ΜΕ «ΣΥΝΤΑΓΗ» ΤΟΥ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ
Με την εκδήλωση της διεθνούς καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης, η σοσιαλδημοκρατία επιχείρησε να διαφοροποιηθεί από τη φιλελεύθερη διαχείριση, την οποία υπηρέτησε αξιόπιστα. Αξιοποιώντας τις νέες ανάγκες μιας ενισχυμένης κρατικής επενδυτικής παρέμβασης για την αναπαραγωγή του κοινωνικού κεφαλαίου, πρόβαλε ένα δήθεν διαφορετικό δρόμο ανάπτυξης της παγκόσμιας οικονομίας: Υποστήριξε ότι έχει βρει μια νέα συνταγή για την αναλογία κράτους-ρύθμισης, που υπόσχεται τη δυνατότητα εξασφάλισης χωρίς παύσεις οικονομικής ανάπτυξης, χωρίς οικονομικές κρίσεις, χωρίς όξυνση της εκμετάλλευσης και χωρίς εξαθλίωση της εργατικής τάξης. Φυσικά η «νέα» πρόταση της σοσιαλδημοκρατίας αφήνει στο απυρόβλητο τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής και την κερδοφορία του κεφαλαίου, αφού ο βασικός στόχος και της σοσιαλδημοκρατίας είναι η διάσωσή τους. Σε αυτό τον άξονα η σοσιαλδημοκρατία με ποικίλες μορφές και τρόπους επιχειρεί να πείσει τις εργατικές-λαϊκές μάζες ότι για την κρίση ευθύνεται αποκλειστικά ο «νεοφιλελευθερισμός», ενώ η ίδια διαθέτει τη συνταγή ενός «υγιούς καπιταλισμού». Ετσι, η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία συγκάλεσε ένα διεθνές συμπόσιο που έλαβε χώρα στο Μέγαρο Μουσικής στην Αθήνα, το Μάη του 2009, με θέμα «Η σοσιαλδημοκρατία και οι προκλήσεις του μέλλοντος». Στο συμπόσιο προβλήθηκαν οι άξονες αυτής της «νέας» συνταγής σε οικονομικό αλλά και σε πολιτικό επίπεδο, ενώ έγινε και μια συστηματική προσπάθεια στοχοποίησης του «νεοφιλελευθερισμού» ως μήτρας όλων των δεινών. Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και το πρόγραμμα-διακήρυξη του Ευρωπαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος για τις ευρωεκλογές του Ιούνη του 2009, στο οποίο η «νέα» πρόταση της σοσιαλδημοκρατίας πήρε τη μορφή πανευρωπαϊκού μανιφέστου. Αξιοσημείωτη είναι τέλος και η συγκρότηση από τη Σοσιαλιστική Διεθνή μιας επιτροπής «σοφών», υπό τον καθηγητή Τζόζεφ Στίγκλιτζ, η επιτροπή «για την παγκόσμια μεταρρύθμιση του χρηματοπιστωτικού συστήματος και τους κανόνες που πρέπει να υιοθετήσουμε ώστε να υπάρξει μια σωστή αξιοποίηση των πόρων, των δυνατοτήτων που έχει η ανθρωπότητα»2, όπως δήλωσε στο συμπόσιο της Αθήνας ο Γ. Παπανδρέου. Αυτή η επιτροπή στοχεύει στη θεμελίωση της νέας «εναλλακτικής» πρότασης της σοσιαλδημοκρατίας ως προς το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Φυσικά η προσαρμογή αυτή των θέσεων της σοσιαλδημοκρατίας είναι σε διαρκή εξέλιξη.
Αφετηριακή ιδέα της σύγχρονης σοσιαλδημοκρατικής πρότασης που προβλήθηκε και στο συμπόσιο του Μεγάρου Μουσικής στην Αθήνα είναι η αναγκαιότητα και η δυνατότητα φιλολαϊκής ρύθμισης της αγοράς τόσο στο εθνικό όσο και στο διεθνές επίπεδο. Στο συμπόσιο της Αθήνας ο πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, Γ. Παπανδρέου, κατέκρινε για μια ακόμα φορά την «ανεξέλεγκτη λειτουργία της λεγόμενης ελεύθερης αγοράς» και την «τεράστια συγκέντρωση πλούτου… και εξουσίας»3, ενώ αναφέρθηκε στο προτεινόμενο νέο προοδευτικό μοντέλο της δημοκρατικής Ευρώπης. Στην ίδια κατεύθυνση η επεξεργασία της επιτροπής Στίγκλιτζ αποδίδει τη διεθνή οικονομική κρίση στη χαλαρή νομισματική πολιτική, το ανεπαρκές ρυθμιστικό πλαίσιο και την έλλειψη ελέγχων στις ΗΠΑ, ισχυριζόμενη ότι η κρίση αποκάλυψε αδυναμίες του νεοφιλελεύθερου οικονομικού δόγματος που υποστηρίζει ότι οι αγορές από μόνες τους είναι αποδοτικές και αυτοεπιδιορθούμενες. Ο καθηγητής Γκαλμπρέιθ αναφέρει χαρακτηριστικά ότι «υπάρχει επιστροφή σε ένα αποτελεσματικό κράτος με τέτοιο ρόλο ώστε να εξασφαλίζεται η ισορροπία μεταξύ της ζήτησης και της προσφοράς»4.
