οι συνθήκες και μεγάλο τμήμα εργαζόμενων δουλεύει με μειωμένους μισθούς κατά 30- 40% σε σχέση με το παρελθόν και πετσοκομμένα δικαιώματα, διαμορφώνεται μια αντιφατική κατάσταση. Από τη μία διαμορφώνονται δυνατότητες για ένταξη νέων δυνάμεων στην πάλη, νέες δυνατότητες για το ξεπέρασμα της διάσπασης της εργατικής τάξης. Από την άλλη σε αυτά τα τμήματα των μισθωτών κυριαρχούν αυταπάτες για δυνατότητα επιστροφής στην προηγούμενη κατάσταση. Απαιτείται λοιπόν πολύ πιο έντονη και επιχειρηματολογημένη ιδεολογικοπολιτική πάλη μέσα στις πρωτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις, στους τόπους δουλειάς, προκειμένου να εξουδετερωθούν νέες προσπάθειες διάσπασης των εργαζόμενων: Αντιμετώπιση της λογικής ότι οι περικοπές στους εργαζόμενους στο δημόσιο τομέα δεν αφορά τους εργαζόμενους στον ιδιωτικό, συνειδητοποίηση ότι ανοίγουν το δρόμο για συνολική εισοδηματική καθίζηση.
Στον αντίποδα όλων των παραπάνω, χωρίς να παραγνωρίζουμε τις δυσκολίες και τις αδυναμίες, βρίσκονταν οι ταξικές δυνάμεις στο εργατικό κίνημα. Σε κλάδους, όπου πλειοψηφούσαν οι ταξικά προσανατολισμένες συνδικαλιστικές δυνάμεις, ακόμα και όταν τα εισοδήματα των εργαζόμενων ήταν «ανθηρά» συγκριτικά με τα σημερινά, συντηρήθηκε σε σημαντικό βαθμό η ταξικά προσανατολισμένη οργάνωση μερίδας των εργαζόμενων. Η δράση που αναπτύχθηκε από πλευράς τους έβαλε σημαντικά εμπόδια στην εφαρμογή αντεργατικών πολιτικών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι μεγαλειώδεις απεργιακές κινητοποιήσεις ενάντια στον αντιασφαλιστικό νόμο Γιαννίτση. Για τους μαζικότατους αυτούς απεργιακούς αγώνες, παρά το ότι οι ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ τυπικά είχαν πάρει την απόφαση, το έδαφος για την τεράστια επιτυχία τους το είχαν στρώσει οι ταξικές δυνάμεις, οι οποίες με μεγάλη αυταπάρνηση είχαν προετοιμάσει την πάλη των εργαζόμενων. Αντίθετα, οι δυνάμεις του εργοδοτικού και κυβερνητικού συνδικαλισμού, 40 μέρες περίπου πριν, είχαν αρνηθεί την πρόταση των ταξικών δυνάμεων για προειδοποιητική απεργία και επέμεναν μέχρι τελευταία στιγμή να εφησυχάζουν τους εργαζόμενους.
Αλλα παραδείγματα μπορούμε να συναντήσουμε στη Ναυπηγοεπισκευαστική Ζώνη Περάματος, όπου ακόμη και την περίοδο των «υψηλών» ημερομισθίων, όχι μόνο σε επίπεδο σύμβασης, αλλά και «στην αγορά», ο κλάδος έδινε πάντα σημαντικό «παρών» στους αγώνες, επεδείκνυε πνεύμα ταξικής αλληλεγγύης και παρεμπόδισε σειρά από σχέδια εργασιακής ειρήνης που σερβίρονταν με πρόσχημα την άνοδο της παραγωγικής έντασης του κλάδου.
Υπάρχει το παράδειγμα του κλάδου των Κατασκευών, όπου στην περίοδο της ραγδαίας ανόδου της οικοδομικής δραστηριότητας, όχι μόνο δεν υπέστειλε τη σημαία της ταξικής πάλης, αλλά υπήρξαν σημαντικές κατακτήσεις, κυρίως σε μεγάλα εργοτάξια, καθώς και μεγάλη συσπείρωση στα συνδικάτα, η οποία, παρά τη δραματική συρρίκνωση του κλάδου τα τρία τελευταία χρόνια, έχει αφήσει μια σημαντική παρακαταθήκη στους αγώνες του κλάδου και την προοπτική τους.
Σημαντικό παράδειγμα επίσης αποτελεί το Συνδικάτο Επισιτισμού - Τουρισμού Αθήνας, το οποίο έχει μια πολύ πλούσια δράση στους αντίστοιχους μεγάλους χώρους δουλειάς με αντίστοιχο κύρος στους εργαζόμενους αυτών των χώρων. Ηταν αξιοσημείωτη η αγωνιστική αντοχή που επέδειξε στις πιέσεις των επιχειρηματιών του κλάδου για εργασιακές σχέσεις μεσαίωνα με το πρόσχημα του «ολυμπιακού ιδεώδους» το 2004 ή της στήριξης του τουρισμού ως τη δήθεν βαριά βιομηχανία για την Ελλάδα.
Με τα παραπάνω παραδείγματα σε καμία περίπτωση δεν επιχειρείται ο εξωραϊσμός της κατάστασης σε κλάδους όπου κυριαρχούν οι ταξικά προσανατολισμένες δυνάμεις στο συνδικαλιστικό κίνημα. Παρά τα βήματα που έχουν γίνει, δε σημαίνει ότι δεν υπάρχει υστέρηση στο βαθμό οργάνωσης των εργαζόμενων στα σωματεία τους. Υπάρχουν καθυστερήσεις στις απαιτούμενες προσαρμογές στη δομή των συνδικάτων, εξαιτίας π.χ. της ανακατανομής της απασχόλησης στους κλάδους. Υπάρχει ζήτημα με τη διεύρυνση του περιεχομένου δράσης των σωματείων, με δεδομένο ότι δεν αρκεί η δράση του να περιορίζεται στην πάλη για το ύψος του ημερομίσθιου, αλλά να επεκτείνεται σε θέματα που αφορούν όλη τη σφαίρα της ζωής της εργατικής τάξης και της οικογένειάς της (Υγεία, Παιδεία, Πολιτισμός κ.ά.)., υπάρχει υστέρηση στην προσέλκυση νέων εργαζόμενων στη δράση των συνδικάτων. Πρέπει άμεσα να γίνουν βήματα για την παρακολούθηση και αντιμετώπιση των σχεδιασμών και των μηχανισμών παρέμβασης των ταξικών και πολιτικών αντιπάλων με στόχο να ενσωματώνουν και να χειραγωγούν τα εργατικά και λαϊκά στρώματα.
Χρειάζεται αντιμετώπιση της απόσπασης της οικονομικής από την πολιτική πάλη. Η εμπειρία επίσης αναδεικνύει και ένα ακόμη ζήτημα. Οσο ισχυρό κι αν είναι το συνδικαλιστικό κίνημα σ’ έναν κλάδο, αυτό δε φτάνει όταν διαμορφώνεται μια γενική τάση που πιέζει για μείωση των μισθών και διάλυση των εργασιακών δικαιωμάτων και όταν απέναντι σε αυτή την κατάσταση στο σύνολο του εργατικού κινήματος κυριαρχεί ο συμβιβασμός. Αναδεικνύεται η ανάγκη συνολικής ανασυγκρότησης του συνδικαλιστικού κινήματος σε ταξική κατεύθυνση. Πολύ περισσότερο αναδεικνύεται η ανάγκη πολιτικοποίησης της πάλης των εργαζόμενων, προσανατολισμού της στην πάλη για την εργατική-λαϊκή εξουσία.