Τα τελευταία χρόνια μια σειρά προβλήματα που αφορούν την προστασία του περιβάλλοντος και τις χρήσεις γης βρίσκονται στην επικαιρότητα. Οι πρόσφατες πλημμύρες, οι ελλείψεις στην αντισεισμική και αντιπλημμυρική προστασία των πόλεων, οι δασικές πυρκαγιές, η αύξηση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης είναι ορισμένα χαρακτηριστικά παραδείγματα. Η όξυνση των συγκεκριμένων προβλημάτων δεν αποτελεί ούτε τυχαίο ούτε φυσικό φαινόμενο. Σχετίζεται με την πολιτική των αστικών κυβερνήσεων να οργανώσουν το χώρο πιο αποτελεσματικά ώστε να θωρακιστεί η ανταγωνιστικότητα των μονοπωλιακών ομίλων. Αυτή η κατεύθυνση αποτυπώθηκε για παράδειγμα στις αποφάσεις της προηγούμενης συγκυβέρνησης για το Ρυθμιστικό Σχέδιο της Αθήνας και τον πρόσφατο νόμο για τα Δάση.
Όλα αυτά τα προβλήματα αναδεικνύουν σε τελευταία ανάλυση τις συνέπειες του καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης που θυσιάζει τις διευρυνόμενες λαϊκές ανάγκες με κριτήριο το κέρδος των μονοπωλιακών ομίλων.
Οι χρήσεις γης συνδέονται με την προστασία του περιβάλλοντος (δασών, ρεμάτων, ζωνών χρήσης κλπ.) και την ασφάλεια των κατοίκων (π.χ. πυρκαγιές, πλημμύρες, σεισμοί, βιομηχανικά ατυχήματα μεγάλης έκτασης).
Στον καπιταλισμό η γη ιδιοκτησιακά χωρίζεται σε κρατική και ιδιωτική. Επίσης, ανάλογα με το χαρακτήρα και τη χρήση της, χαρακτηρίζεται ως δάσος, δασική, αγροτική, άγονη, ακίνητο-οικόπεδο, κοινόχρηστος χώρος εντός σχεδίου, βιομηχανική, βιοτεχνική περιοχή κλπ.
Οι εκκρεμότητες του ιδιοκτησιακού καθεστώτος στη γη δημιουργούν πλήθος διεκδικήσεων, με συνέπεια διαχρονικά να οξύνονται σοβαρά προβλήματα στη χρήση γης και ιδιαίτερα στην προστασία και διαχείριση των δασών και δασικών εκτάσεων.
Το ιδιοκτησιακό πρόβλημα των δασικών οικοσυστημάτων, των χερσαίων δηλαδή φυσικών οικοσυστημάτων, αφορά ουσιαστικά το σύνολο των αμφισβητήσεων της ιδιοκτησίας τους μεταξύ του κράτους και ιδιωτών, συμπεριλαμβανομένης και της εκκλησίας. Ως τέτοιο επηρεάζεται από το πώς ιστορικά το αστικό Ελληνικό κράτος αναγνώριζε την ιδιοκτησιακή κατάσταση στα τμήματα που αποσπούσε από την Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Διαχρονικά και ιδιαίτερα στις σημερινές συνθήκες, ως προς τα δασικά εδάφη κυρίαρχο ζήτημα είναι η αλλαγή της χρήσης ή της ιδιοκτησίας τους μέσω της αλλαγής του χαρακτήρα τους. Στόχος όλων των αστικών κυβερνήσεων είναι η αξιοποίησή τους με βάση το κέρδος, τα συμφέροντα των μονοπωλιακών επιχειρηματικών ομίλων και όχι η ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών. Η εξέλιξη του ιδιοκτησιακού δεν είναι χωρίς αντιθέσεις μεταξύ τμημάτων του κεφαλαίου (τουριστικού, κατασκευαστικού, μεταποιητικού, εφοπλιστικού, ενεργειακών ομίλων κλπ.).
Η πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Στρατηγική 2020, πράσινη πολιτική, πολιτική για την βιοποικιλότητα και την κλιματική αλλαγή, η νέα στρατηγική για τα δάση της ΕΕ) συνδέεται και με τις τελευταίες εξελίξεις στον τομέα και τον τελευταίο νόμο που ψηφίστηκε από τη συγκυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ μόλις τον Αύγουστο του 2014.
Η υπάρχουσα βιβλιογραφία και διάφορες πηγές εμφανίζουν αντιφάσεις στην προσπάθεια αρκετών να εξασφαλίσουν πολιτική και επιστημονική κάλυψη στη διαχρονικά ασκούμενη αστική πολιτική.
Τα δασικά οικοσυστήματα αποτελούν τη ραχοκοκαλιά του φυσικού περιβάλλοντος. Θα μπορούσαν να λειτουργήσουν προς όφελος των λαϊκών συμφερόντων με μια δασική πολιτική που θα εξασφάλιζε την ολοκληρωμένη προστασία, την οικολογική τους ανόρθωση και τη διαχείρισή τους ως βασικού τομέα της πρωτογενούς παραγωγής, την αειφορία των δασικών καρπώσεων, η οποία είναι σε αντίθετη κατεύθυνση με την «προσαρμογή των δασών στην οικονομία της αγοράς» και την ιδιωτικοποίησή τους.
Η κοινωνική αξιοποίησή τους στο πλαίσιο ενός ριζικά διαφορετικού δρόμου ανάπτυξης προϋποθέτει την κοινωνική ιδιοκτησία στη γη, στα δασικά οικοσυστήματα, τον επιστημονικό κεντρικό σχεδιασμό της οικονομίας, εργατικό έλεγχο και διαφορετική οργάνωση παραγωγής, που θα ικανοποιεί τις διευρυνόμενες λαϊκές ανάγκες, με βάση ένα σύνολο κριτηρίων οικονομικών, κοινωνικών, περιβαλλοντικών, με κατάργηση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας. Απαιτεί τελικά ανατροπή του χαρακτήρα της εξουσίας, κατάκτηση της εργατικής εξουσίας, όπου τα δασικά οικοσυστήματα και η γη θα γίνουν κοινωνική λαϊκή περιουσία, θα κοινωνικοποιηθούν τα μονοπώλια. Άλλωστε ένα από τα πρώτα διατάγματα της Οκτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης ήταν το διάταγμα για τη γη, με το οποίο: «Η ιδιοκτησία γης των τσιφλικάδων καταργείται, αμέσως, χωρίς καμιά αποζημίωση. Τα κτήματα των τσιφλικάδων, όπως και όλη η γη που ανήκει στην αυτοκρατορική οικογένεια, στα μοναστήρια, στις εκκλησίες, μαζί με όλα τα σύνεργα και ζώα εργασίας, όλα τα κτίρια των αγροκτημάτων και όλα τα εξαρτήματά τους μπαίνουν στη διάθεση των επαρχιακών επιτροπών γης και των νομαρχιακών Σοβιέτ των αγροτών βουλευτών, ως τη σύγκληση της Συντακτικής Συνέλευσης»1.
Η εξέλιξη της ιδιοκτησίας στη γη ακολουθεί και εντάσσεται αντικειμενικά στην κοινωνικοοικονομική εξέλιξη. Διαμορφώνεται και καθορίζεται από τις σχέσεις παραγωγής, από τις οποίες απορρέει και η αξιοποίηση της γης, των δασικών οικοσυστημάτων, ειδικότερα από την εκάστοτε άρχουσα τάξη.
Η ιδιοκτησία της γης, η γαιοκτησία, αποτελεί ιστορική κληρονομιά του φεουδαρχικού συστήματος στον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής. Όμως ο καπιταλισμός χωρίζει τη γη από τη γαιοκτησία και από το γαιοκτήμονα, για τον οποίο η γη δεν αντιπροσωπεύει τίποτα άλλο εκτός από μια καθορισμένη πρόσοδο (γαιοπρόσοδο), ένα καθορισμένο ποσό σε χρήμα, ως αποτέλεσμα της ιδιοκτησίας του στη γη και της χρήσης γης, την οποία παραχωρεί έναντι αυτού του τιμήματος στον καπιταλιστή και του εκχωρεί τη δυνατότητα χρήσης της για την εγκατάσταση και λειτουργία της βιομηχανικής, της εμπορικής ή όποιας άλλης δραστηριότητας προτίθεται να ασκήσει.
