Οι αστικές πολιτικές δυνάμεις, αλλά και οι ρεφορμιστικές δυνάμεις στο κίνημα δεν είναι πάντα οι ίδιες. Εναλλάσσονται ακολουθώντας σχετικές αναμορφώσεις στο αστικό πολιτικό σύστημα.
Το ΠΑΣΟΚ, για παράδειγμα, στη δεκαετία του ’70, ως σοσιαλδημοκρατικό κόμμα με στρατηγική στόχευση και ικανότητα στη χειραγώγηση και ενσωμάτωση εργατικών-λαϊκών δυνάμεων στην αστική πολιτική, πρόβαλλε συνθήματα και πολιτική βελτίωσης της θέσης των εργαζόμενων στο σύστημα, που γίνονταν και στόχοι πάλης του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος. Αυτό το έκανε κόντρα στις πιο επιθετικές στο κίνημα αστικές πολιτικές δυνάμεις, που προέρχονταν από το βασικό αστικό κόμμα πριν τη δικτατορία της 21ης Απρίλη 1967, την ΕΡΕ, που την διαδέχτηκε η ΝΔ η οποία ενσωμάτωσε στις γραμμές της τις συνδικαλιστικές δυνάμεις με ρίζες στον επονομαζόμενο μακρηθεοδωρισμό1 που δρούσαν ως πλειοψηφικό ρεύμα στις γραμμές του κινήματος, κυριαρχώντας στη ΓΣΕΕ με νοθείες και εκβιασμούς, αλλά και την παρέμβαση των καπιταλιστών στη διαμόρφωση των συνδικαλιστικών ηγεσιών.
Το ΠΑΣΟΚ, ως κόμμα της σοσιαλδημοκρατίας που δρούσε για πρώτη φορά στην Ελλάδα, από τη δεκαετία του ’70 ακόμη, όταν ήταν αξιωματική αντιπολίτευση στην κυβέρνηση της ΝΔ, έθεσε ως στόχο του το κέρδισμα της πλειοψηφίας στις εργατικές συνδικαλιστικές οργανώσεις και στη ΓΣΕΕ. Για να μπορέσει να στηριχτεί στην αστική διακυβέρνηση, χρειαζόταν να έχει ως μοχλό και το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα. Πρόβαλλε ζητήματα εκδημοκρατισμού του συνδικαλιστικού κινήματος, αφού κυριαρχούσε ακόμη ο μακρηθεοδωρισμός, δηλαδή οι δυνάμεις της «δεξιάς» όπως έλεγε, με άμεση διασύνδεση με τους τότε μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους.
Υποσχόταν δε πως, όταν ανέλθει στην κυβερνητική εξουσία, θα αλλάξει την αρνητική για την εργατική τάξη πραγματικότητα για τη ζωή και τη δουλειά της, αλλά και το συνδικαλιστικό νόμο.
Οι δυνάμεις του ΠΑΣΟΚ στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα στη δεκαετία του ’70 αλλά και στη συνέχεια στη δεκαετία του ’80 δρούσαν στα συνδικάτα καλώντας σε αγώνα με ρεφορμιστική γραμμή.
Το ΠΑΣΟΚ, με αυτήν τη γραμμή ανάπτυξης ρεφορμιστικής πάλης, ξεδίπλωνε τη στρατηγική του επιδίωξη, που ήταν ο έλεγχος του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος με το κέρδισμα της πλειοψηφίας στις οργανώσεις του και στα τρία επίπεδα, σαν πλεονέκτημα για να πάρει το χρίσμα της κυβερνητικής εξουσίας από την αστική τάξη, αποδεικνύοντας ότι ήταν ικανό να χειραγωγήσει την εργατική τάξη στην πολιτική του κεφαλαίου. Το ευνοούσαν οι τότε κοινωνικοπολιτικές συνθήκες. Ήταν περίοδος μετά από την επτάχρονη δικτατορία, με νόμιμο πλέον το ΚΚΕ, υπήρχαν έντονες αγωνιστικές διεκδικητικές διαθέσεις μετά από επτά χρόνια που ήταν το κίνημα «στο γύψο», αλλά και τα προηγούμενα μετεμφυλιοπολεμικά χρόνια, με το ΚΚΕ να είναι στην παρανομία και το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα να είναι ποδηγετημένο από το αστικό κράτος και τους καπιταλιστές.