Ιδεολογικό πυρήνα της σοσιαλδημοκρατικής τοποθέτησης συνιστά η θέση περί ρύθμισης της καπιταλιστικής αγοράς με σκοπό την υπέρβαση των προβλημάτων που η ίδια δημιουργεί. Η άποψη δεν είναι καινούργια. Αποτελεί εδώ και πολλές δεκαετίες θεωρητικό αξίωμα που διδάσκει ότι μια σειρά φαινόμενα, που παράγονται από την ίδια την αγορά, στρεβλώνουν τη λειτουργία της και συνεπώς ακυρώνουν την ικανότητα που διαθέτει η αγορά να κατανείμει βέλτιστα τους πόρους.
Χαρακτηριστική επί του θέματος είναι η άποψη του Τ. Γιαννίτση στο συμπόσιο της Αθήνας: «Η ειρωνεία της ιστορίας είναι το ορθολογικό μοντέλο που θέλει να αντιπροσωπεύει η αγορά παγιδεύτηκε σε ένα ακραίο ανορθολογισμό: να διογκώνονται οι συναλλαγές για περιουσιακά στοιχεία και να διογκώνονται οι αξίες των στοιχείων αυτών»5.
Η αγορά θεωρείται ως το ορθολογικό στοιχείο, πάνω στο οποίο οργανώνεται η κοινωνική παραγωγή και της οποίας υπονομεύεται η λειτουργία της, όταν οι κερδοσκοπικές τάσεις αυτονομηθούν. Αυτή η λαθεμένη θέση είναι εσωτερικά αντιφατική και η αντίφαση αυτή χαρακτηρίζει τη σοσιαλδημοκρατική αντίληψη συνολικά. Το κέρδος είναι ο σκοπός της καπιταλιστικής παραγωγής και η κερδοσκοπία είναι η ουσία της, από τη εμφάνισή της. Τα προϊόντα παράγονται ως εμπορεύματα από την εργατική δύναμη-εμπόρευμα για να αποφέρουν καπιταλιστικό κέρδος. Ετσι, η κυριαρχία του κέρδους, το κέρδος ως σκοπός της παραγωγής, χαρακτηρίζει την καπιταλιστική παραγωγή ενδογενώς. Συνεπώς το δίλημμα περί κυριαρχίας ή μη του κέρδους στην καπιταλιστική παραγωγή είναι αποπροσανατολιστικό, αφού η κυριαρχία του είναι άρρηκτα δεμένη με την ίδια τη φύση της καπιταλιστικής παραγωγής και η μοναδική φιλολαϊκή λύση βρίσκεται ακριβώς στην άρνηση της ίδιας της καπιταλιστικής παραγωγής, στο επαναστατικό άλμα για το πέρασμα από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό.
Η βασική θέση της σοσιαλδημοκρατίας συμπυκνώνεται στην ανάγκη προστασίας της αγοράς από τέτοιου τύπου στρεβλώσεις και είναι φανερό ότι η άποψη αυτή δεν κάνει τίποτ’ άλλο παρά να κινείται στην κατεύθυνση διασφάλισης της λειτουργίας της αγοράς, διασφάλισης δηλαδή της διευρυμένης αναπαραγωγής του κεφαλαίου. Οι κρίσεις θεωρούνται από τη σοσιαλδημοκρατία αποτέλεσμα ελλιπών ρυθμίσεων ή, κατά τον καθηγητή Στίγκλιτζ, αποτελέσματα ασυμμετριών στην πληροφόρηση ανάμεσα στους οικονομικούς παίκτες. Είναι μια θέση υπεράσπισης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, αφού η ανταγωνιστική αγορά εμπορευμάτων -φυσικά και εργατικής δύναμης- θεωρείται ως η φυσική διαδικασία, με την οποία κινείται η οικονομία. Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη η κατάλληλη κρατική ρύθμιση μπορεί να θέσει τελικά την αγορά στην υπηρεσία των λαϊκών αναγκών.
