ΛΟΓΙΚΑ; ΙΣΤΟΡΙΚΑ; ΛΟΓΙΚΟ-ΙΣΤΟΡΙΚΑ!*


του Holger Wendt

Το θέμα της ομιλίας μου είναι η σχέση ανάμεσα στη λογική και την ιστορική ανάπτυξη στο «Κεφάλαιο» του Μαρξ. Ακριβέστερα: Η μεθοδολογική διαμάχη που διεξάγεται εδώ και μερικές δεκαετίες γύρω από αυτό το ζήτημα. Αυτή η αντιπαράθεση εντάσσεται στο πλαίσιο ενός ευρύτερου ιδεολογικού πολέμου που δεν είναι άλλος από τη διαμάχη ανάμεσα στους εκπροσώπους του λεγόμενου παραδοσιακού μαρξισμού και εκείνους της λεγόμενης Νέας Ανάγνωσης του Μαρξ (Neue Marx-Lektüre).

Νέα Ανάγνωση, τι είναι αυτό; Όταν ακούει κανείς τη λέξη νέα, την συνδέει αρχικά αμέσως με κάποιους νέους, φρέσκους ανθρώπους, οι οποίοι ξεκινούν εκ νέου να ασχολούνται με τα γραπτά του Μαρξ. Νέοι άνθρωποι –οι οποίοι είναι απαλλαγμένοι από τα ιδεολογικά λάθη και τις συγχύσεις προηγούμενων γενεών– διερωτώνται τι είπε πραγματικά κάποτε ο γερο-Μαρξ και τι έχει να μας πει σήμερα. Αν ήταν έτσι, τότε θα επρόκειτο αναμφισβήτητα για κάτι καλό. Με τέτοιου είδους ελεύθερους συνειρμούς, όμως, δεν μπορούμε να καταλάβουμε τίποτα· η Νέα Ανάγνωση του Μαρξ δεν είναι σε καμία περίπτωση απλώς μία ιδεολογικά απαλλαγμένη προσπάθεια πρόσληψης του Μαρξ. Επίσης, έχει γίνει 45 χρονών και έχει προγόνους που είναι σαφώς ακόμα γηραιότεροι. Το επίθετο δεν περιγράφει κάποιο νέο, μη δογματικό αναγνωστικό κίνημα, περιγράφει ένα ξεχωριστό ρεύμα ερμηνείας του Μαρξ, το οποίο κινείται στο πλαίσιο της Σχολής της Φρανκφούρτης και του γαλλικού στρουκτουραλισμού. Σε αυτό το ρεύμα ανήκουν ονόματα όπως ο Χανς-Γκέοργκ Μπάκχαους (Hans-Georg Backhaus), ο Χέλμουτ Ράιχελτ (Helmut Reichelt), ο Χάιντς-Ντίτερ Κιτστάινερ (Heinz-Dieter Kittsteiner) ή ο Ίνγκο Έλμπε (Ingo Elbe) και ο Μίχαελ Χάινριχ (Michael Heinrich). Η Νέα Ανάγνωση του Μαρξ διαχωρίζεται ουσιωδώς από άλλα ρεύματα κατανόησης του Μαρξ, εκκινεί από άλλα φιλοσοφικά θεμέλια και καταλήγει σε άλλα πολιτικά συμπεράσματα. Με ιδιαίτερη επιμονή οι εκπρόσωποί του διαχωρίζουν τους εαυτούς τους από τα διάφορα ρεύματα μαρξιστικής θεωρίας που έχουν διαμορφωθεί στις γραμμές του εργατικού κινήματος. Το επίθετο «νέα» λοιπόν αποτελεί καταρχήν έναν αυτοπροσδιορισμό· όσον αφορά το ίδιο το περιεχόμενό του, αυτό το «νέα» είναι εξίσου, πολύ ή λίγο, ουσιαστικό όσο και το «νέο» στις εκφράσεις «Νέο Persil» [σ.μ. μάρκα απορρυπαντικού], «Νέα Σκέψη», «Νέα κοινωνική Οικονομία της Αγοράς» ή «Νέο Opel».

Όταν ο Βέρνερ Zέπμαν (Werner Seppmann1) με ρώτησε αν θα ήθελα να μιλήσω στην Ιένα για τη Νέα Ανάγνωση του Μαρξ, ήμουν αρχικά σκεπτικός. Το θεωρώ αλαζονικό να κρίνω μέσα σε μισή ώρα ή τρία τέταρτα της ώρας ένα θεωρητικό ρεύμα που εκφέρει άποψη για τόσο διαφορετικές πλευρές της εργασίας του Μαρξ και οι δημοσιεύσεις του γεμίζουν ατέλειωτα μέτρα ραφιών. Στη συνέχεια, συμφωνήσαμε ότι θα περιοριζόμουν στη συζήτηση ενός επιμέρους προβλήματος, που ωστόσο είναι κεντρικής σημασίας για τη Νέα Ανάγνωση του Μαρξ. Το πρόβλημα αυτό συνίσταται στο ερώτημα αν η μαρξική2 μέθοδος πρέπει να κατανοηθεί ως λογικο-ιστορική ή ως λογική. Αντί των όρων λογικο-ιστορική και λογική μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε και τους όρους εννοιολογική-ιστορική και εννοιολογική αντίστοιχα3. Παρόλο που αυτοί οι τελευταίοι όροι ανταποκρίνονται καλύτερα στον τρόπο έκφρασης του Μαρξ, όσον αφορά την ουσία του ζητήματος έχει μικρή διαφορά αφού πρόκειται μόνο για τη Λογική των εννοιών.

Διατυπώνω και πάλι το βασικό ερώτημα με άλλα λόγια: Διαπλέκεται στο «Κεφάλαιο» η εννοιολογική ανάπτυξη με την εξέταση της ιστορικής ανάπτυξης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής ή όχι; Ο Μαρξ ξεκινά το βασικό έργο του με την ανάλυση του εμπορεύματος, περνά μέσα από τα διάφορα στάδια της ανάλυσης των μορφών της αξίας στο χρήμα, στο κεφάλαιο, στην τυπική υποταγή της εργασίας στο κεφάλαιο, στην πραγματική υποταγή κλπ. Με αυτόν τον τρόπο ακολουθεί σε αφηρημένη μορφή την πραγματική ιστορική εξέλιξη ή συνάγει αυτή τη δομή αποκλειστικά από την εσωτερική λογική της παρουσίασης της δομής του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής; Ένας Φρίντριχ Ένγκελς, ένας Λένιν, ένας Ρούντολφ Χίλφερντιγνκ, μία Ρόζα Λούξεμπουργκ, ένας Ερνέστ Μαντέλ, ένας Γιούργκεν Κουζίνσκι και όλοι εκείνοι οι μαρξιστές που βρίσκονται κοντά στις θέσεις αυτών, υποστηρίζουν την πρώτη θέση, υποστηρίζουν την ύπαρξη μίας ιστορικής διάστασης στη μαρξική παρουσίαση του «Κεφαλαίου». Η Νέα Ανάγνωση του Μαρξ υποστηρίζει την αντίθετη άποψη· ισχυρίζεται ότι η παρουσίαση στο «Κεφάλαιο» είναι καθαρά λογικής, δηλαδή εννοιολογικής, φύσης. Ότι, με αυτή την έννοια, είναι α-ιστορική, ότι περιγράφει μόνο τη δομή του υπάρχοντος [σ.μ. συστήματος], χωρίς ταυτόχρονα να περιγράφει τη γέννηση και το θάνατο αυτού του υπάρχοντος. Αν ακολουθήσουμε τη Νέα Ανάγνωση του Μαρξ, τότε η περιγραφή του καπιταλισμού εμφανίζεται στο Μαρξ όχι ως περιγραφή μίας ιστορικής διαδικασίας, αλλά ως περιγραφή ενός ιδεατού τύπου.

Στενά συνδεδεμένο με αυτή τη διαμάχη είναι και το ευρύτερο ερώτημα αν ο Μαρξ κατανοεί τις έννοιες εμπόρευμα, χρήμα, κεφάλαιο με γενικό τρόπο. Αν δηλαδή, για παράδειγμα, οι θεμελιώδεις ορισμοί του εμπορεύματος και του χρήματος στο πρώτο κεφάλαιο του «Κεφαλαίου» περιλαμβάνουν και την εννοιολογική σύλληψη των εμπορευματικών και χρηματικών σχέσεων σε προκαπιταλιστικές ή πρώιμες καπιταλιστικές κοινωνίες. Ή αν εκεί όπου ο Μαρξ μιλάει για εμπόρευμα και χρήμα, υποτίθεται πάντα ήδη ως δεδομένος ο καπιταλισμός. Κι εδώ ο παραδοσιακός μαρξισμός υποστηρίζει την πρώτη άποψη, ενώ η Νέα Ανάγνωση τη δεύτερη.

