Αξίζουν λίγα λόγια για τη ζωή του Αϊνστάιν5, μια ζωή γεμάτη περιπέτειες, συγκρούσεις κι αγώνες. Ο Αϊνστάιν γεννήθηκε στις 14 Μάρτη του 1879 στο Ουλμ της Νότιας Γερμανίας. Ήταν γιος μιας τυπικής γερμανο-εβραϊκής μεσοαστικής οικογένειας η οποία περιπλανιόταν αρκετά. Από μικρός ήταν ανήσυχο πνεύμα, ιδιαίτερα φιλομαθής, διάβαζε φιλοσοφία, επιθυμούσε να κατανοήσει τα μυστικά της φύσης, να διακρίνει «το νόμο μέσα στο νόμο», όπως έλεγε.
Λίγο μετά τη γέννηση του γιου τους, το 1880, η οικογένεια Αϊνστάιν μετακόμισε στο Μόναχο. Εκεί ο πατέρας και ο θείος του μικρού Άλμπερτ ίδρυσαν αρχικά μία μικρή εταιρία εγκατάστασης δικτύων νερού και αερίου. Η επιτυχία της εταιρίας τούς οδήγησε λίγα χρόνια αργότερα, το 1885, να ιδρύσουν ένα δικό τους μικρό εργοστάσιο ηλεκτρικών συσκευών το οποίο, παρά τις αρχικές επιτυχίες του, οδηγήθηκε λίγα χρόνια αργότερα στο κλείσιμο, αφού δεν μπόρεσε ν’ αντέξει στην ανταγωνιστική πίεση της Siemens. Μετά από το κλείσιμο της εταιρίας, το 1894, η οικογένεια Αϊνστάιν μετακόμισε στο Μιλάνο. Ο 16χρονος πια Άλμπερτ έπρεπε να μείνει λίγο ακόμα στο Μόναχο για να τελειώσει το Γυμνάσιο. Ωστόσο οι διαμάχες του με τη διεύθυνση του σχολείου και άλλοι προσωπικοί παράγοντες τον οδήγησαν το Δεκέμβρη του 1895 να πάρει την απόφαση να εγκαταλείψει το Μόναχο χωρίς να πάρει το απολυτήριό του και ν’ ακολουθήσει την οικογένειά του στο Μιλάνο.
Λίγο μετά την άφιξή του στο Μιλάνο έκανε αίτηση στην Πολυτεχνική Σχολή της Ζυρίχης. Επειδή όμως δεν είχε πάρει το απολυτήριό του, έπρεπε να δώσει πρώτα εξετάσεις στις οποίες, παρά τις άριστες επιδόσεις του στις φυσικές επιστήμες, απέτυχε λόγω των επιδόσεών του στη γαλλική γλώσσα. Στη συνέχεια και αφού πήρε το απολυτήριό του από την επαγγελματική σχολή του Άαραου της Ελβετίας, ξεκίνησε τις σπουδές του το 1896 στη Σχολή τεχνικής εκπαίδευσης του Πολυτεχνείου της Ζυρίχης (με κατεύθυνση τα Μαθηματικά και τη Φυσική), από την οποία αποφοίτησε το 1900. Στις αρχές του 1896, αντιδρώντας στο γερμανικό μιλιταριστικό πνεύμα, αλλά και ως μέσο για ν’ αποφύγει την υποχρεωτική στρατιωτική θητεία, παραιτήθηκε από τη γερμανική υπηκοότητα (και συγκεκριμένα από την υπηκοότητα του κρατιδίου της Βυρτεμβέργης), ενώ στην εγγραφή του στο σχολείο του Άαραου δήλωνε ότι δεν ανήκει σε καμία θρησκευτική κοινότητα. Αξίζει να σημειωθεί ότι για πέντε χρόνια, μέχρι το 1901 οπότε και πήρε την ελβετική υπηκοότητα, ο Αϊνστάιν δεν είχε την ιθαγένεια κανενός κράτους.
Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του δυσκολεύτηκε να εργαστεί στο πανεπιστήμιο, αφού οι αιτήσεις του για θέσεις βοηθού καθηγητή απορρίφτηκαν από διάφορα πανεπιστήμια. Αφότου παρέδωσε για μικρό χρονικό διάστημα ιδιωτικά μαθήματα σε κάποιες ελβετικές πόλεις, τον Ιούνη του 1902 προσλήφθηκε ως «τεχνικός ειδικός 3ης τάξης» στο ελβετικό γραφείο ευρεσιτεχνιών στη Βέρνη, όπου ερχόταν σε επαφή με πολλές πρωτότυπες ιδέες και κατασκευές.