Ομως, όσο και εάν η αγορά στολίζεται με επιθετικούς προσδιορισμούς, όπως «ασύδοτη - ανεξέλεγκτη» αγορά, η πώληση της εργατικής δύναμης, η απόσπαση υπεραξίας, η αναπαραγωγή του κεφαλαίου και η εξαθλίωση της εργατικής τάξης είναι οι νόμοι της. Οι οικονομικές κρίσεις, στις οποίες αποκαλύπτεται ο αντιφατικός χαρακτήρας του καπιταλισμού, δεν οφείλονται σε εκτροπές της λειτουργίας της αγοράς ή στην εξασθένιση των κρατικών ρυθμίσεων, όπως πρεσβεύει η σοσιαλδημοκρατία, αλλά αντίθετα είναι αποτελέσματα της ίδιας της άναρχης καπιταλιστικής ανάπτυξης. Ετσι, όσο και αν οι απολογητές του συστήματος ονειρεύονται καπιταλιστική οικονομία χωρίς κρίση, η πραγματικότητα έρχεται να τους διαψεύσει κατηγορηματικά. Οσο και εάν θεωρητικοί της σοσιαλδημοκρατίας, όπως ο καθηγητής Γκαλμπρέιθ, χαρακτηρίζουν τη σημερινή οικονομική κρίση σαν «ξεκάθαρο καρπό, καθαρό αποτέλεσμα της νεοφιλελεύθερης θεώρησης του κόσμου»6, τα γεγονότα έρχονται να τους διαψεύσουν. Τις προηγούμενες δεκαετίες, επί σοσιαλδημοκρατικών κυβερνήσεων, με σχετικά διευρυμένες δημόσιες υπηρεσίες στους τομείς της υγείας και της παιδείας και εκτεταμένη δράση κρατικών επιχειρήσεων στην παραγωγή, εκδηλώθηκαν σοβαρές κρίσεις π.χ. κρίση του 1973, υπό κυριαρχία κεϋνσιανής κατεύθυνσης στην οικονομική πολιτική.
ΑΝΙΣΟΜΕΤΡΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΚΑΙ ΣΟΣΙΑΛΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
Στην ίδια κατεύθυνση κινούνται και οι θέσεις της σοσιαλδημοκρατίας σχετικά με την ανισότητα μεταξύ των χωρών, ζητώντας αύξηση πακέτων τόνωσης στις αναπτυσσόμενες χώρες, αλλά και αλλαγές στον τρόπο χρηματοδότησης των αναπτυσσόμενων χωρών από τους διεθνείς οργανισμούς, αναδεικνύοντας τις απαιτήσεις των διεθνών οργανισμών ως παράγοντες που συντελούν στην κρίση.
Η σοσιαλδημοκρατία υποστηρίζει ότι η ανισομετρία είναι αποτέλεσμα λανθασμένων επιλογών των οργανισμών που ρυθμίζουν ορισμένες από τις διεθνείς ροές κεφαλαίου και ότι συνεπώς η ανισόμετρη ανάπτυξη μπορεί να καταπολεμηθεί με τη μεταρρύθμιση αυτών των ρυθμίσεων. Καταρχήν δεν είναι η ανισομετρία μεταξύ των καπιταλιστικών κρατών η αιτία των κρίσεων, αλλά η βασική αντίθεση κεφαλαίου - εργασίας που χαρακτηρίζει τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής σε εθνικό και διεθνές επίπεδο. Η ανισομετρία όμως είναι σύμφυτη με τον καπιταλισμό και καμία διακρατική ρύθμιση δεν πρόκειται να την αναιρέσει, όπως δεν μπορεί να αναιρέσει τον ανταγωνισμό και τις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις. Η δυνατότητα των ρυθμιστικών οργανισμών εξαντλείται σε προτάσεις μέτρων που απαιτούνται για τη δημιουργία κατάλληλου επενδυτικού τοπίου για το κεφάλαιο.