Το ΠΑΣΟΚ στήριζε τη δύναμή του στο συνδικαλιστικό κίνημα με τη διεύρυνση των κρατικών επιχειρήσεων σε φάση που αυτές απαξιώνονταν και τις κρατικοποιούσε, όπως και με τις εκτεταμένες προσλήψεις στις πρώην ΔΕΚΟ και στο δημόσιο τομέα. Ένα μέρος των κρατικοποιήσεων είχε ξεκινήσει η ΝΔ. Το ίδιο έκανε το ΠΑΣΟΚ διαμορφώνοντας υπέρ του ανάλογους συσχετισμούς σε μεγάλα εργοστάσια, ιδιαίτερα με τη διαχείριση των λεγόμενων προβληματικών επιχειρήσεων στις αρχές της δεκαετίας του ’80, οι οποίες, αν και χρεοκοπημένες, πέρασαν στο κράτος, εξυγιάνθηκαν πληρώνοντας τα χρέη τους με λεφτά των εργαζόμενων από τους κρατικούς προϋπολογισμούς, στο όνομα της σωτηρίας τους και της σωτηρίας των θέσεων εργασίας, που στην πορεία βεβαίως ιδιωτικοποιήθηκαν, όπως, π.χ., η ΛΑΡΚΟ, η Ολυμπιακή, η ΑΓΕΤ-Ηρακλής κ.ά.
Σε όλη αυτήν τη διαδρομή τους οι συνδικαλιστές του ΠΑΣΟΚ στο κίνημα (ΠΑΣΚΕ) εδραίωσαν τη σχέση τους με μεγάλα τμήματα του κεφαλαίου στρατηγικής σημασίας, όπως χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, τράπεζες, ενέργεια, τηλεπικοινωνίες, μεταφορές, αερομεταφορές, ναυπηγεία, λιμάνια, μέταλλο κλπ. Δεν είναι τυχαία η ανάδειξη προέδρων της ΓΣΕΕ κυρίως από τα διευθυντικά στελέχη των τραπεζών, όπως, π.χ., ο σημερινός πρόεδρος Γ. Παναγόπουλος, που είναι και ο μακροβιότερος –15 χρόνια (!!!), από το 2006. Επίσης, ως ηγέτιδα δύναμη στην προώθηση της στρατηγικής του κεφαλαίου στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, είχε την καλύτερη συνεργασία με τις δυνάμεις του κατεξοχήν τότε κόμματος της αστικής τάξης, τη ΝΔ (ΔΑΚΕ), και κράτησε ως τις σύγχρονες συνθήκες.
Προς το τέλος όμως της πρώτης διακυβέρνησης ΠΑΣΟΚ στα τέλη της δεκαετίας του ’80 άλλαζαν οι εσωτερικές και οι ευρωπαϊκές συνθήκες και άρχισαν να εφαρμόζονται οι πρώτες πολιτικές περιορισμού των μισθών, οι πρώτες μεταρρυθμίσεις σε βάρος των εργαζόμενων, που επίδρασαν και σε τμήματα των συνδικαλιστικών του δυνάμεων. Στο επίπεδο της ΕΟΚ είναι περίοδος ποιοτικών αλλαγών, με την Ενιαία Ευρωπαϊκή Αγορά που προετοίμαζε τη μετάβαση στη Συνθήκη του Μάαστριχτ και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Είχαν αρχίσει οι πρώτες αντεργατικές αναδιαρθρώσεις, αλλά και η επιβολή πολιτικής σταθεροποίησης της οικονομίας, με απαγόρευση αυξήσεων στους μισθούς και στον ιδιωτικό τομέα. Στην ΠΑΣΚΕ υπήρχαν δυνάμεις που αντιδρούσαν στην κυβερνητική πολιτική του ΠΑΣΟΚ και στο επίπεδο διοίκησής της στη ΓΣΕΕ. Στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, μέχρι και στο ΔΣ της ΓΣΕΕ, στη δεύτερη θέση βρίσκονταν οι δυνάμεις που στήριζε το ΚΚΕ. Ενισχύονταν οι δυνατότητες αντίστασης σε αυτήν την πολιτική, οι δυνατότητες ανάπτυξης διεκδικητικών αγώνων. Επίσης, σύμφωνα με την τότε στρατηγική του ΚΚΕ, στρατηγική των δύο σταδίων της ενιαίας επαναστατικής διαδικασίας για το σοσιαλισμό, το ΚΚΕ συνεργαζόταν με το ΠΑΣΟΚ σε διάφορα μέτωπα όπως η Τοπική Διοίκηση, το συνδικαλιστικό κίνημα, το φοιτητικό κίνημα κ.ά. Η πλειοψηφία τότε στη διοίκηση της ΓΣΕΕ προήλθε από τη συνεργασία της ΠΑΣΚΕ με την παράταξη του ΚΚΕ, την ΕΣΑΚ.
