Ξερονήσια, φυλακές, Ακροναυπλία, Κέρκυρα, Χαϊδάρι, Σκοπευτήριο είναι τίτλοι τιμής του λαού και του ΚΚΕ


της Επιτροπής Ιστορικού Αρχείου της ΚΕ του ΚΚΕ

Στις 14 Φλεβάρη 2026, μια είδηση συντάραξε όλη την Ελλάδα· ήρθαν στο φως οι φωτογραφίες των 200 εκτελεσμένων κομμουνιστών στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής την Πρωτομαγιά του 1944. Η είδηση διαδόθηκε στα πέρατα της Γης. Η εικόνα των 200 να αντικρίζουν το θάνατο με βλέμμα καθαρό, λεβεντόκορμοι και ψηλομέτωποι –παρά τις τόσες κακουχίες και τους βασανισμούς στα κάτεργα του ελληνικού αστικού κράτους και των Γερμανών κατακτητών –προκάλεσε δέος και θαυμασμό. Η εικόνα τους πέρασε στην αθανασία και δικαίως επιβλήθηκε ως ένα μνημείο της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Το παράδειγμά τους συγκίνησε, διαπέρασε και ταρακούνησε ευρύτερα την κοινωνία, κάθε άνθρωπο καλής θέλησης. Στους ταραγμένους καιρούς που ζούμε –του φουντώματος όλο και περισσότερων πολεμικών εστιών και της κλιμάκωσης του κινδύνου ενός νέου γενικευμένου ιμπεριαλιστικού πολέμου– οι εικόνες αυτές μίλησαν στη συνείδηση, στις καρδιές των λαϊκών ανθρώπων, ψήλωσαν το μπόι των κομμουνιστών.

Οι φωτογραφίες ήρθαν την κατάλληλη ώρα, απαντώντας με τον τρόπο τους στις αντιδραστικές θεωρίες των δύο άκρων που επιχειρούν να εξισώσουν το ναζισμό-φασισμό, που αποτελούν μορφή της καπιταλιστικής εξουσίας, με το ταξικά αντίθετό του, το σοσιαλισμό, τη ναζιστική Βέρμαχτ με τον απελευθερωτή Κόκκινο Στρατό. Απαντούν στην εγχώρια εφαρμογή της ανιστόρητης αστικής ιδεοληψίας, που θέλει να εξισώσει το ηρωικό ΕΑΜ-ΕΛΑΣ με τα Τάγματα Ασφαλείας. Ο λαός ξέρει πως, ό,τι γράφτηκε με αίμα, δε σβήνει με βρώμικο μελάνι. Οι φωτογραφίες, με το βαθύ συμβολισμό τους, ήρθαν την κατάλληλη ώρα ως πηγή έμπνευσης και δύναμης για την ταξική πάλη σήμερα, για τους κομμουνιστές και τις κομμουνίστριες, αλλά και για όλο το λαό, που στενάζει και καλείται να κάνει ακόμα μεγαλύτερες θυσίες για την πολεμική οικονομία και προετοιμασία πριν συρθεί σε νέα ιμπεριαλιστικά σφαγεία. Η αταλάντευτη στάση των 200 άλλους τους εμπνέει και άλλους τους τρομοκρατεί. Εμπνέει, γιατί δείχνει το μεγαλείο του ανθρώπου που δεν μπορούν να τον βάλουν στο χέρι, που δεν μπορεί κανένας μηχανισμός βίας να τον υποτάξει. Για τον ίδιο λόγο, τρομοκρατεί το σύστημα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, που, όταν δεν μπορεί να ενσωματώνει με τη χειραγώγηση, προσπαθεί να καθυποτάσσει με την κρατική βία και τρομοκρατία.

Οι 200 εκτελεσμένοι της Καισαριανής ήταν, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, μέλη και στελέχη του ΚΚΕ και λαϊκοί αγωνιστές που ταύτισαν τη ζωή τους με αυτόν τον αγώνα, πολλοί ήταν πρόεδροι εργατικών συνδικάτων και ομοσπονδιών. Οι 200, σε εκείνες τις στιγμές, έδωσαν τη μάχη στις φυλακές και στα εκτελεστικά αποσπάσματα, όπως οι χιλιάδες άλλοι αγωνιστές πολεμούσαν και έδιναν τη ζωή τους στον ένοπλο αγώνα με τον ΕΛΑΣ στα βουνά και στις πόλεις, στις οργανωμένες από το ΕΑΜ τεράστιες λαϊκές διαδηλώσεις με συμμετοχή εκατοντάδων χιλιάδων ενάντια στις εκτελέσεις και στην τρομοκρατία, ενάντια στην πολιτική επιστράτευση των Ελλήνων εργατών και στη μεταφορά τους σε γερμανικά εργοστάσια (Μάρτης 1943), ενάντια στην επέκταση της βουλγαρικής ζώνης Κατοχής στη Μακεδονία.

Οι περισσότεροι από τους εκτελεσμένους ήταν μέλη και στελέχη του ΚΚΕ που φυλακίστηκαν στα χρόνια του Μεσοπολέμου και της δικτατορίας Μεταξά. 1351 στην Ακροναυπλία, άλλοι 25 ήταν εξόριστοι στην Ανάφη, ενώ οι υπόλοιποι –στη συντριπτική τους πλειοψηφία– ήταν, επίσης, μέλη και στελέχη του ΚΚΕ και του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ που πιάστηκαν για τη δράση τους ενάντια στους κατακτητές.

Ειδικά για το φόρο αίματος του «Στρατοπέδου Συγκέντρωσης Κομμουνιστών» της Ακροναυπλίας σημειώνουμε: Με την έναρξη της Κατοχής, στην Ακροναυπλία ήταν φυλακισμένοι 625 κομμουνιστές. Από αυτούς, 218 εκτελέστηκαν ως όμηροι σε εφαρμογή αντιποίνων για πράξεις της Αντίστασης. Συγκεκριμένα: Τέσσερις εκτελέστηκαν τον Γενάρη του 1943 στον Πειραιά. Δεκαπέντε εκτελέστηκαν τον Μάρτη του 1943 στο στρατόπεδο «Παύλος Μελάς» της Θεσσαλονίκης. Πενήντα τέσσερις εκτελέστηκαν τον Ιούνη του 1943 από τους Ιταλούς στο Κούρνοβο. Δέκα εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς τον Δεκέμβρη του 1943 στην Αθήνα. Εκατόν τριάντα πέντε εκτελέστηκαν την 1η Μάη 1944 στην Καισαριανή. Από Ακροναυπλιώτες που κατάφεραν να αποδράσουν και να πάρουν μέρος στον αγώνα, 82 έπεσαν σε μάχες, δολοφονήθηκαν ή εκτελέστηκαν μετά από την εκ νέου σύλληψή τους. Ακόμη, 64 έπεσαν αργότερα κατά τον αγώνα του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας2.

Όλοι οι κρατούμενοι αγωνιστές είχαν οικογένειες, φίλους, ενδιαφέροντα, κοινωνική ζωή. Η μακρόχρονη φυλάκισή τους τους αποσπούσε απ’ όλ’ αυτά. Όμως, στις φυλακές και στις εξορίες έλαμψαν οι αρετές των κομμουνιστών –η οργανωτικότητα, η αλληλεγγύη, η συντροφικότητα. Οι κομμουνιστές κρατούμενοι διεκδίκησαν και πέτυχαν από τις κρατικές Αρχές να τους αντιμετωπίζουν ως πολιτικούς κρατούμενους και να τους διαχωρίζουν από τους ποινικούς. Η λειτουργία μέσα από τις Ομάδες Συμβίωσης, τις κολεκτίβες των κρατούμενων αποτελούσε μέσο για να αντιμετωπίζονται οι ελλείψεις και οι στερήσεις που βασανίζουν το σώμα και το ηθικό. Οι Ομάδες Συμβίωσης και οι κομματικές Επιτροπές των τόπων κράτησης φρόντιζαν για την οργανωμένη επίλυση των προβλημάτων, όπως για το συσσίτιο, την καθαριότητα των θαλάμων, για τη στήριξη από το κοινό ταμείο όσων δεν είχαν οικονομική ενίσχυση από τις οικογένειές τους.

Σε όλους τους τόπους κράτησης, πότε κρυφά από τους δεσμοφύλακες, πότε με την ανοχή τους, οργανώθηκαν συστήματα μόρφωσης με πολιτικά μαθήματα μαρξισμού-λενινισμού και ιστορίας του επαναστατικού κινήματος. Έγιναν μαθήματα, διαλέξεις, συζητήσεις σε πολιτιστικά και άλλα θέματα, ομαδικά συντροφικά γλέντια. Εκδόθηκαν χειρόγραφες εφημερίδες για την ενημέρωση, μόρφωση και καθοδήγηση της καθημερινής πάλης των κρατούμενων. Ένας από τους καλλιγράφους που σχεδίαζαν τις εφημερίδες της Ανάφης, ο Τάσος Αποστολίδης, συγκαταλέγεται στους 200 εκτελεσμένους κομμουνιστές.

Σε μια σειρά χειρόγραφες εφημερίδες των κρατούμενων καταγράφεται με παραλλαγές και μια φράση του Νίκου Ζαχαριάδη, που παρακινεί σε αφοβία στην πάλη. Μια παραλλαγή της «αποτυπώθηκε» και στους τοίχους των φυλακών Χατζηκώστα: «Όποιος φοβάται μην πέση είναι υποχρεωμένος να σέρνεται με την κοιλιά σαν σκουλήκι.» Στις ίδιες φυλακές, άλλος πολιτικός κρατούμενος είχε γράψει: «Φυλακίσεις και κρεμάλες τα κορμιά μας δεν λυγούν, θα γυρίσει και μια μέρα οι λαοί θα κυβερνούν.»3

Οι εκτελέσεις άρχισαν στο τέλος Μάη του 1942 και σταμάτησαν τον Σεπτέμβρη του 1944. Το 1942, εκτελέστηκαν στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής 13 αγωνιστές, το 1943 άλλοι 147 και το 1944, που ήταν η χρονιά των πολλών εκτελέσεων, εκτελέστηκαν πάνω από 400. Εκτός από τους Έλληνες, εκτελέστηκαν 25 αντιφασίστες στρατιώτες του κατακτητή (20 Ιταλοί και 5 Γερμανοί). Υπολογίζεται πως στο χώρο του Σκοπευτηρίου Καισαριανής εκτελέστηκαν από τα γερμανικά πυρά περίπου 700 αγωνιστές. Οι εκτελέσεις που πραγματοποιήθηκαν το πρώτο δεκαήμερο του Μάη του 1944 ήταν οι πιο μαζικές στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής με κορυφαία, πιο εμβληματική την εκτέλεση των 200 κομμουνιστών την Πρωτομαγιά του 1944, όχι τυχαία. Ωστόσο και άλλοι Ακροναυπλιώτες και άλλοι κρατούμενοι κομμουνιστές από άλλους τόπους εξορίας εκτελέστηκαν ως τις 10 Μάη του 1944, ανάμεσά τους και γυναίκες από τις 3 Μάη και μετά.

Στους τόπους κράτησης ανέβηκαν κάθε είδους θεατρικές παραστάσεις, από μικρά σατιρικά έργα μέχρι έργα του κλασικού ρεπερτορίου. Όλη η ηθικοπολιτική δουλειά συντελούσε στη σφυρηλάτηση αγωνιστικών προσωπικοτήτων. Όπως θυμόταν ο Βασίλης Μπαρτζιώτας, στην Ακροναυπλία, στα χρόνια της μεταξικής δικτατορίας, ο νεαρός φοιτητής Βαγγέλης Καββαδίας ενσάρκωσε το ρόλο ενός αγωνιστή στο στρατοδικείο, όπου οι στρατοδίκες του επιβάλουν την ποινή του θανάτου και την ίδια στιγμή οι συγγενείς του τον πιέζουν να υπογράψει δήλωση μετανοίας για να σώσει τη ζωή του. Σύμφωνα με το σενάριο, ο φοιτητής παρέμεινε αλύγιστος. Μια δεκαετία αργότερα, το 1949, τον «ίδιο ακριβώς ρόλο» ο Βαγγέλης Καββαδίας, μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ πλέον, «τον έπαιξε» στην πραγματική ζωή στο έκτακτο στρατοδικείο Θεσσαλονίκης, όπου παρέμεινε αλύγιστος αντιμετωπίζοντας τους στρατοδίκες και τις πιέσεις του πατέρα του και της συζύγου του να υπογράψει δήλωση μετανοίας για να σωθεί. Εκτελέστηκε στις 26 Σεπτέμβρη 1949.

 

ΥΠΟΛΟΓΟΙ ΜΟΝΟ ΣΤΟ ΔΙΚΙΟ ΤΟΥ ΛΑΟΥ

Η υπογραφή δήλωσης μετανοίας και αποκήρυξης του ΚΚΕ ήταν ένα μέσο της δικτατορίας για να συντρίψει τους πολιτικούς κρατούμενους ως ηγέτες των εργαζόμενων και, έτσι, να καθυποτάξει το εργατικό-λαϊκό κίνημα. Όμως, οι κρατούμενοι κομμουνιστές υπερασπίστηκαν τον πρωτοπόρο ρόλο τους με ταξική αδιαλλαξία.

Συγκλονιστική, από αυτήν τη σκοπιά, ήταν και η περίπτωση των εξόριστων του Άι Στράτη στα χρόνια της Τριπλής Φασιστικής Κατοχής. Εκεί, αφού αρπάχτηκαν τα τρόφιμα, οι πολιτικοί κρατούμενοι, με τη δύναμη των όπλων της ελληνικής χωροφυλακής, οδηγήθηκαν σε έναν παγωμένο θάλαμο ενός ερειπωμένου σχολείου και για σχεδόν 60 μέρες υποβλήθηκαν στο βασανιστήριο της αναγκαστικής ασιτίας, με σκοπό να υπογράψουν δήλωση μετανοίας-αποκήρυξης του ΚΚΕ. Αντιμετώπισαν αλύγιστοι το μαρτύριο, όμως, 33 πέθαναν από την πείνα μέσα σε εφιαλτικές συνθήκες.

Σε αυτές τις συνθήκες αγριανθρωπισμού, «έλαμψαν» οι κομμουνιστές ως πρωτοπόροι αλύγιστοι αγωνιστές, αφοσιωμένοι στην υπόθεση της εργατικής τάξης. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Γιάννη Κανδυλά, που, πεθαίνοντας, άφηνε μήνυμα για όσους ζήσουν: «...χαιρετήστε την ηρωική εργατιά της Καβάλας και από μένα, να τους πείτε ότι πέθανα από τον σκληρό θάνατο της πείνας. Να τους πείτε ότι πεθαίνω ορθός, ότι δεν λύγισα...» Παρόμοια, ο Δημοσθένης Μακέδος, ένας από τους 200 εκτελεσμένους, έγραψε στο τελευταίο του σημείωμα: «Πείτε στους καπνεργάτες μου ότι δεν τους πρόσβαλα.»

Ο Κώστας Λαζαρίδης, μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ και Γραμματέας του Εργατικού ΕΑΜ, πιάστηκε από την Ασφάλεια στην προσπάθειά του να οργανώσει απεργία στην εταιρία ηλεκτροπαραγωγής «Πάουερ» και στους τροχιοδρομικούς. Δικάστηκε στο γερμανικό στρατοδικείο, όπου προσπάθησαν και να τον εξαγοράσουν, προσφέροντάς του ένα μεγάλο ποσό. Απάντησε: «Είμαι ο Κώστας Λαζαρίδης, Γενικός Γραμματέας του Εργατικού ΕΑΜ και εκπληρώνω το καθήκον μου προς την πατρίδα ως κομμουνιστής, εργάτης κι Έλληνας.» Εκτελέστηκε στις 10 Μάη 1943 στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής.

Ο Κώστας Λαζαρίδης ήταν από τα 27 στελέχη του ΚΚΕ που βγήκαν από την Ακροναυπλία αξιοποιώντας το γεγονός ότι ήταν σλαβόφωνος, όπως και ότι, αν και είχε γεννηθεί το 1901 στο χωριό Ασώματος της Κομοτηνής, είχε ζήσει ως παιδί στη Βουλγαρία. Τότε, η βουλγαρική πρεσβεία ήθελε να παρουσιαστεί φιλική προς τους σλαβόφωνους πληθυσμούς, έτσι ώστε να χρησιμοποιήσει υπαρκτές διακρίσεις σε βάρος των μειονοτήτων για να προωθήσει την πολιτική του «διαίρει και βασίλευε». Το ίδιο συνέβη σε όλα τα κράτη που βρέθηκαν υπό την κατοχή του φασιστικού Άξονα. Όμως, στην Ελλάδα η μεσοπολεμική πολιτική του ΚΚΕ υπέρ της αναγνώρισης των δικαιωμάτων των μειονοτήτων και η επιδίωξη της ταξικής ενότητας μπήκε εμπόδιο σε αυτούς τους σχεδιασμούς. Με το ΚΚΕ να οργανώνει και να πρωτοστατεί στην ΕΑΜική Αντίσταση, οι μειονότητες όχι μόνο δε συντάχτηκαν μαζικά με τα κατοχικά στρατεύματα, αλλά στις περισσότερες περιπτώσεις επάνδρωσαν τον ΕΛΑΣ. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι κρατούμενοι αξιοποίησαν τις βουλγαρικές κινήσεις σε συνεννόηση με την καθοδήγηση των φυλακών, ώστε να απελευθερωθούν 27 από αυτούς προκειμένου να πρωτοστατήσουν στην οργάνωση του αντιστασιακού αγώνα. Και πράγματι, έτσι έγινε. Εκτός από τον Λαζαρίδη και άλλοι 5 αυτής της ομάδας έδωσαν τη ζωή τους (Λάζαρος Ζησιάδης, Ρουσαλήμ Χαριζάνης, Ζήσης Καλλιμάνης, Τάσος Καρατζάς, Νίκος Χαϊβανίδης).

 

ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΤΟΥ ΛΑΟΥ, ΟΜΗΡΟΙ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΚΑΤΑΚΤΗΤΩΝ

Το ΚΚΕ, από την ίδρυσή του ως ΣΕΚΕ το 1918, ήρθε αντιμέτωπο με τις πολύμορφες και σκληρές διώξεις του καπιταλιστικού κράτους, τόσο σε καιρούς αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας όσο και στη διάρκεια στρατιωτικής δικτατορίας. Ήδη από τη δεκαετία του 1920, διαμορφώθηκε ένα νομοθετικό πλαίσιο δίωξης της κομμουνιστικής ιδεολογίας και δράσης και συγκροτήθηκαν αντίστοιχοι αστικοί κατασταλτικοί μηχανισμοί. Το 1929, η κυβέρνηση Ελευθερίου Βενιζέλου ψήφισε το νόμο «Περί των μέτρων προστασίας του κοινωνικού καθεστώτος και προστασίας των ελευθεριών των πολιτών», που έμεινε στην ιστορία ως Ιδιώνυμο4, και αποσκοπούσε στη δίωξη της κομμουνιστικής και συνδικαλιστικής δράσης. Το να είναι κανείς συνδικαλιστής σήμαινε πλέον διαρκείς διωγμούς από δουλειές, αλλά και επαναλαμβανόμενες φυλακίσεις και εξορίες, πότε δίμηνες-τρίμηνες, πότε περισσότερο, σε μέρη που ήταν μαρτύριο ακόμα και να πάει κάποιος εκείνη την εποχή, όπως η Γαύδος, η Ανάφη, ο Άι Στράτης κ.α

Από τις 25 Ιούλη 1929, όταν τέθηκε σε λειτουργία το «Ιδιώνυμο» και μέχρι την 1η Ιουνίου 1934 ο αιματηρός κατάλογος της κρατικής καταστολής περιλάμβανε: Δολοφονηθέντες 37, συλληφθέντες 16.550, καταδικασθέντες 3.060, σε χρόνια φυλακή 2.556, σε χρόνια εξορία 1.258, φαντάροι στο Καλπάκι 169, ξυλοδαρμοί 2.104, βασανιστήρια 402, εξόριστοι από τις επιτροπές ασφαλείας 250, σε χρόνια 150, καταδίκες σε θάνατο 2, ισόβια 2.5 Επίσης, απαγορεύτηκαν και διαλύθηκαν βίαια εκατοντάδες συγκεντρώσεις. Τα στοιχεία είχαν δημοσιευτεί στον Ριζοσπάστη στις 3 Ιούνη 1934 και όπως έγραφε: «Δικαστήρια, αστυνομία, χωροφυλακή και ασφάλεια νύχτα μέρα δουλεύουν για να αποκεφαλίσουν την εργατική τάξη». Στο μεγαλύτερο διάστημα, πρωθυπουργός και επικεφαλής των διώξεων ήταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος και μετά τον Μάρτη του 1933 ο Παναγής Τσαλδάρης.