Σύμφωνα με τη σοσιαλδημοκρατία, οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις στους μηχανισμούς ρύθμισης της παγκόσμιας οικονομίας αφορούν τον τρόπο λήψης αποφάσεων στους υπάρχοντες, αλλά και τη δημιουργία μιας σειράς νέων παγκόσμιων μηχανισμών. Είναι χαρακτηριστικό το πρόγραμμα του Ευρωπαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος (ΕΣΚ) για τις ευρωεκλογές, όπου αναφέρεται «στη συνεργασία με όλους τους παγκόσμιους εταίρους για τη μεταρρύθμιση της παγκόσμια χρηματοπιστωτικής αρχιτεκτονικής, ώστε να αποφευχθεί μια νέα οικονομική κρίση και να γίνει η ισχύς των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων αντικείμενο δημοκρατικού ελέγχου»7. Κεντρική θέση της σοσιαλδημοκρατίας είναι η πρότασή της για ένα συμβούλιο Ηνωμένων Εθνών για τη συνεχιζόμενη ανάπτυξη, που θα καθιερώσει ένα μεγάλο συντονιστικό μηχανισμό - ένα νέο Συμβούλιο Ασφαλείας για Οικονομικά, Κοινωνικά και Περιβαλλοντικά θέματα, ενώ η προβληματική της σοσιαλδημοκρατίας σχετίζεται και με τη σύνθεση του συμβουλίου αυτού, θεωρώντας ότι πρέπει να είναι πιο αντιπροσωπευτική και να περιλαμβάνει όλες τις μείζονες οικονομικές περιοχές: Κίνα, Ινδία, ΕΕ, ΗΠΑ, Αφρική, Λατινική Αμερική. Φαίνεται ότι η Σοσιαλιστική Διεθνής συντάσσεται μαζί με τις φωνές εκείνες που αμφισβητούν το δολάριο ως μοναδικό παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα, αναφέροντας στην τελευταία απόφασή της ότι «οι προτάσεις για την ταχεία εισαγωγή ενός νέου παγκόσμιου συστήματος αποθεματικών, βασισμένου στο διευρυμένο ρόλο των “ειδικών τραβηκτικών δικαιωμάτων” (SDR) πρέπει να εξετασθούν μαζί με τις υπόλοιπες προτάσεις για να φέρουν παγκόσμια σταθερότητα, οικονομική δύναμη και παγκόσμια δικαιοκατανομή»8.
Είναι γνωστό ότι στον παγκόσμιο χάρτη πραγματοποιούνται μια σειρά από διεργασίες που σχετίζονται με αλλαγές στον παγκόσμιο συσχετισμό δύναμης και με όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων. Ετσι έρχονται στην επιφάνεια μια σειρά από συζητήσεις που αμφισβητούν την πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα. Σε πρώτη ανάγνωση φαίνεται να συμμετέχει στη σχετική συζήτηση και η σοσιαλδημοκρατία, αλλά είναι πολύ νωρίς για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων.
ΠΕΡΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ
Ο δεύτερος άξονας ρυθμιστικών μέτρων που ευαγγελίζεται η σοσιαλδημοκρατία αφορά την εταιρική διακυβέρνηση, τη διασφάλιση του ανταγωνισμού και τη διαφάνεια των επιχειρήσεων. Ο καθηγητής Γκαλμπρέιθ ανέπτυξε στο συμπόσιο της Αθήνας την άποψη ότι «το κράτος και η κυβέρνηση πρέπει να έχουν βασικές ευθύνες προστασίας του πληθυσμού από επιθετικές διεφθαρμένες πρακτικές στο χρηματοπιστωτικό και στο χρηματοοικονομικό τομέα»9. Η επιτροπή Στίγκλιτζ απαιτεί χαρακτηριστικά από τους ηγέτες του κόσμου να προχωρήσουν τώρα σε αναδιάρθρωση του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος και τη θέσπιση νέων προτύπων διακυβέρνησης και διαφάνειας των χρηματοπιστωτικών δραστηριοτήτων, ζητώντας τα πρότυπα αυτά να αποκτήσουν διεθνή αναγνώριση μέσω της σύστασης ενός Παγκόσμιου Οργανισμού10. Ετσι, η λογιστική των εταιριών του χρηματοπιστωτικού τομέα ανυψώνεται σε βασική πλευρά της αντιπαράθεσης των «προοδευτικών» της σοσιαλδημοκρατίας και των «συντηρητικών» του νεοφιλελευθερισμού. Το επιχείρημα είναι ότι η έλλειψη