Το γεγονός ότι ήταν έξω από τους ακαδημαϊκούς κύκλους δεν τον εμπόδισε ν’ ασχοληθεί με τα θεωρητικά του ενδιαφέροντα, με αποτέλεσμα λίγα χρόνια αργότερα, το 1905, να δημοσιεύσει κάποιες από τις πιο βασικές εργασίες του (μεταξύ των οποίων και τη διδακτορική του εργασία) που θεμελίωσαν τη συνεισφορά του στη Φυσική. Το 1907 έγινε υφηγητής στο Πανεπιστήμιο της Βέρνης, ενώ το 1909 έγινε δεκτός ως καθηγητής θεωρητικής φυσικής στο Πανεπιστήμιο της Ζυρίχης. Στα χρόνια που έμεινε στη Ζυρίχη, ένα από τα αγαπημένα του στέκια ήταν το καφέ Οντεόν. Εκεί, μεταξύ άλλων, σύχναζαν και αρκετοί Ρώσοι εξόριστοι ριζοσπάστες κι επαναστάτες, συμπεριλαμβανομένου μερικά χρόνια μετά και του Λένιν. Ο Αϊνστάιν έβρισκε τόσο συναρπαστικές τις συζητήσεις που διεξάγονταν εκεί, ώστε –όπως παραδέχτηκε και ο ίδιος– αρκετές φορές έχανε μαθήματα για να τις παρακολουθήσει και να συμμετάσχει.
Το 1911 δίδαξε για ένα περίπου χρόνο στο Γερμανικό Πανεπιστήμιο της Πράγας,6 ενώ το 1912 έγινε καθηγητής στην Πολυτεχνική Σχολή της Ζυρίχης. Το 1913 ο Μαξ Πλανκ τον κάλεσε στο Βερολίνο για να εργαστεί ως πλήρες μέλος της Πρωσικής Ακαδημίας Επιστημών. Στο Βερολίνο ο Αϊνστάιν πήρε και τη θέση του καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου, χωρίς όμως υποχρέωση διδασκαλίας, κάτι που τον διευκόλυνε να αφιερωθεί στα ερευνητικά του ενδιαφέροντα. Το 1914 επανάκτησε και τη γερμανική υπηκοότητα.
Τα τύμπανα του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου είχαν ήδη αρχίσει να ηχούν. Ο Αϊνστάιν επηρεάζεται από τις ραγδαίες εξελίξεις και αυξάνει την ενασχόλησή του με τα πολιτικά ζητήματα. Κατά τη διάρκεια του πολέμου γίνεται μέλος της «Ένωσης Νέα Πατρίδα», η οποία αποτελούσε τη μεγαλύτερη φιλειρηνική γερμανική οργάνωση. Συντάχτηκε με τις απόψεις των κομμουνιστών, που θεωρούσαν ότι ο πόλεμος γινόταν για τα συμφέροντα των αστικών τάξεων των εμπόλεμων χωρών και οι λαοί καλούνταν να χύσουν το αίμα τους γι’ αυτά.
Γι’ αυτές τις απόψεις του ο Αϊνστάιν ήρθε σε σύγκρουση με πολλούς διάσημους συναδέλφους του, οι οποίοι στήριζαν τις πολεμικές επιδιώξεις της γερμανικής αστικής τάξης. Για παράδειγμα, όταν 93 διάσημοι Γερμανοί επιστήμονες υπέγραψαν την εποχή εκείνη ένα υπερεθνικιστικό «Μανιφέστο προς τον πολιτισμένο κόσμο», υπερασπίζοντας ανοιχτά αυτές τις επιδιώξεις, ο Αϊνστάιν συνέγραψε μαζί με άλλους τρεις επιστήμονες ένα αντι-μανιφέστο ως απάντηση.
Για να γίνει κατανοητό το κλίμα που επικρατούσε στον επιστημονικό κόσμο της Γερμανίας εκείνη την εποχή, παρουσιάζουμε ένα απόσπασμα από το «Μανιφέστο προς τον πολιτισμένο κόσμο», το οποίο είναι χαρακτηριστικό για τις ομοιότητες με τη μετέπειτα ναζιστική φρασεολογία: «Αυτοί που συμμαχούν με τους Ρώσους και τους Σέρβους και παρουσιάζουν μια τόσο ντροπιαστική εικόνα ως ηθικοί αυτουργοί για όσα κάνουν οι Μογγόλοι και οι νέγροι που έχουν ξεχυθεί ενάντια στη λευκή φυλή, δεν έχουν δικαίωμα να αυτοαποκαλούνται προστάτες του πολιτισμού»7.