Μπορεί κανείς να αναρωτιέται γιατί υπάρχει αντιπαράθεση για ένα τέτοιο θέμα εδώ και 40 χρόνια. Δεν έχουν ασχοληθεί στα σοβαρά κάποιοι ερευνητές με τη μαρξική βιβλιογραφία; Σίγουρα το ζήτημα σχετίζεται και με τη φιλολογία γύρω από το ερώτημα «πού γράφει ο Μαρξ τι και γιατί». Αν επρόκειτο ωστόσο μόνο γι’ αυτό, δε θα ήταν δυνατό να εξηγηθεί η οξύτητα με την οποία διεξάγεται αυτή η διαμάχη. Επιπλέον, θα παρέμενε αίνιγμα γιατί μετά από δεκαετίες ξεκαθαρίσματος του θέματος δεν έχει γίνει κανένα βήμα προσέγγισης. Ισχυρίζομαι ότι πρόκειται για κάτι πολύ περισσότερο από φιλολογία. Πρόκειται για φιλοσοφία, πρόκειται για πολιτική. Πρόκειται για το ρόλο των ταξικών αγώνων, πρόκειται για το Αν και το Πώς της μεταρρύθμισης, της επανάστασης και του σοσιαλισμού. Πριν όμως προσπαθήσω να υπεισέλθω, τουλάχιστον σκιαγραφικά, στις πολιτικές προεκτάσεις αυτής της μεθοδολογικής διαμάχης, θα ήθελα πρώτα να παρουσιάσω κάπως περισσότερο τους δύο αντίμαχους.

 

Ο ΦΡΙΝΤΡΙΧ ΕΝΓΚΕΛΣ ΚΑΙ Ο «ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΣ ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ»

Ας ξεκινήσουμε πρώτα με το λεγόμενο παραδοσιακό μαρξισμό. Αυτός ο χαρακτηρισμός δημιουργήθηκε από τη Νέα Ανάγνωση του Μαρξ κι έχει εντελώς υποτιμητική νοηματοδότηση. Οι οπαδοί αυτού του ρεύματος είναι παγκόσμιοι πρωταθλητές στην ανακάλυψη χαρακτηρισμών με αρνητικούς υπαινιγμούς για τους αντιπάλους τους (και χαρακτηρισμών με θετικούς υπαινιγμούς για τους εαυτούς τους). Δίπλα στον «παραδοσιακό μαρξισμό» συνωστίζονται επίσης χαρακτηρισμοί όπως δογματικός μαρξισμός, μαρξισμός του εργατικού κινήματος, κοσμοθεωρητικός μαρξισμός, ορθόδοξος μαρξισμός, ενγκελιανισμός, προ-χρηματική θεωρία της αξίας, ουσιοκρατική θεωρία της αξίας, χυδαίος μαρξισμός, χυδαίος εξελικτισμός, γενετικισμός ή ιστορικισμός. Ο παραδοσιακός μαρξισμός, λένε, είναι πρωτόγονος, μη κριτικός, λαθεμένος, επίπεδος, περιορισμένος, δογματικός, ιδεολογικός. Αυτό το ξεκαθαρίζουν οι Νέοι Αναγνώστες του Μαρξ στους αναγνώστες τους, κατά κανόνα, πολύ νωρίς στα κείμενά τους, ακόμα και πριν την παράθεση οποιουδήποτε επιχειρήματος. Αυτοί οι ίδιοι χαρακτηρίζουν τους εαυτούς τους –μεταξύ άλλων– ως κριτικούς μαρξιστές, οπαδούς της χρηματικής θεωρίας της αξίας, οπαδούς της θεωρίας της Κριτικής της αξίας (Wertkritik), δυτικούς μαρξιστές ή ιδεολογικο-κριτικούς μαρξιστές.

Τα τελευταία χρόνια κάποιοι από τους αντιπάλους της Νέας Ανάγνωσης του Μαρξ έχουν ακολουθήσει το παράδειγμά τους και κολλάνε και αυτοί αρνητικούς χαρακτηρισμούς. Ο Βόλφγκανγκ Φριτζ Χάουγκ, για παράδειγμα, ονομάζει τους Νέους Αναγνώστες του Μαρξ «λογικιστές», σε ένα σημείο ακόμα και «Μαρξιστές Γκάντενμπαϊν»4. Θα μπορούσε κανείς να κοροϊδέψει αυτή τη διαμάχη χαρακτηρισμών, ωστόσο πρέπει να την πάρουμε στα σοβαρά όσον αφορά τον πολιτικό της αντίκτυπο. Όποιος καταφέρει να κολλήσει έγκαιρα στον εαυτό του και στους αντιπάλους του την κατάλληλη ταμπέλα, αυτός έχει σίγουρα πλεονέκτημα. Καταφέρνει με αυτόν τον τρόπο να παίρνουν αυτόν στα σοβαρά και όχι την άλλη πλευρά. Ποιος θα ήθελε, αλήθεια, να είναι δογματικός μαρξιστής; Ποιος δε θα ήθελε πολύ περισσότερο να είναι κριτικός μαρξιστής; Η εύλογη ερώτηση, αν στις περιπτώσεις που αναφέρεται η λέξη «κριτικός» υπάρχει πράγματι κάτι το κριτικό, τίθεται απροσδόκητα σπάνια.

Ας φύγουμε όμως από το μάρκετινγκ και ας περάσουμε στην ουσία του ζητήματος. Η μαρξιστική παράδοση ισχυρίζεται ότι η εννοιολογική (λογική) και η ιστορική ανάπτυξη σχηματίζουν στο «Κεφάλαιο» μία διαλεκτική ενότητα με τις δύο πλευρές να διαπλέκονται μεταξύ τους. Παραθέτω μερικές βασικές προτάσεις από την κλασική διατύπωση του Φρίντριχ Ένγκελς, στην οποία χρωστάει το όνομά της η όλη συζήτηση.

«Η κριτική της πολιτικής οικονομίας, ακόμα και σύμφωνα με την καινούργια μέθοδο, μπορούσε να γίνει με δύο διαφορετικούς τρόπους: Ιστορικά ή λογικά […] Η Ιστορία προχωράει συχνά με άλματα και με ζικ-ζακ και, αν θα έπρεπε να την παρακολουθεί κανείς παντού, θα ήταν υποχρεωμένος να συμπεριλάβει όχι μόνο πολύ υλικό δευτερεύουσας σημασίας, αλλά θα έπρεπε να διακόπτει συχνά την πορεία της σκέψης του […] Έτσι, ο μόνος τρόπος προσέγγισης του ζητήματος που έχει τη θέση εδώ είναι ο λογικός. Αυτός όμως στην πραγματικότητα δεν είναι τίποτε άλλο, παρά ο ιστορικός τρόπος απαλλαγμένος από την ιστορική μορφή και από τις ενοχλητικές συμπτώσεις. Με ό,τι αρχίζει αυτή η ιστορία, μ’ αυτό πρέπει να αρχίσει και η πορεία της σκέψης και η παραπέρα συνέχισή της δε θα είναι τίποτε άλλο, από το καθρέφτισμα της ιστορικής πορείας σε αφηρημένη και θεωρητικά συνεπή μορφή. Ένα διορθωμένο καθρέφτισμα, διορθωμένο όμως σύμφωνα με τους νόμους που μας προσφέρει η ίδια η πραγματική ιστορική πορεία, όπου το καθετί μπορεί να εξεταστεί στο σημείο ανάπτυξης της πλήρους ωριμότητάς του, της κλασικής του μορφής»5.

Δύο σελίδες αργότερα ο Ένγκελς γράφει ότι σε αυτή τη μέθοδο η λογική ανάπτυξη δεν είναι καθόλου αναγκαίο να περιοριστεί στο καθαρά αφηρημένο πεδίο. Αντίθετα, χρειάζεται την ιστορική απεικόνιση, τη διαρκή επαφή με την πραγματικότητα.

