Βασικό καθήκον άμεσης προτεραιότητας για το Κόμμα και την ΚΝΕ είναι η οργάνωση του ιδεολογικού αγώνα στις εργάτριες, τις άνεργες, στις συνταξιούχους, στις εργάτριες γης, στις αυτοαπασχολούμενες στην πόλη και στην ύπαιθρο, στις νέες γυναίκες στους χώρους εκπαίδευσης και μαθητείας, για να ανέβουν οι απαιτήσεις τους με κριτήριο τις σύγχρονες λαϊκές ανάγκες, το σύγχρονο επίπεδο των επιστημονικών-τεχνολογικών επιτευγμάτων. Είναι σύνθετη δουλειά, με απαιτήσεις, υπομονή και επιμονή, χρειάζεται καλή γνώση και σε βάθος για το πώς εξειδικεύεται η πολιτική του κεφαλαίου απέναντι στις γυναίκες, ιδιαίτερα τις μισθωτές. Να γενικεύουμε την πείρα από το πώς επιδρά η κυρίαρχη ιδεολογία στη συνείδηση των γυναικών. Αφορά ένα πολύμορφο σχέδιο του Κόμματος και της ΚΝΕ που μπορεί να επεκτείνεται στο ταξικά προσανατολισμένο συνδικαλιστικό κίνημα, στο ριζοσπαστικό γυναικείο κίνημα. Έχει άμεση και επείγουσα σχέση με την εκλαΐκευση του Προγράμματος του Κόμματος που επεξεργάστηκε το 19ο Συνέδριο, σε συνδυασμό με την προβολή της ιστορικής πείρας του Κόμματος και της σοσιαλιστικής οικοδόμησης τον 20ό αιώνα και γενικά και από τη σκοπιά του γυναικείου ζητήματος.
Ο ιδεολογικός αγώνας είναι προϋπόθεση για να αναπτυχθεί εργατική πολιτική συνείδηση σε ένα πρωτοπόρο τμήμα γυναικών της εργατικής τάξης, να συμπαρασύρει την πολιτική αντίληψη γυναικών από τα φτωχά, λαϊκά στρώματα και ταυτόχρονα να συνειδητοποιηθεί η ιστορικότητα του γυναικείου ζητήματος, η σχέση της ταξικής εκμετάλλευσης με την ανισοτιμία των γυναικών, ν’ αποδομηθούν οι αστικές και μικροαστικές θεωρίες περί πατριαρχικής κοινωνίας ή περί κοινωνικού φύλου.
Οι αστικές θεωρίες εξηγούν το γυναικείο ζήτημα ως πρόβλημα ανδροκρατικών και πατριαρχικών αντιλήψεων, το εξετάζουν αταξικά, αντιβιολογικά - αντιεπιστημονικά. Εκφράζεται και στην προπαγάνδα τους σε σχέση με την κακοποίηση των γυναικών, την ενδοοικογενειακή βία. Διατίθενται μεγάλα κονδύλια για προπαγανδιστικές καμπάνιες που το παρουσιάζουν ως ένα κατεξοχήν φυλετικό, διαταξικό ζήτημα. Απολυτοποιούν το γεγονός ότι τα φαινόμενα ενδοοικογενειακής βίας έχουν την έκφρασή τους και στην αστική οικογένεια. Όμως οι γυναίκες από τις εργατικές, λαϊκές οικογένειες είναι αυτές που δεν μπορούν ν’ αντιμετωπίσουν ατομικά την ενδοοικογενειακή βία, ν’ απεμπλακούν από αυτή γιατί δεν έχουν δουλειά για να ζήσουν μόνες, να εξασφαλίσουν τα παιδιά τους, γιατί είναι περιορισμένες οι δωρεάν, δημόσιες κοινωνικές υποδομές και υπηρεσίες. Στερούνται ουσιαστικά όλα τα μέσα που θα τους επέτρεπαν ν’ αντιμετωπίσουν αυτήν την κατάσταση.
Η βία της ταξικής κοινωνίας κατά των γυναικών, με όποια μορφή κι αν εμφανίζεται, είναι φαινόμενο σύμφυτο με την εκμεταλλευτική κοινωνία. Έχει συγκεκριμένες οικονομικές και κοινωνικές αιτίες, προεκτείνεται στις κοινωνικές και διαπροσωπικές σχέσεις των ανθρώπων, στις αξίες και στις αρχές που επικρατούν στο καπιταλιστικό σύστημα.
