Η Σχολή της Φρανκφούρτης αποτέλεσε μια ομάδα Δυτικοευρωπαίων φιλοσόφων και θεωρητικών των κοινωνικών επιστημών που το έργο τους συνήθως περιγράφεται και ως «κριτική θεωρία». Σκοπός αυτού του κειμένου είναι να ασκηθεί μια εισαγωγική κριτική στο εν λόγω ρεύμα από μαρξιστική σκοπιά, στο πλαίσιο της ανάγκης ενδυνάμωσης της ιδεολογικής αντεπίθεσης απέναντι σε διάφορες αστικές θεωρίες, αλλά και απέναντι στη διαστρέβλωση και συκοφάντηση του μαρξισμού που επιχειρείται από την αστική τάξη και τον οπορτουνισμό.
Η διαπάλη με τη Σχολή της Φρανκφούρτης δεν αφορά απλά την αντιμετώπιση κάποιας «φιλοσοφικής λόξας», όπως ίσως σκεφτεί κανείς αρχικά. Οι λαθεμένες θεωρητικές και φιλοσοφικές αιτιάσεις τους περιλαμβάνουν άμεσα συμπεράσματα που υποσκάπτουν θεμελιακές αρχές της ταξικής πάλης για τη δυνατότητα γνώσης και επαναστατικής αλλαγής του κόσμου και οδηγούν έτσι αντικειμενικά σε πολιτικό αφοπλισμό της εργατικής τάξης στην πάλη της για την κοινωνική απελευθέρωση.
Επίσης η αντιπαράθεση με το εν λόγω ρεύμα είναι αναγκαία σήμερα λαμβάνοντας υπόψη ότι η «κριτική θεωρία» είναι της «μόδας» στο αστικό πανεπιστήμιο, ενώ διάφορες οπορτουνιστικές ομάδες φλερτάρουν συχνά μαζί της ή και γίνονται υποστηρικτές της. Έτσι προβάλλουν ότι δήθεν η «Σχολή της Φρανκφούρτης» είναι μια «ανοιχτή» Σχολή σκέψης που διακρίνεται για το «κριτικό» της πνεύμα, σε αντίθεση με το μαρξισμό-λενινισμό που κατηγορείται ως δογματικός και κλειστός.
Στην πραγματικότητα η προβολή και η αξιοποίησή της δεν είναι καθόλου τυχαία, καθώς οι απόψεις τους ταιριάζουν «γάντι» με τις προσπάθειες της αστικής τάξης να διαστρεβλώσει και συκοφαντήσει το μαρξισμό.
Σε πολιτικό επίπεδο οι εκπρόσωποι της Σχολής της Φρανκφούρτης ως σοσιαλδημοκράτες υπεράσπιζαν την αστική δημοκρατία και ταυτόχρονα αρνήθηκαν τον ιστορικό ρόλο της εργατικής τάξης στην κοινωνική εξέλιξη, διατηρούσαν εχθρική στάση απέναντι στην Οκτωβριανή Επανάσταση και στη Σοβιετική Ένωση, για την οποία ισχυρίζονταν ότι ήταν ένα αυταρχικό καθεστώς. Ταυτόχρονα αποστρέφονταν το κόμμα νέου τύπου, το λενινισμό και το ρόλο του κομμουνιστικού κόμματος ως πρωτοπορίας της εργατικής τάξης στην ταξική της πάλη ενάντια στο κεφάλαιο. Τα παραπάνω συνδυάζονταν ιδιαίτερα στον Αντόρνο και στον Χορκχάιμερ με ένα διάχυτο αστικό πεσιμισμό σχετικά με τις δυνατότητες κοινωνικού μετασχηματισμού, που πολλές φορές έφτανε στον αναχωρητισμό.1
Σε φιλοσοφικό και θεωρητικό επίπεδο η Σχολή της Φρανκφούρτης βρίσκεται σε αντιπαράθεση με τη μαρξιστική θεωρία σε μια σειρά από θεμελιώδη ζητήματα. Έτσι, όπως θα εξηγήσουμε στο παρόν άρθρο, η «κριτική θεωρία» απορρίπτει τη δυνατότητα της αντικειμενικής γνώσης του κόσμου, απορρίπτει τη διαλεκτική της φύσης, διατηρεί εχθρική στάση απέναντι στις φυσικές επιστήμες, απορρίπτει τον υλισμό και προσχωρεί στις θέσεις του ιδεαλισμού, ενώ προσπαθεί να αποδομήσει τη μαρξιστική διαλεκτική. Ταυτόχρονα αντί για τη μελέτη και κατανόηση της σύγχρονης κοινωνίας με βάση τον ιστορικό υλισμό και τη μαρξιστική πολιτική οικονομία, επιστρέφει σε ιδεαλιστικές εξηγήσεις της κοινωνικής εξέλιξης.
