Το ΠΓ εκτιμά ότι έγινε ουσιαστική συζήτηση στα θέματα που μπήκαν εισηγητικά, αν και περισσότερο από συντρόφους που πιο άμεσα εμπλέκονται με όλο αυτό το κίνημα. Το Κλείσιμο του ΠΓ επικεντρώνεται σε ορισμένα ζητήματα της συζήτησης στα οποία πρέπει να επιβεβαιώσουμε τις εκτιμήσεις της Εισήγησης, αλλά και θέματα που μπορούμε να δούμε και κάποιες συμπληρώσεις - βελτιώσεις.
Πρώτο: Όσον αφορά το εύρος των αγροτικών δυνάμεων που συμμετείχαν με την ΠΕΜ, να ξεκαθαρίσουμε ότι όντως μπήκαν δυνάμεις που δεν ανήκουν στην ΠΕΜ, όμως συσπειρώθηκαν υπό την επίδραση της όξυνσης των προβλημάτων, αλλά και με την παρέμβαση αστικών πολιτικών δυνάμεων ή έστω την ανοχή τους ή τη συγκυριακή συναίνεση σκοπιμότητας.
Αυτή η διευρυμένη συμμετοχή έδωσε τη δυνατότητα γνωριμίας της ΠΕΜ –των αγροτικών συλλόγων και των ομοσπονδιών κλπ., που συσπειρώνονται σχετικά πιο σταθερά– με νέες αγωνιζόμενες δυνάμεις. Η είσοδος νέων δυνάμεων δεν έγινε ούτε με τροποποίηση ή αλλαγή του πλαισίου πάλης της ΠΕΜ, ούτε με «σκόντο» ώστε να μπει ο ένας ή ο άλλος, παρόλο που σε αυτόν τον κύκλο των αγροτικών μπλόκων των 55 ημερών μπήκαν και μεγαλύτεροι ως προς το μέγεθος της εκμετάλλευσης αγρότες. Αν εξετάσετε το πλαίσιο πάλης, θα διαπιστώσετε ότι σε μια σειρά αιτήματα μπαίνει «κόφτης» όσον αφορά τις διεκδικήσεις και το ύψος του αγροτικού εισοδήματος στο οποίο αναφέρονται.
Κάτοχοι μεγαλύτερων αγροτικών εκμεταλλεύσεων μπήκαν σε αυτούς τους αγώνες σε μια περίοδο που ένιωθαν αρνητικές συνέπειες από την κυβερνητική πολιτική για τα δικά τους συμφέροντα (όπως αναφέρθηκε και στη συζήτηση, π.χ. πάγωμα πληρωμών λόγω του σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ ή η συμφωνία ΕΕ-Mercosur).
Όμως, αυτοί παρέσυραν μαζί τους και μικρότερους, αυτούς που χαρακτηρίζουμε μικρούς αγρότες ή και μεσαίους, μικρομεσαίους βιοπαλαιστές αγρότες. Κινητοποίησαν, δηλαδή, ένα μεγάλο μέρος του αγροτόκοσμου.
Ανοίχτηκαν δυνατότητες στο συνεπές αντιμονοπωλιακό αγροτικό κίνημα να φτάσει εκεί που δεν μπορούσαν να φτάσουν οι δυνάμεις της ΠΕΜ, των Αγροτικών Συλλόγων και Ομοσπονδιών που συσπειρώνονται σ’ αυτήν. Είναι χαρακτηριστικές οι περιοχές της Στερεάς Ελλάδας, της Κεντρικής Μακεδονίας, της Ανατολικής Μακεδονίας και όχι μόνο.
Είναι καθαρό ότι η προσδοκία και ο στόχος μας δεν είναι ο συνδικαλισμός των μεγαλύτερων αγροτών. Αυτοί δρουν πιο ευκαιριακά, συγκυριακά και παραγοντίστικα, δεν ενδιαφερόμαστε γι’ αυτούς. Κατά τη συζήτηση, σύντροφοι από το Τμήμα αναφέρθηκαν στα κριτήρια ως προς τις αγροτικές δυνάμεις για τις οποίες ενδιαφερόμαστε, τα έχουμε διαμορφώσει με την Απόφαση της Ευρείας Ολομέλειας της ΚΕ του ΚΚΕ (4.7.2020) κι έτσι έχει προχωρήσει η δουλειά.