Ο Μαρξ αναφέρει: «Ο ίδιος ο τίτλος ιδιοκτησίας όμως δε δημιουργείται με την πούληση, αλλά απλώς μεταφέρεται. Ο τίτλος πρέπει να υπάρχει προτού μπορέσει να πουληθεί, και όπως δεν μπορεί τον τίτλο αυτό να τον δημιουργήσει μια πούληση, άλλο τόσο δεν μπορεί να τον δημιουργήσει μια σειρά από τέτοιες πουλήσεις, η διαρκής επανάληψή τους. Αυτό που γενικά τον δημιούργησε ήταν οι σχέσεις παραγωγής. Όταν οι σχέσεις παραγωγής φτάσουν σε ένα ορισμένο σημείο, στο οποίο οφείλουν, όπως το φίδι, να αλλάξουν το περικάλυμμά τους, φεύγει από τη μέση η υλικά, οικονομικά και ιστορικά δικαιολογημένη πηγή του τίτλου, που προκύπτει από το προτσές της κοινωνικής γενεσιουργίας, καθώς και όλες οι συναλλαγές που βασίζονται σ’ αυτόν τον τίτλο. Από τη σκοπιά ενός νεότερου οικονομικού κοινωνικού σχηματισμού η ατομική ιδιοκτησία ξεχωριστών ατόμων στη γήινη σφαίρα θα εμφανίζεται τόσο πέρα για πέρα ανούσια, όσο και η ατομική ιδιοκτησία ενός ανθρώπου πάνω σε έναν άλλο άνθρωπο. Ακόμα και μια ολόκληρη κοινωνία, ένα έθνος, μάλιστα όλες οι σύγχρονες κοινωνίες μαζί παρμένες, δεν είναι ιδιοκτήτες της γης. Είναι απλώς κάτοχοί της, οι επικαρπωτές της και οφείλουν σαν boni patres familias –καλοί οικογενειάρχες– να την κληροδοτήσουν βελτιωμένη στις επόμενες γενεές»2.
Η συνολική αποτύπωση αυτής της εξέλιξης δεν μπορεί να γίνει στο πλαίσιο ενός άρθρου. Υπάρχουν ειδικά ζητήματα, όπως η εκκλησιαστική περιουσία, για τα οποία απαιτείται ειδική μελέτη. Γίνεται προσπάθεια να αποτυπωθούν πλευρές της ιστορικής πορείας της ιδιοκτησίας στα δασικά οικοσυστήματα της Ελλάδας μετά την επανάσταση του 1821 και μαζί με τις ιδιοκτησιακές συνθήκες που είχαν διαμορφωθεί κατά την Οθωμανική Αυτοκρατορία, οι οποίες επηρέασαν και το καθεστώς ιδιοκτησίας του νεοσύστατου Ελλαδικού κράτους σε συνδυασμό με τη στάση των κυβερνήσεων από τα πρώτα χρόνια της επανάστασης του 1821 μέχρι σήμερα.
Αν και η πολιτική γης όλων των μέχρι σήμερα κυβερνήσεων της Ελλάδας μετά την επανάσταση του 1821 είχε ως βάση της την καπιταλιστική ανάπτυξη, το δίκαιο σχετικά με τη δασική ιδιοκτησία έχει βαθιά ακόμη τις ρίζες του στο Οθωμανικό Δίκαιο και σε αυτό ανατρέχουν τόσο όσοι επιδιώκουν να υπερασπίσουν την κρατική ιδιοκτησία ως τέτοια, όσο και όσοι επιδιώκουν να την ιδιοποιηθούν προς όφελός τους.