Έτσι το ΠΑΣΟΚ, με την ωμή κυβερνητική παρέμβαση στη ΓΣΕΕ το 1985 (τυπικά έγινε με προσφυγή στην αστική Δικαιοσύνη), αλλάζει το συσχετισμό με δικαστικό διορισμό φιλοκυβερνητικής διοίκησης, πετώντας έξω τους κομμουνιστές και τα στελέχη της ΓΣΣΕ που αντέδρασαν στην πολιτική του. Σαν καθαρό πλέον αστικό κυβερνητικό κόμμα, εγκαταλείπει οριστικά τη ρεφορμιστική πάλη κι εναντιώνεται στους διεκδικητικούς αγώνες, ενισχύει την αντικομμουνιστική προπαγάνδα. Ενδόμυχος στόχος του ήταν να μειώσει, αν μπορούσε να αφανίσει τους κομμουνιστές, τους οπαδούς, τους συνεργαζόμενους μαζί τους στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα. Και φροντίζει με κάθε μέσο –όπως η εξαγορά και η νοθεία– την εξασφάλιση της πλειοψηφίας με στόχο την υποταγή εργατικών δυνάμεων στην αστική πολιτική, την υπονόμευση των διεκδικητικών αγώνων υπεράσπισης και διεύρυνσης των κατακτήσεων των εργαζόμενων, τη στήριξη από το κίνημα της πολιτικής του για την καπιταλιστική ανάπτυξη και την ενσωμάτωση στην ΕΟΚ, μετέπειτα ΕΕ, έχοντας ήδη εξελιχτεί η ΠΑΣΚΕ σε δύναμη εργοδοτικού-κυβερνητικού συνδικαλισμού. Και έγινε καθεστωτική δύναμη στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα έχοντας διαμορφώσει δεσμούς συναλλαγής και εξαγοράς με μεγάλα τμήματα εργαζόμενων στις ΔΕΚΟ, κάνοντας στοχευμένη πολιτική παροχών, που, σε συνδυασμό με τα όργανα της λεγόμενης συμμετοχικής διαδικασίας στη διοίκηση αυτών των επιχειρήσεων, διαμόρφωναν μια κάστα εργατικής αριστοκρατίας και ενσωμάτωναν μεγάλα τμήματα αυτών των εργαζόμενων.
Στη συνέχεια πήρε μέρος στις μαζικές κινητοποιήσεις στις αρχές του ’90 με ρεφορμιστικό περιεχόμενο, ενάντια στην κυβέρνηση της ΝΔ με πρωθυπουργό τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, στο όνομα της υπεράσπισης «του έργου των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ» στη δεκαετία του ’80 με αιχμή την εναντίωση τάχα στις ιδιωτικοποιήσεις, προβάλλοντας το στόχο της εναλλαγής στην κυβέρνηση, δηλαδή να αναδειχτεί ξανά το
ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση.
Και όταν αναδείχτηκε κυβέρνηση, το 1993, έβαλε μπροστά την εφαρμογή ανάλογης πολιτικής με τη ΝΔ στο πλαίσιο προσαρμογής στη Συνθήκη του Μάαστριχτ, που άρχισε να εφαρμόζεται από το 1992, και στη συνέχεια, με τη στρατηγική των αντεργατικών αναδιαρθρώσεων στο πλαίσιο εφαρμογής της Λευκής Βίβλου, προωθώντας επίσης και τις ιδιωτικοποιήσεις. Αυτήν την πολιτική εφάρμοσαν με ζήλο οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ, ιδιαίτερα μετά την ανάδειξη στην πρωθυπουργία του Κώστα Σημίτη το 1996.