Πρέπει να προσέξουμε, όμως, παρόλο που δεν προέκυψε εδώ αλλά στα παρακάτω όργανα, ότι υπήρξε κάποιος προβληματισμός. Και όσο πηγαίνουμε προς τις ΚΟΒ των πόλεων, μπορεί να τον βρούμε πιο έντονα. Γίνονται ήδη ερωτήσεις αν στα κριτήριά μας βάζουμε τη μη χρησιμοποίηση ξένης μισθωτής εργασίας. Όχι, δεν την βάζουμε. Εννοείται ότι αναφερόμαστε σε 2-3-4-5 εργάτες γης (συνήθως είναι μετανάστες εργάτες γης, εποχικοί). Χρησιμοποιούνται και από τους συντρόφους, όπως ξέρετε πολύ καλά, γιατί δε γίνεται καμία δουλειά –ούτε στο κλάδεμα, ούτε στη συγκομιδή, ούτε σε άλλες εργασίες– μόνο από την κάθε συγκεκριμένη αγροτική οικογένεια.
Δεύτερο: Σίγουρα ήταν ένας σκληρός αγώνας. Και οφείλουμε να πούμε για άλλη μία φορά πως αναπτύχθηκε με σχεδιασμένη παρέμβαση των κομμουνιστών, των βασικών μας συνδικαλιστών που είναι και μέλη της ΚΕ. Χωρίς καμία αμφιβολία, σήκωσαν το κύριο βάρος της δουλειάς μέχρι εξάντλησης, μέχρι οριακά και φθοράς της υγείας τους.
Αλλά η ίδια η ζωή βάζει νέες απαιτήσεις και πρέπει να ανταποκριθούμε. Πρέπει να κάνουμε όλη αυτήν τη δουλειά και οι συνδικαλιστές και οι Κομματικές Οργανώσεις και τα όργανα κυρίως, ώστε να μπορούμε να έχουμε περισσότερους συνδικαλιστές, περισσότερες κομματικές δυνάμεις, με στοχευμένες στρατολογίες, με πιο καλά ιδεολογικοπολιτικά θωρακισμένους οπαδούς, αλλά και συνεργαζόμενους.
Στόχος είναι να μπορέσουμε να πετύχουμε αυτήν τη σταθεροποίηση του κινήματος με δομές, με Συλλόγους, με καλή λειτουργία των Συλλόγων και των Ομοσπονδιών, της ΠΕΜ, καθώς και με την ανασυγκρότηση της ΠΕΜ μέσα από καλή προετοιμασία του ίδιου του κινήματος, με ουσιαστική συζήτηση. Επιδιώκουμε η ΠΕΜ ν’ αποκτήσει πιο σταθερή δομή, πιο σταθερά να εκφράζεται η διευρυμένη συσπείρωση σε αυτήν, ν’ αποκτιέται πιο ενιαία αντίληψη για το «τι κίνημα χρειάζεται», για την αναγκαιότητα οι μορφές πάλης να θωρακίζουν και να ενισχύουν το κίνημα και όχι να εμφανίζονται ως διάττοντες αστέρες. Πρόκειται για μια ιδιαίτερα απαιτητική προσπάθεια, γιατί εξ αντικειμένου έχεις να κάνεις με ατομικούς ιδιοκτήτες· δεν έχεις να κάνεις με την εργατική τάξη, άρα έχεις να κάνεις με μεσαία στρώματα. Δεν είναι τυχαίο ότι σε αυτά τα στρώματα κυριαρχεί η ιδεολογική και πολιτική επίδραση των αστικών κομμάτων και όλων των κρατικών μηχανισμών.