ρυθμίσεων επέτρεψε τη δημιουργία πολύπλοκων χρηματοπιστωτικών προϊόντων που έκαναν αδύνατη την αποτίμηση του κινδύνου που συνδεόταν με αυτές τις επενδύσεις, ενώ στην ίδια κατεύθυνση συνετέλεσε η απουσία αξιόπιστων μηχανισμών αποτίμησης του κινδύνου και των τιμών αυτών των προϊόντων. Με τον τρόπο αυτό η πραγματικότητα συγκαλύπτεται, αφού εξετάζεται αποσπασμένα και ανάστροφα. Τα πολύπλοκα χρηματοπιστωτικά προϊόντα και η τιτλοποίηση των δανείων ήταν ένα από τα βασικά εργαλεία, μέσω των οποίων τα υπερσυσσωρευμένα κεφάλαια βρήκαν μια μεσοπρόθεσμη επενδυτική διέξοδο στην κατασκευαστική βιομηχανία κατοικίας των ΗΠΑ ανάμεσα σε όλα. Η σημασία των προϊόντων αυτού του είδους ήταν ιδιαίτερα σημαντική για τη λειτουργία του συστήματος. Τα φθηνά δάνεια αφενός έδωσαν ώθηση στην υπερπαραγωγή, αφετέρου συγκάλυψαν τις συνέπειές της για ένα διάστημα. Η ανέξοδη εκ των υστέρων κριτική τους μέσα στα πλαίσια του καπιταλισμού συσκοτίζει το γεγονός της σημασίας τους για να εξασφαλιστεί την τελευταία δεκαετία η διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου.
Χαρακτηριστική είναι και η σοσιαλδημοκρατική θέση που θεωρεί ότι τα «μπόνους» (των στελεχών) πρέπει να βασιστούν στην απόδοση κατά τη διάρκεια τουλάχιστον μιας περιόδου πέντε ετών, αποκαλύπτοντας το χαρακτήρα των ρυθμιστικών μέτρων με τα οποία θα διασωθεί το καπιταλιστικό σύστημα. Τα μέτρα που προτείνονται κινούνται στη γραμμή διασφάλισης της μακροχρόνιας κερδοφορίας των επιχειρήσεων και της διευρυμένης αναπαραγωγής του κεφαλαίου Ετσι, η κερδοφορία των μονοπωλιακών ομίλων, η συσσώρευση δηλαδή από το κεφάλαιο απλήρωτης εργασίας, αποτελεί τον κεντρικό στόχο. Προτάσσεται ένα θεωρητικό μοντέλο του καλού κεφαλαιοκράτη και του κακού manager-golden boy. Στο στόχαστρο μπαίνουν οι μάνατζερ και οι τραπεζίτες και όχι οι βιομήχανοι, τη στιγμή μάλιστα που στα πλαίσια των μεγάλων μονοπωλιακών ομίλων συνενώνονται βιομηχανικό και τραπεζικό κεφάλαιο. Το κεφάλαιο διακρίνεται σε καινοτόμο και σε κερδοσκοπικό και οι αναμορφώσεις έχουν σαν στόχο «να ελέγξουν το κερδοσκοπικό κεφάλαιο και να καταπολεμήσουν το ξέπλυμα χρήματος». Φυσικά το κεφάλαιο είναι από τη φύση του κερδοσκοπικό. Κεφάλαιο που δεν αναπαράγεται διευρυμένα, σταματάει να αποτελεί κεφάλαιο. Αυτές οι απόψεις συνειδητά στοχεύουν στην καλλιέργεια αυταπατών και σε συσκότιση της ταξικής πραγματικότητας, αφού η κεφαλαιοκρατική σχέση είναι σχέση εκμετάλλευσης, όπως και εάν αυτοχαρακτηρίζεται το ίδιο το κεφάλαιο.
ΓΙΑ ΤΟ «ΣΥΜΦΩΝΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΠΡΟΟΔΟΥ»
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν και οι προτάσεις της σοσιαλδημοκρατίας που αφορούν στο «Σύμφωνο Σταθερότητας» της ΕΕ, οι οποίες συνοψίζονται στην πρόταση για αναθεώρησή του και στην υιοθέτηση ενός «Συμφώνου Κοινωνικής Προόδου», ικανού να μεταπλάσει το χαρακτήρα της ΕΕ προς το προοδευτικότερο. Χαρακτηριστικά αναφέρει ο Γ. Παπανδρέου, ως πρόεδρος του ΕΣΚ: «Διεκδικούμε τη θέσπιση ενός Ευρωπαϊκού Συμφώνου Κοινωνικής Προόδου, με κοινές προδιαγραφές την κοινωνική πολιτική, την εκπαίδευση, τη δημόσια υγεία, την ασφάλεια… ένα συμπληρωματικό Σύμφωνο, παράλληλο με του Μάαστριχ, όχι μόνο για να δούμε τα ελλείμματα και το θέμα του πληθωρισμού αλλά και τα ζητήματα της απασχόλησης, της κοινωνικής προστασίας και συνοχής, της βιώσιμης ανάπτυξης»11.