Είναι προφανές ότι ανοίγεται ένα μεγάλο ζήτημα που αφορά τελικά την ιδιοκτησία της γης και τη χρήση της, του οποίου η επίλυση προς όφελος της εργατικής τάξης, των λαϊκών στρωμάτων δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί συνολικά αν δεν ξεπερασθεί το ζήτημα της ατομικής ιδιοκτησίας στη γη με την κοινωνικοποίησή της.
Η ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ ΤΩΝ ΔΑΣΩΝ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ (ΦΕΟΥΔΑΡΧΙΑ)
Την εποχή του Βυζαντίου τα δάση του σημερινού ελλαδικού χώρου αποτελούνταν από αιωνόβια και μη, αυτοφυή άγρια δένδρα. Την παλαιότερη μορφή εκδήλωσης δικαιώματος επί δασών αποτελούσε η χρήση τους και η κάρπωση για την ικανοποίηση ατομικών ή διατομικών/κοινοτικών αναγκών.
Στην περίοδο των ρωμαϊκών χρόνων παραμένει το δικαίωμα χρήσης τους, ενώ στο πλαίσιο του Βυζαντινορωμαϊκού Δικαίου γίνονται οι πρώτες αναφορές για την ύπαρξη δουλειών3 στα δάση, όπως ότι επιτρεπόταν η υλοτομία ως δουλεία και ο δικαιούχος της μπορούσε να πουλάει την ξυλεία του.
Το Βυζαντινορωμαϊκό Δίκαιο προέβλεπε τη συνετή διαχείριση και προστασία των δασών, τα οποία κατά πλήρη κυριότητα ανήκαν στο βυζαντινό κράτος. Η κυριότητα αυτή παρέμενε πάντοτε απαράγραπτη. Από τα δάση εξυπηρετούνταν κατά κύριο λόγο οι πολεμικές και άλλες αναπτυξιακές κρατικές ανάγκες και δραστηριότητες. Με χρυσόβουλα διατάγματα και άλλων ειδών τίτλους, ο αυτοκράτορας παραχωρούσε την κυριότητα ορισμένων περιοχών. Αν μέσα στα φυσικά όρια που περιγράφονταν στα παραχωρητήρια αυτά περιλαμβάνονταν και δάση και άλλες δασικές εκτάσεις, καλυμμένες με άγριους θάμνους και αγριόχορτα, αυτές συνόρευαν με πόλεις, χωριά και μοναστήρια. Οι στρατηγοί, οι άρχοντες, τα μοναστήρια, οι εκκλησίες και οι ελεύθεροι αγρότες είχαν την πλήρη κυριότητα στις καλλιεργήσιμες λειβαδικές γαίες και γαίες στις οποίες υπήρχαν ή κατασκεύαζαν σπίτια και άλλα οικήματα.4
Η καθεμία από τις ιδιοκτησίες αυτές είχε ιδιαίτερα φυσικά χαρακτηριστικά, δηλαδή θέση, σχήμα, όρια, εμβαδόν, μορφολογία. Επίσης είχε ιδιαίτερη νομική κατάσταση, δηλαδή συγκεκριμένο ονοματεπώνυμο ιδιοκτήτη, εμπράγματες υποχρεώσεις. Αυτή η φυσική και νομική κατάσταση διατηρήθηκε μέχρι το 1204.
Σημειώνεται ότι από το 771 και από το 814, με νέους γραπτούς νόμους του Καρλομάγνου και των μετέπειτα φεουδαρχών, ισχυροποιήθηκε στη Δυτική και Κεντρική Ευρώπη το φεουδαρχικό σύστημα.
Από το 1099 (τέλος Α΄ Σταυροφορίας) και μετά, επιβάλλονταν κι εφαρμόζονταν οι συνθηκολογήσεις-συνθήκες στις χώρες και στους νικημένους λαούς της Βαλκανικής και των ανατολικών παραλίων της Μεσογείου.