Κατά τη συζήτηση προτάθηκε να δούμε καλύτερα και την παρέμβαση των Περιφερειών και των δήμων, καθώς και των διασυνδέσεών τους με όλους τους μηχανισμούς που σε υλική βάση διαμορφώνουν τις συνθήκες επιρροής στους αγρότες. Χωρίς αυτό να σημαίνει πως, επειδή μιλάμε για υλική βάση, αυτή επαρκεί για να μπορέσουν μεσοπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα να επιβιώσουν.
Τρίτο: Όσον αφορά ορισμένα ζητήματα διαπάλης, για τα οποία ίσως έγινε και μια συζήτηση παραπάνω, πρέπει να πούμε ότι μπορεί να υπάρχουν κάποιες συγχύσεις ή, τέλος πάντων, να μη δώσαμε εισηγητικά την κατεύθυνση όπως θα έπρεπε να κατανοηθεί.
Όταν λέμε ότι ένα ζήτημα δεν είναι αίτημα του κινήματος, εννοούμε ότι σήμερα δεν περιλαμβάνεται στο πλαίσιο πάλης του κινήματος· δεν είναι στα ψηφίσματα που διαμορφώνονται στις συγκεκριμένες δομές του κινήματος σήμερα, με το δοσμένο συσχετισμό του.
Και για να γίνουμε συγκεκριμένοι: Εμείς λέμε –να δούμε και το φραστικό αν υπάρχει– ότι το θέμα της αποδέσμευσης από την ΕΕ (διότι η ΚΑΠ είναι παράγωγο της ΕΕ –είναι η Κοινή Αγροτική Πολιτική) δεν το βάζουμε σήμερα ως αίτημα του κινήματος. Δηλαδή δεν το προωθούμε σήμερα στο πλαίσιο πάλης που διαμορφώνει η ΠΕΜ, η Ομοσπονδία ή ο Αγροτικός Σύλλογος, παρόλο που τα περιλαμβανόμενα αιτήματα πάλης (εγγυημένες τιμές, αναπλήρωση εισοδήματος κλπ.) έρχονται σε σύγκρουση με την ΚΑΠ της ΕΕ.
Ωστόσο, το ζήτημα της αποδέσμευσης από την ΕΕ είναι βαθιά πολιτικό. Σχετίζεται με το «ποια τάξη βρίσκεται στην εξουσία», που πρώτα θα πρέπει ευρύτερα να υιοθετηθεί από την εργατική τάξη και το κίνημά της. Δηλαδή η αποδέσμευση με εργατική εξουσία σε συμμαχία με τα λαϊκά μεσαία στρώματα πρέπει πρώτα να ωριμάσει στο εργατικό κίνημα. Αλλιώς, το αγροτικό κίνημα θα είναι σήμερα ευάλωτο σε ένα αστικό αίτημα για επαναφορά της «εθνικής αγροτικής πολιτικής» στο έδαφος της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας και εξουσίας. Ή ακόμα, με το συγκεκριμένο συσχετισμό στο κίνημα μπορεί ν’ ανοίξει την πόρτα για πιο έντονη διεκδίκηση μιας «φιλοαγροτικής ΚΑΠ μέσα από την ΕΕ», που είναι το σύνθημα το οποίο προωθούν στο κίνημα τόσο το ΠΑΣΟΚ, ο ΣΥΡΙΖΑ (και τα παράγωγά τους), όσο και εν μέρει ο Βελόπουλος –πιο προσαρμοσμένα– δηλαδή τα αστικά κόμματα.