Εκείνοι, τώρα, που ακολουθούν αυτή την αντίληψη τονίζουν ότι ο καπιταλισμός έχει το χαρακτήρα προτσές. Ο καπιταλισμός εμφανίστηκε ιστορικά. Η ύπαρξη των προκαπιταλιστικών εμπορευματο-χρηματικών σχέσεων αποτελεί τόσο λογική όσο και ιστορική προϋπόθεσή του. Αποτελεί λογική προϋπόθεσή του γιατί αποτελεί ιστορική προϋπόθεσή του και αποτελεί ιστορική προϋπόθεσή του γιατί αποτελεί λογική προϋπόθεσή του. Ο καπιταλισμός αναπτύσσεται ιστορικά από τις προκαπιταλιστικές μορφές της εμπορευματικής και χρηματικής οικονομίας, στην πορεία αυτής της ανάπτυξης δημιουργεί για τον εαυτό του τα ίδια τα θεμέλια της περαιτέρω ανάπτυξής του και αυτή η περαιτέρω ανάπτυξή του πάνω στα δικά του θεμέλια υπερβαίνει τα δικά του όρια. Ο καπιταλισμός αναπαράγει τον εαυτό του, αλλά δεν τον αναπαράγει απλά με ταυτόσημο τρόπο. Τον αναπαράγει με ταυτόσημο και μη-ταυτόσημο τρόπο. Παράγει πάντα εκ νέου τις δικές του προϋποθέσεις, αλλά δεν τις παράγει πάντα ως ίδιες. Ο καπιταλισμός έχει μία ιστορία. Μία ιστορία όχι μόνο με την έννοια μιας διαδοχής διαφορετικών γεγονότων, αλλά μία ιστορία με την έννοια μιας ανάπτυξης που ακολουθεί καθορισμένα αναγνωρίσιμα μοτίβα – αναγνωρίσιμους ιστορικούς νόμους.

Ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής αποτελεί συνεπώς το ιστορικό προϊόν των εμπορευματικών και χρηματικών σχέσεων, οι οποίες έχουν αναπτυχθεί σε αντιστοιχία με την εσωτερική σε αυτές λογική. Η ίδια η σχέση του κεφαλαίου βρίσκεται σε διαρκή ανάπτυξη· αυτή η ανάπτυξη μπορεί να συναχθεί «λογικά» από την έννοιά της και να ανιχνευτεί ιστορικά. Ο χαρακτήρας προτσές που έχει, η ιστορική δυναμική του, δεν αποτελούν στοιχεία εξωτερικά του καπιταλισμού, αλλά στοιχεία της ίδιας του της ουσίας. Γι’ αυτό, αυτή η ιστορική δυναμική πρέπει να εγγραφεί στην έννοια της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας. Έννοια και Ιστορία διαπλέκονται αναγκαστικά μεταξύ τους, γιατί οι έννοιες, για τις οποίες γίνεται εδώ λόγος, πρέπει να αποτυπώσουν ένα ιστορικό προτσές: Τη γέννηση, την ύπαρξη και το θάνατο του καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού.

 

Η ΝΕΑ ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΤΟΥ ΜΑΡΞ

Η Νέα Ανάγνωση του Μαρξ υποστηρίζει μία ριζικά διαφορετική αντίληψη. Ισχυρίζεται ότι ο Ένγκελς διαστρέβλωσε χονδροειδώς το Μαρξ. Σύμφωνα με τη Νέα Ανάγνωση του Μαρξ, η οπτική του Ένγκελς δε διαφέρει απλώς από την οπτική του Μαρξ στο ένα ή το άλλο επιμέρους ζήτημα, αλλά αποτελεί το ακριβώς αντίθετό της. Ο ισχυρισμός, λέει, της ύπαρξης μίας λογικής-ιστορικής μεθόδου στο Μαρξ αποτελεί χονδροειδή ανοησία. Για να στηρίξει αυτούς τους ισχυρισμούς της, η Νέα Ανάγνωση του Μαρξ επικαλείται από τη μαρξική βιβλιογραφία κυρίως τις διατυπώσεις εκείνων των κειμένων του Μαρξ που γράφτηκαν χρόνια πριν το «Κεφάλαιο». Τα σημαντικότερα από αυτά είναι αναμφισβήτητα οι «Βασικές γραμμές της κριτικής της πολιτικής οικονομίας» (Grundrisse einer Kritik der politischen Ökonomie), μία συλλογή χειρόγραφων από τα έτη 1857 και 1858. Αυτά τα χειρόγραφα δεν προορίζονταν για δημοσίευση, αλλά υπηρετούσαν το σκοπό της κατανόησης των ίδιων του των σκέψεων (Selbstverständigung). Αυτά τα χειρόγραφα μας επιτρέπουν να ρίξουμε μια ματιά στο εργαστήριο του Μαρξ, δείχνουν την πάλη του με διάφορα, ακόμα και μεθοδολογικά, ζητήματα. Σε ένα βιβλίο συγκεντρώθηκαν για πρώτη φορά το 1939 στη Μόσχα. Οι σοβιετικοί εκδότες τους είναι αυτοί που τους έδωσαν ακόμα και τον κοινό τους τίτλο.

Σε ορισμένα από αυτά τα χειρόγραφα βρίσκονται θέσεις οι οποίες ακούγονται πολύ διαφορετικές από αυτές που είχε ισχυριστεί ο Ένγκελς. Παρουσιάζω μόνο εκείνα τα κείμενα που έχουν παρατεθεί τις περισσότερες φορές:

«Κατά συνέπεια, θα ήταν ακατόρθωτο και λανθασμένο να ακολουθήσουμε στην ανάλυσή μας τις οικονομικές κατηγορίες με τη σειρά που υπήρξαν καθοριστικές ιστορικά. Αντίθετα, η διαδοχή της ανάλυσής τους καθορίζεται από τη σχέση που έχουν η μία με την άλλη στη σύγχρονη αστική κοινωνία, η οποία είναι ακριβώς η αντίστροφη από εκείνη που εμφανίζεται σαν η φυσική τους σχέση ή από εκείνη που αντιστοιχεί στην ιστορική εξέλιξη»6.

Εδώ διαχωρίζεται η εννοιολογική παρουσίαση του καπιταλισμού που έχει ήδη εμφανιστεί από την παρουσίαση της εμφάνισής του. Η ιστορική διαμόρφωση και η εννοιολογική παρουσίαση της κεφαλαιακής σχέσης τοποθετούνται η μία δίπλα –και μάλιστα ενάντια– στην άλλη. Αυτός ο διαχωρισμός, ακόμα και η αντιπαράθεση, μεταξύ τους, υποστηρίζεται σταθερά από τη Νέα Ανάγνωση του Μαρξ. «Το Κεφάλαιο», τώρα, το οποίο γράφτηκε χρόνια αργότερα, ερμηνεύεται με αφετηρία αυτήν και μερικές ακόμα θέσεις από τις «Grundrisse». Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, η εννοιολογική παρουσίαση στο «Κεφάλαιο» δεν περιλαμβάνει επομένως στο αντικείμενό της καθόλου την ιστορική ανάπτυξη, αλλά πάντα μόνο τον ήδη πλήρως αναπτυγμένο καπιταλισμό. Δεν περιγράφει κανένα ιστορικό προτσές, αλλά μια δομή που αναπαράγεται μόνη της με συνεχώς ταυτόσημο τρόπο. Ο καπιταλισμός παράγει ξανά και ξανά τα δικά του θεμέλια και με αυτόν τον τρόπο τον ίδιο του τον εαυτό. Τελεία.

Αν ακολουθήσουμε την ερμηνεία της Νέας Ανάγνωσης του Μαρξ, τότε ο καπιταλισμός έχει μεν φυσικά μια ιστορία γεγονότων, εμφανίστηκε κάποτε κάπως και σαφώς από τότε έχουν συντελεστεί και διάφορα. Ίσως εξαφανιστεί κάποτε και πάλι, ποιος ξέρει; Όλα αυτά όμως δεν έχουν, υποτίθεται, καμία σχέση με τη μαρξική Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας. Η πραγματική ιστορία των τελευταίων αιώνων δεν αποτελεί, δήθεν, αντικείμενο της λογικής δομής που παρουσίασε ο Μαρξ στο «Κεφάλαιο», παραμένει εξωτερική ως προς αυτήν.

Η οπτική της Νέας Ανάγνωσης του Μαρξ είναι κατά συνέπεια στατική. Δεν μπορεί μάλιστα να είναι και τίποτα άλλο ακριβώς επειδή δε μελετά κανένα προτσές ανάπτυξης, αλλά πάντα ένα ήδη πλήρως αναπτυγμένο [σ.μ. σύστημα]. Αυτός ο βαθιά στατικός χαρακτήρας γίνεται καθαρός, μεταξύ άλλων σημείων, κι εκεί όπου οι εκπρόσωποι της Νέας Ανάγνωσης του Μαρξ περιγράφουν την αντίληψή τους για το αντικείμενο της μαρξικής Κριτικής της Οικονομίας. Ο Χάιντς-Ντίτερ Κιτ-στάινερ ισχυρίζεται ότι το σύστημα του Μαρξ αποτελεί μία «διατομή του παρόντος» (Querschnitt durch die Gegenwart). Ο Μίχαελ Χάινριχ και ο ακόλουθός του Ίνγκο Έλμπε κάνουν λόγο για παρουσίαση του καπιταλισμού στον «ιδεατό μέσο όρο» του. Είτε «διατομή του παρόντος» είτε «ιδεατός μέσος όρος», και στις δύο περιπτώσεις ο ίδιος ο ορισμός του αντικειμένου της μελέτης αποκλείει κιόλας τη σκέψη για προτσές ανάπτυξης. Τόσο οι διατομές του παρόντος όσο και οι ιδεατοί μέσοι όροι περιγράφουν καταστάσεις, όχι αναπτύξεις. Ο καπιταλισμός κατανοείται απλώς ως κάτι ίδιο με τον εαυτό του. Οτιδήποτε κι αν αλλάξει, δεν έχει –σύμφωνα με αυτή την αντίληψη– καμία σχέση με την έννοια του κεφαλαίου, με τη δομή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ως εδώ σκιαγράφησα, φυσικά σε γενικές γραμμές, και τις δύο αντίπαλες μεταξύ τους θέσεις. Ποιος έχει λοιπόν δίκιο; Η βασική θέση της Νέας Ανάγνωσης του Μαρξ είναι ότι ο Ένγκελς και όσοι τον ακολούθησαν κατάλαβαν εντελώς λάθος το μαρξισμό. Στο «Κεφάλαιο» δεν υπάρχει καμία διαπλοκή της εννοιολογικής και της ιστορικής ανάλυσης. Η ιδέα σύμφωνα με την οποία ο Μαρξ ασχολήθηκε με τη διερεύνηση ιστορικών αναπτύξεων είναι, λένε, λαθεμένη. Ο Ίνγκο Έλμπε συνάγει από αυτό ότι ο μέχρι τώρα μαρξισμός δεν ήταν τίποτα άλλο παρά απλή φημολογία για το Μαρξ.

Μπορεί αυτή η οπτική να στηριχτεί στη σχετική; Νομίζω πως όχι. Θα μπορούσε κανείς, ακόμα και χωρίς βαθιά γνώση των κειμένων, να διερωτηθεί πώς είναι άραγε δυνατόν για 100 ολόκληρα χρόνια όχι μόνο να είχε παρανοήσει τον Μαρξ ο ένας ή ο άλλος μαρξιστής, αλλά μέχρι την ευτυχή εμφάνιση της Νέας Ανάγνωσης του Μαρξ όλοι οι μαρξιστές να βρίσκονταν τόσο κοντά μεταξύ τους. Κυρίως θα μπορούσε κανείς να διερωτηθεί γιατί ο ίδιος ο Καρλ Μαρξ δεν παρατήρησε κατά τη διάρκεια της ζωής του ότι ερμηνεύτηκε από όλο τον κόσμο με εντελώς λαθεμένο τρόπο. Πώς ήταν δυνατό να μην τράβηξε την προσοχή του το γεγονός ότι ο φίλος του Φρίντριχ Ένγκελς υποστήριζε εντελώς διαφορετικές απόψεις από αυτόν τον ίδιο; Το κλασικό απόσπασμα που παρατέθηκε πιο πάνω, στο οποίο ο Ένγκελς κάνει λόγο για τη λογικο-ιστορική μέθοδο του Μαρξ, περιλαμβάνεται σε μία παρουσίαση του έργου του Μαρξ «Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας» το 1859. Αυτή την παρουσίαση την είχε στείλει ο Ένγκελς στο φίλο του προς κριτικό έλεγχο πριν τη δημοσίευση· στη συνοδευτική επιστολή παρακαλούσε ρητά το Μαρξ να διορθώσει τυχόν λάθη. Αυτό δε συνέβη ούτε σε αυτή ούτε σε καμία άλλη περίσταση αργότερα. Και φυσικά ο Ένγκελς εξέφρασε δημόσια τη γνώμη του αυτήν ξανά και ξανά και σε άλλα σημεία. Γιατί λοιπόν ο Μαρξ –του οποίου μάλιστα οι απόψεις, σύμφωνα με τη Νέα Ανάγνωση του Μαρξ, αντιστράφηκαν από τον Ένγκελς για δεκαετίες– δεν μπήκε ποτέ στον κόπο να διορθώσει τουλάχιστον τα πιο χονδροειδή λάθη του Ένγκελς;

Δεν είναι όμως μόνο το τεκμήριο του Ένγκελς που στέκεται ενάντια στο Νεομαρξισμό. Και στον ίδιο το Μαρξ βρίσκονται πάρα πολλά αποσπάσματα που αντιτίθενται με σαφήνεια στην οπτική της Νέας Ανάγνωσης του Μαρξ. Ακόμα και τα αγαπημένα για τους Νεομαρξιστές κείμενα που συγκεντρώθηκαν στις «Grundrisse» δεν επιχειρηματολογούν σε καμία περίπτωση τόσο ενιαία σε λογικίστικη κατεύθυνση όσο θέλει να μας κάνει να πιστέψουμε η εξαιρετικά επιλεκτική παράθεση αποσπασμάτων. Ακόμα κι εδώ βρίσκονται μεγάλα αποσπάσματα στα οποία ο Μαρξ διαπλέκει μεταξύ τους την εννοιολογική και την ιστορική ανάπτυξη. Επιπλέον, πιο σημαντικό, στα δικά μου μάτια, είναι το γεγονός ότι στις αρχές του 1858 ο Μαρξ οδηγήθηκε σε μία επανεξέταση των μεθοδολογικών ζητημάτων, όπως διαβάζουμε στην επιστολή του προς τον Ένγκελς στις 14 Γενάρη 1858.7 Αυτή η επιστολή συντάχτηκε μερικούς μήνες μετά τη συγγραφή τού –τόσο σημαντικού για την κατανόηση της μεθόδου της Νέας Ανάγνωσης του Μαρξ– μέρους από την Εισαγωγή στις «Grundrisse»· το τελευταίο γράφτηκε στα τέλη του Αυγούστου του 1857. Στα έργα του μετά το 1858, ο Μαρξ διαπλέκει συστηματικά την εννοιολογική και την ιστορική ανάπτυξη· με κάθε επεξεργασία των οικονομικών του κειμένων επεκτείνει περαιτέρω τη διαπλοκή αυτών των δύο.8

Για να αποδείξω αυτό τον ισχυρισμό, θα ήθελα να παραθέσω τρία αποσπάσματα ως αντιπροσωπευτικά μέρη του συνόλου. Όχι ως φιλολογική απόδειξη της αντίληψής μου, με μεμονωμένα αποσπάσματα δεν μπορεί άλλωστε κανείς να αποδείξει στα σοβαρά τίποτα. Δεν μπορώ να σας αποδείξω εδώ το επιχείρημά μου περί μη συμβατότητας της επιχειρηματολογίας της Νέας Ανάγνωσης του Μαρξ με τα κείμενα του Μαρξ, θέλω όμως τουλάχιστον να προσπαθήσω να το σκιαγραφήσω. Το πρώτο απόσπασμα προέρχεται από το έργο του Μαρξ «Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας» του 1859. Παραθέτω αυτό το απόσπασμα γιατί, ενώ το παραπάνω –δήθεν παραπλανητικό- απόσπασμα του Ένγκελς προέρχεται από μία παρουσίαση αυτού του έργου, ο ίδιος τρόπος σκέψης βρίσκεται και στο «Κεφάλαιο», όπως διαβάζουμε στη σελίδα 101 της συλλογικής έκδοσης Marx Engels Werke9 και τις επόμενες. Επίσης, στην «Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας» ο Μαρξ γράφει: «Πραγματικά, η διαδικασία της ανταλλαγής των εμπορευμάτων δεν εμφανίζεται αρχικά στους κόλπους των πρωτόγονων κοινοτήτων, αλλά στα σημεία που τελειώνουν, στα σύνορά τους, στα λίγα εκείνα σημεία στα οποία έρχονται σε επαφή με άλλες κοινότητες. Εδώ αρχίζει το ανταλλακτικό εμπόριο και από ’δω παρεισφρέει στο εσωτερικό της κοινότητας, στην οποία δρα αποσυνθετικά. […] Η βαθμιαία διεύρυνση του ανταλλακτικού εμπορίου, η αύξηση των ανταλλαγών και ο πολλαπλασιασμός των εμπορευμάτων που μπαίνουν στο ανταλλακτικό εμπόριο συντελούν στην ανάπτυξη του εμπορεύματος ως ανταλλακτικής αξίας και ωθούν προς τη διαμόρφωση του χρήματος, δρώντας έτσι διαλυτικά πάνω στο άμεσο ανταλλακτικό εμπόριο»10.