Από τις αρχές του ’90 και μετά, μπήκε ανοιχτά στο συνδικαλιστικό κίνημα και αποτυπώθηκε η αρχή του «κοινωνικού εταιρισμού» και η θεσμοθέτηση του «κοινωνικού διαλόγου», ως βασικά εργαλεία της σταθερής διαμόρφωσης της «κοινωνικής συνοχής», δηλαδή της ταξικής συνεργασίας. Ήρθε ως αποτέλεσμα και της ήττας του κομμουνιστικού κινήματος με την επικράτηση της αντεπανάστασης σε χώρες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Ήταν ποιοτική στροφή το Συνέδριο της ΓΣΕΕ στην Αλεξανδρούπολη (1992), που κατάργησε τον όρο «κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο» και υιοθέτησε ως σκοπό της Συνομοσπονδίας τον κοινωνικό εταιρισμό. Τότε το ΠΑΣΟΚ επεξεργάστηκε και ανέδειξε και στην Ελλάδα τη στρατηγική που είχε το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδιαίτερα της Γερμανίας, αλλά και στις ΗΠΑ, για την ταξική συνεργασία, με εργαλείο το λεγόμενο κοινωνικό διάλογο των εταίρων –δηλαδή καπιταλιστών και εργατικής τάξης (εργοδοτικές οργανώσεις-ΓΣΕΕ)– ο οποίος ενίοτε έπαιρνε και τη μορφή εργοδοτικές οργανώσεις-κυβερνήσεις και κράτος-ΓΣΕΕ. Ήδη σε επίπεδο ΕΕ αλλά και κρατών-μελών άρχισαν να θεσμοθετούνται οι λεγόμενες «Οικονομικές και Κοινωνικές Επιτροπές» (ΟΚΕ και σε επίπεδο ΕΕ, ΕΟΚΕ), που ήταν επίσης θεσμός του κοινωνικού διαλόγου.
Ο «κοινωνικός διάλογος», ευρωενωσιακό στρατηγικό εργαλείο από το 1985 στην τότε ΕΟΚ, εμφανίζεται στην Ελλάδα το 1997 με το λεγόμενο τότε Σύμφωνο Εμπιστοσύνης προς το 2000. Αυτό το «Σύμφωνο» χάραζε τις τότε αντεργατικές καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις προετοιμάζοντας και την ένταξη της Ελλάδας στην ΟΝΕ. Από τότε οι παρατάξεις ΠΑΣΚΕ (ΠΑΣΟΚ), ΔΑΚΕ (ΝΔ) και από κοντά η «Αυτόνομη Παρέμβαση» (συνδικαλιστική παράταξη του τότε Συνασπισμού), επέλεξαν τη συμμετοχή στον «κοινωνικό διάλογο» και έτσι αποφασίστηκε η συμμετοχή των ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ. Άρχισαν τη θεσμοθετημένη προώθηση του «κοινωνικού εταιρισμού», συνεργαζόμενες με τις εργοδοτικές οργανώσεις και το αστικό κράτος, τις κυβερνήσεις, αλλά και την ΕΕ. Οι δυνάμεις του ΚΚΕ και οι συνεργαζόμενοι μαζί του στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα αντιτάχτηκαν από τότε στον «κοινωνικό διάλογο», αποκαλύπτοντας την τεράστια ζημιά όχι μόνο από την υπονόμευση της ταξικής διεκδικητικής πάλης, αλλά και από την παραπομπή από τις αστικές και οπορτουνιστικές δυνάμεις –που υιοθέτησαν τον «κοινωνικό διάλογο»– της αντιμετώπισης των προβλημάτων των εργαζόμενων στην πολιτική του κεφαλαίου, υποτάσσοντάς τους στην εκμετάλλευση.
Ο «κοινωνικός διάλογος» είναι στρατηγική ενσωμάτωσης του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος στη στρατηγική του κεφαλαίου, στρατηγική αντικατάστασης των διεκδικητικών αγώνων με συζητήσεις, ούτε καν παζάρια, στα σαλόνια της αστικής τάξης για το πόσα από τα δικαιώματά της θα χάσει η εργατική τάξη. ΠΑΣΚΕ και ΔΑΚΕ, δηλαδή οι δυνάμεις του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ, είχαν συστρατευτεί και ταυτίστηκαν με αυτήν τη στρατηγική, ουσιαστικός μοχλός για το πέρασμα της πολιτικής τους στην εργατική τάξη. Προς το τέλος της δεκαετίας του ’90, αρχές της δεκαετίας 2000, άρχισαν να εφαρμόζονται οι πρώτες αντεργατικές καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις με άμεσο χτύπημα στην τιμή της εργατικής δύναμης και βασικό μοχλό τόσο το χτύπημα των μισθών, και ιδιαίτερα της κοινωνικής ασφάλισης (νόμοι Σιούφα, Ρέππα, Γιαννίτση, Πετραλιά κλπ.) όσο και του εργάσιμου χρόνου με τις πρώτες διευθετήσεις, οι οποίες εντάθηκαν το 2000 με τη συνεχή επέκταση της ευελιξίας στις μορφές εργασίας. Ήταν στρατηγική του ευρωενωσιακού κεφαλαίου που αύξανε την εκμετάλλευση. Έτσι ΠΑΣΚΕ-ΔΑΚΕ τότε επέβαλαν τον «κοινωνικό διάλογο» στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα ως τη μοναδική σχεδόν μορφή δράσης του. Από τότε είχαν γραμμή να ξεγράψουν τους διεκδικητικούς αγώνες. Μαζί τους, αν και όχι τότε με πλήρη ταύτιση, οι δυνάμεις του Συνασπισμού, που ενίοτε ψέλλιζαν για την ανάγκη αγώνων, αλλά με γραμμή συμβιβασμού ανάμεσα σε εργοδοσία και εργαζόμενους, στη λογική: «Είναι και ο εργάτης άνθρωπος, θέλει και αυτός να ζήσει.»
Την περίοδο της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης και στο όνομα αντιμετώπισής της η πλειοψηφία στη διοίκηση της ΓΣΕΕ, ιδιαίτερα
ΠΑΣΚΕ-ΔΑΚΕ, έβαλε απροκάλυπτα πλάτη για την εφαρμογή των αντεργατικών πολιτικών που φόρτωναν την κρίση στους εργαζόμενους. Έχασε και το ελάχιστο κύρος που είχε κρατήσει από τη συμμετοχή στην ακύρωση του αντιασφαλιστικού νόμου Γιαννίτση στις αρχές του 2000. Από κοντά και η παράταξη του ΣΥΡΙΖΑ με τις ελάχιστες δυνάμεις που είχε, με δεδομένο ότι προαλειφόταν να ενταχτεί στο αστικό πολιτικό σύστημα ως η μόνη πολιτική δύναμη μετά από τη φθορά του ΠΑΣΟΚ, που με αντινεοφιλελεύθερη στρατηγική θα μπορούσε να συσπειρώσει κοινοβουλευτικά λαϊκές δυνάμεις και να διαχειριστεί την οικονομική κρίση σε όφελος του κεφαλαίου με νεοφιλελεύθερη στρατηγική, χωρίς την ένταση διεκδικητικών αγώνων. Άλλωστε καλλιεργούσε προσδοκίες για εφαρμογή αντινεοφιλελεύθερης, πιο σωστά αντιμνημονιακής, πολιτικής όπως την βάφτισε, για να δηλώσει ότι αντιστρατεύεται τα μνημόνια κι έτσι να χειραγωγήσει εργατικές-λαϊκές δυνάμεις στην αναμονή μιας κάποιας ομιχλώδους ανακούφισής τους, που δεν ήρθε ποτέ.
Η ΠΑΣΚΕ σήμερα διατηρεί την πλειοψηφία στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, παρά το γεγονός ότι το ΠΑΣΟΚ χρεώθηκε από τις λαϊκές δυνάμεις τέτοια φθορά που μόνο ως συμπληρωματική πολιτική δύναμη σε αστική κυβέρνηση μπορεί να παίξει ρόλο. Και είναι τέτοια δύναμη η ΠΑΣΚΕ στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, παρά τα πενιχρά κοινοβουλευτικά ποσοστά του ΠΑΣΟΚ, επειδή διατηρεί ως μηχανισμός τους άρρηκτους δεσμούς της με το μεγαλύτερο μέρος του κεφαλαίου, έχοντας επίσης διεθνείς διασυνδέσεις με ισχυρά επιτελεία του κεφαλαίου σε ΕΕ-ΗΠΑ. Η ΠΑΣΚΕ βεβαίως είχε πάψει από τη δεκαετία του ’80 ακόμη να είναι ρεφορμιστική δύναμη.