Επιδιώκουμε, μέσα από το πλαίσιο πάλης και τις ώριμες αγροτικές διεκδικήσεις, να αναδεικνύεται η γραμμή σύγκρουσης με την ΚΑΠ (κάθε ΚΑΠ, προηγούμενη ή επόμενη) και με την ΕΕ. Ανοίγουμε το ζήτημα των ευθυνών της ΚΑΠ και της ευρωενωσιακής πολιτικής, καθώς και τις σχέσεις κάθε κυβερνητικής πολιτικής με την ευρωενωσιακή στρατηγική στο ζήτημα της αγροτικής παραγωγής. Τι δεσμεύσεις φέρνει, γιατί τις φέρνει και τι σχέσεις διαμορφώνει με τη βιομηχανία. Επίσης, αναδεικνύουμε τη σχέση της εγχώριας παραγωγής με τις εισαγωγές από τρίτες χώρες, όπως η τελευταία συμφωνία της ΕΕ με τη Mercosur, η οποία προκάλεσε έντονες αντιδράσεις ακόμα και από μεγαλύτερους παραγωγούς γεωργικών προϊόντων, που αντιτάχτηκαν σε αυτήν τη Συμφωνία χωρίς να αντιτάσσονται συνολικά στην ΕΕ. Κι αυτό ήταν ζήτημα που συζητήθηκε μέσα στις δομές του κινήματος, το οποίο συσπειρώνει και κινητοποιεί αγροτικές μάζες ιδεολογικά και πολιτικά εγκλωβισμένες σε διάφορες αστικές παραλλαγές.
Οπωσδήποτε, το ζήτημα της ΕΕ και της ΚΑΠ είναι βαθιά πολιτικό· σχετίζεται, δηλαδή, με το ποια εξουσία για ποια πολιτική. Και δε θα στο λύσει το πρόβλημα σε αυτήν τη φάση το αγροτικό κίνημα φτιάχνοντας «από πάνω στημένα» ένα πολύ προωθημένο πλαίσιο πάλης. Ένα τέτοιο πλαίσιο όχι μόνο δεν περνάει λόγω του συσχετισμού δυνάμεων που έχεις κάτω, αλλά δεν μπορούν ακόμα να το προωθήσουν με επιτυχία οι περιορισμένες δυνάμεις σου –με την έννοια να κερδίσουν τη συνέλευση, το ΔΣ του συλλόγου, της Ομοσπονδίας ή και την Πανελλαδική Σύσκεψη της ΠΕΜ.
Βέβαια, ο κομμουνιστής συνδικαλιστής δε γίνεται παρατηρητής των ρεφορμιστικών, οπορτουνιστικών θέσεων περί αναδιάρθρωσης της ΚΑΠ και συνολικότερα της ΕΕ, που προβάλλονται συχνά και μέσα στις κινηματικές διαδικασίες. Επιθετικά ανοίγει το θέμα, τις αντιπαλεύει και ζυμώνει την ανάγκη αποδέσμευσης με εργατική-λαϊκή εξουσία· συζήτηση και διαπάλη, βεβαίως, που μπορεί και πρέπει να κάνουμε και μέσα στις δομές του κινήματος, που δεν περιορίζεται αποκλειστικά στο δίλημμα «περιλαμβάνω ή όχι το αίτημα στο πλαίσιο πάλης, στο ψήφισμα».
Όταν μέσα στη δομή του κινήματος ανοίγει η συζήτηση για το παραγωγικό μοντέλο, βεβαίως ο κομμουνιστής βγαίνει και υποστηρίζει ότι αυτό το παραγωγικό μοντέλο –που μπορεί να προτείνεται από ορισμένους οι οποίοι λένε ότι μπορεί να δώσει πνοή στις μάζες των αγροτοπαραγωγών, των κτηνοτρόφων, των μελισσοκόμων κλπ.– δεν μπορεί να σταθεί γι’ αυτούς και εκείνους τους λόγους, δηλαδή όσο υπάρχει η ύπαρξη μονοπωλίων, η πολιτική που στηρίζει τα μονοπώλια και η ένταξη στην ΕΕ, η οποία είναι διακρατική συμμαχία και επιλογή του κεφαλαίου.
Αυτό πρέπει να βγει να το κάνει ο οργανωμένος στο Κόμμα και ο οπαδός συνδικαλιστής, ο καθένας με τον τρόπο του και την εμπειρία του. Είναι άλλο πράγμα να κάνω διαφώτιση, ζύμωση και προπαγάνδα στη γραμμή μου μέσα στο κίνημα, και άλλο πράγμα να βάλω σήμερα στο αγροτικό κίνημα ως αίτημα πάλης την «έξοδο από την ΕΕ με εργατική-λαϊκή εξουσία».
Αλλά και όταν πηγαίνουμε περιοδείες στα μπλόκα και τελειώνει η παρέμβαση –είτε είναι κινηματική είτε και κομματική– και καθόμαστε σε πιο χαλαρές συζητήσεις στα τσίπουρα, εκεί ποιος εμποδίζει το μέλος του Κόμματος να συζητήσει για το χαρακτήρα της ΕΕ και την αποδέσμευση; Εκεί αντιμετωπίζεις σε τετ-α-τετ συζήτηση την άρνηση ή την επιφύλαξη, χωρίς την πίεση «παίρνω τώρα απόφαση». Είναι κι αυτό μια μορφή διαπάλης μέσα στο κίνημα.
Όπως διαπάλη μέσα στο κίνημα είναι και όταν εμείς θα πάμε τη συζήτηση στο ότι φταίει η ΚΑΠ (Κοινή Αγροτική Πολιτική), φταίει η ΕΕ, αλλά και ο καπιταλισμός. Αλλά δεν μπορούμε να τη φτάσουμε «στον πάτο», στην καρδιά του ζητήματος της εξουσίας, μόνο μέσα από την εισήγηση που θα κάνει, για παράδειγμα, ο κομμουνιστής συνδικαλιστής για λογαριασμό όλου του κινήματος στην Πανελλαδική Σύσκεψη της ΠΕΜ.
Και δε θεωρούμε ότι είναι μια υποχώρηση στο όνομα μιας «ενότητας» με δυνάμεις άλλης πολιτικής κατεύθυνσης. Εκεί όπου υπάρχει οργανωμένη, συντονισμένη παρέμβαση για τη συκοφάντηση των κομμουνιστών και την απομόνωσή τους από κινητοποιούμενες, αλλά πολιτικά αποπροσανατολισμένες μάζες –όπως επιχειρήθηκε στην Ομοσπονδία της Λάρισας με κυβερνητική παρέμβαση– εκεί δεν υποχωρήσαμε, αλλά συγκρουστήκαμε. Στόχος τους ήταν η αμφισβήτηση του οργανωμένου αγροτικού κινήματος, όπως εκφράζεται από τις Ομοσπονδίες και την ΠΕΜ, η διάσπαση της Ομοσπονδίας και το αδυνάτισμα της ΠΕΜ. Καλά κάναμε και συγκρουστήκαμε, αλλά με κινηματική διαδικασία, και έτσι αυτή η ομάδα πετάχτηκε έξω.
Τέταρτο: Σωστά ειπώθηκε ότι εμείς πρέπει να ζυμώσουμε την πρότασή μας ολοκληρωμένα: Πώς θα είναι η αγροτική παραγωγή και η σχέση της με τη βιομηχανική παραγωγή, προϋπόθεση των οποίων είναι η κοινωνικοποίηση των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής, ο επιστημονικός κεντρικός σχεδιασμός και η κατανομή του εργατικού δυναμικού (είτε δουλεύει στην αγροτική παραγωγή, είτε στη βιομηχανία, είτε στις κοινωνικές υπηρεσίες) από τον κεντρικό σχεδιασμό για όλες τις κοινωνικές ανάγκες, η κατάργηση της εμπορευματοποίησης της γης.
Είναι σωστό, παρουσιάζοντας αυτό, να δείξουμε στον αγροτοπαραγωγό ότι τα περισσότερα από τα θεμελιακά προβλήματα που αντιμετωπίζει στη σχέση της αγροτικής παραγωγής με τη βιομηχανική δε λύνονται στον καπιταλισμό. Δεν μπορεί η αγροτική παραγωγή να συναγωνιστεί τη βιομηχανική και γι’ αυτό πάντα θα έχει το έλλειμμα μεταξύ τιμών αγροτοπαραγωγών και κόστους παραγωγής, όπως προκύπτουν από την αγορά. Μόνο η καθετοποιημένη, καπιταλιστικά οργανωμένη αγροτική παραγωγή δε θα συνθλίβεται. Η κατά βάση οικογενειακή αγροτική παραγωγή δεν μπορεί να συναγωνιστεί σε παραγωγικότητα εργασίας τη βιομηχανική. Για να την συναγωνιστεί, χρειάζεται τα μεγάλα, υπερσύγχρονα μηχανήματα και υποδομές στήριξης της αγροτικής παραγωγής από καιρικές συνθήκες (αποστράγγιση, άρδευση, ενέργεια, υποδομές συγκομιδής, φύλαξης, μετακίνησης, συγκέντρωσης του προϊόντος και διάθεσής του).
Όλα αυτά προϋποθέτουν κοινωνική ιδιοκτησία και κρατικό εμπόριο. Μόνο έτσι μπορούν να εξασφαλιστούν οι τιμές παραγωγής και ένα αγροτικό εισόδημα που να ταιριάζει με ανθρώπινες, πολιτισμένες συνθήκες εργασίας και ζωής, ελεύθερο χρόνο κλπ.
Θα μου πείτε –και νομίζω τέθηκε ένα ερώτημα που τίθεται έτσι κι αλλιώς: «Εμείς στο κίνημα βάζουμε το κόστος παραγωγής ή μάλλον τιμές που να καλύπτουν το κόστος παραγωγής;» Το βάζουμε γιατί έχει ωριμάσει και το αποδέχονται πλέον μαζικά οι αγρότες, ωρίμασε και μέσα από την εμπειρία τους, ότι το κόστος παραγωγής είναι πάνω από τις τιμές που πουλάει ο αγροτοπαραγωγός.
Ωρίμασε μέσα από τη διαπάλη αλλά και από την εξέλιξη, αφού συνέβαινε τουλάχιστον εδώ και 60 χρόνια και παραπάνω, αλλά καλυπτόταν περισσότερο είτε από την εθνική επιδότηση είτε στη συνέχεια από τη σχεδιασμένη σε επίπεδο ΕΕ επιδότηση κλπ. Όμως όλο και στενεύει αυτή η επιδότηση που γινόταν και γίνεται κυρίως για να αγοράζει φθηνότερα η βιομηχανία, γιατί δεν την συμφέρει ακόμα να κάνει εκτεταμένη καπιταλιστική οργάνωση στη γεωργική, μελισσοκομική και κτηνοτροφική παραγωγή.
Το κάνει κάπου που φτιάχνει αυτά τα καθετοποιημένα (μοντέλα) και έχει τέτοια αρκετά στη Μακεδονία και στην Ανατολική Μακεδονία· στη Θεσσαλία είναι πιο πίσω, αλλού είναι ακόμα πιο κάτω. Στην κτηνοτροφία των αιγοπροβάτων, στη μελισσοκομία, ήταν πολύ περιορισμένη η συγκεντροποίηση σε σχέση με την αγελαδοτροφία και την πτηνοτροφία. Υπάρχουν αυτά τα ζητήματα. Μπορούμε όμως, με βάση την εμπειρία, να δείξουμε ότι οι πολλοί αγρότες δε θα ενταχτούν στην καπιταλιστικά οργανωμένη αγροτική παραγωγή. Ο αγρότης θα τείνει να μετατραπεί σε εργάτη γης ή σε φασονατζή πριν γίνει εργάτης γης –γιατί και σήμερα, ως ένα βαθμό, έχει αυτήν τη λειτουργία του φασονατζή– ή θα γίνει άνεργος ή θα περάσει ένα χρονικό διάστημα με δύο δουλειές, αγροτική και μισθωτή ή άλλη αυτοαπασχόληση.
Αυτά μπορούμε βεβαίως να τα ανοίξουμε στη διαφώτισή μας, στην ανάπτυξη του ιδεολογικοπολιτικού μετώπου, στην κατανόηση της «άλλης» οικονομίας και κοινωνίας, της σοσιαλιστικής, για την οποία παλεύουμε. Να κάνουμε τον αγρότη να καταλάβει ότι δε θα χάσει αυτό που θέλει –να δουλεύει δηλαδή έχοντας ως μέσο παραγωγής τη γη– αλλά θα έχει και σύγχρονα, μηχανοποιημένα μέσα παραγωγής και προστασίας της με την ευθύνη του εργατικού κράτους.
Με εξασφαλισμένη τη διάθεση του προϊόντος, θα μπορεί να ζει καλά, να μη χρειάζεται να έχει «κομποδέμα» για να σπουδάσουν τα παιδιά του ή να πάει σε ιδιωτικές κλινικές ή ατομικά να ξεπεράσει την απομόνωση της μικρής, επαρχιακής και πολιτιστικά στερημένης πόλης ή του χωριού. Όλο αυτό το πακέτο, αυτήν την πολιτική πρόταση, πρώτα απ’ όλα πρέπει να την δουλέψουμε κομματικά: Να κάνουμε κομματικές εκδηλώσεις, στοχευμένες συζητήσεις, να δώσουμε το περιθώριο να μας κάνουν ερωτήσεις, να εκφράσουν τις επιφυλάξεις τους και να εξηγήσουμε.
Και από αυτό θα προκύψει ένα καλύτερο επίπεδο περισσότερων στελεχών και μελών του Κόμματος, ή και οπαδών, που θα μπορούν εκλαϊκευμένα να προπαγανδίζουν την πολιτική μας πρόταση, αλλά και να διαμορφώνουν τις προϋποθέσεις να συσπειρώνεται το κίνημα, με αποφάσεις μέσα από τις δομές του, που αγγίζουν σημαντικές πλευρές της πολιτικής μας πρότασης, όπως είναι η αποδέσμευση από την ΕΕ και κάθε ιμπεριαλιστική διακρατική ένωση.
Φυσικά, η δική μας πολιτική έχει τεράστια πλεονεκτήματα. Ποιος άλλος μπορεί ουσιαστικά να μιλήσει για ανάπτυξη της εγχώριας αγροτικής παραγωγής με στόχο πρώτα απ’ όλα να εξασφαλίζει τις εγχώριες λαϊκές ανάγκες, με αξιοποίηση όλων των κλιματολογικών πλεονεκτημάτων, αλλά και με ανάπτυξη των μηχανικών μέσων, των σύγχρονων τεχνολογιών. Ας ξαναδιαβάσουμε τη σχετική μας θέση στα ντοκουμέντα της Ευρείας Ολομέλειας της ΚΕ, στην ανάλυση που δίνουμε για το πού μπορεί να στηριχτεί η αυτάρκης αγροτική παραγωγή στην Ελλάδα, τόσο για τα διατροφικά προϊόντα όσο και για τις πρώτες ύλες της βιομηχανίας.
Κανένα άλλο κόμμα –φιλελεύθερο ή σοσιαλδημοκρατικό, παλιό ή νέο οπορτουνιστικό– δεν το θέτει αυτό. Την «εξωστρέφεια» για την οποία μιλάνε τώρα κυβέρνηση και αστική αντιπολίτευση, την έχει το ελληνικό αστικό κράτος από γεννησιμιού του, αλλά για λογαριασμό του καπιταλιστικού κέρδους. Σε αυτό εντάσσεται και η όποια εξωστρέφεια των κλάδων της αγροτικής παραγωγής. Εμείς αναδείξαμε τη σχέση της «εξωστρέφειας» και της ένταξης της Ελλάδας στην ΕΟΚ με την εμφάνιση ελλειμματικού αγροτικού εμπορικού ισοζυγίου.
Έχουμε, λοιπόν, στα χέρια μας όλα τα πλεονεκτήματα και πρέπει να διευρύνουμε τις δυνάμεις, αλλά και την ποιότητα, το περιεχόμενο της παρέμβασής μας. Κολλάμε στο ότι δεν αναπαράγονται οι θέσεις μας ως διαπάλη ή ως αυτοτελής πολιτική παρέμβαση του Κόμματος. Δεν αναπαράγονται από τις δυνάμεις μας· αυτό γίνεται πολύ περιορισμένα.
Και από την άλλη, επειδή η ζωή έχει πάρα πολλά πράγματα –αυτά τα είπατε, για να μην τα επαναλαμβάνουμε– υπάρχουν πιέσεις από εδώ και από εκεί. Κανένας δεν είναι «δεμένος», όχι μόνο οι συμπαρατασσόμενοι σε έναν αγώνα, αλλά και οι πιο σταθερά συνεργαζόμενοι. Τα κομματικά όργανα πρέπει να έχουν μια πιο αντικειμενική εκτίμηση για τον κάθε οπαδό και τον κάθε συνεργαζόμενο, για να μπορούν να παλεύουν τα πισωγυρίσματά τους, τα προβλήματά τους και τις επιδράσεις που δέχονται. Όχι για να τους εγκαταλείψουμε, αλλά για να σταθεροποιήσουμε και να βαθύνουμε τους ιδεολογικούς-πολιτικούς δεσμούς μας.
Να αποφύγουμε ωραιοποιημένες εικόνες και καταστάσεις, να ανασκουμπωθούμε τώρα στην κατεύθυνση να δέσουμε τα αποτελέσματα του αγώνα για να οργανώσουμε καλύτερα το κίνημα. Μίλησε ο σύντροφος Γενικός Γραμματέας, οι σύντροφοι από το Τμήμα Αγροτικής Πολιτικής της ΚΕ, αλλά πρέπει εδώ να επιμείνουμε σε αυτήν την κατεύθυνση.
Να επιμείνουμε τα όργανα να συζητήσουν ολοκληρωμένα με βάση την Εισήγηση, με την οποία, αφού ψηφιστεί και γίνει Απόφαση της ΚΕ, να πάμε στα όργανα, να πάμε και στις ΚΟΒ. Να πάμε στις ΚΟΒ τουλάχιστον έτσι όπως το είπε ο σύντροφος Γενικός Γραμματέας: Στοχευμένα, όχι μόνο σε κωμοπόλεις, αλλά και σε ΚΟΒ ΕΒΕ, γεωπόνων, δημόσιας διοίκησης, όπου είναι και δυνάμεις από υπουργεία, Περιφέρειες κλπ., να πάμε πιο άμεσα στις ΚΟΒ αγροτικών περιοχών, αλλά και με μια άνεση χρόνου ακόμα και σε όλες τις ΚΟΒ στην Αττική.
Στην Αττική να πάμε σε Ανατολική και Δυτική Αττική, στους Τομείς αυτούς και στις στοχευμένες ΚΟΒ που είπαμε. Να φτάσει αυτό το υλικό τουλάχιστον στις ΤΕ, ακόμα και στα γραφεία των ΚΟΒ· ας τα διαβάσουν, κάτι θα συγκρατήσουν και θα καταλάβουν, και όποτε μπορέσουν να συζητήσουν.
Τέλος, ένας σύντροφος από το Εργατικό έκανε μια πρόταση που βλέπουμε ότι έχει ενδιαφέρον, αλλά χρειάζεται να την δουλέψουμε. Δηλαδή, αυτά τα ζητήματα που λέμε –η πρότασή μας για τη σχέση της αγροτικής με τη βιομηχανική παραγωγή σε σχέση με τους δύο δρόμους, τον καπιταλιστικό και το σοσιαλιστικό– θα μπορούσε να είναι μια δουλειά πολιτικής παρέμβασης εκ μέρους του Κόμματος που να μην αγκαλιάσει μόνο τις αγροτικές δυνάμεις, αλλά να αγκαλιάσει εκείνες τουλάχιστον τις εργατικές που είναι στα Εργατικά Κέντρα, τις Ομοσπονδίες (τουλάχιστον, ας πούμε, των τροφίμων - ποτών ή στον τουρισμό - επισιτισμό) ή, τέλος πάντων, κάποιες συναφείς· να αγκαλιάσει κάποιες φοιτητικές δυνάμεις από συναφείς σχολές και τα σχετικά.
Βέβαια, αφού το κάνουμε αυτό, να δούμε και σε επίπεδο κινήματος πώς, με καλύτερες προϋποθέσεις και με αντίστοιχη επεξεργασία, μπορούμε πάλι από κοινού –αγροτικό, εργατικό και άλλα λαϊκά κινήματα– να ανοίξουμε τέτοια ζητήματα.