ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ
Με τον όρο «διασυνοριακή υγειονομική περίθαλψη» η Ευρωπαϊκή Ενωση αναφέρεται:
- Στις περιπτώσεις όπου ένας ασθενής μεταβαίνει για περίθαλψη σε άλλο κράτος-μέλος από αυτό στο οποίο είναι ασφαλισμένος.
- Στην παροχή υπηρεσιών από το έδαφος ενός κράτους στο έδαφος ενός άλλου, για παράδειγμα τηλεϊατρική και συνταγογράφηση.
- Στη μόνιμη ή προσωρινή παρουσία ενός «παρόχου υγειονομικής περίθαλψης»1.
Η προσωρινή ή μόνιμη μετακίνηση των «επαγγελματιών υγείας»2 ανάμεσα στα κράτη ονομάζεται «κινητικότητα επαγγελματιών υγείας», ενώ η μετακίνηση των ασθενών μεταξύ των κρατών καλείται «κινητικότητα των ασθενών»3. Αφορά περιπτώσεις ασθενών που η αγωγή δεν είναι διαθέσιμη στη χώρα τους ή δεν παρέχεται μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα ή ο συντομότερος τρόπος για να επιτευχθεί είναι σε άλλο κράτος-μέλος, όπως για παράδειγμα στις μεθοριακές περιοχές (π.χ. μπορεί να είναι πιο εύκολο - γρήγορο για έναν κάτοικο της Βουλγαρίας που κατοικεί στα σύνορα με την Ελλάδα, να μετακινηθεί για υγειονομική περίθαλψη στο νοσοκομείο της Θεσσαλονίκης ή της Αλεξανδρούπολης, παρά να πάει στη Σόφια).
Το ποσοστό των κατοίκων στην ΕΕ που μετακινούνται για υγειονομική περίθαλψη σε άλλο κράτος-μέλος είναι σχετικά μικρό, περίπου 4% (3% για την Ελλάδα)4. Παρότι λοιπόν η διασυνοριακή περίθαλψη σήμερα αφορά πολύ μικρό ποσοστό ασθενών, έχει αναπτυχθεί μεγάλη συζήτηση από το 2003, μαζί με το ζήτημα της «κινητικότητας των υγειονομικών».
Εχουν εκδοθεί κατά καιρούς διάφορες εκθέσεις και αποφάσεις του Ευρωκοινοβουλίου σε όλα τα βασικά κείμενα της ΕΕ που αναφέρονται στην Υγεία - Πρόνοια.
Ολη η παραπάνω διαδικασία συζήτησης κατέληξε το 2008 σε πρόταση οδηγίας «για την εφαρμογή των δικαιωμάτων των ασθενών στη διασυνοριακή περίθαλψη», που ψηφίστηκε στις 23 Απριλίου του 2009 στο Ευρωκοινοβούλιο, με στόχο να γίνει οδηγία, δηλαδή υποχρεωτικός νόμος για όλα τα κράτη-μέλη.
Διευκρινίζεται ότι η οδηγία εφαρμόζεται για την παροχή υγειονομικής περίθαλψης, ανεξαρτήτως αν ο φορέας είναι δημόσιος ή ιδιωτικός. Αφορά μόνο τους ασφαλισμένους και όχι τους ανασφάλιστους, άνεργους, μετανάστες κλπ. και δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση των μεταμοσχεύσεων.
Αναλυτικότερα η οδηγία καθορίζει ότι:
- Οταν ένας ασθενής μετακινείται σε άλλο κράτος-μέλος για υγειονομική περίθαλψη, τα έξοδα περίθαλψης θα πρέπει να τα πληρώνει ο ίδιος. Η οδηγία δίνει τη δυνατότητα στα κράτη-μέλη, αν το επιλέξουν, να αναλαμβάνουν με διακανονισμό μεταξύ τους την πληρωμή των εξόδων και όχι ατομικά οι ασθενείς.
- Το ασφαλιστικό ταμείο του ασθενή θα του επιστρέφει ποσό χρημάτων «ως το ποσό που θα είχε επιστραφεί αν η ίδια ή παρόμοια υγειονομική περίθαλψη είχε παρασχεθεί στο κράτος-μέλος ασφάλισης»5 με την προϋπόθεση ότι αυτή η θεραπεία καλύπτεται από τον ασφαλιστικό φορέα του ασθενή. Τα υπόλοιπα έξοδα θα τα πληρώνει ο ίδιος ο ασθενής. Η οδηγία αναφέρει ότι «η επιλογή θεραπείας ή χώρας, όπου απαιτείται επιπλέον πληρωμή από τον ίδιο τον ασθενή, είναι ένα ρίσκο που παίρνει ο ίδιος».
- Δε θα απαιτείται προέγκριση για την κάλυψη των εξόδων από τον ασφαλιστικό φορέα όταν κάποιος ασθενής θέλει να μετακινηθεί σε άλλο κράτος για εξωνοσοκομειακή περίθαλψη (δηλαδή για υπηρεσίες πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας).
- Για τη νοσοκομειακή περίθαλψη δυνητικά απαιτείται προέγκριση από τον ασφαλιστικό φορέα, στην περίπτωση που το κράτος-μέλος «μπορεί να αποδείξει ότι η εκροή ασθενών, που οφείλεται στην εφαρμογή της εν λόγω οδηγίας, μπορεί να υπονομεύσει σοβαρά την οικονομική ισορροπία του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης του εν λόγω κράτους-μέλους και το σχεδιασμό και τον εξορθολογισμό που εφαρμόζεται στο νοσοκομειακό τομέα».
- Προβλέπεται η ανάπτυξη εθνικών σημείων επαφής για τη διασυνοριακή περίθαλψη σε κάθε κράτος-μέλος που θα έχουν αρμοδιότητα μόνο να συλλέγουν και να παρέχουν πληροφορίες στους ασθενείς σχετικά με τις διαθέσιμες υπηρεσίες υγείας σε όλη την ΕΕ, τις τιμές, τους όρους και προϋποθέσεις παροχής κλπ. Αναφέρεται ότι έτσι θα «εξασφαλίζονται σαφείς πληροφορίες που καθιστούν δυνατό στα άτομα να επιλέγουν συνειδητά όσον αφορά την υγειονομική περίθαλψη».
Ολα τα παραπάνω χαρακτηρίζονται ως προσπάθεια διαμόρφωσης «ενός ειδικού πλαισίου για τη διασυνοριακή περίθαλψη που θα αποσαφηνίζει τα δικαιώματα των ασθενών για υγειονομική περίθαλψη».
Επίσης:
- Προβλέπεται η εφαρμογή «κοινών αρχών σε όλα τα συστήματα υγείας της ΕΕ». Καθορίζεται ότι το κράτος-μέλος, στο οποίο πραγματοποιείται η θεραπεία, είναι αρμόδιο για την οργάνωση και παροχή της περίθαλψης και για «τη συμμόρφωση με τις κοινές αρχές της ΕΕ σε ό,τι αφορά την παροχή της υγειονομικής περίθαλψης, σύμφωνα με σαφή πρότυπα ποιότητας και ασφάλειας».
- Προβλέπονται «μέσα προσφυγής των ασθενών, ανάπτυξη μηχανισμών καταγγελίας σε περιπτώσεις αμέλειας και διεκδίκησης αποζημίωσης σε περίπτωση που υποστούν βλάβη από υγειονομική περίθαλψη που έλαβαν».
- Για την εξασφάλιση της συνέχειας της περίθαλψης μεταξύ των διαφορετικών επαγγελματιών και φορέων που εμπλέκονται στη θεραπεία προβλέπονται μέτρα, όπως η μεταφορά δεδομένων υγείας του ασθενή, η διασύνδεση και διαλειτουργικότητα των συστημάτων πληροφορικής στις υπηρεσίες υγείας σε όλη την ΕΕ, κοινοί κανόνες και μέθοδοι συνταγογράφησης και εκτέλεσης των συνταγών.
Ειδικά για τα φάρμακα αναφέρεται ότι αν ένα φάρμακο έχει άδεια κυκλοφορίας στην αγορά (σύμφωνα με την οδηγία 2001/83/ΕΚ), απαγορεύεται ο περιορισμός της αναγνώρισης μεμονωμένης συνταγής μέσα στην ΕΕ, ανεξάρτητα από την πολιτική κάθε κράτους [π.χ. για την Ελλάδα από τον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκου (ΕΟΦ)]. Εξαιρούνται οι περιπτώσεις κάποιων ειδικών φαρμάκων και όταν υπάρχουν αμφιβολίες για την αυθεντικότητα της συνταγής.
Ολες οι παραπάνω προβλέψεις αιτιολογούνται ως «εξασφάλιση της τήρησης των αναγκαίων απαιτήσεων για υψηλής ποιότητας, ασφαλή και αποτελεσματική διασυνοριακή υγειονομική περίθαλψη».
Τέλος:
- Προβλέπεται η ανάπτυξη «ευρωπαϊκών δικτύων αναφοράς», δηλαδή των ιατρικών κέντρων που θα παρέχουν διασυνοριακή περίθαλψη. Τα κέντρα αυτά επίσης θα αναπτύσσουν συνεργασία σε θέματα σπάνιων ασθενειών, επιμόρφωσης των επαγγελματιών υγείας, έρευνας, διάδοσης και αξιολόγησης των πληροφοριών. Αναφέρεται ότι: «Τα ευρωπαϊκά δίκτυα αναφοράς θα συμβάλλουν στην παροχή υψηλής ποιότητας υπηρεσιών υγειονομικής περίθαλψης και με καλή σχέση κόστους - οφέλους σε ασθενείς που πάσχουν από ασθένειες για τις οποίες απαιτείται ειδική συγκέντρωση πόρων».
- Προωθείται η συνεργασία κρατών-μελών για κοινή αξιολόγηση των νέων τεχνολογιών στην Υγεία για «να εξασφαλίζεται ότι τις αξιολογούν σωστά και τις χρησιμοποιούν με την καλύτερη δυνατή σχέση κόστους - οφέλους». Υποστηρίζεται γενικότερα ένα πιλοτικό ευρωπαϊκό δίκτυο για την αξιολόγηση των τεχνολογιών υγείας που ονομάζεται «EUnetHTA», το έργο του οποίου θα υποστηρίξει τις πολιτικές αποφάσεις (Υπουργείων Υγείας κλπ.) στον τομέα των τεχνολογιών υγείας.
Προωθείται η ανάπτυξη της e-health (ηλεκτρονικής υγείας) για δράσεις εξ αποστάσεως, όπως η παροχή εξειδικευμένης υποστήριξης από μεγάλα νοσοκομεία προς μικρότερες τοπικές υγειονομικές μονάδες, η ανάγνωση ιατρικών διαγνωστικών εικόνων και εξετάσεων, η παρακολούθηση χρόνιων νόσων, ο συντονισμός διαφόρων «παρόχων υγειονομικής περίθαλψης».
Ολα τα παραπάνω αποτελούν μέτρα για την «ευρωπαϊκή συνεργασία στον τομέα την υπηρεσιών υγείας».
Χρειάζεται εδώ να τονιστεί ότι υφίστανται και σήμερα κοινοτικοί κανονισμοί, με βάση τους οποίους μπορεί ένας ασφαλισμένος που μετακινείται από ένα κράτος-μέλος σε άλλο να έχει υγειονομική περίθαλψη. Είναι ο κανονισμός 1408/71 του Συμβουλίου «περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας» και ο διάδοχός του 883/04 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου «για το συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας».
Σύμφωνα με αυτούς τους κανονισμούς, ο ασφαλισμένος που μεταβαίνει σε άλλο κράτος-μέλος για προγραμματισμένη περίθαλψη πρέπει να ζητήσει προέγκριση από τον αρμόδιο ασφαλιστικό φορέα (π.χ. ΙΚΑ). Χρησιμοποιείται γι’ αυτό το λόγο τυποποιημένο έντυπο (Ε112) και μετά την έγκριση της δαπάνης τα έξοδα καλύπτονται όλα σύμφωνα με τους όρους που ισχύουν στη χώρα παροχής της περίθαλψης (δηλαδή όλο το ποσό που απαιτείται και όχι ως το ύψος που θα κόστιζε αν παρέχονταν η περίθαλψη στη χώρα του, όπως κάνει τώρα και η οδηγία). Ομως και σ’ αυτόν τον κανονισμό μπαίνει φραγμός, μιας και η προέγκριση χορηγείται εφόσον η θεραπεία περιλαμβάνεται στις παροχές που προβλέπει η νομοθεσία του κράτους-μέλους στο οποίο κατοικεί ο ασφαλισμένος.
Για τη μη προγραμματισμένη - επείγουσα περίθαλψη χρησιμοποιείται η κάρτα ασφάλισης (που αντικατέστησε το έντυπο Ε111) και παρέχεται από το ασφαλιστικό ταμείο.
Η παρούσα οδηγία για τα δικαιώματα των ασθενών στη διασυνοριακή περίθαλψη δεν καταργεί τους υπάρχοντες κανονισμούς. Παρουσιάζεται από την ΕΕ ως «ένας εναλλακτικός μηχανισμός για τη διασυνοριακή περίθαλψη με βάση τις αρχές της ελεύθερης κυκλοφορίας», «μία επιπλέον επιλογή για διασυνοριακή υγειονομική περίθαλψη». Δηλαδή χρησιμοποιεί το «δικαίωμα» των ασθενών στην «ελεύθερη επιλογή» υπηρεσίας υγείας, προκειμένου να επιδεινώσει τους όρους για την κάλυψη των εξόδων περίθαλψης.
ΟΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΕΣ ΣΤΟΧΕΥΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ
Στην αιτιολογική έκθεση της οδηγίας αναφέρεται ως λόγος διαμόρφωσής της η ύπαρξη προσφυγών ασθενών από το 1998 στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, που ζητούσαν την κάλυψη των εξόδων τους μετά από την περίθαλψή τους σε άλλο κράτος της ΕΕ από αυτό που είναι ασφαλισμένοι. Οι αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου αναγνώρισαν στους ασθενείς το δικαίωμα επιστροφής εξόδων και εκδικάστηκαν αυτές οι προσφυγές των ασθενών στη βάση ότι οι «υπηρεσίες υγείας δεν μπορούν να εξαιρεθούν από το πεδίο εφαρμογής της θεμελιώδους αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας» (άρθρο 95 της Συνθήκης της Ιδρυσης της ΕΕ σχετικά με την εγκαθίδρυση και τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς) και ότι ούτε «η ειδική φύση της υγειονομικής περίθαλψης, ούτε ο τρόπος που οργανώνεται η χρηματοδότηση σε κάθε κράτος-μέλος συνιστούν λόγους εξαίρεσης από τη θεμελιώδη αυτή αρχή»6.
Τονίζεται επίσης στην οδηγία ότι «η έλλειψη ενός σαφούς, κοινού νομοθετικού πλαισίου σχετικά με τα δικαιώματα των ασθενών στη διασυνοριακή περίθαλψη έχει επιφέρει διοικητικό κόστος στα συστήματα υγείας και ασφάλισης» και ότι «η αβεβαιότητα που υπάρχει σε σχέση με τη γενική εφαρμογή των δικαιωμάτων επιστροφής εξόδων, δημιουργεί στην πράξη εμπόδια για την ελεύθερη κυκλοφορία των ασθενών και των υπηρεσιών υγείας γενικότερα». Γι’ αυτούς τους λόγους επιδιώκεται η νομική ρύθμιση.
Σε αυτά τα πλαίσια λοιπόν η οδηγία αναφέρει ότι αποσκοπεί «στην εξασφάλιση ενός σαφούς και διαφανούς πλαισίου για την παροχή διασυνοριακής υγειονομικής περίθαλψης στο εσωτερικό της ΕΕ» και στην «ενθάρρυνση της κινητικότητας των ασθενών».
Δηλαδή η οδηγία επιχειρεί να διαμορφώσει ένα νέο πλαίσιο, ώστε να αντιμετωπίζονται τα προβλήματα «διοικητικού κόστους» που συνάντησε και που ενδεχομένως να συναντήσει και τώρα με την επιδιωκόμενη επέκταση της κινητικότητας ασθενών και εργαζομένων, η εφαρμογή της διασυνοριακής περίθαλψης. Τα προβλήματα «διοικητικού κόστους» που αναφέρονται από την ΕΕ είναι οι γραφειοκρατικές διαδικασίες έγκρισης από τα ασφαλιστικά ταμεία της κάλυψης των εξόδων, οι διαφοροποιήσεις στο είδος και το ύψος της κάλυψης από τα διάφορα ασφαλιστικά ταμεία μέσα στο ίδιο κράτος, οι δυσκολίες στην επιλογή της κατάλληλης μονάδας υγείας και στην επικοινωνία μεταξύ των υγειονομικών που παρακολουθούν τον ασθενή κ.ά.
Η συγκεκριμένη οδηγία παρουσιάζεται από την ΕΕ ως λύση που θα «λυτρώσει» τους ασθενείς των κρατών-μελών από την ταλαιπωρία και την απόγνωση που προκαλούν οι μεγάλες αναμονές για διάγνωση και θεραπεία, τα προβλήματα των ελλείψεων - διαφόρων εξειδικευμένων και μη - υπηρεσιών υγείας που παρουσιάζονται σε πολλά συστήματα υγείας των κρατών - μελών. Ολα αυτά τα προβλήματα είναι βέβαια υπαρκτά, έχουν όμως δημιουργηθεί από τις πολιτικές που ακολουθεί η ΕΕ και οι αστικές κυβερνήσεις των κρατών-μελών.
Συμπερασματικά, αυτό που επιδιώκει κυρίως η ΕΕ μέσω αυτής της οδηγίας είναι να ρυθμίσει ορισμένα γραφειοκρατικά εμπόδια των ταμείων (π.χ. δυνατότητα κατάργησης προέγκρισης), για να απελευθερώσει παραπέρα τις διαδικασίες για την «ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών υγείας», τη μετακίνηση ασθενών, αλλά και του εργατικού δυναμικού για προγραμματισμένη νοσοκομειακή περίθαλψη σε άλλο κράτος - μέλος απ’ αυτό που είναι ασφαλισμένοι.
Ταυτόχρονα, επιδιώκει να μειώσει τις παροχές των ασφαλιστικών ταμείων για πληρωμή όλων των εξόδων υγειονομικής περίθαλψης που πραγματοποιεί ο ασφαλισμένος σε άλλο κράτος. Με άλλα λόγια επικαλείται η ΕΕ δήθεν παροχή επιπλέον «δικαιωμάτων» (όπως τιτλοφορείται η οδηγία) προς τους ασθενείς - εργαζόμενους, για να παραχωρήσει ουσιαστικά επιπλέον δικαιώματα, προνόμια στο κεφάλαιο για αύξηση των κερδών του, μειώνοντας τελικά τα δικαιώματα, περιορίζοντας τις ανάγκες των εργαζομένων και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων για πραγματικά δημόσια και δωρεάν, πλήρως εκσυγχρονισμένη διασυνοριακή περίθαλψη για όλους όσοι την έχουν ανάγκη.
Στην πραγματικότητα η διασυνοριακή περίθαλψη της ΕΕ αξιοποιεί τα παραπάνω υπαρκτά προβλήματα για να:
- Προωθήσει παραπέρα σε όλα τα κράτη-μέλη τις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις στον τομέα της Υγείας - Πρόνοιας, της Κοινωνικής Ασφάλισης, των εργασιακών σχέσεων των υγειονομικών, του Φαρμάκου, της Ερευνας, της Εκπαίδευσης, των νέων τεχνολογιών, ώστε να αφαιρεθούν τα εμπόδια που υπάρχουν για την ελεύθερη κυκλοφορία υπηρεσιών, εργαζομένων, κεφαλαίων και εμπορευμάτων στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης. Να προσαρμοστούν δηλαδή οι παραπάνω τομείς που σχετίζονται με την υγεία στις απαιτήσεις των ελευθεριών του Μάαστριχτ και να διαμορφωθούν ενιαίοι όροι για τη λειτουργία εσωτερικής αγοράς υγείας.
- Εφαρμοστεί η οδηγία Μπόλκενσταϊν και στον τομέα της υγείας, ο οποίος είχε αρχικά εξαιρεθεί από αυτή.
- Προωθήσει τον έλεγχο και τον περιορισμό των παροχών υγείας που προβλέπονται στις περιπτώσεις των μετακινήσεων και κατ’ επέκταση των κρατικών δαπανών για την υγεία. Το κόστος να μεταφερθεί στους εργαζόμενους, είτε άμεσα είτε έμμεσα, από τα ασφαλιστικά ταμεία. Περιορισμό των παροχών και δαπανών επιζητούν και οι ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρίες.
Αναλυτικότερα οι πραγματικές στοχεύσεις της οδηγίας αφορούν στην:
1. Περαιτέρω απελευθέρωση του τομέα υγείας και τη διαμόρφωσηενιαίων κριτηρίων για τη λειτουργία εσωτερικής αγοράς.
Η ελεύθερη κίνηση του εργατικού δυναμικού σε όλη την ΕΕ προϋποθέτει την παροχή και πρόσβαση των εργαζομένων που μετακινούνται (προσωρινά και πιο μόνιμα) σε βασικές υπηρεσίες υγείας (απαραίτητος όρος για την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης). Η ΕΕ προωθεί σταδιακά τους όρους για την «απελευθέρωση» της αγοράς υγείας και τη δημιουργία - λειτουργία κερδοφόρας εσωτερικής αγοράς υπηρεσιών υγείας και αγοράς εργασίας των υγειονομικών. Γι’ αυτό και η οδηγία αντιμετωπίζει με κοινά κριτήρια τις ιδιωτικές και τις δημόσιες υπηρεσίες υγείας και όλες οι πολιτικές της ΕΕ προωθούν τη λειτουργία των δημόσιων συστημάτων υγείας με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια.
Η λειτουργία μιας εσωτερικής αγοράς υπηρεσιών υγείας και εργασίας των υγειονομικών με ενιαία κριτήρια διευκολύνει τη διαχείριση των ελλείψεων στις υπηρεσίες υγείας και σε υγειονομικούς, με τη μεταφορά των ασθενών και των «πλεοναζόντων» υγειονομικών σε άλλες υπηρεσίες υγείας ανάμεσα στα κράτη-μέλη. Ταυτόχρονα εξυπηρετεί το στόχο της μείωσης των κρατικών δαπανών, αφού με την απελευθέρωση της αγοράς δεν θα απαιτούνται αυξημένες κρατικές δαπάνες για να αναπτυχθούν πλήρη και ολοκληρωμένα συστήματα υγείας σε κάθε χώρα, με ποιοτική επάρκεια, αλλά θα γίνονται κοινές επενδύσεις (δημόσιων και ιδιωτικών φορέων) υγείας ανάμεσα στις χώρες, π.χ. για εξειδικευμένες υπηρεσίες υγείας, όπως σύνθετες περιπτώσεις καρκίνου, σπάνιες ασθένειες, εξειδικευμένες υπηρεσίες αποκατάστασης κλπ.
Δηλαδή προσπαθούν να αντιμετωπίσουν με όρους ανταγωνιστικότητας τα προβλήματα που δημιουργεί η αναπόφευκτη ανισόμετρη ανάπτυξη στην ΕΕ, αλλά και η αντιλαϊκή πολιτική της ίδιας της ΕΕ στην υγεία - πρόνοια. Με αυτό τον τρόπο επιτυγχάνονται «οικονομίες κλίμακας», όπως αναφέρουν. Στην ουσία επιδιώκουν να διαμορφώσουν συνθήκες συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης κεφαλαίου για το εμπόρευμα - υγεία σε κλίμακα ευρωενωσιακή (σύμφωνα με την ορολογία της ΕΕ «καλύτερη απόδοση των συστημάτων υγείας συνολικά στην ΕΕ, με κριτήριο την καλή σχέση κόστους - οφέλους»). Σε αυτό το πλαίσιο προωθείται μια κοινή ευρωπαϊκή στρατηγική που θα καλύπτει ζητήματα όπως η εκπαίδευση, οι προσλήψεις των υγειονομικών, η καλύτερη απόδοση των επενδύσεων, η αξιολόγηση των νέων τεχνολογιών υγείας.
Οπως όμως και σε άλλους τομείς στην ΕΕ (π.χ. γεωργική παραγωγή κλπ.), η «ενιαία» αγορά υγείας θα βαθύνει την ανισόμετρη ανάπτυξη των συστημάτων υγείας - εργασιών υγείας - δραστηριοτήτων υγείας ανάμεσα στα κράτη-μέλη και τους κλάδους (π.χ. Αγγλία - ογκολογία, σκανδιναβικά κράτη - αποκατάσταση κλπ.). Αντικειμενικά, τα μονοπώλια στον τομέα της υγείας θα στρέφονται σε εξειδικεύσεις που μπορούν να τους εξασφαλίσουν πιο άμεσο και μέγιστο κέρδος.
Η δημιουργία των «ευρωπαϊκών δικτύων αναφοράς» που προβλέπει η οδηγία, στα οποία εντάσσονται οι «πάροχοι υγειονομικής περίθαλψης», ενισχύει τη συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου στον τομέα. Η επιτροπή θα καθορίζει τα κριτήρια που πρέπει να πληρούν οι «πάροχοι» για να μπορούν να πιστοποιηθούν και να ενταχθούν στα «δίκτυα», όπως π.χ. να διαθέτουν κατάλληλες υποδομές, πολυεπιστημονική προσέγγιση, ισχυρή συμβολή στην έρευνα, συνεργασία με ενώσεις ασθενών κ.ά. Αυτά τα κριτήρια αντικειμενικά κατευθύνουν τους ασθενείς σε συγκεκριμένα ιατρικά κέντρα, ενισχύοντας την ταξική διαφοροποίηση των μονάδων υγείας, όχι μόνο σε μια χώρα αλλά και συνολικά στο επίπεδο της ΕΕ. Ακόμη, τα «δίκτυα» αναλαμβάνουν την εκπαίδευση-επιμόρφωση και την αξιολόγηση-πιστοποίηση των υγειονομικών. Πρόκειται για προσπάθεια προσαρμογής της εκπαίδευσής τους στις ανάγκες του κεφαλαίου στον τομέα της υγείας, αποσύνδεσης του πτυχίου από τα επαγγελματικά δικαιώματα και ακόμη παραπέρα εμπορευματοποίησης και υποβάθμισης της παιδείας.
Η εμπορευματοποίηση, η ανισομετρία, η υπονόμευση των συστημάτων υγείας σε ό,τι αφορά την ποσοτική και ποιοτική επάρκεια σε υποδομές - εξοπλισμό - προσωπικό, σε όλες τις βαθμίδες φροντίδας και αποκατάστασης της υγείας σε κάθε κράτος-μέλος, θα επιδεινώσει τους όρους κάλυψης της πλειοψηφίας των λαϊκών στρωμάτων για τέτοιου είδους υπηρεσίες. Μπορεί να οδηγήσει στη δημιουργία μεγάλων μητροπολιτικών κέντρων για συγκεκριμένες ασθένειες, που θα καλύπτουν ασθενείς από όλες τις χώρες της ΕΕ. Με αυτό τον τρόπο όμως ένα νοσοκομείο π.χ. σε μία επαρχιακή πόλη δε θα χρηματοδοτείται από το κράτος για ν’ αναπτύξει αυτόνομα όλες τις επιστημονικές του δραστηριότητες (νέα τμήματα, βελτίωση υλικοτεχνικών υποδομών, προσέκλυση εξειδικευμένου επιστημονικού δυναμικού κλπ.), αφού οι ασθενείς θα παραπέμπονται στα υπάρχοντα «εξειδικευμένα» κέντρα, ανάλογα με την περίπτωση.
Παρόμοιοι κίνδυνοι στα συστήματα υγείας μπορούν να δημιουργηθούν από τη μεγάλη συρροή ασθενών σε κάποια χώρα (κυρίως λόγω του χαμηλού κόστους) και αντίστοιχα πιθανή συρρίκνωσή τους σε μια άλλη χώρα. Για παράδειγμα στην Ουγγαρία η οδοντιατρική περίθαλψη κοστίζει 30% φθηνότερα από ό,τι στη Γερμανία (έχουμε ήδη μετακίνηση και Ελλήνων στη Βουλγαρία για οδοντιατρική περίθαλψη). Επίσης μπορεί να υπάρξει διάκριση και ανισότιμη μεταχείριση ανάμεσα στους «ντόπιους» και «ξένους» ασθενείς, σχετικά με το ποιος έχει προτεραιότητα στη λήψη περίθαλψης. Τέλος υπονομεύεται και η δυνατότητα ανάπτυξης προληπτικής ιατρικής, επιδημιολογικών μελετών αλλά και ελέγχου, οργάνωσης, προγραμματισμού των δημόσιων συστημάτων υγείας σε τοπικό - εθνικό επίπεδο.
Ομως δεν είναι ρεαλιστική και δυνατή η μετακίνηση σε άλλο κράτος για υγειονομική περίθαλψη για την πλειοψηφία των λαϊκών στρωμάτων που θα παραμείνουν με λίγες υποβαθμισμένες και σε ορισμένες περιπτώσεις ακριβοπληρωμένες υπηρεσίες υγείας.
Επίσης κίνδυνος για τη λειτουργία των συστημάτων υγείας και την κάλυψη των αναγκών υγείας των εργαζόμενων έχει εμφανιστεί ήδη από την ελεύθερη κυκλοφορία των υγειονομικών. Η «κινητικότητα των επαγγελματιών υγείας» οδηγεί σε φυγή εξειδικευμένων υγειονομικών, κυρίως από την Ανατολική Ευρώπη προς χώρες όπως η Μ. Βρετανία. Αλλά και από την Ελλάδα αναφέρεται ότι περίπου 350 Ελληνες γιατροί και οδοντίατροι εργάζονται στη Μ. Βρετανία τα τελευταία δύο με τρία χρόνια7. Είναι γνωστές οι επιπτώσεις της οδηγίας Μπόλκενσταϊν στους μετακινούμενους εργαζομένους, που εργάζονται με βάση τα δικαιώματα της χώρας προέλευσής τους και όχι με βάση αυτά που προβλέπονται για τους εργαζόμενους της χώρας υποδοχής. Ηδη υπάρχει εμπειρία από εργαζόμενους στο χώρο της υγείας που μετακινούνται (π.χ. στη Γαλλία από χώρες της Ανατολικής Ευρώπης όπως η Ρουμανία), οι οποίοι μπορεί να πληρώνονται με μεγαλύτερο μισθό απ’ ό,τι στην πατρίδα τους, αλλά αυτός είναι μικρότερος από τους Γάλλους συναδέλφους τους, αποτελώντας και πολιορκητικό κριό για την υπονόμευση των δικαιωμάτων και των Γάλλων υγειονομικών. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι οι επίτροποι της ΕΕ αναφέρονται στην «αποδοτικότερη εκμετάλλευση του δυναμικού της εσωτερικής αγοράς». Γι’ αυτό το λόγο άλλωστε έχει εκπονηθεί και η «Πράσινη Βίβλος για το ευρωπαϊκό υγειονομικό δυναμικό», στην οποία θα αναφερθούμε αναλυτικότερα παρακάτω. Προωθείται συγκέντρωση υγειονομικού προσωπικού -ιδιαίτερα υψηλά ειδικευμένου- σε κάποια κέντρα, σε βάρος ολόκληρων χωρών ή περιφερειών χωρών.
Τέλος, ιδιωτικές μεσιτικές εταιρίες αξιοποιούν τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι ασθενείς για διασυνοριακή περίθαλψη, αναλαμβάνοντας τη διαδικασία της μεταφοράς τους, τη διευκόλυνση στην επικοινωνία, τη διαχείριση των γραφειοκρατικών διαδικασιών κλπ.
Η λειτουργία αγοράς υγείας υποστηρίζεται και με τη λειτουργία της «e-health», της ηλεκτρονικής διασυνοριακής συλλογής δεδομένων και μεταφοράς ατομικών φακέλων υγείας, συνταγών κλπ. Η χρήση των δυνατοτήτων αυτών μπορεί γενικά να συμβάλει στη διευκόλυνση και βελτίωση της παροχής φροντίδας υγείας και πρόληψης. Στο πλαίσιο όμως μιας καπιταλιστικής αγοράς υγείας, όπου τα ιατρικά ατομικά δεδομένα μπορεί να γίνουν εμπορεύματα, θα υπάρχει πάντα η πιθανότητα στρεβλής, ανεπαρκούς, ακόμη κι επικίνδυνης αξιοποίησή τους. Ειδικότερα ελλοχεύει ο κίνδυνος της παραβίασης των προσωπικών και ιατρικών δεδομένων των ασθενών, τα οποία συλλέγονται, μεταφέρονται ηλεκτρονικά και μπορούν να χρησιμοποιηθούν ποικιλοτρόπως, κύρια από τις ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρίες και τους εργοδότες.
Ολους τους παραπάνω κινδύνους η ΕΕ δεν μπορεί να τους αγνοήσει και κάνει κάποια αναφορά σε αυτούς. Υποβαθμίζεται όμως το μέγεθός τους και οι πραγματικές αιτίες τους. Παρουσιάζεται ως δικλείδα προστασίας για τη μη υπονόμευση των συστημάτων υγείας η προέγκριση των εξόδων μετακίνησης. Γίνονται γενικές υποδείξεις για «μη διάκριση» των ασθενών. Επικαλούνται τη «χάρτα των δικαιωμάτων» των ασθενών και το κοινοτικό δίκαιο για την προστασία των ιατρικών δεδομένων. Ολα αυτά όμως δεν μπορούν να αποτελέσουν ασπίδα προστασίας, αφού η τάση είναι ο περιορισμός των κρατικών υπηρεσιών υγείας, η εμπορευματοποίηση, ο καπιταλιστικός ανταγωνισμός και η ενίσχυση με διάφορα μέσα των κατασταλτικών μηχανισμών.
Το εγχείρημα της εναρμόνισης των κριτηρίων για τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς υγείας σχετίζεται και με τα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης. Υπάρχουν όμως πολλοί παράγοντες που δυσκολεύουν αυτό το εγχείρημα, όπως οι διαφορές ανάμεσα στα συστήματα Κοινωνικής Ασφάλισης (Υγείας, Πρόνοιας, Συνταξιοδότησης) των χωρών, η συνθετότητα και ιδιαιτερότητα στην παροχή φροντίδας υγείας και πρόληψης (καταναλώνεται εκεί που παράγεται), η ανάγκη των αστικών κυβερνήσεων να διατηρούν κάποιες κοινωνικές παροχές για λόγους περιορισμού της λαϊκής διαμαρτυρίας, οι ανταγωνισμοί ανάμεσα στα συμφέροντα των μονοπωλίων και των διάφορων συντεχνιών στο χώρο της υγείας κ.ά. Αυτές οι δυσκολίες εκφράζονται από κάποιες πολιτικές δυνάμεις που τοποθετήθηκαν σχετικά με την οδηγία, αλλά και διεθνικά μονοπώλια στο χώρο της υγείας που δείχνουν διστακτικότητα ως προς την οδηγία και τα οφέλη που μπορεί να έχουν από την εφαρμογή της.
2. Αλλαγή των όρων πληρωμής των υπηρεσιών υγείας σε βάρος του λαϊκού εισοδήματος
Η ΕΕ με αυτή την οδηγία στην πραγματικότητα δε διευθετεί νομικά την «επιστροφή εξόδων» για υγειονομική περίθαλψη, αλλά την αύξηση των πληρωμών. Με το μέτρο της προπληρωμής από τους ασθενείς και της μερικής επιστροφής των εξόδων οδηγεί στην εξίσωση προς τα κάτω των παροχών υγείας από όλα τα ασφαλιστικά ταμεία για τους ασφαλισμένους σε όλη την ΕΕ. Τα έξοδα που θα καλύπτονται αναφέρονται ως τα «πραγματικά έξοδα της υγειονομικής περίθαλψης», χωρίς να διευκρινίζεται τι σημαίνει αυτό. Δεν αφορά έξοδα αεροπορικά, διαμονής, συνοδού κλπ.
Η ΕΕ με αυτά τα μέτρα ευτελίζει την έννοια του «δικαιώματος», γιατί οι όροι και οι προϋποθέσεις που θέτει για την παροχή υγειονομικής περίθαλψης εντείνουν και επεκτείνουν την ανισοτιμία πέρα από τα όρια του εθνικού - κρατικού επιπέδου, αφού το ασφαλιστικό ταμείο του κράτους προέλευσης του ασθενή μπορεί να μην καλύπτει θεραπείες που παρέχονται σε άλλα κράτη και οι ασθενείς να αναγκάζονται να πληρώνουν εξ ολοκλήρου για την περίθαλψη. Επίσης το «δικαίωμα» καταργείται όταν επιβάλλεται η προέγκριση, που ουσιαστικά οδηγεί σε «διαλογή - περιορισμό» των ασθενών που θα μετακινούνται σε άλλο κράτος-μέλος για περίθαλψη, επικαλούμενο το κράτος «τον κίνδυνο υπονόμευσης του σχεδιασμού και εξορθολογισμού του νοσοκομειακού τομέα». Το γεγονός ότι στην εξωνοσοκομειακή περίθαλψη -Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας (ΠΦΥ)- δεν προβλέπεται προέγκριση, αφορά τη μικρή σχετικά μετακίνηση από τους εργαζόμενους, τα λαϊκά στρώματα γι’ αυτές τις υπηρεσίες.
Εκτός από τη μερική κάλυψη των εξόδων, η υποβάθμιση και ο περιορισμός των παροχών υγείας επιχειρείται από την οδηγία και με τη δημιουργία καταλόγων θεραπειών και φαρμάκων, για τα οποία θα καλύπτονται τα έξοδα. Και με αυτό τον τρόπο προωθείται η μείωση κρατικών δαπανών για την υγεία.
