Τον Απρίλη συμπληρώθηκαν 68 χρόνια από τότε που συγκροτήθηκε η πρώτη από τις τρεις κατοχικές κυβερνήσεις της περιόδου 1941-1944, γνωστές και ως κυβερνήσεις των δωσίλογων. Ως πολιτικό φαινόμενο ήταν πρωτοφανές στην ιστορία της καπιταλιστικής Ελλάδας και όχι μόνο αυτής.
Οι κατοχικές κυβερνήσεις, σε συνθήκες σιδερένιας κυριαρχίας στρατευμάτων τριών κρατών (Γερμανίας - Ιταλίας - Βουλγαρίας), αποτελούν ένα από τα κεφάλαια της νεότερης ιστορίας, που η αστική τάξη προτίμησε να κρατήσει κλειστό, μη τολμώντας να το εισαγάγει στα σχολικά βιβλία ή να το προβάλει στα ποικιλώνυμα δημοσιογραφικά και άλλα έντυπα που κατέχει. Το κεφάλαιο «κυβερνήσεις της Κατοχής» απουσιάζει και από τις τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εκπομπές ιστορικού περιεχομένου, ας πέρασαν από τότε περισσότερα από δύο τρίτα του αιώνα. Ο λόγος της αποσιώπησης είναι προφανής και ισχύει για πολλά ιστορικά γεγονότα που η αστική πολιτική και ιστοριογραφία θεωρούν ταξικά ασύμφορα. Και δεν είναι μόνο ότι τα αποσιωπούν. Το κυριότερο είναι ότι δείχνουν και να τα αποποιούνται, αν και αυτό αποτελεί μόνο την επίπλαστη επιφάνεια.
Το γεγονός έγινε πολύ πιο φανερό από την κατάρρευση της στρατιωτικής δικτατορίας, το 1974, μέχρι σήμερα. Η περίοδος «της καλύτερης δημοκρατίας» σε ολόκληρη την ιστορία του ελληνικού κράτους -όπως συνηθίζουν να την αποκαλούν τα αστικά κόμματα- υποχρέωσε την αστική τάξη και τα κόμματά της να ρίξουν στη «λήθη» κάθε γεγονός που έχει στιγματιστεί οριστικά και αμετάκλητα, όπως είναι τα έργα και οι ημέρες των κατοχικών κυβερνήσεων, συνώνυμων της προδοσίας. Μόνο η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ, με σποραδικές αλλά συχνές αναφορές, υπενθύμιζε και χρέωνε αποκλειστικά στη λεγόμενη «δεξιά» τα έργα και τις ημέρες εκείνων των κυβερνήσεων, στο πλαίσιο συντήρησης του σχήματος «δεξιά - αντιδεξιά», με στόχο να κτυπήσει το ΚΚΕ από «αριστερά». Η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ στιγμάτιζε με αυτό τον τρόπο την ηγεσία της ΝΔ, για να δείξει ότι εξέφραζε τη συνέχεια εκείνου του κράτους, της δεξιάς, όπως το έλεγε. Βεβαίως αποσιωπούσε το ρόλο των δικών της πολιτικών προγόνων.
Από την άλλη, το 1974 τερματίστηκε η φάση της ιδεολογικοπολιτικής διαπάλης που είχε στο επίκεντρό της το δίπολο «εθνοπροδοσία - πατριωτισμός», το οποίο αποβλήθηκε από το πολιτικό σκηνικό. Ετσι απαιτούσαν τα δεδομένα που διαμορφώθηκαν στις συνειδήσεις πλατιών μαζών μέσα στη δικτατορία και κυρίως εκφράστηκαν μετά από αυτήν, όπως η αισθητή υποχώρηση του ακραίου αντικομμουνισμού, σε συνδυασμό με τις σύγχρονες ανάγκες του αστικού εκσυγχρονισμού. Ακόμα και η ηγεσία του ΛΑ.Ο.Σ., η οποία διακρίνεται στον ειδικό ρόλο που συνδυάζει τον αντικομμουνισμό με το λαϊκίστικο εθνικισμό, αποφεύγει τις νύξεις υπέρ εκείνων των κυβερνήσεων, παρότι με αυτό τον τρόπο επιχειρεί προφανή πολιτικό ελιγμό.
Παράλληλα και ταυτόχρονα, το δίπολο «εθνοπροδοσία - πατριωτισμός», ως συστατικό στοιχείο της πολιτικής γραμμής του ΚΚΕ, είχε βγει λίγο-λίγο από το ιδεολογικό του οπλοστάσιο -όχι βεβαίως και από τις αναφορές και αναλύσεις του για τα κατοχικά χρόνια- και αντικαταστάθηκε στην πολιτική δράση από την αντίθεση «με τα μονοπώλια ή με το λαό», ενώ με νεότερες ιστοριογραφικές επεξεργασίες γεγονότων του 20ού αιώνα, το ΚΚΕ όχι μόνο δεν άφησε στο χώρο της λήθης εκείνες τις εξελίξεις, αλλά και επιχείρησε μία διαφορετική από το παρελθόν προσέγγιση των κατοχικών χρόνων, αποτέλεσμα της συσσωρευμένης θετικής και αρνητικής εμπειρίας που συνθέτει την ηρωική διαδρομή του ΚΚΕ.
Από τη σκοπιά των αστικών συμφερόντων, ήταν σωστή ή λαθεμένη η επιλογή να συγκροτηθούν οι κατοχικές κυβερνήσεις; Αυτό είναι το κύριο ερώτημα που αρχικά οφείλεται να τεθεί, πριν από την ιστορική τους αποτίμηση.
Στη διάρκεια της δίκης των δωσίλογων στην Αθήνα, που άρχισε στις 21 του Φλεβάρη 1945 και στην οποία κάθισαν στο εδώλιο του κατηγορουμένου πρωτοκλασάτοι των δωσιλογικών κυβερνήσεων, προβλήθηκε η άποψη ότι έπρεπε τα πολιτικά πρόσωπα να αρνηθούν τη συμμετοχή τους στην κυβέρνηση και τη θέση τους να πάρουν δημόσιοι υπάλληλοι με επικεφαλής τον αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό.
Αν και στις κατοχικές κυβερνήσεις δε συμμετείχαν μόνο άτομα με αμιγώς πολιτική θητεία, αλλά και στρατιωτικοί και καθηγητές και άλλοι, όσοι υποστήριξαν αυτή την άποψη, στην πραγματικότητα απλώς δημαγωγούσαν. Επεδίωκαν να αθωώσουν τον αστικό πολιτικό κόσμο και να αποδώσουν τη δωσιλογική στάση σε κάποιους επίορκους, ενώ παραγνώριζαν συνειδητά και μόνο στα λόγια τις ανάγκες της εγχώριας πλουτοκρατίας, την οποία υποστήριξαν όλοι οι ηγετικοί παράγοντες του αστικού πολιτικού κόσμου. Στα λόγια μόνο, διότι επί της ουσίας και οι κατήγοροι δέχονταν την ανάγκη να υπάρχει ελληνική κυβέρνηση, αλλά διαφωνούσαν εκ των υστέρων στη σύνθεση που θα έπρεπε να έχει αυτή.
Επομένως ο Ι. Δ. Ράλλης σωστά χαρακτήρισε «βυζαντινάς συζητήσεις αναξίας ανασκευής»1, τα όσα σχετικά πρόβαλλαν οι κατήγοροί του στη δίκη των δωσιλόγων. Εκτός τόπου και χρόνου ήταν για τα αστικά συμφέροντα και ο ισχυρισμός: «Ας μην εσχηματίζετο ουδεμία Κυβέρνησις»2. Ετσι ή αλλιώς κάποια κυβέρνηση θα σχηματιζόταν. Ακόμα και στις συνθήκες της απόλυτης ξένης κατοχής υπάρχει η ανάγκη συμμετοχής εκπροσώπων της εγχώριας αστικής τάξης στη διαχείριση στοιχειωδών υποθέσεων.
Διάφοροι ιστοριογράφοι εμφανίζουν ως παραδοξότητα το γεγονός ότι η αστική τάξη επιδίωξε τότε να εξασφαλίσει τη συνέχεια του κράτους της, αλλά και να ενσωματώσει το κατοχικό στις μεταπολεμικές κρατικές δομές, παρότι αυτό ακριβώς υποστήριξε ο Ι. Ράλλης, όπως και ο Θεμιστοκλής Τσάτσος, ο πρώτος για τις συνθήκες της κατοχικής Ελλάδας και ο δεύτερος στις συνθήκες της Μέσης Ανατολής, αναφερόμενος ωστόσο στην Ελλάδα. Και το ερμηνεύουν ως παραδοξότητα, επειδή κατά τη γνώμη τους οι δομές του κατοχικού κράτους ήταν ασύμβατες με εκείνες της απελευθερωμένης από το ναζισμό - φασισμό Ελλάδας.
Καμία παραδοξότητα. Οι αντιθέσεις που υπάρχουν ανάμεσα στην αστική τάξη της κατοχής και της αστικής τάξης της κατεχόμενης χώρας αμβλύνονται μπροστά στην αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας. Αποδείχτηκε ότι οι αστοί το γνώριζαν αυτό καλύτερα από τον καθένα.
Και πράγματι, αυτό είναι το ζητούμενο, με βάση αυτό πρέπει να διαμορφώνεται η πολιτική στρατηγική και θέση και όχι με βάση δευτερεύοντα χαρακτηριστικά που αφορούν στη μορφή και που δεν αλλοιώνουν βεβαίως την ταξική ουσία του.
Για παράδειγμα ο Κ. Μανιαδάκης, διαβόητος υφυπουργός Ασφάλειας και δήμιος κατά την 4η Αυγούστου (1936 - 1941), υπήρξε και μέλος της κυβέρνησης Τσουδερού, η οποία εγκατέλειψε την Ελλάδα λίγο πριν φτάσει εδώ ο γερμανικός στρατός. Στη διάρκεια της Κατοχής ο Μανιαδάκης απείχε και κρυβόταν στην Αργεντινή. Μετά τον πόλεμο επέστρεψε στην Ελλάδα και εκλέχτηκε βουλευτής με την ΕΡΕ του Κ. Καραμανλή. Ο Μανιαδάκης -όπως και εκατοντάδες αστοί πολιτικοί- υπεράσπιζε την αστική εξουσία από κορυφαίες θέσεις της και μέσα σε όλες τις μορφές άσκησής της. Τις δήθεν παραδοξότητες και τα περί ασυνέχειας του κράτους οι ξεσκολισμένοι -πλην αυθεντικοί- αστοί τα’ αφήνουν για τους φιλολογούντες οπορτουνιστές και τους αντιδραστικούς.
Είπε ο Ράλλης:
«Αλλά το κράτος, κύριοι δικασταί, δεν παύει υπάρχον και μετά την κατοχήν […] Εχον όθεν το κατά την κατοχήν υπάρχον κράτος το δικαίωμα και την υποχρέωσιν να ζη, έχει ανάγκη νόμων, διαταγμάτων, πιστώσεων, πράξεων, ενί λόγω απάντων εκείνων των μέσων, δι ων εν Κράτος δύναται να εξασφαλίσει την διαβίωσιν των αποτελούντων αυτό πολιτών, των εν αυτώ οικούντων και ζώντων»3.
Και ο Θεμιστοκλής Τσάτσος, υπουργός στην κυβέρνηση «Εθνικής Ενότητας» υπό τον Γ. Παπανδρέου, που σχηματίστηκε μετά το «Συμβόλαιο του Λιβάνου», μιλώντας στους υπαλλήλους του υπουργείου Δικαιοσύνης, στο Κάιρο, έλεγε αποφασιστικά και τρομοκρατώντας:
«Οπως και εις όλας τας άλλας υπηρεσίας, ούτω και εις την υπηρεσίαν του υπουργείου της Δικαιοσύνης, πρέπει να επικρατήση το αίσθημα ότι απαρεγκλίτως άκαμπτος θα είναι η θέλησις προς εργασίαν και προς επιβολήν της τάξεως. Εκ της θελήσεως ταύτης θα προκύψει η έννοια του κράτους. Οσοι θέλουν να συμμορφωθούν προς την τοιαύτην έννοιαν του κράτους, θα έχουν στάδιον δράσεως. Οσοι θελήσουν να επιμείνουν εις τας κτηθείσας κακάς έξεις, θα παραμερισθούν και εάν επιμείνουν θα συντριβούν»4.
Τις ανάγκες της εγχώριας πλουτοκρατίας, καθώς και την αμοιβαία ταξική αλληλεγγύη μαζί της, αναγνώριζαν και υλοποιούσαν βεβαίως και οι Γερμανοί κατακτητές. Ο καθηγητής Γιώργος Μαργαρίτης αναφέρει σχετικό παράδειγμα:
«Στις 4 Φεβρουαρίου 1943 οι γερμανικές οικονομικές αρχές έριξαν στο Χρηματιστήριο της Αθήνας 48.000 χρυσές λίρες και 1.250.000 χρυσά γαλλικά φράγκα. Επρόκειτο για ματωμένο χρυσάφι αρπαγμένο από τις χώρες που κατακτήθηκαν, από τις λεηλασίες και από τις περιουσίες των Εβραίων που είχαν σταλεί στα κρεματόρια. Οι ενδιαφερόμενοι δεν ασχολούνταν με το αίμα που έσταζε από αυτόν τον χρυσό. Τα λαμπερά νομίσματα έγιναν ανάρπαστα από όλους εκείνους οι οποίοι έβλεπαν να αυγατίζουν τα εισοδήματά τους σε δραχμές και επιθυμούσαν διακαώς να μετατρέψουν τα κέρδη τους σε κάτι πιο σταθερό: σε χρυσάφι. Στις 28 Φεβρουαρίου, αυτή η διά του χρυσίου αναγνώριση των υπηρεσιών που ο ελληνικός καπιταλισμός πρόσφερε στη Νέα Τάξη του ναζισμού επαναλήφθηκε: 63.000 χρυσές λίρες έπεσαν στην αγορά. Στις 2 Μαρτίου ρίχτηκαν στην αγορά 33.000 ακόμα χρυσές λίρες, την επομένη, στις 3 Μαρτίου, δύο ημέρες πριν από το αιματοκύλισμα της Αθήνας, οι συνεργάτες των Γερμανών αμείφθηκαν διά του τρόπου αυτού με ακόμα 1.700.000 χρυσά γαλλικά φράγκα. Την ώρα που στους δρόμους της πρωτεύουσας οι διαδηλώσεις του ΕΑΜ πνίγονταν στο αίμα από τους κατακτητές και την Αστυνομία, αποτρέποντας την επικράτηση της δουλικής εργασίας, μερικοί είχαν άλλου τύπου ασχολίες: Μετρούσαν το χρυσάφι που οι υπηρεσίες τους στον κατακτητή και η συμμετοχή τους στην καταλήστευση της ίδιας τους της χώρας και του λαού της, τους εξασφάλισαν»5.
Τελικά οι δωσίλογοι της Κατοχής, αν και παραμένουν κρυφό καμάρι της τάξης τους, ρίχτηκαν στον Καιάδα της ιστορίας από άλλους συναδέλφους τους του αστικού πολιτικού κόσμου. Μάλιστα η ταξική πάλη τα έφερε έτσι -τραγική ειρωνεία- ώστε να μετατραπούν σε κατηγόρους των δωσιλόγων εκείνοι που επίσης έπρεπε να καθίσουν στο σκαμνί του κατηγορουμένου, μαζί με τους Τσολάκογλου, Λογοθετόπουλο, Ράλλη, Κατσιμήτρο και λοιπούς. Οχι βέβαια ότι οι δωσίλογοι κάθισαν πράγματι στο σκαμνί. Οι δίκες των δωσιλόγων ήταν δίκες παρωδία.
Αν λοιπόν δικαίως στιγματίστηκαν, γιατί δεν είναι έτσι κι αλλιώς στιγματισμένοι, πολιτικοί σαν το Νικόλαο Πλαστήρα; Σε επιστολή του από τη Νίκαια της Γαλλίας έγραψε μεταξύ άλλων στις 21 του Απρίλη 1941:
«Είμαι της γνώμης ότι πρέπει να γίνει Κυβέρνηση φιλογερμανική για να καταστήσωμεν ολιγώτερον οδυνηράν την ήτταν. Αυτό πρέπει να γίνη και αν ακόμη θα ηξεύραμε ότι ο πόλεμος θα ετελείωνε και μετά τινας μόνον μήνας με τελείαν ήτταν του άξονος (όπερ απίθανον)»6.
Οι δωσίλογοι πρόδωσαν το έθνος, για να το σώσουν, δηλαδή για να σώσουν την αστική τάξη και την εξουσία της, που τις ταυτίζουν με τα εθνικά συμφέροντα. Και φυσικά δεν τους απασχολούσε καθόλου αν θα το έκαναν αυτό με γερμανικά ή με άλλα όπλα, αν δίπλα στην ελληνική σημαία τους κυμάτιζε και η σβάστικα ή όχι, αν οι στολές τους ήταν χρώματος φαιού ή ευζωνικές. Συνεργάστηκαν ανοιχτά με τους Γερμανούς και κρυφά με τους Εγγλέζους, έτοιμοι να συνεργαστούν ανοιχτά και με τους τελευταίους. Δικτατορικοί στο παρελθόν, όποτε χρειαζόταν, αλλά και κοινοβουλευτικοί, πάλι όποτε χρειαζόταν. Μήπως και πριν από τον πόλεμο δεν υπήρξε ανάλογη πολιτική στάση και κομματικές μεταπηδήσεις; Στρατιωτικά πραξικοπήματα έγιναν και από τους Βενιζελικούς και από τους του Λαϊκού Κόμματος και από άλλες αστικές πτέρυγες.
Και οι μεν και οι δε, ταξικοί. Επισήμως, πάλι για να διασωθεί η τάξη, στιγματίστηκαν ελάχιστοι, που εμφανίστηκαν ως ενσάρκωση της τιμωρού εθνικής συνείδησης των ιερών και οσίων της φυλής… Και ο Γκύντερ Αλτενμπουργκ, επιτετραμμένος του Ράιχ στην Ελλάδα, έμεινε με την …απορία: «…Ιδιαίτερα με ξένισε η δικαστική δίωξη που ασκήθηκε κατά του καθηγητή Λούβαρι. Αυτός μόνο μετά από προτροπή του Δαμασκηνού δέχθηκε να αναλάβει το Υπ. Πολιτισμού στην κυβέρνηση Ράλλη, χωρίς ωστόσο ο αρχιεπίσκοπος, ο οποίος στο μεταξύ είχε αναλάβει αντιβασιλέας, να πάρει το μέρος του κατά τη διάρκεια της δίκης. Αντίθετα, στην Αγγλία για παράδειγμα, η βρετανική κυβέρνηση ευχαρίστησε επίσημα, μετά τον πόλεμο, τις προσωπικότητες εκείνες, οι οποίες στην κατοχή ορισμένων νησιών της Μάγχης είχαν συνεργαστεί με τις γερμανικές αρχές κατοχής προς όφελος των συμπατριωτών τους»7.
Η κυβέρνηση που σχημάτισε στις 7 Απρίλη του 1943 ο Ιωάννης Δ. Ράλλης ήταν η τρίτη στη σειρά κατοχική κυβέρνηση που αναλάμβανε τη «διακυβέρνηση» της χώρας με γερμανική εντολή. Είχαν προηγηθεί οι κυβερνήσεις του στρατηγού Γεωργίου Τσολάκογλου (29 Απρίλη 1941 - 2 Δεκέμβρη 1942) και του καθηγητή της Ιατρικής Κωνσταντίνου Λογοθετόπουλου (2 Δεκέμβρη 1942 - 6 Απρίλη 1943), τον οποίο όρισε πρωθυπουργό ο Τσολάκογλου.
Ο τελευταίος, από τους πρωτοστάτες της συνθηκολόγησης με το γερμανικό στρατό και της παράδοσης της χώρας στους Γερμανούς, τερμάτισε τον πρωθυπουργικό βίο του μετά από 18 μήνες. Η αστική τάξη χρειαζόταν μία «νέα» κατοχική κυβέρνηση, πιο κατάλληλη και ικανή να «χειριστεί» το λαό. Ο Λογοθετόπουλος δεν εκπλήρωνε τις απαραίτητες προϋποθέσεις και λόγω πολιτικής οξυδέρκειας και λόγω πολιτικής επιρροής. Η επιλογή του ως πρωθυπουργού ήταν αναγκαστική και φανερά μεταβατική λύση. Σύντομα επαναβεβαιώθηκε ότι τη θέση του πρωθυπουργού έπρεπε να καταλάβει πρόσωπο αποφασιστικό, προερχόμενο από τον αστικό πολιτικό κόσμο του κοινοβουλευτισμού, προκειμένου να διευρυνθούν οι συμμαχίες και η κοινωνική βάση της κατοχικής κυβέρνησης. Ο Ι. Δ. Ράλλης, στον οποίο προτάθηκε η πρωθυπουργία, εκείνη την ώρα αρνήθηκε. Βασικός λόγος ήταν το ότι δεν έγινε δεκτό το αίτημά του να δημιουργηθούν τα Τάγματα Ασφαλείας. Ως αιτία της απόρριψης φέρεται η αντίδραση της ιταλικής στρατιωτικής διοίκησης.