Ο μετέπειτα εκτελεσμένος με τους 200 Ναπολέων Σουκατζίδης, τον Αύγουστο του 1935, απολύθηκε από το εργοστάσιο «Μίνως» της Ιεράπετρας, όπου εργαζόταν ως αρχιλογιστής. Αν και είχε αυξημένες επαγγελματικές ικανότητες, απολύθηκε γιατί ήταν σταθερά στο πλευρό των αγωνιζόμενων εργατών και αγροτών. Τον ίδιο μήνα (5.8.1935) η αστυνομία είχε πυροβολήσει στο ψαχνό κατά της διαδήλωσης λιμενεργατών και σταφιδοπαραγωγών στο Ηράκλειο και είχε σκοτώσει 6 άτομα.

Μετά την απόλυσή του, ο Σουκατζίδης πήγε στο Ηράκλειο και έπιασε δουλειά σε άλλη επιχείρηση. Χάρη στις ικανότητές του κατάφερε να επιδράσει στους εργάτες του Ηρακλείου, να αποσπάσει άλλους συνδικαλιστές από τον εργοδοτικό συνδικαλισμό, ενώ συνέβαλε και στην ίδρυση νέων σωματείων που εντάχτηκαν στο Εργατικό Κέντρο Ηρακλείου. Έτσι, το Εργατικό Κέντρο, που μέχρι πρότινος συσπείρωνε μόλις 3 σωματεία, έφτασε να έχει 22 στη δύναμή του6 και ο Ναπολέων αναδείχτηκε σε πρόεδρό του.

Στις 13 Απρίλη 1936, ο βασιλιάς Γεώργιος Β΄ διόρισε πρωθυπουργό τον Ιωάννη Μεταξά, που ήταν ο επικεφαλής του μικρότερου κοινοβουλευτικού κόμματος. Στις 27 Απρίλη, η Βουλή του έδωσε ψήφο εμπιστοσύνης με 241 ψήφους υπέρ, 16 κατά και 4 αποχές. Κατά ψήφισαν οι βουλευτές του ΚΚΕ και ο Γεώργιος Παπανδρέου. Η κυβέρνηση Μεταξά σηματοδοτούσε την ανάγκη συγκεντροποίησης της αστικής εξουσίας σε καιρό προετοιμασίας για τον επερχόμενο ιμπεριαλιστικό Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αναπόσπαστο στοιχείο της οποίας θεωρούνταν και η καταστολή του εσωτερικού ταξικού εχθρού της, του κομμουνιστικού και του εργατικού-λαϊκού κινήματος.

Τα προηγούμενα φάνηκαν καθαρότερα στη συνέχεια. Στις 30 Απρίλη, παραμονή της Πρωτομαγιάς, η Βουλή διέκοψε πρόωρα τις εργασίες της έως τις 30 Σεπτέμβρη και εξουσιοδότησε την κυβέρνηση να διοικήσει τη χώρα με νομοθετικά διατάγματα, υπό την επιτήρηση μίας 40μελούς κοινοβουλευτικής επιτροπής. Από τότε, άρχισαν και οι πρώτες συλλήψεις κομμουνιστών και συνδικαλιστών που στηρίχτηκαν στο νομοθετικό οπλοστάσιο που είχε φτιαχτεί τον καιρό της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.

Η Πρωτομαγιά του 1936 γιορτάστηκε με 24ώρη απεργία και μεγάλη συγκέντρωση και πορεία στους δρόμους του Ηρακλείου. Ο Σουκατζίδης αναγκάστηκε να μιλήσει τρεις φορές ώστε να τον ακούσουν όλοι οι εργάτες που πήραν μέρος στη συγκέντρωση. Όταν έγινε ο ηρωικός ξεσηκωμός των εργατών τον Μάη του 1936 στη Θεσσαλονίκη, ξέσπασε κύμα διαδηλώσεων σε όλη την Ελλάδα, ενώ στο Ηράκλειο έγινε πάνδημη συγκέντρωση του Εργατικού Κέντρου στις 11 και ξανά στις 30-31 Μάη. Στις 11 Μάη, στο Ηράκλειο «ούτε ένα κατάστημα δεν άνοιξε. Οι ηλεκτρολόγοι έβαλαν στα φώτα μαύρα κρέπια. Ούτε του νομάρχη το αυτοκίνητο δεν κινήθηκε. Εργατικοί φρουροί κρατούσαν την τάξη και η αστυνομία δεν εμφανίστηκε. Το κατάλαβε η αντίδραση: “Ο Ναπολέων, αυτός μπορεί να συγκεντρώσει γύρω του την πιο μεγάλη πλειοψηφία του τόπου και να την στρέψει ενάντια σε μας”».

Τότε, μπήκαν σε εφαρμογή οι εκβιασμοί σε συνδυασμό με την προσπάθεια εξαγοράς του. «...τον καλεί η επιχείρηση. Προσφέρουν πολλά χρήματα. Αυξάνουν το μισθό του σημαντικά. Δεν δέχεται, τα απορρίπτει.

– Ε, τότε ή από τον Σύλλογο και το εργατικό κέντρο θα παραιτηθείς ή από την επιχείρηση.

– Ούτε από το ένα, ούτε από το άλλο. Στο ένα έχω καθήκον στο άλλο δικαίωμα.»

Μετά από λίγες μέρες, ξέσπασε η τρομοκρατία και στις 13 Ιούνη 1936 συνέλαβαν τον Σουκατζίδη. Ούτε οι χωροφύλακες και οι χαφιέδες που τον έπιασαν (καμιά εικοσαριά σύνολο) είχαν να του απαγγείλουν κατηγορία, ούτε οι ανώτεροί τους. Τον πήγαν στο Ρέθυμνο και από εκεί στον Πειραιά. Κατά τον αποχαιρετισμό από τη σύντροφό του Χαρά Λιουδάκη και την αδερφή της Μαρία, ο Ναπολέων τους είπε: «Σε τρεις μήνες πρέπει να μας αφήσουν.» Εν τέλει, ο Ναπολέων Σουκατζίδης βγήκε από τα κάτεργα του ελληνικού κράτους και των Γερμανών κατακτητών την 1η Μάη 1944 προκειμένου να εκτελεστεί.

Την ίδια περίοδο με τον Σουκατζίδη, πιάστηκαν και άλλοι συνδικαλιστές ηγέτες των εργατών της Θεσσαλονίκης, που εκτελέστηκαν την Πρωτομαγιά του 1944.

Στις 4 Αυγούστου 1936, με απόφαση του βασιλιά και του Μεταξά επιβλήθηκε η δικτατορία και καταργήθηκε η Βουλή, τέθηκαν εκτός νόμου τα πολιτικά κόμματα και ξεκίνησαν οι μαζικές συλλήψεις των κομμουνιστών.

Παρότι η δικτατορία βασιλιά - Μεταξά ήταν σταθερά προσανατολισμένη στην πάγια συμμαχία του ελληνικού καπιταλιστικού κράτους με τη Μ. Βρετανία, μοιραζόταν το ίδιο μένος με τα εξίσου αστικά φασιστικά καθεστώτα σχετικά με την αντιμετώπιση της κομμουνιστικής δράσης. Για την αντιμετώπιση του «κομμουνιστικού κινδύνου», ο υφυπουργός Δημόσιας Ασφάλειας Κωνσταντίνος Μανιαδάκης είχε άμεση επικοινωνία με τον Χίμλερ και την Γκεστάπο, όπως και με τη βρετανική Ιντέλιτζενς Σέρβις, για την ανταλλαγή πείρας και πληροφοριών αντικομμουνιστικής δίωξης. Ο Μανιαδάκης, ανταποκρινόμενος σε πρόσκληση του Χίμλερ για συνάντηση των δύο αντίστοιχων υπηρεσιών Ασφάλειας για τη δίωξη του κομμουνισμού, έστειλε αντιπροσωπία και έγραψε προσωπικά στον Χίμλερ για το σχεδιασμό της: «Να μελετήσουν όλα τα προβλήματα τα σχετικά με τον αντικομμουνιστικόν αγώνα ... έχουν να κερδίσουν από τας προόδους και την πείραν της ευρισκομένης υπό την ισχυράν και πεφωτισμένην ηγεσίαν σας Γερμανικής Αστυνομίας.»7

Κατά την εξέλιξη του ιμπεριαλιστικού Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, η Ελλάδα δέχτηκε επίθεση από την Ιταλία στις 28 Οκτώβρη 1940, στην οποία αντιστάθηκε με επιτυχία. Από την πρώτη στιγμή της ιταλικής επίθεσης, οι φυλακισμένοι κομμουνιστές ζητούσαν να πάνε στο μέτωπο να πολεμήσουν ενάντια στον εισβολέα. Γράμμα στον Τύπο –κάλεσμα στον ελληνικό λαό– έστειλε και ο φυλακισμένος Γραμματέας της ΚΕ του ΚΚΕ Νίκος Ζαχαριάδης. Όμως, η δικτατορική κυβέρνηση των βασιλιά και Μεταξά συνέχιζε να τους κρατά φυλακισμένους και να ζητά δηλώσεις μετανοίας.

