Το ΚΚΕ, από την ίδρυσή του ως ΣΕΚΕ το 1918, ήρθε αντιμέτωπο με τις πολύμορφες και σκληρές διώξεις του καπιταλιστικού κράτους, τόσο σε καιρούς αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας όσο και στη διάρκεια στρατιωτικής δικτατορίας. Ήδη από τη δεκαετία του 1920, διαμορφώθηκε ένα νομοθετικό πλαίσιο δίωξης της κομμουνιστικής ιδεολογίας και δράσης και συγκροτήθηκαν αντίστοιχοι αστικοί κατασταλτικοί μηχανισμοί. Το 1929, η κυβέρνηση Ελευθερίου Βενιζέλου ψήφισε το νόμο «Περί των μέτρων προστασίας του κοινωνικού καθεστώτος και προστασίας των ελευθεριών των πολιτών», που έμεινε στην ιστορία ως Ιδιώνυμο4, και αποσκοπούσε στη δίωξη της κομμουνιστικής και συνδικαλιστικής δράσης. Το να είναι κανείς συνδικαλιστής σήμαινε πλέον διαρκείς διωγμούς από δουλειές, αλλά και επαναλαμβανόμενες φυλακίσεις και εξορίες, πότε δίμηνες-τρίμηνες, πότε περισσότερο, σε μέρη που ήταν μαρτύριο ακόμα και να πάει κάποιος εκείνη την εποχή, όπως η Γαύδος, η Ανάφη, ο Άι Στράτης κ.α
Από τις 25 Ιούλη 1929, όταν τέθηκε σε λειτουργία το «Ιδιώνυμο» και μέχρι την 1η Ιουνίου 1934 ο αιματηρός κατάλογος της κρατικής καταστολής περιλάμβανε: Δολοφονηθέντες 37, συλληφθέντες 16.550, καταδικασθέντες 3.060, σε χρόνια φυλακή 2.556, σε χρόνια εξορία 1.258, φαντάροι στο Καλπάκι 169, ξυλοδαρμοί 2.104, βασανιστήρια 402, εξόριστοι από τις επιτροπές ασφαλείας 250, σε χρόνια 150, καταδίκες σε θάνατο 2, ισόβια 2.5 Επίσης, απαγορεύτηκαν και διαλύθηκαν βίαια εκατοντάδες συγκεντρώσεις. Τα στοιχεία είχαν δημοσιευτεί στον Ριζοσπάστη στις 3 Ιούνη 1934 και όπως έγραφε: «Δικαστήρια, αστυνομία, χωροφυλακή και ασφάλεια νύχτα μέρα δουλεύουν για να αποκεφαλίσουν την εργατική τάξη». Στο μεγαλύτερο διάστημα, πρωθυπουργός και επικεφαλής των διώξεων ήταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος και μετά τον Μάρτη του 1933 ο Παναγής Τσαλδάρης.
Ο μετέπειτα εκτελεσμένος με τους 200 Ναπολέων Σουκατζίδης, τον Αύγουστο του 1935, απολύθηκε από το εργοστάσιο «Μίνως» της Ιεράπετρας, όπου εργαζόταν ως αρχιλογιστής. Αν και είχε αυξημένες επαγγελματικές ικανότητες, απολύθηκε γιατί ήταν σταθερά στο πλευρό των αγωνιζόμενων εργατών και αγροτών. Τον ίδιο μήνα (5.8.1935) η αστυνομία είχε πυροβολήσει στο ψαχνό κατά της διαδήλωσης λιμενεργατών και σταφιδοπαραγωγών στο Ηράκλειο και είχε σκοτώσει 6 άτομα.
Μετά την απόλυσή του, ο Σουκατζίδης πήγε στο Ηράκλειο και έπιασε δουλειά σε άλλη επιχείρηση. Χάρη στις ικανότητές του κατάφερε να επιδράσει στους εργάτες του Ηρακλείου, να αποσπάσει άλλους συνδικαλιστές από τον εργοδοτικό συνδικαλισμό, ενώ συνέβαλε και στην ίδρυση νέων σωματείων που εντάχτηκαν στο Εργατικό Κέντρο Ηρακλείου. Έτσι, το Εργατικό Κέντρο, που μέχρι πρότινος συσπείρωνε μόλις 3 σωματεία, έφτασε να έχει 22 στη δύναμή του6 και ο Ναπολέων αναδείχτηκε σε πρόεδρό του.
Στις 13 Απρίλη 1936, ο βασιλιάς Γεώργιος Β΄ διόρισε πρωθυπουργό τον Ιωάννη Μεταξά, που ήταν ο επικεφαλής του μικρότερου κοινοβουλευτικού κόμματος. Στις 27 Απρίλη, η Βουλή του έδωσε ψήφο εμπιστοσύνης με 241 ψήφους υπέρ, 16 κατά και 4 αποχές. Κατά ψήφισαν οι βουλευτές του ΚΚΕ και ο Γεώργιος Παπανδρέου. Η κυβέρνηση Μεταξά σηματοδοτούσε την ανάγκη συγκεντροποίησης της αστικής εξουσίας σε καιρό προετοιμασίας για τον επερχόμενο ιμπεριαλιστικό Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αναπόσπαστο στοιχείο της οποίας θεωρούνταν και η καταστολή του εσωτερικού ταξικού εχθρού της, του κομμουνιστικού και του εργατικού-λαϊκού κινήματος.
Τα προηγούμενα φάνηκαν καθαρότερα στη συνέχεια. Στις 30 Απρίλη, παραμονή της Πρωτομαγιάς, η Βουλή διέκοψε πρόωρα τις εργασίες της έως τις 30 Σεπτέμβρη και εξουσιοδότησε την κυβέρνηση να διοικήσει τη χώρα με νομοθετικά διατάγματα, υπό την επιτήρηση μίας 40μελούς κοινοβουλευτικής επιτροπής. Από τότε, άρχισαν και οι πρώτες συλλήψεις κομμουνιστών και συνδικαλιστών που στηρίχτηκαν στο νομοθετικό οπλοστάσιο που είχε φτιαχτεί τον καιρό της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.
Η Πρωτομαγιά του 1936 γιορτάστηκε με 24ώρη απεργία και μεγάλη συγκέντρωση και πορεία στους δρόμους του Ηρακλείου. Ο Σουκατζίδης αναγκάστηκε να μιλήσει τρεις φορές ώστε να τον ακούσουν όλοι οι εργάτες που πήραν μέρος στη συγκέντρωση. Όταν έγινε ο ηρωικός ξεσηκωμός των εργατών τον Μάη του 1936 στη Θεσσαλονίκη, ξέσπασε κύμα διαδηλώσεων σε όλη την Ελλάδα, ενώ στο Ηράκλειο έγινε πάνδημη συγκέντρωση του Εργατικού Κέντρου στις 11 και ξανά στις 30-31 Μάη. Στις 11 Μάη, στο Ηράκλειο «ούτε ένα κατάστημα δεν άνοιξε. Οι ηλεκτρολόγοι έβαλαν στα φώτα μαύρα κρέπια. Ούτε του νομάρχη το αυτοκίνητο δεν κινήθηκε. Εργατικοί φρουροί κρατούσαν την τάξη και η αστυνομία δεν εμφανίστηκε. Το κατάλαβε η αντίδραση: “Ο Ναπολέων, αυτός μπορεί να συγκεντρώσει γύρω του την πιο μεγάλη πλειοψηφία του τόπου και να την στρέψει ενάντια σε μας”».
Τότε, μπήκαν σε εφαρμογή οι εκβιασμοί σε συνδυασμό με την προσπάθεια εξαγοράς του. «...τον καλεί η επιχείρηση. Προσφέρουν πολλά χρήματα. Αυξάνουν το μισθό του σημαντικά. Δεν δέχεται, τα απορρίπτει.
– Ε, τότε ή από τον Σύλλογο και το εργατικό κέντρο θα παραιτηθείς ή από την επιχείρηση.
– Ούτε από το ένα, ούτε από το άλλο. Στο ένα έχω καθήκον στο άλλο δικαίωμα.»
Μετά από λίγες μέρες, ξέσπασε η τρομοκρατία και στις 13 Ιούνη 1936 συνέλαβαν τον Σουκατζίδη. Ούτε οι χωροφύλακες και οι χαφιέδες που τον έπιασαν (καμιά εικοσαριά σύνολο) είχαν να του απαγγείλουν κατηγορία, ούτε οι ανώτεροί τους. Τον πήγαν στο Ρέθυμνο και από εκεί στον Πειραιά. Κατά τον αποχαιρετισμό από τη σύντροφό του Χαρά Λιουδάκη και την αδερφή της Μαρία, ο Ναπολέων τους είπε: «Σε τρεις μήνες πρέπει να μας αφήσουν.» Εν τέλει, ο Ναπολέων Σουκατζίδης βγήκε από τα κάτεργα του ελληνικού κράτους και των Γερμανών κατακτητών την 1η Μάη 1944 προκειμένου να εκτελεστεί.
Την ίδια περίοδο με τον Σουκατζίδη, πιάστηκαν και άλλοι συνδικαλιστές ηγέτες των εργατών της Θεσσαλονίκης, που εκτελέστηκαν την Πρωτομαγιά του 1944.
Στις 4 Αυγούστου 1936, με απόφαση του βασιλιά και του Μεταξά επιβλήθηκε η δικτατορία και καταργήθηκε η Βουλή, τέθηκαν εκτός νόμου τα πολιτικά κόμματα και ξεκίνησαν οι μαζικές συλλήψεις των κομμουνιστών.
Παρότι η δικτατορία βασιλιά - Μεταξά ήταν σταθερά προσανατολισμένη στην πάγια συμμαχία του ελληνικού καπιταλιστικού κράτους με τη Μ. Βρετανία, μοιραζόταν το ίδιο μένος με τα εξίσου αστικά φασιστικά καθεστώτα σχετικά με την αντιμετώπιση της κομμουνιστικής δράσης. Για την αντιμετώπιση του «κομμουνιστικού κινδύνου», ο υφυπουργός Δημόσιας Ασφάλειας Κωνσταντίνος Μανιαδάκης είχε άμεση επικοινωνία με τον Χίμλερ και την Γκεστάπο, όπως και με τη βρετανική Ιντέλιτζενς Σέρβις, για την ανταλλαγή πείρας και πληροφοριών αντικομμουνιστικής δίωξης. Ο Μανιαδάκης, ανταποκρινόμενος σε πρόσκληση του Χίμλερ για συνάντηση των δύο αντίστοιχων υπηρεσιών Ασφάλειας για τη δίωξη του κομμουνισμού, έστειλε αντιπροσωπία και έγραψε προσωπικά στον Χίμλερ για το σχεδιασμό της: «Να μελετήσουν όλα τα προβλήματα τα σχετικά με τον αντικομμουνιστικόν αγώνα ... έχουν να κερδίσουν από τας προόδους και την πείραν της ευρισκομένης υπό την ισχυράν και πεφωτισμένην ηγεσίαν σας Γερμανικής Αστυνομίας.»7
Κατά την εξέλιξη του ιμπεριαλιστικού Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, η Ελλάδα δέχτηκε επίθεση από την Ιταλία στις 28 Οκτώβρη 1940, στην οποία αντιστάθηκε με επιτυχία. Από την πρώτη στιγμή της ιταλικής επίθεσης, οι φυλακισμένοι κομμουνιστές ζητούσαν να πάνε στο μέτωπο να πολεμήσουν ενάντια στον εισβολέα. Γράμμα στον Τύπο –κάλεσμα στον ελληνικό λαό– έστειλε και ο φυλακισμένος Γραμματέας της ΚΕ του ΚΚΕ Νίκος Ζαχαριάδης. Όμως, η δικτατορική κυβέρνηση των βασιλιά και Μεταξά συνέχιζε να τους κρατά φυλακισμένους και να ζητά δηλώσεις μετανοίας.
Ο Μεταξάς πέθανε τον Γενάρη του 1941, ενώ ο διάδοχός του, ο τραπεζίτης Αλέξανδρος Κορυζής, αυτοκτόνησε στις 18 Απρίλη 1941 και τον διαδέχτηκε ο επίσης τραπεζίτης και «κεντρώος» Εμμανουήλ Τσουδερός. Εν τω μεταξύ, η δικτατορία παρέμενε και οι κυβερνήσεις που διορίζονταν από τον βασιλιά συνέχιζαν να τάσσονται στο πλευρό της Μ. Βρετανίας. Ο υπουργός Κωνσταντίνος Μανιαδάκης αναβαθμίστηκε σε υπουργό Εσωτερικών. Στις κρίσιμες στιγμές της κατάκτησης της χώρας από το γερμανικό στρατό, η κυβέρνηση βασιλιά - Τσουδερού όχι μόνο δε φρόντισε να απελευθερωθούν οι κομμουνιστές πολιτικοί κρατούμενοι, αλλά τους παρέδωσε με πρωτόκολλα στους κατακτητές. Κατά την αποχώρηση της κυβέρνησης βασιλιά - Τσουδερού στο εξωτερικό, ο Μανιαδάκης παρέμεινε στην Ελλάδα για λίγες μέρες ακόμα και πήγε στο Ναύπλιο για την επίσημη παράδοση των κομμουνιστών κρατούμενων της Ακροναυπλίας στους Γερμανούς. Στη συνέχεια, αν και δε διατήρησε υπουργική θέση στην κυβέρνηση βασιλιά - Τσουδερού, πήρε κυβερνητική αποστολή στη Λατινική Αμερική, ως συντονιστής των εκεί ελληνικών πρεσβειών.
Κατά τις μέρες της γερμανικής εισβολής, Απρίλη - Μάη του 1941, μέλη και στελέχη του ΚΚΕ που δραπέτευσαν από τόπους κράτησης πήραν αμέσως μέρος στην πάλη ενάντια στους κατακτητές. Ο Στέργιος Αναστασιάδης, μέλος του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, μαζί με 8 Κρήτες συντρόφους του απέδρασε από τη Φολέγανδρο και πήγαν στην Κρήτη, όπου συμμετείχαν στη Μάχη ενάντια στους Γερμανούς αλεξιπτωτιστές, ενώ, μετά την κατάληψη του νησιού, οργάνωσαν τις πρώτες ομάδες αντίστασης. Στη Μακεδονία οργανώθηκαν οι ένοπλες ομάδες «Αθανάσιος Διάκος», «Οδυσσέας Ανδρούτσος», καθώς και η ομάδα «Ελευθερία», που εξέδιδε ομώνυμη εφημερίδα, αλλά και στην Πελοπόννησο οργανώθηκε η «Νέα Φιλική Εταιρία».
Σε εκείνες τις συνθήκες ήταν και πολλοί οι κομμουνιστές που αξιοποίησαν τις συνθήκες αποδιοργάνωσης του κρατικού μηχανισμού και απέδρασαν, όπως αυτοί του Σανατορίου Ασβεστοχωρίου και οι εξόριστοι της Κιμώλου που έφυγαν μαζικά. Λίγο αργότερα, ιδρύθηκε και η πρώτη πανελλαδική αντιστασιακή οργάνωση, η Εθνική Αλληλεγγύη, ενώ, με τη βοήθεια και των στελεχών που είχαν δραπετεύσει, η ΚΕ του ΚΚΕ ανασυγκροτήθηκε τον Ιούλη του 1941 και πήρε αποφάσεις για την οργάνωση της πάλης ενάντια στους κατακτητές με όλα τα μέσα. Σε μια Ευρώπη που οι σιδερόφραχτες στρατιές του Χίτλερ παρέμεναν αήττητες και ενώ ελάχιστα μέλη και στελέχη του ΚΚΕ ήταν προς το παρόν ελεύθερα, ο στόχος που έθεσε η 6η Ολομέλεια της ΚΕ ήταν κόντρα στο συσχετισμό δυνάμεων της εποχής, αλλά ταυτόχρονα δεν ήταν ουτοπικός, γιατί ήταν ο μόνος που εναρμονιζόταν με τις ανάγκες και τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και των βιοπαλαιστών αγροτών, της συντριπτικής πλειοψηφίας της κοινωνίας. Γι’ αυτό και αποτέλεσε την απαρχή μιας τιτάνιας πάλης για την ανασυγκρότηση όλων των Κομματικών Οργανώσεων σε συνθήκες Τριπλής Φασιστικής Κατοχής και της συγκρότησης του Εργατικού ΕΑΜ, του ΕΑΜ, του ΕΛΑΣ, του ΕΛΑΝ, της ΕΠΟΝ, της ΟΠΛΑ, η δράση των οποίων αγκάλιασε σύντομα όλη τη χώρα, αποτελώντας στήριγμα των εργατικών-λαϊκών δυνάμεων και προκαλώντας φόβο στις Αρχές κατοχής και στους συνεργάτες τους. Όσο κλιμακωνόταν η δράση του ΚΚΕ και του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, έμπαινε και πιο επιτακτικά το ζήτημα της απελευθέρωσης όσο το δυνατόν περισσότερων κομμουνιστών κρατούμενων.
Αποδράσεις έγιναν και τα επόμενα χρόνια, όπως των κρατούμενων του νοσοκομείου «Σωτηρία» μέσα στην κατεχόμενη Αθήνα με τη συμβολή γιατρών του νοσοκομείου-φυλακή και τη βοήθεια κομμουνιστών αστυνομικών. Απόδραση έγινε το 1943 και από τον Άι Στράτη με καΐκι του ΕΛΑΝ, ενώ ακολούθησαν και άλλες, όπως εκείνη από την Κέρκυρα, απ’ όπου οι πολιτικοί κρατούμενοι διέφυγαν στην Αλβανία. Τα παραπάνω περιστατικά δεν είναι τα μόνα, τα σημειώνουμε, όμως, καθώς μερίδα δημοσιολογούντων θέλησε να παρουσιάσει πως δήθεν η ηγεσία του ΚΚΕ δεν άφηνε τους κρατούμενους να δραπετεύσουν για να θυσιάζονται ως μάρτυρες! Μέχρι αυτό το σημείο έφτασε η αθλιότητα διάφορων που δεν μπορούν να χωνέψουν το ηρωικό παράδειγμα των 200 εκτελεσμένων κομμουνιστών την Πρωτομαγιά του 1944.
Μάλιστα, διαστρέφοντας την πραγματικότητα, χρησιμοποιούν τον ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ Νίκο Ζαχαριάδη για να αποδείξουν ότι το ΚΚΕ επεδίωκε να δημιουργεί «μάρτυρες». Πιο συγκεκριμένα, εστιάζουν σε ένα γραπτό του Νίκου Ζαχαριάδη, των φυλακών της Κέρκυρας, όπου εκεί στις 22 Νοέμβρη 1938 ο Γραμματέας της ΟΚΝΕ Χρήστος Μαλτέζος, που παρέμεινε αλύγιστος, δολοφονήθηκε με φριχτά βασανιστήρια, ενώ την ίδια μέρα ο Μανώλης Μανωλέας υπέγραψε δήλωση μετανοίας και πέρασε με την πλευρά της Ασφάλειας.8 Ο Νίκος Ζαχαριάδης έγραψε: «Αναδείχνοντας τέτοιους ήρωες και ξεκαθαρίζοντας τέτοιους προδότες, το ΚΚΕ στέρεα, ακλόνητα, αποφασιστικά βαδίζει προς τη νίκη, παρ’ όλες τις δυσκολίες, τις θυσίες και τις προδοσίες. Ο Εργαζόμενος λαός βλέπει, πιστεύει και ακολουθεί τους ήρωες και φτύνει τους προδότες.»9 Όμως, ο Ζαχαριάδης δεν υποστήριζε ότι οι κομμουνιστές δεν πρέπει να αποδρούν για να γίνονται ήρωες (άλλωστε και ο ίδιος είχε αποδράσει πολλές φορές στη διάρκεια του Μεσοπολέμου), αλλά αναδείκνυε ότι κανένας αγώνας δεν μπορεί να γίνει δίχως οι πρωτοπόροι να κρατάνε αταλάντευτη ανιδιοτελή στάση, όπως και ότι κανένα κίνημα δεν μπορεί να αντιπαρατεθεί με ένα σύστημα πάνοπλο και με μηχανισμούς καταστολής και εξαγοράς, αν δε στιγματίζει και δεν αντιμετωπίζει αποφασιστικά τη στάση όσων περνάνε με το μέρος των εχθρών του μαχόμενου λαού.
Ο ηρωισμός των κομμουνιστών ήταν μαζικός και πηγή έμπνευσης για μεγάλο τμήμα του λαού, που, με αυταπάρνηση και ανιδιοτέλεια, έδινε τη ζωή του σε κάθε φάση του αγώνα ενάντια στους ξένους κατακτητές και στους εγχώριους συνεργάτες τους. Τη στιγμή που τα φερέφωνα των αστών καλούσαν σε φρονιμάδα και υποταγή, το σύνθημα του ΕΑΜ, δοσμένο με τα λόγια του Δημήτρη Γληνού, έλεγε: «Ρωτάς τι πρέπει να κάνεις; Να βρεις τους ομοίους σου και να οργανωθείς, να ρωτάς κάθε μέρα σε τι έβλαψα σήμερα τον κατακτητή, σε τι ωφέλησα το λαό;» Ένα μόνο παράδειγμα: Οι ΕΠΟΝίτες του Παγκρατίου απέκτησαν το πρώτο τους όπλο εξοντώνοντας έναν Ιταλό κατακτητή καρφώνοντάς του ένα μεγάλο κατσαβίδι.
Το ΚΚΕ μπόρεσε να ηγηθεί στο τεράστιο και ένοπλο λαϊκό κίνημα απελευθέρωσης όχι μόνο γιατί ήταν μαθημένο στα δύσκολα, όχι μόνο γιατί είχε πείρα παρανομίας, όχι μόνο γιατί δε λογάριασε τις δυσκολίες και τον αρνητικό συσχετισμό δυνάμεων και έδρασε με βάση την αναγκαιότητα να οργανωθεί ο αγώνας ενάντια σε έναν εχθρό καλύτερα εξοπλισμένο, αλλά και γιατί δε φοβόταν τον οργανωμένο και οπλισμένο λαό.
Οι αστικές πολιτικές δυνάμεις αυτό το έτρεμαν. Οι καπιταλιστές, που νοιάζονται μη χάσει η τάξη τους το μονοπώλιο της βίας, έτρεμαν τη γνήσια οργάνωση του λαού. Γι’ αυτό και όσες οργανώσεις συγκρότησαν φρόντισαν να απαρτίζονται από ομάδες μυημένων –κυρίως πρώην στελεχών του αστικού στρατού και άλλων κατασταλτικών μηχανισμών– και να εξαντλούν τη δράση τους σε σαμποτάζ και στη συγκέντρωση πληροφοριών σε σύνδεση με τις βρετανικές μυστικές υπηρεσίες.
Ο ΕΔΕΣ, η πιο μαζική αστική αντιστασιακή οργάνωση που σχηματίστηκε από τον Ζέρβα έπειτα από εκβιασμούς των Βρετανών και για να ανακοπεί ο ΕΛΑΣ, κατάφερε να έχει κάποιες λίγες χιλιάδες αντάρτες –βασικά στην Ήπειρο– και δε χτυπήθηκε ουσιαστικά ποτέ από τα δωσίλογα Τάγματα Ασφαλείας. Ακόμα, όμως, και οι συγκρούσεις του με τις δυνάμεις κατοχής ήταν περιορισμένες και διήρκεσαν έως το καλοκαίρι του 1943. Από κει και πέρα, η όποια δράση του κατευθύνθηκε εναντίον του ΕΛΑΣ, ενώ κήρυξε άτυπη συνθήκη ανακωχής με τις γερμανικές στρατιωτικές δυνάμεις και είχε υπόγειες συνεννοήσεις μαζί τους.
Αντίθετα, το ΚΚΕ κάλεσε το λαό να γίνει στρατός αντίστασης και διέθεσε γι’ αυτό τα καλύτερα παιδιά του. Ο ΕΛΑΣ ήταν μαζικός λαϊκός στρατός με πάνω από 70.000 χιλιάδες αντάρτες και περίπου 50.000 εφέδρους, ενώ την κοινωνική βάση στήριξής του και την αστείρευτη πηγή στρατολογίας του συγκρότησαν τα μέλη του ΚΚΕ και των ΕΑΜικών οργανώσεων.
Στο σάλπισμα του ΚΚΕ ακολούθησαν, στην αρχή διστακτικά και στη συνέχεια με πολύ γρηγορότερους ρυθμούς, μάζες λαού. Ο ηρωισμός υπήρξε μαζικός από πολλές χιλιάδες απλού λαού, κυρίως εργατών και βιοπαλαιστών αγροτών, που έβλεπαν σε ένα δίκαιο αγώνα να χάνουν παιδιά, αδέρφια, γονείς, αγαπημένους, συγχωριανούς, συναδέλφους, γείτονες στα βασανιστήρια, στις εκτελέσεις, στις διαδηλώσεις, στις απεργίες και στις μάχες.
Σε αυτές τις συνθήκες μετατοπίζονταν μαζικά οι συνειδήσεις. Στο πλευρό του μαχόμενου λαού, του ΕΑΜ και του ΚΚΕ τάχτηκαν χιλιάδες δημόσιοι υπάλληλοι, αξιωματικοί και των τριών όπλων, αστυνομικοί, ιερείς, ακόμα και μητροπολίτες, μεσαία, ακόμα και ανώτερα οικονομικά στρώματα, διανοούμενοι και πολλοί άλλοι. Έτσι και αλλιώς, οι συνθήκες της Τριπλής Φασιστικής Κατοχής είχαν οδηγήσει σε ταχεία επιδείνωση του βιοτικού επιπέδου μεγάλο τμήμα των μεσαίων στρωμάτων της πόλης και του χωριού, μέχρι πρότινος συμμάχων της καπιταλιστικής εξουσίας, ενώ άλλους τους έφερναν μπροστά σε ένα ανυπέρβλητο ηθικό δίλημμα: Να πάρουν θέση είτε με το μαχόμενο λαό είτε με τους σφαγείς του. Το αποτέλεσμα ήταν το κίνημα να φουντώνει, θυμίζοντας ξανά και ξανά πως το δέντρο της λευτεριάς ποτίζεται με αίμα.
Ο ηρωισμός ήταν όλου του εργαζόμενου λαού, δεν ήταν μόνο των πρωτοπόρων κομμουνιστών. Ούτε πλέον ήταν μόνο οι κομμουνιστές πρόθυμοι να δώσουν και τη ζωή τους για να ζήσουν σε έναν καλύτερο κόσμο. Σε αυτές τις συνθήκες, πέρα από το διώξιμο των κατακτητών, η συντριπτική πλειοψηφία του λαού δεν έχυνε το αίμα της για να γυρίσει στο παλιό καταπιεστικό καθεστώς. Ο λαός ήδη είχε μάθει να παίρνει τις τύχες του στα χέρια του, να οργανώνει τη ζωή του και να την περιφρουρεί με τα όπλα του, να δίνει με αυταπάρνηση και τη ζωή του για να διαφυλάξει την αξιοπρέπειά του, για να διαφυλάξει ελεύθερο το χωριό του, ελεύθερη τη γειτονιά του, ακόμα και μέσα στην κατεχόμενη Αθήνα. Ανώτερα ιδανικά· μια ασυγκράτητη αφοσίωση στο «εμείς» φλόγιζε τη σκέψη των εκατομμυρίων και στις ελεύθερες περιοχές, υπό την προστασία του λαϊκού στρατού, λειτουργούσαν ήδη λαογέννητοι θεσμοί τοπικής διοίκησης, εκπαίδευσης, δικαιοσύνης.
Αποτελεί άλλης τάξης ζήτημα το γεγονός ότι το ΚΚΕ, λόγω και αντίστοιχων προβλημάτων και αδυναμιών στη στρατηγική του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος, δεν είχε διαμορφώσει επαναστατική στρατηγική για την ανατροπή της καπιταλιστικής εξουσίας και την έναρξη της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Αυτός ήταν ο λόγος που δεν αντιμετώπιζε αντικειμενικά το σύνολο των αστικών δυνάμεων ως ταξικών εχθρών του εργατικού-λαϊκού κινήματος, που άφηνε στο απυρόβλητο τις αντιχιτλερικές αστικές δυνάμεις ή τους ασκούσε περιορισμένη κριτική από τη σκοπιά της ασυνέπειάς τους στην αντιφασιστική πάλη. Αυτός ήταν ο λόγος που υποχώρησε και υπέγραψε τις απαράδεκτες Συμφωνίες του Λιβάνου και της Καζέρτας, θέλοντας να διαφυλάξει μια ουτοπική αντιφασιστική ενότητα την ώρα που η ταξική πάλη οξυνόταν αντικειμενικά. Η έλλειψη αυτή μεγεθύνεται ακόμα περισσότερο, όταν συγκρίνεται με την αποφασιστικότητα των αστικών δυνάμεων. Με τον ΕΛΑΣ να απελευθερώνει τη μία περιοχή μετά την άλλη και με την επέλαση του Κόκκινου Στρατού να προαναγγέλλει την αποχώρηση των γερμανικών στρατιωτικών δυνάμεων, το τσάκισμα του ΚΚΕ και του ΕΑΜ αποτέλεσε προτεραιότητα για το σύνολο των αστικών δυνάμεων, φιλοβρετανικών και φιλογερμανικών, που ξεπέρασαν τις αντιθέσεις τους μπροστά στο κοινό ταξικό συμφέρον. Έτσι και αλλιώς, σε όλη τη διάρκεια της Κατοχής υπήρχε επικοινωνία των δοσίλογων κυβερνήσεων της Αθήνας με τη βασιλική κυβέρνηση του εξωτερικού.
Το τελευταίο διάστημα της Κατοχής, όμως, όταν οι φόβοι των γερμανικών στρατιωτικών δυνάμεων να μην αποκοπούν συναντήθηκαν με τους εφιάλτες της εγχώριας αστικής τάξης, υπήρξε και κοινός σχεδιασμός για την αντιμετώπιση του ΚΚΕ, του ΕΑΜ και των αφυπνισμένων εργατικών-λαϊκών μαζών. Τα μαζικά μπλόκα και οι εκτελέσεις των γερμανικών στρατευμάτων, η συγκρότηση των Ταγμάτων Ασφαλείας από τη δωσίλογη κυβέρνηση Ράλλη και τα εγκλήματά τους, οι επιθέσεις άλλων ένοπλων αστικών οργανώσεων, όπως ο ΕΔΕΣ και η ΕΚΚΑ, εναντίον του ΕΛΑΣ, ο εξοπλισμός από τους Βρετανούς οργανώσεων, όπως η Χ και η ΡΑΝ, που συνεργάζονταν παράλληλα με τους Γερμανούς, οι διώξεις εναντίον της Αντιφασιστικής Στρατιωτικής Οργάνωσης –όπου εντασσόταν η πλειοψηφία των στρατευμένων και αξιωματικών του στρατού της Μέσης Ανατολής– από την εξόριστη αστική κυβέρνηση και πολλά άλλα αποτελούσαν κομμάτια του ενιαίου αστικού σχεδιασμού. Σχεδιασμού που αποσκοπούσε στην υποταγή των εργατικών-λαϊκών δυνάμεων και της πρωτοπορίας τους, του ΚΚΕ.
Διόλου τυχαία, λοιπόν, η διαταγή της εκτέλεσης της 1ης Μάη αφορούσε τους κομμουνιστές. Ορισμένοι –μην μπορώντας να χωνέψουν πως οι 200 πολιτογραφήθηκαν κομμουνιστές με το παράδειγμά τους και με τις ίδιες τις διαταγές των γερμανικών Αρχών κατοχής– άρχισαν τους λογαριασμούς αν κάποιοι λίγοι δεν ήταν μέλη και στελέχη του ΚΚΕ. Πίσω από τις εξαιρέσεις θέλησαν να κρύψουν τον κανόνα, πίσω από το ατομικό παράδειγμα την ιστορική πραγματικότητα μιας ολόκληρης περιόδου σκληρών ταξικών αναμετρήσεων.
Πέρα από το γεγονός ότι η συντριπτική πλειοψηφία των εκτελεσμένων ήταν μέλη και στελέχη του ΚΚΕ, ο ίδιος ο αγώνας μέσα και έξω από τις φυλακές και η στάση της κάθε πολιτικής δύναμης απέναντί του μετατόπιζε συνειδήσεις, όξυνε το πολιτικό κριτήριο. Αξίζει να θυμίσουμε πως, στη διάρκεια της δικτατορίας Μεταξά, διάφοροι πολιτικοί κρατούμενοι του τροτσκιστικού και αρχειομαρξιστικού χώρου υπέγραψαν δηλώσεις και απελευθερώθηκαν. Όσοι παρέμειναν στις φυλακές ήταν αυτοί που δεν έπαιρναν ίσες αποστάσεις ανάμεσα στο ΚΚΕ και το εργατικό-λαϊκό κίνημα, από τη μια πλευρά, και στο καπιταλιστικό κράτος και τους διεθνείς του συμμάχους, από την άλλη. Υπήρξαν κάποιοι που στο πέρασμα του χρόνου προσέγγισαν πολιτικά το ΚΚΕ, όπως ο Κρόκος από την Ικαρία, που παρουσιάζεται συχνά ως αρχειομαρξιστής, όμως, οι Αρχές Ασφάλειας τον κατέγραφαν ως μέλος του ΚΚΕ. Υπήρχαν και άλλοι που φυλακίστηκαν ως μέλη και στελέχη του ΕΑΜ, χωρίς να ξέρουμε αν ήταν και μέλη του ΚΚΕ ή αν έγιναν στις φυλακές. Τέλος, υπήρχαν και όσοι –πολύ λιγότεροι είναι η αλήθεια– διατήρησαν τις διαφορετικές πολιτικές τους τοποθετήσεις, αλλά τάσσονταν υπέρ του συνεχιζόμενου εργατικού-λαϊκού αγώνα. Όμως, στο σύνολό τους, κανείς μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα δεν υποστήριξε ότι δεν είναι κομμουνιστής για να αποφύγει την εκτέλεση.