Στη διάρκεια της δεκαετίας του 1990, ξεκίνησε μια προσπάθεια αναδιατύπωσης της κυρίαρχης αστικής ιστοριογραφίας για τη σύγχρονη ελληνική ιστορία. Η συγκεκριμένη απόπειρα αποτελούσε ουσιαστικά τη συνέπεια της δυσμενούς -για την εργατική τάξη και τους άλλους εκμεταλλευόμενους- αλλαγής του διεθνούς ταξικού συσχετισμού δύναμης έπειτα από την καπιταλιστική παλινόρθωση στην ΕΣΣΔ και τις Λαϊκές Δημοκρατίες της Ανατολικής Ευρώπης.
Η αναδιατύπωση της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας αφορούσε και αφορά την αντικατάσταση μιας σοσιαλδημοκρατικής προσέγγισής της που επικράτησε από τη δεκαετία του 1980 και έπειτα, και η οποία λαθεμένα περιγράφεται ως η «αριστερή» ανάγνωση της ιστορίας. Στην πραγματικότητα, αποτελούσε το άλλο πρόσωπο της κυρίαρχης αστικής ιστοριογραφίας που -λόγω της παράδοσης του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος στην Ελλάδα και του διεθνούς συσχετισμού- θεωρήθηκε προσφορότερη στο να ενσωματώνει στην κυρίαρχη αστική ιδεολογία, λειαίνοντας τις «χοντροκομμένες» και γι' αυτό πλέον μη ανεκτές πλευρές της αντικομμουνιστικής μετεμφυλιακής ιστοριογραφίας, όχι για ν’ αμφισβητήσει την αστική εξουσία, αλλά για να την θωρακίσει προκρίνοντας μια διαφορετική πολιτική μορφή της.
Αυτό εξάλλου αποδεικνύεται και απ’ το γεγονός ότι, παρά τις θετικές αναφορές σε στιγμές του λαϊκού κινήματος, σε καμιά περίπτωση η σοσιαλδημοκρατική αστική ιστοριογραφία δε διέρρηξε τον ταξικό της προσανατολισμό, δηλαδή δεν «ανέχτηκε» την αμφισβήτηση αυτής καθαυτής της αστικής εξουσίας. Γι’ αυτό, ακόμα και στη διάρκεια της δεκαετίας του 1980, η επίσημη κρατική ιστοριογραφία συνέχιζε να ονοματίζει τον αγώνα του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ) ως «συμμοριτοπόλεμο», ενώ, όταν αναγνωρίστηκε ως εμφύλιος πόλεμος, περιγράφηκε στα σχολικά και τα πανεπιστημιακά εγχειρίδια ως το υπέρτατο κακό της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.
Βέβαια, να επισημάνουμε ότι το ξαναγράψιμο της σύγχρονης ιστορίας δεν αποτέλεσε ένα «ελληνικό φαινόμενο», αφού παρόμοιες διεργασίες πραγματοποιήθηκαν την ίδια περίοδο στο σύνολο των ευρωπαϊκών χωρών με επίκεντρο την αποτίμηση της ιστορίας του Β΄ Παγκόσμιου Ιμπεριαλιστικού Πολέμου. Κεντρικός άξονας αναθεώρησης της σύγχρονης ευρωπαϊκής ιστορίας ήταν η προσπάθεια επίσημης ταύτισης φασισμού - κομμουνισμού μέσω του ιδεολογήματος των δύο ολοκληρωτισμών (ή των δύο άκρων, όπως τελευταία αναφέρεται), το οποίο, αν και προϋπήρχε, αναδείχτηκε σε καταστατικό χάρτη της επίσημης ευρωενωσιακής πολιτικής.
Εκφάνσεις της νέας ευρωπαϊκής αστικής ιστοριογραφίας μπορούν να ανευρεθούν σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες και στις κεντρικές κατευθύνσεις της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Ετσι, η Λετονία αρχικά προχώρησε σε αποκατάσταση των λετονικών Ες-Ες, συνεργατών των ναζιστών στο Β΄ Παγκόσμιο Ιμπεριαλιστικό Πόλεμο. Πρόσφατα, ευθυγραμμιζόμενη και με την κεντρική κατεύθυνση της ΕΕ, απαγόρευσε τη χρήση του σφυροδρέπανου, της σοβιετικής σημαίας, ύμνων του Κόκκινου Στρατού κλπ., εξισώνοντάς τους με τα ναζιστικά και φασιστικά σύμβολα που επίσης απαγόρευσε με τον ίδιο νόμο. Επίσης, η ΕΕ όρισε την 23η Αυγούστου ως ημέρα μνήμης των θυμάτων του «ολοκληρωτισμού» (βλέπε φασισμού και κομμουνισμού), ενώ χρόνια νωρίτερα είχε θεσμοθετήσει την 9η Μάη ως «Ημέρα της Ευρώπης», θέλοντας να επισκιάσει την επέτειο της Αντιφασιστικής Νίκης των Λαών. Τέλος, αναδεικνύοντας ιστορικά θέματα όπως η «υπόθεση Κατίν»1, αντικειμενικά επιχειρεί να ξαναγράψει την ιστορία, απαλλάσσοντας τις «δυνάμεις του Αξονα» από τα εγκλήματά τους.
Ετσι κι αλλιώς, η «νέα» κυρίαρχη ευρωπαϊκή ιστοριογραφία δεν απορρέει από εξελίξεις στην επιστημονική έρευνα ή στην ανακάλυψη καινούργιων ιστορικών τεκμηρίων (ακόμα και όταν το ισχυρίζεται). Αντίθετα, συνιστά την αντανάκλαση της ολομέτωπης καπιταλιστικής επίθεσης σε όσα κατόρθωσαν να αποσπάσουν οι εργαζόμενοι της Ευρώπης στο μεταπολεμικό κόσμο (λόγω της παρουσίας της ΕΣΣΔ και των Λαϊκών Δημοκρατιών, του κύρους που κέρδισαν τα κομμουνιστικά κόμματα από την πρωταγωνιστική συμμετοχή τους στον αγώνα για τη συντριβή του φασισμού και στους μεταπολεμικούς εργατικούς αγώνες και, τέλος, εξαιτίας της δυνατότητας και αναγκαιότητας των παραχωρήσεων των αστικών τάξεων της Ευρώπης σε μια περίοδο καπιταλιστικής ανάπτυξης, αλλά και αντιπαράθεσης με τις χώρες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης), στο επίπεδο της ιστορίας· αποτελεί το αποκρυστάλλωμα του νέου ταξικού συσχετισμού στην αστική ιστοριογραφία.
Ως αποτέλεσμα, αν υπάρχει μια ιδιομορφία στην ελληνική έκφραση της «νέας» κυρίαρχης ιστοριογραφίας, δεν αφορά την πολιτική στόχευση ή τη μεθοδολογία της, αλλά την απαίτηση ερμηνείας του ταξικού εμφύλιου πολέμου, ο οποίος όχι μόνο αμφισβήτησε τη μορφή της αστικής εξουσίας, αλλά και απείλησε την ύπαρξή της. Παρεπόμενο του ταξικού εμφύλιου πολέμου υπήρξε και η αποκατάσταση των συνεργατών των ναζιστών κατακτητών που αναβαπτίστηκαν στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ της μετεμφυλιακής αστικής δημοκρατίας και του ψυχροπολεμικού αντικομμουνισμού (περισσότερο «άκομψα» απ’ ό,τι στις δυτικοευρωπαϊκές αστικές δημοκρατίες). Βέβαια, μεταπολιτευτικά ο ρόλος τους θυσιάστηκε στο βωμό της διάσωσης του προφίλ της «ανανεωμένης» αστικής δημοκρατίας που, υπό την πίεση των αγώνων του λαού μας, του διεθνούς συσχετισμού και των άμεσων ενεργειών του ΚΚΕ που αποσκοπούσαν στην de facto νομιμοποίησή του, αναγκάστηκε ν’ αναγνωρίσει τη νομιμότητα του ΚΚΕ (δίχως φυσικά ν' αποδεχτεί ή ν' ανεχτεί τον επαναστατικό του προσανατολισμό).
Στη διάρκεια της δεκαετίας του 1990 λοιπόν, πλευρές της κυρίαρχης αστικής ιστοριογραφίας άρχισαν ν’ αναμοχλεύουν ακριβώς αυτά τα δύο ζητήματα, συγκροτώντας βαθμιαία το λεγόμενο «νέο κύμα» της ιστοριογραφίας. Ο σκοπός ήταν παραπάνω από εμφανής. Ν’ αναδειχτεί το ΚΚΕ ως βασικός εχθρός της δημοκρατίας (ως εκπρόσωπος του «ολοκληρωτισμού») και στο όνομα αυτής της εκτίμησης να «χαλυβδωθεί» ιδεολογικά-πολιτικά η αστική δημοκρατία και εξουσία και να δικαιολογηθούν ακόμα και οι πιο άγριες διώξεις απέναντι στο εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα, ως μέρος της αναγκαίας προστασίας της δημοκρατίας έναντι του «ολοκληρωτισμού».
Βέβαια, ο σκληρός πυρήνας των επιχειρημάτων του «νέου κύματος» δεν είχαν να προσφέρουν τίποτα το καινούργιο. Συνιστούσαν και συνιστούν ένα αναμάσημα των μετεμφυλιακών απόψεων των αστών πολιτικών, για την ΕΑΜική Αντίσταση, το ΚΚΕ, τα Τάγματα Ασφαλείας κλπ. (όπως του Κανελλόπουλου ή του ιδρυτή των Ταγμάτων Ασφαλείας δοσίλογου πρωθυπουργού Ράλλη) μπολιασμένο με επιστημονικοφροσύνη2. Μάλιστα, σε ορισμένες περιπτώσεις οι ομοιότητες αποτυπώνονται ακόμα και στο επίπεδο των χρησιμοποιούμενων εκφράσεων.
Αντικειμενικός συμπαραστάτης στην προσπάθειά τους να γράψουν την ιστορία ήταν ο χρόνος που είχε αποσύρει από το «προσκήνιο» τις γενιές εκείνες που πρωταγωνίστησαν στην κορύφωση της ταξικής πάλης τη δεκαετία του 1940 και επομένως είχε διακόψει την προφορική μετάδοση των ιστορικών γεγονότων από τους ίδιους τους πρωταγωνιστές τους.