Ο Μεταξάς πέθανε τον Γενάρη του 1941, ενώ ο διάδοχός του, ο τραπεζίτης Αλέξανδρος Κορυζής, αυτοκτόνησε στις 18 Απρίλη 1941 και τον διαδέχτηκε ο επίσης τραπεζίτης και «κεντρώος» Εμμανουήλ Τσουδερός. Εν τω μεταξύ, η δικτατορία παρέμενε και οι κυβερνήσεις που διορίζονταν από τον βασιλιά συνέχιζαν να τάσσονται στο πλευρό της Μ. Βρετανίας. Ο υπουργός Κωνσταντίνος Μανιαδάκης αναβαθμίστηκε σε υπουργό Εσωτερικών. Στις κρίσιμες στιγμές της κατάκτησης της χώρας από το γερμανικό στρατό, η κυβέρνηση βασιλιά - Τσουδερού όχι μόνο δε φρόντισε να απελευθερωθούν οι κομμουνιστές πολιτικοί κρατούμενοι, αλλά τους παρέδωσε με πρωτόκολλα στους κατακτητές. Κατά την αποχώρηση της κυβέρνησης βασιλιά - Τσουδερού στο εξωτερικό, ο Μανιαδάκης παρέμεινε στην Ελλάδα για λίγες μέρες ακόμα και πήγε στο Ναύπλιο για την επίσημη παράδοση των κομμουνιστών κρατούμενων της Ακροναυπλίας στους Γερμανούς. Στη συνέχεια, αν και δε διατήρησε υπουργική θέση στην κυβέρνηση βασιλιά - Τσουδερού, πήρε κυβερνητική αποστολή στη Λατινική Αμερική, ως συντονιστής των εκεί ελληνικών πρεσβειών.

Κατά τις μέρες της γερμανικής εισβολής, Απρίλη - Μάη του 1941, μέλη και στελέχη του ΚΚΕ που δραπέτευσαν από τόπους κράτησης πήραν αμέσως μέρος στην πάλη ενάντια στους κατακτητές. Ο Στέργιος Αναστασιάδης, μέλος του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, μαζί με 8 Κρήτες συντρόφους του απέδρασε από τη Φολέγανδρο και πήγαν στην Κρήτη, όπου συμμετείχαν στη Μάχη ενάντια στους Γερμανούς αλεξιπτωτιστές, ενώ, μετά την κατάληψη του νησιού, οργάνωσαν τις πρώτες ομάδες αντίστασης. Στη Μακεδονία οργανώθηκαν οι ένοπλες ομάδες «Αθανάσιος Διάκος», «Οδυσσέας Ανδρούτσος», καθώς και η ομάδα «Ελευθερία», που εξέδιδε ομώνυμη εφημερίδα, αλλά και στην Πελοπόννησο οργανώθηκε η «Νέα Φιλική Εταιρία».

Σε εκείνες τις συνθήκες ήταν και πολλοί οι κομμουνιστές που αξιοποίησαν τις συνθήκες αποδιοργάνωσης του κρατικού μηχανισμού και απέδρασαν, όπως αυτοί του Σανατορίου Ασβεστοχωρίου και οι εξόριστοι της Κιμώλου που έφυγαν μαζικά. Λίγο αργότερα, ιδρύθηκε και η πρώτη πανελλαδική αντιστασιακή οργάνωση, η Εθνική Αλληλεγγύη, ενώ, με τη βοήθεια και των στελεχών που είχαν δραπετεύσει, η ΚΕ του ΚΚΕ ανασυγκροτήθηκε τον Ιούλη του 1941 και πήρε αποφάσεις για την οργάνωση της πάλης ενάντια στους κατακτητές με όλα τα μέσα. Σε μια Ευρώπη που οι σιδερόφραχτες στρατιές του Χίτλερ παρέμεναν αήττητες και ενώ ελάχιστα μέλη και στελέχη του ΚΚΕ ήταν προς το παρόν ελεύθερα, ο στόχος που έθεσε η 6η Ολομέλεια της ΚΕ ήταν κόντρα στο συσχετισμό δυνάμεων της εποχής, αλλά ταυτόχρονα δεν ήταν ουτοπικός, γιατί ήταν ο μόνος που εναρμονιζόταν με τις ανάγκες και τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και των βιοπαλαιστών αγροτών, της συντριπτικής πλειοψηφίας της κοινωνίας. Γι’ αυτό και αποτέλεσε την απαρχή μιας τιτάνιας πάλης για την ανασυγκρότηση όλων των Κομματικών Οργανώσεων σε συνθήκες Τριπλής Φασιστικής Κατοχής και της συγκρότησης του Εργατικού ΕΑΜ, του ΕΑΜ, του ΕΛΑΣ, του ΕΛΑΝ, της ΕΠΟΝ, της ΟΠΛΑ, η δράση των οποίων αγκάλιασε σύντομα όλη τη χώρα, αποτελώντας στήριγμα των εργατικών-λαϊκών δυνάμεων και προκαλώντας φόβο στις Αρχές κατοχής και στους συνεργάτες τους. Όσο κλιμακωνόταν η δράση του ΚΚΕ και του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, έμπαινε και πιο επιτακτικά το ζήτημα της απελευθέρωσης όσο το δυνατόν περισσότερων κομμουνιστών κρατούμενων.

Αποδράσεις έγιναν και τα επόμενα χρόνια, όπως των κρατούμενων του νοσοκομείου «Σωτηρία» μέσα στην κατεχόμενη Αθήνα με τη συμβολή γιατρών του νοσοκομείου-φυλακή και τη βοήθεια κομμουνιστών αστυνομικών. Απόδραση έγινε το 1943 και από τον Άι Στράτη με καΐκι του ΕΛΑΝ, ενώ ακολούθησαν και άλλες, όπως εκείνη από την Κέρκυρα, απ’ όπου οι πολιτικοί κρατούμενοι διέφυγαν στην Αλβανία. Τα παραπάνω περιστατικά δεν είναι τα μόνα, τα σημειώνουμε, όμως, καθώς μερίδα δημοσιολογούντων θέλησε να παρουσιάσει πως δήθεν η ηγεσία του ΚΚΕ δεν άφηνε τους κρατούμενους να δραπετεύσουν για να θυσιάζονται ως μάρτυρες! Μέχρι αυτό το σημείο έφτασε η αθλιότητα διάφορων που δεν μπορούν να χωνέψουν το ηρωικό παράδειγμα των 200 εκτελεσμένων κομμουνιστών την Πρωτομαγιά του 1944.

Μάλιστα, διαστρέφοντας την πραγματικότητα, χρησιμοποιούν τον ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ Νίκο Ζαχαριάδη για να αποδείξουν ότι το ΚΚΕ επεδίωκε να δημιουργεί «μάρτυρες». Πιο συγκεκριμένα, εστιάζουν σε ένα γραπτό του Νίκου Ζαχαριάδη, των φυλακών της Κέρκυρας, όπου εκεί στις 22 Νοέμβρη 1938 ο Γραμματέας της ΟΚΝΕ Χρήστος Μαλτέζος, που παρέμεινε αλύγιστος, δολοφονήθηκε με φριχτά βασανιστήρια, ενώ την ίδια μέρα ο Μανώλης Μανωλέας υπέγραψε δήλωση μετανοίας και πέρασε με την πλευρά της Ασφάλειας.8 Ο Νίκος Ζαχαριάδης έγραψε: «Αναδείχνοντας τέτοιους ήρωες και ξεκαθαρίζοντας τέτοιους προδότες, το ΚΚΕ στέρεα, ακλόνητα, αποφασιστικά βαδίζει προς τη νίκη, παρ’ όλες τις δυσκολίες, τις θυσίες και τις προδοσίες. Ο Εργαζόμενος λαός βλέπει, πιστεύει και ακολουθεί τους ήρωες και φτύνει τους προδότες.»9 Όμως, ο Ζαχαριάδης δεν υποστήριζε ότι οι κομμουνιστές δεν πρέπει να αποδρούν για να γίνονται ήρωες (άλλωστε και ο ίδιος είχε αποδράσει πολλές φορές στη διάρκεια του Μεσοπολέμου), αλλά αναδείκνυε ότι κανένας αγώνας δεν μπορεί να γίνει δίχως οι πρωτοπόροι να κρατάνε αταλάντευτη ανιδιοτελή στάση, όπως και ότι κανένα κίνημα δεν μπορεί να αντιπαρατεθεί με ένα σύστημα πάνοπλο και με μηχανισμούς καταστολής και εξαγοράς, αν δε στιγματίζει και δεν αντιμετωπίζει αποφασιστικά τη στάση όσων περνάνε με το μέρος των εχθρών του μαχόμενου λαού.

Ο ηρωισμός των κομμουνιστών ήταν μαζικός και πηγή έμπνευσης για μεγάλο τμήμα του λαού, που, με αυταπάρνηση και ανιδιοτέλεια, έδινε τη ζωή του σε κάθε φάση του αγώνα ενάντια στους ξένους κατακτητές και στους εγχώριους συνεργάτες τους. Τη στιγμή που τα φερέφωνα των αστών καλούσαν σε φρονιμάδα και υποταγή, το σύνθημα του ΕΑΜ, δοσμένο με τα λόγια του Δημήτρη Γληνού, έλεγε: «Ρωτάς τι πρέπει να κάνεις; Να βρεις τους ομοίους σου και να οργανωθείς, να ρωτάς κάθε μέρα σε τι έβλαψα σήμερα τον κατακτητή, σε τι ωφέλησα το λαό;» Ένα μόνο παράδειγμα: Οι ΕΠΟΝίτες του Παγκρατίου απέκτησαν το πρώτο τους όπλο εξοντώνοντας έναν Ιταλό κατακτητή καρφώνοντάς του ένα μεγάλο κατσαβίδι.

Το ΚΚΕ μπόρεσε να ηγηθεί στο τεράστιο και ένοπλο λαϊκό κίνημα απελευθέρωσης όχι μόνο γιατί ήταν μαθημένο στα δύσκολα, όχι μόνο γιατί είχε πείρα παρανομίας, όχι μόνο γιατί δε λογάριασε τις δυσκολίες και τον αρνητικό συσχετισμό δυνάμεων και έδρασε με βάση την αναγκαιότητα να οργανωθεί ο αγώνας ενάντια σε έναν εχθρό καλύτερα εξοπλισμένο, αλλά και γιατί δε φοβόταν τον οργανωμένο και οπλισμένο λαό.

Οι αστικές πολιτικές δυνάμεις αυτό το έτρεμαν. Οι καπιταλιστές, που νοιάζονται μη χάσει η τάξη τους το μονοπώλιο της βίας, έτρεμαν τη γνήσια οργάνωση του λαού. Γι’ αυτό και όσες οργανώσεις συγκρότησαν φρόντισαν να απαρτίζονται από ομάδες μυημένων –κυρίως πρώην στελεχών του αστικού στρατού και άλλων κατασταλτικών μηχανισμών– και να εξαντλούν τη δράση τους σε σαμποτάζ και στη συγκέντρωση πληροφοριών σε σύνδεση με τις βρετανικές μυστικές υπηρεσίες.