Η εμπορευματοποίηση της υγείας, η υποβάθμιση των δημόσιων συστημάτων υγείας σε όλες τις χώρες της ΕΕ, μαζί με την επίθεση στα κοινωνικο-ασφαλιστικά δικαιώματα και τον κοινωνικό χαρακτήρα της ασφάλισης, στερεί στοιχειώδεις και εξειδικευμένες υπηρεσίες υγείας από μεγάλο μέρος των εργαζόμενων, των ανασφάλιστων - μεταναστών και των οικογενειών τους σε πολλά κράτη-μέλη της ΕΕ. Αυτή η κατάσταση αναμένεται να επιδεινωθεί λόγω της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης και των επιδιώξεων του κεφαλαίου και των κομμάτων της πλουτοκρατίας να φορτώσουν τα βάρη της κρίσης στους εργαζόμενους.
Οι ταξικές ανισότητες στην υγεία θα οξυνθούν και το επίπεδο υγείας της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων θα υποβαθμιστεί περισσότερο και με αυτά τα μέτρα. Σε αυτά τα πλαίσια μόνο υποκριτικά και προκλητικά μπορούν να θεωρηθούν όσα αναφέρονται στην οδηγία ως προς τη «μη διάκριση των ασθενών», «τη διασφάλιση των αρχών της αλληλεγγύης και της δικαιοσύνης», οι διακηρύξεις της ΕΕ για τις αρχές της «καθολικότητας», της «ισότητας» και της «πρόσβασης σε περίθαλψη υψηλής ποιότητας».
3. Γενίκευση της πολιτικής περί ατομικής ευθύνης των ασθενώνκαι των υγειονομικών σε βάρος της υγείας ως κοινωνικό αγαθό
Με τις προβλέψεις της οδηγίας για τη «δημιουργία των εθνικών σημείων επαφής» που παρέχουν πληροφορίες στους ασθενείς, υλοποιείται η παραπάνω βασική πολιτική της ΕΕ στην υγεία. Οι υποχρεώσεις των κρατών-μελών περιορίζονται στη διασφάλιση μηχανισμών πληροφόρησης σχετικά με «τα δικαιώματα» και τις υπάρχουσες υπηρεσίες. Στόχος στην ουσία είναι να δεσμεύεται ο ασθενής ότι ήταν ενήμερος για το είδος, το κόστος, την ποιότητα των υπηρεσιών υγείας και ότι ο ίδιος κάνει τις επιλογές. Μπορεί μόνο να υποβάλει παράπονα και να αναζητήσει αποζημίωση σε περίπτωση βλάβης. Μάλιστα προωθούνται ειδικοί «εξωδικαστικοί» μηχανισμοί για τη διαπραγμάτευση. Ιδιαίτερα έντονα προβάλλεται η ευθύνη των υγειονομικών, για τους οποίους δημιουργούνται «μητρώα καλών επαγγελματιών», πειθαρχικό καθεστώς, θεσμοθετούνται «μέσα ασφάλισης επαγγελματικής ευθύνης ή εγγύησης». Οι υγειονομικοί φορτώνονται την ευθύνη για όλες τις ανεπάρκειες και τα προβλήματα των υπηρεσιών υγείας όταν τα περισσότερα από αυτά προέρχονται από την μετατροπή της υγείας σε εμπόρευμα.
Ηδη μια ολόκληρη βιομηχανία λειτουργεί σε αυτή την κατεύθυνση, προς όφελος των ιδιωτικών ασφαλιστικών εταιρειών, αφού επιβάλλεται στους γιατρούς (του ιδιωτικού τομέα και στην Ελλάδα) να ασφαλίζονται σε αυτές για κάλυψη της αστικής ευθύνης σε περίπτωση «επαγγελματικού λάθους». Επιπλέον πολλά δικηγορικά γραφεία «εξειδικεύονται» σε αυτά τα «λάθη». Πρόκειται δηλαδή για μεταφορά της ευθύνης ατομικά στον υγειονομικό και ταυτόχρονα εμπορευματοποίηση και του δυνητικού λάθους.
4. Διαχείριση των διασυνοριακών απειλών
Σε όλες τις εκθέσεις και τα έγγραφα της ΕΕ τονίζεται η αναγκαιότητα αντιμετώπισης των διασυνοριακών απειλών και θεωρείται ότι η διασυνοριακή συνεργασία των υπηρεσιών υγείας μπορεί να συμβάλει σε αυτή την κατεύθυνση. Χαρακτηριστική είναι για παράδειγμα η συνεργασία της 5ης Διοικητικής Υγειονομικής Περιφέρειας (ΔΥΠΕ) της Μακεδονίας με τη FYROM για την κοινή αντιμετώπιση υγειονομικών προβλημάτων στη διασυνοριακή περιοχή (Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα InterregII). Γενικότερα παρατηρείται πιο έντονη και γρήγορη «διεθνοποίηση» κάποιων ασθενειών, των οποίων η διαχείριση -σε επίπεδο ΕΕ- απαιτεί τη συνεργασία και το συντονισμό των υπηρεσιών υγείας, όπως οι πανδημίες, η βιοτρομοκρατία, η φυματίωση, το AIDS ή το πρόσφατο παράδειγμα της νόσου των χοίρων στο Μεξικό, που είχε κρούσματα στις ΗΠΑ, τη Νέα Ζηλανδία, τον Καναδά αλλά και την ΕΕ. Επιχειρείται η αντιμετώπιση υπαρκτών διασυνοριακών απειλών και πιθανών υγειονομικών κρίσεων, χωρίς βέβαια να αντιμετωπίζονται οι πλευρές που σχετίζονται με την καπιταλιστική κερδοφορία. Αντίθετα η αντιμετώπιση της βιοτρομοκρατίας αποτελεί αφορμή για λαϊκή καταστολή.
Η ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΥΛΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
Ο Γενικός Γραμματέας Δημόσιας Υγείας, Β. Ριζάς, στην κοινή συνεδρίαση της Διαρκούς Επιτροπής Κοινωνικών Υποθέσεων και της Ειδικής Διαρκούς Επιτροπής Ευρωπαϊκών Υποθέσεων της ελληνικής Βουλής (στις 8 Οκτωβρίου), ανέφερε ότι «η Ελλάδα αντιμετωπίζει κάποια προβλήματα στην υλοποίηση της οδηγίας και ότι θα επηρεάσει καταλυτικά τη λειτουργία του ΕΣΥ». Θα χρειαστεί «…προσαρμογή του συστήματος υγείας για την εξυπηρέτηση των υπηκόων των άλλων κρατών-μελών που θα επιλέξουν να έρθουν στη χώρα για να αντιμετωπίσουν προβλήματα υγείας». Θα χρειαστούν αλλαγές «…στην οργάνωση και διαχείριση των νοσηλευτικών ιδρυμάτων της χώρας… αντιμετώπιση προβλημάτων, όπως η δημιουργία ολοκληρωμένου πληροφοριακού συστήματος για τη διαχείριση και την ηλεκτρονική διακίνηση των φακέλων υγείας, η ορθολογική και διαφανής διαχείριση της λίστας αναμονής των νοσοκομείων, η αναθεώρηση της τιμολογιακής πολιτικής στα νοσήλια, η κοστολόγηση των ιατρικών πράξεων, η μελέτη των οικονομικών επιπτώσεων για το ΕΣΥ και τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης από την εφαρμογή της οδηγίας».
Ενα μεγάλο μέρος των μέτρων που έχουν προωθηθεί στον τομέα της υγείας - πρόνοιας στην Ελλάδα από τις κυβερνήσεις της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, άλλα που δρομολογούνται και με τη στήριξη του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ και του ΛΑ.Ο.Σ., αφορούν τα παραπάνω προβλήματα και την ανάλογη προσαρμογή του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα υγείας και κοινωνικής ασφάλισης στην Ελλάδα.
Ειδικότερα διαμορφώνονται οι προϋποθέσεις για να συμμετέχει και η Ελλάδα στην παροχή διασυνοριακής περίθαλψης με τους όρους που αναφέρονται στην οδηγία. Ετσι για παράδειγμα προχωρεί η θέσπιση της ηλεκτρονικής κάρτας υγείας, του πιστωτικού ορίου και των «πρωτοκόλλων» ιατρικών πράξεων και φαρμάκων, η εισαγωγή των πληροφοριακών συστημάτων στα νοσοκομεία, η ανακοστολόγηση των ιατρικών πράξεων και διαγνωστικών εξετάσεων, η πολιτική για την ΠΦΥ, η δυνατότητα δημιουργίας αλυσίδας ιδιωτικών διαγνωστικών κέντρων (μετά την αναθεώρηση του Π.Δ 84/01), η πιστοποίηση των νοσηλευτικών ιδρυμάτων και υπηρεσιών ΠΦΥ ως προς την ποιότητά τους (60 φορείς υπάρχουν σήμερα που πιστοποιούν δημόσια και ιδιωτικά νοσοκομεία στη χώρα), η ενίσχυση των υποδομών σε διασυνοριακές περιοχές και νησιά, η ενίσχυση της τεχνολογικής καινοτομίας του ιδιωτικού τομέα, η απελευθέρωση επαγγελμάτων όπως η φαρμακοποιοί, οδοντίατροι κλπ., η εφαρμογή της οδηγίας της Μπολόνια στην εκπαίδευση.
Παράλληλα έχει ήδη προχωρήσει η συγκεντροποίηση κεφαλαίου στον τομέα της υγείας που αφορά τη διασυνοριακή περίθαλψη. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν η λειτουργία του ιδιωτικού Διαβαλκανικού Κέντρου του ομίλου «Ιατρικό» του Αποστολόπουλου στη Θεσσαλονίκη, που δέχεται ασθενείς από όλα τα Βαλκάνια για εξειδικευμένες και μη υπηρεσίες υγείας. Ο σχεδιασμός για τη δημιουργία (μέσω ΣΔΙΤ) Διεθνούς Μεταμοσχευτικού Κέντρου με στόχο να εξυπηρετήσει όλα τα Βαλκάνια, τις χώρες της Μεσογείου, της Βόρειας Αφρικής και της Εγγύς και Μέσης Ανατολής, δηλαδή χώρες που βρίσκονται στο στόχαστρο των ιμπεριαλιστικών πολέμων και επεμβάσεων.
Επίσης η ενίσχυση του ιατρικού τουρισμού στην Ελλάδα που προϋποθέτει την κινητικότητα των ασθενών. Πιο ειδικά, για την περίπτωση του ιατρικού τουρισμού στον αναπτυξιακό νόμο (2007), προβλέπονται κίνητρα και επιδότηση από 25-60% για την ίδρυση, επέκταση και εκσυγχρονισμό κέντρων τουρισμού υγείας: Κέντρων αναζωογόνησης και αποκατάστασης (spa), αδυνατίσματος και διαιτολογίας, πλαστικής χειρουργικής, υπηρεσιών ψυχικής υγείας, οφθαλμολογίας, αιμοκάθαρσης, τεχνητής γονιμοποίησης κ.ά. Τέτοιες δραστηριότητες αναπτύσσονται στην Ελλάδα, όπως π.χ. στην Κρήτη το «Μεσογειακό Κέντρο Διακοπών Αιμοκάθαρσης» που υποδέχεται 1.500 αλλοδαπούς νεφροπαθείς το χρόνο. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η αγορά του ιατρικού τουρισμού είναι ιδιαίτερα δυναμική. Εκτιμάται ότι το 2012 ο κλάδος θα έχει τζίρο 65 δισ. ευρώ παγκοσμίως. Σε αυτή την αγορά η Ελλάδα και συνολικά η ΕΕ διεκδικούν μερίδια. Παράλληλα ενισχύονται οι σχεδιασμοί της κυβέρνησης και οι ιδιωτικές επενδύσεις για ΚΥ, δομές ψυχικής υγείας, ΠΦΥ και νοσοκομεία σε δημοφιλής προορισμούς για τουρίστες υψηλών εισοδημάτων, κύρια μέσω του Γ΄ ΚΠΣ και του ΕΣΠΑ (Κέρκυρα, Κω, Ρόδο, Κρήτη, Χαλκιδική Θεσσαλονίκη, Πρέβεζα, Ιωάννινα κλπ.).
Τέλος η διαμόρφωση των όρων για τη διασυνοριακή περίθαλψη σχετίζεται με εκτίμηση της ΕΕ για αυξανόμενες μετακινήσεις μεγαλοσυνταξιούχων ανάμεσα στις χώρες της ΕΕ, κύρια από τη Βόρεια Ευρώπη, που επιλέγουν να κατοικήσουν για μεγάλο μέρος του χρόνου σε μεσογειακές χώρες όπως η Ελλάδα. Η επιχειρηματική «αξιοποίηση» αυτών των μετακινήσεων προϋποθέτει και την ανάλογη υποδομή στον τομέα της υγείας, γιατί αυτές οι ομάδες πληθυσμού έχουν αυξημένες ανάγκες υγείας.