Το γεγονός ότι ο Αϊνστάιν αντιστάθηκε σθεναρά στον εθνικιστικό παροξυσμό που συνέπαιρνε τη γερμανική κοινωνία και το γερμανικό επιστημονικό κόσμο προκάλεσε –όπως ήταν αναμενόμενο– ένα κύμα σφοδρών επιθέσεων εναντίον του.
Στην πορεία όμως του πολέμου οι γερμανικές πολεμικές επιδιώξεις δεν στέφτηκαν με επιτυχία. Η διαφαινόμενη ήττα της Γερμανίας στον πόλεμο συνοδεύτηκε με την εμφάνιση επαναστατικής κατάστασης σε όλη τη χώρα. Η εξέγερση των ναυτών του Κιέλου στο στόλο της Βαλτικής πυροδότησε αντίστοιχες εξεγέρσεις στις περισσότερες μεγάλες πόλεις της Γερμανίας, ο έλεγχος των οποίων περνούσε στα νεοϊδρυόμενα Συμβούλια των εργατών και των στρατιωτών. Μέσα σε λίγες μόλις μέρες, στις 9 Νοέμβρη 1918, η εξέγερση έφτασε στο Βερολίνο, υποχρεώνοντας τον πρίγκιπα Μαξ (που είχε αναλάβει επικεφαλής μίας βραχύβιας κυβέρνησης που θα έβγαζε τη Γερμανία από τον πόλεμο) να παραιτηθεί, παραδίδοντας οικειοθελώς την Καγκελαρία στον Φρίντριχ Έμπερτ, ηγέτη του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος Γερμανίας (ΣΚΓ), ο οποίος δήλωνε: «Μισώ την επανάσταση σαν την πανούκλα». Τόσο η ανάθεση της Καγκελαρίας στο ΣΚΓ όσο και η παραίτηση του Κάιζερ Γουλιέλμου Β΄ την ίδια μέρα αποσκοπούσαν στη χειραγώγηση και κατάπνιξη των εργατικών εξεγέρσεων.
Η γερμανική αστική τάξη ήταν τρομοκρατημένη, καθώς αντιμετώπιζε την απειλή της σοσιαλιστικής επανάστασης, ένα μόλις χρόνο μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση στη Ρωσία. Η αντίδρασή της ήταν ωστόσο ακαριαία και απ’ ό,τι φάνηκε στη συνέχεια έγκαιρη, αξιοποιώντας τόσο το «καρότο» όσο και το «μαστίγιο». Βασικό όχημα αυτής της αντίδρασης ήταν η αξιοποίηση του ΣΚΓ που είχε τεράστια επιρροή στους εργάτες, ενώ κατά τη διάρκεια του πολέμου –και της ανοιχτής στήριξης των ιμπεριαλιστικών επιδιώξεων της Γερμανίας– ολοκληρώθηκε η μετάλλαξή του σε καθαρόαιμο αστικό κόμμα8. Η αστική τάξη αξιοποίησε τη συμμετοχή των σοσιαλδημοκρατών στις μεταπολεμικές κυβερνήσεις για να καθησυχάσει τα εξεγερμένα πλήθη, ενώ ταυτόχρονα αδρανοποίησε τα Συμβούλια των εργατών και των στρατιωτών μέσω της κυριαρχίας της σε αυτά, αλλά και στο παγγερμανικό Συνέδριο των Σοβιέτ9.
Ένα δεύτερο σκέλος της αστικής αντίδρασης αφορά τη στήριξη των φασιστικών παραστρατιωτικών δυνάμεων για την κατάπνιξη των εξεγέρσεων. Ο σοσιαλδημοκράτης υπουργός Νόσκε10 έκανε έκκληση για την ανάπτυξη των παραστρατιωτικών ακροδεξιών σωμάτων εθελοντών Freikorps, τα οποία έπνιξαν στο αίμα την εργατική εξέγερση, δολοφονώντας μάλιστα στις 15 Γενάρη 1919 τον Καρλ Λίμπκνεχτ και τη Ρόζα Λούξεμπουργκ, ηγέτες του νεοϊδρυθέντος –μόλις δύο βδομάδες πριν– Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας.11
Ο παραπάνω επαναστατικός αναβρασμός δεν μπορούσε να μην ακουμπήσει και τον Αϊνστάιν. Τη μέρα της παραίτησης του Κάιζερ ο Αϊνστάιν κόλλησε ένα σημείωμα στην αίθουσα διδασκαλίας του που έγραφε: «ΜΑΘΗΜΑ ΑΚΥΡΩΘΗΚΕ - ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ».
Στη συνέχεια η Γερμανία εισήλθε στην περίοδο της λεγόμενης «Δημοκρατίας της Βαϊμάρης»12, που επώασε το «αβγό του φιδιού» κι έμελλε να παραδώσει την κυβερνητική εξουσία στα χέρια των ναζί και του Χίτλερ. Σε όλη αυτή την περίοδο ο Αϊνστάιν ανησυχούσε με όσα έβλεπε να συντελούνται γύρω του, ενώ από τα τέλη της δεκαετίας του 1920 προβληματιζόταν από την άνοδο του ναζισμού και την πρόδηλη απειλή ενός νέου μεγάλου πολέμου. Την ίδια περίοδο τον ανησυχούσε ιδιαίτερα ο ρόλος των διανοουμένων της εποχής του, που πρώτοι έστερξαν να στηρίξουν τις φασιστικές δυνάμεις.
Παρά το γεγονός ότι ο Αϊνστάιν το 1918 στήριξε αρχικά την έκκληση για τη δημιουργία του λεγόμενου Γερμανικού Δημοκρατικού Κόμματος13, στη συνέχεια απομακρύνθηκε από αυτό, διαμορφώνοντας τη δική του αντίληψη για το σοσιαλισμό ως κατάλληλη μορφή οργάνωσης της κοινωνίας. Καθ’ όλη τη διάρκεια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης παρέμεινε ενεργό μέλος της Γερμανικής Ένωσης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, από τις γραμμές της οποίας αγωνίστηκε για την απελευθέρωση των –κομμουνιστών κατά βάση– πολιτικών κρατούμενων της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, ενώ για ένα διάστημα εργάστηκε και για την «Κόκκινη Βοήθεια Γερμανίας», η οποία καθοδηγούνταν από το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας και δρούσε για τη στήριξη των πολιτικών κρατούμενων.
Το 1929 ξέσπασε –με κοιτίδα τις ΗΠΑ– η παγκόσμια καπιταλιστική οικονομική κρίση, που πολύ γρήγορα διαδόθηκε σε ολόκληρη την καπιταλιστική Ευρώπη κι εκφράστηκε με ιδιαίτερη ένταση στη Γερμανία. Όταν το 1933 οι ναζί ανέλαβαν τη διακυβέρνηση στη Γερμανία, οι επιθέσεις εναντίον του Αϊνστάιν εντάθηκαν. Μετά την ανάληψη της διακυβέρνησης από τον Χίτλερ, ο Αϊνστάιν εγκατέλειψε τη Γερμανία ταξιδεύοντας στην Ευρώπη και παραδίνοντας το γερμανικό του διαβατήριο στην πρεσβεία στις Βρυξέλλες, παραιτούμενος ταυτόχρονα γι’ άλλη μία φορά από τη γερμανική του υπηκοότητα14.
Στη Γερμανία η περιουσία του κατασχέθηκε και ο ίδιος καθαιρέθηκε απ’ όλες τις θέσεις που είχε αναλάβει. Το έργο του χαρακτηρίστηκε από τους ναζί ως «εβραϊκή φυσική» που ήταν επικίνδυνη για την άρια κυριαρχία. Τα βιβλία και τα άρθρα του βρίσκονταν σε περίοπτη θέση στα δημόσια καψίματα βιβλίων που οργάνωνε ο Γκέμπελς, υπουργός Προπαγάνδας του Χίτλερ. Σε εφημερίδες των ναζί δημοσιεύτηκε προσφορά μεγάλης αμοιβής σε μετρητά (5.000 δολάρια) για τη δολοφονία του.
Έτσι, όταν του δόθηκε η ευκαιρία και αφού είχε διδάξει για σύντομες περιόδους και είχε δώσει διαλέξεις σε διάφορα ευρωπαϊκά και αμερικανικά πανεπιστήμια, αποφάσισε το 1935 να μείνει μόνιμα στις ΗΠΑ και να κάνει αίτηση για να πάρει την αμερικανική υπηκοότητα, η οποία του δόθηκε το 1940. Στις ΗΠΑ, έχοντας καθηγητική έδρα στο Πρίνστον, ο Αϊνστάιν συνέχισε το επιστημονικό του έργο, συμμετέχοντας ταυτόχρονα ενεργά στους αγώνες του κινήματος τόσο στην κοινωνία όσο και μέσα στο ίδιο το πανεπιστήμιό του. Αντιπαλεύοντας τις ταξικές διακρίσεις και την κοινωνική ανισότητα και αντιδρώντας στα αυξανόμενα δίδακτρα που οι φτωχότεροι δεν μπορούσαν να πληρώσουν, ο Αϊνστάιν έκανε δωρεάν μαθήματα σε φοιτητές, με τους οποίους άνοιγε συχνά και πολιτικές συζητήσεις. Σε αυτές στηλίτευε τον άκρατο ανταγωνισμό που εμφυσούσαν στους φοιτητές, οι οποίοι εκπαιδεύονταν για να θεωρούν την «αχόρταγη αρπακτικότητα επιτυχίας σαν προετοιμασία για τη μελλοντική τους καριέρα», ενώ υπογράμμιζε ότι «η πραγματική αξία ενός ανθρώπου κρίνεται κυρίως από το κατά πόσον έχει κατορθώσει να απελευθερωθεί από το εγώ του». Απεύθυνε το εξής κάλεσμα στους νέους ανθρώπους: «Μόνο μια ζωή που ζεις για τους άλλους, είναι μια ζωή που αξίζει τον κόπο».
Βαθιά ανθρωπιστής, φιλειρηνιστής και αντιρατσιστής, ο Αϊνστάιν αναπτύσσει πλούσια κοινωνική και πολιτική δράση, που του απέφερε ως …παράσημο έναν ογκωδέστατο φάκελο από το FBI. Ο κυβερνήτης του Μισισιπή τον κατηγόρησε ως «ξενόφερτο ταραχοποιό που επιδίωκε να προωθήσει την εξάπλωση του κομμουνισμού σε όλο τον κόσμο»!
Το 1939 ο Αϊνστάιν γράφει στον Αμερικανό πρόεδρο Ρούζβελτ, προειδοποιώντας για τη διαφαινόμενη πρόοδο των ναζί στην έρευνα της πυρηνικής σχάσης και την προοπτική να κατασκευάσουν ατομικό όπλο.
Αυτή η επιστολή συνέβαλε ώστε να ξεκινήσει το πυρηνικό πρόγραμμα των ΗΠΑ, το περίφημο «Σχέδιο Μανχάταν», στο οποίο ο Αϊνστάιν δε συμμετείχε και το οποίο οδήγησε στις ατομικές βόμβες που οι ΗΠΑ έριξαν στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι, όταν επί της ουσίας είχε λήξει ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και η Ιαπωνία ήταν έτοιμη να συνθηκολογήσει15. Αργότερα θα δηλώσει ότι «έκανα το μεγαλύτερο λάθος στη ζωή μου όταν υπέγραψα την επιστολή προς τον πρόεδρο Ρούζβελτ, συνιστώντας την κατασκευή πυρηνικών βομβών. Αλλά υπήρχε μια δικαιολογία, ο κίνδυνος ότι θα τις έφτιαχναν οι Γερμανοί». Σε μια συνέντευξή του το 1945, ο Αϊνστάιν αποδίδει την ευθύνη για το φρικιαστικότερο έγκλημα στην ιστορία της ανθρωπότητας «στην αντισοβιετική εξωτερική πολιτική του Τρούμαν». Η επιστολή στον Ρούζβελτ ήταν αποτέλεσμα αυταπατών που διατηρούσε για το χαρακτήρα του ιμπεριαλιστικού πολέμου και το ρόλο των ΗΠΑ σε αυτόν. Τέτοιου είδους αυταπάτες αναδεικνύονται και από μια άλλη συνέντευξή του, στην οποία εκτιμούσε ότι «αν ο Φράνκλιν Ντελάνο Ρούζβελτ είχε ζήσει μέχρι το τέλος του πολέμου, η Χιροσίμα δε θα είχε ποτέ βομβαρδιστεί».
Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε ότι μέχρι το τέλος της ζωής του, στις 18 Απρίλη του 1955, ο Αϊνστάιν ανέπτυξε πλούσια φιλειρηνική, αντιιμπεριαλιστική δράση. Χωρίς να είναι κομμουνιστής, στήριζε ανοιχτά την πάλη των κομμουνιστών σε όλο τον κόσμο, ενώ στεκόταν συμπαραστάτης σε όλους τους αγώνες του εργατικού λαϊκού κινήματος.