Ο ΕΔΕΣ, η πιο μαζική αστική αντιστασιακή οργάνωση που σχηματίστηκε από τον Ζέρβα έπειτα από εκβιασμούς των Βρετανών και για να ανακοπεί ο ΕΛΑΣ, κατάφερε να έχει κάποιες λίγες χιλιάδες αντάρτες –βασικά στην Ήπειρο– και δε χτυπήθηκε ουσιαστικά ποτέ από τα δωσίλογα Τάγματα Ασφαλείας. Ακόμα, όμως, και οι συγκρούσεις του με τις δυνάμεις κατοχής ήταν περιορισμένες και διήρκεσαν έως το καλοκαίρι του 1943. Από κει και πέρα, η όποια δράση του κατευθύνθηκε εναντίον του ΕΛΑΣ, ενώ κήρυξε άτυπη συνθήκη ανακωχής με τις γερμανικές στρατιωτικές δυνάμεις και είχε υπόγειες συνεννοήσεις μαζί τους.

Αντίθετα, το ΚΚΕ κάλεσε το λαό να γίνει στρατός αντίστασης και διέθεσε γι’ αυτό τα καλύτερα παιδιά του. Ο ΕΛΑΣ ήταν μαζικός λαϊκός στρατός με πάνω από 70.000 χιλιάδες αντάρτες και περίπου 50.000 εφέδρους, ενώ την κοινωνική βάση στήριξής του και την αστείρευτη πηγή στρατολογίας του συγκρότησαν τα μέλη του ΚΚΕ και των ΕΑΜικών οργανώσεων.

Στο σάλπισμα του ΚΚΕ ακολούθησαν, στην αρχή διστακτικά και στη συνέχεια με πολύ γρηγορότερους ρυθμούς, μάζες λαού. Ο ηρωισμός υπήρξε μαζικός από πολλές χιλιάδες απλού λαού, κυρίως εργατών και βιοπαλαιστών αγροτών, που έβλεπαν σε ένα δίκαιο αγώνα να χάνουν παιδιά, αδέρφια, γονείς, αγαπημένους, συγχωριανούς, συναδέλφους, γείτονες στα βασανιστήρια, στις εκτελέσεις, στις διαδηλώσεις, στις απεργίες και στις μάχες.

Σε αυτές τις συνθήκες μετατοπίζονταν μαζικά οι συνειδήσεις. Στο πλευρό του μαχόμενου λαού, του ΕΑΜ και του ΚΚΕ τάχτηκαν χιλιάδες δημόσιοι υπάλληλοι, αξιωματικοί και των τριών όπλων, αστυνομικοί, ιερείς, ακόμα και μητροπολίτες, μεσαία, ακόμα και ανώτερα οικονομικά στρώματα, διανοούμενοι και πολλοί άλλοι. Έτσι και αλλιώς, οι συνθήκες της Τριπλής Φασιστικής Κατοχής είχαν οδηγήσει σε ταχεία επιδείνωση του βιοτικού επιπέδου μεγάλο τμήμα των μεσαίων στρωμάτων της πόλης και του χωριού, μέχρι πρότινος συμμάχων της καπιταλιστικής εξουσίας, ενώ άλλους τους έφερναν μπροστά σε ένα ανυπέρβλητο ηθικό δίλημμα: Να πάρουν θέση είτε με το μαχόμενο λαό είτε με τους σφαγείς του. Το αποτέλεσμα ήταν το κίνημα να φουντώνει, θυμίζοντας ξανά και ξανά πως το δέντρο της λευτεριάς ποτίζεται με αίμα.

Ο ηρωισμός ήταν όλου του εργαζόμενου λαού, δεν ήταν μόνο των πρωτοπόρων κομμουνιστών. Ούτε πλέον ήταν μόνο οι κομμουνιστές πρόθυμοι να δώσουν και τη ζωή τους για να ζήσουν σε έναν καλύτερο κόσμο. Σε αυτές τις συνθήκες, πέρα από το διώξιμο των κατακτητών, η συντριπτική πλειοψηφία του λαού δεν έχυνε το αίμα της για να γυρίσει στο παλιό καταπιεστικό καθεστώς. Ο λαός ήδη είχε μάθει να παίρνει τις τύχες του στα χέρια του, να οργανώνει τη ζωή του και να την περιφρουρεί με τα όπλα του, να δίνει με αυταπάρνηση και τη ζωή του για να διαφυλάξει την αξιοπρέπειά του, για να διαφυλάξει ελεύθερο το χωριό του, ελεύθερη τη γειτονιά του, ακόμα και μέσα στην κατεχόμενη Αθήνα. Ανώτερα ιδανικά· μια ασυγκράτητη αφοσίωση στο «εμείς» φλόγιζε τη σκέψη των εκατομμυρίων και στις ελεύθερες περιοχές, υπό την προστασία του λαϊκού στρατού, λειτουργούσαν ήδη λαογέννητοι θεσμοί τοπικής διοίκησης, εκπαίδευσης, δικαιοσύνης.

Αποτελεί άλλης τάξης ζήτημα το γεγονός ότι το ΚΚΕ, λόγω και αντίστοιχων προβλημάτων και αδυναμιών στη στρατηγική του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος, δεν είχε διαμορφώσει επαναστατική στρατηγική για την ανατροπή της καπιταλιστικής εξουσίας και την έναρξη της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Αυτός ήταν ο λόγος που δεν αντιμετώπιζε αντικειμενικά το σύνολο των αστικών δυνάμεων ως ταξικών εχθρών του εργατικού-λαϊκού κινήματος, που άφηνε στο απυρόβλητο τις αντιχιτλερικές αστικές δυνάμεις ή τους ασκούσε περιορισμένη κριτική από τη σκοπιά της ασυνέπειάς τους στην αντιφασιστική πάλη. Αυτός ήταν ο λόγος που υποχώρησε και υπέγραψε τις απαράδεκτες Συμφωνίες του Λιβάνου και της Καζέρτας, θέλοντας να διαφυλάξει μια ουτοπική αντιφασιστική ενότητα την ώρα που η ταξική πάλη οξυνόταν αντικειμενικά. Η έλλειψη αυτή μεγεθύνεται ακόμα περισσότερο, όταν συγκρίνεται με την αποφασιστικότητα των αστικών δυνάμεων. Με τον ΕΛΑΣ να απελευθερώνει τη μία περιοχή μετά την άλλη και με την επέλαση του Κόκκινου Στρατού να προαναγγέλλει την αποχώρηση των γερμανικών στρατιωτικών δυνάμεων, το τσάκισμα του ΚΚΕ και του ΕΑΜ αποτέλεσε προτεραιότητα για το σύνολο των αστικών δυνάμεων, φιλοβρετανικών και φιλογερμανικών, που ξεπέρασαν τις αντιθέσεις τους μπροστά στο κοινό ταξικό συμφέρον. Έτσι και αλλιώς, σε όλη τη διάρκεια της Κατοχής υπήρχε επικοινωνία των δοσίλογων κυβερνήσεων της Αθήνας με τη βασιλική κυβέρνηση του εξωτερικού.

Το τελευταίο διάστημα της Κατοχής, όμως, όταν οι φόβοι των γερμανικών στρατιωτικών δυνάμεων να μην αποκοπούν συναντήθηκαν με τους εφιάλτες της εγχώριας αστικής τάξης, υπήρξε και κοινός σχεδιασμός για την αντιμετώπιση του ΚΚΕ, του ΕΑΜ και των αφυπνισμένων εργατικών-λαϊκών μαζών. Τα μαζικά μπλόκα και οι εκτελέσεις των γερμανικών στρατευμάτων, η συγκρότηση των Ταγμάτων Ασφαλείας από τη δωσίλογη κυβέρνηση Ράλλη και τα εγκλήματά τους, οι επιθέσεις άλλων ένοπλων αστικών οργανώσεων, όπως ο ΕΔΕΣ και η ΕΚΚΑ, εναντίον του ΕΛΑΣ, ο εξοπλισμός από τους Βρετανούς οργανώσεων, όπως η Χ και η ΡΑΝ, που συνεργάζονταν παράλληλα με τους Γερμανούς, οι διώξεις εναντίον της Αντιφασιστικής Στρατιωτικής Οργάνωσης –όπου εντασσόταν η πλειοψηφία των στρατευμένων και αξιωματικών του στρατού της Μέσης Ανατολής– από την εξόριστη αστική κυβέρνηση και πολλά άλλα αποτελούσαν κομμάτια του ενιαίου αστικού σχεδιασμού. Σχεδιασμού που αποσκοπούσε στην υποταγή των εργατικών-λαϊκών δυνάμεων και της πρωτοπορίας τους, του ΚΚΕ.

Διόλου τυχαία, λοιπόν, η διαταγή της εκτέλεσης της 1ης Μάη αφορούσε τους κομμουνιστές. Ορισμένοι –μην μπορώντας να χωνέψουν πως οι 200 πολιτογραφήθηκαν κομμουνιστές με το παράδειγμά τους και με τις ίδιες τις διαταγές των γερμανικών Αρχών κατοχής– άρχισαν τους λογαριασμούς αν κάποιοι λίγοι δεν ήταν μέλη και στελέχη του ΚΚΕ. Πίσω από τις εξαιρέσεις θέλησαν να κρύψουν τον κανόνα, πίσω από το ατομικό παράδειγμα την ιστορική πραγματικότητα μιας ολόκληρης περιόδου σκληρών ταξικών αναμετρήσεων.