Η Σχολή της Φρανκφούρτης, ιδιαίτερα η πρώτη γενιά της στην οποία κυρίως θα εστιάσουμε, ανέπτυξε την ερευνητική της δραστηριότητα αρχίζοντας περίπου τη δεκαετία του 1920, έχοντας ως έδρα της το Ινστιτούτο Κοινωνικών Ερευνών στη Φρανκφούρτη. Εμφανίστηκε δηλαδή μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, σε συνθήκες διαχωρισμού του επαναστατικού-κομμουνιστικού κινήματος από τη σοσιαλδημοκρατία και όξυνσης της αντιπαράθεσης μεταξύ τους. Ο πρώτος διευθυντής του Ινστιτούτου ήταν ο Αυστριακός οικονομολόγος και ιστορικός Carl Grünburg, ο οποίος στα εγκαίνια του Ινστιτούτου το 1924 έδωσε ήδη από πολύ νωρίς το ιδεολογικό στίγμα των ερευνών που θα γίνονταν, διακηρύσσοντας τη δέσμευσή του σε έναν «αισιόδοξο καουτσκιανισμό». Τη δεκαετία του 1930 το Ινστιτούτο μετανάστευσε στις ΗΠΑ, ενώ μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο το Ινστιτούτο επέστρεψε στη Γερμανία. Τις δεκαετίες του 1960 και 1970 το έργο των θεωρητικών αυτών είχε επίδραση στη διαμόρφωση της λεγόμενης «Νέας Αριστεράς».
Σημαίνοντα πρόσωπα της πρώτης γενιάς της Σχολής της Φρανκφούρτης αποτέλεσαν οι Max Horkheimer (1895-1973), Theodor W. Adorno (1903-1969) και Herbert Marcuse (1898-1979) γύρω από τους οποίους όμως δούλεψαν και πολλοί άλλοι, όπως ο Friedrich Pollock, o Alfred Schmidt, o Leo Löwentahl κ.ά. Ιδιαίτερο ρόλο στην ενσωμάτωση της ψυχανάλυσης στο ερμηνευτικό πλαίσιο της Σχολής της Φρανκφούρτης έπαιξε ο ψυχαναλυτής Eric Fromm. Σημαντική φυσιογνωμία της δεύτερης γενιάς αποτελεί ο φιλόσοφος Jürgen Habermas, ενώ στην τρίτη γενιά ανήκει ο Axel Honneth. Ασφαλώς ο κάθε θεωρητικός είχε τις ιδιαίτερες απόψεις του, ωστόσο εδώ θα εστιάσουμε στις βασικές θέσεις που καθόρισαν τη φυσιογνωμία του εν λόγω ρεύματος και που υπάρχουν στα κυριότερα έργα των ηγετών της Σχολής της Φρανκφούρτης.
Σύμφωνα με τους θεωρητικούς της Σχολής της Φρανκφούρτης, σκοπός του Ινστιτούτου ήταν η ανάπτυξη της διεπιστημονικής έρευνας κατά την οποία η φιλοσοφία θα συνδυαστεί με τις κοινωνικές επιστήμες με τέτοιο τρόπο, έτσι ώστε η θεωρητική παραγωγή να εξυπηρετεί δήθεν «απελευθερωτικούς» σκοπούς. Αν και πολλές φορές στην αστική βιβλιογραφία η Σχολή της Φρανκφούρτης λογίζεται ως «μαρξιστική», η αλήθεια είναι ότι οι εκπρόσωποι της Σχολής της Φρανκφούρτης αναγνώριζαν μια ποικιλία επιρροών στη σκέψη τους. Έτσι, δεν έκρυβαν ότι μαζί με μια ορισμένη επιρροή από τον Μαρξ, επηρεάστηκαν από σημαντικούς αστούς φιλόσοφους και κοινωνικούς επιστήμονες όπως ο Καντ και ο Μαξ Βέμπερ, από ιδεαλιστές όπως ο Σοπενάουερ κ.ά. Ιδιαίτερη σημασία στη διαμόρφωση της σκέψης των θεωρητικών της Σχολής της Φρανκφούρτης είχε το ρεύμα του «ανορθολογισμού» διανοητών όπως ο Νίτσε, ο Χάιντεγγερ, ο Ντίλτεϊ και ο Μπερξόν, έναν ανορθολογισμό τον οποίο θεωρούσαν ως μια διαμαρτυρία για την καταπίεση του ατόμου από την αυξανόμενη ομοιομορφία της κοινωνίας που δυναμώνει εξαιτίας της ανάπτυξης της «τεχνολογίας» και της κυριαρχίας του «εργαλειακού λόγου», όπως έλεγαν.2 Η Σχολή της Φρανκφούρτης και ιδιαίτερα ο Μαρκούζε (μαθητής του Χάιντεγγερ) αναπαρήγαγε έτσι έναν βαθύ αστικό ατομικισμό που βρίσκουμε σε ανορθολογικά φιλοσοφικά ρεύματα της αστικής κοινωνίας. Με τον καιρό κατά την πορεία εξέλιξης του θεωρητικού έργου της εν λόγω Σχολής, οι όποιες αναφορές στον Μαρξ περιορίζονται, ενώ σήμερα σε πολλούς σύγχρονους εκπρόσωπους της «κριτικής θεωρίας» δεν ανευρίσκεται ο Μαρξ ούτε ως αναφορά. Πιθανότατα για κάποιους σε συνθήκες ενός διαφορετικού διεθνώς συσχετισμού να μην είναι απαραίτητο να είσαι «και λιγάκι μαρξιστής».
Η κριτική θεωρία είχε σημαντική επίδραση στη διαμόρφωση σύγχρονων ιδεαλιστικών θεωρήσεων, όπως είναι η μετα-δομιστική και μεταμοντέρνα φιλοσοφία. Είναι ενδεικτικό το έργο της μεταμοντέρνας φιλοσόφου Judith Butler Τι είναι κριτική; Ένα δοκίμιο για την αρετή στον Φουκό, στο οποίο η Butler αναγνωρίζει την οφειλή της στον Adorno και κάνει διάφορους παραλληλισμούς ανάμεσα στην έννοια της κριτικής στον Adorno και στην έννοια της κριτικής όπως την συναντάμε στη μεταμοντέρνα θεώρηση. Αντίστοιχα ο Derrida, φιλόσοφος της αποδόμησης, υποστήριξε ότι θεωρεί τον εαυτό του ως πνευματικό υιό του Αντόρνο3.
Ωστόσο η «κριτική θεωρία» στις μέρες μας δεν πρέπει να θεωρείται απλώς ως ένας πρόδρομος των μεταμοντέρνων φιλοσόφων και γενικώς ανοιχτά ιδεαλιστικών θεωριών. Η ενασχόληση μαζί της δεν έχει ιστορικό χαρακτήρα, αλλά είναι αναγκαία για την ιδεολογική πάλη στο σήμερα. Στις μέρες μας η λεγόμενη «κριτική θεωρία» επηρεάζει και αυτοτελώς (ως τέτοια) ποικίλους τομείς των κοινωνικών επιστημών και γι’ αυτό συχνά τον όρο «κριτική θεωρία» χρησιμοποιούν διάφοροι συγγραφείς που δουλεύουν στα πλαίσια των λεγόμενων φεμινιστικών, μετα-αποικιακών, αντι-ρατσιστικών και άλλων σπουδών προκειμένου να περιγράψουν τη δουλειά τους.
Ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα που καθιστά αναγκαία την αντιπαράθεση μαζί της συνιστά το γεγονός ότι η Σχολή της Φρανκφούρτης διαφημίζεται σήμερα από διάφορους αυτοαποκαλούμενους «μαρξιστές» ως μια μη «δογματική» εκδοχή του μαρξισμού, η οποία υποτίθεται ότι υπερβαίνει το μαρξισμό των κομμουνιστικών κομμάτων και ιδιαίτερα το μαρξισμό, όπως αυτός αναπτύχθηκε στη Σοβιετική Ένωση. Χαρακτηριστικό είναι το ρεύμα του λεγόμενου «ανοιχτού μαρξισμού» με εκπροσώπους τον John Holloway, τον Werner Bonefeld, τον Sergio Tischler και πολλούς άλλους οι οποίοι υποστηρίζουν ότι η «κριτική θεωρία» μπορεί να αξιοποιηθεί για την αναζωογόνηση της μαρξιστικής θεωρίας. Τέτοιες απόψεις υποστηρίζει ο John Holloway στο βιβλίο του Ας αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να καταλάβουμε την εξουσία. Αυτοί οι λεγόμενοι «μαρξιστές» επιτίθενται στο μαρξισμό-λενινισμό, υποστηρίζοντας ότι η ανάπτυξη του μαρξισμού αρχικά από τον Ένγκελς και στη συνέχεια από τον Λένιν διαστρέβλωσε το νόημα της σκέψης του Μαρξ, απλοποιώντας την και κυρίως δίνοντάς της ένα θετικιστικό νόημα που αυτή δεν είχε. Οι «μαρξιστές» αυτοί δε φαίνεται να ενοχλούνται από το ετερόκλητο μίγμα φιλοσόφων που αποτελούν τις βασικές επιρροές της Σχολής της Φρανκφούρτης, και μάλιστα κάποιοι φτάνουν ατεκμηρίωτα να υποστηρίζουν ότι από αυτό το «εκλεκτικό νεροζούμι» βγαίνει ένα αποτέλεσμα πιο συνεπές με τη σκέψη του Μαρξ. Ο εν λόγω βέβαια ισχυρισμός δείχνει ότι οι «μαρξιστές μας» στην καλύτερη περίπτωση έχουν μια πολύ επιφανειακή σχέση με τη μαρξιστική θεωρία. Στα κείμενα της Σχολής της Φρανκφούρτης θα συναντήσουμε συχνά κάποιους όρους όπως «κριτική», «διαλεκτική», «ιδεολογία» κ.ά. που συναντάμε βεβαίως και στον Μαρξ ή καλύτερα που εξαιτίας του Μαρξ έγιναν πασίγνωστοι σε όσους ενδιαφέρονται για την επιστημονική κατανόηση και αλλαγή της κοινωνίας, ωστόσο αυτό δεν πρέπει να μπερδέψει, γιατί αυτές οι έννοιες έχουν πολύ διαφορετικό περιεχόμενο στον Μαρξ σε σχέση με τη χρήση και το νόημα που τους δίνεται στην κριτική θεωρία. Στην πραγματικότητα, όπως θα εξηγήσουμε στο παρόν κείμενο, οι διάφοροι αυτοαποκαλούμενοι «μαρξιστές» που θεωρούν ότι μπορούν να ανακατασκευάσουν τη μαρξιστική θεωρία στη βάση του έργου της Σχολής της Φρανκφούρτης δεν κάνουν τίποτα άλλο παρά να αναθεωρούν σε αστική κατεύθυνση τις βάσεις της θεωρίας του Μαρξ. Ευνουχίζουν έτσι την επαναστατική αιχμή της διδασκαλίας του Μαρξ καθιστώντας την αγνώριστη.
Τα λόγια του Λένιν στο Κράτος και επανάσταση ταιριάζουν ακριβώς στην περίπτωση των λεγόμενων «μαρξιστών» μας, που θέλουν να μας πείσουν ότι η «κριτική θεωρία» μάς προσφέρει μια βελτιωμένη εκδοχή της μαρξιστικής θεωρίας.
Λένιν: «Με τη διδασκαλία του Μαρξ συμβαίνει σήμερα ό,τι συνέβηκε επανειλημμένα στην ιστορία με τις διδασκαλίες των επαναστατών στοχαστών και αρχηγών των καταπιεζόμενων τάξεων στην πάλη τους για την απελευθέρωση. Όσο ζούσαν οι μεγάλοι επαναστάτες, οι τάξεις των καταπιεστών τους καταδίωκαν συνεχώς και αντιμετώπιζαν τη διδασκαλία τους με την πιο άγρια μανία, με το πιο λυσσασμένο μίσος, με την πιο αχαλίνωτη εκστρατεία ψευτιάς και συκοφαντίας. Ύστερα από το θάνατό τους γίνονται προσπάθειες να τους μετατρέψουν σε άβλαβα εικονίσματα, σα να λέμε, να τους αγιοποιήσουν, να δώσουν κάποια δόξα στο όνομά τους για “παρηγοριά” των καταπιεζόμενων τάξεων και για την αποβλάκωσή τους, ευνουχίζοντας το περιεχόμενο της επαναστατικής διδασκαλίας, στομώνοντας την επαναστατική της αιχμή, εκχυδαΐζοντάς την. Με τέτοια “επεξεργασία” του μαρξισμού συμφωνάνε σήμερα η αστική τάξη και οι οπορτουνιστές μέσα στο εργατικό κίνημα. Λησμονούν, σβήνουν, διαστρεβλώνουν την επαναστατική πλευρά της διδασκαλίας, την επαναστατική ψυχή της. Προωθούν στην πρώτη γραμμή, εξυμνούν εκείνο που είναι αποδεχτό ή που φαίνεται πως είναι αποδεχτό για την αστική τάξη.»
Και ο Λένιν συνεχίζει: «Μπροστά σε μια τέτοια κατάσταση, μπροστά στην ανήκουστη διάδοση των διαστρεβλώσεων του μαρξισμού, χρέος μας είναι πριν απ’ όλα ν’ αποκαταστήσουμε την αληθινή διδασκαλία του Μαρξ…»
Με το παρόν άρθρο επισημαίνουμε ότι δεν πρέπει να ξεγελαστεί από τις απόψεις της «κριτικής θεωρίας» ένας κόσμος με αγωνιστικές διαθέσεις. Γιατί στην πραγματικότητα το να λες ότι η «Σχολή της Φρανκφούρτης» προσφέρει μια «βελτιωμένη» εκδοχή της μαρξιστικής θεωρίας δεν είναι τίποτα άλλο παρά άλλη μία «ανήκουστη διαστρέβλωση» της αληθινής διδασκαλίας του Μαρξ.