Μια κριτική στη Σχολή της Φρανκφούρτης


του Τάσου Τραβασάρου*

Η Σχολή της Φρανκφούρτης αποτέλεσε μια ομάδα Δυτικοευρωπαίων φιλοσόφων και θεωρητικών των κοινωνικών επιστημών που το έργο τους συνήθως περιγράφεται και ως «κριτική θεωρία». Σκοπός αυτού του κειμένου είναι να ασκηθεί μια εισαγωγική κριτική στο εν λόγω ρεύμα από μαρξιστική σκοπιά, στο πλαίσιο της ανάγκης ενδυνάμωσης της ιδεολογικής αντεπίθεσης απέναντι σε διάφορες αστικές θεωρίες, αλλά και απέναντι στη διαστρέβλωση και συκοφάντηση του μαρξισμού που επιχειρείται από την αστική τάξη και τον οπορτουνισμό.

Η διαπάλη με τη Σχολή της Φρανκφούρτης δεν αφορά απλά την αντιμετώπιση κάποιας «φιλοσοφικής λόξας», όπως ίσως σκεφτεί κανείς αρχικά. Οι λαθεμένες θεωρητικές και φιλοσοφικές αιτιάσεις τους περιλαμβάνουν άμεσα συμπεράσματα που υποσκάπτουν θεμελιακές αρχές της ταξικής πάλης για τη δυνατότητα γνώσης και επαναστατικής αλλαγής του κόσμου και οδηγούν έτσι αντικειμενικά σε πολιτικό αφοπλισμό της εργατικής τάξης στην πάλη της για την κοινωνική απελευθέρωση.

Επίσης η αντιπαράθεση με το εν λόγω ρεύμα είναι αναγκαία σήμερα λαμβάνοντας υπόψη ότι η «κριτική θεωρία» είναι της «μόδας» στο αστικό πανεπιστήμιο, ενώ διάφορες οπορτουνιστικές ομάδες φλερτάρουν συχνά μαζί της ή και γίνονται υποστηρικτές της. Έτσι προβάλλουν ότι δήθεν η «Σχολή της Φρανκφούρτης» είναι μια «ανοιχτή» Σχολή σκέψης που διακρίνεται για το «κριτικό» της πνεύμα, σε αντίθεση με το μαρξισμό-λενινισμό που κατηγορείται ως δογματικός και κλειστός.

Στην πραγματικότητα η προβολή και η αξιοποίησή της δεν είναι καθόλου τυχαία, καθώς οι απόψεις τους ταιριάζουν «γάντι» με τις προσπάθειες της αστικής τάξης να διαστρεβλώσει και συκοφαντήσει το μαρξισμό.

Σε πολιτικό επίπεδο οι εκπρόσωποι της Σχολής της Φρανκφούρτης ως σοσιαλδημοκράτες υπεράσπιζαν την αστική δημοκρατία και ταυτόχρονα αρνήθηκαν τον ιστορικό ρόλο της εργατικής τάξης στην κοινωνική εξέλιξη, διατηρούσαν εχθρική στάση απέναντι στην Οκτωβριανή Επανάσταση και στη Σοβιετική Ένωση, για την οποία ισχυρίζονταν ότι ήταν ένα αυταρχικό καθεστώς. Ταυτόχρονα αποστρέφονταν το κόμμα νέου τύπου, το λενινισμό και το ρόλο του κομμουνιστικού κόμματος ως πρωτοπορίας της εργατικής τάξης στην ταξική της πάλη ενάντια στο κεφάλαιο. Τα παραπάνω συνδυάζονταν ιδιαίτερα στον Αντόρνο και στον Χορκχάιμερ με ένα διάχυτο αστικό πεσιμισμό σχετικά με τις δυνατότητες κοινωνικού μετασχηματισμού, που πολλές φορές έφτανε στον αναχωρητισμό.1

Σε φιλοσοφικό και θεωρητικό επίπεδο η Σχολή της Φρανκφούρτης βρίσκεται σε αντιπαράθεση με τη μαρξιστική θεωρία σε μια σειρά από θεμελιώδη ζητήματα. Έτσι, όπως θα εξηγήσουμε στο παρόν άρθρο, η «κριτική θεωρία» απορρίπτει τη δυνατότητα της αντικειμενικής γνώσης του κόσμου, απορρίπτει τη διαλεκτική της φύσης, διατηρεί εχθρική στάση απέναντι στις φυσικές επιστήμες, απορρίπτει τον υλισμό και προσχωρεί στις θέσεις του ιδεαλισμού, ενώ προσπαθεί να αποδομήσει τη μαρξιστική διαλεκτική. Ταυτόχρονα αντί για τη μελέτη και κατανόηση της σύγχρονης κοινωνίας με βάση τον ιστορικό υλισμό και τη μαρξιστική πολιτική οικονομία, επιστρέφει σε ιδεαλιστικές εξηγήσεις της κοινωνικής εξέλιξης.

Η Σχολή της Φρανκφούρτης, ιδιαίτερα η πρώτη γενιά της στην οποία κυρίως θα εστιάσουμε, ανέπτυξε την ερευνητική της δραστηριότητα αρχίζοντας περίπου τη δεκαετία του 1920, έχοντας ως έδρα της το Ινστιτούτο Κοινωνικών Ερευνών στη Φρανκφούρτη. Εμφανίστηκε δηλαδή μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, σε συνθήκες διαχωρισμού του επαναστατικού-κομμουνιστικού κινήματος από τη σοσιαλδημοκρατία και όξυνσης της αντιπαράθεσης μεταξύ τους. Ο πρώτος διευθυντής του Ινστιτούτου ήταν ο Αυστριακός οικονομολόγος και ιστορικός Carl Grünburg, ο οποίος στα εγκαίνια του Ινστιτούτου το 1924 έδωσε ήδη από πολύ νωρίς το ιδεολογικό στίγμα των ερευνών που θα γίνονταν, διακηρύσσοντας τη δέσμευσή του σε έναν «αισιόδοξο καουτσκιανισμό». Τη δεκαετία του 1930 το Ινστιτούτο μετανάστευσε στις ΗΠΑ, ενώ μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο το Ινστιτούτο επέστρεψε στη Γερμανία. Τις δεκαετίες του 1960 και 1970 το έργο των θεωρητικών αυτών είχε επίδραση στη διαμόρφωση της λεγόμενης «Νέας Αριστεράς».

Σημαίνοντα πρόσωπα της πρώτης γενιάς της Σχολής της Φρανκφούρτης αποτέλεσαν οι Max Horkheimer (1895-1973), Theodor W. Adorno (1903-1969) και Herbert Marcuse (1898-1979) γύρω από τους οποίους όμως δούλεψαν και πολλοί άλλοι, όπως ο Friedrich Pollock, o Alfred Schmidt, o Leo Löwentahl κ.ά. Ιδιαίτερο ρόλο στην ενσωμάτωση της ψυχανάλυσης στο ερμηνευτικό πλαίσιο της Σχολής της Φρανκφούρτης έπαιξε ο ψυχαναλυτής Eric Fromm. Σημαντική φυσιογνωμία της δεύτερης γενιάς αποτελεί ο φιλόσοφος Jürgen Habermas, ενώ στην τρίτη γενιά ανήκει ο Axel Honneth. Ασφαλώς ο κάθε θεωρητικός είχε τις ιδιαίτερες απόψεις του, ωστόσο εδώ θα εστιάσουμε στις βασικές θέσεις που καθόρισαν τη φυσιογνωμία του εν λόγω ρεύματος και που υπάρχουν στα κυριότερα έργα των ηγετών της Σχολής της Φρανκφούρτης.

Σύμφωνα με τους θεωρητικούς της Σχολής της Φρανκφούρτης, σκοπός του Ινστιτούτου ήταν η ανάπτυξη της διεπιστημονικής έρευνας κατά την οποία η φιλοσοφία θα συνδυαστεί με τις κοινωνικές επιστήμες με τέτοιο τρόπο, έτσι ώστε η θεωρητική παραγωγή να εξυπηρετεί δήθεν «απελευθερωτικούς» σκοπούς. Αν και πολλές φορές στην αστική βιβλιογραφία η Σχολή της Φρανκφούρτης λογίζεται ως «μαρξιστική», η αλήθεια είναι ότι οι εκπρόσωποι της Σχολής της Φρανκφούρτης αναγνώριζαν μια ποικιλία επιρροών στη σκέψη τους. Έτσι, δεν έκρυβαν ότι μαζί με μια ορισμένη επιρροή από τον Μαρξ, επηρεάστηκαν από σημαντικούς αστούς φιλόσοφους και κοινωνικούς επιστήμονες όπως ο Καντ και ο Μαξ Βέμπερ, από ιδεαλιστές όπως ο Σοπενάουερ κ.ά. Ιδιαίτερη σημασία στη διαμόρφωση της σκέψης των θεωρητικών της Σχολής της Φρανκφούρτης είχε το ρεύμα του «ανορθολογισμού» διανοητών όπως ο Νίτσε, ο Χάιντεγγερ, ο Ντίλτεϊ και ο Μπερξόν, έναν ανορθολογισμό τον οποίο θεωρούσαν ως μια διαμαρτυρία για την καταπίεση του ατόμου από την αυξανόμενη ομοιομορφία της κοινωνίας που δυναμώνει εξαιτίας της ανάπτυξης της «τεχνολογίας» και της κυριαρχίας του «εργαλειακού λόγου», όπως έλεγαν.2 Η Σχολή της Φρανκφούρτης και ιδιαίτερα ο Μαρκούζε (μαθητής του Χάιντεγγερ) αναπαρήγαγε έτσι έναν βαθύ αστικό ατομικισμό που βρίσκουμε σε ανορθολογικά φιλοσοφικά ρεύματα της αστικής κοινωνίας. Με τον καιρό κατά την πορεία εξέλιξης του θεωρητικού έργου της εν λόγω Σχολής, οι όποιες αναφορές στον Μαρξ περιορίζονται, ενώ σήμερα σε πολλούς σύγχρονους εκπρόσωπους της «κριτικής θεωρίας» δεν ανευρίσκεται ο Μαρξ ούτε ως αναφορά. Πιθανότατα για κάποιους σε συνθήκες ενός διαφορετικού διεθνώς συσχετισμού να μην είναι απαραίτητο να είσαι «και λιγάκι μαρξιστής».

Η κριτική θεωρία είχε σημαντική επίδραση στη διαμόρφωση σύγχρονων ιδεαλιστικών θεωρήσεων, όπως είναι η μετα-δομιστική και μεταμοντέρνα φιλοσοφία. Είναι ενδεικτικό το έργο της μεταμοντέρνας φιλοσόφου Judith Butler Τι είναι κριτική; Ένα δοκίμιο για την αρετή στον Φουκό, στο οποίο η Butler αναγνωρίζει την οφειλή της στον Adorno και κάνει διάφορους παραλληλισμούς ανάμεσα στην έννοια της κριτικής στον Adorno και στην έννοια της κριτικής όπως την συναντάμε στη μεταμοντέρνα θεώρηση. Αντίστοιχα ο Derrida, φιλόσοφος της αποδόμησης, υποστήριξε ότι θεωρεί τον εαυτό του ως πνευματικό υιό του Αντόρνο3.

Ωστόσο η «κριτική θεωρία» στις μέρες μας δεν πρέπει να θεωρείται απλώς ως ένας πρόδρομος των μεταμοντέρνων φιλοσόφων και γενικώς ανοιχτά ιδεαλιστικών θεωριών. Η ενασχόληση μαζί της δεν έχει ιστορικό χαρακτήρα, αλλά είναι αναγκαία για την ιδεολογική πάλη στο σήμερα. Στις μέρες μας η λεγόμενη «κριτική θεωρία» επηρεάζει και αυτοτελώς (ως τέτοια) ποικίλους τομείς των κοινωνικών επιστημών και γι’ αυτό συχνά τον όρο «κριτική θεωρία» χρησιμοποιούν διάφοροι συγγραφείς που δουλεύουν στα πλαίσια των λεγόμενων φεμινιστικών, μετα-αποικιακών, αντι-ρατσιστικών και άλλων σπουδών προκειμένου να περιγράψουν τη δουλειά τους.

Ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα που καθιστά αναγκαία την αντιπαράθεση μαζί της συνιστά το γεγονός ότι η Σχολή της Φρανκφούρτης διαφημίζεται σήμερα από διάφορους αυτοαποκαλούμενους «μαρξιστές» ως μια μη «δογματική» εκδοχή του μαρξισμού, η οποία υποτίθεται ότι υπερβαίνει το μαρξισμό των κομμουνιστικών κομμάτων και ιδιαίτερα το μαρξισμό, όπως αυτός αναπτύχθηκε στη Σοβιετική Ένωση. Χαρακτηριστικό είναι το ρεύμα του λεγόμενου «ανοιχτού μαρξισμού» με εκπροσώπους τον John Holloway, τον Werner Bonefeld, τον Sergio Tischler και πολλούς άλλους οι οποίοι υποστηρίζουν ότι η «κριτική θεωρία» μπορεί να αξιοποιηθεί για την αναζωογόνηση της μαρξιστικής θεωρίας. Τέτοιες απόψεις υποστηρίζει ο John Holloway στο βιβλίο του Ας αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να καταλάβουμε την εξουσία. Αυτοί οι λεγόμενοι «μαρξιστές» επιτίθενται στο μαρξισμό-λενινισμό, υποστηρίζοντας ότι η ανάπτυξη του μαρξισμού αρχικά από τον Ένγκελς και στη συνέχεια από τον Λένιν διαστρέβλωσε το νόημα της σκέψης του Μαρξ, απλοποιώντας την και κυρίως δίνοντάς της ένα θετικιστικό νόημα που αυτή δεν είχε. Οι «μαρξιστές» αυτοί δε φαίνεται να ενοχλούνται από το ετερόκλητο μίγμα φιλοσόφων που αποτελούν τις βασικές επιρροές της Σχολής της Φρανκφούρτης, και μάλιστα κάποιοι φτάνουν ατεκμηρίωτα να υποστηρίζουν ότι από αυτό το «εκλεκτικό νεροζούμι» βγαίνει ένα αποτέλεσμα πιο συνεπές με τη σκέψη του Μαρξ. Ο εν λόγω βέβαια ισχυρισμός δείχνει ότι οι «μαρξιστές μας» στην καλύτερη περίπτωση έχουν μια πολύ επιφανειακή σχέση με τη μαρξιστική θεωρία. Στα κείμενα της Σχολής της Φρανκφούρτης θα συναντήσουμε συχνά κάποιους όρους όπως «κριτική», «διαλεκτική», «ιδεολογία» κ.ά. που συναντάμε βεβαίως και στον Μαρξ ή καλύτερα που εξαιτίας του Μαρξ έγιναν πασίγνωστοι σε όσους ενδιαφέρονται για την επιστημονική κατανόηση και αλλαγή της κοινωνίας, ωστόσο αυτό δεν πρέπει να μπερδέψει, γιατί αυτές οι έννοιες έχουν πολύ διαφορετικό περιεχόμενο στον Μαρξ σε σχέση με τη χρήση και το νόημα που τους δίνεται στην κριτική θεωρία. Στην πραγματικότητα, όπως θα εξηγήσουμε στο παρόν κείμενο, οι διάφοροι αυτοαποκαλούμενοι «μαρξιστές» που θεωρούν ότι μπορούν να ανακατασκευάσουν τη μαρξιστική θεωρία στη βάση του έργου της Σχολής της Φρανκφούρτης δεν κάνουν τίποτα άλλο παρά να αναθεωρούν σε αστική κατεύθυνση τις βάσεις της θεωρίας του Μαρξ. Ευνουχίζουν έτσι την επαναστατική αιχμή της διδασκαλίας του Μαρξ καθιστώντας την αγνώριστη.

Τα λόγια του Λένιν στο Κράτος και επανάσταση ταιριάζουν ακριβώς στην περίπτωση των λεγόμενων «μαρξιστών» μας, που θέλουν να μας πείσουν ότι η «κριτική θεωρία» μάς προσφέρει μια βελτιωμένη εκδοχή της μαρξιστικής θεωρίας.

Λένιν: «Με τη διδασκαλία του Μαρξ συμβαίνει σήμερα ό,τι συνέβηκε επανειλημμένα στην ιστορία με τις διδασκαλίες των επαναστατών στοχαστών και αρχηγών των καταπιεζόμενων τάξεων στην πάλη τους για την απελευθέρωση. Όσο ζούσαν οι μεγάλοι επαναστάτες, οι τάξεις των καταπιεστών τους καταδίωκαν συνεχώς και αντιμετώπιζαν τη διδασκαλία τους με την πιο άγρια μανία, με το πιο λυσσασμένο μίσος, με την πιο αχαλίνωτη εκστρατεία ψευτιάς και συκοφαντίας. Ύστερα από το θάνατό τους γίνονται προσπάθειες να τους μετατρέψουν σε άβλαβα εικονίσματα, σα να λέμε, να τους αγιοποιήσουν, να δώσουν κάποια δόξα στο όνομά τους για “παρηγοριά” των καταπιεζόμενων τάξεων και για την αποβλάκωσή τους, ευνουχίζοντας το περιεχόμενο της επαναστατικής διδασκαλίας, στομώνοντας την επαναστατική της αιχμή, εκχυδαΐζοντάς την. Με τέτοια “επεξεργασία” του μαρξισμού συμφωνάνε σήμερα η αστική τάξη και οι οπορτουνιστές μέσα στο εργατικό κίνημα. Λησμονούν, σβήνουν, διαστρεβλώνουν την επαναστατική πλευρά της διδασκαλίας, την επαναστατική ψυχή της. Προωθούν στην πρώτη γραμμή, εξυμνούν εκείνο που είναι αποδεχτό ή που φαίνεται πως είναι αποδεχτό για την αστική τάξη.»

Και ο Λένιν συνεχίζει: «Μπροστά σε μια τέτοια κατάσταση, μπροστά στην ανήκουστη διάδοση των διαστρεβλώσεων του μαρξισμού, χρέος μας είναι πριν απ’ όλα ν’ αποκαταστήσουμε την αληθινή διδασκαλία του Μαρξ…»

Με το παρόν άρθρο επισημαίνουμε ότι δεν πρέπει να ξεγελαστεί από τις απόψεις της «κριτικής θεωρίας» ένας κόσμος με αγωνιστικές διαθέσεις. Γιατί στην πραγματικότητα το να λες ότι η «Σχολή της Φρανκφούρτης» προσφέρει μια «βελτιωμένη» εκδοχή της μαρξιστικής θεωρίας δεν είναι τίποτα άλλο παρά άλλη μία «ανήκουστη διαστρέβλωση» της αληθινής διδασκαλίας του Μαρξ.

 

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΣΤΟΝ HORKHEIMER: Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΥΠΟ ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ

Ο μαρξισμός είναι αντίθετος με ιδεαλιστικές φιλοσοφικές αντιλήψεις που απορρίπτουν τη δυνατότητα του ανθρώπου να γνωρίσει τον κόσμο και είναι ξένος με τις διάφορες μορφές που παίρνει ο ανορθολογισμός στις μέρες μας. Ο μαρξισμός υποστηρίζει ότι η γνώση του ανθρώπου μπορεί να διεισδύει όλο και βαθύτερα μέσα στην αντικειμενική πραγματικότητα. Για το μαρξισμό η γνώση του ανθρώπου δε μένει στάσιμη, διαρκώς βαθαίνει, συμπληρώνεται και αναπτύσσεται μέσα στην πορεία της ιστορικής εξέλιξης ξεπερνώντας τα προηγούμενά της όρια, αυτή η πορεία της γνώσης έχει διαλεκτικό χαρακτήρα. Αντίθετα, στα κείμενα της Σχολής της Φρανκφούρτης δεν είναι δύσκολο κανείς να αναγνωρίσει την επίδραση των διάφορων ρευμάτων της αστικής φιλοσοφίας, ιδιαίτερα ένα διάχυτο υποκειμενισμό και ανορθολογισμό στα ζητήματα της θεωρίας της γνώσης που καταλήγει να αρνείται τη δυνατότητα να γνωρίσουμε τον υλικό κόσμο. Δεν είναι τυχαίο ότι οι εκπρόσωποι της «κριτικής θεωρίας» αποστρέφονται τη λενινιστική θεωρία της αντανάκλασης και το φιλοσοφικό έργο του Λένιν, καθώς ο Λένιν αντιπαρατέθηκε με σφοδρότητα απέναντι στις θεωρίες του Έρνεστ Μαχ, ο οποίος απέρριπτε τη δυνατότητα του ανθρώπου να γνωρίζει τον αντικειμενικό κόσμο. Ο Αντόρνο έτσι χαρακτηριστικά γράφει ότι η «αντίληψη του Λένιν για τον υλισμό είναι ριζωμένη σε μια επικούρεια υλιστική μυθολογία, η οποία εφευρίσκει την εκπομπή μικρών εικόνων από τη ύλη»4, καθώς και ότι «ο αφελής ρεαλισμός της θεωρίας του Λένιν για την αντανάκλαση έχει τις ρίζες του σε μια υλιστική μεταφυσική»5. Είναι ενδεικτικό πάντως ότι για να υποστηρίξουν τις απόψεις τους χρειάζεται να διαστρεβλώσουν κατάφωρα τον αντίπαλό τους, ταυτίζοντας τον Λένιν με υλιστές της αρχαιότητας. Ο ανορθολογισμός και η επίθεση στην επιστήμη όμως αφήνει την εργατική τάξη χωρίς όπλα στον αγώνα της για να κατανοήσει και να μετασχηματίσει τον κόσμο, γι’ αυτό δεν μπορεί να γίνει ανεκτή από τους μαρξιστές. Το έργο των θεωρητικών της Σχολής της Φρανκφούρτης είναι ξένο με τη στάση των Μαρξ και Ένγκελς και αργότερα του Λένιν, οι οποίοι επί μακρόν ήρθαν σε αντιπαράθεση με τον αγνωστικισμό και τις διάφορες εκδοχές του υποκειμενικού σχετικισμού στο πεδίο της γνωσιοθεωρίας, ιδιαίτερα όταν αυτός φτάνει στο σημείο να θέτει την ίδια την επιστήμη υπό πολιορκία.

Ο προσδιορισμός της Σχολής της Φρανκφούρτης ως «κριτικής θεωρίας» προέρχεται από ένα προγραμματικό άρθρο του Horkheimer το οποίο συνέγραψε και δημοσίευσε το 1937 στις ΗΠΑ υπό τον τίτλο «Παραδοσιακή και κριτική θεωρία»6. Το άρθρο αυτό θεωρείται εξαιρετικά σημαντικό, καθώς έδωσε συνοχή στις μέχρι τότε εργασίες των θεωρητικών της Σχολής της Φρανκφούρτης και ήταν ενδεικτικό της κατεύθυνσης που ακολούθησε στην πορεία η «κριτική θεωρία». Ο Horkheimer στο κείμενο αυτό, όπως και σε άλλα που ακολούθησαν, στο όνομα της κριτικής στο θετικισμό καταλήγει σε συμπεράσματα που στην ουσία αμφισβητούν τη δυνατότητα της επιστήμης να παράσχει αντικειμενική γνώση της πραγματικότητας. Το ιδιαίτερο στοιχείο του Horkheimer είναι αυτό ενός ιστορικού σχετικισμού τον οποίο θα εξηγήσουμε και στον οποίο μυήθηκε από το νεο-καντιανό μέντορά του Johannes Wilhelm Cornelius.

Όπως υπονοείται και στον τίτλο του άρθρου του, ο Horkheimer προσπαθεί να προσδιορίσει την «κριτική θεωρία» μέσα από την αντιπαραβολή της με την «παραδοσιακή θεωρία». Έτσι, σύμφωνα με τον Horkheimer για την παραδοσιακή θεωρία, «θεωρία σημαίνει το σύνολο των προτάσεων, που αναφέρονται σε ένα αντικείμενο...» και συνεπώς «η θεωρία έχει πραγματική ισχύ, αν οι … προτάσεις της συμφωνούν με τα γεγονότα. Αν αντίθετα προκύψουν αντιφάσεις ανάμεσα στην εμπειρία και στη θεωρία, θα πρέπει να αναθεωρηθεί η μια ή η άλλη. Είτε δηλαδή η παρατήρησή μας ήταν λαθεμένη, είτε κάτι δε στέκει στις βασικές αρχές της θεωρίας»7. Η θεωρία συνεπώς σύμφωνα με την παραδοσιακή αντίληψη παραμένει πάντα μια υπόθεση σε σχέση με τα γεγονότα και θα πρέπει να επαληθευτεί ή να διαψευστεί από αυτά. Έτσι, για την παραδοσιακή θεωρία υποστηρίζει ο Horkheimer: «Θεωρία είναι η συσσωρευμένη γνώση, που έχει μορφοποιηθεί με τέτοιον τρόπο ώστε να χρησιμεύει στην κατά το δυνατόν πληρέστερη περιγραφή της πραγματικότητας.»8 Για την παραδοσιακή θεωρία αυτός ο τρόπος σκέψης έχει την καταγωγή του στις φυσικές επιστήμες, ωστόσο πρέπει να επεκταθεί και στις κοινωνικές επιστήμες. Σύμφωνα με τον Horkheimer αυτός ο τρόπος σκέψης της παραδοσιακής θεωρίας συνδέεται αναπόσπαστα με την ανάγκη της τεχνικής προόδου, «προκειμένου να χειραγωγηθούν τόσο η εξωτερική φύση όσο και καθορισμένοι οικονομικοί και κοινωνικοί μηχανισμοί»9.

Ο Horkheimer ισχυρίζεται ότι αποστρέφεται αυτόν τον τρόπο σκέψης όπως περιγράφεται από την παραδοσιακή θεωρία και γι’ αυτό εισηγείται τη δική του «κριτική θεωρία». Μας λέει ότι το βασικό πρόβλημα της παραδοσιακής θεωρίας είναι ότι σε αυτήν ο ερευνητής «πιστεύει … σε μια ανεξάρτητη, υπερ-κοινωνική αδέσμευτη γνώση…»10. Έτσι, σύμφωνα με τον Horkheimer στην παραδοσιακή θεωρία «δεν εμφανίζεται η πραγματική κοινωνική λειτουργία της επιστήμης»11. Η «κριτική θεωρία» σε αντίθεση με την παραδοσιακή δε θεωρεί τον ερευνητή αποσπασμένο από την κοινωνία και γι’ αυτό υποστηρίζει ότι η γνώση που παράγει έχει κοινωνικό και ιστορικό χαρακτήρα, καταλήγει υποχρεωτικά να αναπαράγει το ισχύον, ανεξάρτητα μάλιστα από το αν το συνειδητοποιεί. Χαρακτηριστικά ο Horkheimer λέει: «Ο ερευνητής και η επιστήμη του είναι ενσωματωμένοι μέσα στον κοινωνικό μηχανισμό … αποτελούν στοιχεία ... της συνεχούς αναπαραγωγής του ισχύοντος –ανεξάρτητα από την ερμηνεία που δίνουν οι ίδιοι.»12 Το συμπέρασμα του Horkheimer είναι ότι, αφού οι ερευνητές έχουν κοινωνικές δεσμεύσεις, η γνώση είναι αναπόφευκτα υποκειμενική ή σχετική σε βαθμό τέτοιο, που θεωρείται ότι δεν είναι δυνατόν να φτάσουμε στην αντικειμενική γνώση της πραγματικότητας. Η διαπίστωση ότι η θεωρία καθορίζεται μέσα από κοινωνικές και ιστορικές διαδικασίες συνεπάγεται για τον Horkheimer ότι θα πρέπει να αμφισβητήσουμε την έννοια της αντικειμενικής αλήθειας. Για την «κριτική θεωρία», αυτό που η επιστήμη αναλογίζεται ως αντικειμενική αλήθεια επηρεάζεται από κοινωνικές δυνάμεις και τις σχέσεις εξουσίας στις οποίες εμπλέκεται ο ερευνητής. Έτσι, η «κριτική θεωρία» καταλήγει να αμφισβητεί τη δυνατότητα για αντικειμενική γνώση και υιοθετεί έναν ιστορικό σχετικισμό.

Όπως αναφέρεται στο λεξικό της Οξφόρδης: «Για τους εκπροσώπους της κριτικής θεωρίας, η ιδέα ότι είναι δυνατόν να φτάσουμε σε μια έννοια που είναι “ανεξάρτητη από το νου”, δηλαδή σε μια έννοια που δεν εμπεριέχει τον υποκειμενισμό του ερευνητή, είναι μια αυταπάτη, μια ιδεολογική ιδέα η ίδια. Η προσπάθεια να διαχωρίσουμε τις έννοιες από αυτούς που τις παράγουν οδήγησε σε αυτό που ο Horkheimer ονομάζει εργαλειακό λόγο.»13

Στη βάση αυτής της συλλογιστικής η «κριτική θεωρία» υποστηρίζει ότι στόχος της θεωρίας δεν είναι να περιγράψει ή να κατανοήσει την αντικειμενική πραγματικότητα, αλλά να ασκήσει κριτική στις υπάρχουσες θεωρίες, θέτοντας αναστοχαστικά ερωτήματα σχετικά με το αν και κατά πόσο το αντικείμενο της έρευνας είναι το ίδιο μια κατασκευή της θεωρίας. Για τον Horkheimer το να «είμαι αφοσιωμένος στην κριτική θεωρία» σημαίνει «ότι μπορώ να πω τι είναι λάθος αλλά δεν μπορώ να προσδιορίσω το σωστό»14. Όπως σωστά επισημαίνουν πολλοί ερευνητές, η έννοια αυτή της «κριτικής θεωρίας» απηχεί την επιρροή του αγνωστικιστή φιλόσοφου Καντ στη σκέψη των θεωρητικών της Σχολής της Φρανκφούρτης. Η κριτική με το νόημα που είχε στον Καντ πρέπει να είναι μια ανάλυση των δυνατοτήτων και των ορίων του «λόγου», η οποία αναλαμβάνεται να πραγματοποιηθεί από τον ίδιο το «λόγο». Για τον Καντ μια αναστοχαστική στάση του ίδιου του λόγου που αναλύει και κριτικάρει τον εαυτό του είναι απαραίτητη για να αποκτήσει επίγνωση των νόμιμων ορίων του. Τα παραπάνω συνδέονται στον Καντ με την άποψη ότι το «πράγμα καθεαυτό» είναι απρόσιτο στη γνώση.

Ο Holloway, o Gunn και άλλοι λένε ότι η «κριτική θεωρία» μάς βοηθάει να καταλάβουμε ότι ο μαρξισμός δε θα πρέπει να λογαριάζεται ως επιστήμη παρά μόνο αρνητικά, ως κριτική, γι’ αυτό έκανε μεγάλο λάθος ο Ένγκελς που έγραψε το έργο Η εξέλιξη του σοσιαλισμού από την ουτοπία στην επιστήμη. Ο Ένγκελς, μας λένε, εγκαινίασε μια ολόκληρη παράδοση «επιστημονικού μαρξισμού» η οποία είναι ξένη στον Μαρξ. Η θεωρία –συνεχίζει ο Holloway– για τον Μαρξ είναι απλά αρνητική ή κριτική και γι’ αυτό δε μας εξηγεί την πραγματικότητα, ούτε μπορεί να μας αποκαλύψει τους αντικειμενικούς νόμους κίνησής της. Ο Richard Gunn, στηριγμένος στην «κριτική θεωρία», γράφει χαρακτηριστικά: «Ο Μαρξ δεν προσφέρει μια κοινωνική θεωρία αλλά μια κριτική της κοινωνικής θεωρίας με την ίδια έννοια που προσφέρει μια κριτική της φιλοσοφίας (στα πρώτα γραπτά του) και μια κριτική της πολιτικής οικονομίας (ξεκινώντας το 1844 και συνεχίζοντας στα χειρόγραφα των Grundrisse 1857-1858 και στο Κεφάλαιο). Το ίδιο ακριβώς μπορεί να πούμε λέγοντας ότι ο Μαρξ δεν ήταν κοινωνιολόγος, αλλά κριτικός της κοινωνιολογίας: Η “μαρξιστική κοινωνιολογία” είναι μια αντίφαση εν τοις όροις.»15

Οι αυτoαποκαλούμενοι «μαρξιστές» μας στηρίζονται στον Horkheimer, που ισχυρίζεται ότι η παραδοσιακή θεωρία έχει ως πηγή της το «Λόγο περί μεθόδου του Ντεκάρτ» και ότι η «κριτική θεωρία» θεμελιώθηκε στη βάση της κριτικής της πολιτικής οικονομίας του Μαρξ. Πρόκειται βέβαια για έναν εντελώς ατεκμηρίωτο ισχυρισμό ότι ο Μαρξ αποτελεί το θεμελιωτή της «κριτικής θεωρίας», καθώς για τον Μαρξ καμιά ουσιαστική κριτική της αστικής ιδεολογίας δεν μπορεί να γίνει χωρίς την επιστημονική εξήγηση της αντικειμενικής πραγματικότητας. Είναι φανερό ότι ο Horkheimer και η «κριτική θεωρία» γενικότερα συγχέει την αντικειμενική επιστήμη με την κοινωνικά ουδέτερη επιστήμη, κάτι που ο Μαρξ ποτέ δεν έκανε. Έτσι, παρόλο που ο Horkheimer υποστηρίζει ότι αποστρέφεται το θετικισμό, υιοθετεί μια βασική παραδοχή του η οποία λέει ότι ο επιστήμονας, για να είναι αντικειμενικός, πρέπει να είναι κοινωνικά ουδέτερος ή λέει ότι, αν δεν είναι κοινωνικά ουδέτερος, τότε εξ ορισμού δεν μπορεί να είναι αντικειμενικός.

Πράγματι ο θετικισμός στις κοινωνικές επιστήμες αναζητάει κάτι αδύνατον, δηλαδή αναζητάει σε μια κοινωνία που είναι χωρισμένη σε τάξεις μια γνώση για τον άνθρωπο και την κοινωνία που να είναι καθαρή από «ιδεολογικές μεροληψίες» και υποθέτει ερευνητές ουδέτερους «αξιών», που δε θα έχουν ηθικές και πολιτικές δεσμεύσεις, καθώς αυτά μας λέει ότι είναι δήθεν απαραίτητα για να συγκροτηθεί μια ακριβής και αυστηρή επιστήμη. Η Σχολή της Φρανκφούρτης απορρίπτει αυτό το ιδεώδες του θετικισμού για την επιστήμη, συμπληρώνοντας ότι η αντικειμενικότητα της επιστήμης είναι μια αυταπάτη, η αναζήτηση οποιασδήποτε αντικειμενικής αλήθειας είναι μάταιη.

Αντίθετα στον Μαρξ ο κοινωνικός χαρακτήρας της γνώσης που προσφέρει η επιστήμη δεν αποκλείει τη δυνατότητα της αντικειμενικής γνώσης. Μάλιστα ο Μαρξ στο Κεφάλαιο, σε αντίθεση με το νεοκαντιανισμό και τον αγνωστικισμό, υποστήριζε ότι η επιστήμη δεν πρέπει να περιορίζεται στην επιφάνεια των φαινομένων, αλλά πρέπει και μπορεί να διεισδύσει στην ουσία τους, αποκαλύπτοντας την εσωτερική τους συνάρτηση. Ο Μαρξ έτσι άσκησε κριτική στην αγοραία πολιτική οικονομία, γιατί έμεινε στην επιφάνεια των φαινομένων συστηματοποιώντας δογματικά τις αντιλήψεις των ανθρώπων που είναι αιχμάλωτοι των αστικών σχέσεων παραγωγής αντιμετωπίζοντάς τις ως αυτονόητες, συγκαλύπτοντας με αυτόν τον τρόπο την εσωτερική τους συνάρτηση. Οι αγοραίοι οικονομολόγοι λειτουργούσαν ως απολογητές της αστικής τάξης και δε συλλαμβάνανε αντικειμενικά την εσωτερική συνάρτηση της πραγματικότητας. Έτσι, έγραφε ενάντια στην αγοραία πολιτική οικονομία: «…κάθε επιστήμη θα ήταν περιττή, αν η μορφή εμφάνισης και η ουσία των πραγμάτων συνέπιπταν άμεσα.» Για τον Μαρξ αυτή η ικανότητα της επιστήμης να διεισδύει στην ουσία, στο βάθος της αντικειμενικής πραγματικότητας και όχι απλά στη μορφή εμφάνισης των πραγμάτων είναι ακριβώς που την μετατρέπει σε δύναμη κοινωνικής απελευθέρωσης, γιατί αποκαλύπτοντας τις εσωτερικές αντιφάσεις της πραγματικότητας εξηγούμε την πηγή της κίνησής της. Έτσι, η μορφή του μισθού εργασίας αναδείχθηκε από τον Μαρξ Στο Κεφάλαιο ως μια φενάκη που δημιουργείται από τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής και συγκαλύπτει την πραγματικότητα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, καθώς και το αντικειμενικό γεγονός ότι ο μισθωτός εργάτης δεν πληρώνεται για την εργασία του, αλλά για την αξία της εργατικής του δύναμης. Ο Μαρξ στο Κεφάλαιο άσκησε επιστημονική κριτική στον καπιταλισμό αποδεικνύοντας τον ιστορικό και παροδικό του χαρακτήρα, βοηθώντας με αυτόν τον τρόπο στην κοινωνική απελευθέρωση της εργατικής τάξης. Η επιστήμη, λέει ο Μαρξ στην Αθλιότητα της Φιλοσοφίας, είναι η ίδια προϊόν της ιστορικής κίνησης και γι’ αυτό κατανοώντας με τη σειρά της αντικειμενικά την ιστορική κίνηση, η επιστήμη μετατρέπεται σε θεωρητικό εκπρόσωπο της εργατικής τάξης. Έτσι, η επαναστατική πολιτική δέσμευση στον Μαρξ και η αντικειμενική επιστημονική του ανάλυση της κοινωνίας δε λειτούργησαν αντιπαραθετικά, αλλά συμπληρωματικά και διαλεκτικά.

Το πρόβλημα αυτό δεν πρέπει να νομίσει κανείς ότι αφορά μόνο απομακρυσμένες από τη ζωή αφαιρέσεις, κάποιες λεπτές ακαδημαϊκές διακρίσεις, ότι είναι αδιάφορο, π.χ., αν θα ονομάσουμε το μαρξισμό επιστήμη ή «κριτική θεωρία», γιατί δήθεν αυτά δεν έχουν κανέναν αντίκτυπο στον αγώνα της εργατικής τάξης ή τις καθημερινές προσπάθειες των κομμουνιστών. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι τα λάθη στη θεωρία πληρώνονται πάντοτε πολύ ακριβά. Έτσι, οι αυτοαποκαλούμενοι «μαρξιστές» μας, όπως ο Holloway, βγάζουν άμεσα πολιτικά συμπεράσματα από τα παραπάνω και ισχυρίζονται ότι είναι ακριβώς αυτή η αντίληψη του μαρξισμού ως επιστήμης που οδήγησε στην αντίληψη του κομμουνιστικού κόμματος ως πρωτοπορίας της εργατικής τάξης, αντίληψη που λένε ότι δημιούργησε πολλά προβλήματα. Έτσι με κάτι τέτοια επιχειρήματα οι αυτοαποκαλούμενοι «μαρξιστές» μας αναπτύσσουν στην πορεία το σκεπτικό τους υπέρ διάφορων χρεοκοπημένων αναρχοσυνδικαλιστικών, ρεφορμιστικών αντιλήψεων που μετατρέπουν το εργατικό κίνημα σε ουρά της αστικής τάξης, που σπρώχνουν την εργατική τάξη στην αγκαλιά της σοσιαλδημοκρατίας, που αρνούνται την πάλη για τη σοσιαλιστική επανάσταση και την αντικαθιστούν με διάφορα φληναφήματα περί εξανθρωπισμού του καπιταλισμού.

 

ΥΠΑΡΧΕΙ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΣΤΗ ΦΥΣΗ;

Για τη Σχολή της Φρανκφούρτης η διαλεκτική μπορεί να είναι μόνο μέρος της ανθρώπινης δραστηριότητας, αποτέλεσμα της πρακτικής του ανθρώπου. Η αντίληψη ότι η διαλεκτική έχει ευρύτερο πεδίο, ότι η διαλεκτική εκφράζει θεωρητικά κάθε κίνηση μέσα στον κόσμο της υλικής πραγματικότητας συναντάει σφοδρή αντίδραση από τους εκπροσώπους της Σχολής της Φρανκφούρτης. Έτσι η Σχολή της Φρανκφούρτης αποστρέφεται την αναγνώριση της διαλεκτικής στη φύση.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Μαρκούζε γράφει: «Εδώ θα πρέπει να αναφερθούμε στο πρόβλημα της δυνατότητας εφαρμογής της μαρξιστικής διαλεκτικής στη φύση, γιατί ένα διακριτικό χαρακτηριστικό του σοβιετικού μαρξισμού είναι ο τονισμός της διαλεκτικής της φύσης, πράγμα που τον φέρνει σε αντίθεση με τον Μαρξ … Αν η μαρξιστική διαλεκτική είναι στην εννοιακή της δομή διαλεκτική της ιστορικής πραγματικότητας, τότε συμπεριλαμβάνει τη φύση μόνο στο βαθμό που αυτή αποτελεί τμήμα της ιστορικής αυτής πραγματικότητας –στην αλληλεπίδραση ανθρώπου και φύσης, στην κυριαρχία και εκμετάλλευση της φύσης, στη φύση σαν ιδεολογία κλπ. Στο βαθμό όμως που η φύση γίνεται αντικείμενο μελέτης κάνοντας αφαίρεση των ιστορικών αυτών σχέσεων, όπως π.χ. στις φυσικές επιστήμες, φαίνεται να βρίσκεται έξω από το χώρο της διαλεκτικής.»16

Η ιδέα μιας «διαλεκτικής στη φύση» θεωρείται από το εν λόγω ρεύμα ότι συγκεφαλαιώνει καθετί το μηχανιστικό, το δογματικό και θετικιστικό που υπάρχει στον «ορθόδοξο» μαρξισμό, όπως λένε. Πώς είναι δυνατό, αναρωτιούνται οι εκπρόσωποι της Σχολής της Φρανκφούρτης, να είναι οι άνθρωποι δημιουργικοί και ελεύθεροι, αν η διαλεκτική δεν έχει χαρακτήρα αποκλειστικά ανθρώπινο και κοινωνικό; Μια διαλεκτική έξω από την ανθρώπινη δραστηριότητα μας λένε ότι αποκλείει τη δυνατότητα να γίνει ο άνθρωπος ένα «αυτόνομο υποκείμενο», καθώς είναι αναγκασμένος να ενσωματώνεται σε ένα «αναγκαιοκρατικό οντολογικό σύστημα», για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια τους. Η ιδέα μιας διαλεκτικής της φύσης προκαλεί αποτροπιασμό στους εκπροσώπους της Σχολής της Φρανκφούρτης γιατί μέσω αυτής υπονοείται ότι οι άνθρωποι θα πρέπει ακόμα να δίνουν προσοχή στους αντικειμενικούς νόμους της φύσης! Ποιος είναι υπεύθυνος γι’ αυτήν τη βλασφημία; Ασφαλώς ο δράστης εδώ είναι ο Ένγκελς, ο οποίος έγραψε βιβλία όπως το Αντι-Ντίρινγκ και Η Διαλεκτική της φύσης και στα οποία υποστήριξε ότι η φύση καθαυτή κινείται διαλεκτικά. Ο Ένγκελς λοιπόν είναι σύμφωνα με τους εκπροσώπους της «κριτικής θεωρίας» αυτός που οδήγησε το μαρξισμό στο «μηχανιστικό ντετερμινισμό», στο «θετικισμό» κ.ά. Αυτή η υποτιθέμενη αντίθεση Μαρξ - Ένγκελς που οι εκπρόσωποι της Σχολής της Φρανκφούρτης επινοούν προκειμένου να επιτεθούν πιο αποτελεσματικά στη μαρξιστική θεωρία και στο ίδιο το υλιστικό έργο του Μαρξ είναι βέβαια παλιό τέχνασμα των εχθρών του μαρξισμού. Ήδη από το 1907 ο Victor Chernov που ο Λένιν τον παρουσιάζει σαν «Ναρόντνικο και ορκισμένο εχθρό του Μαρξισμού» παρουσιάζει και αυτός τον Μαρξ αντίθετο με τον ΄Ενγκελς και κατηγορεί τον δεύτερο για «απλοϊκό διαλεκτικό υλισμό» και για τον πιο «χονδροειδή υλιστικό δογματισμό». Όπως έχει εξηγήσει ο Λένιν στον Υλισμό και εμπειριοκριτικισμό, οι παρατηρήσεις που κάνει ο Ένγκελς για τη φύση και την αντικειμενική πραγματικότητα στο Αντι-Ντίρινγκ (έργο που μισούν θανάσιμα οι εκπρόσωποι της «κριτικής» θεωρίας) βρίσκονται σε απόλυτη συμφωνία με την υλιστική φιλοσοφία του Μαρξ.

Ο Λένιν σημείωνε: «Ο Μαρξ συνήθιζε να ονομάζει την κοσμοθεωρία του διαλεκτικό υλισμό, και το Αντι-Ντίρινγκ του Ένγκελς, που ο Μαρξ το διάβασε ολόκληρο από τα χειρόγραφα, αναπτύσσει αυτήν ακριβώς την αντίληψη.»

Πρέπει να σημειώσουμε ότι το Αντι-Ντίρινγκ εκδόθηκε (σε διαδοχικά τεύχη στη Vorwärts) το διάστημα 1877-1878, δηλαδή την περίοδο που όχι μόνο ζούσε ακόμα ο Μαρξ, αλλά και ο Ένγκελς είχε μετακομίσει (από το 1870) στο Λονδίνο, πολύ κοντά στο σπίτι του Μαρξ, με συνέπεια οι δύο φίλοι και συνεργάτες να έχουν καθημερινή επαφή και συζήτηση για όλα τα ζητήματα. Πιο συγκεκριμένα, ο Μαρξ είναι εκείνος που πίεσε τον Ένγκελς να το γράψει,17 συμμετείχε στο σχεδιασμό της έκδοσης, βοήθησε τον Ένγκελς να συγκεντρώσει το απαραίτητο υλικό, έγραψε το προσχέδιο ενός κεφαλαίου γι’ αυτό (με θέμα την ιστορία των οικονομικών θεωριών) και τέλος διάβασε και ενέκρινε το χειρόγραφο.18 Συνολικά, η από κοινού εργασία των Ένγκελς και Μαρξ στο Αντι-Ντίρινγκ τεκμηριώνεται αναλυτικά για πρώτη φορά στον τόμο Marx Engels Gesamtausgabe 2 I/27, στον οποίο πέρα από το κείμενο του βιβλίου περιλαμβάνονται και όλες οι προεργασίες των Engels και Marx. Το Αντι-Ντίρινγκ αποτελεί, λοιπόν, προϊόν της συνεργασίας των Μαρξ και Ένγκελς. Επίσης, ο Μαρξ δεν υποστήριξε και συνέβαλε απλώς στην έκδοση του Αντι-Ντίρινγκ, αλλά και προλόγισε τη γαλλική έκδοση της Εξέλιξης του σοσιαλισμού από την ουτοπία στην επιστήμη, δηλαδή του έργου που αποτελεί στην ουσία μία εκλαϊκευμένη σύνοψη του Αντι-Ντίρινγκ που βασίζεται στο υλικό τριών από τα κεφάλαιά του. Εκεί, ο Μαρξ σημειώνει για το Αντι-Ντίρινγκ και για την Εξέλιξη του σοσιαλισμού από την ουτοπία στην επιστήμη: «Τη νέα σειρά άρθρων στην οποία έδωσε τον ειρωνικό τίτλο “Ο κύριος Ντίρινγκ και η ανατροπή της επιστήμης” (σε απάντηση των δήθεν νέων θεωριών του κυρίου Όιγκεν Ντίρινγκ για την επιστήμη γενικά, αλλά και για το σοσιαλισμό ειδικά), [ο Ένγκελς] την έστειλε στη Vorwärts. Αυτή η σειρά συγκεντρώθηκε σε έναν τόμο και είχε μεγάλη επιτυχία στους Γερμανούς σοσιαλιστές. Στην παρούσα μπροσούρα παρουσιάζουμε τα πιο σημαντικά αποσπάσματα από το θεωρητικό μέρος του βιβλίου, τα οποία αποτελούν κατά κάποιον τρόπο μία εισαγωγή στον επιστημονικό σοσιαλισμό» (Marx - Engels, Werke, τόμ. 19, σελ. 185). Αντίστοιχα, το μεγαλύτερο μέρος των χειρόγραφων που μετά το θάνατό του (και συγκεκριμένα το 1925) εκδόθηκαν ως Διαλεκτική της Φύσης, ο Ένγκελς το είχε γράψει την περίοδο 1873-1883, όταν δηλαδή ζούσε πολύ κοντά στον Μαρξ. Επίσης, από τη μεταξύ τους αλληλογραφία είναι επιβεβαιωμένο ότι ο Μαρξ γνώριζε αυτές τις εργασίες του Ένγκελς και ανταποκρινόταν περιοδικά θετικά στις σχετικές έρευνες του Ένγκελς, ενώ δεν έχει διατυπώσει καμία ένσταση ενάντια στην «επέκταση», όπως θα έλεγαν οι εκπρόσωποι της Σχολής της Φρανκφούρτης, της διαλεκτικής στη φύση.19

Ο Μαρξ άλλωστε είχε μεγάλο ενδιαφέρον για τις φυσικές επιστήμες και μελετούσε συχνά όσο μπορούσε τις νέες εξελίξεις στα πεδία αυτά, σε αντίθεση με τους εκπροσώπους της «κριτικής θεωρίας» που τους χαρακτηρίζει γενικά η εχθρότητα απέναντι στις φυσικές επιστήμες. Πέρα από τα κοινά τους βιβλία, την ισόβια αγαστή συνεργασία τους, την ενότητά τους σε φιλοσοφικά και πολιτικά θέματα, ανάμεσα στους Μαρξ και Ένγκελς αναπτύχθηκε ένας καταμερισμός εργασίας κατά τον οποίο ο Ένγκελς εξέτασε περισσότερο φιλοσοφικά προβλήματα, ενώ ο Μαρξ ερεύνησε τα οικονομικά ζητήματα φτάνοντας στη συγγραφή μιας τέτοιας θεωρητικής ακρόπολης του μαρξισμού όπως είναι Το Κεφάλαιο. Δεν υπάρχει η παραμικρή ένδειξη μιας διαφωνίας ανάμεσα στους Μαρξ και Ένγκελς λοιπόν γύρω από το ζήτημα της διαλεκτικής στη φύση. Το γεγονός ότι οι Μαρξ και Ένγκελς κατάφεραν μέσω της υλιστικής αντίληψης της Ιστορίας να βάλουν σε επιστημονικές βάσεις τη μελέτη της ανθρώπινης ιστορίας δεν πρέπει να οδηγήσει στο στρεβλό συμπέρασμα ότι δήθεν για την κομμουνιστική κοσμοαντίληψη οι φυσικές επιστήμες είναι κάτι ξένο ή εχθρικό ή ότι αποτελούν εμπόδιο στην κατανόηση του ανθρώπου ή ότι είναι αντίπαλες με τις κοινωνικές επιστήμες. Ίσα-ίσα για το μαρξισμό είναι αδύνατον να κατανοηθεί ο κόσμος μέσα στον οποίο ζει ο άνθρωπος χωρίς τη βοήθεια των φυσικών επιστημών και γι’ αυτό οι Μαρξ και Ένγκελς επέμεναν ότι ένα από τα μεγάλα προβλήματα της φιλοσοφίας είναι όταν μένει αποξενωμένη από το ολοένα και πιο εμπλουτιζόμενο υλικό των φυσικών επιστημών. Οι εκπρόσωποι της Σχολής της Φρανκφούρτης σκέπτονται ότι όσοι ενδιαφέρονται για την απελευθέρωση του ανθρώπου μάλλον θα πρέπει να αγνοήσουν τις φυσικές επιστήμες. Αυτό δεν υπήρξε όμως ποτέ η σκέψη του Μαρξ. Γιατί για τον Μαρξ η φυσική επιστήμη αποτελεί δύναμη για τον άνθρωπο και μάλιστα μια τέτοια πρακτική δύναμη, που μέσω της βιομηχανίας τού δίνει τη δυνατότητα να μετασχηματίζει τη φύση, συνεπώς η φυσική επιστήμη αποτελεί μέρος των προϋποθέσεων για την απελευθέρωση του ανθρώπου.

Η αλληλογραφία Μαρξ - Ένγκελς ρίχνει φως στη στάση του Μαρξ απέναντι στις φυσικές επιστήμες, καθώς και στην πλήρη συμφωνία του με τον Ένγκελς στα ζητήματα αυτά. Θα αναφέρουμε μόνο ένα ενδεικτικό παράδειγμα από τα πολλά. Σε ένα γράμμα του που έστειλε στις 16 Ιούνη του 1867 στον Μαρξ, ο Ένγκελς αναφέρθηκε στις εργασίες του Hofmann πάνω στη χημεία, λέγοντας ότι παρά τη μηχανιστική τοποθέτηση του συγγραφέα αυτές έδειχναν ότι ανάμεσα στις μονάδες της ύλης υπάρχουν ποσοτικές διαφορές που μετατρέπονται σε ποιοτικές –ένας από τους θεμελιώδεις νόμους της διαλεκτικής. Ο Μαρξ απαντάει στις 22 Ιούνη του 1867 στον Ένγκελς λέγοντας χαρακτηριστικά: «Έχεις πολύ δίκιο σχετικά με τον Hofmann. Θα δεις και από το συμπέρασμα του Κεφαλαίου III (Στο Κεφάλαιο) στο οποίο θίγεται η μεταμόρφωση του αρχι-χειροτέχνη σε καπιταλιστή –ως αποτέλεσμα ποσοτικών μόνο μεταβολών– ότι στο κείμενο αυτό αναφέρομαι στην ανακάλυψη του Χέγκελ –το νόμο μετατροπής των ποσοτικών μεταβολών σε ποιοτικέςπου διέπει τόσο την Ιστορία όσο και τη φυσική επιστήμη.»20

Αυτό και πολλά άλλα παραδείγματα δείχνουν πόσο ατεκμηρίωτη είναι η άποψη του Μαρκούζε, του Schmidt και άλλων εκπροσώπων της Σχολής της Φρανκφούρτης ότι δήθεν ο Μαρξ υποστήριζε ότι επί της ουσίας η διαλεκτική ισχύει μόνο στο κοινωνικό επίπεδο και είναι τελείως άσχετη με το φυσικό κόσμο.

Πουθενά αλλού δε φαίνεται τόσο χαρακτηριστικά το ανάγλυφο ενδιαφέρον του Μαρξ για τις φυσικές επιστήμες απ’ ό,τι στον απέραντο ενθουσιασμό του για το έργο Καταγωγή των ειδών του μεγάλου βιολόγου Κάρολου Δαρβίνου. Ο ενθουσιασμός του για το έργο του Δαρβίνου ήταν τέτοιος, που ο Μαρξ έστειλε στον Δαρβίνο ένα αντίτυπο του πρώτου τόμου Του Κεφαλαίου. Ο Ένγκελς σημείωνε: «Ο Δαρβίνος πρέπει να αναφέρεται πριν από όλους τους άλλους. Κατάφερε στη μεταφυσική αντίληψη της φύσης το δυνατότερο χτύπημα, αποδεικνύοντας ότι όλα τα οργανικά όντα, φυτά, ζώα και ο ίδιος ο άνθρωπος, είναι τα προϊόντα μιας εξελικτικής διαδικασίας που συνεχίζεται επί εκατομμύρια χρόνια.» Οι εκπρόσωποι της Σχολής της Φρανκφούρτης ξεσπαθώνουν για κάτι τέτοιες διατυπώσεις του Ένγκελς βρίζοντάς τον ως χυδαίο υλιστή, δογματικό κ.ά. Ωστόσο παραβλέπουν ότι αντίστοιχες θέσεις με τον Ένγκελς υπέρ της θεωρίας του Δαρβίνου για την καταγωγή του ανθρώπου έκανε και ο Μαρξ.

Ο Μαρξ σε επιστολή του στον Ένγκελς γράφει: «Ο Δαρβίνος, τον οποίο διαβάζω αυτήν την περίοδο, είναι εντυπωσιακός. Υπήρχε μια πλευρά της τελεολογίας που έπρεπε ήδη να έχει καταρριφθεί και αυτό έγινε τώρα. Ποτέ προηγούμενα δεν είχε γίνει μια τόσο μεγαλόπνοη προσπάθεια να παρουσιαστεί η ιστορική εξέλιξη στη Φύση και οπωσδήποτε ποτέ με τόσο καλό αποτέλεσμα.»21

Ο Μαρξ Στο Κεφάλαιο επίσης έγραφε: «Ο Δαρβίνος έστρεψε την προσοχή στην ιστορία της φυσικής τεχνολογίας, δηλαδή στη διαμόρφωση των οργάνων των φυτών και των ζώων σαν εργαλείων παραγωγής για τη ζωή των φυτών και των ζώων. Δεν αξίζει μήπως την ίδια προσοχή η ιστορία της διαμόρφωσης των παραγωγικών οργάνων του κοινωνικού ανθρώπου, της υλικής βάσης κάθε ιδιαίτερης κοινωνικής οργάνωσης;»22

Η φύση υπήρχε πριν από τον άνθρωπο όπως έχουν εξηγήσει πειστικά οι φυσικές επιστήμες. Γι’ αυτό και η διαλεκτική κίνηση της φύσης αποτελεί τη βάση ή την προϋπόθεση της διαλεκτικής της ανθρώπινης κοινωνίας, καθώς είναι προγενέστερη από αυτήν. Όπως έλεγε ο Μαρξ σε πείσμα των ιδεαλιστών, «η ιστορία των ανθρώπων διακρίνεται από την ιστορία της φύσης κατά το ότι τη μια την φτιάξαμε εμείς, ενώ την άλλη δεν την φτιάξαμε εμείς…»23

Ο Λένιν στον Υλισμό και Εμπειριοκριτικισμό έγραφε: «Υπήρξε πριν από τον άνθρωπο η φύση; ... αυτό το ζήτημα είναι εξαιρετικά τσουχτερό για τη φιλοσοφία του Μαχ και του Αβενάριους. Οι φυσικές επιστήμες υποστηρίζουν θετικά ότι η γη βρισκόταν κάποτε σε κατάσταση που ούτε ο άνθρωπος, ούτε οποιοδήποτε άλλο ζωντανό ον γενικά δεν υπήρχε και ούτε μπορούσε να υπάρχει πάνω σε αυτήν. Η οργανική ύλη είναι φαινόμενο μεταγενέστερο, καρπός μιας πολύχρονης εξέλιξης.»24

Οι εκπρόσωποι της Σχολής της Φρανκφούρτης θεωρούν ότι η φύση γίνεται διαλεκτική μόνο στο βαθμό που αυτή παρασύρεται «μέσα στο πλέγμα των ανθρωπίνων και κοινωνικών σκοπών» και πράγματι ο Schmidt φτάνει να λέει ότι η φύση καθαυτή, ανεξάρτητα από την «πρακτικο-πνευματική οικειοποίησή της» δεν κινείται διαλεκτικά, γεγονός όμως που μας αφήνει τελείως αμήχανους απέναντι στο ερώτημα πώς ακριβώς τότε έγινε το άλμα και εμφανίστηκε η ανθρώπινη κοινωνία. Άλλοι εκπρόσωποι της Σχολής της Φρανκφούρτης λένε ότι η φύση είναι κοινωνική κατηγορία. Πρόκειται βέβαια για καθαρά ιδεαλιστικές αντιλήψεις οι οποίες είναι ξένες στο μαρξισμό. Έτσι όμως για τη Σχολή της Φρανκφούρτης η διαλεκτική καταλήγει στο τέλος να γίνεται αποκλειστικά «υπόθεση του νου» και στην πραγματικότητα καταλήγουμε στην αγκαλιά των ιδεαλιστών φιλοσόφων τύπου Μερλό-Ποντί ο οποίος υποστήριζε ότι όταν κατεβάζουμε τη διαλεκτική στην ύλη, τότε «η διαλεκτική βαραίνει»25.

 

ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΗΣ ΥΛΙΣΤΙΚΗΣ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗΣ

Οι εκπρόσωποι της «κριτικής θεωρίας» καμώνονται ότι αποστρέφονται το χυδαίο, απλοϊκό υλισμό, χωρίς ωστόσο να προσδιορίσουν ποτέ τι είναι ή τι σημαίνει κατά τη γνώμη τους ο υλισμός ως φιλοσοφία. Οι εκπρόσωποι της Σχολής της Φρανκφούρτης θεωρούν τα έργα του Ένγκελς Αντι-Ντίρινγκ, Διαλεκτική της φύσης και Ο Λουδοβίκος Φόιερμπαχ και το τέλος της κλασσικής γερμανικής φιλοσοφίας ως χαρακτηριστικά παραδείγματα «χυδαίου», «απλοϊκού» υλισμού, τα οποία, όπως λένε, ευθύνονται για το θετικισμό όλης της παραπέρα εξέλιξης της μαρξιστικής φιλοσοφίας. Στο μεταξύ αστοί ιδεαλιστές φιλόσοφοι, όπως ο νεο-καντιανός Windelband, ισχυρίζονται ότι ο ίδιος ο μαρξισμός ως φιλοσοφία δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια ποικιλία του θετικισμού. Ο Λένιν όμως έδειξε στα έργα του Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός και Φιλοσοφικά Τετράδια ότι ο θετικισμός στο πρόσωπο μιας από τις μεγαλύτερες αυθεντίες του, του Έρνεστ Μαχ, είναι ιδεαλιστικός και μεταφυσικός. Οι εκπρόσωποι της Σχολής της Φρανκφούρτης στα «ώριμα» και πιο γνωστά έργα τους εξαπολύουν πλέον ευθείες επιθέσεις κατά του ίδιου του υλισμού ως κοσμοθεωρίας και εκφράζουν τις συμπάθειές τους για τον ιδεαλισμό. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Αντόρνο στην Αρνητική διαλεκτική ξεσπαθώνει εναντίον του Ένγκελς και της περίφημης διατύπωσης του βασικού προβλήματος της φιλοσοφίας.26

Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Αντόρνο γράφει ενάντια στον Ένγκελς: «Ο Ένγκελς … έβγαλε το μη διαλεκτικό συμπέρασμα ότι η ύλη είναι το πρώτο είναι. Διαλεκτική κριτική πρέπει να ασκηθεί στην ίδια την έννοια του πρώτου είναι» (σελ. 155).

Αλήθεια, αναρωτιόμαστε είναι εξ ορισμού αντιδιαλεκτικό να είσαι υλιστής; Μήπως είναι χοντροκομμένος, δογματικός υλισμός να εξηγείς τι είναι ο υλισμός; Υπάρχει άραγε άλλος τρόπος να ορίσεις ή και να εξηγήσεις τι είναι υλισμός και ποια είναι καταρχήν η διαφορά του με τον ιδεαλισμό από το να θέσεις το βασικό πρόβλημα της φιλοσοφίας όπως κάνει εδώ ο Ένγκελς; Ρητορικά τα ερωτήματα. Στην πραγματικότητα ο Αντόρνο χρησιμοποιεί άλλη μια συνηθισμένη πονηριά του ιδεαλισμού για να επιτεθεί σε θεμελιακές θέσεις της μαρξιστικής υλιστικής κοσμοθεωρίας και δείχνει συνάμα την ασαφή αντίληψη που έχει σχετικά με το τι είναι διαλεκτική. Ο Αντόρνο βέβαια δεν είναι μόνος του σε αυτού του είδους την επιχειρηματολογία. Το ανορθολογικό ανοιχτά ιδεαλιστικό ρεύμα του υπαρξισμού, ιδιαίτερα στη γαλλική του έκφραση, υποστήριζε αντίστοιχες απόψεις· ο Σαρτρ, π.χ., έλεγε ότι πρέπει να αποκρούσουμε τον υλισμό στο όνομα ενός υποτιθέμενου «διαλεκτικού μονισμού» κ.ά.

Ο Αντόρνο γράφει υπέρ του ιδεαλισμού: «Ο ιδεαλισμός ήταν ο πρώτος που έκανε καθαρό ότι η πραγματικότητα στην οποία ζουν οι άνθρωποι δεν είναι ανεξάρτητη από αυτούς. Η μορφή της είναι ανθρώπινη και ακόμα και αυτή η απόλυτη εξωτερική φύση διαμεσολαβείται πάντα από τη συνείδηση. Οι άνθρωποι δεν μπορούν να ξεφύγουν από αυτό. Οι άνθρωποι ζουν μέσα στο κοινωνικό είναι, όχι στη φύση.»27

Ο Μαρξ στις Θέσεις για τον Φόιερμπαχ αναγνώρισε ως ιστορική συνεισφορά του ιδεαλισμού το ότι ανέπτυξε πρώτος τη δρώσα πλευρά, δηλαδή τη διαλεκτική, γι’ αυτό και αναγνώρισε τη μεγάλη υπηρεσία που προσέφερε στην επιστήμη ο ιδεαλιστής φιλόσοφος Χέγκελ. Ο Αντόρνο θεωρεί αντίθετα ότι η μεγάλη συνεισφορά του ιδεαλισμού είναι ότι μας εξήγησε ότι η πραγματικότητα δεν είναι ανεξάρτητη από τον άνθρωπο και τη συνείδησή του, δηλαδή επί της ουσίας ο Αντόρνο αναγνωρίζει ως ιστορική συνεισφορά του ιδεαλισμού τον ίδιο τον ιδεαλισμό ως φιλοσοφία. Αφήνοντας κατά μέρος το ζήτημα ότι και το «κοινωνικό είναι», όπως θα δούμε στη συνέχεια, το αντιλαμβάνεται ιδεαλιστικά, εδώ ο Αντόρνο μας λέει επίσης ότι οι άνθρωποι δε ζουν στη φύση, λες και η ανθρώπινη κοινωνία δεν είναι τμήμα της ευρύτερης φύσης, αν και ασφαλώς ένα διακριτό τμήμα με ανώτερη ποιότητα.

Η ασαφής αντίληψη άλλωστε που έχει ο Αντόρνο και για την ίδια τη διαλεκτική φανερώνεται στο έργο του Αρνητική διαλεκτική, στο οποίο επιτίθεται στο νόμο της άρνησης της άρνησης, κάτι που τελικά συνεπάγεται εκ των πραγμάτων να αποδομείται και ο ίδιος ο πυρήνας της διαλεκτικής, δηλαδή ο νόμος της ενότητας και πάλης των αντιθέτων. Ο Αντόρνο γράφει: «Η διατύπωση Αρνητική διαλεκτική προσβάλλει την παράδοση. Ήδη στον Πλάτωνα η διαλεκτική με το νοητικό μέσον της άρνησης επιδίωκε την αποκατάσταση ενός θετικού στοιχείου, το σχήμα της άρνησης της άρνησης, αργότερα κατονόμασε αυτήν τη διαδικασία επιγραμματικά. Το παρόν βιβλίο θέλει να απαλλάξει τη διαλεκτική από έναν τέτοιο καταφατικό χαρακτήρα…»28

Όπως έχουν επισημάνει πολλοί μαρξιστές ερευνητές29, η απόρριψη εκ μέρους του Αντόρνο του νόμου της άρνησης της άρνησης, η απόρριψη ότι η διαλεκτική περιλαμβάνει αναπόφευκτα το στοιχείο της ανάπτυξης ή ότι η κίνηση έχει κατεύθυνση από το κατώτερο στο ανώτερο, καταλήγει σε μια στρεβλή αντίληψη και για το νόμο της ενότητας και πάλης των αντιθέτων, στο κατά πόσο για παράδειγμα η πάλη των αντιθέτων είναι η αιτία της κίνησης. Με αυτόν τον τρόπο δεν καταλήγουμε άραγε σε μια παραπλήσια αντίληψη με αυτή των μεταμοντέρνων φιλοσόφων όπως του Λιοτάρ, ο οποίος ισχυριζόταν ότι θα πρέπει να μάθουμε να υποφέρουμε το ασύμμετρο των αντιθέσεων; Είναι εύκολο να καταλάβει κανείς ότι μια τέτοιου είδους κίνηση που δεν περιλαμβάνει αναπόφευκτα την κίνηση από το κατώτερο στο ανώτερο είναι απολύτως αποδεκτή από τους μεταμοντέρνους στοχαστές, οι οποίοι δέχονται μια διαρκή ρευστότητα μέσα στο πλαίσιο της «αιωνιότητας» του καπιταλισμού και γι’ αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι, όπως επισημαίνουν πολλοί ερευνητές, η Αρνητική διαλεκτική θεωρείται μια από τις βασικές πηγές της μεταμοντέρνας φιλοσοφίας, όλων αυτών των φιλοσόφων τύπου Ντελέζ, Νέγκρι, Φουκό κλπ., οι οποίοι εξαπολύουν επιθέσεις ενάντια στη διαλεκτική. Γι’ αυτό οι αυτοαποκαλούμενοι «μαρξιστές» μας, όπως ο Holloway, μπορεί να ορκίζονται ότι δεν έχουν καμιά σχέση με όλους αυτούς τους μεταδομιστές πολέμιους της διαλεκτικής, αλλά όταν λένε ότι θα ήθελαν μια διαλεκτική ανακατασκευασμένη από τις επεξεργασίες του Αντόρνο δε γίνονται και ιδιαίτερα πιστευτοί από όσους γνωρίζουν το ζήτημα.

Ο Holloway αναρωτιέται: «Γιατί να στραφούμε στον Αντόρνο τώρα, που ο στόχος μας δεν είναι να γίνουμε ειδικοί … στη Σχολή της Φρανκφούρτης, αλλά να οξύνουμε την κριτική μας στον καπιταλισμό;»

Και ο Holloway απαντάει τονίζοντας τη σημασία της Αρνητικής διαλεκτικής: «Μετά τον Στάλιν, το Άουσβιτς και τη Χιροσίμα δεν υπάρχουν βεβαιότητες, και πάνω από όλα καμιά εγγύηση για ένα αίσιο τέλος. Γι’ αυτόν το λόγο είναι αναγκαίο να εγκαταλείψουμε την εικόνα της διαλεκτικής ως μια διαδικασία άρνησης που οδηγεί σε μια σύνθεση, μιας άρνησης της άρνησης που οδηγεί σε ένα θετικό τέλος. Ο μόνος τρόπος κατά τον οποίο μπορούμε τώρα να συλλάβουμε τη διαλεκτική είναι αρνητικά, περισσότερο ως μια κίνηση άρνησης, παρά σύνθεσης, ως αρνητική διαλεκτική.»30

Αφήνουμε κατά μέρος τη σταλινολογία που δείχνει ότι ο Holloway υιοθετεί όλη την αστική προπαγάνδα απέναντι στη Σοβιετική Ένωση, γιατί εδώ θέλουμε να εστιάσουμε στο ζήτημα της διαλεκτικής. Είναι λοιπόν πολύ χαρακτηριστικό το πόσο αντιδιαλεκτικός είναι ο τρόπος που σκέφτεται ο Holloway, γιατί νομίζει ότι ο πόλεμος, ο φασισμός ή οι τρομακτικές καταστροφές που φέρνει μαζί του ο καπιταλισμός είναι κάτι που μας απομακρύνει από το σοσιαλισμό. Δεν μπορεί να καταλάβει, λόγω του μεταφυσικού τρόπου σκέψης που έχει πάρει από την Αρνητική διαλεκτική του Αντόρνο, ότι όλα τα παραπάνω είναι στοιχεία με τα οποία εκφράζεται η όξυνση της βασικής αντίθεσης του καπιταλισμού και δεν υποψιάζεται ότι ακριβώς μέσα από αυτά αργά ή γρήγορα θα ανοίξει το δρόμο της η αναγκαιότητα προς ένα ανώτερο κοινωνικο-οικονομικό σύστημα.

Είναι αρκετά γνωστό βέβαια σε όσους έχουν ασχοληθεί στοιχειωδώς με τη Σχολή της Φρανκφούρτης ότι ο Αντόρνο και γενικά οι εκπρόσωποι της «κριτικής θεωρίας» δεν έκρυβαν τις συμπάθειές τους για τον ιδεαλισμό. Επίσης είναι αρκετά γνωστό ότι στους κόλπους της Σχολής της Φρανκφούρτης διεξήχθη επίθεση εναντίον της μαρξιστικής διαλεκτικής υπό το πρόσχημα της κριτικής στον Χέγκελ (στην «παράδοση»), επίθεση που γενικεύτηκε με το μεταδομισμό. Αυτό που πάντως πρέπει να προβληματίσει δεν είναι οι καθαυτοί εκπρόσωποι της Σχολής της Φρανκφούρτης γι’ αυτές τους τις απόψεις, αλλά οι αυτοαποκαλούμενοι «μαρξιστές» μας που θεωρούν ότι όλα αυτά συνιστούν εμβάθυνση και ανανέωση του μαρξισμού.

Επισημαίνουμε ότι η επίθεση ενάντια στη μαρξιστική διαλεκτική έχει και πολλές άλλες πλευρές που συνδέονται με πολύ σοβαρά προβλήματα στον τρόπο «κατανόησης» ή «ανάγνωσης» Του Κεφαλαίου του Μαρξ, ζήτημα ωστόσο που απαιτεί ξεχωριστή πραγμάτευση σε κάποιο άλλο άρθρο και δεν μπορεί να γίνει εδώ.

 

ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΥΛΙΣΜΟΥ

Η Σχολή της Φρανκφούρτης, όπως είναι φυσικό, είχε αντίστοιχες ιδεαλιστικές αντιλήψεις και στον τρόπο που αντίκριζε την κοινωνία. Είναι φανερό ότι όλος αυτός ο θόρυβος που έκανε γύρω από τον υποτιθέμενο «χοντροκομμένο» υλισμό έργων όπως η Διαλεκτική της φύσης και το Αντι-Ντίριγκ του Ένγκελς ή ο Υλισμός και εμπειριοκριτικισμός του Λένιν δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια τακτική για να απορρίψουν πιο εύσχημα το σύνολο της μαρξιστικής θεωρίας. Έτσι, μαζί με την ευθεία επίθεση στην επιστήμη γενικώς και με «προπέτασμα καπνού» την κριτική στο λεγόμενο εργαλειακό λόγο, μαζί με την άρνηση της διαλεκτικής της φύσης και την εχθρότητα απέναντι στις φυσικές επιστήμες, μαζί με την ευθεία επίθεση στον υλισμό και την υπεράσπιση ανοιχτά ιδεαλιστικών θέσεων, μαζί με την προσπάθεια αποδόμησης της μαρξιστικής διαλεκτικής, οι εκπρόσωποι της Σχολής της Φρανκφούρτης συνεχίζουν με την απόρριψη της υλιστικής αντίληψης της Ιστορίας και κομβικών θέσεων της μαρξιστικής αντίληψης για την κοινωνία.

Το πρόβλημα δεν είναι αν κάποιος φιλόσοφος επισημάνει τις διαλεκτικές σχέσεις που υπάρχουν ανάμεσα στη βάση και στο εποικοδόμημα, με κάτι τέτοιο δε θα είχε αντίρρηση ένας μαρξιστής, το πρόβλημα είναι ότι η Σχολή της Φρανκφούρτης απέρριψε συνολικά την προτεραιότητα της οικονομικής βάσης και των σχέσεων παραγωγής για την κατανόηση της κοινωνικής εξέλιξης.

Ήδη από τα πρώτα χρόνια οι εκπρόσωποι της Σχολής της Φρανκφούρτης ισχυρίστηκαν ότι η αντίληψη του Μαρξ είναι μια άποψη που ισχύει μόνο στο 19ο αιώνα. Όταν εισέλθουμε στον 20ό αιώνα, μας λένε, όπου έχουμε να αντιμετωπίσουμε φαινόμενα όπως ο φασισμός, αυτά δεν μπορούν να εξηγηθούν δίνοντας προτεραιότητα στην οικονομική βάση της κοινωνίας. Η Σχολή της Φρανκφούρτης αποσπούσε έτσι το φασισμό από την οικονομική του βάση και δεν τον αντιμετώπιζε ως μια μορφή διαχείρισης του καπιταλιστικού συστήματος, αλλά ως μια έκφραση των συνεπειών του «εργαλειακού λόγου». Πίσω από αυτά βεβαίως βρισκόταν μια ανάλυση για το φασισμό, στην ουσία της σοσιαλδημοκρατική, η οποία αθώωνε τον καπιταλισμό από τη μια και εξωράιζε την αστική δημοκρατία από την άλλη.

Στην πορεία ανάπτυξης του έργου της Σχολής της Φρανκφούρτης και της πιο ολοκληρωμένης διαμόρφωσης των ιδεαλιστικών της αντιλήψεων περί εργαλειακού λόγου, ο τόνος απέναντι στην υλιστική αντίληψη της Ιστορίας του Μαρξ γίνεται πλέον πολεμικός.

Για τον Αντόρνο της Αρνητικής διαλεκτικής πρέπει να απαρνηθούμε συνολικά την αντίληψη του Μαρξ για την πρωτοκαθεδρία της βάσης σε σχέση με το εποικοδόμημα. Το πρόβλημα, μας λέει ο Αντόρνο, με την πρωτοκαθεδρία της οικονομίας στον Μαρξ είναι ότι αυτή συνδέεται με την αντίληψή του για την ιστορική αναγκαιότητα, με την αντίληψη ότι η εξέλιξη των κοινωνιών διέπεται από αντικειμενικούς νόμους, μια άποψη που ο Αντόρνο αποστρέφεται ως «μεταφυσική της Ιστορίας». Ο Αντόρνο συντηρώντας ένα γνωστό θέμα της αστικής φιλοσοφίας επικρίνει τους Μαρξ και Ένγκελς, υποστηρίζοντας ότι όλη η υλιστική αντίληψη της Ιστορίας δεν έχει επιστημονική βάση, αλλά περισσότερο βασίζεται σε πολιτικές σκοπιμότητες και ιδανικά των Μαρξ και Ένγκελς.

Αντόρνο: «Ο Μαρξ … επιμένει πεισματικά στην ιστορική του αναγκαιότητα. Η οικονομία έχει γι’ αυτόν την πρωτοκαθεδρία απέναντι στην κυριαρχία, η οποία δεν μπορεί να αναχθεί σε τίποτα άλλο εκτός από την οικονομία … Επρόκειτο για θεοποίηση της Ιστορίας, ακόμα και για τους αθεϊστές εγελειανούς Μαρξ και Ένγκελς. Η πρωτοκαθεδρία της οικονομίας έπρεπε να θεμελιώνει με αυστηρή ιστορική συνέπεια το ευτυχές τέλος ως εγγενές στοιχείο της, η οικονομική διαδικασία παράγει κατά αυτούς τις πολιτικές σχέσεις κυριαρχίας και τις μεταβάλλει προς την κατεύθυνση της αναπόδραστης απελευθέρωσης από τον καταναγκασμό της οικονομίας. Η αδιαλλαξία του δόγματος, προπάντων στον Ένγκελς, ήταν όμως ακριβώς από τη δική της μεριά πολιτική. … Η αιχμή ήταν στραμμένη κατά των αναρχικών. Αυτό που παρώθησε τους Μαρξ και Ένγκελς να μεταφράσουν όλη την ιστορία σε πολιτική οικονομία … ήταν η προσδοκία της άμεσα επικείμενης επανάστασης. Επειδή ήθελαν την επανάσταση την επόμενη μέρα, ήταν εξαιρετικά επίκαιρο να συντρίψουν τα ρεύματα για τα οποία είχαν λόγους ότι θα ηττηθούν … ήταν εχθροί της ουτοπίας για χάριν της πραγματοποίησής της.»31 Ο Αντόρνο καταλήγει ότι πρέπει να απαλλαγούμε από το «άμετρο βάρος της ιστορικής αναγκαιότητας» γιατί η γνώση μας «παρεμποδίζεται από» μια τέτοια «μεταφυσική της Ιστορίας».32

Έτσι οι εκπρόσωποι της Σχολής της Φρανκφούρτης αποκαλύπτουν ότι η επίθεση στον Ένγκελς και ο διαχωρισμός που κάνουν ανάμεσα στον Μαρξ και στον Ένγκελς είναι ένα «προπέτασμα καπνού» για να επιτεθούν στο έργο του ίδιου του Μαρξ. Ο Αντόρνο αντιμετωπίζει τον Μαρξ σαν να ήταν κανένας τυχαίος θεωρητικός που για κάποιες τρέχουσες πολιτικές σκοπιμότητες, όπως η αντιπαράθεση με τους αναρχικούς, τον οδήγησε να σκαρφιστεί μια ολόκληρη «μεταφυσική της Ιστορίας» όπως την λέει. Δε λέει κουβέντα για το γεγονός ότι ο Μαρξ έφτασε στην υλιστική αντίληψη της Ιστορίας ύστερα από πολύχρονες πολιτικοοικονομικές μελέτες, αλλά και για το γεγονός ότι αυτή η υλιστική αντίληψη της Ιστορίας επιβεβαιώθηκε πλέρια μέσα από τη συντριπτική ανάλυση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής που πραγματοποίησε και παρουσίασε ο Μαρξ Στο Κεφάλαιο.

Ο Μαρξ υποστήριξε ότι: «Στην κοινωνική παραγωγή της ζωής τους οι άνθρωποι εισέρχονται σε σχέσεις καθορισμένες, αναγκαίες, ανεξάρτητες από τη θέλησή τους, σε σχέσεις παραγωγής, οι οποίες αντιστοιχούν σε μια καθορισμένη βαθμίδα ανάπτυξης των υλικών παραγωγικών τους δυνάμεων. Η ολότητα αυτών των σχέσεων παραγωγής αποτελεί την οικονομική δομή της κοινωνίας, την πραγματική βάση πάνω στην οποία υψώνεται ένα νομικό και πολιτικό εποικοδόμημα και στην οποία αντιστοιχούν συγκεκριμένες κοινωνικές μορφές συνείδησης.»33

Έτσι για τον Μαρξ ο τρόπος παραγωγής καθορίζει και την πολιτική και πνευματική διαδικασία της ζωής, το «κοινωνικό είναι» είναι αυτό που καθορίζει την κοινωνική συνείδηση και όχι το αντίστροφο.

Ο Μαρξ συνεχίζει: «Σε μια ορισμένη βαθμίδα της ανάπτυξής τους, οι υλικές παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας έρχονται σε αντίφαση με τις υπάρχουσες σχέσεις παραγωγής ή, πράγμα που αποτελεί τη νομική έκφραση γι’ αυτό, με τις σχέσεις ιδιοκτησίας μέσα στις οποίες κινούνταν μέχρι τότε. Από μορφές ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων αυτές οι σχέσεις μετατρέπονται σε δεσμά τους. Τότε επέρχεται μια εποχή κοινωνικής επανάστασης.»34

Έτσι για τον Μαρξ η οικονομική εξέλιξη δημιουργεί αντικειμενικές δυνατότητες που μπορούν να πραγματωθούν από την ταξική πάλη. Για τον Μαρξ η πάλη των τάξεων αποτελεί τον κινητήριο μοχλό της κοινωνικής εξέλιξης, την ατμομηχανή της Ιστορίας και γι’ αυτό καμία «μεταφυσική της Ιστορίας» δεν υπάρχει εδώ, όπως λέει ο Αντόρνο. Αντίθετα οι εκπρόσωποι της Σχολής της Φρανκφούρτης, ο Αντόρνο, ο Μαρκούζε κ.ά., είναι αυτοί όπως θα δούμε που απέρριπταν την ταξική πάλη της εργατικής τάξης απέναντι στο κεφάλαιο. Οι Μαρξ και Ένγκελς στο Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος σημείωναν ότι «όλη η μέχρι σήμερα πολιτισμένη ιστορία είναι ιστορία ταξικών αγώνων». Και συνέχιζαν: «Ελεύθερος και δούλος, πατρίκιος και πληβείος, βαρόνος και δουλοπάροικος, μάστορας και κάλφας, με λίγα λόγια, καταπιεστής και καταπιεζόμενος, βρίσκονταν σε διαρκή ανταγωνισμό μεταξύ τους, διεξήγαγαν έναν αδιάκοπο αγώνα, πότε σκεπασμένο, πότε ανοιχτό, έναν αγώνα που τέλειωνε κάθε φορά με τον επαναστατικό μετασχηματισμό ολόκληρης της κοινωνίας ή με την κοινή καταστροφή των τάξεων που αγωνίζονταν...» Για τους Μαρξ και Ένγκελς η αστική κοινωνία, που πρόβαλε μέσα από τα σπλάχνα της κατεστραμμένης φεουδαρχικής κοινωνίας, δεν εξάλειψε τις ταξικές αντιθέσεις, αλλά αντικατέστησε απλώς τις παλιές τάξεις με νέες, τους παλιούς όρους καταπίεσης με νέους, τις παλιές μορφές πάλης με νέες. Η αστική κοινωνία, εξήγησαν οι Μαρξ και Ένγκελς, όλο και περισσότερο χωρίζεται σε δυο μεγάλα εχθρικά στρατόπεδα, σε δυο μεγάλες τάξεις που βρίσκονται αντιμέτωπες η μια στην άλλη: στην αστική τάξη και το προλεταριάτο. Οι Μαρξ και Ένγκελς σε αντίθεση με τον πολιτικό αναχωρητισμό και τη μοιρολατρία των εκπροσώπων της Σχολής της Φρανκφούρτης έδωσαν όλες τους τις δυνάμεις για να χειραφετηθεί η εργατική τάξη από την αστική τάξη, για να συνειδητοποιήσει την ιστορική της αποστολή, γι’ αυτό έγραφαν, μελετούσαν και δρούσαν για την επανάσταση και για την ανατροπή του καπιταλισμού, γι’ αυτό υπέστησαν διώξεις από τις κυβερνήσεις διάφορων κρατών της Ευρώπης. Όπως έλεγε χαρακτηριστικά ο Μαρξ, «οι φιλόσοφοι μονάχα ερμήνευαν με διάφορους τρόπους τον κόσμο, το ζήτημα όμως είναι να τον αλλάξουμε». Αυτή η περίφημη «11η θέση για τον Φόιερμπαχ», την οποία λοιδορεί ο Αντόρνο, μας εξηγεί άλλωστε το πώς έζησαν οι Μαρξ και Ένγκελς, δηλαδή σαν επαναστάτες. Οι Μαρξ και Ένγκελς ήταν μαχόμενοι επαναστάτες διανοούμενοι, ενεργοί συμμέτοχοι στην πολιτική δράση για τα συμφέροντα της εργατικής τάξης.

Ο Μαρξ, διαμορφώνοντας την υλιστική αντίληψη της Ιστορίας, προσέφερε τεράστιες υπηρεσίες για την κατανόηση της κοινωνικής εξέλιξης. Ο Μαρξ, ξεχωρίζοντας από τις διάφορες περιοχές της κοινωνικής ζωής την οικονομική περιοχή, ξεχωρίζοντας απ’ όλες τις κοινωνικές σχέσεις τις σχέσεις παραγωγής, σαν βασικές, πρωταρχικές, καθοριστικές για όλες τις υπόλοιπες σχέσεις, μπόρεσε να εξηγήσει επιστημονικά την εξέλιξη των κοινωνικο-οικονομικών σχηματισμών και προσέφερε μια ολοκληρωμένη θεωρία της πάλης των τάξεων όπως αυτή διεξάγεται στην κοινωνία. Η ανακάλυψη της υλιστικής αντίληψης για την Ιστορία ξεπέρασε τις ανεπάρκειες παλιότερων θεωριών οι οποίες στην καλύτερη περίπτωση εξέταζαν μόνο τα ιδεολογικά κίνητρα της δράσης των ανθρώπων και δεν εξερευνούσαν τι είναι εκείνο που γεννάει αυτά τα κίνητρα, δεν εξηγούσαν τη συνείδηση από τις αντιφάσεις τις υλικής ζωής, από τη σύγκρουση που υπάρχει μεταξύ των παραγωγικών δυνάμεων και των σχέσεων παραγωγής. Στην πραγματικότητα η Σχολή της Φρανκφούρτης συκοφαντεί την υλιστική αντίληψη για την Ιστορία, την επικρίνει ως «οικονομικό αναγωγισμό», «μεταφυσική της Ιστορίας», «χυδαίο υλισμό» και άλλα τέτοια, προκειμένου να ανοίξει το δρόμο για να επιστρέψει στη γνώριμη ιδεαλιστική εξήγηση των κοινωνικών φαινομένων με βάση την «ιδεολογία» που στην περίπτωση της «κριτικής θεωρίας» έχει το όνομα «εργαλειακός λόγος».

 

Η ΣΧΟΛΗ ΤΗΣ ΦΡΑΝΚΦΟΥΡΤΗΣ ΚΑΙ Η ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ «ΕΡΓΑΛΕΙΑΚΟΥ ΛΟΓΟΥ»

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1930 ο Horkheimer άρχισε να υιοθετεί τις απόψεις του οικονομολόγου της Σχολής της Φρανκφούρτης Friedrich Pollock περί του λεγόμενου «κρατικού καπιταλισμού». Αυτό αποτέλεσε ένα βασικό στοιχείο για να διαμορφωθούν οι βασικές θέσεις της «κριτικής θεωρίας» και να αναπτυχθεί ένα όλο και μεγαλύτερο ενδιαφέρον γύρω από την κριτική του «εργαλειακού λόγου», που τελικά αποτυπώθηκε στα γνωστότερα έργα της Σχολής της Φρανκφούρτης.

Ο Pollock υποστήριζε ότι ο λεγόμενος «κρατικός καπιταλισμός» είναι το λογικό αποτέλεσμα της «προόδου», μιας «προόδου» η οποία είχε τις απαρχές της στον καπιταλισμό του 18ου-19ου αιώνα. Για τον Pollock η καθαρότερη μορφή του «κρατικού καπιταλισμού» ήταν η Σοβιετική Ένωση και ύστερα η ναζιστική Γερμανία. Ο Pollock υποστήριζε επίσης ότι στοιχεία αυτού που ονόμαζε «κρατικό καπιταλισμό» τα βρίσκουμε και στις ανεπτυγμένες κοινωνίες της Δυτικής Ευρώπης και της Αμερικής, αν και δεν είναι πάντοτε τόσο καθαρά. Στο βαθμό όμως, μας λέει ο Pollock, που καταπνίγονται όλα αυτά τα στοιχεία ελευθερίας που βρίσκουμε στις αστικές κοινωνίες του 18ου-19ου αιώνα και ιδιαίτερα οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, τότε βλέπουμε αυτό που λέγεται «κρατικός καπιταλισμός» να αναπτύσσεται και στις λεγόμενες «δημοκρατίες της Δύσης». Ο Horkheimer υιοθετεί αυτό το μικροαστικό ονειροπόλημα του Pollock για τον υποτιθέμενο «παλιό καλό καπιταλισμό», το οποίο όπως διαπιστώνει κανείς εμπεριέχει και μπόλικες δόσεις αντικομμουνισμού, καθώς ο Pollock εξίσωνε το φασισμό με το σοσιαλισμό. Ωστόσο ο Horkheimer, μαζί με τους υπόλοιπους φιλόσοφους της Σχολής της Φρανκφούρτης, έρχεται να δώσει σε αυτό το «σχήμα» του Pollock μια ευρύτερη βάση.

Ο Horkheimer υποστηρίζει ότι αυτές οι αυταρχικές τάσεις που υπάρχουν στις «νεωτερικές κοινωνίες» οφείλονται στην ανάπτυξη του «εργαλειακού λόγου» και στην αυξανόμενη κυριαρχία επί της φύσης. Ο «εργαλειακός λόγος» σύμφωνα με τον Horkheimer και τον Adorno έχει τις ρίζες του στο Διαφωτισμό, ο οποίος στην πορεία εκφυλίστηκε σε τεχνική ορθολογικότητα και σε έναν αυξανόμενο έλεγχο της φύσης και τελικά των ανθρώπων. Η Σχολή της Φρανκφούρτης έτσι αντικαθιστά την αναγκαία μαρξιστική ανάλυση των σύγχρονων κοινωνιών στη βάση των σχέσεων παραγωγής, με μια θολή κριτική της τεχνικής ορθολογικότητας, ανεξάρτητα από τον τύπο των σχέσεων παραγωγής. Η καταπίεση και η εκμετάλλευση δεν πρέπει να ανάγονται σε μια ιδιαίτερη κοινωνική οργάνωση που προκύπτει εξαιτίας της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής, αλλά στην αυξανόμενη κυριαρχία του «εργαλειακού λόγου». Έτσι η Σχολή της Φρανκφούρτης δε βλέπει ότι η τεχνική ορθολογικότητα δεν αναπτύσσεται σε ουδέτερο έδαφος, αλλά στη βάση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και συνεπώς καθορίζεται από την οικονομική βάση της καπιταλιστικής κοινωνίας. Η Σχολή της Φρανκφούρτης αποσπώντας το «λόγο» από τις σχέσεις παραγωγής τελικά αδυνατεί να καταδείξει και τον ταξικό χαρακτήρα της γνώσης/επιστήμης. Γι’ αυτό άλλωστε στα ώριμα έργα τους μιλάνε αντί για καπιταλιστική κοινωνία για «ανεπτυγμένες βιομηχανικές κοινωνίες», «κοινωνίες της αφθονίας», «κοινωνίες του προηγμένου βιομηχανικού πολιτισμού».

Ένα βασικό πρόβλημα κατά τη γνώμη τους είναι ότι η αυξανόμενη οργάνωση και η συγκέντρωση σε μεγάλες μονάδες παραγωγής καταπιέζουν το άτομο. Η αλλοτρίωση στο Μονοδιάστατο άνθρωπο του Μαρκούζε δεν αναφέρεται στην καπιταλιστική εκμετάλλευση όπως στον Μαρξ, αλλά περισσότερο στην αποψίλωση της ατομικότητας. Έτσι ένας βαθύς αστικός ατομικισμός που εντοπίζεται σε ιδεαλιστικά ανορθολογικά ρεύματα όπως του υπαρξιστή Χάιντεγγερ είναι διάχυτος μέσα στα έργα της Σχολής της Φρανκφούρτης. Να πώς νοσταλγεί ο Horkheimer την απώλεια του καπιταλισμού του 18ου-19ου αιώνα, αποτέλεσμα όπως λέει της «εργαλειακής ορθολογικότητας» και πώς θρηνεί ταυτόχρονα για την εξαφάνιση της ατομικότητας: «Ο φιλελευθερισμός στη γένεσή του χαρακτηριζόταν από την ύπαρξη μιας πληθώρας ανεξάρτητων επιχειρηματιών οι οποίοι φρόντιζαν την ιδιοκτησία τους και την υπεράσπιζαν από ανταγωνιστικές κοινωνικές δυνάμεις … Ήταν αναγκασμένοι να σκεφτούν οι ίδιοι για τα δικά τους και η σκέψη τους … είχε αντικειμενικότητα αρκετή για να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα μιας κοινωνίας δεδομένης μορφής σε δεδομένη στιγμή … στη σημερινή εποχή των μεγάλων μπίζνες ο ανεξάρτητος επιχειρηματίας δεν είναι πλέον η τυπική περίπτωση … Το σύγχρονο άτομο μπορεί να έχει περισσότερες ευκαιρίες από τους πρόγονούς του αλλά οι απτές μελλοντικές του προοπτικές έχουν μια όλο και βραχύτερη διάρκεια … Το μέλλον του ατόμου εξαρτάται όλο και λιγότερο από τη δική του πρόνοια και όλο και περισσότερο από τις εθνικές και διεθνείς αναμετρήσεις των κολοσσών της δύναμης. Η ατομικότητα χάνει την οικονομική της βάση. Μερικές δυνάμεις έχουν ακόμη απομείνει μέσα στον άνθρωπο. Αποτελεί απόδειξη κατά του κοινωνικού πεσιμισμού το γεγονός ότι, παρά τις συνεχείς επιθέσεις που υφίσταται από τα συλλογικά πρότυπα, το πνεύμα της ανθρωπιάς είναι ακόμα ζωντανό, αν όχι μέσα στο άτομο ως μέλος κοινωνικών ομάδων, τουλάχιστον μέσα στο άτομο στο μέτρο που το αφήνουν στην ησυχία του.»

Οι Αντόρνο και Horkheimer στη Διαλεκτική του διαφωτισμού υποστηρίζουν ότι οι τάσεις αυτές του αυταρχισμού των «νεωτερικών κοινωνιών» εξαιτίας της κυριαρχίας του «εργαλειακού λόγου» έχουν πλέον οδηγήσει σε πλήρη απορρόφηση του ατόμου από την κοινωνία και έτσι το μεμονωμένο άτομο του 19ου αιώνα δεν υπάρχει πλέον. Έτσι στη βάση όλης αυτής της ρητορικής περί «εργαλειακού λόγου» αναπτύσσεται ένας ιδιότυπος φαταλισμός στη σκέψη των θεωρητικών της Σχολής της Φρανκφούρτης που δεν αφήνει χώρο για συλλογική αντίσταση, πόσο μάλλον για επανάσταση, και συνδέεται με τον πεσιμισμό τους, τα αντιδραστικά όνειρα για επιστροφή στο παρελθόν ή ακόμα –στην περίπτωση του Μαρκούζε– στο να προκρίνουν διάφορες μορφές προσωπικής εξέγερσης για τη διαφύλαξη της αστικής ατομικότητας.35

Η Σχολή της Φρανκφούρτης, σαν συνέπεια των παραπάνω, όπως είναι λογικό αρνείται τον ιστορικό ρόλο της εργατικής τάξης στην κοινωνική εξέλιξη και απορρίπτει τον ταξικό αγώνα της εργατικής τάξης απέναντι στο κεφάλαιο. Ο Αντόρνο αντιμετώπιζε τον ταξικό αγώνα ως κάτι αρνητικό και όχι ως κάτι θετικό. Στο βαθμό που ο ταξικός αγώνας υφίσταται, έλεγε, τότε αποτελεί ένα στοιχείο του ψευδούς χαρακτήρα της κοινωνίας και είναι και αυτός μέρος του ψεύδους. Έτσι ο ταξικός αγώνας για τον Adorno δεν αποτελεί κάποια εναλλακτική στην υπάρχουσα κοινωνία, ούτε πηγαίνει πέρα από αυτήν. Περισσότερο για τον Adorno ο ταξικός αγώνας συνιστά μια δυστυχή κατάσταση. Είναι χαρακτηριστικό ότι έγραφε με απαξίωση για την εργατική τάξη: «Η προλεταριακή γλώσσα υπαγορεύεται από την πείνα. Οι φτωχοί μασάνε τις λέξεις για να γεμίσουν τις κοιλιές τους.» Η απόρριψη του ταξικού αγώνα είναι ένα διαχρονικό στοιχείο των εκπροσώπων της Σχολής της Φρανκφούρτης που μπορούμε να το δούμε χαρακτηριστικά και σε εκπρόσωπους της δεύτερης γενιάς. Έτσι ο Χάμπερμας έλεγε χαρακτηριστικά: «…η καπιταλιστική κοινωνία άλλαξε σε τέτοιο βαθμό, ώστε δεν είναι δυνατόν να χρησιμοποιούνται χωρίς όρους κατηγορίες-κλειδιά της μαρξικής θεωρίας όπως ο ταξικός αγώνας.»36

Από την άλλη ο Μαρκούζε υποστήριζε ότι οι αλλαγές που έχουν γίνει στην κοινωνία εξαιτίας της «εργαλειακής ορθολογικότητας» αλλοιώνουν σε τόσο μεγάλο βαθμό την παλιότερη λειτουργία της εργατικής και της αστικής τάξης, που πλέον η εργατική τάξη «δεν μπορεί να σταθεί ιστορικά σαν παράγοντας κοινωνικών μετασχηματισμών», όπως λέει χαρακτηριστικά. Ο Μαρκούζε για να τεκμηριώσει την άρνηση του ρόλου της εργατικής τάξης στην κοινωνική εξέλιξη τραβάει στα άκρα το υπαρκτό πρόβλημα της ενσωμάτωσης της εργατικής τάξης, φτάνοντας τελικά στο λαθεμένο συμπέρασμα ότι η εργατική τάξη έχει ενσωματωθεί πλέρια και μόνιμα στη σύγχρονή του κοινωνία και ότι η αντίθεση κεφαλαίου - εργασίας έχει στην ουσία εξαλειφθεί διά παντός από τις «ανεπτυγμένες νεωτερικές κοινωνίες», όπως τις λέει. Η «εργαλειακή ορθολογικότητα», μας λέει ο Μαρκούζε, ναρκώνει την κριτική, ενώ κάνει σε τέτοιο βαθμό «υποφερτές τις αντιθέσεις» ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία, «που τελικά τις λύνει», όπως λέει χαρακτηριστικά. Γι’ αυτό ο Μαρκούζε αναζήτησε νέα υποκείμενα για την αντίσταση σε αυτό που θεωρούσε ως ολοκληρωτικές τάσεις της «κοινωνίας της αφθονίας» όπως οι φοιτητές, οι γυναίκες και οι μαύροι. Έτσι ο Μαρκούζε υποστήριξε δημοκρατικές διεκδικήσεις συγκεκριμένων ομάδων του πληθυσμού αποσπασμένες όμως από την όποια ταξική αναφορά και με πολιτικό περιεχόμενο βολικό στο καπιταλιστικό σύστημα, και γι’ αυτό τελικά εύκολα αξιοποιήσιμες από επιδιώξεις της αστικής τάξης. Ο Μαρκούζε έτσι έγινε ο «θεωρητικός πατέρας» της «Νέας Αριστεράς» ιδιαίτερα στις ΗΠΑ, ενός ρεύματος κομμένου και ραμμένου στα μέτρα του καπιταλιστικού συστήματος το οποίο προέκρινε διεκδικήσεις και τρόπους δράσης που εύκολα εκφυλίζονταν σε μια «ατομική εξέγερση» –πέρα και έξω από κάθε λογική συλλογικού αγώνα– η οποία ταίριαζε γάντι με τις ανάγκες της καπιταλιστικής κυριαρχίας.

 

ΑΝΤΙ ΓΙΑ ΕΠΙΛΟΓΟ

Η εξέταση των βασικών θέσεων της Σχολής της Φρανκφούρτης ή «κριτικής θεωρίας» μας δείχνει ότι ο ισχυρισμός των αυτοαποκαλούμενων «μαρξιστών» Holloway, Bonefeld, Gunn κ.ά., πως το εν λόγω ρεύμα μπορεί να αξιοποιηθεί για την αναζωογόνηση της μαρξιστικής θεωρίας, είναι αβάσιμος και επικίνδυνος.

Προσπαθώντας να συνοψίσουμε τα όσα είπαμε, θα λέγαμε ότι η Σχολή της Φρανκφούρτης διαμορφώθηκε ως αποτέλεσμα μιας ποικιλίας επιρροών ρευμάτων της αστικής φιλοσοφίας μέσα στα οποία πνίγονται και διαστρεβλώνονται οι όποιες αναφορές τους στον Μαρξ. Είναι λογικό επομένως να σκεφτεί κανείς ότι οι όποιες αναφορές κάνουν στον Μαρξ οι εκπρόσωποι της «κριτικής θεωρίας» είναι το μέσο για να μπορέσουν να αποδομήσουν το σύνολο της μαρξιστικής θεωρίας, φέρνοντας σε αντιπαράθεση τους Μαρξ και Ένγκελς και προσπαθώντας να χτυπήσουν το μαρξισμό-λενινισμό.

Στο έργο των εκπροσώπων της «κριτικής θεωρίας» συναντάμε απόψεις που είναι σε διαμετρική αντίθεση με το μαρξισμό σε μια σειρά από θεμελιώδη ζητήματα. Οι εκπρόσωποι της «κριτικής θεωρίας» αμφισβητούν την επιστήμη και τη δυνατότητα της αντικειμενικής γνώσης, αποστρέφονται τη λενινιστική θεωρία της αντανάκλασης, αποστρέφονται την αναγνώριση της διαλεκτικής στη φύση, διατηρούν εχθρική στάση απέναντι στις φυσικές επιστήμες, αρνούνται τον υλισμό και προσχωρούν στις θέσεις της ιδεαλιστικής φιλοσοφίας, ενώ επιχειρούν να αποδομήσουν τη μαρξιστική διαλεκτική. Ταυτόχρονα οι εκπρόσωποι της «κριτικής θεωρίας» αντικαθιστούν την ανάλυση της κοινωνίας με βάση τον ιστορικό υλισμό και τη μαρξιστική πολιτική οικονομία με ιδεαλιστικές αντιλήψεις που προσπαθούν να αποδώσουν τα προβλήματα της κοινωνίας στο λεγόμενο «εργαλειακό λόγο», διαστρεβλώνοντας έτσι τον καπιταλιστικό χαρακτήρα των σύγχρονων κοινωνιών, ενώ η φιλοσοφία τους διέπεται από ένα διάχυτο αστικό ατομικισμό, αστικό πεσιμισμό και αναχωρητισμό.

Τα πολιτικά συμπεράσματα που βγάζουν οι εκπρόσωποι της Σχολής της Φρανκφούρτης από την ανάλυσή τους των σύγχρονων κοινωνιών είναι σε συμφωνία με τις σοσιαλδημοκρατικές τους απόψεις, ως υπερασπιστές της αστικής δημοκρατίας που αρνούνται τη σοσιαλιστική επανάσταση και τη σοσιαλιστική προοπτική. Δεν ήταν καθόλου τυχαία λοιπόν η εχθρότητά τους απέναντι στη Σοβιετική Ένωση και στο ρόλο που πρέπει να παίζει ένα κομμουνιστικό κόμμα στην ταξική πάλη, δεν είναι τυχαία η απάρνηση του κόμματος νέου τύπου και ο αντι-λενιννισμός τους, ούτε είναι τυχαία η απέχθειά τους για τον ταξικό αγώνα της εργατικής τάξης και η άρνηση του ιστορικού ρόλου της εργατικής τάξης στην κοινωνική εξέλιξη.

Καταλήγοντας θα λέγαμε σαν συμπέρασμα ότι το να υποστηρίζεις ότι η Σχολή της Φρανκφούρτης αποτελεί μια πιο σύγχρονη και βελτιωμένη εκδοχή του μαρξισμού σε σχέση με το μαρξισμό-λενινισμό των κομμουνιστικών κομμάτων συνιστά τουλάχιστον μια ανήκουστη διαστρέβλωση της μαρξιστικής θεωρίας.

 


ΣημειώσειςΣημειώσεις

* O Τάσος Τραβασάρος είναι μέλος της Ιδεολογικής Επιτροπής της ΚΕ του ΚΚΕ.

  1. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Αντόρνο έκανε δριμεία επίθεση στη διάσημη 11η θέση για τον Φόιερμπαχ στην οποία ο Μαρξ λέει: «Οι φιλόσοφοι μονάχα ερμήνευσαν με διάφορους τρόπους τον κόσμο, το ζήτημα όμως είναι να τον αλλάξουμε.» Ο Αντόρνο προσπαθώντας να εξηγήσει τον αναχωρητισμό του και την αποστροφή του απέναντι στην επαναστατική πράξη έγραψε: «Δε θέλει και πολύ για να μετατραπεί η αντίσταση στην καταστολή σε καταστολή εναντίον εκείνων που θέλουν να τιμήσουν το ατομικό τους είναι και δεν απαρνούνται αυτό που έχουν γίνει. Η διαρκής επίκληση της ενότητας θεωρίας και πράξης έχει τη τάση να διολισθαίνει στην επικράτηση της πράξης ... η πράξη όμως είναι … άμεσα συνδεδεμένη με την καταπίεση. Στον Μαρξ το δόγμα αυτής της ενότητας θεωρίας και πράξης ήταν εμπνευσμένο από πραγματικές δυνατότητες για δράση, οι οποίες όμως ακόμη και τότε δεν υλοποιήθηκαν. Σήμερα αυτό που διαφαίνεται είναι περισσότερο το αντίθετο ... Ομολογουμένως, ήδη στον Μαρξ είναι εκεί κρυμμένη μια πληγή. Μπορεί να έγραψε την 11η θέση για τον Φόιερμπαχ, αλλά στην πραγματικότητα ήξερε ότι δεν ήταν καθόλου σίγουρος γι’ αυτό που έγραφε … Η αναγκαστική πρωτοκαθεδρία της πράξης σταμάτησε με παράλογο τρόπο την κριτική που ασκούσε και ο ίδιος ο Μαρξ. Στη Ρωσία και στην ορθοδοξία μερικών ακόμα χωρών ο κακόβουλος χλευασμός της κριτικής έγινε όργανο ώστε οι υπάρχουσες συνθήκες να εδραιωθούν τόσο τρομακτικά. Το μόνο πράγμα που ευνόησε η πράξη ήταν: αυξημένη παραγωγή των μέσων παραγωγής· η κριτική δεν ήταν πλέον ανεκτή, εκτός από την κριτική ότι οι άνθρωποι δε δούλευαν ακόμη αρκετά σκληρά» (Adorno, Critical Models Interventions and Catchwords, σελ. 290).
  2. Οι εκπρόσωποι της Σχολής της Φρανκφούρτης με τον όρο «εργαλειακό λόγο» εννοούσαν το «λόγο» μέσω του οποίου ο άνθρωπος «χειραγωγεί» και «κυριαρχεί» στη φύση και ο οποίος, όπως έλεγαν, στην επέκτασή του οδηγεί και στη χειραγώγηση των ανθρώπων.
  3. Deranty, J. P. (2006). Adorno’s Other Son: Derrida and the Future of Critical Theory. Social Semiotics16(3), σελ. 421-433.
  4. T. Adorno, The sage handbook of Frankfurt critical theory, Volume 2, σελ. 205.
  5. Ό.π., σελ. 213-214.
  6. Μ. Χορκχάιμερ, Φιλοσοφία και κοινωνική κριτική, εκδ. Ύψιλον, 2014.
  7. Ό.π., σελ. 9-10.
  8. Ό.π., σελ. 10.
  9. Ό.π., σελ. 15.
  10. Μ. Χορκχάιμερ, Φιλοσοφία και κοινωνική κριτική, εκδ. Ύψιλον, 2014, σελ. 17.
  11. Ό.π., σελ. 18.
  12. 12.Ό.π., σελ. 17.
  1. Oxford dictionary of critical theory (item: critical theory).
  2. Horkheimer. Μ. (1985). Gesammelte Schriften in 19 Bänden, Band 8: Vorträge und Aufzeichnungen 1949-1973, σελ. 331.
  3. Gunn, R. Open Marxism 2, Theory and Practice, σελ. 1.
  4. Χ. Μαρκούζε, Σοβιετικός Μαρξισμός, εκδ. Καστανιώτη, 1982, σελ. 182-183.
  5. Στην επιστολή του στον Ένγκελς στις 25 Μάη 1876, ο Μαρξ του γράφει ότι «θεωρώ πως, αν είναι να λάβει κανείς “θέση απέναντι σ’ αυτούς τους κυρίους”, μπορεί να το κάνει μόνο ασκώντας κριτική στον Dühring χωρίς καμία απολύτως αναστολή» (Marx - Engels Collected Works, τόμ. 45, σελ. 119). Στην απάντησή του τρεις μέρες αργότερα (28 Μάη 1876), ο Ένγκελς παρουσιάζει στον Μαρξ το σχέδιό του για τη κριτική στον Dühring (Marx - Engels Collected Works, τόμ. 45, σελ. 122-124).
  6. Ο Engels σημειώνει στον Πρόλογο της δεύτερης έκδοσης του βιβλίου: «Επειδή ο τρόπος θεώρησης, που αναπτύσσεται εδώ, θεμελιώθηκε και αναπτύχθηκε κατά το μεγαλύτερο μέρος της από τον Μαρξ και μονάχα στο μικρότερο μέρος της από μένα, ήταν αυτονόητο για μας η παρουσίασή μου αυτή να μη γινόταν εν αγνοία του. Του διάβασα όλο το χειρόγραφο πριν τυπωθεί. Το δέκατο κεφάλαιο του μέρους για τη οικονομία (“Από την ‘Κριτική Ιστορία’”) γράφτηκε από τον Μαρξ και, δυστυχώς, έπρεπε να το κάνω λίγο συντομότερο εξαιτίας εξωτερικών παραγόντων. Ανέκαθεν είχαμε τη συνήθεια να αλληλοβοηθιόμαστε σε ειδικούς τομείς» (Φρ. Ένγκελς, Αντι-Ντίρινγκ, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 2006, σελ. 12).
  7. Στη επιστολή του προς τον Μαρξ στις 30 Μάη 1873 (Marx - Engels Collected Works, τόμ. 44, σελ. 500), ο Ένγκελς παρουσιάζει για πρώτη φορά στον Μαρξ τις σκέψεις του για κάποια «διαλεκτικά σημεία σχετικά με τις φυσικές επιστήμες» και ένα πρώτο σχέδιο των αντιλήψεών του γι’ αυτές τις επιστήμες. Σε μία άλλη επιστολή του προς τον Μαρξ σχεδόν μία δεκαετία αργότερα, και συγκεκριμένα στις 23 Νοέμβρη 1882, ο Ένγκελς του παρουσιάζει κάποιες σκέψεις του για τον ηλεκτρισμό και τελειώνει σημειώνοντας ότι «έτσι, διατύπωσα για πρώτη φορά έναν καθολικό φυσικό νόμο κίνησης. Τώρα, όμως, πρέπει να προχωρήσω ουσιαστικά και να τελειώσω τη διαλεκτική μου της φύσης» (Marx - Engels Collected Works, τόμ. 46, σελ. 384). Απαντώντας σε αυτή την τελευταία επιστολή του Ένγκελς, ο Μαρξ του γράφει: «Η εξακρίβωση του ρόλου της δεύτερης δύναμης όταν η ενέργεια μεταδίδεται με αλλαγή της μορφής της είναι πολύ ωραία και σε συγχαίρω γι’ αυτό» (Marx - Engels Collected Works, τόμ. 46, σελ. 385).
  8. Marx and Engels, Selected Correspondence, Progress Publisher, Moscow, σελ. 177.
  9. Karl Marx and Friedrich Engels, Marx-Engels Collected Works [MECW], Progress Publishers, Moscow, vol. 40, σελ. 441.
  10. Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τόμ. 1, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1996, σελ. 387.
  11. 23.Ό.π.
  12. Β. Ι. Λένιν, Άπαντα, τόμ. 18, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, σελ. 72.
  1. Μορίς Μερλό-Ποντύ: Γάλλος ιδεαλιστής φιλόσοφος, οπαδός της φαινομενολογίας. Υποστήριξε τον ιδεαλιστή Μπερξόν στη αντιπαράθεση του τελευταίου με τον Αϊνστάιν όσον αφορά το χρόνο και τη θεωρία της σχετικότητας.
  2. Σύμφωνα με τον Ένγκελς το βασικό πρόβλημα της φιλοσοφίας είναι η σχέση της Νόησης με το Είναι (ύλη). Η πρώτη πλευρά αυτού του βασικού προβλήματος, δηλαδή ποιο από τα δύο –η Νόηση ή το Είναι– είναι πρωτεύον και ποιο δεύτερον οδηγεί στη διάκριση ανάμεσα στον ιδεαλισμό και τον υλισμό. Ο ιδεαλισμός θεωρεί πρωτεύον τη Νόηση σε σχέση με το υλικό Είναι, ενώ ο υλισμός το αντίθετο. Η δεύτερη πλευρά του βασικού αυτού προβλήματος είναι το ζήτημα του αν μπορεί ο άνθρωπος να γνωρίσει την αντικειμενική πραγματικότητα. Ο μαρξισμός απαντάει ότι μπορούμε να γνωρίσουμε τον κόσμο σε αντίθεση με ρεύματα του υποκειμενικού ιδεαλισμού και του αγνωστικισμού, που υποστηρίζουν ότι είναι αδύνατον να βγούμε έξω από τη συνείδησή μας και να δούμε πώς είναι ο κόσμος καθαυτός.
  3. T. Adorno, The Adorno Reader, σελ. 133.
  4. Τ. Adorno, Αρνητική διαλεκτική, εκδ. Αλεξάνδρεια, σελ. 9.
  5. Δες την πολύ εύστοχη κριτική στην «Αρνητική διαλεκτική» του Αντόρνο της ομάδας επιστημόνων του τμήματος Μαρξιστικής-Λενινιστικής Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου του Χούμπολτ της Γερμανικής Λαοκρατικής Δημοκρατίας στο Ιδεολογικός αγώνας και σύγχρονη αστική φιλοσοφία, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, σελ. 249-260.
  6. J. Holloway, F. Matamoros, S. Tischler, Negativity and revolution, σελ. 3.
  7. Τ. Adorno, Αρνητική διαλεκτική, εκδ. Αλεξάνδρεια, σελ. 387.
  8. Τ. Adorno, Αρνητική διαλεκτική, εκδ. Αλεξάνδρεια, σελ. 388.
  9. Κ. Μαρξ, Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 2016, σελ. 19.
  10. Ό.π.
  11. Οι εκπρόσωποι της Σχολής της Φρανκφούρτης επεκτείνουν το σκεπτικό τους για να συμπεριλάβει και τον Μαρξ, έτσι υποστηρίζουν ότι και ο Μαρξ έχει στη σκέψη του κάποια στοιχεία «εργαλειακού λόγου», για παράδειγμα η έμφαση που δίνει ο Μαρξ στην εργασία και στην αναγκαιότητα κυριαρχίας στη φύση. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που ο Αντόρνο λίγους μήνες πριν το θάνατό του είπε στον Martin Jay ότι: «Ο Μαρξ ήθελε να μετατρέψει όλο τον κόσμο σε ένα γιγάντιο εργοστάσιο.» Οι διάφοροι αυτοαποκαλούμενοι «μαρξιστές» τύπου Bonefeld όχι μόνο δεν ενοχλούνται από τον επιθετικό αστικό ατομικισμό τέτοιων απόψεων, αλλά ισχυρίζονται ότι η «κριτική θεωρία» μας έσωσε από τον «ορθόδοξο μαρξισμό» του ίδιου του Μαρξ που αντιμετωπίζει την εργασία ως μια υπερ-ιστορική αναγκαιότητα και στη βάση αυτής της διαπίστωσης αναπτύσσουν διάφορες θεωρίες περί «απο-ανάπτυξης» και άλλα τέτοια ονειροπολήματα επιστροφής στο παρελθόν, τα οποία όμως αξιοποιούνται από την αστική τάξη ιδιαίτερα σε περιόδους οικονομικών κρίσεων, δηλαδή κάθε φορά που εξυπηρετεί την αστική τάξη η απαξίωση μέρους του κεφαλαίου.
  12. Γ. Χάμπερμας, Κείμενα γνωσιοθεωρίας και κοινωνικής κριτικής, εκδ. Πλέθρον, 1990, σελ. 144..