Πέρα από το γεγονός ότι η συντριπτική πλειοψηφία των εκτελεσμένων ήταν μέλη και στελέχη του ΚΚΕ, ο ίδιος ο αγώνας μέσα και έξω από τις φυλακές και η στάση της κάθε πολιτικής δύναμης απέναντί του μετατόπιζε συνειδήσεις, όξυνε το πολιτικό κριτήριο. Αξίζει να θυμίσουμε πως, στη διάρκεια της δικτατορίας Μεταξά, διάφοροι πολιτικοί κρατούμενοι του τροτσκιστικού και αρχειομαρξιστικού χώρου υπέγραψαν δηλώσεις και απελευθερώθηκαν. Όσοι παρέμειναν στις φυλακές ήταν αυτοί που δεν έπαιρναν ίσες αποστάσεις ανάμεσα στο ΚΚΕ και το εργατικό-λαϊκό κίνημα, από τη μια πλευρά, και στο καπιταλιστικό κράτος και τους διεθνείς του συμμάχους, από την άλλη. Υπήρξαν κάποιοι που στο πέρασμα του χρόνου προσέγγισαν πολιτικά το ΚΚΕ, όπως ο Κρόκος από την Ικαρία, που παρουσιάζεται συχνά ως αρχειομαρξιστής, όμως, οι Αρχές Ασφάλειας τον κατέγραφαν ως μέλος του ΚΚΕ. Υπήρχαν και άλλοι που φυλακίστηκαν ως μέλη και στελέχη του ΕΑΜ, χωρίς να ξέρουμε αν ήταν και μέλη του ΚΚΕ ή αν έγιναν στις φυλακές. Τέλος, υπήρχαν και όσοι –πολύ λιγότεροι είναι η αλήθεια– διατήρησαν τις διαφορετικές πολιτικές τους τοποθετήσεις, αλλά τάσσονταν υπέρ του συνεχιζόμενου εργατικού-λαϊκού αγώνα. Όμως, στο σύνολό τους, κανείς μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα δεν υποστήριξε ότι δεν είναι κομμουνιστής για να αποφύγει την εκτέλεση.

 

«ΈΤΣΙ ΕΜΕΙΣ ΑΓΑΠΑΜΕ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ, ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΜΑΣ ΚΑΙ ΜΕ ΤΟ ΑΙΜΑ ΜΑΣ»

Η παραπάνω γνωστή φράση του Νίκου Μπελογιάννη εντάσσεται στην απολογία του στη δεύτερη δίκη, τον Μάρτη του 1952. Συνδέεται άμεσα με την εκτέλεση των 200 Κομμουνιστών την 1η Μάη 1944, όπως και των 100 που ακολούθησαν στις 3 Μάη και πάλι στην Καισαριανή: «Εκείνη την περίοδο ακριβώς, στη Λακωνία, πήρα μια πληροφορία ότι θα περάσει ένας Γερμανός στρατηγός με το επιτελείο του και ένα τμήμα γερμανικό για να επιθεωρήσει τα έργα που γίνονταν στη Νότια Πελοπόννησο και με ρώτησαν οι Άγγλοι τι θα κάνουμε, θα τους χτυπήσουμε ή όχι. Και η ερώτηση αυτή είχε το νόημά της, γιατί έναν Γερμανό στρατηγό θα τον πληρώναμε πολύ ακριβά. Είχαν προηγηθεί άλλες περιπτώσεις. Στο Κούρνοβο ανατινάχτηκε μια αμαξοστοιχία και εκτελέστηκαν 120 στελέχη του ΚΚΕ που είχαν κάνει και στην Ακροναυπλία. Σε τέτοιες στιγμές δεν χωρούν δισταγμοί και αδίσταχτα είπα, χτυπήστε τους. Πέρασαν, δεν έχω ακριβώς την εφημερίδα και ξεχνώ το όνομα του στρατηγού, τον χτύπησαν, σκοτώθηκαν ο Γερμανός, το επιτελείο του και αρκετοί φαντάροι. Για αντίποινα οι Γερμανοί τουφέκισαν 200 στελέχη του Κόμματος στο σκοπευτήριο της Καισαριανής από το Χαϊδάρι (…) Αυτή ήταν η δική μας δράση. Και αυτές τις εκατόμβες προσφέραμε. Έτσι αγαπάμε εμείς την Ελλάδα, με την καρδιά μας και με το αίμα μας. Άλλο είναι τα λόγια και άλλο οι πράξεις, διότι αυτά τα γεγονότα νομίζω ότι μπορούν να κολλήσουν κάθε συκοφάντη στον τοίχο.»

Τα λεγόμενα αντίποινα ή «εξιλέωση», όπως τα έλεγαν οι Γερμανοί κατακτητές, εντάσσονταν στην αστική λογική διεξαγωγής πολέμου που δε διστάζει διαχρονικά μπροστά σε κανένα έγκλημα. Και σήμερα, τα καπιταλιστικά κράτη και οι ιμπεριαλιστικές συμμαχίες ματώνουν τους λαούς, «βαφτίζουν» τις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις ανθρωπιστικές αποστολές, δικαιολογούν τα «παράπλευρα θύματα», αλλά και τη γενοκτονία του παλαιστινιακού λαού στο όνομα της αντιμετώπισης της «τρομοκρατίας». Έτσι και αλλιώς, πίσω από τα εγκλήματα του ναζιστικού κόμματος –που διηύθυνε τον πόλεμο από την πλευρά του γερμανικού καπιταλιστικού κράτους– βρίσκονταν τα συμφέροντα του γερμανικού κεφαλαίου, των βιομήχανων και των τραπεζιτών, των ίδιων μονοπωλίων που υπάρχουν και σήμερα. Το σημειώνουμε αυτό γιατί σήμερα επιχειρείται η συγκάλυψη των ευθυνών του γερμανικού κράτους (που έχει συνέχεια) και ο Γερμανός πρέσβης με άρθρο του στην Καθημερινή κάνει λόγο για «εθνικοσοσιαλιστική» κατοχή, ενώ το ίδρυμα Γκαίτε διοργανώνει συζητήσεις για τη ναζιστική βία και τις συνέπειες στην «κουλτούρα μνήμης». Η πρόθεση είναι προφανής και υπηρετείται με τον ίδιο ζήλο απ’ όσους μιλούν για «ελληνική κατοχή» ή όσους υπηρετούν τον ιστορικό αναθεωρητισμό, με ή χωρίς αμοιβή.

Το ίδιο ισχύει φυσικά για την Ιταλία και τη Βουλγαρία, που επίσης ευθύνονται για εγκλήματα πολέμου στην Ελλάδα, αλλά και για τα καπιταλιστικά κράτη που στράφηκαν εναντίον του φασιστικού Άξονα, όμως ισοπέδωσαν τις εργατογειτονιές της Δρέσδης (Φλεβάρης 1945), βομβάρδισαν με ατομικά όπλα τη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι (Αύγουστος 1945) για να φοβίσουν τη Σοβιετική Ένωση και τους λαούς και στελέχωσαν τους κρατικούς τους μηχανισμούς με πρώην στελέχη του ναζιστικού καθεστώτος, προκειμένου να γίνουν πιο αποτελεσματικοί στην αντιπαράθεση με την ΕΣΣΔ, τις άλλες χώρες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης και το Διεθνές Κομμουνιστικό Κίνημα. Σήμερα, στο σύνολό τους, τα ίδια καπιταλιστικά κράτη και οι ιμπεριαλιστικές τους συμμαχίες ετοιμάζονται να σύρουν τους λαούς σε νέα ιμπεριαλιστικά σφαγεία.

Επομένως, όσοι στιγματίζουν την ένοπλη εργατική-λαϊκή πάλη ως υπεύθυνη για τα αντίποινα όχι μόνο αποκρύπτουν την αιτία των αντιποίνων και παραποιούν τα ιστορικά γεγονότα, αλλά καλούν και σε μοιρολατρική υποταγή των λαών στα ιμπεριαλιστικά σφαγεία με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον. Άλλωστε, διεθνώς και στην Ελλάδα δεν έλειψαν οι καταστροφές χωριών και οι μαζικές εκτελέσεις, που έγιναν προληπτικά από το 1941 και πριν ακόμα αναπτυχθεί η ΕΑΜική Αντίσταση, επειδή, π.χ., βρήκαν έναν αγρότη με ένα δίκαννο ή έγινε μια απλή διαμαρτυρία ενάντια στην επίταξη τροφίμων.

Η αλήθεια είναι ότι απέναντι σε μία πανίσχυρη πολεμική μηχανή μπορούσε να σταθεί μόνο ένας λαός που μαχόταν για την ελευθερία του, ξέροντας πως κάθε πράξη αντίστασης έχει και πολεμικές τιμωρίες. Σίγουρα, όταν σχεδιάζονταν πράξεις αντίστασης από τον ΕΛΑΣ, λαμβανόταν υπόψη και ο κίνδυνος αντιποίνων, δίχως αυτό να σημαίνει ότι μπορούσαν να αποτραπούν σε όλες τις περιπτώσεις. Το μεγαλείο των κομμουνιστών και του μαχόμενου λαού βρισκόταν στο ότι έδιναν το αίμα τους, ακόμα και τη ζωή τους στην πάλη ενάντια στους κατακτητές, ξέροντας ότι θα υπάρξουν αντίποινα. Όποιος έπαιρνε μέρος σε μία μάχη, σε μία διαδήλωση ήξερε ότι μπορούσε να σκοτωθεί. Το ίδιο και όποιος υπερασπιζόταν την πολιτική του στράτευση. Αυτήν την επίγνωση την είχαν και οι 200 κομμουνιστές.

Οι φυλακισμένοι ήταν αγωνιστές του λαού, ψημένοι στην ταξική πάλη και γνώριζαν πως το ελληνικό κράτος και οι κατοχικές Αρχές δολοφονούν. Όμως, με κάθε τρόπο και με τα τελευταία σημειώματά τους έδειξαν ότι δε γόγγυζαν για τις συνέπειες, αλλά είχαν έγνοια να δυναμώσει η πάλη και το Κόμμα.

«Σύντροφοι εκδικηθείτε τον θάνατο των αδικοσκοτωμένων συντρόφων», ήταν χαραγμένο σε έναν τοίχο στα υπόγεια των φυλακών Χατζηκώστα.

Οι τρεις ΕΠΟΝίτες του Υμηττού σκοτώθηκαν πολεμώντας για ώρες. «Διαβάτη που περνάς από το σπίτι των 3 ηρώων του Υμηττού γονάτισε, σφίξε τη γροθιά σου και ορκίσου εκδίκηση», έγραψαν οι συναγωνιστές τους την άλλη μέρα στο καμένο σπίτι.

Ο Σάββας Σαββόπουλος, σιδεράς στο επάγγελμα, κρατούμενος πριν την 4η Αυγούστου 1936 για τη συμμετοχή του στον ξεσηκωμό του Μάη του ’36 στη Θεσσαλονίκη, έγραψε πριν τον εκτελέσουν με τους 200:

«Ας μάθει όλη η Ελλάδα πως ούτε στιγμή δεν χάσαμε την πίστη στην τελική νίκη. Καμιά δύναμη δεν θα μπορέσει να τσακίσει το ΚΚΕ. Θα νικήσει. Καλώ τον αδερφό μου με σκληρή δουλειά να προσπαθήσει να ξεπλύνει το κακό που έκανε με τη δήλωση και την αδελφούλα μου να πάρει τη θέση μου στο ΚΚΕ.»