Το 1204 οι Ευρωπαίοι σταυροφόροι φεουδάρχες κυρίευσαν την Κωνσταντινούπολη και κατέλυσαν τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, υπογράφτηκε η Συνθήκη μεταξύ του ηττημένου Βυζαντινού Αυτοκράτορα Αλέξιου Ε΄ Δούκα Μουρτζουφλού και των νικητών Ευρωπαίων φεουδαρχών.
Άλλαξε η εδαφική τους οριοθέτηση, αφού καταργήθηκαν όρια, σχήματα, εμβαδά των ιδιοκτησιών των Βυζαντινών γαιοκτημόνων. Άλλες ιδιοκτησίες ενώθηκαν, άλλες κατατμήθηκαν και αποτέλεσαν νέα ακίνητα, με άλλα όρια, άλλα σχήματα, άλλα εμβαδά, τα φέουδα. Άλλαξε η νομική κατάσταση, αφού η κυριότητα των Βυζαντινών ιδιοκτητών πέρασε στα ονόματα των φεουδαρχών των διάφορων περιοχών. Οι Βυζαντινοί ιδιοκτήτες εξαφανίστηκαν για να γλιτώσουν τη ζωή τους, ενώ όσοι από αυτούς έγιναν υποτελείς έχασαν ουσιαστικά τη νομική δυνατότητα να αναζητήσουν τις περιουσίες τους.5
Το φέουδο ως χώρος ήταν μια ενιαία εδαφική περιοχή που περικλειόταν από φυσικά όρια (βουνοκορυφές, λίμνες, παραλίες, ποτάμια κλπ.). Τα μεγάλα φέουδα (την κυριότητα είχαν οι ανώτεροι άρχοντες, δούκες κόμητες, βαρόνοι, μαρκήσιοι κλπ.) περιλάμβαναν πολλά μικρότερα φέουδα, τα οποία ανήκαν στην πλήρη κυριότητα των ιεραρχικά κατώτερων αρχόντων, ιπποτών, κληρικών. Η εδαφική περιοχή των φέουδων περιλάμβανε και δάση στην απόλυτη κυριότητα των φεουδαρχών.
Από τα δάση επιτρεπόταν να κόβουν δένδρα, αφού προηγούμενα σημαδεύονταν, κατάλληλα, για στρατιωτικές και λοιπές ανάγκες του κυρίαρχου φεουδάρχη. Για τις οικιακές ανάγκες των υποτελών χωρικών επιτρεπόταν να κόβουν μόνο τα δένδρα που είχαν ξεραθεί πριν ένα χρόνο.
Οι ορθόδοξοι επίσκοποι αντικαταστάθηκαν από Λατίνους και ο κατώτερος κλήρος διατηρούνταν μόνο αν μνημόνευε τον καθολικό Πάπα, ενώ οι περιουσίες των εκκλησιών και μοναστηριών πέρασαν στους φεουδάρχες Λατίνους επισκόπους - πνευματικούς διοικητές κομητειών, με λαϊκούς διοικητές τους κόμητες. Καταργήθηκε το βυζαντινό ρωμαϊκό Δίκαιο κι επιβλήθηκε η φεουδαρχική νομοθεσία.6
Στις Συνθηκολογήσεις, Συνθήκες, δε γίνεται λόγος περί δασών, επειδή η κυριότητα των δασών ανήκε στον κάθε φεουδάρχη και δεν άγγιζε τους χωρικούς. Η κατάσταση αυτή διήρκεσε από το 1204 μέχρι το 1453 που οι Οθωμανοί κατέλαβαν το Βυζάντιο, διέλυσαν όλα τα φέουδα, υπέταξαν όλους τους κατοίκους και τους χωρικούς, κατάργησαν την ισχύουσα νομοθεσία κι επέβαλαν το Ιερό Μουσουλμανικό - Ισλαμικό Δίκαιο. Η πλήρης κυριότητα όλων των πάσης φύσεως και κατηγορίας γαιών στην Οθωμανική Αυτοκρατορία πέρασε κάτω από την απόλυτη κυριότητα του εκάστοτε σουλτάνου.7