Εδώ περιγράφεται –πολύ αφηρημένα– ένα πραγματικό ιστορικό προτσές. Εδώ η εμφάνιση του χρήματος εξηγείται από την ιστορική ανάπτυξη του προκαπιταλιστικού ανταλλακτικού εμπορίου. Εδώ γίνεται σαφώς λόγος για εμπόρευμα και χρήμα σε κοινωνίες που υπήρχαν πολύ πριν τον καπιταλισμό. Και αν θέλαμε να προσεγγίσουμε αυτό το απόσπασμα στα συγκείμενα του κειμένου στο οποίο ανήκει, τότε θα προέκυπτε ότι βρίσκεται σε άμεση σχέση με την εννοιολογική ανάπτυξη του χρήματος από το εμπόρευμα. Αν η Νέα Ανάγνωση του Μαρξ είχε δίκιο, τότε ο Μαρξ δε θα έπρεπε να είχε γράψει ποτέ κάτι τέτοιο. Ο κεντρικός ισχυρισμός της Νέας Ανάγνωσης του Μαρξ είναι φυσικά ότι η ιστορική προσέγγιση και η λογική προσέγγιση είναι στο Μαρξ αυστηρά διαχωρισμένες και η έννοια του εμπορεύματος στο Μαρξ αναφέρεται πάντα μόνο στο εμπόρευμα στον ήδη πλήρως αναπτυγμένο καπιταλισμό.

Ο Μαρξ έρχεται με κάθε σαφήνεια σε αντίθεση με αυτή την άποψη –η οποία μάλιστα χαρακτηρίζεται από τον Βόλφγκανγκ Φριτζ Χάουγκ ως άρθρο πίστεως της Νέας Ανάγνωσης του Μαρξ– στο «Κεφάλαιο». Παραθέτω μία μόνο από τις πολλές σχετικές θέσεις: «Στην ύπαρξη του προϊόντος με τη μορφή του εμπορεύματος κρύβονται ορισμένοι ιστορικοί όροι. […] Αν ερευνούσαμε παραπέρα για να βρούμε: κάτω από ποιες συνθήκες όλα τα προϊόντα ή έστω μόνο η πλειονότητά τους παίρνουν τη μορφή του εμπορεύματος, θα βρίσκαμε ότι αυτό γίνεται μόνο πάνω στη βάση ενός ολότελα ειδικού τρόπου παραγωγής, του κεφαλαιοκρατικού. Μια τέτοια έρευνα θα βρισκόταν όμως έξω από τα πλαίσια της ανάλυσης του εμπορεύματος. Μπορεί να γίνεται παραγωγή εμπορευμάτων και κυκλοφορία εμπορευμάτων παρά το γεγονός ότι από τη μάζα των προϊόντων το σημαντικά μεγαλύτερο μέρος προορίζεται άμεσα για τις ανάγκες των ίδιων των παραγωγών, δεν μετατρέπεται σε εμπόρευμα και επομένως το κοινωνικό προτσές της παραγωγής δεν κυριαρχείται καθόλου σ’ όλο του το πλάτος και βάθος από την ανταλλακτική αξία. Για να εμφανιστεί το προϊόν σαν εμπόρευμα χρειάζεται σαν προϋπόθεση ένας τόσο αναπτυγμένος καταμερισμός της εργασίας μέσα στην κοινωνία, που να ’χει κιόλας συντελεστεί ο χωρισμός ανάμεσα στην αξία χρήσης και στην ανταλλακτική αξία, που μόλις αρχίζει στο άμεσο ανταλλακτικό εμπόριο. Μια τέτοια όμως βαθμίδα ανάπτυξης είναι κοινή στους πιο διαφορετικούς οικονομικούς κοινωνικούς σχηματισμούς»11.

Συνεπώς: η Νέα Ανάγνωση του Μαρξ ισχυρίζεται ότι το εμπόρευμα στο Μαρξ είναι πάντα μόνο το εμπόρευμα στον αναπτυγμένο καπιταλισμό, ενώ ο Καρλ Μαρξ μας λέει στο «Κεφάλαιο» το ακριβώς αντίθετο.

Για να παραθέσω άλλη μία –κάπως λιγότερο γνωστή– πηγή, ένα τρίτο απόσπασμα από την έκδοση «Κεφάλαιο 1.1.»12. Οι εκδότες αυτού του επανεκδοθέντος τον τελευταίο χρόνο μαρξικού κειμένου έδωσαν στο φυλλάδιό τους τον κατάλληλο τίτλο «Η σύνοψη του πρώτου τόμου του “Κεφαλαίου” από τον ίδιο το συγγραφέα». Ήδη στην αρχή του πρώτου μέρους αυτού του κειμένου αναφέρεται: «Το εμπόρευμα, ως θεμελιώδης μορφή του αστικού πλούτου, αποτέλεσε το αφετηριακό μας σημείο, την προϋπόθεσή μας για την εμφάνιση του κεφαλαίου. Από την άλλη, τώρα, τα εμπορεύματα εμφανίζονται ως το προϊόν του κεφαλαίου. Αυτή η κυκλική πορεία (Zirkellauf) της παρουσίασής μας αντιστοιχεί, ωστόσο, στην ιστορική ανάπτυξη του κεφαλαίου, για την εμφάνιση του οποίου η ανταλλαγή εμπορευμάτων και το εμπόριο με αυτά αποτελούν προϋποθέσεις που διαμορφώνονται στο έδαφος διαφορετικών βαθμίδων παραγωγής, που έχουν ως κοινό στοιχείο ότι σε αυτές η καπιταλιστική παραγωγή δεν υπάρχει ακόμα καθόλου ή υπάρχει μόνο σποραδικά. Από την άλλη, η ίδια η αναπτυγμένη εμπορευματική ανταλλαγή και η μορφή του εμπορεύματος ως γενικά αναγκαίας κοινωνικής μορφής του προϊόντος αποτελεί μόνο το προϊόν του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής».

Εδώ ο Μαρξ μας εξηγεί το τι έκανε στον πρώτο τόμο του «Κεφαλαίου». Μας λέει ρητά ότι η εννοιολογική και ιστορική ανάπτυξη αντιστοιχούν η μία στην άλλη. Κάνει σαφέστατα λόγο για εμπορευματικές σχέσεις στο έδαφος διάφορων προκαπιταλιστικών βαθμίδων παραγωγής, των οποίων η ανάπτυξη αποτελεί προϋπόθεση της ιστορικής ανάπτυξης του κεφαλαίου. Και σε αυτό το σημείο ο Μαρξ κάνει, λοιπόν, κάτι το οποίο δε θα επιτρεπόταν σε καμία περίπτωση να κάνει, σύμφωνα με τους νεομαρξιστές ερμηνευτές του. Κάτι που υποτίθεται ότι αποτελεί μόνο μια παρανόηση του Ένγκελς.

Όπως ήδη αναφέρθηκε, από μόνα τους τα μεμονωμένα αποσπάσματα δε λένε πολλά. Για την ανάπτυξη μιας πιο λεπτομερούς επιχειρηματολογίας για τη σχετική φιλολογία μού λείπει εδώ ο χρόνος κι εσάς πιθανώς η υπομονή. Μόνο προς χάριν της λογικής του επιχειρήματος, υποθέτω τώρα ότι όλοι σας έχετε μελετήσει προσεκτικά το βασικό μαρξικό έργο κι έχετε σκοντάψει όπως κι εγώ σε διάφορα κείμενα στα οποία ο Μαρξ διαπλέκει καθαρά την εννοιολογική και την ιστορική παρουσίαση, καθώς και σε διάφορα κείμενα όπου κάνει λόγο για εμπορευματικές και χρηματικές σχέσεις σε προκαπιταλιστικές κοινωνίες και στα οποία τοποθετεί αυτές τις προκαπιταλιστικές εμπορευματικές και χρηματικές σχέσεις σε μία γενετική σύνδεση με τις καπιταλιστικές σχέσεις. Κι επιπλέον, θα έχετε προσέξει κείμενα στα οποία ο Μαρξ μας τονίζει τάσεις ανάπτυξης που υπερβαίνουν τον καπιταλισμό. Αν ισχύει αυτή η τολμηρή μου υπόθεση, τότε θα σας έρχεται στο μυαλό η ερώτηση αν, άραγε, οι εκπρόσωποι της Νέας Ανάγνωσης του Μαρξ δε γνωρίζουν τέτοιες θέσεις από τα κείμενα. Η απάντηση είναι: Eξαρτάται. Στα γερμανικά πανεπιστήμια έχει δημιουργηθεί όλα αυτά τα χρόνια ένα σημαντικό πλήθος από αποστόλους της Νέας Ανάγνωσης του Μαρξ –κυρίως στα μικρότερα εξάμηνα– με πολύ ελλειμματικές γνώσεις για το Μαρξ, οι οποίοι αντισταθμίζουν τις ελλείψεις τους στη γνώση των πηγών με έναν υπερβολικό ζήλο σε πίστη. Αν μπορώ να γενικεύσω τις προσωπικές μου εμπειρίες, τότε αυτοί οι άνθρωποι δεν αμφιβάλλουν στην πραγματικότητα ούτε δευτερόλεπτο για το ότι η νεομαρξιστική ερμηνεία της Νέας Ανάγνωσης του Μαρξ αποτελεί τη μοναδική αυθεντική ανακατασκευή της μαρξικής σκέψης.