 

Η ΜΕΡΑ ΠΟΥ ΠΕΡΑΣΑΝ ΣΤΗΝ ΑΘΑΝΑΣΙΑ

Στις 30 Απρίλη 1944, εμφανίστηκε στο Στρατόπεδο Χαϊδαρίου ο διοικητής της οδού Μέρλιν και συνομίλησε με το διοικητή του Στρατοπέδου, Καρλ Φίσερ. Κατόπιν, ο Φίσερ κάλεσε τον Ναπολέοντα Σουκατζίδη –που ήταν ο διερμηνέας του– και του ανακοίνωσε: «Όλοι όσοι ήταν κρατούμενοι από την περίοδο του Μεταξά θα μεταφερθούν αύριο το πρωί στις 7 σε άλλο στρατόπεδο. Πρέπει να ετοιμάσουν τα πράγματά τους από σήμερα.» Επίσης, τον διέταξε να πει στους Ακροναυπλιώτες που εργάζονταν στα συνεργεία του στρατοπέδου (μαγειρεία, αναρρωτήριο κ.ά.) να βρουν τους αντικαταστάτες τους.

Με αυτήν την πληροφορία οι κρατούμενοι αναστατώθηκαν. Όλα τα σημάδια έδειχναν πως προμηνυόταν εκτέλεση. Είχαν, επίσης, διαδοθεί και τα δημοσιεύματα από τον Τύπο εκείνης της μέρας για τη δολοφονία στρατηγού στους Μολάους και για αντίποινα. Το βράδυ, στους θαλάμους έγινε σωστό αποχαιρετιστήριο γλέντι με δυο κιθάρες και το βιολί του Φώτη Σαντομοίρη. Χόρεψαν διάφορους ελληνικούς τοπικούς χορούς – καλαματιανό, τσάμικο κλπ. Οι Κρητικοί χόρεψαν πεντοζάλη και άλλους κρητικούς χορούς. Στο τέλος, τραγούδησαν και χόρεψαν το Χορό του Ζαλόγγου, που είχε μεταβληθεί σε ύμνο του Χαϊδαρίου.

Τα ξημερώματα της Πρωτομαγιάς, κατά τις 6, πριν το προσκλητήριο, συγκέντρωσαν όλους τους κρατούμενους. Ο Αντώνης Βαρθολομαίος και ο Ναπολέων Σουκατζίδης έκαναν την καταμέτρηση των φυλακισμένων και έδωσαν αναφορά στο διοικητή. Μετά από την αναφορά, έβγαλε μια λίστα από έναν κόκκινο φάκελο και είπε: «Όσοι ακούν τα ονόματά τους, να βγαίνουν εδώ μπροστά, γιατί θα μεταφερθούν σε άλλο στρατόπεδο.» Τα ονόματα διαβάζονταν κατά αλφαβητική σειρά. Μόλις συμπληρώνονταν 20, τους διέτασσε να πάνε να πάρουν τα πράγματά τους και να παραταχτούν στο χώρο ανάμεσα στα μαγειρεία και στο Μπλοκ «3».

Όσοι άκουγαν τα ονόματά τους, φώναζαν ζωηρά «παρών», αποχαιρετούσαν τους άλλους, ζητωκραύγαζαν και με σταθερό και περήφανο βήμα προχωρούσαν και σχημάτιζαν πεντάδες και εικοσάδες. Μόλις τελείωσε με τους Ακροναυπλιώτες, φώναξε και είκοσι πέντε Αναφιώτες, καθώς και ορισμένους που είχαν συλληφθεί αργότερα.

Τους διέταξαν να πάρουν τα πράγματά τους, γιατί θα μεταφέρονταν σε άλλο στρατόπεδο. Πηγαίνοντας προς τα καμιόνια, οι μελλοθάνατοι, με μπροστάρη τον Δημοσθένη Μακέδο, τιμημένο καπνεργάτη από την Καβάλα, άρχισαν το τραγούδι και το χορό μπροστά στα μάτια του διοικητή και της φρουράς. Μόλις τελείωσαν, άφησαν και τα τελευταία πράγματά τους για τους άλλους κρατούμενους.

Μαζί τους πήραν μόνο ορισμένα ενθύμια. Στη διαδρομή προς το Σκοπευτήριο της Καισαριανής τραγουδούσαν, έγραφαν σημειώματα για τους συγγενείς και τους συναγωνιστές τους. Καθώς πλησίαζαν προς το χώρο, τα πέταξαν. Όταν έφτασαν, τα καμιόνια στέκονταν μπροστά στην κύρια είσοδο. Δεν τους κατέβασαν όλους. Τους κρατούσαν πάνω σε αυτά. Τους κατέβαζαν σε 20άδες και τους οδηγούσαν σε φάλαγγα. Με τραγούδια πήγαιναν προς το θάνατο. Εκεί εκτελούνταν διά τυφεκισμού από ένα εκτελεστικό απόσπασμα δύναμης 20 ατόμων.

 

Ο ΛΑΟΣ ΔΙΑΣΩΖΕΙ ΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΩΝ ΑΓΩΝΩΝ ΤΟΥ...

«Από κανέναν δεν το πήραμε το κόκκινο - δικό μας αίμα», έγραψε ο Γιάννης Ρίτσος.

Οι ελληνικές κρατικές Αρχές, ο αστικός πολιτικός κόσμος αντιμετώπισε με μίσος τους εκτελεσμένους κομμουνιστές από την πρώτη στιγμή. Και σήμερα, αποτελεί διαστρέβλωση της πραγματικότητας η προσπάθεια να παρουσιαστούν οι 200 εκτελεσμένοι κομμουνιστές γενικά ως Έλληνες πατριώτες. Φυσικά, η στάση των κομμουνιστών ήταν πατριωτική, αυτοί πάλεψαν απ’ όλα τα μετερίζια, στο βουνό, στις φυλακές, στην παρανομία στις πόλεις, ενάντια στην πείνα και στο θάνατο, για την απελευθέρωση από την Τριπλή Φασιστική Κατοχή. Αποδείχτηκε για ακόμα μια φορά πως η εθνική ενότητα δεν μπορεί να υπάρχει σε μια ταξική κοινωνία. Πατριωτισμός είναι το δίκιο του λαού. Γι’ αυτό και τις μέρες της Απελευθέρωσης οι τοίχοι της Αθήνας και άλλων πόλεων ήταν γεμάτοι με το σύνθημα: «Ξερονήσια, φυλακές, Ακροναυπλία, Κέρκυρα, Χαϊδάρι, Σκοπευτήριο είναι τίτλοι Τιμής του Λαού και του ΚΚΕ».

Στις 27 Σεπτέμβρη 1944, ο λαός της Αθήνας, σχεδόν ένα εκατομμύριο, κατά δεκάδες χιλιάδες ανά συνοικία βγήκε στους δρόμους με διαδηλώσεις και συνθήματα, με παρελάσεις για τον εορτασμό των τρίχρονων του ΕΑΜ, κάτω από την μπότα των κατακτητών που δεν μπορούσαν πλέον να αντιδράσουν.

«Οι διαδηλωτές καταθέτανε στεφάνια στους τόπους, όπου έπεσαν οι ήρωες του αγώνα. Ιδιαίτερα το σκοπευτήριο της Καισαριανής, όπου οι Γερμανοί και Ράλληδες εκτελούσαν τους πατριώτες, στολίστηκε με συνθήματα και δάφνες και ονομάστηκε από το λαό θυσιαστήριο της λευτεριάς.»10

Στα χρόνια που ακολούθησαν, οι αστικές δυνάμεις προσπάθησαν να σβήσουν από τη μνήμη την ύπαρξη και τη θυσία των 200 της Καισαριανής. Εκδηλώσεις τιμής των αγωνιστών πραγματοποιήθηκαν σε συνθήκες κρατικής τρομοκρατίας το 1945 και το 1946. Το 1947, πραγματοποιήθηκε κατάθεση στεφάνων από αντιπροσωπία του πολιτικού συνασπισμού των κομμάτων του ΕΑΜ και, παρότι συγκεντρώθηκε χιλιάδες κόσμος, η αστυνομία δεν άφηνε κανέναν να πλησιάσει. Όταν έφτασε η αντιπροσωπία του ΕΑΜ, καταχειροκροτήθηκε από το συγκεντρωμένο πλήθος, πράγμα που προκάλεσε αναίτια επίθεση της αστυνομίας με τραυματισμούς. Στο κενοτάφιο κατάφερε να φτάσει τελικά μόνο η θεία του Ναπολέοντα Σουκατζίδη.

Τα επόμενα χρόνια, τα ελληνικά στρατοδικεία έστηναν σε άλλους τόπους εκτελέσεων αγωνιστές της ΕΑΜικής αντίστασης, πολλοί από τους οποίους ήταν συγκρατούμενοι των 200.

Στο Σκοπευτήριο εκδήλωση τιμής έγινε ξανά το 1964 με ευθύνη του δήμου Καισαριανής και μπροστάρη τον κομμουνιστή δήμαρχο Παναγιώτη Μακρή. Στις επόμενες δεκαετίες, χρειάστηκαν επαναλαμβανόμενοι αγώνες ώστε ο χώρος του Σκοπευτηρίου να αποσπαστεί από τη Σκοπευτική Εταιρία και να γίνει χώρος μνήμης και τιμής. Το κράτος ήταν εχθρικό απέναντι στη δίκαιη απαίτηση του δήμου Καισαριανής και της Πανελλήνιας Ένωσης Αγωνιστών Εθνικής Αντίστασης (ΠΕΑΕΑ).

 

ΑΝΑΓΚΗ ΠΑΡΑΠΕΡΑ ΕΡΕΥΝΑΣ

Με την έκδοση που επιμελήθηκε η Επιτροπή Ιστορικού Αρχείου της ΚΕ του ΚΚΕ και δημοσιεύτηκε ως ένθετο με τον Ριζοσπάστη στις 26.4.2026, δώσαμε στη δημοσιότητα όσα στοιχεία είχαν συγκεντρωθεί τα προηγούμενα χρόνια και συμπληρώθηκαν εκείνες τις μέρες με τη συνεισφορά απόγονων των αγωνιστών.

