Χρειάζεται να σταθούμε αναλυτικά στη συνολική πολιτική πρόταση της ΧΑ («Νέα εθνική πολιτική»8), προκειμένου να δούμε πιο ανάγλυφα τον αστικό χαρακτήρα αυτής της πολιτικής δύναμης και να αντιληφθούμε τις μεθόδους με τις οποίες επιχειρεί να διεισδύσει και να αποκτήσει μαζική επιρροή σε εργατικά-λαϊκά στρώματα. Η διεξοδική μελέτη της πολιτικής της πρότασης καταδεικνύει ότι η υποτιθέμενη μονομέρεια αυτής της οργάνωσης (μεταναστευτικό) αποτελεί μια απλουστευτική ερμηνεία των θέσεών της. Φυσικά το μεταναστευτικό ζήτημα αποτελεί κεντρικό μοτίβο της προπαγάνδας της, τη βιτρίνα της πολιτικής αυτής δύναμης, αλλά προκύπτει και εντάσσεται στη συνολικότερη στρατηγική της πρόταση, ενώ η υπερπροβολή του στην τρέχουσα δράση της οργάνωσης μπορεί να αποτελεί κίνηση τακτικής που στοχεύει στην εύκολη στρατολόγηση ενός δυναμικού από τις πιο υποβαθμισμένες αθηναϊκές (και όχι μόνο) συνοικίες.
Θα εξετάσουμε την πολιτική πρόταση της ΧΑ, ακολουθώντας ένα σχηματικό χωρισμό σε βασικές ενότητες.
Α. ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ
Το ζήτημα αυτό, σήμα κατατεθέν της ΧΑ, συνδέεται προπαγανδιστικά στις θέσεις της με τα ζητήματα της απώλειας εθνικής κυριαρχίας και της ξενικής κατοχής. Επισείεται με έντονο τρόπο ο κίνδυνος «αλλοίωσης της πληθυσμιακής σύνθεσης» και μετατροπής του «εθνικού κράτους σε πολυεθνικό και πολυπολιτισμικό» κατ’ επιταγή της «παγκοσμιοποίησης». Το μεταναστευτικό ζήτημα παρουσιάζεται αναπόσπαστα δεμένο με τα ζητήματα της αυξημένης εγκληματικότητας και της λεγόμενης επανεμφάνισης λοιμωδών νοσημάτων. Με τον ίδιο τρόπο που η αντι-μεταναστευτική προπαγάνδα συνδέεται με την καλλιέργεια της εθνικής φοβίας και η βίαιη δράση συμμοριών ενάντια στους μετανάστες επιχειρείται να δεθεί με τα λεγόμενα εθνικά ζητήματα (χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι η πρόσφατη διαδήλωση στην επέτειο των Ιμίων συνοδεύθηκε από «καταδρομικές» επιχειρήσεις ενάντια σε μετανάστες σε διάφορα σημεία της Αθήνας). Πρέπει βέβαια να σημειωθεί ότι ανάλογες συνδέσεις δεν αποτελούν αποκλειστικό προνόμιο της ΧΑ, καθώς επαναλαμβάνονται κατά κόρον από τους βουλευτές του ΛΑ.Ο.Σ. στις παρεμβάσεις τους στο κοινοβούλιο.
Οι αντιλήψεις αυτές αποτελούν το υπόβαθρο για τη διαμόρφωση μιας επικίνδυνα αντιδραστικής πολιτικής πρότασης. Εκτός από τις προτάσεις εκείνες που φυσιολογικά θα ανέμενε κανείς με δεδομένη την πιο ευρέως γνωστή ρητορική της ΧΑ (π.χ. απέλαση όλων των λαθρομεταναστών), υπάρχουν και άλλες που φαίνεται να εκτείνονται και πέρα από το χώρο των παράνομων μεταναστών ή/και να αφορούν τις κοινωνικές συμμαχίες που προσπαθεί να οικοδομήσει η ΧΑ (και τμήματα της αστικής τάξης). Θα αναφερθούμε παρακάτω αναλυτικότερα στην πρόταση για καταδίκη της παράνομης εισόδου των μεταναστών ως κακουργήματος με ποινή την υποχρεωτική κοινωνική εργασία. Πολύ πιο σοβαρή και επικίνδυνη είναι η πρόταση να αποδίδονται πλήρη πολιτικά δικαιώματα και το δικαίωμα ιδιοκτησίας γης και ακινήτων μόνο στους Ελληνες στο γένος και στη συνείδηση. Η τελευταία αναφορά σκόπιμα αφήνει το έδαφος ανοιχτό για εξαιρέσεις (από τον «εθνικό κορμό») όχι μόνο στη βάση του γένους, αλλά και στη βάση ιδεολογικών, πολιτικών και λοιπών αντιλήψεων.
Β. ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
Οι βασικές εκτιμήσεις της ΧΑ στο πεδίο της οικονομίας είναι οι παρακάτω:
• Απαξίωση της εθνικής παραγωγής με καταστροφή του παραγωγικού ιστού. Το 80% του παραγωγικού ιστού έχει μετατραπεί σε μεταπρατικό, εισαγωγικό, εξυπηρετητή ξένων συμφερόντων.
Πρόκειται για επικίνδυνη παραλλαγή του αστικού ιδεολογήματος ότι η Ελλάδα «δεν παράγει τίποτα». Πατάει σε μια διαστρεβλωμένη, αστική ερμηνεία των εννοιών της (καπιταλιστικής) παραγωγής και του βιομηχανικού κεφαλαίου που τείνουν να τις περιορίζουν στην εμπράγματη παραγωγή της μεταποίησης. Εμφανίζει τον ελληνικό μονοπωλιακό καπιταλισμό του 21ου αιώνα ως κολοβό και υπανάπτυκτο, συσκοτίζοντας την πραγματικότητα και ανοίγοντας το δρόμο σε αυταπάτες περί δυνατοτήτων ενός διαφορετικού, υγιούς δρόμου καπιταλιστικής ανάπτυξης. Φλερτάρει έτσι με διαχρονικά ιδεολογήματα περί «μεταπρατικής» αστικής τάξης, «αποβιομηχάνισης» κλπ., που γνώρισαν ιδιαίτερη διάδοση μέσω των ποικιλώνυμων θεωριών περί εξάρτησης και επέδρασαν ακόμα και στις γραμμές του κομμουνιστικού κινήματος.
• Ερήμωση της υπαίθρου, μεθοδευμένη καταστροφή της γεωργίας, κλείσιμο των εργοστασίων παραγωγής ζάχαρης, της κλωστοϋφαντουργίας και δεκάδων άλλων παραγωγικών τομέων συνδεδεμένων με τη γεωργική καλλιέργεια. Αποτέλεσμα, από την εσωτερική επάρκεια και τις εξαγωγές να εισάγουμε πλέον άνω του 80% των προϊόντων για τη διατροφή μας.
Είναι μια εκτίμηση που πατάει φυσικά σε αντικειμενικά γεγονότα - προβλήματα και αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης εκτίμησης για τον παραγωγικό ιστό της χώρας. Παρασιωπά ότι η άλλη όψη της δραστικής συρρίκνωσης της μικρής αγροτιάς τα τελευταία 30 χρόνια («καταστροφή της γεωργίας») είναι η καπιταλιστική ανάπτυξη κλάδων της αγροτικής παραγωγής (ιδιαίτερα της κτηνοτροφίας) και η αύξηση της μισθωτής εργασίας στον «πρωτογενή» τομέα, κύρια μεταναστών εργατών γης. Πιθανά με τον τρόπο αυτό αναζητεί συμμάχους ανάμεσα σε μεσαία στρώματα αγροτών που χτυπιούνται σήμερα από τα αποτελέσματα της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης και την πίεση των μονοπωλίων, καλλιεργώντας αυταπάτες ότι μια άλλη πολιτική στο έδαφος του καπιταλισμού μπορεί να τους διατηρήσει μακροπρόθεσμα στην αγροτική παραγωγή. Είναι χαρακτηριστική η προβολή ειδήσεων στην ιστοσελίδα της ΧΑ για την «αύξηση» της επιρροής εθνικιστικών συνθημάτων στην Κρήτη, με δεδομένη την ταξική διαστρωμάτωση της αγροτιάς στην περιοχή αυτή.
Σε στενή συσχέτιση με τα παραπάνω, ιδιαίτερη προσοχή και αντιμετώπιση χρειάζεται η θέση της ΧΑ (δες και ανάλογη πρόταση του ΛΑ.Ο.Σ.) για υποχρεωτική εργασία (στην ουσία καταναγκαστικά έργα) παράνομων λαθρομεταναστών που συλλαμβάνονται. Πρόκειται για πρόταση που μπορεί να κεντρίσει τα πιο ταπεινά ιδιοκτησιακά ελατήρια του μεσαίου αγρότη στο να αναζητά πάμφθηνη, μισο-δουλική εργασία. Μπορούμε να βρούμε ιστορικές αναλογίες στον τρόπο που το ναζιστικό καθεστώς χρησιμοποίησε εκατομμύρια Σοβιετικούς αιχμαλώτους πολέμου, όχι μόνο σε βιομηχανικές δραστηριότητες, αλλά και ως εργάτες γης στα κτήματα των Γερμανών αγροτών. Σε περίοδο καπιταλιστικής κρίσης, τη δεκαετία του 1930, στρατόπεδα εργασίας, όπου καταναγκαστικά οδηγούσαν και ημεδαπούς ανέργους, υπήρξαν στις ΗΠΑ κ.α.
• Η ναυτιλία μας, μια παγκόσμια δύναμη, ενώ θα μπορούσε να μετατρέψει τον Πειραιά σε διεθνές ναυτιλιακό κέντρο, να συμβάλει στην ανάπτυξη της ναυπηγικής βιομηχανίας καθώς και σε άλλους τομείς της οικονομίας, μεθοδευμένα απαξιώθηκε. Οι ναυτικοί μας που συνέβαλαν τα μέγιστα στην καθιέρωσή της, με την εμπειρία, την εργατικότητα και το φιλότιμό τους, αντί να είναι περιζήτητοι, αντικαταστάθηκαν από τριτοκοσμικούς.
Για μια ακόμα φορά η υποτιθέμενη «απαξίωση» μιας καπιταλιστικής βιομηχανικής δραστηριότητας παραμένει χωρίς έναν ορατό ένοχο, ξεπλένοντας έτσι το εφοπλιστικό κεφάλαιο και τις αναγκαιότητες αναπαραγωγής του. Ο ίδιος βέβαια ο προβαλλόμενος στόχος για Πειραιά - διεθνές ναυτιλιακό κέντρο αποτελεί πάγια στρατηγική επιδίωξη των εφοπλιστών. Το πραγματικό φαινόμενο της δραστικής συρρίκνωσης του αριθμού των Ελλήνων ναυτεργατών και της αντικατάστασής τους από κακοπληρωμένους ναυτεργάτες, κύρια από ασιατικές χώρες, παρουσιάζεται ωσάν να αποτελεί ευθύνη των τελευταίων, κάποια διεθνή κοσμοπολίτικη συνωμοσία.
• Οι πολυεθνικές δρουν ανεξέλεγκτα, δημιουργούν καταναλωτικά πρότυπα και ψεύτικες πλασματικές ανάγκες. Κατακλύζουν με τα προϊόντα τους τη χώρα και επιβάλλουν την αγορά τους. Ενώ, ταυτόχρονα μπαίνουν ανυπέρβλητα εμπόδια σε όποια μη ελεγχόμενη, από το σύστημα, ελληνική αναπτυξιακή προσπάθεια.
Σε συνέχεια της συνολικότερης λογικής των εκτιμήσεων της ΧΑ, το πρόβλημα φαίνεται να εντοπίζεται στην ανεξέλεγκτη δράση των διεθνικών μονοπωλιακών συγκροτημάτων, που ως εκπρόσωποι ενός διεθνούς κοσμοπολίτικου «συστήματος» (η λέξη «σύστημα» χρησιμοποιείται κατά κόρον από τη ΧΑ και αναφέρεται στο ρόλο διεθνών οργανώσεων όπως η Μπίλντεμπεργκ, τα λεγόμενα εβραϊκά λόμπυ, η Τριμερής κλπ.) και με τη βοήθεια του ντόπιου πολιτικού προσωπικού, δρουν ασύδοτα στην ελληνική οικονομία. Καλλιεργούνται αυταπάτες (παρόμοιες με τις αυταπάτες που καλλιεργούν άλλοι, φαινομενικά τελείως διαφορετικοί ιδεολογικά χώροι) ότι μια διαφορετική πολιτική μπορεί να δώσει λύση, ελέγχοντας τη δράση των πολυεθνικών και στηρίζοντας ντόπιες (καπιταλιστικές) «αναπτυξιακές προσπάθειες». Η ΧΑ διαπιστώνει πλασματικές καταναλωτικές ανάγκες και δεδομένου ότι δεν αμφισβητεί ως κριτήριο για την παραγωγή το καπιταλιστικό κέρδος, η θέση αυτή εντάσσεται πλήρως στην κυρίαρχη αστική λογική του «καταναλώνουμε περισσότερα απ’ όσα παράγουμε».
Εχει σημασία εδώ να αναφέρουμε ότι η ΧΑ είναι δραστήρια, μαζί και με άλλες τέτοιου τύπου οργανώσεις, σε πρωτοβουλίες στήριξης «πατριωτών» επιχειρηματιών και προβολής ελληνικών προϊόντων, σε αντιπαράθεση με αυτά πολυεθνικών εταιριών.
• Η Πατρίδα μας υπό κατοχή. Το ντόπιο διεφθαρμένο πολιτικό κατεστημένο, γαντζωμένο στην εξουσία, εκτελεί όλες τις εντολές εξάρτησης και υποταγής, ξεπουλώντας την πατρίδα. Με μοχλό επιβολής το διεθνές τραπεζικό σύστημα παραχωρήθηκε η εθνική μας κυριαρχία. Η εδαφική μας ακεραιότητα αμφισβητείται. Η δημόσια περιουσία εκποιείται.
Είναι εντυπωσιακή στο παραπάνω απόσπασμα η ταύτιση των εκτιμήσεων - προπαγανδιστικών θέσεων της ΧΑ στη σημερινή συγκυρία της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης με τις «εθνικο-ανεξαρτησιακές» θέσεις διάφορων πολιτικών δυνάμεων που αυτό-τοποθετούνται στον αριστερό-προοδευτικό χώρο: κεντρική ευθύνη του διεθνούς τραπεζικού συστήματος (βλ. εισαγόμενη χρηματοπιστωτική κρίση), η Ελλάδα υπό κατοχή με απώλεια εθνικής κυριαρχίας, οι πολιτικές ηγεσίες εξαρτημένες και σε θέση εκτελεστή-μαριονέτας των ξένων. Χαρακτηριστικό της όσμωσης τέτοιων φαινομενικά αντιδιαμετρικών ιδεολογικών χώρων είναι τα μικτά ακροατήρια στις ομιλίες του Καζάκη, του Θεοδωράκη ή στις συγκεντρώσεις των πλατειών.
Τα συγκεκριμένα ζητήματα αναδεικνύονται σήμερα σε κορυφαία θέματα της ιδεολογικής ταξικής πάλης. Δεν πρέπει να υποτιμηθεί η δυνατότητα τέτοιων ιδεολογημάτων να εισχωρήσουν και να επηρεάσουν καθοριστικά την αυθόρμητη συνείδηση της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων που τείνει να αντιλαμβάνεται το φαινόμενο και όχι την ουσία. Να στοχοποιεί την τράπεζα (που τον συμπιέζει και τον ίδιο προσωπικά με τις δόσεις του δανείου), αλλά όχι την καπιταλιστική βιομηχανική παραγωγή (που μπορεί να έχει και μια θετική αντήχηση στο μυαλό, στα πλαίσια του ιδεολογήματος ότι «η Ελλάδα δεν παράγει τίποτα»). Να καταδικάζει το ρόλο των ξένων (στη βάση και της συλλογικής συνείδησης που συντηρεί τις μνήμες της δράσης των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων στη χώρα), αλλά όχι την ντόπια αστική τάξη (που «δίνει δουλειά» και που εντάσσεται, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, στο «είμαστε όλοι Ελληνες»). Να βλέπει το αστικό πολιτικό προσωπικό ως καρπαζοεισπράκτορες που αξίζουν τουλάχιστον τη χλεύη, αλλά να αφήνει ταυτόχρονα ανοιχτό ένα παραθυράκι συγχώρεσης, αν αυτό «ορθώσει ανάστημα και διαπραγματευθεί».
Πρόκειται για σύνθετα ζητήματα, γιατί αγγίζουν τον πυρήνα της καπιταλιστικής οικονομίας και της αστικής εξουσίας: το μηχανισμό της εκμετάλλευσης και της παραγωγής υπεραξίας, το ρόλο του αστικού κράτους και των διεθνών ιμπεριαλιστικών οργανισμών, την αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία και τους θεσμούς της. Απαιτούν οξυμένη ιδεολογική αντιπαράθεση με τους πολιτικούς φορείς τέτοιων απόψεων, αλλά ταυτόχρονα υπομονετική, εξαντλητική συζήτηση με τον εργατόκοσμο που τις ενστερνίζεται. Δεν πρέπει να υποτιμηθεί η επίδραση κάποιων τέτοιων αντιλήψεων και σε κομμάτι του δυναμικού μας ή του κομματικού περίγυρου, όχι μόνο ως αποτέλεσμα της πίεσης του ταξικού αντίπαλου, αλλά και ως υπολείμματα παλιότερων κομματικών επεξεργασιών των δεκαετιών του 1970 και του 1980 (που περιείχαν εκτιμήσεις περί υποτέλειας, εξάρτησης ως πολιτική επιλογή της άρχουσας τάξης, ξενοκρατίας).
Η κεντρική ιδεολογική θέση της πολιτικής πρότασης της ΧΑ στα ζητήματα της οικονομίας μοιάζει να συμπυκνώνεται στη φράση: «Οπως δεν μπορεί να υπάρξει ισχυρή οικονομία χωρίς την ιδιωτική πρωτοβουλία, έτσι δεν μπορεί να υπάρξει και χωρίς Δημόσιο τομέα»9. Στο βασικό της λοιπόν αυτό προγραμματικό ντοκουμέντο αναγνωρίζεται η κεφαλαιοκρατική ιδιοκτησία πίσω από τον όρο «ιδιωτική πρωτοβουλία» και προβάλλεται η αναγκαιότητα αρμονικής συνύπαρξης ατομικής καπιταλιστικής και κρατικο-καπιταλιστικής επιχειρηματικής δραστηριότητας ως μια γενική θέση αρχών. Υποκρύπτεται επομένως το γεγονός ότι κάθε φορά, σε κάθε συγκυρία, οι αναγκαιότητες αναπαραγωγής του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου είναι εκείνες που επιτάσσουν το εύρος της επιχειρηματικής δραστηριότητας του αστικού κράτους και όχι κάποιες γενικές αρχές κοινωνικής δικαιοσύνης. Είναι χαρακτηριστικό ότι προτείνεται οι «στρατηγικοί τομείς» της οικονομίας να «ελέγχονται» από το κράτος, με απροσδιόριστο το τι αποτελεί στρατηγικό τομέα και σε τι συνίσταται ο έλεγχος, πέρα από την αναφορά σε μια διατήρηση της πλειοψηφίας των μετοχών στον έλεγχο του κράτους στον ευρύτερο δημόσιο τομέα.
Εχει ενδιαφέρον ότι σε άλλο (πιο ιδεολογικό) ντοκουμέντο η οργάνωση τοποθετείται ως «εχθρός της μεγάλης και εκμεταλλευτικής ιδιοκτησίας, είτε ντόπιας είτε διεθνιστικής, όσο και υπέρμαχος της οικογενειακής μικροϊδιοκτησίας του κλήρου ή τεμένους των προγόνων μας»10. Παρά τη φραστική διαφοροποίηση, και σε αυτό το κείμενο δε γίνεται λόγος για κατάργηση της καπιταλιστικής επιχειρηματικής δράσης, αλλά μόνο για έλεγχο της ατομικής ιδιοκτησίας γενικά, ώστε αυτή να μην μπορεί να «χειραγωγήσει» το λαό. Οι προπαγανδιστικές αυτές κορώνες ενάντια στη μεγάλη ιδιοκτησία («πλουτοκρατική ολιγαρχία») και υπέρ της μικροϊδιοκτησίας παραπέμπουν ευθέως στα προ του 1933 κηρύγματα του εθνικοσοσιαλισμού με στόχο τη διείσδυσή του στα μικροαστικά στρώματα της πόλης και της υπαίθρου και τη στήριξή του από αυτά. Η ιστορική πείρα αποδεικνύει το πώς έντεχνα χρησιμοποιήθηκαν για να προωθηθούν οι αντιδραστικοί σχεδιασμοί του κεφαλαίου μέσα από μια συγκεκριμένη μορφή κρατικομονοπωλιακής διαχείρισης. Η ιστορική εμπειρία στο ζήτημα αυτό έχει ιδιαίτερη αξία στην ιδεολογική μας αντιπαράθεση, γιατί η ΧΑ θα τείνει συχνά να εμφανίζεται στο πεδίο της προπαγάνδας ως αντιπλουτοκρατική δύναμη. Π.χ. οργάνωσαν προβοκατόρικη παρέμβαση δήθεν στήριξης των απεργών χαλυβουργών, ενώ είχε προηγηθεί η ανακοίνωση του πυρήνα της ΧΑ στο Βόλο, που καλούσε τους εργάτες της εκεί Χαλυβουργίας να μην απεργήσουν και να δεχτούν τις μειώσεις μισθών.
Επιμέρους πλευρές της πρότασης της «Χρυσής Αυγής» στο πεδίο της οικονομίας11
• «Καταγγελία του Μνημονίου και όλων των δανειακών συμβάσεων».
Ο γενικόλογος αυτός καταγγελτικός λόγος για το Μνημόνιο και τα δάνεια αποφεύγει την οποιαδήποτε αναφορά στους στόχους που εξυπηρετούν οι αντεργατικές μεταρρυθμίσεις που προωθούνται (μέσα και από το μνημόνιο). Η ΧΑ προτείνει την άρνηση πληρωμής του μέρους του κρατικού χρέους που κρίνεται «παράνομο» και «επαχθές». Σε συσχέτιση με τις προτάσεις για αναπροσανατολισμό των διεθνών συμμαχιών (δες παρακάτω) γίνεται καθαρό ότι η αντίθεση της ΧΑ δεν αφορά ούτε την ουσία των συγκεκριμένων πολιτικών ούτε το δανειακό δέσιμο της χώρας από τα ιμπεριαλιστικά κέντρα γενικά.
• «Αποδέσμευση από διεθνείς οργανισμούς που δεν εξυπηρετούν τα εθνικά μας συμφέροντα».
Σε μια τέτοια φαινομενικά σοβαρή πρόταση θα περίμενε κανένας να αναφέρονται οι διεθνείς εκείνοι οργανισμοί που η ΧΑ θεωρεί επιζήμιους για τα εθνικά συμφέροντα. Η σκόπιμη ασάφεια στο παραπάνω σημείο, η έλλειψη ρητής αναφοράς σε ΕΕ και ΝΑΤΟ, καταδεικνύει από μια ακόμα πλευρά ότι η ΧΑ ψαρεύει σε θολά νερά και επιχειρεί μέσα από έναν κάλπικο αντιιμπεριαλισμό (ή καλύτερα αντι-δυτική ρητορεία) να αποκρύψει τη στήριξή της στην αναγκαιότητα διεθνών συμμαχιών της μιας ή της άλλης μορφής του ελληνικού μονοπωλιακού κεφαλαίου. Εξάλλου, η υπεράσπιση της εθνικής (καπιταλιστικής) αγοράς δεν αντιβαίνει στην οικοδόμηση διεθνών συμμαχιών της αστικής τάξης, ο προσανατολισμός και το βάθος των οποίων καθορίζεται από τις κάθε φορά αναγκαιότητες αναπαραγωγής του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου και από τη θέση της εγχώριας αστικής τάξης στη διεθνή πυραμίδα.
• «Ναι στην Ευρώπη των Εθνών, όχι στην Ευρώπη του κεφαλαίου και των τοκογλύφων».
Εχει εξαιρετικό ενδιαφέρον ότι τόσο οι οπορτουνιστές, όσο και οι εθνικιστές, αποφεύγουν να ονοματίζουν την Ευρωπαϊκή Ενωση όταν εμφανίζονται να της ασκούν κριτική. Αρκεί κανείς να αντικαταστήσει το «Ευρώπη των εθνών» στο παραπάνω σύνθημα με το «Ευρώπη των λαών», προκειμένου να βρεθεί στα ντοκουμέντα του ΣΥΡΙΖΑ ή του ΚΕΑ, με αποδοχή και στις δύο περιπτώσεις του νομοτελειακού χαρακτήρα της ΕΕ. Είναι χαρακτηριστική η θέση που διατύπωσε ο ΓΓ της ΧΑ σε συνέντευξή του στην ΕΤ1, στις 29 Απρίλη 2012, ότι είναι αντίθετος με την έξοδο από το ευρώ γιατί το έχουμε χιλιοπληρώσει.
• «Νέες στρατηγικές συμμαχίες, γεωπολιτικά και ιστορικά αποδεκτές».
Πρόκειται για κεντρικό στοιχείο της πολιτικής πρότασης της ΧΑ, στοιχείο που όλο και περισσότερο τονίζεται και εκλαϊκεύεται στα κείμενά της και στην αρθρογραφία της ηγεσίας της. Είναι ενδεικτικά παλιότερο άρθρο του Μιχαλολιάκου με τον τίτλο «Ελλάς, Ρωσία και εθνική ανεξαρτησία» και το πρόσφατο άρθρο του Κασιδιάρη «Ανάλυση: στροφή προς τη Ρωσία». Η συλλογιστική αυτής της πρότασης βλέπει τον Πούτιν ως πιθανό εκφραστή των «εθνικών δυνάμεων» της Ρωσίας, ενάντια στους Εβραίους ολιγάρχες της Ρωσίας και το διεθνές σύστημα της παγκοσμιοποίησης. Για την Ελλάδα, που είναι (ήδη από το 2007 κατά το Μιχαλολιάκο) «προτεκτοράτο» των ΗΠΑ και στην οποία «ο από Βορρά κίνδυνος είναι πολύ αμφίβολος, σε σχέση με τον από Ανατολάς», η στροφή προς τη Ρωσία αποτελεί μια ευκαιρία.
Στις σημερινές συνθήκες η πολιτική αυτή πρόταση της ΧΑ μοιάζει να διευρύνεται παραπέρα και να περιλαμβάνει: α) σύναψη δανειακής σύμβασης με τη Ρωσία, β) κοινή εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών της Ελλάδας, πρώτα και κύρια των ενεργειακών, γ) συμβολή της Ρωσίας στην προάσπιση των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων και δ) άνοιγμα των ελληνικών εξαγωγών στη Ρωσική αγορά.
Σημειώνουμε ότι η ρητορική αυτή για την ανάγκη διευρυμένων σχέσεων με τη Ρωσία αποτελεί κοινό τόπο και με ορισμένα τμήματα από το ευρύτερο «αντι-μνημονιακό» στρατόπεδο: από πολιτικές δυνάμεις και σχήματα (ΣΥΡΙΖΑ, «Σπίθα» - Θεοδωράκης κλπ.) έως δημοσιολόγους (Τράγκας κλπ.), αλλά και γραφικούς, με μαζική όμως αντήχηση σε λαϊκά στρώματα, τηλεσχολιαστές (Λιακόπουλος). Αντίθετες με τις συγκεκριμένες προτάσεις για στενότερη προσέγγιση με τη Ρωσία είναι κάποιες άλλες δυνάμεις του εθνικιστικού χώρου, π.χ. η εφημερίδα «Στόχος».
• «Ανάπτυξη με ανάταση της εθνικής παραγωγής για αυτάρκεια και ισχυρή Ελλάδα».
Για μια ακόμα φορά οι γενικόλογες αναφορές της ΧΑ σε «εθνική παραγωγή» και «ισχυρή Ελλάδα» αποδεικνύουν ότι επιχειρεί να αντλήσει υποστήριξη ανθρώπων με διαφορετικές ιδεολογικοπολιτικές ή κομματικές καταβολές, από ανεξαρτησιακούς, εκσυγχρονιστές έως λαϊκούς δεξιούς. Παρά τους φραστικούς βερμπαλισμούς, παραμένει μία η σταθερά: η υπεράσπιση, αλλά και η παραπέρα στήριξη της καπιταλιστικής επιχειρηματικής δραστηριότητας, που καλλωπίζεται πίσω από φράσεις για «απελευθέρωση όλων των δημιουργικών δυνάμεων του τόπου» και για ειδικά προγράμματα για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις.
• «Το τραπεζικό σύστημα επαναπροσδιορίζεται, σε αναπτυξιακό και κοινωνικό […] Αμεση εθνικοποίηση των τραπεζικών ιδρυμάτων που έχουν λάβει κεφαλαιακή ενίσχυση με την εγγύηση του ελληνικού δημοσίου και συγχώνευση των φαλιρισμένων ιδιωτικών τραπεζών σε μια ισχυρή εθνική τράπεζα. Η αγροτική τράπεζα αποσύρεται από το χρηματιστήριο, γίνεται 100% κρατική και μετατρέπεται σε ουσιαστικό μοχλό ανάπτυξης της αγροτικής παραγωγής».
Πρόκειται για άλλο ένα σημείο εντυπωσιακής συνταύτισης της πρότασης της ΧΑ με την κυρίαρχη αντι-μνημονιακή ρητορική. Συγκαλύπτει βέβαια, όπως και η τελευταία, τον κεντρικό ρόλο των τραπεζών στο σύστημα της καπιταλιστικής παραγωγής και της ανάπτυξής της, το αξεχώριστο της ύπαρξης του πλασματικού κεφαλαίου και του χρηματιστηριακού παρασιτισμού από τη λειτουργία του χρηματιστικού κεφαλαίου. Αποκρύπτει ότι η λειτουργία κρατικών τραπεζών στις συνθήκες του καπιταλισμού εξυπηρετεί τις γενικότερες αναγκαιότητες αναπαραγωγής του κοινωνικού κεφαλαίου και όχι φυσικά τα συμφέροντα των εργατικών και λαϊκών στρωμάτων. Εχει ενδιαφέρον η ειδική αναφορά σε μια πλήρως κρατική αγροτική τράπεζα - δένει με τις διαπιστώσεις της ΧΑ για την αγροτική παραγωγή που σημειώθηκαν παραπάνω και εκφράζει το ειδικό βάρος που επιζητεί να αποκτήσει στα μικροαστικά στρώματα της υπαίθρου.
• «Eλάχιστο όριο αξιοπρεπούς διαβίωσης και εξασφάλιση της κύριας κατοικίας. Διαγραφή χρεών προς ανακούφιση χαμηλών στρωμάτων και αναγκαστική για τις τράπεζες επαναδιαπραγμάτευση όλων των δανείων».
Σημειώνουμε τα παραπάνω από μια σειρά προτάσεων που αφορούν το βιοτικό επίπεδο, γιατί αποκαλύπτουν την εξαιρετικά στοχευμένη προσπάθεια της ΧΑ να αποκτήσει ένα μαζικό ακροατήριο σε εργατικά και μικροαστικά στρώματα, προσφέροντας βερμπαλιστικές υποσχέσεις με αόριστο περιεχόμενο. Είναι ενδεικτική η χρήση των εννοιών «εξασφάλιση», «ελάχιστο όριο» και «επαναδιαπραγμάτευση».
Γ. ΚΡΑΤΟΣ - ΕΝΟΠΛΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ
Στα ζητήματα αυτά βασική ιδεολογική σταθερά της ΧΑ αποτελεί η αντίληψή της για το «λαϊκό κοινωνικό» κράτος, πολιτική οργάνωση του έθνους. Το κράτος αποτελεί αναγκαιότητα, προκειμένου να μη φθίνει, αλλά να αναπτύσσεται το έθνος. Σύμφωνα με την αντίληψη αυτή, την πολιτική εξουσία διαθέτει ο λαός «χωρίς κομματικούς προαγωγούς». Το κράτος, διαμέσου της ισονομίας και της «πολιτικά ιεραρχημένης κοινωνικής ισότητας», εξασφαλίζει ότι «δεν υπάρχει κοινωνική διαστρωμάτωση με βάση τις εισοδηματικές - οικονομικές τάξεις. Οι λαϊκές τάξεις είναι συνεργαζόμενες οργανικά, ομάδες ανθρώπων με άλλες παραγωγικές ειδικές ικανότητες και δεξιότητες η κάθε μια»12.
Πέρα και πάνω από τις βερμπαλιστικές αοριστίες και τις προπαγανδιστικές κορώνες ενάντια στις «ολιγαρχίες του χρήματος» που δήθεν βρίσκονται εκτός του εθνικού κορμού, γίνεται φανερό ότι η πολιτική αυτή πρόταση δε θέτει υπό αμφισβήτηση την ταξική διαίρεση της κοινωνίας, άρα την ίδια την ουσία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Επιχειρεί να στομώσει και να καθυποτάξει την ταξική πάλη της εργατικής τάξης (την οποία βέβαια δεν αναγνωρίζει ως αυτοτελές κοινωνικό υποκείμενο με ιδιαίτερη ιστορική αποστολή) στο όνομα του κοινού εθνικού συμφέροντος, καλλιεργώντας την αυταπάτη ότι είναι δυνατό η ταξική διαίρεση να μην οδηγήσει σε «κοινωνική διαστρωμάτωση». Η ισότητα των ευκαιριών και η ισονομία αποτελούν θεμελιώδεις αρχές του αστικού κράτους από τις απαρχές του, δίχως βέβαια να αποτρέπουν στο ελάχιστο την εμφάνιση των «ολιγαρχιών του χρήματος». Σε τελική ανάλυση, και η πολιτική πρόταση της ΧΑ δεν επιζητεί φυσικά την κατάργηση (απαλλοτρίωση) αυτών των ολιγαρχιών, αλλά την αξιοκρατική δήθεν ανάδειξή τους μέσα από τη διαμεσολάβηση του «λαϊκού κράτους» και του εθνικισμού.
Στα ντοκουμέντα της η ΧΑ είναι εξαιρετικά προσεχτική στο να μη θίξει τον πυρήνα της αστικής κρατικής εξουσίας, αλλά να στιγματίσει τη μορφή διαχείρισης του κρατικού μηχανισμού, με ιδιαίτερη έμφαση στην κατάσταση των Ενόπλων Δυνάμεων. Είναι χαρακτηριστική η συνθηματολογική κριτική της για «διαφθορά, αδιαφάνεια, αναξιοκρατία, κομματικά ρουσφέτια, ποσά σε ημέτερους» που οδηγούν στο να «χάνονται οι δημιουργικές και άξιες δυνάμεις του τόπου».13 Οι αναφορές των κειμένων της στην «αποδυνάμωση» των Ενόπλων Δυνάμεων και η κριτική για εξοπλισμούς «χώρο σκανδάλων και εξάρτησης» συνδέονται αδιάρρηκτα με αυτό που η ίδια φαίνεται να θεωρεί ως προνομιακό πεδίο των θέσεών της, τα λεγόμενα εθνικά ζητήματα (δεν είναι τυχαίο ότι επιλέγεται η ημερομηνία των γεγονότων στα Ιμια -ως αφορμή και ως όχι ως αιτία, όπως τονίζεται- για τη διοργάνωση των κεντρικών ετήσιων μαζικών κινητοποιήσεων της ΧΑ). Σε συνέχεια των ανάλογων θέσεων στο πεδίο της οικονομίας, και εδώ τα βέλη της στρέφονται ενάντια σε ένα νεφελώδες «διεθνές ανθελληνικό σύστημα» που «μεθοδεύει το διαμελισμό και τη συρρίκνωση της Ελλάδας».
Στο επίπεδο της τρέχουσας πολιτικής πρότασης για τα ζητήματα των θεσμικών οργάνων και λειτουργιών του αστικού κράτους, η ΧΑ εμφανίζεται να περιορίζεται σε διαχειριστικές προτάσεις που αποτελούν κοινό τόπο και με άλλες αστικές πολιτικές δυνάμεις: κατάργηση του νόμου «περί ευθύνης υπουργών» και της βουλευτικής ασυλίας, έλεγχος του «πόθεν έσχες» από το 1974 και δήμευση της περιουσίας για όσους πλούτισαν σε βάρος του ελληνικού λαού, ασυμβίβαστο υπουργικής και βουλευτικής ιδιότητας, μείωση αποδοχών βουλευτών και χρηματοδότησης κομμάτων κλπ.
Οι μόνες πλευρές της κρατικής δραστηριότητας στις οποίες δίνει ιδιαίτερη έμφαση η ΧΑ είναι η εξωτερική πολιτική και τα ζητήματα των ενόπλων δυνάμεων. Αξίζει να σταθούμε και εμείς αναλυτικότερα στις συγκεκριμένες προτάσεις, γιατί εκφράζουν έναν ανοιχτά αντιδραστικό και αντεπαναστατικό προσανατολισμό. Ανεξάρτητα από το μέγεθος της συγκεκριμένης οργάνωσης, δεν πρέπει να υποτιμήσουμε τη ζύμωση τέτοιων αντιλήψεων (ή υποσυνόλων τους για το ένα ή το άλλο ζήτημα) μέσα σε εργατικά-λαϊκά στρώματα, ιδιαίτερα στις συνθήκες της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης και αναζήτησης εξωτερικών εχθρών.
Επιγραμματικά σημειώνουμε για τα επιμέρους θέματα της εξωτερικής πολιτικής:
• Μακεδονία. Ολόκληρη η γεωγραφική περιοχή της Μακεδονίας θεωρείται ελληνική από τους αρχαίους χρόνους, με τμήματά της να παραμένουν εκτός της χώρας. Κατά τη ΧΑ πρέπει να θεωρείται «αδίκημα εσχάτης προδοσίας» η αναγνώριση της ΠΓΔΜ με όνομα που θα περιέχει τη λέξη Μακεδονία.
• Βόρεια Ηπειρος. Προτείνεται η απόδοση της υπηκοότητας στους Βορειοηπειρώτες και η εφαρμογή των συμφωνηθέντων στο πρωτόκολλο της Κέρκυρας για την αυτονομία της περιοχής. Ως τελικός στόχος παραμένει η «απελευθέρωση» και ενσωμάτωση στην Ελλάδα.
• Κύπρος. Στη βάση της θέσης ότι «η Κύπρος είναι Ελλάδα», προβάλλεται η ανάγκη συνδρομής στον αγώνα για την απελευθέρωση των Κατεχόμενων και προτείνεται η απόδοση και ελληνικής υπηκοότητας στους Ελληνοκύπριους.
• Αιγαίο. Πέρα από τα λεγόμενα για επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 μίλια και για άμεση χάραξη υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ, ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται η πρόταση για δημιουργία και εξοπλισμό νησιωτικής εθνοφρουράς. Εξετάζοντας τις προτάσεις της ΧΑ για τα ζητήματα του Αιγαίου, θυμίζουμε όσα ειπώθηκαν παραπάνω για τον αναπροσανατολισμό των διεθνών συμμαχιών της Ελλάδας, με τα περί στροφής προς τη Ρωσία και ενισχυμένου ρόλου της τελευταίας στην εκμετάλλευση των ενεργειακών κοιτασμάτων και όχι μόνο.
• Θράκη. Αποτελεί κατεξοχήν προνομιακό χώρο για την καλλιέργεια εθνικιστικών προτάσεων, όπως αυτές για κλείσιμο του τουρκικού προξενείου και για πρόγραμμα «συνειδησιακής επανελληνοποίησης» των Πομάκων.
Στα ζητήματα των Ενόπλων Δυνάμεων περιλαμβάνονται επίσης μια σειρά προτάσεις με αντιδραστικό προσανατολισμό, όπως η υποχρεωτική στράτευση στα 18, η αφαίρεση της ιθαγένειας σε όσους αρνούνται να υπηρετήσουν και η «αποβολή από την κοινωνία» και κυρίως η δημιουργία λυκείων στρατιωτικής και αστυνομικής κατεύθυνσης, φυτώρια αντιδραστικοποίησης της νεολαίας των λαϊκών στρωμάτων από μικρή ηλικία και πιθανής προετοιμασίας ημιστρατιωτικών σχηματισμών.
Οι θέσεις του Κόμματός μας για τους στρατηγικούς προσανατολισμούς του ελληνικού μονοπωλιακού κεφαλαίου στην ευρύτερη περιοχή, τη σύμπλεξη αυτών των σχεδιασμών με τα σχέδια άλλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, αλλά και τις αντιθέσεις μεταξύ τους, τα ιστορικά διδάγματα που έχουμε βγάλει από την εξωτερική πολιτική του αστικού κράτους στις διάφορες εποχές και από τη στάση του κομμουνιστικού κινήματος απέναντί της, αποτελούν ισχυρά εργαλεία αντιπαράθεσης με τα ιδεολογήματα του εθνικιστικού χώρου. Το σταθερό αμφίπλευρο μέτωπο των κομμουνιστών, τόσο απέναντι στον εθνικισμό των πατριδοκάπηλων όσο και απέναντι στον κοσμοπολιτισμό του κεφαλαίου (αλλά και τον ψευτο-διεθνισμό - κοσμοπολιτισμό των οπορτουνιστών), διατηρεί πλέρια την ισχύ του.