Όπως είναι αυτονόητο, όμως, υπάρχουν και πιο έξυπνοι εκπρόσωποι της Νέας Ανάγνωσης του Μαρξ, στους οποίους είναι πλήρως γνωστά τα κείμενα του Μαρξ που έρχονται σε αντίθεση με τις δικές τους απόψεις. Ακριβώς γι’ αυτό το λόγο το επίκεντρο της νεομαρξιστικής επιχειρηματολογίας έχει μετατοπιστεί σημαντικά στην πορεία των χρόνων. Στην αρχή έλεγαν ότι ήδη ο Ένγκελς διαστρέβλωσε χονδροειδώς το Μαρξ, ενώ στη συνέχεια ο παραδοσιακός μαρξισμός που ακολούθησε τον Ένγκελς απλά δεν κατάλαβε τον Μαρξ. Σήμερα λένε ότι ο Καρλ Μαρξ δεν είχε καταλάβει σωστά τον ίδιο του τον εαυτό. Στο μεταξύ, στον παραδοσιακό μαρξισμό παραχωρείται με απροθυμία το δικαίωμα να αξιοποιεί το Μαρξ, αν και όχι τα πλέον κατάλληλα κείμενά του. Στο Μαρξ καταλογίζεται σήμερα ότι είναι βαθιά αντιφατικός διανοητής. Γίνεται λόγος για αμφιταλαντεύσεις του Μαρξ, για έναν εξωτερικό και έναν απόκρυφο Μαρξ. Ο πρώτος είναι ένας χεγκελιανός ιδεολόγος, ο τελευταίος ένας κριτικός Νέος Αναγνώστης του Μαρξ. Παραθέτω τρία μόνο από τα αμέτρητα σχετικά αποσπάσματα του Μίχαελ Χάινριχ:

«Δεν είναι λοιπόν μόνο η αυτοκατανόηση του Μαρξ που είναι ελλιπής, αλλά και η ίδια η ανάπτυξη των κατηγοριών που κάνει, παραμένει σε κρίσιμα σημεία αμφιλεγόμενη».

«Όπως έδειξα στο έκτο κεφάλαιο, ο Μαρξ παρέμεινε στην παρουσίαση της θεωρίας της αξίας αμφιλεγόμενος…».

«Ακόμα και στο Μαρξ μπορούμε να βρούμε τα δύο αναφερόμενα λάθη και μία ντετερμινιστική αντίληψη της ιστορίας που οικοδομείται πάνω σε αυτά».

Οι Νεομαρξιστές διάβασαν λογικίστικα το Μαρξ. Δεν μπορούσαν παρά να διαπιστώσουν ότι ο Μαρξ έρχεται επανειλημμένα σε αντίθεση με τη δική τους οπτική. Από αυτό το γεγονός, τώρα, δε βγάζουν το συμπέρασμα ότι θα μπορούσε να είναι λαθεμένη η δική τους ερμηνεία του Μαρξ, αλλά χρεώνουν στο Μαρξ ελλιπή αυτοκατανόηση. Στο μεταξύ, βασικά κείμενα του Μαρξ, και μάλιστα ιδιαίτερα τα πιο ύστερα έργα του, απορρίπτονται από τη Νέα Ανάγνωση, χαρακτηρίζονται ως απλώς διακηρύξεις ή παρερμηνεύσιμες εκλαϊκεύσεις. Αντίθετα, επικαλούνται με βερμπαλισμούς όλο και πιο ξεκομμένα κομμάτια από αποσπάσματα· η τέχνη της απομόνωσης και της αποκοπής από τα συμφραζόμενα μεμονωμένων παραγράφων, λίγων προτάσεων, ακόμα και λέξεων, βρίσκεται σε πλήρη άνθιση. Εδώ και πολύ καιρό όμως, ακόμα και αυτό δεν αρκεί πια. Η μαρξική θεωρία έχει φτάσει να θεωρείται από μεγάλα τμήματα του ρεύματος ως ένα συνονθύλευμα αντιφατικών ιδεών και μελετών, το οποίο το πολύ-πολύ θα μπορούσε να αξιοποιηθεί ως λατομείο [σ.μ. ιδεών]. Με τα λόγια του Ίνγκο Έλμπε αυτό εκφράζεται ως εξής: «Ιδιαίτερα σε αυτό το σημείο, όμως, μπορεί να διαπιστωθεί ότι η έννοια της ανακατασκευής του Μπάκχαους εγκαταλείπει το πεδίο μιας κριτικής της εκλαΐκευσης, στην πραγματικότητα ακόμα και το πεδίο γενικά μιας ανακατασκευής. Δηλαδή αυτός συνιστά να μην εκκινούμε πια από ενυπάρχοντα στο μαρξικό έργο ανακατασκευάσιμα συλλογιστικά μοτίβα ή αλληλεπικαλυπτόμενες και συγκεχυμένες μελέτες, αλλά να ομαδοποιήσουμε εκ νέου θραύσματα από την κριτική της Πολιτικής Οικονομίας με άλλα θεωρητικά εργαλεία, για να λύσουμε τα προβλήματα που σημειώνονται σε αυτό».

Εγώ δεν συμφωνώ με αυτά. Δεν ισχυρίζομαι ότι το μαρξικό «Κεφάλαιο» είναι αντιφατικό, αλλά απλά ότι η Νέα Ανάγνωση του Μαρξ το έχει ερμηνεύσει με λαθεμένο τρόπο. Η βασική αντίθεση δε βρίσκεται ανάμεσα στον Μαρξ και τον Ένγκελς, ούτε καν ανάμεσα στο Μαρξ και το …Μαρξ. Βρίσκεται ανάμεσα στο Μαρξ και τους Νεομαρξιστές ερμηνευτές του.

Η αιτιολόγηση με την οποία η Νέα Ανάγνωση του Μαρξ θέλει να αγνοήσει το γεγονός ότι η ερμηνεία που κάνει στο Μαρξ διαψεύδεται με κάθε σαφήνεια από τον ίδιο το Μαρξ, προκαλεί απελπισία. Παλαιότερα μας λέγανε ότι οι μαρξιστές δεν καταλάβαιναν καλά το Μαρξ γιατί αρνούνταν να τον μελετήσουν επιμελώς. Σήμερα μας λένε ότι δεν πρέπει να παίρνουμε και πολύ στα σοβαρά αυτά που έγραψε ο Μαρξ γιατί τα κείμενά του είναι εντελώς αντιφατικά. Τη δεκαετία του 1970 κατηγορούσαν τους μαρξιστές ότι κατανοούσαν το Μαρξ ιδεολογικά, με μοναδικό κριτήριο την εκάστοτε κομματική γραμμή· η Νέα Ανάγνωση του Μαρξ απαιτούσε τότε να μαθαίνουμε το Μαρξ αμερόληπτα. Σήμερα μας λένε ότι πριν διαβάσουμε το Μαρξ χρειαζόμαστε μια εισαγωγή από τους επιλεγμένους νεομαρξιστές ερμηνευτές.

Κι εδώ, μετά τη φάρσα, ακολουθεί για άλλη μία φορά η τραγωδία. Η Νέα Ανάγνωση της δεκαετίας του 1970 ήταν ήδη στα μάτια μου λάθος. Αλλά ήταν ένα μεγάλο, ένα αναγκαίο, ένα παραγωγικό λάθος. Έθεσε δικαιολογημένα ερωτήματα, ανέδειξε προβλήματα. Μας έθεσε προ καθηκόντων που εμείς εν μέρει δεν έχουμε λύσει ακόμα. Η απόρριψη της διαπλοκής της λογικής και της ιστορικής ανάλυσης ήταν από την αρχή λαθεμένη, αλλά τα επιχειρήματα με τα οποία υποστηριζόταν αυτή η απόρριψη έδειξε ότι εδώ υπάρχουν ανοιχτά ζητήματα. Παρ’ όλη την αντιπαλότητα στο ζήτημα, χρωστάμε μεγάλη ευγνωμοσύνη σε έναν Μπάκχαους και σε έναν Κιτστάινερ. Όσον αφορά το αν μπορούμε να αναγνωρίσουμε το ίδιο και στους σύγχρονους εκπροσώπους της Νέας Ανάγνωσης του Μαρξ, έχω τις αμφιβολίες μου. Πολλοί από αυτούς έχουν αποχαιρετήσει το Μαρξ εδώ και πολύ καιρό. Αυτό που κάνουν δεν είναι πια μια ερμηνεία του Μαρξ, αλλά μια αποδιάρθρωση του Μαρξ κάτω από ψευδεπίγραφη σημαία. Ο Βόλφγκανγκ Φριτζ Χάουγκ ασκεί κριτική στο δημοφιλή νεομαρξιστή συγγραφέα εισαγωγικών κειμένων Χάινριχ λέγοντας ότι, θυσιάζοντας τη διαλεκτική στη Λογική, η εισαγωγή κατάντησε διαφυγή από το μαρξισμό. Αυτή η κρίση δεν ισχύει μόνο για τον Μίχαελ Χάινριχ, αλλά ισχύει και για άλλους, ακόμα περισσότερο απ’ ό,τι γι’ αυτόν.

 

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Στην αρχή υπερασπίστηκα τη θέση ότι το επίδικο της όλης αντιπαράθεσης είναι κάτι πολύ ευρύτερο του φιλολογικού. Ο χρόνος της εισήγησής μου τρέχει, αλλά δε θέλω να περάσουμε στη συζήτηση πριν παραθέσω μερικούς ισχυρισμούς για το ζήτημα των πολιτικών συνεπειών της αντιπαράθεσης. Ισχυρίζομαι ότι πίσω από τη διαμάχη για το ένα ή το άλλο τσιτάτο του Μαρξ βρίσκεται η διαμάχη για την Ιστορία της Φιλοσοφίας, της Φιλοσοφίας γενικά. Πρόκειται για το ζήτημα αν μπορούμε να γνωρίσουμε τους νόμους της ιστορικής εξέλιξης ή όχι. Ακριβέστερα: Για το αν ο Μαρξ αναδεικνύει στο «Κεφάλαιο» τους θεμελιώδεις νόμους της ανάπτυξης του καπιταλισμού, αν μελετά την ιστορική εμφάνιση, την εσωτερική ιστορικότητά του και τα ιστορικά του όρια. Πρόκειται για το ζήτημα αν ο καπιταλισμός έχει ιστορία, αν αποτελεί έναν ιστορικά πεπερασμένο κοινωνικό σχηματισμό. Ή –και αυτή είναι η αντίθετη άποψη– αν ο Μαρξ περιγράφει στο «Κεφάλαιο» μία δομή που αναπαράγεται πάντα με ταυτόσημο τρόπο. Μία δομή η οποία, παρόλο που μπορεί κάπως να εμφανίστηκε, η εμφάνιση και η εξαφάνισή της δεν αποτελούν αντικείμενο της εννοιολογικής ανάλυσης του «Κεφαλαίου», η εμφάνιση και η εξαφάνισή της δεν μπορούν γενικά να κατανοηθούν εννοιολογικά. Αν είχε δίκιο η Νέα Ανάγνωση του Μαρξ, τότε αυτό που έκανε ο Μαρξ στο «Κεφάλαιο» θα πρέπει να είναι η ανάδειξη της ιδέας ενός κοινωνικού σχηματισμού, ο οποίος καταρχήν είναι σε θέση να αναπαράγεται χωρίς να γνωρίζει ιστορικά όρια.

Έτσι φτάνουμε στην πολιτική. Βρίσκει ένα πολιτικό κίνημα που θέλει να ξεπεράσει τον καπιταλισμό σημεία αναφοράς στην ίδια την ανάπτυξη του καπιταλισμού; Είναι η ίδια η ανάπτυξή του αυτή που τείνει πέρα από αυτόν; Παράγει ο καπιταλισμός αντιφάσεις που δεν μπορούν να λυθούν στο πλαίσιο αυτού του συστήματος και που υποσκάπτουν εντέλει τα ίδια του τα θεμέλια; Παράγει ο ίδιος, όπως αναφέρεται τόσο στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο όσο και στο «Κεφάλαιο», το νεκροθάφτη του; Ή δεν υπάρχει στην ανάπτυξη του υπάρχοντος κοινωνικού συστήματος κανένα σημείο αναφοράς για μία επαναστατική πολιτική, επειδή αυτό το κοινωνικό σύστημα δεν αναπτύσσεται καθόλου αλλά παραμένει πάντα το ίδιο; Αν ίσχυε το τελευταίο, τότε το περισσότερο που θα μπορούσαμε να κάνουμε, θα ήταν να προτάξουμε –μέσω μίας αφηρημένης οπτικής που εκκινεί από αφετηρίες πέραν της υπαρκτής πραγματικότητας– την πλήρη απόρριψη του υπάρχοντος και τη μετάβαση από το άσχημο παρόν προς μία άλλη, απροσδιόριστη τάξη πραγμάτων. Αυτό θα σήμαινε ότι στη θέση της διαλεκτικής ανάπτυξης μπαίνει το βολονταριστικό άλμα – ή μάλλον το «Μεγάλο ξενοδοχείο η Άβυσσος»13 (Grand Hotel Abgrund), η «κριτική» εγκατάσταση στην αμετάβλητη Fatum des Status Quo (μοίρα της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων). Εν ολίγοις: Πρόκειται για το ερώτημα αν ο Μαρξ εξέλιξε το σοσιαλισμό από ουτοπία σε επιστήμη ή αν ο μαρξισμός πρέπει να μετατραπεί από επιστήμη και πάλι σε ουτοπία.

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Αυτό που έκανα εδώ ήταν μια ομιλία και όχι ένα σεμινάριο πάνω στο θέμα. Στο πλαίσιο αυτής της ομιλίας ούτε μπορώ να αιτιολογήσω επαρκώς τη δική μου θέση ούτε να παραχωρήσω στα επιχειρήματα των αντιπάλων μου τον απαιτούμενο χώρο, γι’ αυτό δεν μπορώ εδώ να διαχωρίσω τη θέση μου από αυτούς όπως θα έπρεπε. Μπορώ μόνο να επιστήσω την προσοχή σας στο ότι υπάρχει διαπάλη γύρω από το θέμα. Μπορώ μόνο να ζητήσω από εσάς να μην εμπιστεύεστε σε καμία πλευρά την κατηγορηματική βεβαιότητα ότι αυτοί είναι που ξέρουν τι εννοούσε πραγματικά ο Μαρξ και ότι όποιος λέει άλλα, είναι δογματικός ιδεολόγος· αυτός που μιλάει έτσι δεν αξίζει καθόλου την προσοχή σας. Μπορώ μόνο να σας παρακαλέσω να αντιμετωπίζετε με τη μεγαλύτερη δυσπιστία όποιον δηλώνει τέτοια πράγματα. Να μην πιστεύετε ούτε λέξη του χωρίς έρευνα. Να μην πιστεύετε ούτε εμένα, να μην πιστεύετε ούτε τους αντιπάλους μου. Διαβάστε το Μαρξ με ανοιχτά μάτια. Αποφύγετε τον πειρασμό να σχηματίσετε προκαταβολική κρίση από διάφορες ερμηνείες, πριν γνωρίσετε μόνοι σας τα κείμενα. Όλα αυτά θα έπρεπε να είναι αυτονόητα, αλλά όσο περισσότερο παρακολουθώ τις συζητήσεις γύρω από το Μαρξ στη Γερμανία, τόσο περισσότερο καταλήγω στην πεποίθηση ότι όλα αυτά κάθε άλλο παρά είναι αυτονόητα.

Το άλλο που ήθελα να κάνω με την παρέμβασή μου είναι να αναδείξω την πολιτική διάσταση αυτής της μεθοδολογικής διαμάχης. Αν υπάρχει ένα σημείο, στο οποίο συμφωνώ απόλυτα με τη Νέα Ανάγνωση του Μαρξ, τότε αυτό είναι το σημείο που ξεχωρίζει ο Κιτστάινερ: «Όλοι οι συμμετέχοντες στην αντιπαράθεση έχουν, ωστόσο, επίγνωση του γεγονότος ότι το ζήτημα για την ενότητα του “λογικού” και του “ιστορικού” αποτελεί κεντρικό θέμα της ερμηνείας του Μαρξ, το οποίο έχει σημαντικές πρακτικές και πολιτικές συνέπειες».

Ο Ίνγκο Έλμπε ονομάζει αυτές τις συνέπειες: «Όσον αφορά το περιεχόμενό της [σ.μ. η Νέα Ανάγνωση του Μαρξ] αποτελεί απομάκρυνση από τρεις θέσεις του παραδοσιακού μαρξισμού: Απομάκρυνση από την ουσιοκρατική θεωρία της αξίας, απομάκρυνση από τη χειραγωγητική-εργαλειακή θεωρητική αντίληψη του κράτους, καθώς και απομάκρυνση από επικεντρωμένες στο εργατικό κίνημα και “εργατο-οντολογικές” ή ακόμα και γενικά επαναστατικο-θεωρητικές ερμηνείες της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας».