Όπως θα διαπίστωσε ο αναγνώστης και η αναγνώστρια, η έκδοσή μας δεν ήταν πλήρης. Φιλοδοξία μας είναι να διορθωθεί και να ξαναγραφτεί μετά από τη δημοσίευσή της. Υπάρχουν περιπτώσεις που σώζονται σχετικά ολοκληρωμένα βιογραφικά, αλλά και περιπτώσεις που σώζεται μόνο το ονοματεπώνυμο, ενώ πολλά ονόματα είχαν καταγραφεί στο παρελθόν με παραφθορές.

Τα χρόνια εκείνα, οι κατοχικές Αρχές συνήθως δημοσίευαν καταλόγους εκτελεσμένων, αλλά στην περίπτωση των 200 δεν το έκαναν, ενώ αρχεία καταστράφηκαν ή παραμένουν θαμμένα σε κάποια γερμανική αρχειοθήκη. Γνώση των εκτελέσεων είχαν και οι ελληνικές Αρχές (κυβέρνηση δωσίλογων, χωροφυλακή, Ασφάλεια) που συνεργάζονταν με τους κατακτητές, όμως, ούτε τα κρατικά αρχεία της περιόδου είναι ανοιχτά και προσβάσιμα. Άλλωστε, κρύβουν και πολλά εγκληματικά μυστικά. Το 1947, από το αστυνομικό τμήμα ΚΑ της Καισαριανής δόθηκαν ως αντίγραφα στη Γενική Ασφάλεια μόνο ορισμένες λίστες με ονόματα εκτελεσμένων, ανάμεσά τους και της Πρωτομαγιάς του 1944, αλλά είναι ελλιπέστατες και με λάθη.11 Επιπρόσθετη δυσκολία ήταν οι πολλές ημερομηνίες εκτελέσεων κατά το Μάη του 1944, πράγμα που δυσκόλευε την ταυτοποίηση και την καταγραφή των ονοματεπωνύμων,

Ευσυνείδητη προσπάθεια συγκέντρωσης στοιχείων έκανε η Ιωάννα Τσάτσου, εργαζόμενη τότε στην Αρχιεπισκοπή Αθηνών, που αξιοποίησε και αρχεία της Αρχιεπισκοπής. Τη μέρα της εκτέλεσης, η Αρχιεπισκοπή παρέλαβε τα σακάκια των 200, τα οποία περιείχαν σημειώματα με τα στοιχεία και τα μηνύματά τους. Τα ρούχα συγκεντρώθηκαν σε μια πρόχειρη αποθηκούλα: «Διαδόθηκε αστραπιαία η όλη υπόθεση. Ο κόσμος άρχισε να εισβάλει στην αποθηκούλα της οδού Απόλλωνος. Εβδομήντα ονόματα μάς είχαν γίνει γνωστά από τα διάφορα χαρτιά και τις ταυτότητες που είχαμε βρει μέσα στις τσέπες των νεκρών. Οι συγγενείς των αγνώστων έπρεπε ν’ αναγνωρίσουν μόνοι τους κάποιο ρούχο και οι γυναίκες των χαμένων ανθρώπων αναστάτωναν ό,τι έβρισκαν εκεί μέσα με αλλοφροσύνη. Ξεφώνιζαν, μοιρολογούσαν, έκλαιγαν σιωπηλά. Μια μητέρα απ’ την Πεντέλη βρήκε το σακκάκι του γιου της. Το αγκάλιασε και το κρατούσε σφιχτά, πνιγμένη μέσ’ τα δάκρυά της. Έπειτα, σαν μπόρεσε να κυττάξει γύρω της, πήρε το μάτι της κάποιο ρούχο του πιο μικρού κρατούμενου παιδιού της. Την μεταφέραμε αναίσθητη. Άλλη μητέρα πίστεψε το παιδί της νεκρό, γιατί βρήκε τα πράγματά του. Κι όμως αργότερα μάθαμε, πως ο γιος της δεν ήταν μέσα στους διακόσιους. Είχε δανείσει τα ρούχα του σε φίλο του, που εκτελέστηκε την Πρωτομαγιά.»12 Από την πλευρά του λαϊκού κινήματος, πάρα την ευσυνείδητη προσπάθεια μελέτης και καταγραφής των ονομάτων, δεν έχουμε έναν ακριβή κατάλογο. Το 1946, στην εφημερίδα Εθνική Αντίσταση δημοσιεύτηκε κατάλογος 200 εκτελεσμένων που κατάφερε να συγκεντρώσει ο «Φοίνικας», ΕΑΜική οργάνωση αρωγής στα θύματα. Καταλόγους θυμάτων συγκέντρωνε και η Εθνική Αλληλεγγύη, η οποία τέθηκε εκτός νόμου και διώχτηκε απηνώς από το εμφυλιακό καπιταλιστικό κράτος. Και οι δύο αυτοί κατάλογοι στο μεγαλύτερο μέρος τους είναι σωστοί, αλλά και πάλι δεν είναι ακριβείς. Πρόσθετη δυσκολία στην εξακρίβωση των στοιχείων προέκυπτε από την κρατική τρομοκρατία, ιδίως στα χρόνια αμέσως μετά από τη Βάρκιζα, οπότε πολλοί αγωνιστές καταδιώχτηκαν, δολοφονήθηκαν, εκτελέστηκαν, έπεσαν στα νέα πεδία μαχών, πήραν το δρόμο της πολιτικής προσφυγιάς. Ο κατάλογος του «Φοίνικα» αναδημοσιεύτηκε το 1964.

Στην περίοδο από την πτώση της χούντας, ξεχωριστή ήταν η θετική προσπάθεια που έκανε ο γιατρός Αντώνης Φλούντζης, κρατούμενος και ο ίδιος στο Στρατόπεδο Χαϊδαρίου, να διαμορφώσει έναν οριστικό κατάλογο. Με βάση αυτόν τον κατάλογο και άλλες καταγραφές ερευνητών (Γιάννης Κουβάς, Μιχάλης Βασιλείου)13, συμπληρώθηκε από την ΠΕΑΕΑ και το δήμο Καισαριανής η εικόνα των 200.

Η έκδοση «200 Αθάνατοι» πιστεύουμε πως παρακινεί τους χιλιάδες αναγνώστες του Ριζοσπάστη να αναζητήσουν περισσότερα στοιχεία και να συμβάλουν στον εμπλουτισμό της γνώσης για τη ζωή των 200 αθάνατων ηρώων του λαού.

 


ΣημειώσειςΣημειώσεις

* Κείμενο της Επιτροπής Ιστορικού Αρχείου της ΚΕ του ΚΚΕ, που δημοσιεύτηκε στην ένθετη έκδοση του Ριζοσπάστη του Σαββατοκύριακου στις 25-26 Απρίλη με πρωτότυπο υλικό για τους 200 εκτελεσμένους κομμουνιστές στην Καισαριανή.

  1. Βασίλης Μπαρτζιώτας, Κι άστραψε φως η Ακροναυπλία, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, σελ. 214.
  2. Βασίλης Μπαρτζιώτας, Κι άστραψε φως η Ακροναυπλία, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, σελ. 213-221.
  3. Νικόλαος Τζουγανάτος, Όταν οι τοίχοι μιλούν, εκδ. Εστία.
  4. Ριζοσπάστης, 3.6.1934.
  5. Συλλογικό, Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ. 1918-1939, τόμ. Α2, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, σελ. 400.
  6. Ιστορικό Αρχείο της ΚΕ του ΚΚΕ, έγγραφο 584609, κείμενο της Χαράς Λιουδάκη για τη ζωή του Ναπολέοντα Σουκατζίδη.
  7. Ακόμα ο Μανιαδάκης ζητούσε επιμόρφωση από τον Χίμλερ σχετικά με: «1) Την αντικομμουνιστικήν νομοθεσίαν, γενικώς, την ποινικήν δίωξην του κομμουνισμού και τα μέτρα που αποτελεσματικώς περιορίζουν την δράσιν των κομμουνιστών. 2) Τα περιοριστικά μέτρα και μέσα που χρησιμοποιούν αι υπηρεσίες σας δια να πολεμήσουν τον κομμουνισμόν εις την σημερινήν φάσιν και τα συμπεράσματα των αστυνομικών σας πρακτόρων από τη μάχη αυτήν. 3) Το σύστημα απομονώσεων των κρατουμένων (εις στρατόπεδα συγκεντρώσεως, εις στρατόπεδα εργασίας δια κομμουνιστάς κλπ.) επειδή ενδιαφερόμαστε να εφαρμόσουμε το σύστημα αυτό εις την χώραν μας.» Βλ. Σπύρος Λιναρδάτος, Ο Ιωάννης Μεταξάς και οι Μεγάλες Δυνάμεις (1936-1940), εκδ. Προσκήνιο, σελ. 69.
  8. Ο Μανώλης Μανωλέας στην Κατοχή εντάχθηκε στη ναζιστική ΕΣΠΟ (Εθνική Σοσιαλιστική Πολιτική Οργάνωση), ενώ, σε συνεργασία με τις κατοχικές Αρχές και το Γραφείο Τύπου της γερμανικής πρεσβείας, έκανε αντικομμουνιστικές εκπομπές στο κατοχικό ραδιόφωνο. Το καλοκαίρι του 1944, ο Μανωλέας εκτελέστηκε από την ΟΠΛΑ.
  9. Νίκος Ζαχαριάδης, «Θέσεις για την Ιστορία του ΚΚΕ», Συλλογή Έργων, Εκδοτικό της ΚΕ του ΚΚΕ, 1953, σελ. 9.
  10. Ριζοσπάστης, 1.10.1944.
  11. Αναδημοσιεύονται από το βιβλίο του Μήτσου Κάιλα, Μαρτυρίες, εκδ. Νέα Σύνορα, 1975, σελ. 181-207.
  12. Ιωάννα Τσάτσου, Εκτελεσθέντες επί κατοχής, έκδ. Οι Εκδόσεις των Φίλων, σελ. 20-21.
  13. Γιάννης Κουβάς, Σκοπευτήριο Καισαριανής, η ματωμένη καρδιά της Ελλάδας, εκδ. Εντός.