Αυτές οι θέσεις της σοσιαλδημοκρατίας δε συνιστούν φυσικά μια φιλολαϊκότερη ρύθμιση, καθώς η αναζήτηση τέτοιας ρύθμισης είναι αδύνατη σε μια διακρατική ιμπεριαλιστική συμμαχία, όπως η ΕΕ. Το Σύμφωνο Σταθερότητας και τα κριτήρια του Μάαστριχτ δεν αποτελούν μια αυθαίρετη επιλογή νεοφιλελεύθερων κυβερνήσεων, αλλά είναι απαραίτητη προϋπόθεση ώστε οι οικονομίες της ευρωζώνης, που βρίσκονται σε διαφορετικά επίπεδα ανάπτυξης μεταξύ τους, να μπορούν να χρησιμοποιούν ένα κοινό νόμισμα. Δηλαδή το Σύμφωνο Σταθερότητας είναι ένα κοινό πλαίσιο ρύθμισης και ελέγχου της οικονομικής πολιτικής όλων των κυβερνήσεων της ΕΕ, ώστε να ελέγχεται η νομισματική πίεση στο κοινό νόμισμα, στο Ευρώ. Οι προτάσεις της σοσιαλδημοκρατίας δεν αμφισβητούν την ευρωζώνη ούτε τη συγκρότηση της ΕΕ και έτσι δε θίγουν τον πυρήνα της αναγκαίας πολιτικής για την πραγματοποίησή της, αλλά αντίθετα στοχεύουν να διευκολυνθεί η χρηματοδότηση του χρηματοπιστωτικού τομέα και των πράσινων επενδυτικών προτάσεων. Τονίζει χαρακτηριστικά ο Γ. Παπανδρέου: «Διεκδικούμε μια ευρωπαϊκή στρατηγική για έξυπνη πράσινη ανάπτυξη» ζητώντας ταυτόχρονα και «τη διασφάλιση της κεφαλαιακής επάρκειας των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων»12.
Αποκαλύπτεται έτσι η ουσία της νέας διαπραγμάτευσης αναφορικά με το «Σύμφωνο Σταθερότητας» που διακαώς επιζητεί η σοσιαλδημοκρατία και που αφορά στην άμεση χρηματοδότηση μονοπωλιακών ομίλων που δραστηριοποιούνται στον τραπεζικό τομέα, «στην πράσινη οικονομία», στην εκπαίδευση και στην υγεία από τους κρατικούς προϋπολογισμούς. Η Σεγκολέν Ρουαγιάλ είναι αποκαλυπτική, υποστηρίζοντας ότι «η κοινωνική πρόοδος περνάει μέσα από την υποστήριξη των επιχειρήσεων»13. Ο χαρακτήρας της διαφορετικής πρότασης της σοσιαλδημοκρατίας συνίσταται στο εάν οι μονοπωλιακοί όμιλοι θα χρηματοδοτηθούν άμεσα με την ταυτόχρονη χαλάρωση των δημοσιονομικών περιορισμών του Συμφώνου Σταθερότητας, σε αντιδιαστολή με την αντίληψη που θέλει σφικτή δημοσιονομική πολιτική και σταθερότητα. Φυσικά και στις δύο περιπτώσεις θα πληρώσει η εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα. Η αποπληρωμή του δημόσιου χρέους, με το οποίο θα χρηματοδοτηθούν οι μονοπωλιακοί όμιλοι, θα γίνει με τη μελλοντική φορολόγηση του λαϊκού εισοδήματος και με την περικοπή δημόσιων κοινωνικών δαπανών.
Καλλιεργείται με τον τρόπο αυτό η ουτοπική λύση μιας καλύτερης Ευρωπαϊκής Ενωσης, σε οικονομικό και σε πολιτικό επίπεδο, μιας διαφορετικής Ευρώπης, «κόντρα στη νεοφιλελεύθερη Ευρώπη», μιας Ευρώπης που «θα εξανθρωπίσει την παγκοσμιοποίηση» και που «με μια ουσιαστική ευρωπαϊκή πολιτική για τη μετανάστευση θα μπορούσε να σπάσει την πολιτική της φοβίας την οποία καλλιεργεί η δεξιά»14 όπως δήλωνε ο Γ. Παπανδρέου στο συμπόσιο για τη σοσιαλδημοκρατία.
Ομως η Ευρωπαϊκή Ενωση είναι διακρατική ιμπεριαλιστική συμμαχία, οι δυνατότητες φιλολαϊκής μετατροπής της απλά δεν υπάρχουν, ενώ αυτό αποδεικνύεται για παράδειγμα και από τις αναλυτικές θέσεις της σοσιαλδημοκρατίας για τη μετανάστευση, όπου συγκεκριμενοποιείται η «ουσιαστική ευρωπαϊκή πολιτική» για το θέμα. Ο πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, Γ. Παπανδρέου, περιγράφοντας τη μεταναστευτική πολιτική του ΠΑΣΟΚ, προτείνει μηδενική ανοχή στην παράνομη μετανάστευση και επαναπροώθηση των λαθρομεταναστών, αλλά «προσέλκυση εργατικού δυναμικού στους τομείς όπου υπάρχουν μεγάλες εποχιακές ή μονιμότερες ανάγκες»15.
Συνεπώς, οι προτάσεις της σοσιαλδημοκρατίας για τη μεταναστευτική πολιτική κινούνται στη γραμμή έντασης του άγριου κυνηγιού των μεταναστών από τη μία και στη χρησιμοποίησή τους ως μέσο για να γίνει ακόμα πιο φθηνή η ελληνική εργατική δύναμη, ως μέσο δηλαδή προώθησης της πολιτικής της Λισσαβόνας. Φυσικά η συγκεκριμένη κατεύθυνση για το μεταναστευτικό ζήτημα δε διαφέρει καθόλου από την κατεύθυνση που ήδη εφαρμόζει η ΝΔ και που προωθεί η ΕΕ, αλλά αποδεικνύει ότι και σε αυτό το ζήτημα οι πολιτικές της ΕΕ θυσιάζουν τα εργατικά-λαϊκά δικαιώματα στο βωμό της ικανοποίησης των αναγκών των μονοπωλιακών ομίλων, ενώ εφαρμόζονται από κυβερνήσεις είτε σοσιαλδημοκρατικές είτε νεοφιλελεύθερες.
Τα άμεσα μέτρα που προτείνονται από τη σοσιαλδημοκρατία δε θα μπορούσαν φυσικά να κινούνται σε διαφορετική κατεύθυνση από εκείνη της στήριξης των μονοπωλιακών ομίλων και της κεφαλαιοκρατικής αναπαραγωγής. Είναι χαρακτηριστική η επίκληση της επιτροπής Στίγκλιτζ προς τους G20 να επικεντρωθούν στην παροχή ρευστότητας στην πραγματική οικονομία16, υποστηρίζοντας και νέο δανεισμό, ενώ αντίστοιχα στο συμπόσιο των Αθηνών ο Γ. Παπανδρέου εστίασε και πάλι στην ανάγκη διασφάλισης κεφαλαιακής επάρκειας των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Στην ουσία προτείνεται η άμεση παροχή ρευστότητας στις επιχειρήσεις, δηλαδή η κρατική χρηματοδότηση των μονοπωλιακών ομίλων. Η πολιτική αυτή υποθηκεύει μελλοντικά το εργατικό εισόδημα, αφού η αποπληρωμή των μελλοντικών τοκοχρεολυσίων θα γίνει από τους φορολογούμενους, που στην πλειοψηφία τους είναι εργατοϋπάλληλοι και αυτοαπασχολούμενοι.
ΚΛΙΜΑΤΙΚΗ ΑΛΛΑΓΗ ΚΑΙ «ΠΡΑΣΙΝΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ»
Θα αναφερθούμε εν συντομία και στην πρόταση της σοσιαλδημοκρατίας για τον προσανατολισμό της ανάπτυξης. Στο πόρισμα της επιτροπής Στίγκλιτζ αναφέρεται ότι «υπάρχει ανάγκη για περισσότερες και πιο σταθερές πηγές χρηματοδότησης για την ανάπτυξη, συμπεριλαμβανομένων και των επενδύσεων που είναι απαραίτητες για τις μακροπρόθεσμες προκλήσεις που θέτει η κλιματική αλλαγή». Αντίστοιχα στο πρόγραμμα του ΕΣΚ αναφέρεται: «Η κλιματική αλλαγή είναι η μεγαλύτερη μακροπρόθεσμη απειλή […]Θέλουμε να μεταρρυθμίσουμε την οικονομία μας προωθώντας μια έξυπνη πράσινη ανάπτυξη και απασχόληση»17. Προτάσσονται δηλαδή σαν αναγκαιότητα νέες επενδύσεις σε δίκτυα υποδομών που θα υπηρετούν τη νέα, πράσινη ψηφιακή οικονομία. Προτάσσεται σαν άμεση διέξοδος από την κρίση η επιδότηση πολλών δισεκατομμυρίων ευρώ στους μονοπωλιακούς ομίλους των πράσινων μεταφορών, της πράσινης ενέργειας, της πράσινης ανάπτυξης.
Στην πραγματικότητα η πράσινη οικονομία είναι μια πρόταση διαχείρισης των περιβαλλοντικών προβλημάτων με γνώμονα τα συμφέροντα και τις επιλογές του μονοπωλιακού κεφαλαίου. Προσανατολίζει τις επενδύσεις στην κατεύθυνση υιοθέτησης νέων τεχνολογιών και δίνει ώθηση στην καπιταλιστική ανάπτυξη, ενώ ένας από τους στόχους που υπηρετεί είναι η μείωση της ενεργειακής εξάρτησης της ΕΕ. Αξιοποιείται και για την εισαγωγή προστατευτικών πράσινων φραγμών στα προϊόντα Ινδίας, Κίνας που δεν πληρούν μια σειρά από κριτήρια που θεσπίζει η ΕΕ. Η πράσινη χρηματοδότηση θα γίνει βέβαια σε βάρος του λαϊκού εισοδήματος και μέσω αντίστοιχων επιδοτήσεων. Ετσι το κεφάλαιο εμφανίζεται ως ο παράγοντας που θα δώσει λύσεις στα προβλήματα του περιβάλλοντος, προβλήματα που διογκώνει η ίδια η καπιταλιστική ανάπτυξη.
Συμπερασματικά η σοσιαλδημοκρατία βρίσκει την ευκαιρία, λόγω της ύφεσης, να ξαναφέρει στην αστική διαχείριση ορισμένες από τις ρυθμίσεις που εφάρμοσε στο παρελθόν και ενοχοποιήθηκαν για μια άλλη μεγάλη κρίση, του 1973. Η σοσιαλδημοκρατία με την ίδια συνέπεια με τα φιλελεύθερα αστικά κόμματα υιοθέτησε και εφάρμοσε τις ρυθμίσεις που ήταν αναγκαίες για την «απελευθέρωση» των αγορών. Υπήρξε φορέας του «νεοφιλελευθερισμού», τον οποίο σήμερα καταγγέλλει. Αυτός είναι ο εναλλακτικός ρόλος της στη διάσωση της καπιταλιστικής βαρβαρότητας, δοκιμασμένος από το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αυτό το ρόλο παίζει με τη μάσκα της «δικαιότερης κατανομής» και του «σοσιαλισμού με δημοκρατία», που είχε εγκαταλείψει και στα λόγια τη τελευταία 20ετία. Τώρα επανέρχεται το σύνθημα του «δημοκρατικού σοσιαλισμού» για να συσκοτίσει τις πραγματικές σοσιαλιστικές σχέσεις: την κοινωνική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και τον κεντρικό σχεδιασμό. Δεν είναι τυχαίο αυτό το γύρισμα. Γίνεται σε μια περίοδο που αποκαλύπτεται η καπιταλιστική αναρχία, η αναγκαιότητα του κεντρικού σχεδιασμού. Από τα είδη διατροφής μέχρι τα φάρμακα, από τις κατασκευές μέχρι τα μέσα μεταφοράς, αποδεικνύεται ότι δεν μπορούν πλέον να αξιοποιηθούν προς όφελος της κοινωνικής ευημερίας οι επιστημονικές και τεχνολογικές κατακτήσεις, ο άνθρωπος ως παραγωγική δύναμη, η έρευνα κλπ. χωρίς να καταργηθεί η σύγχρονη καπιταλιστική ιδιοκτησία, το μονοπώλιο. Ερχεται λοιπόν η σοσδιαλδημοκρατία να προσφέρει ένα εναλλακτικό ιδεολογικό και πολιτικό στήριγμα στο καπιταλιστικό σύστημα. Οι εργαζόμενοι δεν πρέπει λοιπόν να εξαπατηθούν για μια ακόμα φορά. Πρέπει να κινηθούν στον αντίποδα αυτών των θέσεων, προς τη λαϊκή εξουσία, το σοσιαλισμό, τη μόνη ρεαλιστική διέξοδο για την ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών.