Με αφορμή τη διαπάλη για το 37ο Συνέδριο της ΓΣΕΕ


του Στέφανου Λουκά

Τον Οκτώβρη του 1918 στον πυρήνα της διαπάλης του ιδρυτικού Συνεδρίου της ΓΣΕΕ ήταν το θεμελιακό ζήτημα της ταξικής πάλης ως σκοπός της Συνομοσπονδίας. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, τότε πρωθυπουργός της Ελλάδας, έκανε ανοιχτή παρέμβαση με εκλεγμένες δυνάμεις του κόμματός του από συνδικάτα, Εργατικά Κέντρα, Ομοσπονδίες, μέσα στο συνέδριο υπέρ της αστικής πολιτικής. Ήταν η πρώτη επίσημη εμφάνιση του τότε εργοδοτικού-κυβερνητικού συνδικαλισμού.

Όλη η ιστορία του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος στην Ελλάδα, ανεξάρτητα από τα γεγονότα που τροφοδότησαν τη διαπάλη στις γραμμές του και μάλιστα ενίοτε καθόρισαν ως ανεξίτηλες στιγμές την ιστορία του, διακρίνεται από την πολύμορφη δράση καπιταλιστών και του κράτους τους, μέσω των κυβερνήσεων, να εξοστρακίσουν από την ηγεσία του τις πιο συνειδητοποιημένες ταξικές δυνάμεις.

Μάλιστα ο Ελευθέριος Βενιζέλος, στην περίοδο του Μεσοπολέμου, ως ο πρωτομάχος της αποκομμουνιστικοποίησης της ΓΣΕΕ, έφτασε μπροστά στο 4ο Συνέδριό της το 1928 να συλλάβει όλους τους εκλεγμένους κομμουνιστές, τους οπαδούς και συνεργαζόμενους με τους κομμουνιστές αντιπροσώπους, να τους κλείσει σε καράβι ανοιχτά του Πειραιά και να τους απελευθερώσει μετά το τέλος του Συνεδρίου και την εκλογή νέας διοίκησης χωρίς αυτούς. Όλη η ιστορία του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος είναι γεμάτη από ανάλογα γεγονότα.

Στη Διακήρυξη της ΚΕ του ΚΚΕ για τα 100 χρόνια από την ίδρυση του Κόμματος, αναφέρεται: «Όλα τα μεγάλα βήματα, όχι μόνο για τη συνδικαλιστική οργάνωση της εργατικής τάξης στην Ελλάδα, αλλά κυρίως για την εδραίωση του ταξικού προσανατολισμού του εργατικού κινήματος, είναι δεμένα με την ιστορική προσφορά του ΚΚΕ. Εναντιώθηκε στην πράξη στο διαχωρισμό των εργατών με βάση το θρήσκευμα, την εθνότητα, το φύλο και πάλεψε για την ενότητα της εργατικής τάξης απέναντι στον ταξικό εχθρό της. Καταπολέμησε τη μοιρολατρία και την ηττοπάθεια ... Πολέμησε τη γραμμή του εργοδοτικού και ρεφορμιστικού συνδικαλισμού στο κίνημα, αξιοποιώντας το σχήμα της Ενωτικής ΓΣΕΕ ...

Πολέμησε τη γραμμή του εργοδοτικού και ρεφορμιστικού συνδικαλισμού στο κίνημα ...

Η αντιπαράθεση των δυνάμεων του ΚΚΕ με τη γραμμή της ταξικής συνεργασίας και του συμβιβασμού ήταν συνεχής, παρά τις αδυναμίες στην αντιμετώπιση των σοσιαλδημοκρατικών δυνάμεων που δημιουργούσε η τακτική του» (σ.σ.: η υπογράμμιση δική μας).

Έχει τη σημασία της αυτή η υπογράμμιση, γιατί θέτει στην απέναντι όχθη από τη συνεπή επαναστατική πολιτική γραμμή και την προσαρμογή στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα τη γραμμή του εργοδοτικού συνδικαλισμού και τη γραμμή του ρεφορμιστικού συνδικαλισμού. Οι δύο γραμμές μπορεί να βρίσκονται στην ίδια όχθη, αλλά δεν ταυτίζονται. Και αυτό έχει τη σημασία του στο περιεχόμενο της διαπάλης μέσα στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα.

 

ΤΟ 20ό ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΟΥ ΚΚΕ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΠΑΛΗ ΣΤΟ ΚΙΝΗΜΑ

Το περιεχόμενο της διαπάλης μέσα στο κίνημα είναι για το ΚΚΕ καθήκον πρώτης γραμμής. Αποτελεί σταθερή και μόνιμη ενασχόληση των καθοδηγητικών οργάνων, των κομματικών ομάδων όλων των συνδικαλιστικών οργανώσεων, εδράζεται στο Πρόγραμμα του Κόμματος, στη στρατηγική του και αποτελεί συστατικό στοιχείο της δράσης των κομμουνιστών για την ανασύνταξη του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος, τη μαζικοποίηση των συνδικάτων και την άνοδο του βαθμού οργάνωσης της εργατικής τάξης, την άνοδο των αγώνων και του προσανατολισμού τους για την πολιτικοποίηση της πάλης από τη σκοπιά τόσο των άμεσων όσο και των γενικών συμφερόντων της εργατικής τάξης. Πρόκειται για καθήκοντα διαλεκτικά δεμένα στον αγώνα της εργατικής τάξης ενάντια στο κεφάλαιο, στο αστικό κράτος, στα κόμματά τους και τους διεθνείς συμμάχους τους, στην πάλη για την ολόπλευρη ικανοποίηση των ολοένα αυξανόμενων αναγκών των εργατικών οικογενειών, που απαιτεί κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής, κεντρικό σχεδιασμό, άρα εργατική εξουσία.

Η δράση μας, για να μπολιάζεται το κίνημα με την αντιμονοπωλιακή αντικαπιταλιστική γραμμή πάλης, συνδέεται με την ιδεολογικοπολιτική στήριξη των κάθε φορά πλαισίων με στόχους πάλης που απαντάνε στο σήμερα και στο αύριο της ζωής της εργατικής τάξης, ανοίγουν το δρόμο της ταξικής αντιπαράθεσης με τον αντίπαλό της, την αστική τάξη και την εξουσία της, μπολιάζουν τις εργατικές συνειδήσεις με την αναγκαιότητα της ταξικής σύγκρουσης κόντρα στην ταξική συνεργασία και το ρεφορμισμό.

Η ανάπτυξη της ιδεολογικοπολιτικής παρέμβασης για τον καπιταλισμό, τη λειτουργία του, τους νόμους κίνησής του, την οικονομική κρίση, το γεγονός ότι στα σπλάχνα του είναι ριζωμένες οι αιτίες των προβλημάτων της εργατικής τάξης, που αναζητά λύσεις σε αυτά, συμβάλλουν και στη δημιουργία προϋποθέσεων οργάνωσης των εργατών στις συνδικαλιστικές τους οργανώσεις, ενώ για όσους έχουν ώριμη ταξική συνείδηση, στο Κόμμα τους, το ΚΚΕ.

Η Πολιτική Απόφαση του 20ού Συνεδρίου του ΚΚΕ σχετικά με το ζήτημα της διαπάλης αναφέρει τα εξής:

«Το 20ό Συνέδριο του ΚΚΕ, με βάση τα προγραμματικά ντοκουμέντα καθώς και την πείρα του Κόμματος το προηγούμενο διάστημα προσδιόρισε τα καθήκοντα του Κόμματος σε σχέση με τη δουλειά για την ανασύνταξη του εργατικού κινήματος. Το βασικό περιεχόμενο της ανασύνταξης του εργατικού κινήματος προσδιορίζεται ως η προετοιμασία και ανάπτυξη της ικανότητάς του να αντιπαρατεθεί με αποφασιστικότητα και αποτελεσματικότητα, σε συμμαχία με τα λαϊκά στρώματα των αυτοαπασχολουμένων της πόλης και της υπαίθρου, στην ενιαία επεξεργασμένη στρατηγική του κεφαλαίου και της καπιταλιστικής εξουσίας.

Η υλοποίηση αυτού του καθήκοντος προϋποθέτει την ένταση της ιδεολογικής-πολιτικής πάλης στο συνδικαλιστικό κίνημα. Στα συνδικάτα παρεμβαίνουν οργανωμένα οι αστικές πολιτικές δυνάμεις, η ίδια η εργοδοσία, οι διάφοροι κρατικοί μηχανισμοί, ο οπορτουνισμός. Η πολιτικοποίηση της δράσης των συνδικάτων σε αντικαπιταλιστικό προσανατολισμό αφορά πρώτα απ’ όλα τη γενική τους κατεύθυνση, με την έννοια ότι δεν περιορίζονται μόνο σ’ ένα επιμέρους πλαίσιο πάλης. Επιδιώκουμε τα συνδικάτα να τοποθετούνται υπέρ της ταξικής πάλης και της κατάργησης της εκμετάλλευσης, κατά της ταξικής συναίνεσης, του “κοινού εθνικού συμφέροντος”, της υποταγής τελικά στους καπιταλιστές. Το εργατικό κίνημα πλήρωσε ακριβά τις αυταπάτες ότι μια “πιο πλατιά” δήθεν γραμμή, που θα επικεντρώνεται μόνο ή κυρίως στο συγκεκριμένο πρόβλημα του κάθε χώρου δουλειάς, μπορεί να διευρύνει το πλαίσιο της συσπείρωσης και να διευκολύνει το συνολικό στόχο. Τα όποια βραχυπρόθεσμα αποτελέσματα μιας τέτοιας γραμμής σε άλλες συνθήκες έγιναν γρήγορα “φτερό στον άνεμο” και οδήγησαν στην απογοήτευση και αποστράτευση ακόμα και συνεπών δυνάμεων.

Η πολιτικοποίηση γίνεται με όρους κινήματος, συμμετοχής των εργαζόμενων και υπολογίζοντας ότι τα μέλη των συνδικάτων δεν έχουν όλα κατακτημένη πολιτική ταξική συνείδηση. H δουλειά για την πολιτικοποίηση, για το ξεπέρασμα φαινομένων συντεχνιακής λογικής πρέπει να αναπτύσσεται καθημερινά με τη δημιουργική ανησυχία και φροντίδα των κομμουνιστών, για να διαμορφώνεται σωστή σχέση ανάμεσα στο Κόμμα και τα συνδικάτα, να μη δίνουν αθέλητα κάποιες φορές την εντύπωση μετατροπής των συνδικάτων σε “κομματικές οργανώσεις”, μεταφέροντας ανεπεξέργαστα θέσεις, συνθήματα, μεθόδους της κομματικής δουλειάς.

Αυτό που κυρίως χρειάζεται είναι η καλύτερη εξειδίκευση, η καλύτερη επεξεργασία των αιτημάτων και του περιεχομένου κάθε αγώνα, των θέσεων και των συνθημάτων σε κάθε σωματείο, σε κάθε κλάδο, σε κάθε χώρο. Έτσι μόνο μπορεί να ξεπεραστεί η γενικολογία, η επανάληψη γενικών στρατηγικών συνθημάτων. Ο κομμουνιστής δρα φανερά, δεν κρύβει τις απόψεις του, δεν κάνει πίσω στις θέσεις και στο Πρόγραμμα του Κόμματος, ταυτόχρονα όμως κρίνεται καθημερινά και στην ικανότητα διαμόρφωσης πλαισίου πάλης και διεκδικήσεων που διευκολύνουν τη συσπείρωση εργαζόμενων και εμποδίζουν έτσι την πιο εύκολη χειραγώγηση και ενσωμάτωση.

Να αποκτήσουμε σταθερό προσανατολισμό, αλλά και μεγαλύτερη ικανότητα να ενισχύεται από τα κάτω –ξεκινώντας από τον τόπο δουλειάς, από το σωματείο– η γραμμή πάλης που θέτει στο επίκεντρο τις σύγχρονες ανάγκες των εργατικών-λαϊκών δυνάμεων.»

 

ΕΝΑΛΛΑΓΕΣ ΚΑΙ ΑΝΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ

Οι αστικές πολιτικές δυνάμεις, αλλά και οι ρεφορμιστικές δυνάμεις στο κίνημα δεν είναι πάντα οι ίδιες. Εναλλάσσονται ακολουθώντας σχετικές αναμορφώσεις στο αστικό πολιτικό σύστημα.

Το ΠΑΣΟΚ, για παράδειγμα, στη δεκαετία του ’70, ως σοσιαλδημοκρατικό κόμμα με στρατηγική στόχευση και ικανότητα στη χειραγώγηση και ενσωμάτωση εργατικών-λαϊκών δυνάμεων στην αστική πολιτική, πρόβαλλε συνθήματα και πολιτική βελτίωσης της θέσης των εργαζόμενων στο σύστημα, που γίνονταν και στόχοι πάλης του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος. Αυτό το έκανε κόντρα στις πιο επιθετικές στο κίνημα αστικές πολιτικές δυνάμεις, που προέρχονταν από το βασικό αστικό κόμμα πριν τη δικτατορία της 21ης Απρίλη 1967, την ΕΡΕ, που την διαδέχτηκε η ΝΔ η οποία ενσωμάτωσε στις γραμμές της τις συνδικαλιστικές δυνάμεις με ρίζες στον επονομαζόμενο μακρηθεοδωρισμό1 που δρούσαν ως πλειοψηφικό ρεύμα στις γραμμές του κινήματος, κυριαρχώντας στη ΓΣΕΕ με νοθείες και εκβιασμούς, αλλά και την παρέμβαση των καπιταλιστών στη διαμόρφωση των συνδικαλιστικών ηγεσιών.

Το ΠΑΣΟΚ, ως κόμμα της σοσιαλδημοκρατίας που δρούσε για πρώτη φορά στην Ελλάδα, από τη δεκαετία του ’70 ακόμη, όταν ήταν αξιωματική αντιπολίτευση στην κυβέρνηση της ΝΔ, έθεσε ως στόχο του το κέρδισμα της πλειοψηφίας στις εργατικές συνδικαλιστικές οργανώσεις και στη ΓΣΕΕ. Για να μπορέσει να στηριχτεί στην αστική διακυβέρνηση, χρειαζόταν να έχει ως μοχλό και το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα. Πρόβαλλε ζητήματα εκδημοκρατισμού του συνδικαλιστικού κινήματος, αφού κυριαρχούσε ακόμη ο μακρηθεοδωρισμός, δηλαδή οι δυνάμεις της «δεξιάς» όπως έλεγε, με άμεση διασύνδεση με τους τότε μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους.

Υποσχόταν δε πως, όταν ανέλθει στην κυβερνητική εξουσία, θα αλλάξει την αρνητική για την εργατική τάξη πραγματικότητα για τη ζωή και τη δουλειά της, αλλά και το συνδικαλιστικό νόμο.

Οι δυνάμεις του ΠΑΣΟΚ στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα στη δεκαετία του ’70 αλλά και στη συνέχεια στη δεκαετία του ’80 δρούσαν στα συνδικάτα καλώντας σε αγώνα με ρεφορμιστική γραμμή.

Το ΠΑΣΟΚ, με αυτήν τη γραμμή ανάπτυξης ρεφορμιστικής πάλης, ξεδίπλωνε τη στρατηγική του επιδίωξη, που ήταν ο έλεγχος του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος με το κέρδισμα της πλειοψηφίας στις οργανώσεις του και στα τρία επίπεδα, σαν πλεονέκτημα για να πάρει το χρίσμα της κυβερνητικής εξουσίας από την αστική τάξη, αποδεικνύοντας ότι ήταν ικανό να χειραγωγήσει την εργατική τάξη στην πολιτική του κεφαλαίου. Το ευνοούσαν οι τότε κοινωνικοπολιτικές συνθήκες. Ήταν περίοδος μετά από την επτάχρονη δικτατορία, με νόμιμο πλέον το ΚΚΕ, υπήρχαν έντονες αγωνιστικές διεκδικητικές διαθέσεις μετά από επτά χρόνια που ήταν το κίνημα «στο γύψο», αλλά και τα προηγούμενα μετεμφυλιοπολεμικά χρόνια, με το ΚΚΕ να είναι στην παρανομία και το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα να είναι ποδηγετημένο από το αστικό κράτος και τους καπιταλιστές.

Το ΠΑΣΟΚ στήριζε τη δύναμή του στο συνδικαλιστικό κίνημα με τη διεύρυνση των κρατικών επιχειρήσεων σε φάση που αυτές απαξιώνονταν και τις κρατικοποιούσε, όπως και με τις εκτεταμένες προσλήψεις στις πρώην ΔΕΚΟ και στο δημόσιο τομέα. Ένα μέρος των κρατικοποιήσεων είχε ξεκινήσει η ΝΔ. Το ίδιο έκανε το ΠΑΣΟΚ διαμορφώνοντας υπέρ του ανάλογους συσχετισμούς σε μεγάλα εργοστάσια, ιδιαίτερα με τη διαχείριση των λεγόμενων προβληματικών επιχειρήσεων στις αρχές της δεκαετίας του ’80, οι οποίες, αν και χρεοκοπημένες, πέρασαν στο κράτος, εξυγιάνθηκαν πληρώνοντας τα χρέη τους με λεφτά των εργαζόμενων από τους κρατικούς προϋπολογισμούς, στο όνομα της σωτηρίας τους και της σωτηρίας των θέσεων εργασίας, που στην πορεία βεβαίως ιδιωτικοποιήθηκαν, όπως, π.χ., η ΛΑΡΚΟ, η Ολυμπιακή, η ΑΓΕΤ-Ηρακλής κ.ά.

Σε όλη αυτήν τη διαδρομή τους οι συνδικαλιστές του ΠΑΣΟΚ στο κίνημα (ΠΑΣΚΕ) εδραίωσαν τη σχέση τους με μεγάλα τμήματα του κεφαλαίου στρατηγικής σημασίας, όπως χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, τράπεζες, ενέργεια, τηλεπικοινωνίες, μεταφορές, αερομεταφορές, ναυπηγεία, λιμάνια, μέταλλο κλπ. Δεν είναι τυχαία η ανάδειξη προέδρων της ΓΣΕΕ κυρίως από τα διευθυντικά στελέχη των τραπεζών, όπως, π.χ., ο σημερινός πρόεδρος Γ. Παναγόπουλος, που είναι και ο μακροβιότερος –15 χρόνια (!!!), από το 2006. Επίσης, ως ηγέτιδα δύναμη στην προώθηση της στρατηγικής του κεφαλαίου στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, είχε την καλύτερη συνεργασία με τις δυνάμεις του κατεξοχήν τότε κόμματος της αστικής τάξης, τη ΝΔ (ΔΑΚΕ), και κράτησε ως τις σύγχρονες συνθήκες.

Προς το τέλος όμως της πρώτης διακυβέρνησης ΠΑΣΟΚ στα τέλη της δεκαετίας του ’80 άλλαζαν οι εσωτερικές και οι ευρωπαϊκές συνθήκες και άρχισαν να εφαρμόζονται οι πρώτες πολιτικές περιορισμού των μισθών, οι πρώτες μεταρρυθμίσεις σε βάρος των εργαζόμενων, που επίδρασαν και σε τμήματα των συνδικαλιστικών του δυνάμεων. Στο επίπεδο της ΕΟΚ είναι περίοδος ποιοτικών αλλαγών, με την Ενιαία Ευρωπαϊκή Αγορά που προετοίμαζε τη μετάβαση στη Συνθήκη του Μάαστριχτ και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Είχαν αρχίσει οι πρώτες αντεργατικές αναδιαρθρώσεις, αλλά και η επιβολή πολιτικής σταθεροποίησης της οικονομίας, με απαγόρευση αυξήσεων στους μισθούς και στον ιδιωτικό τομέα. Στην ΠΑΣΚΕ υπήρχαν δυνάμεις που αντιδρούσαν στην κυβερνητική πολιτική του ΠΑΣΟΚ και στο επίπεδο διοίκησής της στη ΓΣΕΕ. Στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, μέχρι και στο ΔΣ της ΓΣΕΕ, στη δεύτερη θέση βρίσκονταν οι δυνάμεις που στήριζε το ΚΚΕ. Ενισχύονταν οι δυνατότητες αντίστασης σε αυτήν την πολιτική, οι δυνατότητες ανάπτυξης διεκδικητικών αγώνων. Επίσης, σύμφωνα με την τότε στρατηγική του ΚΚΕ, στρατηγική των δύο σταδίων της ενιαίας επαναστατικής διαδικασίας για το σοσιαλισμό, το ΚΚΕ συνεργαζόταν με το ΠΑΣΟΚ σε διάφορα μέτωπα όπως η Τοπική Διοίκηση, το συνδικαλιστικό κίνημα, το φοιτητικό κίνημα κ.ά. Η πλειοψηφία τότε στη διοίκηση της ΓΣΕΕ προήλθε από τη συνεργασία της ΠΑΣΚΕ με την παράταξη του ΚΚΕ, την ΕΣΑΚ.

Έτσι το ΠΑΣΟΚ, με την ωμή κυβερνητική παρέμβαση στη ΓΣΕΕ το 1985 (τυπικά έγινε με προσφυγή στην αστική Δικαιοσύνη), αλλάζει το συσχετισμό με δικαστικό διορισμό φιλοκυβερνητικής διοίκησης, πετώντας έξω τους κομμουνιστές και τα στελέχη της ΓΣΣΕ που αντέδρασαν στην πολιτική του. Σαν καθαρό πλέον αστικό κυβερνητικό κόμμα, εγκαταλείπει οριστικά τη ρεφορμιστική πάλη κι εναντιώνεται στους διεκδικητικούς αγώνες, ενισχύει την αντικομμουνιστική προπαγάνδα. Ενδόμυχος στόχος του ήταν να μειώσει, αν μπορούσε να αφανίσει τους κομμουνιστές, τους οπαδούς, τους συνεργαζόμενους μαζί τους στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα. Και φροντίζει με κάθε μέσο –όπως η εξαγορά και η νοθεία– την εξασφάλιση της πλειοψηφίας με στόχο την υποταγή εργατικών δυνάμεων στην αστική πολιτική, την υπονόμευση των διεκδικητικών αγώνων υπεράσπισης και διεύρυνσης των κατακτήσεων των εργαζόμενων, τη στήριξη από το κίνημα της πολιτικής του για την καπιταλιστική ανάπτυξη και την ενσωμάτωση στην ΕΟΚ, μετέπειτα ΕΕ, έχοντας ήδη εξελιχτεί η ΠΑΣΚΕ σε δύναμη εργοδοτικού-κυβερνητικού συνδικαλισμού. Και έγινε καθεστωτική δύναμη στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα έχοντας διαμορφώσει δεσμούς συναλλαγής και εξαγοράς με μεγάλα τμήματα εργαζόμενων στις ΔΕΚΟ, κάνοντας στοχευμένη πολιτική παροχών, που, σε συνδυασμό με τα όργανα της λεγόμενης συμμετοχικής διαδικασίας στη διοίκηση αυτών των επιχειρήσεων, διαμόρφωναν μια κάστα εργατικής αριστοκρατίας και ενσωμάτωναν μεγάλα τμήματα αυτών των εργαζόμενων.

Στη συνέχεια πήρε μέρος στις μαζικές κινητοποιήσεις στις αρχές του ’90 με ρεφορμιστικό περιεχόμενο, ενάντια στην κυβέρνηση της ΝΔ με πρωθυπουργό τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, στο όνομα της υπεράσπισης «του έργου των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ» στη δεκαετία του ’80 με αιχμή την εναντίωση τάχα στις ιδιωτικοποιήσεις, προβάλλοντας το στόχο της εναλλαγής στην κυβέρνηση, δηλαδή να αναδειχτεί ξανά το 
ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση.

Και όταν αναδείχτηκε κυβέρνηση, το 1993, έβαλε μπροστά την εφαρμογή ανάλογης πολιτικής με τη ΝΔ στο πλαίσιο προσαρμογής στη Συνθήκη του Μάαστριχτ, που άρχισε να εφαρμόζεται από το 1992, και στη συνέχεια, με τη στρατηγική των αντεργατικών αναδιαρθρώσεων στο πλαίσιο εφαρμογής της Λευκής Βίβλου, προωθώντας επίσης και τις ιδιωτικοποιήσεις. Αυτήν την πολιτική εφάρμοσαν με ζήλο οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ, ιδιαίτερα μετά την ανάδειξη στην πρωθυπουργία του Κώστα Σημίτη το 1996.

Από τις αρχές του ’90 και μετά, μπήκε ανοιχτά στο συνδικαλιστικό κίνημα και αποτυπώθηκε η αρχή του «κοινωνικού εταιρισμού» και η θεσμοθέτηση του «κοινωνικού διαλόγου», ως βασικά εργαλεία της σταθερής διαμόρφωσης της «κοινωνικής συνοχής», δηλαδή της ταξικής συνεργασίας. Ήρθε ως αποτέλεσμα και της ήττας του κομμουνιστικού κινήματος με την επικράτηση της αντεπανάστασης σε χώρες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Ήταν ποιοτική στροφή το Συνέδριο της ΓΣΕΕ στην Αλεξανδρούπολη (1992), που κατάργησε τον όρο «κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο» και υιοθέτησε ως σκοπό της Συνομοσπονδίας τον κοινωνικό εταιρισμό. Τότε το ΠΑΣΟΚ επεξεργάστηκε και ανέδειξε και στην Ελλάδα τη στρατηγική που είχε το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδιαίτερα της Γερμανίας, αλλά και στις ΗΠΑ, για την ταξική συνεργασία, με εργαλείο το λεγόμενο κοινωνικό διάλογο των εταίρων –δηλαδή καπιταλιστών και εργατικής τάξης (εργοδοτικές οργανώσεις-ΓΣΕΕ)– ο οποίος ενίοτε έπαιρνε και τη μορφή εργοδοτικές οργανώσεις-κυβερνήσεις και κράτος-ΓΣΕΕ. Ήδη σε επίπεδο ΕΕ αλλά και κρατών-μελών άρχισαν να θεσμοθετούνται οι λεγόμενες «Οικονομικές και Κοινωνικές Επιτροπές» (ΟΚΕ και σε επίπεδο ΕΕ, ΕΟΚΕ), που ήταν επίσης θεσμός του κοινωνικού διαλόγου.

Ο «κοινωνικός διάλογος», ευρωενωσιακό στρατηγικό εργαλείο από το 1985 στην τότε ΕΟΚ, εμφανίζεται στην Ελλάδα το 1997 με το λεγόμενο τότε Σύμφωνο Εμπιστοσύνης προς το 2000. Αυτό το «Σύμφωνο» χάραζε τις τότε αντεργατικές καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις προετοιμάζοντας και την ένταξη της Ελλάδας στην ΟΝΕ. Από τότε οι παρατάξεις ΠΑΣΚΕ (ΠΑΣΟΚ), ΔΑΚΕ (ΝΔ) και από κοντά η «Αυτόνομη Παρέμβαση» (συνδικαλιστική παράταξη του τότε Συνασπισμού), επέλεξαν τη συμμετοχή στον «κοινωνικό διάλογο» και έτσι αποφασίστηκε η συμμετοχή των ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ. Άρχισαν τη θεσμοθετημένη προώθηση του «κοινωνικού εταιρισμού», συνεργαζόμενες με τις εργοδοτικές οργανώσεις και το αστικό κράτος, τις κυβερνήσεις, αλλά και την ΕΕ. Οι δυνάμεις του ΚΚΕ και οι συνεργαζόμενοι μαζί του στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα αντιτάχτηκαν από τότε στον «κοινωνικό διάλογο», αποκαλύπτοντας την τεράστια ζημιά όχι μόνο από την υπονόμευση της ταξικής διεκδικητικής πάλης, αλλά και από την παραπομπή από τις αστικές και οπορτουνιστικές δυνάμεις –που υιοθέτησαν τον «κοινωνικό διάλογο»– της αντιμετώπισης των προβλημάτων των εργαζόμενων στην πολιτική του κεφαλαίου, υποτάσσοντάς τους στην εκμετάλλευση.

Ο «κοινωνικός διάλογος» είναι στρατηγική ενσωμάτωσης του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος στη στρατηγική του κεφαλαίου, στρατηγική αντικατάστασης των διεκδικητικών αγώνων με συζητήσεις, ούτε καν παζάρια, στα σαλόνια της αστικής τάξης για το πόσα από τα δικαιώματά της θα χάσει η εργατική τάξη. ΠΑΣΚΕ και ΔΑΚΕ, δηλαδή οι δυνάμεις του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ, είχαν συστρατευτεί και ταυτίστηκαν με αυτήν τη στρατηγική, ουσιαστικός μοχλός για το πέρασμα της πολιτικής τους στην εργατική τάξη. Προς το τέλος της δεκαετίας του ’90, αρχές της δεκαετίας 2000, άρχισαν να εφαρμόζονται οι πρώτες αντεργατικές καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις με άμεσο χτύπημα στην τιμή της εργατικής δύναμης και βασικό μοχλό τόσο το χτύπημα των μισθών, και ιδιαίτερα της κοινωνικής ασφάλισης (νόμοι Σιούφα, Ρέππα, Γιαννίτση, Πετραλιά κλπ.) όσο και του εργάσιμου χρόνου με τις πρώτες διευθετήσεις, οι οποίες εντάθηκαν το 2000 με τη συνεχή επέκταση της ευελιξίας στις μορφές εργασίας. Ήταν στρατηγική του ευρωενωσιακού κεφαλαίου που αύξανε την εκμετάλλευση. Έτσι ΠΑΣΚΕ-ΔΑΚΕ τότε επέβαλαν τον «κοινωνικό διάλογο» στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα ως τη μοναδική σχεδόν μορφή δράσης του. Από τότε είχαν γραμμή να ξεγράψουν τους διεκδικητικούς αγώνες. Μαζί τους, αν και όχι τότε με πλήρη ταύτιση, οι δυνάμεις του Συνασπισμού, που ενίοτε ψέλλιζαν για την ανάγκη αγώνων, αλλά με γραμμή συμβιβασμού ανάμεσα σε εργοδοσία και εργαζόμενους, στη λογική: «Είναι και ο εργάτης άνθρωπος, θέλει και αυτός να ζήσει.»

Την περίοδο της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης και στο όνομα αντιμετώπισής της η πλειοψηφία στη διοίκηση της ΓΣΕΕ, ιδιαίτερα 
ΠΑΣΚΕ-ΔΑΚΕ, έβαλε απροκάλυπτα πλάτη για την εφαρμογή των αντεργατικών πολιτικών που φόρτωναν την κρίση στους εργαζόμενους. Έχασε και το ελάχιστο κύρος που είχε κρατήσει από τη συμμετοχή στην ακύρωση του αντιασφαλιστικού νόμου Γιαννίτση στις αρχές του 2000. Από κοντά και η παράταξη του ΣΥΡΙΖΑ με τις ελάχιστες δυνάμεις που είχε, με δεδομένο ότι προαλειφόταν να ενταχτεί στο αστικό πολιτικό σύστημα ως η μόνη πολιτική δύναμη μετά από τη φθορά του ΠΑΣΟΚ, που με αντινεοφιλελεύθερη στρατηγική θα μπορούσε να συσπειρώσει κοινοβουλευτικά λαϊκές δυνάμεις και να διαχειριστεί την οικονομική κρίση σε όφελος του κεφαλαίου με νεοφιλελεύθερη στρατηγική, χωρίς την ένταση διεκδικητικών αγώνων. Άλλωστε καλλιεργούσε προσδοκίες για εφαρμογή αντινεοφιλελεύθερης, πιο σωστά αντιμνημονιακής, πολιτικής όπως την βάφτισε, για να δηλώσει ότι αντιστρατεύεται τα μνημόνια κι έτσι να χειραγωγήσει εργατικές-λαϊκές δυνάμεις στην αναμονή μιας κάποιας ομιχλώδους ανακούφισής τους, που δεν ήρθε ποτέ.

Η ΠΑΣΚΕ σήμερα διατηρεί την πλειοψηφία στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, παρά το γεγονός ότι το ΠΑΣΟΚ χρεώθηκε από τις λαϊκές δυνάμεις τέτοια φθορά που μόνο ως συμπληρωματική πολιτική δύναμη σε αστική κυβέρνηση μπορεί να παίξει ρόλο. Και είναι τέτοια δύναμη η ΠΑΣΚΕ στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, παρά τα πενιχρά κοινοβουλευτικά ποσοστά του ΠΑΣΟΚ, επειδή διατηρεί ως μηχανισμός τους άρρηκτους δεσμούς της με το μεγαλύτερο μέρος του κεφαλαίου, έχοντας επίσης διεθνείς διασυνδέσεις με ισχυρά επιτελεία του κεφαλαίου σε ΕΕ-ΗΠΑ. Η ΠΑΣΚΕ βεβαίως είχε πάψει από τη δεκαετία του ’80 ακόμη να είναι ρεφορμιστική δύναμη.

 

ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΙΝΗΜΑΤΙΚΗ ΔΡΑΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΡΙΖΑ

Όταν το αστικό πολιτικό σύστημα στην Ελλάδα, τα κυβερνητικά κόμματα ΠΑΣΟΚ, ΝΔ, διαχειριζόμενα την καπιταλιστική οικονομική κρίση είχαν τεράστια κοινοβουλευτική φθορά, με το ΠΑΣΟΚ να καταβαραθρώνεται σε χαμηλό μονοψήφιο ποσοστό, η αστική τάξη ήταν υποχρεωμένη να αναζητήσει κόμμα για τη συνέχεια διαχείρισης της κρίσης υπέρ του κεφαλαίου σε συνδυασμό με αναμόρφωση του αστικού πολιτικού συστήματος. Αφενός για να συνεχίσει απρόσκοπτα η βαθιά αντεργατική αντιλαϊκή πολιτική των μνημονίων, αφετέρου για να αμβλύνονται οι κραδασμοί από την παρέμβαση του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος κυρίως, αλλά και του κινήματος των άλλων λαϊκών στρωμάτων. Έτσι προέκυψε ο ΣΥΡΙΖΑ, μετά από διεργασίες των καπιταλιστών στην Ελλάδα και των Αμερικανών συμμάχων τους κυρίως, αλλά και Ευρωπαίων.

Η διοργάνωση από τα επιτελεία τους του λεγόμενου «κινήματος των πλατειών», στο οποίο συνυπήρχαν οι δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ με ακροδεξιές, εθνικιστικές και φασιστικές δυνάμεις, όπου αναπαράγονταν συνθήματα όπως «έξω τα κόμματα», «έξω τα συνδικάτα», «οι 300 στο Γουδή», έφερε στο επίκεντρο την επεξεργασμένη από τους ίδιους πολιτική η οποία εστίαζε στο δίπολο «μνημόνιο-αντιμνημόνιο» κι έπαιξε ρόλο στην ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ σε κυβερνητική δύναμη και των ακροδεξιών δυνάμεων σε συμπληρώματα της «αντιμνημονιακής» όχθης. Είχε μπει μπρος η υπόθεση αναμόρφωσης του αστικού πολιτικού συστήματος, με τον κυβερνητικό ΣΥΡΙΖΑ να εξελίσσεται σε καθαρόαιμο πλέον σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, έχοντας εντάξει στις γραμμές του πάνω από το μισό ΠΑΣΟΚ, εντείνοντας ταυτόχρονα τις διεργασίες και αναζητήσεις της ολοκλήρωσής του ως ο κυρίαρχος σοσιαλδημοκρατικός πόλος στην Ελλάδα, έχοντας σχεδόν αναγνωριστεί ως τέτοιος και από το ευρωπαϊκό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα χωρίς καν να ανήκει τυπικά έστω σε αυτό. Η βασική του αδυναμία είναι τα ανεπαρκέστατα ερείσματα δυνάμεων στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, παρά τη μεγάλη κοινοβουλευτική του δύναμη.

 

ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΗΣ ΓΣΕΕ

Η διαπάλη γύρω από τη διεξαγωγή του 37ου Συνεδρίου της ΓΣΕΕ (είχε οριστεί για το Μάρτη του 2019) είχε στο επίκεντρό της τον ίδιο το ρόλο της τριτοβάθμιας εργατικής συνδικαλιστικής οργάνωσης και τη στρατηγική της στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα. Ρόλος και στρατηγική που διαμορφώνει η εργοδοτική-κυβερνητική πλειοψηφία στη διοίκησή της, με βασικό συστατικό της την ταξική συνεργασία, τον κοινωνικό εταιρισμό, την υπονόμευση της διεκδικητικής πάλης και την αδράνεια των συνδικαλιστικών οργανώσεων. Και προκειμένου να διατηρούν αυτήν την πλειοψηφία ως μοχλό, μηχανισμό περάσματος στο κίνημα αυτής της γραμμής, επιδίδονται πλέον συστηματικά σε απροκάλυπτες νόθες διαδικασίες ανάδειξης διοικήσεων και συνέδρων σε συνδικάτα, Εργατικά Κέντρα και Ομοσπονδίες και στο Συνέδριο της ΓΣΕΕ. Στην ίδια τακτική ακολουθούν και οι δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ σε ορισμένα σωματεία (π.χ. Σκλαβενίτης, ναυτιλιακοί υπάλληλοι κ.ά.). Αλλά στο 37ο Συνέδριο έκαναν ένα παραπέρα ποιοτικό βήμα, αφού δεν υπήρχαν μόνο νόθοι αντιπρόσωποι, αλλά και αντιπρόσωποι-μέλη ΔΣ, μέτοχοι Ανωνύμων Εταιριών, διευθύνοντες σύμβουλοι-μέτοχοι επίσης Ανωνύμων Εταιριών, οι οποίοι μάλιστα είχαν την αμέριστη στήριξη της ΠΑΣΚΕ και οι περισσότεροι ήταν εκλεγμένοι με τα ψηφοδέλτιά της.

Ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ Γ. Παναγόπουλος, ηγετικό στέλεχος της 
ΠΑΣΚΕ, επικεφαλής των δυνάμεων του ΠΑΣΟΚ στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, έλεγε σε συνεντεύξεις και άρθρα του ότι οι αντιπρόσωποι με αυτές τις ιδιότητες, δηλαδή οι εργοδότες, ήταν μισθωτοί, αφού έπαιρναν μισθό ως μέλη των ΔΣ, ή διευθύνοντες σύμβουλοι, άρα έχουν όλο το δικαίωμα να εκλέγονται στο Συνέδριο, αφού τους εμπιστεύονται οι εργαζόμενοι. Μάλιστα για τον τότε οργανωτικό γραμματέα της ΓΣΕΕ Δ. Καραγεωργόπουλο, ο οποίος ήταν αποδεδειγμένα ιδιοκτήτης εταιρίας, ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ έλεγε ότι η εταιρία του δημιουργήθηκε για να βρίσκει δουλειά σε ανέργους των καζίνο! Οι περισσότεροι δε από αυτούς τους δήθεν εκπροσώπους εργαζόμενων εκλέγονται ως αντιπρόσωποι από την Ομοσπονδία Ιδιωτικών Υπαλλήλων, στην οποία πρόεδρος είναι ο Θ. Βασιλόπουλος, ηγετικό συνδικαλιστικό στέλεχος του 
ΣΥΡΙΖΑ, επικεφαλής της παράταξής του στη ΓΣΕΕ. Η παράταξη του 
ΣΥΡΙΖΑ από κοινού με την ΠΑΣΚΕ και τη ΔΑΚΕ τους νομιμοποιούν και τους στηρίζουν.

Βεβαίως η αντιπαράθεση μπροστά στο Συνέδριο της ΓΣΕΕ ήταν ένας σταθμός μιας πολύχρονης προσπάθειας στη διαπάλη των δυνάμεων του ΠΑΜΕ, των δυνάμεων με ταξικό περιεχόμενο και προσανατολισμό δράσης, κόντρα στις δυνάμεις του εργοδοτικού-κυβερνητικού συνδικαλισμού, που τον απαρτίζουν οι αστικές πολιτικές δυνάμεις στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, που ενσωματώνουν και τις όποιες ρεφορμιστικές δυνάμεις. Διαπάλη με περιεχόμενο τη διεκδικητική γραμμή πάλης, σε συνδυασμό με την αντιπαράθεση στον κοινωνικό διάλογο και βεβαίως τις εκτεταμένες νοθείες. Αντίστοιχη δράση είχαν ανοίξει οι δυνάμεις του ΠΑΜΕ και σε όλα τα συνέδρια μεγάλων Ομοσπονδιών κι Εργατικών Κέντρων (Πειραιάς, Ηράκλειο, Χανιά, Ρέθυμνο, Λαμία, Τρίκαλα, Κοζάνη, Βέροια, Κατερίνη, Καβάλα, Αλεξανδρούπολη, Κέρκυρα, Καλαμάτα, Θεσσαλονίκη, Αθήνα). Μάλιστα σε κάποια από αυτά (π.χ. Γιάννενα, Πάτρα) κατάφεραν να αλλάξουν οι συσχετισμοί προς όφελος των εργαζόμενων, ενώ σε άλλα όχι, καθώς ο συσχετισμός ήταν σημαντικά αρνητικός σε βάρος των ταξικών δυνάμεων.

Το κλείσιμο εκατοντάδων εργοστασίων τα τελευταία 20 χρόνια, όπου υπήρχαν σωματεία στα οποία στήριζε τη δύναμή της η πλειοψηφία της ΓΣΕΕ, η μεγάλη μείωση του βαθμού οργάνωσης της εργατικής τάξης από το 40% τη δεκαετία του ’80 σε λιγότερο από 15% σήμερα, που επηρεάζει συνολικά το κίνημα, και η μεγάλη μείωση του προσωπικού των πρώην ΔΕΚΟ με τις απολύσεις και τις ιδιωτικοποιήσεις, σε συνδυασμό με την απουσία τους από τα νέα τμήματα της εργατικής τάξης (νέοι, ελαστικές σχέσεις εργασίας, εργολαβικοί εργαζόμενοι, μετανάστες κ.ά.) δημιούργησαν νέες μορφές χειραγώγησης και αναπαραγωγής του εργατοπατερισμού.

Τα τελευταία 20 χρόνια, δηλαδή πολύ πριν την εκδήλωση της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης, υπάρχει μια συστηματική προσπάθεια να μετατραπούν δευτεροβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις (Ομοσπονδίες, ιδιαίτερα τα Εργατικά Κέντρα) από ΠΑΣΚΕ-ΔΑΚΕ αλλά και τις δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ σε γραφειοκρατικούς μηχανισμούς διαχείρισης κοινοτικών προγραμμάτων, στην αρχή των «Πακέτων Ντελόρ», μετά των «Κοινοτικών Πλαισίων Στήριξης» και στη συνέχεια των ΕΣΠΑ. Με σημαντικό χρηματικό όφελος βεβαίως των ίδιων των δυνάμεων του κυβερνητικού-εργοδοτικού συνδικαλισμού. Εδώ έχουμε ήδη μηχανισμό εξαγοράς, διαφθοράς, φθοράς συνειδήσεων.

Η λειτουργία των διοικήσεών τους, με την αποκλειστική ευθύνη αυτών των δυνάμεων, εκτός του ότι αποτυπώνει την εικόνα και την ουσία βεβαίως ενός γραφειοκρατικού μηχανισμού, αποτυπώνει ταυτόχρονα και την μετατροπή τους σε μηχανισμούς κατάργησης της διεκδικητικής πάλης, με την παραίτηση από την ευθύνη συμβολής στην οργάνωση των εργαζόμενων, στη δράση για την κινητοποίηση των σωματείων-μελών τους για την αντιμετώπιση των προβλημάτων των εργαζόμενων.

Τα συνέδριά τους γίνονται με εκφυλισμένες διαδικασίες, μακριά από τους εργαζόμενους που υποτίθεται ότι εκπροσωπούν, χωρίς συζήτηση - διαπάλη - αντιπαράθεση ανάμεσα σε διαφορετικές πολιτικές για τη λύση των προβλημάτων των εργαζόμενων, χωρίς συζήτηση και αποφάσεις για πλαίσιο και στόχους διεκδικητικής πάλης ενάντια σε εργοδοσία-κυβέρνηση. Χωρίς, δηλαδή, τις διαδικασίες ενός συνδικαλιστικού οργάνου των εργαζόμενων, ακόμα και ρεφορμιστικού.

Όλα αυτά είναι συνάρτηση των νόθων διαδικασιών στα πρωτοβάθμια σωματεία για τη διαμόρφωση συσχετισμών υπέρ της στρατηγικής εργοδοσίας - κράτους - κυβερνήσεων μέσα στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, που περιορίζονται αποκλειστικά στην ψηφοφορία των αντιπροσώπων για την εκλογή ΔΣ και αντιπροσώπων για το Συνέδριο της ΓΣΕΕ.

Εδώ διαμορφώνονται και συνθήκες εκτεταμένης νοθείας στα πρωτοβάθμια σωματεία, είτε γιατί ως Κόμμα εμείς δεν έχουμε δυνάμεις στους χώρους δουλειάς ή κλάδους που εκφράζουν αυτά τα σωματεία είτε γιατί τα ίδια αυτά τα σωματεία κάνουν εν κρυπτώ αρχαιρεσίες, για να αποκλείσουν τις δυνάμεις που στηρίζει το ΠΑΜΕ να πάρουν μέρος. Το αποτέλεσμα είναι να εμφανίζουν μητρώα και ψηφίσαντες που κανένας έλεγχος δεν μπορεί να επιβεβαιώσει την ύπαρξή τους. Έτσι διαμορφώνονται και οι συσχετισμοί στα συνέδρια της ΓΣΕΕ. Αυτό έπρεπε να σπάσει. Έπρεπε ν’ ανοίξει και να καθαρίσει από το σώμα του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος αυτό το απόστημα, και σε επίπεδο ΓΣΕΕ, ως συνέχεια της προηγούμενης ανάλογης δράσης μας.

Μπροστά σε αυτήν την πραγματικότητα λοιπόν, οι δυνάμεις από τα συνδικάτα, τις ομοσπονδίες, τα εργατικά κέντρα που συσπειρώνονται στο ΠΑΜΕ και άλλοι συνδικαλιστές στη δοσμένη στιγμή επεδίωξαν παρέμβαση με όρους κινηματικής δράσης των εργατικών συνδικάτων (συγκεντρώσεις - διαδηλώσεις σε Καλαμάτα, Ρόδο, αλλά και στην Αθήνα, έξω από το χώρο διεξαγωγής του Συνεδρίου, συνεντεύξεις Τύπου προς τα ΜΜΕ, κείμενο σε όλα τα σωματεία με αναλυτικά στοιχεία της νοθείας που έγινε, μέχρι και εξώδικο με πάνω από 100 σελίδες νοθείας που στάλθηκε παντού), των ίδιων των εργατών στο Συνέδριο, να στηρίξουν την προσπάθεια των εκλεγμένων στο Συνέδριο ταξικών δυνάμεων να μη νομιμοποιηθούν αυτοί οι δήθεν αντιπρόσωποι και να γίνει Συνέδριο πραγματικά εργατικό, χωρίς νόθους και εργοδότες αντιπροσώπους.

Η ενέργεια αυτή ήταν ενταγμένη στη δράση για να υπάρξει γνήσιο ταξικό εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα. Δεν ήταν πάλη ενάντια στην τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση, ούτε επιδίωξη από τις εργατικές συνδικαλιστικές οργανώσεις που συσπειρώνονται στο ΠΑΜΕ να μη γίνει Συνέδριο, όπως συκοφαντούσαν ΠΑΣΚΕ-ΔΑΚΕ, η αστική προπαγάνδα, αλλά και ο ΣΥΡΙΖΑ. Ήταν πάλη ενάντια στην παρέμβαση των πολιτικών δυνάμεων ΠΑΣΟΚ-ΝΔ, των κυβερνητικών δυνάμεων του ΣΥΡΙΖΑ, μέσα στα συνδικάτα, τα Εργατικά Κέντρα, την ίδια τη διοίκηση της ΓΣΕΕ για τον προσανατολισμό και την απαλλαγή του συνδικαλιστικού κινήματος από το θανάσιμο εναγκαλισμό κράτους κι εργοδοσίας, που εκφράζεται και με την αυτοπρόσωπη πλέον παρουσία από αντιπροσώπους διευθυντές επιχειρήσεων, μέλη των ΔΣ Ανωνύμων Εταιριών, διευθύνοντες συμβούλους επιχειρήσεων κλπ., εκβιάζοντας τους εργαζόμενους να τους ψηφίσουν με το φόβο αντιποίνων, μέχρι και απόλυσης.

Αυτή η δράση ήταν ενταγμένη στην προσπάθεια για την ανασύνταξη του κινήματος, συμβάλλοντας στο τράβηγμα των εργατών στις γραμμές των συνδικάτων.

Γι’ αυτήν τη δράση ο Γ. Παναγόπουλος δήλωνε από την Καλαμάτα ότι η κυβέρνηση και η Ελληνική Αστυνομία, που δεν προστάτευσε «δημοκρατικές διαδικασίες και δημοκρατικούς θεσμούς», είναι υπόλογοι. Η ενέργεια αυτή ήταν μοναδική στην πρόσφατη ιστορία του συνδικαλιστικού κινήματος και συνάμα αποκαλυπτική της πλήρους αστικοποίησης αυτών των δυνάμεων. Ο Γ. Παναγόπουλος δεν απευθύνθηκε ως πρόεδρος της ΓΣΕΕ κι επικεφαλής της παράταξης που έχει την πλειοψηφία στα συνδικάτα ούτε στους εργαζόμενους, ούτε στους συνδικαλιστές, ούτε καν στους χιλιάδες εργαζόμενους που ψήφισαν την παράταξή του για να υπερασπίσουν το «Συνέδριο» της ΓΣΕΕ, που δέχονταν κατά τα λεγόμενά του επίθεση, αλλά απευθύνθηκε στην αστυνομία και την κυβέρνηση! Να υπερασπίσει η αστυνομία και η κυβέρνηση τη διοίκηση της ΓΣΕΕ από τα συνδικάτα και τους εργαζόμενους, τους εκλεγμένους συνδικαλιστές! Δεν τους φάνηκε παράξενο. Το θεωρούν υποχρέωση του κράτους να τους υπερασπίσει, να τους στηρίξει, αφού είναι μηχανισμός περάσματος της αστικής πολιτικής στην εργατική τάξη.

Κάποιοι προχώρησαν παραπέρα, όπως ο ΣΥΡΙΖΑ και η παράταξή του, η οποία στις 16.3.2019, συντασσόμενη με ΠΑΣΚΕ-ΔΑΚΕ και μάλιστα με την ίδια επιχειρηματολογία, ανέφερε: «Καταδικάζουμε τη βία και την τρομοκράτηση από το ΠΑΜΕ, του οποίου οι πρακτικές έχουν ξεφύγει από κάθε όριο και στοχεύουν στη διάλυση των συνδικάτων που δεν ελέγχουν.» Κι έφτασε να συκοφαντεί το ΠΑΜΕ ότι «την κυρίαρχη ευθύνη την έχουν οι δυνάμεις του ΠΑΜΕ και ιδίως η ηγετική του ομάδα, που πια είναι καθαρό ότι βρίσκεται σε διατεταγμένη υπηρεσία από το κομματικό της κέντρο, με στόχο να τελειώσει με το πολυφωνικό, πολυτασικό, πλουραλιστικό χαρακτήρα του συνδικαλιστικού κινήματος και της ΓΣΕΕ».

Βεβαίως αυτή η δράση των ταξικών δυνάμεων μπροστά στο 37ο Συνέδριο της ΓΣΕΕ δεν εξαντλήθηκε σε αυτές τις κινητοποιήσεις. Αποτέλεσε βασική παρέμβαση μέσα στην εργατική τάξη, στους τόπους δουλειάς, στα συνδικάτα, και με ιδιαίτερη δουλειά στους εργαζόμενους που ακόμα μπορεί να ακολουθούν τις άλλες δυνάμεις στο συνδικαλιστικό κίνημα, αναδεικνύοντας το πραγματικό ζήτημα και την ανάγκη να γίνει και δική τους υπόθεση η ΓΣΕΕ εργατών, ώστε να συνταχτούν με την ταξική δράση στους χώρους δουλειάς, στο κίνημα.

 

Η ΕΠΙΘΕΣΗ ΤΩΝ ΑΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΤΕΛΕΙΩΝ

Αυτή η παρέμβαση με όρους κινηματικής εργατικής δράσης μπήκε στο στόχαστρο της αστικής τάξης και των επιτελείων της, των κομμάτων της, αλλά και των οπορτουνιστών. Τα αστικά ΜΜΕ εκείνη την περίοδο (Μάρτης του 2019), σύσσωμα, ξεδίπλωσαν μια δηλητηριώδη επίθεση με αρθρογραφία, σχόλια, αλλά και μια ύπουλη τακτική, προσβλέποντας να δημιουργήσουν εχθρότητα και αποστροφή των εργαζόμενων στο συνδικαλιστικό τους κίνημα. Ο χαρακτηρισμός «κατάντια του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος» έδινε κι έπαιρνε, με το επιχείρημα ότι «η κορυφαία συνδικαλιστική οργάνωση δεν μπορεί να κάνει Συνέδριο, εμποδίζεται από το ΠΑΜΕ» που αφήνεται να δρα «ενάντια στο Συνέδριο». Ήταν επίσης μια ευκαιρία να χαρακτηρίσουν ξανά το Πανεργατικό Αγωνιστικό Μέτωπο ως «παράταξη του ΚΚΕ» αντί γι’ αυτό που πραγματικά είναι, δηλαδή συσπείρωση εργατικών συνδικαλιστικών οργανώσεων στις οποίες δρουν και οι κομμουνιστές αλλά και άλλες ριζοσπαστικές δυνάμεις. Είναι ύπουλη επίθεση ενάντια στον πραγματικό χαρακτήρα του ΠΑΜΕ συκοφαντώντας τον, στοχεύοντας να εμποδίσει τη συμπόρευση και νέες συσπειρώσεις συνδικάτων και συνδικαλιστών μαζί του. Ήθελαν επίσης να συγκαλύψουν την πραγματικότητα, ότι δηλαδή η παρέμβαση στο Συνέδριο της ΓΣΕΕ έγινε από εργατικές συνδικαλιστικές οργανώσεις και συνδικαλιστές που συσπειρώνονται στο ΠΑΜΕ.

Αυτή η διαπάλη έγινε αφορμή που βόλευε την αστική προπαγάνδα να ξεσηκώσει κουρνιαχτό ενάντια στα εργατικά συνδικάτα, ενάντια στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, με το να γράφουν διάφορες αστικές εφημερίδες εκείνη την περίοδο ότι «διεξάγεται διαμάχη μεταξύ ΠΑΜΕ-ΓΣΕΕ για ένα πτώμα» και όχι γι’ αυτό που πραγματικά έδιναν τη μάχη οι εργατικές συνδικαλιστικές οργανώσεις που συσπειρώνονται στο ΠΑΜΕ. Έγραφαν επίσης ότι «το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα έχει φάει τα ψωμιά του, να ξεμπερδεύουμε με το παλιό συνδικαλιστικό κίνημα, χρειάζεται ένα νέο». Στην ίδια ρότα ήταν και η προπαγάνδα του ΣΥΡΙΖΑ ως κυβέρνηση, με μια ισχνή διαφοροποίηση, ότι έριχνε κάποιες ευθύνες στην ΠΑΣΚΕ επειδή «δε φρόντισε να μη δώσει αφορμές στο ΠΑΜΕ». Όλα τα αστικά ΜΜΕ, και τα ΣΥΡΙΖΑίικα, μιλούσαν για «βία που διώχνει τους εργαζόμενους από τα συνδικάτα», για «αντιπαραθέσεις που δεν ενδιαφέρουν τους εργαζόμενους».

Αλήθεια, όμως, γιατί η αστική προπαγάνδα ασχολήθηκε τόσο έντονα με το Συνέδριο της ΓΣΕΕ; Τόσο πια νοιάζεται για την εργατική τάξη και τα συμφέροντά της;

Αυτή η παρέμβαση των δυνάμεων του ΠΑΜΕ συνέβαλε να αποκαλυφθεί πλατιά σε όλη της τη «μεγαλοπρέπεια» η στρατηγική των καπιταλιστών στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα. Αποκάλυψε ότι η εργοδοτική-κυβερνητική πλειοψηφία στη ΓΣΕΕ αποτελεί το μηχανισμό που την προωθεί και πασχίζει να την επιβάλει, και κυρίως ότι ο αντίπαλός της, το ταξικό εργατικό κίνημα, δεν περιορίζεται στην αποκάλυψή της αλλά αναπτύσσει δράση ώστε να την εγκαταλείψουν οι εργαζόμενοι και να χάσουν οριστικά αυτές οι δυνάμεις κάθε επιρροή στα συνδικάτα, στα όργανά τους, μέχρι τη ΓΣΕΕ.

 

ΣΤΟΧΟΣ ΑΣΤΙΚΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ ΚΑΙ ΜΗΧΑΝΙΣΜΩΝ: ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΗ ΓΣΕΕ ΟΙ ΤΑΞΙΚΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ

Τα αστικά επιτελεία ήθελαν να λυθεί η «εκκρεμότητα» και να μην έχουν άδεια τη θέση του εταίρου τους, που τόσα χρόνια υπογράφει την αντεργατική ατζέντα. Έχει ακόμα πολλές υπογραφές να βάλει. Έτσι, η προπαγάνδα τους επικεντρώθηκε και στο εξής θέμα: «Αφού το ΠΑΜΕ διαφωνεί με τη ΓΣΕΕ, υποστηρίζοντας ότι αυτή η ηγετική ομάδα είναι εχθρική για τους εργαζόμενους, γιατί δημιουργεί τέτοια γεγονότα ενάντιά της και δε φεύγει από τη ΓΣΕΕ;»

Το ζήτημα μπήκε σκόπιμα από τα αστικά και οπορτουνιστικά επιτελεία για ν’ αποπροσανατολίσουν από το κύριο περιεχόμενο της διαπάλης, που ήταν για τον ίδιο το ρόλο της τριτοβάθμιας εργατικής συνδικαλιστικής οργάνωσης και τη στρατηγική της, σε συνδυασμό με το ότι οι αστικές δυνάμεις της πλειοψηφίας της ΓΣΕΕ, από κοντά και δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ, οργάνωναν ένα συνέδριο νόθων αντιπροσώπων, που ανάμεσά τους βρίσκονταν και εργοδότες.

Η άποψη λοιπόν «να φύγουν από τη ΓΣΕΕ οι Ομοσπονδίες και τα Εργατικά Κέντρα» ήταν στην κατεύθυνση επιβολής με κάθε μέσο από την κυβέρνηση της ΝΔ και των εργοδοτικών ενώσεων του συγκεκριμένου συσχετισμού και των σημερινών εργατοπατέρων στη διοίκηση της Συνομοσπονδίας.

Οι αστοί δημοσιολόγοι κάνοντας το άσπρο μαύρο στα άρθρα τους μίλησαν για καταπάτηση της δημοκρατίας από τη βία. Εμφάνιζαν τους εργαζόμενους συνδικαλιστές, εκλεγμένους από χιλιάδες συναδέλφους τους, ως τραμπούκους και τους τραμπούκους, γνωστούς μπράβους της νύχτας και νονούς, ως αθώους εργαζόμενους που θέλουν να συνεδριάσουν δημοκρατικά. Παρουσίασαν μια κατασκευασμένη εικόνα, γιατί θέλουν να καλλιεργούν στις εργατικές συνειδήσεις απέχθεια απέναντι στους διεκδικητικούς αγώνες, στην ταξική πάλη.

Θέλουν τους εργαζόμενους στη γωνία, χωρίς συμμετοχή στη δράση, να μην ενδιαφέρονται ούτε καν για τις διαδικασίες και τη λειτουργία, τη δράση και τη στάση όσων υποτίθεται τους εκπροσωπούν ως συνδικαλιστική ηγεσία. Δεν είναι τυχαία η επιλογή τα Συνέδρια της ΓΣΕΕ να πραγματοποιούνται σε τοποθεσίες μακρινές από την Αθήνα (Καλαμάτα, Ρόδο, Καβούρι Αττικής), σε πολυτελή ξενοδοχεία φυλασσόμενα από αστυνομικές δυνάμεις και δυνάμεις σεκιούριτι. Μιλούν για «δημοκρατία», αυτήν τη δημοκρατία που σταματάει έξω από τους τόπους δουλειάς, δε θίγει αλλά υπερασπίζει τα συμφέροντα των αφεντικών, περιορίζοντάς την στην κάλπη. Γιατί η δημοκρατία της συμμετοχής των εργατών στην ταξική πάλη ζορίζει τα αφεντικά, εκπαιδεύει την εργατική τάξη να πολεμάει τον αντίπαλό της, τους καπιταλιστές και το κράτος τους, τις κυβερνήσεις τους, διεκδικώντας την ικανοποίηση των αναγκών της, μέχρι την οριστική εξασφάλισή τους, όταν η ίδια θα κάνει κουμάντο στην κοινωνία και στην οικονομία και όχι οι καπιταλιστές.

Η συγκεκριμένη ηγεσία ήταν βασικός σύμμαχος των κυβερνήσεων και του ΣΕΒ όλη την προηγούμενη δεκαετία, στην οποία πέρασαν τρία μνημόνια με εκατοντάδες αντεργατικούς αντιλαϊκούς νόμους. Έπαιξε ρόλο σε κρίσιμες στιγμές για την αποδιοργάνωση του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος, την έλλειψη ουσιαστικού συντονισμού, υπονομεύοντας κάθε απόπειρα και στη μορφή και κυρίως στο περιεχόμενο, έπαιξε ρόλο στην αποκλιμάκωση των αγώνων σε στιγμές αγωνιστικής έξαρσης και όξυνσης των απεργιακών κινητοποιήσεων, στον εγκλωβισμό των στόχων πάλης στο επίπεδο του χώρου δουλειάς, αφήνοντας στο απυρόβλητο τις κυβερνήσεις, τις καπιταλιστικές ενώσεις και ιμπεριαλιστικές συμμαχίες. Ποιος μπορεί να ξεχάσει ότι η ηγεσία της ΓΣΕΕ συντάχτηκε με το «ΝΑΙ» στο δημοψήφισμα-παγίδα, μαζί με το ΣΕΒ, το ΣΕΤΕ, την Ένωση Τραπεζών, την Ένωση Εφοπλιστών, ανεμίζοντας από το μπαλκόνι του κτηρίου της ΓΣΕΕ και στο Ζάππειο τη σημαία της ΕΕ;

Γι’ αυτό ήθελε πάση θυσία να τοποθετήσει ξανά αυτόν το μηχανισμό και τη συγκεκριμένη ηγετική ομάδα στη ΓΣΕΕ. Επειδή αυτό αποκαλύφθηκε από τα ταξικά συνδικάτα, μίλησαν για «βία που διώχνει τους εργάτες», τους οποίους θέλουν σε αδράνεια και όχι σε μαζική μαχητική δράση μέσα από τις οργανώσεις τους. Τους θέλουν να αναδεικνύουν ηγεσίες και να μένουν αδρανείς. Με τη στρατηγική τους φρόντισαν και φροντίζουν για την απαξίωση της εργατικής συνδικαλιστικής πάλης. Είναι συνειδητή η προσπάθειά τους να διώχνουν τους εργαζόμενους από τη δράση για να έρχονται στη συνέχεια να μιλούν για αδιαφορία των εργαζόμενων για τους αγώνες, για ξεπερασμένες μορφές πάλης, όπως η απεργία. Μέσα στην κρίση εγκατέλειψαν ακόμα και την ευθύνη οργάνωσης της απλής μισθολογικής διεκδικητικής πάλης. Υιοθέτησαν τη μείωση των μισθών κατά 22% και 32% για τους νέους, στο όνομα της αντοχής της οικονομίας, σε αντίθεση με το ΠΑΜΕ και την πρωτοπόρα δράση του για την οργάνωση ταξικών αγώνων στην περίοδο της κρίσης, για τράβηγμα εργατικών δυνάμεων στην πάλη, για συμπόρευση τίμιων συνδικαλιστών που δε συμφωνούν σε όλα με τους κομμουνιστές συνδικαλιστές αλλά τους εμπιστεύονται γιατί είναι στην πρώτη γραμμή.

Φροντίζουν επίσης να εκπαιδεύουν συνδικαλιστικά στελέχη με χρηματοδοτούμενα μέσω ΕΣΠΑ προγράμματα, με σκοπό η συνδικαλιστική δράση να υποτάσσεται στην ταξική συνεργασία. Για παράδειγμα, η εργοδοτική κυβερνητική πλειοψηφία στο ΔΣ της ΓΣΕΕ, τον Ιούνη του 2017, έκανε σεμινάρια σε συνδικαλιστικά στελέχη με θέμα «Ικανότητα διαχείρισης συγκρούσεων στο χώρο εργασίας» με διοργανωτή το ΙΝΕ της ΓΣΕΕ.

Να τι ανέφερε στην εξαγγελία του σεμιναρίου: «Ο χώρος εργασίας είναι ένας ανθρώπινος χώρος, όπου δεν επιλέγουμε πάντα τους ανθρώπους με τους οποίους θα συνεργαστούμε. Η διαφορετικότητα σε αντιλήψεις, τρόπους και συμπεριφορές δημιουργεί πολλές φορές το έδαφος για αντιπαραθέσεις και συγκρούσεις. Εάν θέλετε ... να μπορέσετε να τις διαχειριστείτε, τότε παρακολουθήστε το πρόγραμμα “Ικανότητα διαχείρισης συγκρούσεων στο χώρο εργασίας”, σας αφορά.»

Επομένως, εκπαιδεύουν τα συνδικαλιστικά στελέχη να παρεμβαίνουν πυροσβεστικά, αποτρέποντας την ανάπτυξη διεκδικητικής πάλης σε επίπεδο επιχείρησης, συγκαλύπτοντας τις ταξικές αιτίες των συγκρούσεων και την εκμετάλλευση που τις προκαλεί.

 

ΟΙ «ΞΕΠΕΡΑΣΜΕΝΕΣ» ΑΠΕΡΓΙΕΣ ΚΑΙ Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΝΕΩΝ ΜΟΡΦΩΝ ΔΡΑΣΗΣ

Σε συνέντευξή του στο News24/7, στις 25 Σεπτέμβρη 2019, ο Γ. Παναγόπουλος, για να δικαιολογήσει την απραξία της Συνομοσπονδίας απέναντι στο νόμο της ΝΔ για το Ασφαλιστικό, που φανέρωσε τη συμφωνία του με την κυβέρνηση της ΝΔ στο να περάσει χωρίς αντιδράσεις ένας ακόμη αντεργατικός νόμος που αφαιρεί βασικά δικαιώματα, έλεγε τα εξής:

«Αυτοί που διέλυσαν τα Συνέδρια της ΓΣΕΕ με ωμή βία για να μην υπάρχει εκλεγμένη Διοίκηση ... Η ΓΣΕΕ εξαιτίας αυτών των πράξεων δεν μπορεί να προκηρύσσει απεργίες. Αυτό –ανάμεσα σε πολλά άλλα– επιδίωκαν ... Να προκηρύσσουν απεργία όποτε γουστάρουν ... Το κυρίως ζητούμενο σε μια απεργία δεν είναι (μόνο) ο χρόνος αλλά και το πλαίσιό της. Δείτε τις προτάσεις του ΠΑΜΕ-ΚΚΕ. Έχουν καμία σχέση με τη συντριπτική πλειοψηφία των συνδικάτων;

Από πότε, π.χ., τα συνδικάτα είναι “υπέρ της αποδεσμεύσεως της χώρας από την Ευρωπαϊκή Ένωση” που διαρκώς –σε κάθε απεργία οργανώσεων που ελέγχουν– προβάλλουν;

Δείτε πόσο μας δικαιώνουν οι εξελίξεις. Κάποιοι –κομματικά καθοδηγούμενοι– έκαναν απεργία. Το Ν/Σ όμως ούτε καν έχει κατατεθεί.»

Αλλά και όταν κατατέθηκε το νομοσχέδιο, το δελτίο Tύπου της ΓΣΕΕ έγραφε «πολύ κακό για το τίποτα». Την ίδια στιγμή πραγματοποιήθηκε με πρωτοβουλία των οργανώσεων του ΠΑΜΕ μαζική απεργιακή κινητοποίηση, στην οποία πήραν μέρος μεγάλες Ομοσπονδίες και Εργατικά Κέντρα που δεν ανήκουν στη δύναμη του ΠΑΜΕ, όπως το ΕΚΑ, η ΑΔΕΔΥ, η Ομοσπονδία Μεταφορών κ.ά.

Δεν ήταν η πρώτη φορά που σε κρίσιμες στιγμές, παραμονές μιας ολομέτωπης επίθεσης στην εργατική τάξη, η ηγεσία της ΓΣΣΕ κρατούσε ανάλογη στάση. Να θυμίσουμε ότι και το 2010 ο Γ. Παναγόπουλος και η ΔΑΚΕ μπροστά στο πρώτο μνημόνιο δήλωναν ότι δε χρειάζονται τώρα απεργιακοί αγώνες. «Απεργία μέσα στην κρίση είναι τρέλα!», είχε πει χαρακτηριστικά. Μάλιστα, τότε του είχαν ασκήσει κριτική και συνδικαλιστές της ΠΑΣΚΕ, αφού δυσκόλευε αυτή η προπαγάνδα τη χειραγώγηση, αφού άνοιγε ένα ακόμη μέτωπο ενάντια στο ΠΑΣΟΚ που ήταν στην κυβέρνηση. Αποκορύφωμα υπήρξε η περίοδος Φλεβάρη-Μάρτη 2018, όταν προετοίμαζαν την «κοινωνική τους συμμαχία» με εργοδοτικές οργανώσεις κηρύσσοντας την 30ή Μάη «Πανεθνική Μέρα Δράσης». Τότε ΠΑΣΚΕ-ΔΑΚΕ επανέλαβαν ότι χρειάζονται «νέες μορφές κινητοποιήσεων» και ότι «πρέπει να βρούμε και κάτι άλλο, πέρα από τις γενικές απεργίες που έχουν ξεπεραστεί».

Σχετικά με το ενδεχόμενο αλλαγών στελεχών της ΠΑΣΚΕ, και όχι μόνο, στην ηγεσία του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος, τοποθετήθηκε ανοιχτά ο Γ. Παναγόπουλος στην ίδια συνέντευξή του στο News24/7 στις 25 Σεπτέμβρη 2019, όπου είχε πει: «Ο Παναγόπουλος είναι έτοιμος να φύγει γιατί κλείνει ένας μεγάλος κύκλος. Με συνέπεια υπηρέτησα τα συνδικάτα και όπως στην αρχή της θητείας μου είχα δηλώσει δε με ενδιέφερε να μεταπηδήσω αλλού ... Θα αποχωρήσω αφού γίνει το Συνέδριο της ΓΣΕΕ και αμέσως εξασφαλίσω και εγγυηθώ την ομαλή και σταθερή μετάβαση σε μια νέα –σε ηλικία και προοδευτικές ιδέες– ηγεσία στη ΓΣΕΕ, που βεβαίως εμείς θα αποφασίσουμε. Ούτε το ΠΑΜΕ, ούτε κανείς άλλος.»

Επίσης επιμένει και φαίνεται ότι το έχει χρεωθεί από το κεφάλαιο να τοποθετήσει ο ίδιος και το επιτελείο του τη νέα διάδοχη ηγεσία στη ΓΣΕΕ, να αναδείξει αυτός και το νέο πρόεδρο. «Εμείς θα αποφασίσουμε. Δε θα το κάνει το ΠΑΜΕ.» Άρα, να, μια έμμεση ομολογία ότι η ηγεσία της Συνομοσπονδίας δεν αποφασίζεται από τα Συνέδρια με πραγματικούς αντιπροσώπους, αλλά στα επιτελεία των αστικών θεσμών και των αστικών κομμάτων κι έπειτα έρχονται να πάρουν υπόσταση «δημοκρατικά εκλεγμένων οργάνων». Η δράση του ΠΑΜΕ, η παρέμβαση που προηγήθηκε στα συνδικάτα, στα ίδια τα Συνέδρια-παρωδία της ΓΣΕΕ τους δυσκόλεψε και τους δυσκολεύει και σε αυτό: στην ομαλή συνέχεια μιας αστικοποιημένης γραφειοκρατικής ελίτ που παριστάνει την ηγεσία της εργατικής τάξης. Το να μην έχουν το ΠΑΜΕ μες στα πόδια τους θα τους διευκόλυνε. Αν αυτό δεν είναι ομολογία εξοστρακισμού, τι είναι; Και μετά ορκίζονται στη δημοκρατία.

 

ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΤΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΠΡΟΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

Η ΠΑΣΚΕ και μετά από το 37ο Συνέδριο-παρωδία της ΓΣΕΕ ηγείται μιας πλειοψηφίας διαφορετικών στο όνομα δυνάμεων με αντεργατική πολιτική σύμπλευση στο ανώτερο όργανο του συνδικαλιστικού κινήματος, που βάζουν συνεχώς πλάτη στην απαίτηση κεφαλαίου να μπει ταφόπλακα στους εργατικούς συνδικαλιστικούς διεκδικητικούς αγώνες. Αποτελούν δύναμη της εργοδοσίας μέσα στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, υπηρετώντας με συνέπεια την αποστολή τους να ρυμουλκούν, να υποτάσσουν και να ρίχνουν τους εργαζόμενους βορά στην αχόρταγη δίψα του κεφαλαίου για ολοένα και μεγαλύτερα κέρδη, υποτάσσοντας την εργατική τάξη στην εκμεταλλευτική βαρβαρότητα των εκμεταλλευτών της.

Αυτό περιέγραψε ο Γ. Παναγόπουλος στην ομιλία του στις 8 Μάρτη 2018 με θέμα «Ο ρόλος των κοινωνικών εταίρων στην εμβάθυνση της οικονομικής δημοκρατίας» στο 2ο Πανευρωπαϊκό Συνέδριο της ΓΣΕΒΕ, και απευθυνόμενος στην εργοδοσία στο σύνολό της έβαλε ρητορικά το ερώτημα: «Πότε μια καπιταλιστική οικονομία μπορεί να λειτουργεί πιο αποτελεσματικά; Όταν το κεφάλαιο και η εργασία μοιράζονται ίσα μερίδια διαπραγμάτευσης και υπερασπίζονται ελεύθερα τα συμφέροντα που εκπροσωπούν ή όταν υπάρχει ταξική πόλωση και σύγκρουση;»

Μα αυτό δεν αποκαλύπτει δύναμη αντίπαλη στους ταξικούς αγώνες και τις αγωνιστικές διεκδικήσεις για την ικανοποίηση των δικαιωμάτων της εργατικής τάξης; Δεν αποκαλύπτει δύναμη που για το μόνο που ενδιαφέρεται είναι η αποτελεσματική λειτουργία της καπιταλιστικής οικονομίας, άρα η ενίσχυση των επιχειρηματιών-εργοδοτών; Δεν αποκαλύπτει συνδιαλλαγή και στρατηγική συμπόρευση με τους εκμεταλλευτές και τις κυβερνήσεις, χωρίς τα ρεφορμιστικά φτιασιδώματα του παρελθόντος;

Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι το ΙΝΕ της ΓΣΕΕ διαχειρίζεται προγράμματα χρηματοδοτούμενα από το ΕΣΠΑ με περιεχόμενο την επιμόρφωση συνδικαλιστικών στελεχών, ικανών να διαχειρίζονται ζητήματα των εργαζόμενων σε όφελος των επιχειρηματικών ομίλων, όπως, π.χ., προγράμματα επιμόρφωσης με θέμα τη «διαχείριση συγκρούσεων από συνδικαλιστικά στελέχη».

Στην ίδια ομιλία ο Γ. Παναγόπουλος πρόβαλε την ανάγκη ποιοτικής και θεσμικής αναβάθμισης του «κοινωνικού διαλόγου», γιατί ως τώρα έχει περιορισμένο ρόλο και δράση, λέγοντας: «Η επιδιωκόμενη κοινωνική συναίνεση αφορούσε κυρίως ζητήματα όπως της ποιότητας των συνθηκών εργασίας, των αμοιβών και των επιδομάτων και της κοινωνικής ασφάλισης» που «δεν επηρέαζε το σύνολο της οικονομίας. Το πεδίο της οικονομικής δημοκρατίας ήταν περιορισμένο κυρίως στην αγορά εργασίας.»

Δεν τον απασχολεί η καπιταλιστική εκμεταλλευτική βαρβαρότητα, αλλά ο περιορισμός της «οικονομικής δημοκρατίας», εννοώντας την υποβάθμιση του ρόλου του εργοδοτικού-κυβερνητικού συνδικαλισμού στην επεξεργασία και εφαρμογή αντεργατικής πολιτικής για την καπιταλιστική ανάπτυξη. Άλλωστε το ΙΝΕ της ΓΣΣΕ συμμετέχει με μελέτες και έρευνες στην επεξεργασία πολιτικής της καπιταλιστικής ανάπτυξης.

Έτσι ο Γ. Παναγόπουλος, προβάλλοντας στη συνέχεια τη «μεγάλη σημασία στη συνολική επίδοση της εθνικής οικονομίας», ταυτίζεται με τους βιομήχανους, τους τραπεζίτες, τους εφοπλιστές, τους μεγαλεμπόρους, λέγοντας ότι η «διαχείριση της οικονομίας και η προστασία της δημοκρατίας δεν μπορεί να αφήνεται στα χέρια των κομμάτων και των θεσμών που ασκούν οικονομική πολιτική και σε άτυπες διαδικασίες λήψης αποφάσεων που υπονομεύουν τη δημοκρατική λειτουργία της χώρας ... η περαιτέρω πολιτικοποίηση του ρόλου των κοινωνικών εταίρων είναι ίσως αναπόφευκτη για την προστασία της δημοκρατίας με αύξηση των πεδίων κοινωνικού διαλόγου με παρεμβάσεις στο εύρος του συνόλου της οικονομίας, είναι μονόδρομος για τη χώρα μας, εφόσον θέλουμε να προστατεύσουμε τη δημοκρατίας μας». Και προτείνει την «αλλαγή του μοντέλου διαπραγμάτευσης, ώστε να αναβαθμιστεί ουσιαστικά ο τριμερής κοινωνικός διάλογος με τη μετάβαση σε ένα νέο μοντέλο διαπραγμάτευσης, όπου το αντικείμενο θα είναι όχι μόνο στοιχεία της αγοράς εργασίας, αλλά η ίδια η οικονομία στο σύνολό της».

Έτσι ο Γ. Παναγόπουλος και οι δυνάμεις που εκπροσωπεί κλαψουρίζουν γιατί θα ήθελαν πιο ενεργό ρόλο στο αστικό πολιτικό σύστημα μέσω της θεσμοθέτησης του «κοινωνικού διαλόγου» και ένταξής του ως θεσμού σε αυτό, που θα λειτουργεί και θα δρα ως μοχλός υπεράσπισης και προστασίας της αστικής δημοκρατίας και ανάπτυξης της καπιταλιστικής οικονομίας, που δεν μπορεί να αφήνεται στα κόμματα.

Θέλουν, δηλαδή, τη ΓΣΕΕ και το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα ολοκληρωτικά ενσωματωμένο και πολιτικά ενταγμένο στο σύστημα της εκμετάλλευσης, να συμβάλλει στην επεξεργασία και εφαρμογή πολιτικής έντασης της εκμετάλλευσης, στην επεξεργασία πολιτικής καπιταλιστικής ανάπτυξης, ως μέσο που μπορεί τάχα να ωφελεί και τους εργαζόμενους, αλλά αντί γι’ αυτό ακυρώνει την οποιαδήποτε πίεση για απόσπαση παραχωρήσεων-κατακτήσεων.

Θέλουν τη ΓΣΕΕ, το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα και τα όργανά του, θεσμικούς προαγωγούς αναπαραγωγής της εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης. Δεν κρύβουν το θαυμασμό τους για την πλήρη ενσωμάτωση των συνδικάτων έχοντας ως πρότυπό τους τη Γερμανία και τα πλήρως αστικοποιημένα γερμανικά συνδικάτα.

Για παράδειγμα, στην επιστολή της για την Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας 2018 (ΕΓΣΣΕ) προς το ΣΕΒ και τις άλλες εργοδοτικές οργανώσεις (υπογράφτηκε στις 28 Μάρτη 2018), η πλειοψηφία της ΓΣΕΕ προβάλλει συνοπτικά τη στρατηγική της και κάνει ολοφάνερη την επιδίωξή της να συμβάλλει στην καπιταλιστική ανάπτυξη. Να τι αναφέρει:

«Η ποιοτικά και ποσοτικά ανεπαρκής κλαδική διάρθρωση του παραγωγικού συστήματος ... είχε, και συνεχίζει να έχει, αδυναμία συσσώρευσης κεφαλαίου σε κλάδους και δραστηριότητες που βελτιώνουν την παραγωγικότητα και διαμορφώνουν διατηρήσιμες συνθήκες υψηλής απασχόλησης και διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας.»

Η λογική είναι ότι αν υπάρχει συσσώρευση, κερδοφορία, θα υπάρχει και διεύρυνση του εργατικού μεριδίου από την πίτα.

Και συνεχίζει «αντιγράφοντας» τα δελτία Τύπου του ΣΕΒ: «Η σταθεροποίηση της οικονομίας και η βιώσιμη έξοδός της από την κρίση πρέπει να είναι ολιστική και να λαμβάνει υπόψη τις εξελίξεις τόσο στον πραγματικό όσο και στο χρηματοπιστωτικό τομέα της οικονομίας αλλά και την κατάσταση της αγοράς εργασίας ... Η ελληνική οικονομία έχει ανάγκη από μια νέα οικονομική και αναπτυξιακή κουλτούρα, η οποία θα έχει ως βάση τη διασύνδεση των δημοσιονομικών, των χρηματοπιστωτικών και των μακροοικονομικών επιδόσεων της οικονομίας με τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά του μοντέλου ανάπτυξης, ειδικά με την παραγωγική ικανότητα και δυναμική της χώρας, καθώς και την απασχόληση και το ρυθμιστικό πλαίσιο της αγοράς εργασίας.»

Επομένως, η ΓΣΕΕ προβάλλει επεξεργασμένη στρατηγική για την καπιταλιστική ανάπτυξη θεωρώντας ότι μπορεί να εξανθρωπίσει τον καπιταλισμό. Αυτό φαίνεται από τα παραπάνω.

Αυτή είναι η στρατηγική της πλειοψηφίας της ΓΣΕΕ για το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, αλλά είναι εχθρική στρατηγική για την εργατική τάξη. Και φυσικά αυτό αποκαλύπτει ότι δεν είναι πολιτικά ουδέτερη. Συμπλέει με τον ΣΕΒ, επιδιώκει να επιδρά πολιτικά στη συνείδηση της εργατικής τάξης, αλλά έτσι που η εργατική τάξη και το συνδικαλιστικό της κίνημα να δρουν πολιτικά όχι για την ανάπτυξη της ταξικής πάλης υπέρ της κάλυψης των αναγκών της εργατικής τάξης, υπέρ των συμφερόντων της, αλλά υπέρ των καπιταλιστών-εκμεταλλευτών και των κομμάτων που τους στηρίζουν, υπέρ της ΕΕ, δηλαδή ενάντια στα συμφέροντα της εργατικής τάξης. Σ’ αυτήν την πολιτική γραμμή ενσωμάτωσης της εργατικής τάξης θέλει να τραβά το συνδικαλιστικό κίνημα.

Στην ίδια στρατηγική βεβαίως βρίσκονται ΣΕΒ, ΣΕΤΕ, ΣΒΕ, ΕΒΕΑ, κυβέρνηση, τα άλλα αστικά κόμματα, με επιμέρους παραλλαγές στην αναγκαία για την καπιταλιστική ανάπτυξη πολιτική.

Όσο και αν φαίνεται ότι αντιπαρατίθενται, με δυσκολία μπορεί κανείς να διακρίνει μεγάλες, ουσιαστικές διαφορές ανάμεσα στις τοποθετήσεις του ΣΕΒ και τις αντίστοιχες της ΓΣΕΕ. Άλλωστε την ίδια στιγμή που έδειχναν ότι αντιπαρατίθενται υπέγραφαν μαζί στην ΟΚΕ (14.2.2018) το «Εθνικό Αναπτυξιακό Σχέδιο».

Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Ο ΣΕΒ με το εβδομαδιαίο Δελτίο του στις 8 Φλεβάρη 2018, με τίτλο: «Η ελληνική μεταποίηση επιστρέφει δυναμικά στις επενδύσεις!», έγραφε:

«Η αυξημένη κερδοφορία των μεταποιητικών επιχειρήσεων τα τελευταία χρόνια έχει ήδη αρχίσει να αποδίδει καρπούς όσον αφορά σε εξαγωγές και επενδύσεις.

Το καλύτερο στο οποίο μπορεί να προσβλέπει κανείς είναι οι επιχειρήσεις να διευκολύνονται από το κράτος στις επενδυτικές και λειτουργικές τους πρωτοβουλίες και οι εργαζόμενοι και οι εκπρόσωποί τους να νοιάζονται για την κερδοφορία των επιχειρήσεων στις οποίες δουλεύουν, που είναι και η μόνη εγγύηση για την απασχόληση και τα εισοδήματά τους.»

Η ΓΣΕΕ αναφερόμενη σε αυτό το εβδομαδιαίο δελτίο του ΣΕΒ έγραφε επίσης:

«Η σύνθεση των επενδύσεων του 2016 για τις οποίες το Δελτίο του ΣΕΒ θριαμβολογεί δεν είναι τόσο ελπιδοφόρα καθώς ... η αναλογία κατασκευών /μηχανολογικού εξοπλισμού = 1:1 είναι χαρακτηριστικό της περιόδου 2008-2016, ενώ η αντίστοιχη αναλογία κατά την προηγούμενη περίοδο ήταν 1:4.

... χωρίς μεγάλες και συνεχείς αυξήσεις των επενδύσεων παγίου κεφαλαίου και χωρίς αποκατάσταση της αναλογίας “η ανάκαμψη της οικονομίας έχει ως αναγκαίο όρο τη δυνατότητα κατανάλωσης όλων”, κατασκευών/μηχανολογικού εξοπλισμού υπέρ του δευτέρου στα προ κρίσης επίπεδα, δεν μπορεί να υπάρξει καμία συστηματική προσπάθεια για τη βελτίωση της ποιότητας των προϊόντων, της εμπορίας τους, του γεωγραφικού προσανατολισμού των εξαγωγών, και των άλλων παραγόντων που αποκαλούμε “διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα”.»

Τι φαίνεται εδώ; Ότι η ΓΣΕΕ επαυξάνει στην ίδια στρατηγική με το ΣΕΒ, συμβουλεύοντας μάλιστα για επενδύσεις σε μηχανολογικό εξοπλισμό, σε μέσα παραγωγής για άνοδο της παραγωγικότητας και των εξαγωγών! Συμβουλεύει για τεχνολογικές επενδύσεις για άνοδο της παραγωγικότητας, αλλά αποσιωπά ότι αυτή η διαδικασία μεσοπρόθεσμα ρίχνει το ποσοστό κέρδους και η καπιταλιστική οικονομία οδηγείται πάλι σε οικονομική κρίση που την πληρώνουν οι εργαζόμενοι.

Στην επιστολή της για την Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας 2019 προς το ΣΕΒ και τις άλλες εργοδοτικές οργανώσεις, εκφράζοντας συνοπτικά τη στρατηγική της για την καπιταλιστική ανάπτυξη η πλειοψηφία των ΠΑΣΚΕ - ΔΑΚΕ - ΣΥΡΙΖΑ στη ΓΣΕΕ αναφέρει:

«Η αδυναμία συσσώρευσης κεφαλαίου σε κλάδους και δραστηριότητες που βελτιώνουν την παραγωγικότητα και διαμορφώνουν διατηρήσιμες συνθήκες υψηλής απασχόλησης και διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας ...

Η ελληνική οικονομία έχει ανάγκη από μια νέα οικονομική και αναπτυξιακή κουλτούρα η οποία θα έχει ως βάση τη διασύνδεση των δημοσιονομικών, των χρηματοπιστωτικών και των μακροοικονομικών επιδόσεων της οικονομίας με τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά του μοντέλου ανάπτυξης, ειδικά με την παραγωγική ικανότητα και δυναμική της χώρας καθώς και την απασχόληση και το ρυθμιστικό πλαίσιο της αγοράς εργασίας.»

Χρειάζονται κι άλλες αποδείξεις ότι είναι δυνάμεις του κεφαλαίου μέσα στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα;

 

ΣΥΝΘΗΜΑ ΑΠΟΤΟΚΟ ΤΩΝ «ΠΛΑΤΕΙΩΝ»

Οι πλειοψηφούντες στη ΓΣΣΕ, ως δυνάμεις του κεφαλαίου μέσα στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, πασχίζουν να απαλλάξουν τουλάχιστον την ηγεσία του, αν όχι ολόκληρο, από τους κομμουνιστές. Έτσι μετέτρεψαν γρήγορα το σύνθημα των πλατειών «έξω τα κόμματα - έξω τα συνδικάτα», στο σύνθημα «έξω οι κομμουνιστές από τα συνδικάτα», γιατί θέλουν συνδικάτα όπου κουμάντο θα κάνουν οι ηγεσίες, με τα μέλη τους και τους εργαζόμενους στη γωνία, με μοναδική συμμετοχή στην ανάδειξη αυτών των ηγεσιών και την ανάθεση των δικαιωμάτων τους σε αυτές, οι οποίες, με καταμερισμένο ρόλο μεταξύ εργοδοσίας και κράτους, δρουν για τη διαιώνιση του εκμεταλλευτικού συστήματος. Είναι πολύ πιο βαθιά αντιδραστική η στρατηγική τους, η οποία επιβεβαιώνει ότι η αποκομμουνιστικοποίηση που επιδίωκε ο Ελ. Βενιζέλος στην περίοδο του Μεσοπολέμου μπορεί να αλλάζει στη μεθοδολογία επιβολής της, αλλά παραμένει στη σημαία των αστικών δυνάμεων στο συνδικαλιστικό κίνημα.

Ιδιαίτερα σε συνθήκες κρίσης ή αναιμικής ανάκαμψης τα εύφλεκτα υλικά που συσσωρεύονται μέσα στους κόλπους της εργατικής τάξης δεν μπορούν να χειραγωγηθούν με τον ίδιο τρόπο, όταν υπάρχουν συνδικάτα με ζωντανή λειτουργία, συλλογικές διαδικασίες, ζωντανή καθημερινή διαπάλη, στην οποία παίρνει μέρος ένα κομματικό μέλος με δεσμούς με την εργατική τάξη και με την επαναστατική στρατηγική, όπως είναι το ΚΚΕ. Η γραφειοκρατικοποίηση, η αδράνεια, η απομαζικοποίηση, ακόμα και η διάλυση και η απαξίωση των συνδικάτων, όταν δεν εξασφαλίζεται ο πλήρης έλεγχός τους είναι στις επιλογές της αστικής τάξης και της εργοδοσίας.

Σε εκδήλωση του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ και του ΚΑΝΕΠ/ΓΣΕΕ στις 2 Οκτώβρη 2018, στο επίκεντρο της οποίας βρέθηκαν το «μέλλον της εργασίας» και ο «ρόλος του συνδικαλιστικού κινήματος», διοργανώθηκαν συζητήσεις στα θέματα: «Το μέλλον της εργασίας και ο ρόλος του συνδικαλιστικού κινήματος σε συνθήκες κρίσης» και «Συνδικάτα και πολιτικό σύστημα».

Στο πρώτο θέμα τονίστηκε ότι «πρωταρχικός ρόλος των συνδικάτων στο μέλλον θα πρέπει να είναι νέοι τρόποι δράσης, κυρίως μέσα στους χώρους εργασίας, και να υπάρξει αναθεώρηση των σχέσεων με τα κόμματα». Στο δεύτερο θέμα ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ Γ. Παναγόπουλος ανέφερε ότι «πρέπει να βρεθεί τρόπος ώστε τα συνδικάτα να συνεννοούνται και να είναι πολιτικοποιημένα αλλά όχι κομματικοποιημένα ... με αυτόνομη στρατηγική που δε θα ποδηγετείται από κανένα κόμμα».

Η διερεύνηση της σχέσης των συνδικάτων με το αστικό πολιτικό σύστημα σε συνδυασμό με το μέλλον του συνδικαλιστικού κινήματος παραπέμπει σε δρομολόγηση αλλαγής του ρόλου και του χαρακτήρα των συνδικάτων, εγκαταλείποντας οριστικά τη διεκδικητική πάλη. Τα περί «συνεννόησης» που είπε ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ αφορούν ουσιαστικά τη «συνεννόηση» με την εργοδοσία, το κράτος, τις κυβερνήσεις, τα κόμματα του κεφαλαίου, και προφανώς την αντιμετώπιση της διαπάλης πολιτικών γραμμών μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα, δηλαδή την απομόνωση της ταξικής γραμμής στο όνομα της «αποκομματικοποίησης».

Εξάλλου, η άποψη του προέδρου της ΓΣΕΕ «τα συνδικάτα να είναι πολιτικοποιημένα αλλά όχι κομματικοποιημένα», να έχουν «αυτόνομη στρατηγική που δε θα ποδηγετείται από κανένα κόμμα», είναι το λιγότερο υποκριτική, αφού ο ίδιος είναι σημαίνον στέλεχος του ΠΑΣΟΚ, όπως και τα άλλα στελέχη της πλειοψηφίας της ΓΣΕΕ είναι στελέχη του ΠΑΣΟΚ, της ΝΔ, του ΣΥΡΙΖΑ.

Κατά την προεκλογική περίοδο, σχεδόν το σύνολο του σημερινού υπουργικού συμβουλίου πέρασε και φωτογραφήθηκε με την ηγεσία της ΓΣΕΕ μέσα στα γραφεία της Συνομοσπονδίας!

Ποιο είναι το ταξικό ζήτημα που προωθούν στην πράξη, αλλά το παρουσιάζουν συγκαλυμμένο με το «όχι κομματικοποιημένα συνδικάτα»; Ότι τραβούν τα συνδικάτα στην αστικοποίηση, τα τραβούν να γίνονται εξαρτήματα του κεφαλαίου, να υπηρετούν τη στρατηγική του.

Θέλουν επομένως τα συνδικάτα στεγανοποιημένα από την επίδραση της μόνης πολιτικής που πραγματικά υπηρετεί τα συμφέροντα της εργατικής τάξης, της πολιτικής του ΚΚΕ. Και προβάλλουν το παμπάλαιο –από τη γέννηση του εργατικού κινήματος– αστικό σύνθημα στο οποίο συνηγορούν και οι οπορτουνιστές, «έξω τα κόμματα από τα συνδικάτα». Που σημαίνει: Έξω το ΚΚΕ. Αυτήν την πολιτικοποίηση θέλουν, αυτήν επιδιώκουν εδώ και 100 χρόνια.

 

ΚΑΙ ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗ

Είναι γεγονός ότι κυρίαρχη στρατηγική της ΓΣΕΕ είναι η στρατηγική της σημερινής πλειοψηφίας στη διοίκηση, δηλαδή των ΠΑΣΚΕ-
ΔΑΚΕ. Στη συγκρότηση του προεδρείου της συμπεριέλαβαν και την παράταξη του Θ. Βασιλόπουλου, που ανήκει στο ΣΥΡΙΖΑ. Βεβαίως στη ΓΣΕΕ έκφραση έχει και η παράταξη ΕΑΚ με επικεφαλής τον Ν. Φωτόπουλο, πρώην πρόεδρο της ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ, ο οποίος συμμετέχει στην Κεντρική Επιτροπή Ανασυγκρότησης του ΣΥΡΙΖΑ - Προοδευτική Συμμαχία, όπως και η «ΕΝΟΤΗΤΑ», άλλη παράταξη της ΝΔ με επικεφαλής τον Τάσο Γκιάτη, συνδικαλιστή από το χώρο των τραπεζών.

Στη διαπάλη γύρω από τη διεξαγωγή του 37ου Συνεδρίου της ΓΣΕΕ εκφράστηκαν δύο γραμμές ενάντια στις δυνάμεις του ΠΑΜΕ και τη δράση του. Η μια που επεδίωκε την αποπομπή τους από τη διοίκηση της ΓΣΕΕ και η άλλη που μιλούσε για συμμετοχή τους και πολιτική πίεσή τους ώστε να εξαναγκαστούν να κάνουν πίσω από τη γραμμή τους.

Οι αστικές πολιτικές δυνάμεις, όσον αφορά την αντιμετώπιση του Κομμουνιστικού Κόμματος, έχουν άξιους συμπαραστάτες και σημαντικούς μοχλούς στήριξης για το πέρασμα της πολιτικής τους στο εργατικό κίνημα τις διάφορες οπορτουνιστικές δυνάμεις.

Είναι γνωστό ότι στη δεκαετή καπιταλιστική οικονομική κρίση αντιπαρατέθηκαν βασικά δύο αστικές στρατηγικές που εκφράστηκαν ως νεοφιλελεύθερη-αντινεοφιλελεύθερη ή, όπως επικράτησε να αποκαλούνται με τη συμβολή κυρίως του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και του λεγόμενου κινήματος των πλατειών, μνημονιακή-αντιμνημονιακή. Αυτό εκφραζόταν μέσα στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα από τις δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ και των ΝΑΡ-ΑΝΤΑΡΣΥΑ μέχρι τότε που ο ΣΥΡΙΖΑ 
από κοινού με τις άλλες αστικές πολιτικές δυνάμεις ψήφισαν το 3ο Μνημόνιο. Με τη διάσπαση στη συνέχεια του ΣΥΡΙΖΑ, την αντιμνημονιακή γραμμή εξέφραζαν βασικά οι ΛΑΕ-ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

Βεβαίως τώρα ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται στη θέση της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης. Βρίσκεται σε φάση ανασυγκρότησης επιδιώκοντας αναμόρφωση της πολιτικής του, ώστε να ξαναδιεκδικήσει την κυβερνητική εξουσία. Επομένως διαμορφώνει επεξεργασίες με βάση τη θέση του ως αξιωματική αντιπολίτευση απέναντι στη ΝΔ. Επίσης, η ανασυγκρότησή του συνοδεύεται από νέο ρεύμα συσπείρωσης δυνάμεων από το ΠΑΣΟΚ (ενδεικτικά ορισμένα στελέχη: Ρ. Βάρτζελη, Στ. Τζουμάκας, Ν. Μαδεμλής, Μ. Γκίβαλος, Ν. Φωτόπουλος κ.ά.).

Στο πλαίσιο της ανασυγκρότησής του επιδιώκει να επεξεργαστεί στρατηγική και για το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα. Μάλιστα στην «Πρόταση της Κεντρικής Πολιτικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ προς τις οργανώσεις και το συνέδριο του κόμματος - Απολογισμός 2012-2019», αναφέρονται σε διάφορα σημεία τα εξής:

«Απουσία εγρήγορσης για πρωτοβουλίες συνδικαλιστικές, κοινωνικές και άλλες», «ατόνησε η συμβολή του ΣΥΡΙΖΑ στο κοινωνικό κίνημα αντίστασης στα αντιλαϊκά μέτρα, στις διεκδικήσεις των δυνάμεων της εργασίας και των καταπιεσμένων», «η δουλειά του κόμματος στις κλαδικές οργανώσεις των επαγγελματιών των επιστημόνων και των εργαζόμενων είχε φτωχά αποτελέσματα», «υποβαθμίσαμε το διάλογο με τις δυνάμεις τις κοινωνίας, υπερτονίσαμε την επικοινωνία μας με τους εκπροσώπους των εργοδοτών, δεν επιδιώξαμε κάποιου είδους επικοινωνία με τη ΓΣΕΕ», «η διασύνδεση αγώνων και αιτημάτων σε ένα συνεκτικό πολιτικό σχέδιο επιτελεί ρόλο απολύτως κρίσιμο συνιστώντας βασικό πεδίο δράσης και τόπο ευθύνης όλου του κόμματος από την κορυφή μέχρι τη βάση.»

Από τα παραπάνω φαίνεται ότι πασχίζει να εκτιμήσει τι δεν μπόρεσε να κάνει με τη δράση του ώστε να ενισχύσει τις δυνάμεις του ιδιαίτερα στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, θεωρώντας, όπως το θέτει συνοπτικά ως καθήκον του, ότι τα αιτήματα για την αντιμετώπιση των προβλημάτων των εργαζόμενων πρέπει να αποτελούν δικό του πολιτικό σχέδιο. Αυτή η υπόθεση, δηλαδή η διαμόρφωση αιτημάτων, στρατηγικής, τακτικής μέσα στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, δεν μπορεί παρά να στηριχτεί στις κάλπικες διαχωριστικές γραμμές και να τροφοδοτεί το παραπλανητικό δίπολο μιας τάχα «προοδευτικής διακυβέρνησης» ενάντια στο «νεοφιλελευθερισμό», στην καλλιέργεια της λογικής του λεγόμενου «αντιδεξιού μετώπου» όλων των «προοδευτικών δυνάμεων», ενάντια στην κυβέρνηση της «αυταρχικής Δεξιάς».

Ένα δείγμα αποτελεί μια πρόσφατη ανακοίνωση της παράταξής του στο ΕΚΑ (Απρίλης του 2020) για τα αντεργατικά μέτρα των Πράξεων Νομοθετικού Περιεχομένου (ΠΝΠ) της κυβέρνησης μπροστά στην αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης, που εκδηλώθηκε στις συνθήκες του κορονοϊού. Να τι λέει:

«Σήμερα πρέπει να παραδειγματιστούν κυβέρνηση και εργοδότες από τη συμπεριφορά των χωρών που ενώ πλήττονται πολύ χειρότερα από τη χώρα μας, στηρίζουν πραγματικά τη μισθωτή εργασία και δεν παίζουν επικοινωνιακά παιχνίδια κατηγοριοποιώντας τους εργαζόμενους.

Έχει επικρατήσει για άλλη μια φορά η άποψη ότι η στήριξη της οικονομίας πρέπει να περάσει από τη στήριξη των επιχειρήσεων, μέσω παγώματος πληρωμών και ενίσχυσης ρευστότητας με δανεισμό μακριάς περιόδου χάριτος και χαμηλών επιτοκίων. Κυρίως όμως με την αποδόμηση των εργασιακών σχέσεων και της απίστευτης ελαστικοποίησης αυτών. Δίνεται η δυνατότητα στους εργοδότες να κάνουν ό,τι θέλουν χωρίς κανέναν έλεγχο.

Θεωρούμε ότι πρέπει να αλλάξει το πρόσημο και η κατεύθυνση των μέτρων προστασίας. Η στήριξη των εργαζόμενων, των ανέργων, των συνταξιούχων και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων είναι αυτή που θα κρατήσει την κοινωνία όρθια και θα βοηθήσει την ελληνική οικονομία να ανακάμψει γρήγορα. Να μην ξαναγίνουν τα ίδια αντεργατικά εγκλήματα των μνημονιακών χρόνων, όπου επιλέχτηκε η ύφεση και η ανεργία.

Η κυβέρνηση, χρησιμοποιώντας τα οικονομικά εργαλεία που της δίνονται, πρέπει να προστατεύσει όλους τους εργαζόμενους, τις εργασιακές τους σχέσεις, τις αμοιβές τους και τις θέσεις εργασίας όλων, γιατί μόνο έτσι θα στηριχτούν πραγματικά οι εργαζόμενοι και κατ’ επέκταση οι επιχειρήσεις, καθώς και το πολύπαθο από τα χρόνια των μνημονίων ασφαλιστικό μας σύστημα.

Αν σήμερα στη μικρομεσαία και μεσαία επιχείρηση, που εργάζεται η μεγάλη πλειοψηφία του εργατικού δυναμικού της χώρας, δεν προστατευτούν οι μισθοί, τότε οι θέσεις εργασίας θα χαθούν και πάλι πολλές επιχειρήσεις θα κινδυνεύσουν να κλείσουν.»

Αυτή η ανακοίνωση αποτελεί ένα μικρό δείγμα των δυνάμεων του 
ΣΥΡΙΖΑ στο ΕΚΑ στην προσπάθειά τους να παρουσιάσουν σε αυτές τις συνθήκες, έστω σε επίπεδο ανακοινώσεων, πολιτική αντιπολίτευσης στη ΝΔ, πολιτική με φιλεργατικό τάχα περιεχόμενο, αλλά με στρατηγική τη στήριξη των επιχειρήσεων και της καπιταλιστικής οικονομίας. Με κριτική μάλιστα σε μέτωπα τα οποία διαχειρίστηκε αντεργατικά η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Λένε ότι η πολιτική τους εξυπηρετεί και τους εργαζόμενους και την ενίσχυση της καπιταλιστικής οικονομίας. Για το ΣΥΡΙΖΑ το θέμα είναι η χάραξη διεκδικήσεων για τους εργαζόμενους στο πλαίσιο των αντοχών, της ανταγωνιστικότητας της καπιταλιστικής οικονομίας, με στόχο την ανάκαμψή της. Δεν είπε κουβέντα για εδώ και τώρα κατάργηση των αντεργατικών μέτρων των ΠΝΠ. Μιλούσαν για «έλεγχο εφαρμογής των μέτρων». Άλλωστε ήταν προσαρμογή του πακέτου ενίσχυσης στους επιχειρηματικούς ομίλους για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της πανδημίας, που πρότεινε ο ΣΥΡΙΖΑ με τίτλο «Μένουμε όρθιοι». Πρόκειται για ένα πρόγραμμα ύψους 26 δισ. ευρώ, που περιλαμβάνει άμεση ρευστότητα στις επιχειρήσεις, εγγυήσεις δανείων για να μη βαρέσουν κανόνι, πάγωμα οφειλών και άλλα παρόμοια, όπως κάλυψη του μισθολογικού κόστους, του Δώρου Πάσχα, ασφαλιστικών και άλλων εισφορών του ιδιωτικού τομέα από το κράτος, που ήδη εφαρμόζει η κυβέρνηση της ΝΔ. Οι διαφορές τους είναι στο ύψος των χρημάτων. Ζητάει από την κυβέρνηση να δώσει στις επιχειρήσεις ακόμη περισσότερα, να καλύψει το κράτος τους μισθούς, άρα κι εδώ ελάφρυνση των επιχειρήσεων, και ταυτόχρονα απαιτεί «εδώ και τώρα» τις ενισχύσεις των επιχειρήσεων, πριν να είναι αργά, δηλαδή πριν κάποιες κλείσουν οριστικά και ζημιωθούν οι καπιταλιστές ιδιοκτήτες τους. Και όλ’ αυτά στο όνομα της σωτηρίας θέσεων εργασίας, όταν ήδη υπάρχουν θεσμοθετημένες –και τις εφάρμοσε και ο ΣΥΡΙΖΑ ως κυβέρνηση– πολλές μορφές ευέλικτων εργασιακών σχέσεων, ενώ έρχεται ήδη άλλη μία από την ΕΕ, αυτή της μερικής εργασίας για την αντιμετώπιση της κρίσης.

Τα παραπάνω είναι ένα μικρό δείγμα προσαρμογής των δυνάμεων του ΣΥΡΙΖΑ στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα με την προβολή τάχα κάποιων διεκδικήσεων με βάση την τωρινή γραμμή του ΣΥΡΙΖΑ.

Ταυτόχρονα είναι άξιο προσοχής ότι στον «Απολογισμό 2012-2013» κάνει τάχα αυτοκριτική ο ΣΥΡΙΖΑ για μονόπλευρη «επικοινωνία με τους εργοδότες αλλά όχι με τη ΓΣΕΕ, ότι δεν υπήρξε δράση μέσα στο κίνημα. Ζητήματα τα οποία θέλει να αντιμετωπίσει σε όφελός του ως βασικό κρίκο ενίσχυσής του για την εκ νέου ανάληψη της διακυβέρνησης. Σε αυτήν τη συγκυρία φαίνεται ότι θέλει να αξιοποιήσει την εμπειρία του ΠΑΣΟΚ της δεκαετίας ’70 και των αρχών του ’80 στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα με την τότε ρεφορμιστική γραμμή, τηρουμένων των αναλογιών, γιατί οι συνθήκες σήμερα είναι διαφορετικές. Βλέπει όμως τις δυσκολίες του να δυναμώσει στο κίνημα.

 

ΔΙΕΡΓΑΣΙΕΣ ΕΝΤΟΣ ΣΥΡΙΖΑ

Όσο και αν υπάρχει αντίφαση με την τακτική των δυνάμεών του στη ΓΣΕΕ σε σχέση με αυτές, π.χ. στο ΕΚΑ –φάνηκε αυτό και στο πρόσφατο παρελθόν με την απεργία του Νοέμβρη του 2018, αλλά κυρίως με την απεργία του Σεπτέμβρη του 2019 ενάντια στον αναπτυξιακό νόμο της κυβέρνησης της ΝΔ, που οι δυνάμεις του στο ΕΚΑ τάχτηκαν με την απεργία κόντρα στη ΓΣΕΕ– η ουσία της προσπάθειας επεξεργασίας πολιτικής για το συνδικαλιστικό κίνημα από το ΣΥΡΙΖΑ δεν αλλάζει. Επεξεργάζεται αντινεοφιλελεύθερη γραμμή. Σε αυτήν την κατεύθυνση φαίνεται ότι έρχονται να συμβάλλουν και ο Ν. Φωτόπουλος με τις όποιες δυνάμεις εκπροσωπεί. Ο ΣΥΡΙΖΑ θα μπορεί να αξιοποιεί συνδικαλιστές από το χώρο του πρώην ΠΑΣΟΚ για να τραβά πολιτικά δυνάμεις, κυρίως εκλογικά, από τη δεξαμενή του ΚΙΝΑΛ. Είναι συγκολλήσεις κορυφών που δε φαίνεται ως τώρα να εκφράζουν διεργασίες μαζικές μέσα στα συνδικάτα. Για την ώρα η παράταξη του Ν. Φωτόπουλου δεν έχει ενοποιηθεί με την παράταξη του ΣΥΡΙΖΑ, με επικεφαλής το Θ. Βασιλόπουλο, ο οποίος φαίνεται να συνεχίζει να ακουμπά στην ΠΑΣΚΕ υπό τον Γ. Παναγόπουλο. Βεβαίως η ανασυγκρότηση του ΣΥΡΙΖΑ συνεχίζεται και θα οριστικοποιηθεί όπως λένε στο συνέδριό του, που θα καταλήξει στη «νέα» του στρατηγική, στα νέα όργανα κλπ.

Οι σχέσεις του Ν. Φωτόπουλου με το ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι τωρινές κι έχουν περάσει από διακυμάνσεις. Υπήρξαν θερμές από το 2014. Συνδέθηκαν και τότε με διεργασίες στο αστικό πολιτικό σύστημα.

Αντιγράφουμε από το Ριζοσπάστη στις 26 Αυγούστου 2015:

«Οι ανακατατάξεις στο πολιτικό σκηνικό, που εντάθηκαν από το 2010 και μετά, δεν άφησαν ανεπηρέαστο και το συνδικαλιστικό κίνημα ... κολεγιές ωρίμαζαν για χρόνια στα όργανα των συνδικαλιστικών οργανώσεων, κύρια ανάμεσα σε δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ και της ΠΑΣΚΕ (τουλάχιστον ενός μέρους της), αποτέλεσαν πρόπλασμα για συνεργασίες και σε πολιτικό επίπεδο (σ.σ. ήδη το μισό ΠΑΣΟΚ είχε ενταχτεί στο ΣΥΡΙΖΑ).

Μια τέτοια περίπτωση είναι και ο πρώην πρόεδρος της ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ, Ν. Φωτόπουλος, επί 34 χρόνια στέλεχος του ΠΑΣΟΚ και της ΠΑΣΚΕ, ο οποίος, το 2013, παραμονές του 35ου Συνεδρίου της ΓΣΕΕ, εξήγγειλε μαζί με άλλους πρώην συνδικαλιστές της ΠΑΣΚΕ την ίδρυση μιας νέας παράταξης με την επωνυμία ΕΜΕΙΣ.

Για την ιστορία, ο Ν. Φωτόπουλος προβλήθηκε ως “πολέμιος” των μνημονίων και, στη βάση του “αντιμνημονιακού” μετώπου που προπαγάνδιζε τότε ο ΣΥΡΙΖΑ, ... άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο το ΕΜΕΙΣ να “βρεθεί κάτω και από τον ίδιο τίτλο” με τις δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ.»

Ο Ν. Φωτόπουλος, παραμονές της μονοήμερης σύγκλησης του Συνεδρίου-παρωδία της ΓΣΕΕ στις 21 Φλεβάρη 2020 και με εκφρασμένη τη θέληση της κυβέρνησης και των κομμάτων του ΣΥΡΙΖΑ και του ΠΑΣΟΚ να ξεμπερδεύουν με την «εκκρεμότητα της ΓΣΕΕ» ακόμα και με την αστυνομική βία –όπως φάνηκε από την αστική προπαγάνδα για το Συνέδριο της ΓΣΕΕ μετά από τις εξελίξεις στην Καλαμάτα αλλά και από τις διαρκείς παρεμβάσεις στη συνέχεια του Γ. Παναγόπουλου με τον υπουργό Χρυσοχοΐδη, ζήτημα άλλωστε που ουσιαστικά επιβεβαιώθηκε– έκανε παρέμβαση για το Συνέδριο με άρθρο του στην Αυγή όπου ανάμεσα σε άλλα αναφέρει:

«Σίγουρα το γεγονός του ότι δεν έχουμε εκλεγμένη διοίκηση δεν είναι καλό και την ευθύνη γι’ αυτό την έχει το ΠΑΜΕ.

... το πρόβλημά μας είναι ότι η συντριπτική πλειοψηφία του κόσμου της εργασίας εδώ και αρκετά χρόνια μας έχει γυρίσει την πλάτη ... την πλειοψηφία της Διοίκησης της ΓΣΕΕ αυτό δεν την απασχολεί διόλου ... να μην μπορούμε πλέον να κινητοποιήσουμε ούτε 300 ανθρώπους ... Το μόνο που έχει αξία είναι οι καρέκλες ... εάν δεν υπήρχε πάθος για την καρέκλα πρώτος ο πρόεδρος (και όχι μόνο) ... θα είχε παραιτηθεί ... πόσο θράσος χρειάζεται να επιμένεις ετσιθελικά να παραμένεις πρόεδρος...

Τι είδους λογική είναι αυτή, ενώ δε σε εκλέγουν σύνεδρο οι συνάδελφοι του εργασιακού σου χώρου, εσύ προκειμένου ντε και καλά να είσαι (ώστε να ξαναπάρεις την καρέκλα) τρέχεις γρήγορα-γρήγορα να εκλεγείς σύνεδρος από άλλη ομοσπονδία! Από ομοσπονδία που ποτέ δεν είχες περάσει την πόρτα των γραφείων της!!! (ο οργανωτικός γραμματέας της ΓΣΕΕ) (σ.σ.: είναι ο Μουτάφης).»

Και συνεχίζει μιλώντας για «συνέδριο παρωδία, συνέδριο φαστ τρακ, συνέδριο μαϊμού ...

Το ΠΑΜΕ, που δεν είναι άμοιρο ευθυνών, δεν αντιμετωπίζεται κατά αυτόν τον τρόπο. Δεν αντιμετωπίζεται με τα ΜΑΤ. Τα ΜΑΤ και η αστυνομία δεν έχουν καμιά δουλειά στα εργατικά συνέδρια ... Το πρόβλημα της εμπόδισης διεξαγωγής του Συνεδρίου από το ΠΑΜΕ δε λύνεται κατά αυτόν τον τρόπο ...

Το ΠΑΜΕ με έναν τρόπο πρέπει να αντιμετωπιστεί ... Να αντιμετωπιστεί πολιτικά. Να αναδειχτούν οι ευθύνες του. Να χρεωθεί ως υπεύθυνο που έστω και τυπικά δεν έχουμε ΓΣΕΕ. Να χρεωθεί ότι εξαιτίας του δεν μπορεί να ληφθεί απόφαση για πανελλαδική απεργιακή κινητοποίηση.

... καταγγέλλει την πλειοψηφία για νοθεία (και πράγματι έχει δίκιο σε πάρα πολλές περιπτώσεις) ...

Να αναδειχτεί ότι η λαθεμένη στρατηγική του να διασπάσει εδώ και 20 χρόνια την κοινή δράση των εργαζόμενων δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για τον κάθετο ιδεολογικό και κομματικό διαχωρισμό τους δεν το οδήγησε στα αναμενόμενα αποτελέσματα ...

Αλήθεια, είναι εργοδότες οι προϊστάμενοι ... είναι ενεργούμενα και άβουλα πλάσματα ... 6.040 εργαζόμενοι που ψήφισαν στα τρόφιμα είναι ... ενεργούμενα των εργοδοτών;

... Για όσους είναι ανυπόμονοι και βιάζονται να “καθαρίσουν” με το ΠΑΜΕ ... για όσους δεν αντιλαμβάνονται τι πάνε να κάνουν και είναι αποφασισμένοι για ρήξη με το ΠΑΜΕ ας μην φωνάξουν τα ΜΑΤ να τους βοηθήσουν να γίνει συνέδριο. Μια και είναι η πλειοψηφία ας φωνάξουν τους χιλιάδες εργαζόμενους που υποτίθεται τους εκτιμούν και τους στηρίζουν. Δυστυχώς όμως για αυτούς δεν μπορούν να κινητοποιήσουν ούτε έναν.»

Στο συγκεκριμένο άρθρο, ο Ν. Φωτόπουλος από τη μια ομολογεί ότι το ΠΑΜΕ έχει απόλυτο δίκιο γι’ αυτά που καταγγέλλει και για την κατάσταση στο συνδικαλιστικό κίνημα που περιγράφει, για ευθύνες της ηγεσίας της ΓΣΕΕ, και από την άλλη υιοθετεί όλη τη συκοφαντία ενάντια στο ΠΑΜΕ. Και τα δύο δε γίνεται. Ή έχει δίκιο ή άδικο. Αυτό όμως είναι το χαρακτηριστικό του Αυριανισμού, που φιγουράρει επίσημα πλέον στη διεύρυνση του ΣΥΡΙΖΑ με τίτλο «Προοδευτική Συμμαχία». Στην ουσία, με το άρθρο του, επιδίωξε να χαράξει μια γραμμή ίσων αποστάσεων και να σηκώσει τείχη στην επικοινωνία των δυνάμεων του ΠΑΜΕ με πολύ περισσότερους συνδικαλιστές που αναγνώρισαν, παρά τις επιμέρους διαφωνίες τους, ότι το ΠΑΜΕ έχει δίκιο, αυτή η κατάσταση δεν μπορεί να συνεχιστεί, «προχωράτε». Υπάρχει μεγαλύτερη απόδειξη από το ό,τι σε μια τέτοια διαπάλη δε βρέθηκε «ούτε ένας εργαζόμενος», όπως ομολογεί ο Φωτόπουλος, να τους υπερασπίσει;

Και φυσικά, κλείνει το μάτι στις εργοδοτικές ενώσεις και τα αστικά επιτελεία ότι ο ίδιος πρέπει να στηριχτεί, καθώς μπορεί να κάνει τη δουλειά της ενσωμάτωσης πιο αποτελεσματικά από τον Παναγόπουλο, που είναι πλήρως απαξιωμένος στους εργαζόμενους. Να μπει, δηλαδή, ανάχωμα στην ενίσχυση του ΠΑΜΕ, που ήδη συντελείται.

Από αυτήν τη σκοπιά κατηγορεί το ΠΑΜΕ ως υπεύθυνο για ό,τι έγινε σχετικά με το 37ο Συνέδριο της ΓΣΕΕ. Εδώ συμφωνεί με τις ΠΑΣΚΕ - ΔΑΚΕ. Συμφωνεί και με την αστική τάξη, η προπαγάνδα της οποίας οργίασε μετά τα γεγονότα στην Καλαμάτα. Συμφωνεί με τις ΠΑΣΚΕ-ΔΑΚΕ στην αντιπαράθεση με τις δυνάμεις του ΠΑΜΕ για τα ζητήματα νοθείας και συμμετοχής εργοδοτών στα συνδικάτα, προβάλλει ενάντιά τους τα ίδια ακριβώς επιχειρήματα. Δεν τον απασχολεί αν τα διευθυντικά στελέχη που υπερασπίζουν την εργοδοσία συμμετέχουν στα συνδικάτα, εκβιάζοντας την ίδια ώρα τους υφισταμένους εργαζόμενούς τους, τους οποίους πήγαιναν οι ίδιοι στις αρχαιρεσίες να ψηφίσουν συγκεκριμένες δυνάμεις, όπως έγινε στα σουπερ-μάρκετ. Αυτό αναφέρει ως ενδεικτικό παράδειγμα επειδή από αυτό το «σωματείο» ενισχύεται κυρίως ο ΣΥΡΙΖΑ.

Επίσης κατηγορεί το ΠΑΜΕ για επιδίωξη διάσπασης του κινήματος για να σηκώσει τείχη ανάμεσα σε δυνάμεις που ασφυκτιούν από αυτή την κατάσταση και το ΠΑΜΕ. Μιλάει για «διάσπαση και κάθετο ιδεολογικό και κομματικό διαχωρισμό από το ΠΑΜΕ, όταν και ο ίδιος είναι υψηλόβαθμο πολιτικό στέλεχος του ΠΑΣΟΚ πριν και τώρα του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και τα στελέχη των άλλων παρατάξεων στη ΓΣΕΕ είναι υψηλόβαθμα στελέχη των άλλων αστικών πολιτικών κομμάτων. Αυτή η επίθεση στοχεύει στον αφοπλισμό του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος από τη συνεπή πολιτική του ΚΚΕ και όσων συνεργάζονται μαζί του στο κίνημα, ώστε η εργατική τάξη να υποτάσσεται στην αστική πολιτική, στην προκειμένη περίπτωση στη ρεφορμιστική την οποία υπηρετεί. Είναι η συμβολή τέτοιων, ρεφορμιστικών δυνάμεων στην παρεμπόδιση χειραφέτησης της εργατικής τάξης από την αστική πολιτική, στην ενσωμάτωσή της σε αυτή. Οι κομμουνιστές παλεύουν για την ταξική ενότητα πάλης της εργατικής τάξης ενάντια στους καπιταλιστές, στις κυβερνήσεις τους, στο κράτος τους, στους συμμάχους τους –την ΕΕ, το ΝΑΤΟ, τις ΗΠΑ– αυτούς δηλαδή που όχι μόνο δεν αμφισβητούν οι ρεφορμιστικές δυνάμεις αλλά στηρίζουν με τη γραμμή τους.

Την ίδια ώρα, για να συγκαλύψει την ταξική ουσία της ρεφορμιστικής γραμμής του, ασκεί κριτική σχετικά με το 37ο Συνέδριο της ΓΣΕΕ σε ΠΑΣΚΕ - ΔΑΚΕ με ίδια επιχειρήματα, ίδια φρασεολογία με τις συνδικαλιστικές δυνάμεις του ΠΑΜΕ όπως: Δε γίνεται Συνέδριο με ΜΑΤ, για τις καρέκλες, για την εκλογή του Καραγεωργόπουλου και άλλων από άλλη ομοσπονδία, αφού δεν είχε εκλεγεί σύνεδρος από αυτήν που εκπροσωπούνταν, για την απαξίωση του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος από Παναγόπουλο, Καραγεωργόπουλο, Κιουτσούκη κ.ά. Είναι διαφορετική γραμμή αντιπαράθεσης, η οποία αντικειμενικά πρέπει να παίρνεται υπόψη για την επίθεση στις δυνάμεις του ΠΑΜΕ. Την ίδια στιγμή που έλεγαν αυτά, ο Θ. Βασιλόπουλος έγινε αναπληρωτής Γραμματέας Οργανωτικού στη διοίκηση της ΓΣΕΕ.

Αυτή η γραμμή του λεγόμενου «αντιδεξιού μετώπου» του ΣΥΡΙΖΑ δε θέλει υποτίμηση, ούτε ιεράρχηση σε δεύτερη μοίρα η αντιμετώπισή του, επειδή υπάρχει η πρόσφατη πείρα από τη διακυβέρνηση και τα σκληρά αντεργατικά μέτρα της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Θέλει ιδιαίτερη προσοχή. Είναι ύπουλη και επικίνδυνη αυτή η γραμμή, γιατί εμφανίζεται ξανά με φιλεργατικό προσωπείο και μάλιστα στη λογική της διεκδίκησης βελτίωσης της θέσης των εργαζόμενων. Κι εμφανίζονται πολέμιοι των ΠΑΣΚΕ-ΔΑΚΕ. Και βεβαίως δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ενιαία με τη γραμμή ΠΑΣΚΕ-ΔΑΚΕ τσουβαλιάζοντάς τους, επειδή σε τελευταία ανάλυση όλοι υπηρετούν το σύστημα, όλοι έχουν γραμμή στήριξης του καπιταλιστικού συστήματος.

 

Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΩΝ ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΤΙΚΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ

Ο ΣΥΡΙΖΑ για να κρύβει τη στρατηγική του σύμπλευση με τη ΝΔ και να συνεχίσει να καλλιεργεί την αυταπάτη μιας δήθεν φιλολαϊκής διαχείρισης του καπιταλισμού, επιδιώκει να υψώνει κάλπικες διαχωριστικές γραμμές με το παραπλανητικό δίπολο μιας τάχα «προοδευτικής διακυβέρνησης» ενάντια στο «νεοφιλελευθερισμό».

«Σε αυτό το πλαίσιο, η αντιπολιτευτική του τακτική στοχεύει στην καλλιέργεια της λογικής του λεγόμενου “αντιδεξιού μετώπου” όλων των “προοδευτικών δυνάμεων” ενάντια στην κυβέρνηση της “αυταρχικής δεξιάς”.

Ο ΣΥΡΙΖΑ κατηγορεί υποκριτικά τη ΝΔ ως “αντεργατική”, ενώ ο ίδιος τσάκισε μισθούς, ασφαλιστικά δικαιώματα με το νόμο Κατρούγκαλου και διατήρησε την κατάργηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων με το νόμο Βρούτση-Αχτσιόγλου. Κατηγορεί υποκριτικά τη ΝΔ για την πολιτική της στο Μεταναστευτικό-Προσφυγικό, ενώ ο ίδιος εφάρμοσε το αίσχος της πολιτικής της ΕΕ και τα κολαστήρια τύπου Μόριας. Κατηγορεί τη ΝΔ ως Ακροδεξιά, ενώ ο ίδιος συγκυβέρνησε με τους ακροδεξιούς ΑΝΕΛ, έδειξε ανοχή στη Χρυσή Αυγή και συνυπήρχε με τους φασίστες στις πλατείες των “αγανακτισμένων” ...

Σε αυτήν την προσπάθεια ο ΣΥΡΙΖΑ θα μπορεί να αξιοποιεί δυνάμεις του οπορτουνιστικού ρεύματος, οι οποίες, παρά την παταγώδη χρεοκοπία της πολιτικής τους γραμμής τα προηγούμενα χρόνια, ουσιαστικά συνεχίζουν, με παραλλαγές και ορισμένα ριζοσπαστικά συνθήματα, το χρεοκοπημένο δρόμο του “αντικυβερνητικού μετώπου”.

Για παράδειγμα, εκεί που ο ΣΥΡΙΖΑ μιλάει για “δεξιά κανονικότητα”, αυτοί μιλούν για “κανονικότητα του τρόμου της ΝΔ” (kommon), εκεί που ο ΣΥΡΙΖΑ αναφέρεται υποκριτικά στις “πρακτικές ακραίας καταστολής της ΝΔ” (κρύβοντας την καταστολή που ασκούσε ο ίδιος ως κυβέρνηση, το νομοθετικό χτύπημα της απεργίας, τις αντιδραστικές αλλαγές στον Ποινικό Κώδικα κλπ.) εκείνοι μιλούν για “κατασταλτική μανία της ΝΔ” (ΑΝΤΑΡΣΥΑ).»2

Στην πορεία βεβαίως, έχοντας χρεοκοπήσει η πολιτική «ουράς» στο ΣΥΡΙΖΑ, δε δίστασαν να ελιχτούν προβάλλοντας αντικυβερνητική γραμμή ενταγμένη βεβαίως στην ίδια στρατηγική των ενδιάμεσων και των μεταβατικών προγραμμάτων.

Αυτές οι δυνάμεις δεν παραιτήθηκαν ποτέ από την προσπάθεια δημιουργίας πόλου-αναχώματος απέναντι στο ΚΚΕ είτε με «επίθεση φιλίας» για τη ρυμούλκησή του σε γραμμή πολιτικής συνεργασίας κορυφών για τη δημιουργία ενός νέου συνασπισμού «αριστερών δυνάμεων», ενός «αντιδεξιού», αντικυβερνητικού μετώπου, είτε με γραμμή αντιπαράθεσης για μαξιμαλισμό του ΚΚΕ όταν προβάλλει την ανάγκη για άλλο δρόμο ανάπτυξης, για άρνηση συνεργασίας με τους εκπροσώπους ενός «κινηματικού-αγωνιστικού» τμήματος του ΣΥΡΙΖΑ, είτε με αμφισβήτηση της πολιτικής γραμμής του ΚΚΕ κλπ.

Από αυτήν την οπορτουνιστική γραμμή εκπορεύεται και η γραμμή τους στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, γραμμή αντι-ΠΑΜΕ.

«Οι δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, στους χώρους που έχουν κάποια παρουσία (φοιτητικό κίνημα, εκπαιδευτικοί, Υγεία, μηχανικοί) από τη μια συμμετέχουν δραστήρια στην αντι-ΠΑΜΕ επίθεση, ενώ από την άλλη συχνά χρησιμοποιούν υποκριτικούς “φιλικούς εναγκαλισμούς” και καλέσματα “ενότητας δράσης”. Η αντι-ΠΑΜΕ λογική που τους διακρίνει σε πολλές περιπτώσεις αποτελεί και βάση για μια συσπείρωση χωρίς αρχές των πιο ετερόκλητων στοιχείων ... το ΝΑΡ ... στην πράξη πρωταγωνιστεί σε Γενικές Συνελεύσεις σωματείων σε ένα συνονθύλευμα χωρίς αρχές, έχοντας σταθερό μέτωπο ενάντια στο πλαίσιο του ΠΑΜΕ ...

Η ταξική αντιμονοπωλιακή-αντικαπιταλιστική γραμμή που προωθεί το ΚΚΕ στο κίνημα βαφτίζεται “σεχταρισμός”, ενώ η δική τους γραμμή, που είναι μια γραμμή “σούπα” που χωράει τους πάντες, βαφτίζεται “αντικαπιταλιστική”. Η αδυναμία άσκησης κριτικής φαίνεται και από τις αντιφάσεις: Το ΚΚΕ κατηγορείται ταυτόχρονα και για ρεφορμισμό και για μαξιμαλισμό, και για μη σύγκρουση και όταν παίρνει πρωτοβουλίες για ακτιβισμό, και για “ατελή” ρήξη με ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ αλλά και για “κομματικό” ΠΑΜΕ κλπ.

Μνημείο “τρικυμίας” αποτέλεσε για την ΑΝΤΑΡΣΥΑ η απεργία στις 30 Μάη, όπου με τη γραμμή της καλλιέργησε τεράστια σύγχυση, υπονομεύοντας ανοιχτά την επιτυχία της απεργίας. Το πρώτο που πρέπει να σχολιαστεί είναι ότι από τις συνιστώσες της ΑΝΤΑΡΣΥΑ προβλήθηκαν τουλάχιστον τρεις-τέσσερις διαφορετικές γραμμές, υποστηρίζοντας από την ανοιχτή ή συγκαλυμμένη απεργοσπασία ως το “ξέπλυμα” των ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ, όπως άλλωστε κάνει σταθερά το ΣΕΚ, γεγονός που αποτελεί και σημείο τριβής εντός της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

Το ΝΑΡ κατήγγειλε την απεργία ως “απεργία των εργοδοτών”, καλώντας ουσιαστικά σε καταψήφισή της. Όταν όμως πιεζόταν από τις ταξικές δυνάμεις που αναδείκνυαν αυτήν τη στάση ως απεργοσπασία, υποστήριζε ότι θα βρεθεί στο δρόμο, χωρίς όμως να καλεί σε απεργία.»3

Η παράταξη των ΝΑΡ-ΑΝΤΑΡΣΥΑ στο ΕΚΑ «Αγωνιστική Ταξική Ενότητα», σε ανακοίνωσή της για το διορισμό προσωρινής διοίκησης στη ΓΣΕΕ (Απρίλης 2019), ρίχνει ευθύνες στο ΠΑΜΕ για το ίδιο αυτό γεγονός και για την αποδοχή συμμετοχής στη διορισμένη διοίκηση. Να τι αναφέρει:

«Σοβαρές ευθύνες έχει και το ΠΑΜΕ που προσέφυγε στα αστικά δικαστήρια, όπως ακριβώς και οι εργοδοτικές-κυβερνητικές πλειοψηφίες και συμμετέχει στη δοτή διοίκηση μαζί με τον Καραγεωργόπουλο και τους νόθους. Ίδια ήταν η στάση του στην Ομοσπονδία Ιδιωτικών Υπαλλήλων, όπου μάλιστα προσέφυγε στα δικαστήρια πριν ακόμα και από τις δυνάμεις του εργοδοτικού και κυβερνητικού συνδικαλισμού! Πανηγυρίζει μάλιστα γιατί “απέτυχε η προσπάθεια της πλειοψηφίας της ηγεσίας της ΓΣΕΕ να αποκλείσει τη ΔΑΣ” ...

Η όλη στάση των δυνάμεων της ΔΑΣ (ΠΑΜΕ) αποδεικνύεται υποκριτική και αδιέξοδη. Από τη μια καταγγέλλουν και σωστά τις νοθείες στις διαδικασίες αντιπροσώπευσης και διεξαγωγής Συνεδρίου, από την άλλη όμως αποδέχονται διορισμό από το κράτος και τους δικαστές, στον οποίο συμμετέχουν, μαζί με τους νόθους και τους εργοδότες, αναγνωρίζοντάς τους. Όμως ο ταξικός συσχετισμός δεν αλλάζει μέσω της αστικής δικαιοσύνης. Παράλληλα το ΠΑΜΕ με τη στάση του νομιμοποιεί τις κρατικές και δικαστικές παρεμβάσεις στα συνδικάτα ...

Επιβεβαιώνεται η κριτική που ασκούμε στο ΠΑΜΕ για το γεγονός ότι η γραμμή του δεν μπορεί να υπερβεί τον εργοδοτικό συνδικαλισμό, αλλά εξυπηρετεί κυρίως την αναπαραγωγή της κομματικής επιρροής του ΚΚΕ στα συνδικάτα ...

Στο δημοψήφισμα το ΚΚΕ-ΠΑΜΕ παρέμεινε άβουλο την ώρα που η ΓΣΕΕ συντάσσονταν με το ΝΑΙ της ΕΕ και των βιομηχάνων.»

Τρικυμία εν κρανίω το λιγότερο. Στην προσπάθεια να συγκρατήσουν και τις ελάχιστες ζωντανές δυνάμεις που συσπειρώνουν, τις οποίες οι ίδιοι απογοήτευσαν από την πολιτική ουράς στο ΣΥΡΙΖΑ τόσα χρόνια, καταφεύγουν στο ψέμα και τη συκοφαντία. Είναι και αυτό πρόσθετο κριτήριο, όταν μάλιστα φτάνουν στο σημείο να αποκαλούν διορισμένους από την αστική δικαιοσύνη συνδικαλιστές του ΠΑΜΕ που βρέθηκαν στο στόχαστρο της ναζιστικής, εγκληματικής συμμορίας του κεφαλαίου, της Χρυσής Αυγής, για την ταξική τους δράση, που ήταν οι βασικοί μάρτυρες που είχαν τα κότσια να καταθέσουν ενάντια στους ναζιστές και το σύστημα που τους θρέφει! Τι έπρεπε κατά τη γνώμη τους να γίνει; Να μην αξιοποιηθεί κάθε μέσο για την αποκάλυψη της απάτης, της νοθείας, της εργοδοτικής παρέμβασης; Να σφυρίζουμε αδιάφορα; Ποιος δίνει μάχη για την οργάνωση των εργατών; Όσο για το δημοψήφισμα, το ΚΚΕ πήρε ξεκάθαρη θέση καλώντας το λαό να εκφράσει την αντίθεσή του και στις δύο εκδοχές (ΝΑΡ-ΑΝΤΑΡΣΥΑ ήταν με το ΟΧΙ που έγινε ΝΑΙ, και εξαπατήθηκαν συνειδητά για άλλη μια φορά) με κάθε πρόσφορο τρόπο. Κι επιβεβαιώθηκε.

Δύο αντιπροσώπους έχουν όλους κι όλους στο Συνέδριο της ΓΣΕΕ.

Επίσης, συνεργάζονται με το γνωστό συνδικαλιστή Νταλακογιώργο της ΠΕΝΕΝ, γνωστό για τις μάχες του ενάντια στον... κυβερνητικό εργοδοτικό συνδικαλισμό. Ο συνδικαλιστής αυτός πήρε μέρος κανονικά στην εκλογή διοίκησης της ΓΣΕΕ, δεν τον κατήγγειλαν. Οι άλλοι δύο συνδικαλιστές στην πρώτη απόπειρα διεξαγωγής Συνεδρίου-παρωδία στην Καλαμάτα είδαν μόνο «μάχη μηχανισμών για τους συσχετισμούς». Δεν παρατήρησαν προφανώς τίποτε άλλο. Αντίστοιχα και στη Ρόδο, για την οποία δεν καταγράφηκε καμία κινητοποίηση ή έμπρακτη εναντίωση ή δική τους προσπάθεια να «υπερβούν τον εργοδοτικό συνδικαλισμό». Προφανώς ήταν εκεί και παρακολούθησαν όσο μπόρεσαν τη μάχη που έδιναν οι άλλοι. Αντίστοιχα και στο Καβούρι Αττικής, πέρασαν ήσυχα και φρόνιμα τα μπλόκα της αστυνομίας, ζήτησαν από τον Παναγόπουλο φρόνιμα το λόγο και δήλωσαν την αποχώρησή τους, χωρίς τις «ακρότητες» του ΠΑΜΕ.

Λένε ότι η γραμμή του ΠΑΜΕ στα συνδικάτα δεν μπορεί να υπερβεί τον εργοδοτικό-κυβερνητικό συνδικαλισμό, υπηρετεί την άνοδο της επιρροής του ΚΚΕ σε αυτά. Λένε ακόμη ότι το ΚΚΕ έχει οικονομίστικη γραμμή στο συνδικαλιστικό κίνημα, χωρίς μεγάλους πολιτικούς στόχους συσπείρωσης των εργαζόμενων, όπως η δική τους πρόταση με το ενδιάμεσο μεταβατικό πρόγραμμα κάποιων εθνικοποιήσεων, αποδέσμευσης από την ΕΕ κλπ., αλλά με τους καπιταλιστές στην οικονομία και αστική διακυβέρνηση, που υποτάσσει την εργατική τάξη στην αστική εξουσία. Όσο για την αλλαγή συσχετισμού στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα και την υπέρβαση του εργοδοτικού-κυβερνητικού συνδικαλισμού, ο καθένας και η καθεμιά μπορούν να αναλογιστούν που θα ήταν σήμερα τα πράγματα στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα αν δεν υπήρχε το ΠΑΜΕ. Η υπέρβαση για την οποία μιλούν έχει γίνει εδώ και 20 χρόνια χωρίς αυτούς. Οι εργαζόμενοι έχουν συγκροτήσει το μέτωπο συσπείρωσης σε αντικαπιταλιστική γραμμή σωματείων, Ομοσπονδιών, Εργατικών Κέντρων, το οποίο πρωτοστατεί σε μεγάλα μέτωπα πάλης, συσπειρώνοντας πολύ ευρύτερες δυνάμεις, υπερβαίνοντας στην πράξη και όχι στα λόγια τον εργοδοτικό συνδικαλισμό, πραγματοποιώντας πανεργατικές, πανελλαδικές γενικές απεργίες σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, κόντρα όχι απλά στην υπονομευτική τακτική της ηγεσίας της ΓΣΕΕ, αλλά στη λυσσώδη πολεμική της, όπως έγινε με τη μεγάλη απεργία το Φλεβάρη του 2020 ενάντια στον αντιασφαλιστικό νόμο Βρούτση-Κατρούγκαλου.

Μπορεί οι δυνάμεις του οπορτουνισμού να είναι λιγοστές στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, δεν παύουν όμως να κάνουν τη ζημιά τους με την αντι-ΠΑΜΕ στρατηγική τους, υψώνοντας εμπόδια στην ανασύνταξη του κινήματος και την πολιτικοποίηση της πάλης στην προοπτική που χαράζει το ΚΚΕ.

Για παράδειγμα, ένα στρατηγικής σημασίας ζήτημα στο οποίο μας κάνουν επίθεση είναι το ζήτημα των συμμαχιών.

«Το ΚΚΕ καταγγέλλεται σταθερά από τις διάφορες δυνάμεις του οπορτουνισμού ότι “αρνείται” κάθε συμμαχία. Το ζήτημα είναι όμως ότι μιλάμε στη βάση διαφορετικής αντίληψης για το τι είναι συμμαχία. Για το σύνολο των οπορτουνιστικών δυνάμεων, συμπεριλαμβανομένου και του ΝΑΡ, η πολιτική συμμαχιών αντιμετωπίζεται κυρίως ως κοινή δράση πολιτικών οργανώσεων, συγκολλήσεις μεταξύ τους, ενότητα της “Αριστεράς” και συγκερασμού πολιτικών διαφωνιών. Για το ΚΚΕ η πολιτική συμμαχιών καθορίζεται με κοινωνικά κριτήρια, με βάση το ποιες κοινωνικές δυνάμεις μπορούν και πρέπει να συνενωθούν στον αντιμονοπωλιακό-αντικαπιταλιστικό αγώνα. Είναι κοινωνική συμμαχία και όχι μια συμμαχία πολιτικών δυνάμεων. Το ΚΚΕ βέβαια δρα μέσα στο εργατικό συνδικαλιστικό και λαϊκό κίνημα, μέσα στα όργανά του, με τα μέλη και τα στελέχη του, εκεί όπου δρουν και συμμετέχουν και άλλες πολιτικές δυνάμεις, προβάλλοντας τη γραμμή ολοκληρωμένης αντιπαράθεσης με τη στρατηγική του κεφαλαίου, με τον κυβερνητικό-εργοδοτικό συνδικαλισμό ως αναγκαία γραμμή συσπείρωσης. Εκεί, μέσα από τη συζήτηση και τη διαπάλη μπορεί να συναντηθούν εργαζόμενοι στον αγώνα, είτε ανήκουν σε κάποιο πολιτικό κόμμα είτε όχι.»4

 

ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΑΡΑΚΛΑΔΙ ΤΗΣ ΝΔ

Το Μάη του 2017 συγκροτήθηκε μια νέα συνδικαλιστική παράταξη από συνδικαλιστές που αποσπάστηκαν από τη ΔΑΚΕ, η «ΕΝΟΤΗΤΑ - δύναμη ευθύνης και προοπτικής», με επικεφαλής τον Τάσο Γκιάτη, στέλεχος στην «Alpha Bank».

Σύμφωνα με τη διακήρυξή της, είναι:

«Μια συνδικαλιστική παράταξη που έχει στόχο να αλλάξει τη δομή του συνδικαλιστικού κινήματος στη χώρα μας.

Είναι η ώρα για μια νέα αρχή που θα βασίζεται σε προτάσεις και θέσεις οικοδομώντας έτσι ένα σύγχρονο συνδικαλιστικό μοντέλο με τη δημιουργία νέων θεσμών που βασίζονται στο σήμερα και προσδιορίζουν το μέλλον.

Η παράταξή μας απορρίπτει την κάθετη εκπροσώπηση και την άνωθεν επιβολή των αρχών μας σε πρωτοβάθμιο επίπεδο (σωματείο) και δευτεροβάθμιο επίπεδο (ομοσπονδίες) ... στηρίζεται στη σύγχρονη αντίληψη συνδικαλιστικής έκφρασης μακριά από ακραίες μορφές που στηρίζονται στο λαϊκισμό και στην αδιαλλαξία, που ενώ εμφανίζονται έτσι στο προσκήνιο, υποκλίνονται με υποτέλεια σε κόμματα και εργοδότες στο παρασκήνιο. Δε φοβόμαστε να προτείνουμε μεγάλες αλλαγές στη δομή του συνδικαλιστικού κινήματος.»

Οι αλλαγές που προτείνουν είναι στην κατεύθυνση της πλήρους ενσωμάτωσης των συνδικάτων στους στόχους της εργοδοσίας. Είναι αυθεντικοί εκφραστές του «εξευρωπαϊσμού των συνδικάτων» που συντελέστηκε και στη χώρα μας τις τελευταίες δεκαετίας του κοινωνικού εταιρισμού, με πολεμική από θέσεις αρχής στους αγώνες, τις απεργίες, την ταξική πάλη. Παρά τη στάση τους, που καταδίκασαν την εκτεταμένη νοθεία και τις μεθόδους συνδικαλιστικής μαφίας της ηγεσίας της ΓΣΕΕ, θέλουν ένα συνδικαλιστικό κίνημα των σαλονιών της αστικής τάξης. Θέλουν προσοχή για τα συνδικάτα. Είναι οι πρώτοι που υπερασπίζουν τις ηλεκτρονικές ψηφοφορίες, χωρίς τη ζωντανή συμμετοχή των εργαζόμενων. Η διακήρυξη αναφέρει ότι: «Οικοδομούμε ένα σύγχρονο, ευρωπαϊκό μοντέλο συνδικαλιστικής δράσης ... Δε δεχόμαστε οι συνδικαλιστικές ενώσεις να λειτουργούν και να εκπροσωπούνται σε ανώτατο επίπεδο από συνταξιούχους!!! συνδικαλιστές», εννοώντας βασικά στελέχη της ΠΑΣΚΕ. Και αυτή η παράταξη, επειδή είναι καθαρή εργοδοσία σε στρατηγικό κλάδο (τράπεζες, τηλεπικοινωνίες, πετρέλαια), δείχνει ότι η αστική τάξη δεν είναι ενιαία σε αυτό που λέμε, ότι «η αστική τάξη ήθελε αυτό ή το άλλο για τη ΓΣΕΕ».

Στη διακήρυξή τους αναφέρεται: «Βασικά χαρακτηριστικά μας είναι η προστασία των ατομικών ελευθεριών μέσα σε ένα ελεύθερο οικονομικό τοπίο που θα εξασφαλίζει ευημερία για τους εργαζόμενους.» Άρα στήριξη του καπιταλισμού, του καπιταλιστικού ανταγωνισμού, της καπιταλιστικής ανάπτυξης και μέσα σε αυτήν βλέπουν και την ευημερία των εργαζόμενων.

 

ΤΟ ΕΠΙΤΑΣΣΕΙ ΤΟ ΚΑΘΗΚΟΝ ΤΗΣ ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗΣ

Είναι αναγκαίο, για να υπηρετείται αποτελεσματικά το καθήκον της ανασύνταξης του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος, να πολιτικοποιείται η πάλη, να αποκτά αντικαπιταλιστικά-αντιμονοπωλιακά χαρακτηριστικά. Και αυτό πρέπει να διαπερνά το κίνημα ως αντικείμενο διαπάλης.

Η δράση με τη γραμμή μας, με το πρόγραμμά μας, είναι ένα απαιτητικό καθήκον με συγκεκριμένο ανά χώρο και περίοδο περιεχόμενο, και πρέπει να υπηρετεί το καθήκον της συγκέντρωσης δυνάμεων σε μη επαναστατικές συνθήκες. Επομένως, αν δεν κάνουμε αντιπαράθεση θέσεων με κάθε δύναμη και την πολιτική της, δηλαδή συγκεκριμένη πολιτική διαπάλη με τις αστικές δυνάμεις, συγκεκριμένη πολιτική διαπάλη με τις ρεφορμιστικές δυνάμεις, η δράση μας στην παραπάνω κατεύθυνση του απεγκλωβισμού και της χειραφέτησης εργατικών δυνάμεων από την αστική πολιτική και το ρεφορμισμό, της συμπόρευσής τους με το ΚΚΕ, δε θα είναι αποτελεσματική.

Αντικειμενικά, δεν υπάρχουν τείχη ανάμεσα στο μαζικό και πολιτικό κίνημα. Το ΚΚΕ δρα ώστε το μαζικό κίνημα, πρώτ’ απ’ όλα το εργατικό συνδικαλιστικό, συνεχώς να ανεβαίνει τις βαθμίδες της πολιτικοποίησης, ώστε πράγματι το εργατικό κίνημα να γίνει το κοινωνικοπολιτικό υποκείμενο της ανατρεπτικής πάλης, με την καθοδήγηση του Κόμματος, με την αποδοχή από μια κρίσιμη μάζα του Προγράμματός του. Το Κόμμα δε βλέπει το μαζικό εργατικό κίνημα μόνο ως παράγοντα διεκδίκησης από μια κυβέρνηση, από το κοινοβούλιο, αλλά ως παράγοντα που με την πολιτικοποίησή του συμβάλλει στην υπόθεση της πάλης για την εργατική εξουσία.

«Από τις πιο σημαντικές αποφάσεις της περιόδου αυτής είναι η πρωτοβουλία του Κόμματος να ιδρυθεί και να στηριχτεί το ΠΑΜΕ ως πόλος συσπείρωσης ταξικά προσανατολισμένων πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων συνδικαλιστικών οργανώσεων, στον αντίποδα του εργοδοτικού και κυβερνητικού συνδικαλισμού, με γραμμή αντιπαράθεσης στη σύγχρονη στρατηγική του κεφαλαίου ...

Σήμερα το ΚΚΕ δίνει ακόμα πιο αποφασιστικά τη μάχη για να οικοδομήσει μια γερή, ατσαλωμένη και οργανωμένη δύναμη σε κλάδους της βιομηχανικής παραγωγής και άλλους τομείς στρατηγικής σημασίας, παλεύει για να δυναμώσει τη ραχοκοκαλιά της επαναστατικής πολιτικής πρωτοπορίας.

Παλεύει για ένα εργατικό κίνημα με ενιαία κατεύθυνση απέναντι στην τάξη των καπιταλιστών, στις κυβερνήσεις και συνολικά το κράτος της, σε κοινή δράση με λαϊκές δυνάμεις, με γραμμή σύγκρουσης με τα καπιταλιστικά συμφέροντα, πάλης για τις οικονομικές-κοινωνικές και πολιτικές προϋποθέσεις και ανατροπές που θα κάνουν εφικτή την ικανοποίηση των αναγκών των λαϊκών δυνάμεων ...

Συμπληρώνοντας 100 χρόνια ζωής, διδασκόμαστε από την πλούσια ιστορική μας πείρα και δίνουμε καθημερινά τη μάχη για να ενισχυθεί η ικανότητα των δυνάμεων του Κόμματος σε κάθε εργασιακό χώρο, σε κάθε κλάδο της οικονομίας, σε κάθε περιοχή να πρωτοστατούν στην ανάπτυξη διεκδικητικού, οικονομικού και πολιτικού αγώνα, που θα συνδέεται σταθερά με το κύριο πολιτικό καθήκον, την επαναστατική πάλη για την εργατική εξουσία.»5

Το ΚΚΕ επομένως, χωρίς περιστροφές και υπονοούμενα, υποστηρίζει με θέσεις και στην πράξη ότι δρα στην κατεύθυνση της προετοιμασίας του υποκειμενικού παράγοντα για την προοπτική της σοσιαλιστικής επανάστασης, αν και η χρονική εκδήλωσή της προσδιορίζεται από αντικειμενικές προϋποθέσεις, την επαναστατική κατάσταση.

Το ΚΚΕ δεν μιλάει γενικά και αφηρημένα για κίνημα. Υποστηρίζει την ανάγκη πολιτικοποίησης του εργατικού κινήματος, την ανασύνταξή του και τη συγκρότηση της κοινωνικής συμμαχίας, που θα συγκρούεται με την εξουσία του κεφαλαίου για την ανατροπή της.

 


ΣημειώσειςΣημειώσεις

* Ο Στέφανος Λουκάς είναι μέλος της ΚΕ του του ΚΚΕ και του Τμήματος για την Εργατική Συνδικαλιστική Δουλειά.

1. Ο Φώτης Μακρής ήταν ο κατεξοχήν εκπρόσωπος του εργατοπατερισμού από το 1946 και μετά. Επιβλήθηκε επικεφαλής της ΓΣΕΕ, το 1946, από την τότε αντιδραστική κυβέρνηση, τυπικά βεβαίως από το Συμβούλιο Επικρατείας, που καθαίρεσε πραξικοπηματικά τη διοίκηση του ΕΡΓΑΣ, η οποία είχε πλειοψηφήσει στο 8ο Συνέδριό της και είχε αναδειχτεί διοίκηση με γραμματέα τον Μήτσο Παπαρήγα, μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ που δολοφονήθηκε στην Ασφάλεια το 1949. Ο Μακρής εκλεγόταν συνεχώς ως το 1964 και από το 1965 ως το 1969, συνεργαζόμενος και με τη Χούντα. Δεξί του χέρι ήταν ο Δημήτρης Θεοδώρου, πρόεδρος του Εργατικού Κέντρου Θεσσαλονίκης. Έτσι έμεινε στην Ιστορία ο όρος «μακρηθεοδωρισμός».
2. «Οι 53 και ο μύθος του “αριστερού” ΣΥΡΙΖΑ», Ριζοσπάστης, 30.11.2019.
3. ΚΟΜΕΠ, τεύχ. 4/2018.
4. ΚΟΜΕΠ, τεύχ. 4/2018.
5. Από τη Διακήρυξη της ΚΕ του ΚΚΕ για τα 100 χρόνια του Κόμματος.