Αν μεταφράσουμε από τη νεομαρξιστική αργκό του Έλμπε στα γερμανικά, τότε καταλαβαίνουμε ότι η Νέα Ανάγνωση του Μαρξ αποτελεί απομάκρυνση, πρώτον, από την εργασιακή θεωρία της αξίας, δεύτερον, από την αντίληψη ότι τα κράτη είναι ταξικά κράτη, κατά συνέπεια το αστικό κράτος είναι το κράτος της αστικής τάξης και τρίτον, από το εργατικό κίνημα ή ακόμα και γενικά από την επιστημονικά θεμελιωμένη επαναστατική προοπτική. Αν αυτός είναι ο νέος Μαρξ, τότε εγώ προτιμώ τον παλιό.


ΣημειώσειςΣημειώσεις

*  Το κείμενο αυτό, με τον υπότιτλο «Σχόλια πάνω σε μία μεθοδολογική διαμάχη και τις πολιτικές της προεκτάσεις», δημοσιεύτηκε στο γερμανικό θεωρητικό περιοδικό «Marxi-stische Blätter», τ. 6/2010. Ο Holger Wendt είναι Δρ. Οικονομικών Επιστημών.
1. Ο W. Seppmann είναι Δρ. Κοινωνιολογίας, συγγραφέας και συνεκδότης του θεωρητικού περιοδικού «Marxistische Blätter».
2. Σ.μ.: Με το επίθετο «μαρξικός» ο συγγραφέας αναφέρεται στα κείμενα και τη σκέψη του ίδιου του Κ. Μαρξ, ενώ με το επίθετο «μαρξιστικός» στα κείμενα και τη σκέψη όσων επικαλούνται τον Κ. Μαρξ.
3. Σ.μ.: Ο συγγραφέας φαίνεται εδώ, καθώς και σε διάφορα σημεία στη συνέχεια του κειμένου, να ταυτίζει το «λογικό» με το «εννοιολογικό» και, αντίστοιχα, τη «λογική ανάπτυξη» με την «εννοιολογική ανάπτυξη». Αξίζει να σημειωθεί ότι μια τέτοια θεώρηση δεν υιοθετείται από όλους τους μαρξιστές που έχουν ασχοληθεί με το θέμα. Διαπρεπείς σοβιετικοί μαρξιστές φιλόσοφοι, όπως οι Μ.Μ. Ρόζενταλ, Ε.Β. Ιλιένκοφ κ.ά. που έχουν καταπιαστεί με τη διαλεκτική μέθοδο του «Κεφαλαίου», τοποθετούνται διαφορετικά ως προς τη σχέση λογικού - ιστορικού. Μια επιμέρους πλευρά έχει να κάνει με την επισήμανση ότι οι λογικές μορφές δεν εξαντλούνται στις έννοιες. Μια πιο ουσιαστική έχει να κάνει με το ότι οι προαναφερθέντες μαρξιστές φιλόσοφοι τοποθετούνται με αφετηριακή θέση ότι η λογική γνώση αντανακλά την ιστορική πορεία ανάπτυξης της αντικειμενικής πραγματικότητας. Με άλλα λόγια, δηλαδή, υποστηρίζουν ότι η νόηση αντανακλά την αντικειμενική πραγματικότητα σε αντιστοιχία με τους νόμους ανάπτυξης αυτής. Έτσι, η διαλεκτική σχέση λογικού και ιστορικού αφορά τόσο την ανάπτυξη της γνώσης της αντικειμενικής πραγματικότητας όσο και την ιστορική ανάπτυξη της κοινωνικής πρακτικής και εν γένει της αντικειμενικής πραγματικότητας.
4. Σ.μ. Ο χαρακτηρισμός αυτός προέρχεται από το μυθιστόρημα του γερμανόφωνου Ελβετού συγγραφέα Μαξ Φρις (Max Frisch) με τίτλο «Mein Name sei Gantenbein» («Ας υποθέσουμε ότι το όνομά μου είναι Γκάντενμπαϊν») που γράφτηκε τη δεκαετία του 1960. Το μυθιστόρημα αφορά την αναζήτηση της πραγματικής προσωπικής ταυτότητας του σύγχρονου δυτικού ανθρώπου.
5. Κ. Μαρξ: «Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2010, σελ. 370-371 (Παράρτημα ΙΙ, Φρ. Ένγκελς: «Η “Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας” του Καρλ Μαρξ»).
6. Κ. Μαρξ: «Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2010, σελ. 349 (Παράρτημα Ι, «Εισαγωγή στην Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας»).
7. Σ.μ.: Κατά πάσα πιθανότητα ο ομιλητής κάνει λάθος στην ημερομηνία της επιστολής, αφού στις 14 Γενάρη 1858 δεν υπάρχει καταγεγραμμένη επιστολή του Μαρξ προς τον Ένγκελς. Πιθανότατα αναφέρεται στην επιστολή του Μαρξ προς τον Ένγκελς στις 16 Γενάρη 1858 στην οποία γράφει: «Στη μέθοδο της επεξεργασίας του υλικού με βοήθησε πολύ το γεγονός ότι by mere acccident (από απλό ατύχημα) –ο Φράιλιγκραθ βρήκε ορισμένους τόμους του Χέγκελ που ανήκαν αρχικά στον Μπακούνιν και μου τους έστειλε ως δώρο– ξεφύλλισα και πάλι τη Λογική του Χέγγελ. Αν ποτέ έρθει η στιγμή που καταστεί αναγκαίο και πάλι, θα χαιρόμουν πολύ να έγραφα 2-3 τυπογραφικά φύλλα για να κάνω προσιτό στον κοινό αναγνώστη το ορθολογικό στοιχείο της μεθόδου που ανακάλυψε ο Χέγκελ αλλά ταυτόχρονα μυστικοποίησε».
8. Σ.μ.: Με ακόμα πιο ξεκάθαρο τρόπο τοποθετείται ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα ο Μαρξ στον επίλογο της δεύτερης έκδοσης του «Κεφαλαίου», όπου σημειώνει μεταξύ άλλων τα εξής: «Ο τρόπος της έκθεσης πρέπει να διαφέρει τυπικά από τον τρόπο της έρευνας. Η έρευνα πρέπει ν’ αφομοιώσει την ύλη στις λεπτομέρειες και ν’ ανακαλύψει τον εσωτερικό τους δεσμό. Μόνο όταν θα έχει τελειώσει αυτή η δουλιά, μπορεί να παρασταθεί όπως πρέπει η πραγματική κίνηση. Κι όταν επιτευχθεί αυτό έτσι που η ζωή της ύλης να καθρεφτίζεται ιδεατά, τότε μπορεί να φαίνεται σα νάχει να κάνει κανείς με ένα a priori [εκ των προτέρων] οικοδόμημα» (Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», τ. 1. εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 25). 
  9. Σ.μ.: Οι σελίδες αυτές ανήκουν στο δεύτερο κεφάλαιο του πρώτου τόμου του «Κεφαλαίου» με τίτλο «Το προτσές της ανταλλαγής» και πιο συγκεκριμένα στις σελ. 100-106 της ελληνικής έκδοσης.
10. Κ. Μαρξ: «Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2010, σελ. 67-68.
11. Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», τ. Ι, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2002, σελ. 182. 
12. Σ.μ.: Πρόκειται για την έκδοση που περιλαμβάνει το κείμενο του Μαρξ με τίτλο «Πρώτο βιβλίο. Το προτσές της παραγωγής του κεφαλαίου. Έκτο κεφάλαιο. Αποτελέσματα της άμεσης διαδικασίας της παραγωγής», το οποίο γράφτηκε το διάστημα 1863-1865. Το κείμενο προοριζόταν αρχικά ως τελευταίο (έκτο) κεφάλαιο του πρώτου τόμου, αλλά τελικά επιλέχτηκε από το Μαρξ να μη συμπεριληφθεί στην έκδοση του πρώτου τόμου του «Κεφαλαίου». Το κείμενο –το οποίο κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1933 στην ΕΣΣΔ– έχει το χαρακτήρα της σύνοψης του πρώτου τόμου και της εισαγωγής στο δεύτερο τόμο του «Κεφαλαίου». 
13 .Σ.μ.: Κατά την κριτική του στη Σχολή της Φρανκφούρτης, ο Γκέοργκ Λούκατς σημείωνε επικριτικά ότι τα μέλη της ζούσαν σε ένα «Μεγάλο Ξενοδοχείο “H Άβυσσος”», από την ταράτσα του οποίου ατένιζαν εν μέσω απολαυστικών γευμάτων την άβυσσο της ανθρώπινης δυστυχίας.