Ταυτόχρονα, οι «θεωρίες για το φύλο» αποτελούν το θεωρητικό υπόβαθρο, πάνω στο οποίο στηρίζεται η σύγχρονη προσπάθεια της αστικής τάξης να παρέμβει στη συνείδηση, να καλλιεργήσει πρότυπα και να διαμορφώσει κριτήρια γύρω από το γυναικείο ζήτημα, προσαρμοσμένα στις δικές της αξίες και ανάγκες. Κάτω από αυτόν τον τίτλο περιλαμβάνονται οι πιο αντιδραστικές σύγχρονες αστικές και μικροαστικές προσεγγίσεις του γυναικείου ζητήματος, με κοινή βάση το διαχωρισμό ανάμεσα σε «βιολογικό» και «κοινωνικό» φύλο.
Οι θεωρίες αυτές δεν αναγνωρίζουν το βιολογικό, φυλετικό διαχωρισμό σε άντρες και γυναίκες ως αντικειμενικό γεγονός και στήνουν την πραγματικότητα με το κεφάλι κάτω και τα πόδια πάνω. Εστιάζουν βασικά στο ζήτημα της αυτοδιάθεσης του σώματος, ότι είσαι ελεύθερη να επιλέξεις, μπορείς να κάνεις το σώμα σου ό,τι θες. Παρουσιάζονται ως κάτι ριζοσπαστικό, καινούργιο, πρωτοποριακό.
Η αυτοδιάθεση και το δήθεν δικαίωμα της επιλογής του φύλου είναι ο μανδύας για να καλλιεργήσουν αυταπάτες ότι η ανισοτιμία είναι αποτέλεσμα λάθος πρακτικών και αντιλήψεων και όχι προϊόν των εκμεταλλευτικών σχέσεων. Αντιμετωπίζουν το γυναικείο ζήτημα μόνο ως φυλετικό και όχι ως ταξικό με φυλετικά χαρακτηριστικά. Το αποκόπτουν από την οικονομία, το σύστημα της εκμετάλλευσης και τις αρχές που το διέπουν. Αυτές οι απόψεις επιδρούν στη διαμόρφωση στρεβλής κοινωνικής συνείδησης γυναικών και αντρών. Αρνούνται την αντικειμενική πραγματικότητα και απολυτοποιούν την υποκειμενική σκέψη του κάθε ανθρώπου, το συναίσθημα.
Οδηγούν στην ιδεαλιστική άποψη ότι σημασία δεν έχει αν υφίστασαι εκμετάλλευση, αλλά αν εσύ θεωρείς ότι υφίστασαι. Στη λογική αυτή, καλλιεργούν απόψεις πως δεν υπάρχουν ταξικές αντιθέσεις, ότι τους εργάτες και τις εργάτριες δεν τους ενώνουν τα κοινά ταξικά συμφέροντα και η θέση τους στην παραγωγή. Άρα η ενότητα πρέπει να οικοδομείται σε άλλη βάση, όπως στις κοινές αντιλήψεις απέναντι στο φύλο ή τα κοινά ηλικιακά χαρακτηριστικά.
Τέτοια κριτήρια, εκτός των άλλων, αποπροσανατολίζουν από το ποιος είναι ο κύριος αντίπαλος, άρα και το προς τα πού πρέπει να στραφεί η πάλη. Υπονομεύουν τη συλλογική οργάνωση, τον αγώνα για τις σύγχρονες ανάγκες των γυναικών της εργατικής τάξης ή με εργατική καταγωγή ή τις γυναίκες που ανήκουν στα λαϊκά στρώματα, του κοινού αγώνα τους σε σύγκρουση με τα μονοπώλια και την εξουσία τους. Στρέφουν ιδιαίτερα τη γυναίκα στην «ατομική επιλογή», στον «ατομικό δρόμο». Μέσα από αυτές τις θεωρίες παρουσιάζονται η εργατική τάξη, το κίνημα και το Κόμμα της ως ξεπερασμένα, σε αντίθεση με τα «σύγχρονα» υποτίθεται κινήματα, αποπροσανατολίζοντας και προσπαθώντας να χειραγωγήσουν ιδιαίτερα τη νεολαία που ανήκει στην εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα. Αυτός ο ιδεολογικός αγώνας ταυτόχρονα έχει ν’ αντιμετωπίσει και αστικές επιρροές, προκαταλήψεις που επιδρούν στο αντρικό τμήμα της εργατικής τάξης, συχνά και στο πιο συνειδητοποιημένο τμήμα της, που δεν αναγνωρίζει την πρόσθετη ανισοτιμία εξαιτίας του φύλου, δεν μπορεί να ερμηνεύσει αντικειμενικά ποια είναι τα επιπλέον αίτια για τη χαμηλότερη συμμετοχή των γυναικών στην ταξική πάλη ή γιατί μεγαλύτερο μέρος των εργαζόμενων γυναικών σε σχέση με τους άντρες είναι πιο ευάλωτο σε εργοδοτικές πιέσεις για ευέλικτες μορφές μισθωτής εργασίας.
Στα αποτελέσματα των βουλευτικών εκλογών συχνά παρατηρούμε μεγαλύτερη επιρροή ρεφορμιστικών αυταπατών ή και συντηρητικών εκβιαστικών διλημμάτων στις γυναίκες σε σχέση με τους άντρες. Με βάση την ανάλυση ψήφου κατά φύλο στο exit poll των τελευταίων εκλογών, παρατηρείται ότι τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ (άντρες 26,3% και γυναίκες 29,5%) όσο και η ΝΔ (άντρες 35% και γυναίκες 37,9%) είχαν μεγαλύτερη επιρροή στις γυναίκες απ’ ό,τι στους άντρες. Η μεν μεγαλύτερη επιρροή της ΝΔ έρχεται ως αντιστάθμισμα της μικρότερης επιρροής των ΑΝΕΛ (άντρες 5% και γυναίκες 4,4%) και ακόμα μικρότερης της ΧΑ (άντρες 8,5% και γυναίκες 4,4%), καθώς και του ΛΑΟΣ (άντρες 1,4% και γυναίκες 0,6%). Στη δε μεγαλύτερη επιρροή του ΣΥΡΙΖΑ έρχεται συμπληρωματικά και η μεγαλύτερη επιρροή στις γυναίκες ορισμένων κεντροαριστερών σχημάτων όπως το ΠΟΤΑΜΙ (άντρες 4,8% και γυναίκες 7,4%), ΠΡΑΣΙΝΟΙ-ΔΗΜΑΡ (άντρες 0,3% και γυναίκες 0,7%), ενώ σε αυτές τις εκλογές έτεινε να εμφανιστεί ισομερισμένη στα δύο φύλα η επιρροή του ΚΚΕ (άντρες 5,6% και γυναίκες 5,4%). Επιδρά και η εξειδίκευση της δουλειάς του Κόμματος στις γυναίκες, η ιδεολογική διαπάλη που διεξάγεται.
Ακόμα και μέσα στο πλαίσιο του σχετικά πιο ριζοσπαστικά οργανωμένου γυναικείου κινήματος παγκόσμια, παρατηρείται έντονα η επίδραση των ρεφορμιστικών αυταπατών της σοσιαλδημοκρατίας. Η επίθεση στα δικαιώματα των γυναικών από τις εργατικές, λαϊκές οικογένειες ερμηνεύεται ως αποτέλεσμα «διεφθαρμένων» πολιτικών, «κακής διαχείρισης» των νεοφιλελεύθερων κυβερνήσεων ή κάποιων προσώπων στις κυβερνήσεις. Και σήμερα, μετά από την κυβερνητική αλλαγή στην Ελλάδα, είναι ισχυρή η επίδραση της προπαγάνδας του ΣΥΡΙΖΑ ότι για την απώλεια κατακτήσεων φταίει η «διεφθαρμένη διαχείριση», π.χ., του ΠΑΣΟΚ.
Προβάλλεται ως δυνατότητα, τελικά, για τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου της εργατικής τάξης, των λαϊκών στρωμάτων, η εναλλαγή στη διακυβέρνηση πιο «προοδευτικών», «δημοκρατικών» κυβερνήσεων. Αξιοποιούνται σε αυτήν την κατεύθυνση παραδείγματα καπιταλιστικών κρατών, όπως η Πορτογαλία το 1974, η Κύπρος, η Αγγλία, την περίοδο που στη διακυβέρνηση βρίσκονταν «εργατικά», «αριστερά» κόμματα και γίνονταν ορισμένες παραχωρήσεις όσον αφορά τα δικαιώματα των γυναικών της εργατικής τάξης και γενικότερα προς όφελος των λαϊκών οικογενειών (Υγεία, Πρόνοια, παροχές μητρότητας, εργασιακά, ασφαλιστικά δικαιώματα).
Αναφέρονται σε μια περίοδο που ο καπιταλισμός έκανε ορισμένες παραχωρήσεις, αφενός γιατί τότε το επέτρεπε η πορεία της καπιταλιστικής ανάπτυξης, ο διεθνής συσχετισμός ανάμεσα στα καπιταλιστικά κράτη, αφετέρου γιατί ασκούσαν πίεση οι εργατικές κατακτήσεις στα σοσιαλιστικά κράτη. Η κατάργηση κατακτήσεων που ξεκίνησε από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 σε ορισμένες καπιταλιστικές χώρες, π.χ. Αγγλία, και συνεχίστηκε με ταχύτερους ρυθμούς στην Ευρώπη τις δεκαετίες μετά από το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, μετά από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, οξύνθηκε στην Ελλάδα λόγω της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης και της πολιτικής διεξόδου υπέρ του κεφαλαίου μέσω των μνημονίων. Η κατάργηση, το πάρσιμο πίσω των παραχωρήσεων γίνεται και σε συνθήκες ανάπτυξης της καπιταλιστικής κερδοφορίας και σε συνθήκες κρίσης. Η διαφορά είναι ότι σε συνθήκες καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης γίνεται με τη μορφή σοκ, πάει σε μεγαλύτερο βάθος. Για παράδειγμα, το 8ωρο, που είχε κατακτηθεί και νομικά από τις αρχές του 20ού αιώνα στην Ευρώπη και στις άλλες αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, ουσιαστικά έχει καταργηθεί.
Βέβαια καμιά κατάκτηση στον καπιταλισμό δεν είναι δεδομένη, ενώ ταυτόχρονα λειτουργεί και ως μέσο ενσωμάτωσης.
Μια σειρά αλλαγές, όπως η άνοδος του μορφωτικού επιπέδου των γυναικών, η προσέλκυση των γυναικών σε περισσότερους τομείς εργασίας, άρα και η ίδρυση ενός δικτύου υποδομών που ήταν όμως και ποσοτικά και ποιοτικά κάτω από τις ανάγκες, εκφράζουν την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, ενώ ταυτόχρονα εκδηλώνονται νέοι περιορισμοί στην περαιτέρω ανάπτυξή τους, στην ικανοποίηση νέων αναγκών, όπως θα δούμε παρακάτω. Σήμερα σε πολύ περισσότερα επαγγέλματα σε σχέση με το παρελθόν υπάρχουν προϋποθέσεις για να μπορούν να εργαστούν οι γυναίκες, δίνοντάς τους τη δυνατότητα να γνωρίσουν, να έρθουν σε επαφή με την εξέλιξη των μέσων παραγωγής, την αύξηση της παραγωγικότητας σε περισσότερους τομείς και κλάδους της καπιταλιστικής οικονομίας. Μεταξύ αυτών των προϋποθέσεων είναι και το γενικό μορφωτικό επίπεδο των γυναικών, αφού δε συναντούν τα εμπόδια των προκαταλήψεων που είχαν στο παρελθόν οι γυναίκες από τα λαϊκά στρώματα να ολοκληρώσουν τη Μέση Εκπαίδευση και να συνεχίσουν τις σπουδές τους στην τεχνική ή επιστημονική εκπαίδευση. Σήμερα ένα σημαντικό μέρος των εργαζόμενων γυναικών έχουν συνεχίσει τις σπουδές τους σε μεταπτυχιακά, διδακτορικά προγράμματα. Όλες αυτές οι αλλαγές δεν αναιρούν τις σχέσεις εκμετάλλευσης για την πλειοψηφία των μισθωτών γυναικών.
Η κυρίαρχη ιδεολογία, παίρνοντας υπόψη της αυτήν την εξέλιξη, απομονώνει το επίπεδο μόρφωσης από το ζήτημα της καπιταλιστικής εκμεταλλευτικής σχέσης. Επιπλέον, η αστική προπαγάνδα αποσιωπά τα πραγματικά προβλήματα των εργατριών, των υπαλλήλων, πολύ περισσότερο των χαμηλά ειδικευμένων με τη μονότονη, βαριά και ανθυγιεινή δουλειά. Αντίθετα, προβάλλει ως γενικευμένες κατακτήσεις των γυναικών την πρόοδο που σημειώνουν στα αστικά θεσμικά όργανα και στα ανώτερα επιχειρηματικά κλιμάκια οι γυναίκες της αστικής τάξης και ανώτερων μεσαίων στρωμάτων. Προβάλλει ως γενικό πρότυπο τη γυναίκα «καριερίστρια», δηλαδή τη γυναίκα που συμμετέχει «ισότιμα» με τους άντρες στη διοίκηση επιχειρήσεων ή δημιουργεί τη δική της «πετυχημένη» επιχείρηση και μπορεί να συνδυάζει τις επαγγελματικές και οικογενειακές υποχρεώσεις της. Εκεί εξαντλείται η αστική ευαισθησία για την ισοτιμία της γυναίκας.
Οι αστικές αντιλήψεις για την ισοτιμία της γυναίκας με τον άντρα, χωρίς ταξικούς διαχωρισμούς, συχνά επηρεάζουν και νέες γυναίκες που προέρχονται από εργατικές και λαϊκές οικογένειες, που βρίσκονται ακόμα σε φάση της ζωής τους που δεν έχουν γνωρίσει την ανεργία, την ταξική εκμετάλλευση, τις νέες ευθύνες που προκύπτουν από τη μητρότητα. Βέβαια στις σημερινές συνθήκες της παρατεταμένης κρίσης περιορίστηκαν οι αυταπάτες από τις νέες γυναίκες που βρίσκονται στην εκπαιδευτική διαδικασία (κυρίως φοιτήτριες) ότι μπορούν ν’ αξιοποιήσουν το πτυχίο για ν’ ανελιχθούν στην κοινωνικοταξική διάρθρωση της καπιταλιστικής κοινωνίας.
Την ίδια στιγμή η ΕΕ και οι κυβερνήσεις αξιοποιούν το σύνθημα των «ίσων ευκαιριών», της «ισότητας των δύο φύλων» ως «μανδύα» για την επίθεση απέναντι σε στοιχειώδη δικαιώματα των γυναικών, αλλά και συνολικά των εργαζομένων, έχοντας συμβάλει έτσι στην εξίσωση προς τα κάτω των κατακτήσεων και των δύο φύλων. Η πολιτική των «ίσων ευκαιριών» είναι εργαλείο του σύγχρονου αστικού κράτους, προκειμένου να συρρικνώνει τις όποιες υπηρεσίες κοινωνικής προστασίας και να οδηγεί στην εμπορευματοποίησή τους. Απαραίτητο συμπλήρωμα είναι η αστική προπαγάνδα περί ατομικής ευθύνης. Ταυτόχρονα, προωθείται η αντίληψη ότι η «υπεύθυνη ατομικότητα», ο «καλός εργάτης» και η «καλή εργάτρια» πάντα αμείβονται. Εδώ ακουμπάει και η προπαγάνδα για τις ατομικές συμβάσεις.
Είναι χαρακτηριστικό ακόμα ότι οι στρατηγικές αναδιαρθρώσεις σε επίπεδο ΕΕ, κυβερνήσεων όσον αφορά τις παροχές για τη μητρότητα επενδύονται με το μανδύα του «συγκερασμού οικογενειακών και επαγγελματικών υποχρεώσεων», της «εναρμόνισης και συμφιλίωσης της επαγγελματικής και της οικογενειακής ζωής». Δηλαδή οι όποιες παροχές στις μητέρες συνδέονται με την αύξηση της απασχολησιμότητας των γυναικών, κυρίως των μισθωτών, με τη γενίκευση της μερικής απασχόλησης, των ελαστικών σχέσεων εργασίας, των προγραμμάτων ολιγόμηνης και κακοπληρωμένης δουλειάς, των προγραμμάτων κατάρτισης. Στη θέση της υποχρέωσης του κράτους να παρέχει δημόσιες και δωρεάν καθολικές υπηρεσίες που να καλύπτουν το σύνολο των αναγκών για τη στήριξη της οικογένειας, μπαίνει η υποχρέωση της νέας μητέρας να συνδυάσει με δική της προσπάθεια κι ευθύνη τη φροντίδα της οικογένειας με την εργασία.
Σε αυτό το «ευρωπαϊκό πλαίσιο», στις διακηρύξεις και στα ντοκουμέντα της ΕΕ και των άλλων Διεθνών Οργανισμών είναι πλήρως ενσωματωμένες οι θέσεις του Τμήματος Φεμινιστικής Πολιτικής/Φύλου του ΣΥΡΙΖΑ. Υπάρχουν χαρακτηριστικά παραδείγματα. Στις θέσεις που προτείνει για την αντιμετώπιση των υψηλών ποσοστών της γυναικείας ανεργίας και για τις συνθήκες δουλειάς, το κείμενο αναφέρει: «Συμμετοχή των γυναικών στα “ενεργητικά” προγράμματα απασχόλησης: Ειδικά προγράμματα οικονομικής και τεχνικής στήριξης άνεργων γυναικών. Ενίσχυση της γυναικείας αυταπασχόλησης και ευρύτερα των πρωτοβουλιών κοινωνικής οικονομίας γυναικών (συνεταιριστικές επιχειρήσεις). Ενσωμάτωση σε όλα τα προγράμματα κατάρτισης […] με στόχο τη μείωση της ψαλίδας στον κίνδυνο ανεργίας»4.
Υιοθετούν δηλαδή τις προτάσεις της ΕΕ, που υλοποίησαν και οι κυβερνήσεις ΝΔ, ΠΑΣΟΚ σ’ ένα βαθμό, για την αντιμετώπιση της ανεργίας: Προγράμματα «voucher», κοινωφελούς εργασίας, γενίκευση της κατάρτισης και της μαθητείας που προσφέρουν τζάμπα εργατικό δυναμικό στους επιχειρηματικούς ομίλους, προγράμματα γυναικείας επιχειρηματικότητας. Ιδιαίτερα τα προγράμματα «κοινωνικής οικονομίας» και «άτυπης μέριμνας» είναι η παγίδα για τις γυναίκες, λόγω της ευθύνης που νιώθουν απέναντι στα παιδιά τους, στην οικογένεια. Αυτά τα προγράμματα έχουν διπλή στόχευση: Την απλήρωτη εργασία γυναικών με κίνητρο μια μελλοντική περισσότερο ή λιγότερο κακοπληρωμένη εργασία. Την άμβλυνση ορισμένων συνεπειών από την έλλειψη κρατικών κοινωνικών υποδομών πρόνοιας, ενώ ταυτόχρονα εθίζουν τους εργαζόμενους στην ανταποδοτική λειτουργία ακόμα και σε υπηρεσίες προσχολικής αγωγής, φροντίδας των ηλικιωμένων, χρονίως πασχόντων και ΑμΕΑ.
Επιδιώκεται να γενικευτούν οι «κοινωνικές συνεταιριστικές επιχειρήσεις» του νόμου Κατσέλη, αξιοποιώντας άνεργους και απολυμένους από κοινωνικές υπηρεσίες για να διαχειριστούν υποδομές, υπηρεσίες των δήμων. Τέτοια προγράμματα και υπηρεσίες έρχονται σε αντίθεση με μια γενικευμένη κοινωνική πολιτική, απευθύνονται στην ακραία φτώχεια, που την αντιμετωπίζουν τελείως υποβαθμισμένα. Σε αυτήν την κατεύθυνση κινείται η νέα συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, στη λογική ότι δήθεν κάνει πιο ανταποδοτική και αποτελεσματική την κρατική δαπάνη, γιατί αποκλείει από αυτήν τα υψηλά εισοδήματα. Τα πραγματικά υψηλά εισοδήματα δεν καταφεύγουν στις κρατικές κοινωνικές υπηρεσίες. Αντίθετα, οι δήθεν στοχευμένες κοινωνικές παροχές στη λογική «κάλλιο το ελάχιστο από το τίποτα» στοχεύουν στη μισοανεργία, στη μισοασφάλιση, δηλαδή στις υποτυπώδεις και υποβαθμισμένες δημόσιες κοινωνικές παροχές «…με βάση εισοδηματικά κριτήρια της οικογένειας»5 για τους τελείως εξαθλιωμένους, για τις άνεργες γυναίκες.
Το κείμενο του Τμήματος Φεμινιστικής Πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ μιλάει για «Δωρεάν Υγεία», αλλά δεν υποστηρίζει την κατάργηση των εισφορών στον κλάδο της Υγείας, την πλήρη χρηματοδότηση από τον κρατικό προϋπολογισμό, χωρίς επιβάρυνση των λαϊκών οικογενειών, χωρίς οποιαδήποτε πληρωμή ή συμμετοχή σε εξετάσεις, φάρμακα, νοσήλια κλπ. Το «δωρεάν» το προσδιορίζει μόνο για τις λαϊκές οικογένειες που είναι στο όριο της φτώχειας και κάτω από αυτή. Δεν αναφέρει τίποτα για κατάργηση κάθε επιχειρηματικής δράσης. Η δέσμευση της συγκυβέρνησης στους ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς δε συμβαδίζει με τις ολοένα αυξανόμενες ανάγκες των γυναικών στην Υγεία, ιδιαίτερα στην Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας.