Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί μετάφραση μιας εργασίας του Σεργκέι Ιβάνοβιτς Βαβίλοφ, Προέδρου της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ, που παρουσιάστηκε στο συμπόσιο «Η Μεγάλη Δύναμη των Ιδεών του Λενινισμού», το οποίο οργανώθηκε από το Ινστιτούτο Φιλοσοφίας της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ. Εκδόθηκε ως μπροσούρα στη Μόσχα το 1950 από τις εκδόσεις «Gospolitizdat», ενώ η μετάφραση που θα διαβάσετε προέρχεται από την αγγλόφωνη έκδοση της μπροσούρας αυτής, που κυκλοφόρησε στη Μόσχα από τις εκδόσεις «Foreign Languages Publishing House» το 1953, υπό τον τίτλο «Lenin and the Philosophical Problems of Modern Physics». Το κείμενο που δημοσιεύεται, καθώς και άλλα αντίστοιχα κείμενα του Βαβίλοφ, αποτελούν παρέμβαση στην έντονη συζήτηση που είχε ξεσπάσει μεταξύ των φυσικών επιστημόνων γύρω από την κβαντική φυσική (κβαντομηχανική).
O Βαβίλοφ γεννήθηκε στις 24 Μάρτη 1891 στη Μόσχα. Ήταν διακεκριμένος φυσικός, με σημαντικό έργο στον τομέα της οπτικής, όπου μεταξύ άλλων ανακάλυψε –από κοινού με τον Τσερένκοφ– το φαινόμενο Βαβίλοφ-Τσερένκοφ το 1934, για το οποίο ο Τσερένκοφ βραβεύτηκε με το βραβείο Νόμπελ το 1958 (ο Βαβίλοφ είχε πεθάνει στις 25 Γενάρη 1951). Από το 1945 μέχρι το θάνατό του διετέλεσε Πρόεδρος της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ και από το 1946 εκλεγόταν και στο Ανώτατο Σοβιέτ της ΕΣΣΔ. Για την πολυδιάστατη προσφορά του, τιμήθηκε δύο φορές με το Παράσημο Λένιν, τέσσερεις φορές με το βραβείο Στάλιν, ενώ ήταν κάτοχος και του Παράσημου της Κόκκινης Σημαίας της Εργασίας.
Πέραν του επιστημονικού του έργου στη φυσική, ο Βαβίλοφ διακρίθηκε για τη συμβολή του στην επεξεργασία μεθοδολογικών προβλημάτων της φυσικής, καθώς και για το σημαντικό του έργο στην ιστορία της επιστήμης. Στις πραγματείες του σε σχέση με τις βιογραφίες του Νεύτωνα, του Γαλιλαίου, του Χούιχενς, του Φαραντέι, του Λομονόσοφ, του Όιλερ και άλλων επιστημόνων με σημαντική συμβολή στην ανάπτυξη της επιστημονικής γνώσης, ξεχωρίζει η πρόθεσή του να εστιάσει στις μεθοδολογικές προϋποθέσεις των επιστημονικών τους επιτευγμάτων. Μελετώντας το έργο τους υπό την οπτική του διαλεκτικού υλισμού, ο Βαβίλοφ ανέλυσε τις επιστημολογικές προεκτάσεις της συμβολής καθενός εξ αυτών στην ανάπτυξη της επιστημονικής γνώσης. Αποτελεί έτσι μια ξεχωριστή περίπτωση επιστήμονα, ο οποίος, πέραν του αμιγώς επιστημονικού έργου που προσέφερε στον τομέα ειδίκευσής του, είχε πολυδιάστατη ενασχόληση με όλες τις πλευρές του οικοδομήματος της επιστημονικής γνώσης, χωρίς να παραγνωρίζει τη σημασία της ιστορικο-φιλοσοφικής προσέγγισής του. Η ενάργειά του, την οποία επέδειξε και στις προαναφερθείσες μελέτες, καθώς και η διεισδυτική μαρξιστική ματιά του, αντανακλάται και στο κείμενο που ακολουθεί στις επόμενες σελίδες.
Τόσο στους κόλπους της σοβιετικής επιστημονικής κοινότητας, όσο και μεταξύ των σοβιετικών φιλοσόφων, ήταν ιδιαίτερα αναπτυγμένη η τάση ενασχόλησης με τα μεθοδολογικά ζητήματα των επιμέρους επιστημών. Η τάση αυτή ξεπρόβαλε ως ανάγκη αφενός εξαιτίας των προβλημάτων που έθετε η ίδια η ανάπτυξη της επιστημονικής γνώσης και αφετέρου ως προσπάθεια να εγκολπωθούν η μέθοδος και τα πορίσματα της μαρξιστικής φιλοσοφίας στο θεωρητικό οπλοστάσιο των σοβιετικών επιστημόνων. Από την άποψη αυτή είναι χαρακτηριστική η παρότρυνση του Βαβίλοφ προς τους σοβιετικούς επιστήμονες να εντρυφήσουν στο διαλεκτικό υλισμό και να αναζητήσουν εκεί τα εργαλεία για τις εννοιολογικές υπερβάσεις που απαιτούνται για να ξεπεράσουν την επίδραση της μεταφυσικής και ιδεαλιστικής σκέψης, που ακόμα επιδρούσε στο έργο αρκετών, όπως θαρρετά εντοπίζεται στην τελευταία ενότητα του κειμένου. Πρόκειται για μία επισήμανση που διατηρεί στο ακέραιο τη σημασία της για τους κομμουνιστές επιστήμονες σε όλα τα πεδία της ανθρώπινης γνώσης.
Προς εξυπηρέτηση αυτού του σκοπού, ο Βαβίλοφ νιώθει την ανάγκη να απευθυνθεί από το βήμα του παραπάνω συμποσίου στη σοβιετική επιστημονική κοινότητα, επαναφέροντας και προσπαθώντας να αναπτύξει στα πλαίσια των νέων επιστημονικών ανακαλύψεων τα βασικά διδάγματα που προσφέρει το έργο του Λένιν «Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός».
Αυτή η παρέμβαση του Βαβίλοφ κρίνεται ιδιαίτερα σημαντική για δυο κυρίως λόγους. Ο πρώτος είναι ότι το συγκεκριμένο έργο του Λένιν, που αποτελεί τη μόνη ολοκληρωμένη αμιγώς φιλοσοφική εργασία του, αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της μαρξιστικής γνωσιοθεωρίας, είναι ένα πρότυπο ανάπτυξης της διαλεκτικής ως λογικής και γνωσιοθεωρίας του μαρξισμού. Ο Λένιν στο έργο αυτό, αναπτύσσοντας την πολεμική του απέναντι στις αυθαίρετες γενικεύσεις που κορυφαίοι επιστήμονες της εποχής του ανήγαγαν σε φιλοσοφικά συμπεράσματα, αποδίδοντάς τους γνωσιοθεωρητικό χαρακτήρα, δε δίστασε να συγκρουστεί μαζί τους, επισημαίνοντας τις μεθοδολογικές παρεκβάσεις τους και τον παράλογο και τελικά αντιδραστικό χαρακτήρα των πορισμάτων τους. Η σημασία αυτής της προσπάθειας του Λένιν αναδεικνύεται ιδίως στο βαθμό που γίνεται κατανοητό ότι αντιμετώπισε το ζήτημα αυτό διαβλέποντας τους κινδύνους που ενείχε για το επαναστατικό εργατικό κίνημα η υποχώρηση στο πεδίο της φιλοσοφίας, κίνδυνοι που σε πολιτικό επίπεδο έθεταν εν αμφιβόλω την ίδια την επίτευξη των επαναστατικών σκοπών του κινήματος. Μακριά από κάθε πρακτικισμό, ο Λένιν αφοσιώνεται σε πολύ δύσκολα χρόνια (μετά την ήττα της επανάστασης του 1905-1907 και τη ραγδαία υποχώρηση του κινήματος) στη μελέτη θεωρητικών ζητημάτων, τα οποία από οικονομίστικη οπτική γωνία θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως άσκοπη «βυζαντινολογία» με μηδενική σχεδόν σημασία για την επαναστατική πράξη. Ευτυχώς όμως ο Λένιν ήταν πολύ αυστηρός πολέμιος αυτών των αντιλήψεων και κατανοούσε βαθιά τόσο την προτεραιότητα της επαναστατικής θεωρίας (ακόμα και στα φαινομενικά πιο μακρινά από την πράξη πεδία της γνώσης) έναντι της ασκούμενης επαναστατικής πράξης, όσο και τους κινδύνους από την οπορτουνιστική παραβίαση αυτής της σχέσης.
Ο δεύτερος λόγος είναι ότι στους κόλπους της σοβιετικής επιστημονικής και φιλοσοφικής κοινότητας είχε εκφραστεί η ίδια δυσκολία που προέκυψε στην προσπάθεια αφομοίωσης των νέων επιστημονικών ανακαλύψεων και στο δυτικό κόσμο, έστω κι αν εκφράστηκε με διαφορετικούς όρους. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην ΕΣΣΔ υπήρξε μεγάλη συζήτηση τόσο σε σχέση με τη θεωρία της σχετικότητας, όσο και με την κβαντομηχανική, με αρκετές διαφορετικές θέσεις και απόψεις να διατυπώνονται, πολλές εκ των οποίων μάλιστα ήταν πιο επεξεργασμένες από τις αντίστοιχες που εκφράζονταν στη σχετική συζήτηση που λάμβανε χώρα την ίδια περίοδο στην καπιταλιστική Δύση. Είναι χαρακτηριστική, για παράδειγμα, η συζήτηση για την κβαντομηχανική στην ΕΣΣΔ, η οποία γνώρισε διάφορες κορυφώσεις. Το γεγονός όμως ότι οι Φοκ και Μπλόκιντσεφ αναδείχτηκαν ως οι κορυφαίοι εκφραστές των δυο διαφορετικών προσεγγίσεων (με επεξεργασίες το βάθος των οποίων δεν κατακτήθηκε στην καπιταλιστική Δύση) αναδεικνύει μεταξύ άλλων ακριβώς τη σημασία που αποδιδόταν στην ανάπτυξη της μαρξιστικής, φιλοσοφικής παιδείας των επιστημόνων στην ΕΣΣΔ. Φυσικά, το γεγονός αυτό δεν πρέπει να κρύψει την ύπαρξη σημαντικών προβλημάτων στην ανάπτυξη της σοβιετικής φιλοσοφίας και της σχέσης της με τις υπόλοιπες επιστήμες, για τα οποία υπήρξε και αρθρογραφία στο τεύχος 5/2016 της ΚΟΜΕΠ.
Τα παραπάνω ελπίζουμε να συμβάλουν στην καλύτερη κατανόηση του πλαισίου, εντός του οποίου ο Βαβίλοφ καταθέτει τη συγκεκριμένη συμβολή του. Όσον αφορά τώρα το ίδιο το κείμενο, αυτό που ξεχωρίζει είναι η έμφασή του στην ανάδειξη των μεθοδολογικών ζητημάτων και των επιστημολογικών προκείμενων που τίθενται σε κάθε πρόβλημα με το οποίο καταπιάνεται. Αυτό το γεγονός του επιτρέπει να ξεχωρίζει τα ζητήματα που αφορούν αμιγώς τη γνώση σ’ ένα ιδιαίτερο επιστημονικό πεδίο, η οποία δεν μπορεί παρά να αναπτύσσεται μέσα από τις αντιφάσεις της (γεγονός που ο Βαβίλοφ κατανοεί άριστα), από τις φιλοσοφικές προεκτάσεις των διάφορων θέσεων στις οποίες αποκρυσταλλώνεται αυτή η γνώση. Χωρίς αυτή τη διάκριση είμαστε καταδικασμένοι να πέσουμε στο ίδιο σφάλμα με αυτούς στους οποίους ο Λένιν άσκησε συντριπτική κριτική στο έργου του «Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός». Η ξεχωριστή δε συμβολή του Βαβίλοφ συνίσταται στην προτροπή του προς την επιστημονική κοινότητα να αναπτύσσει το εννοιολογικό πλαίσιο κατ’ αντιστοιχία με τις απαιτήσεις που θέτει το κάθε φορά νέο στάδιο στην ανάπτυξη της επιστημονικής γνώσης. Η ενδεχόμενη καθυστέρηση σε αυτό το καθήκον είναι που πολλές φορές προκαλεί τεράστια προβλήματα στην ίδια την ανάπτυξη της επιστημονικής σκέψης, στην ίδια την ικανότητα της επιστημονικής κοινότητας να αφομοιώσει με ολοκληρωμένο τρόπο τα συμπεράσματα που απορρέουν από αυτή την ανάπτυξη.
Ο Βαβίλοφ τονίζει την αμηχανία πολλών (Σοβιετικών και μη) επιστημόνων μπροστά στις τεράστιες ανακαλύψεις στη φυσική κατά τον 20ό αιώνα. Πολλοί από αυτούς έχασαν την επιστημονική τους «πυξίδα» όταν αναιρέθηκαν κάποια από τα παλιά επιστημονικά συμπεράσματα ή, πιο σωστά, όταν συγκεκριμενοποιήθηκε το πεδίο ισχύος της εφαρμογής τους. Αυτή η αμηχανία αποκτά ακόμα μεγαλύτερη σημασία αν αναλογιστούμε ότι ακούμπησε σπουδαίους επιστήμονες, οι οποίοι εξ ορισμού είχαν συνηθίσει να μην τρομάζουν μπροστά στην αντίφαση της παλιάς και της νέας γνώσης, είχαν συνηθίσει δηλαδή έμπρακτα (από την ίδια τους την επαγγελματική πρακτική) να κατανοούν σε κάποιο βαθμό τη σχετικότητα της κάθε βαθμίδας της ανθρώπινης γνώσης. Απέναντι σε αυτή την αμηχανία, ο Βαβίλοφ ξεκαθαρίζει ότι ο επιστήμονας που «σταθερά παίρνει θέση από τη σκοπιά του διαλεκτικού υλισμού» δεν έχει κανένα λόγο να πανικοβάλλεται μπροστά σε αυτή την αντίφαση. Αξίζει τέλος να αναφέρουμε ότι η ανασταλτική πίεση που μπορεί να ασκήσει η (διανοητική) συνήθεια και η έλλειψη (διανοητικού) θάρρους στην εξέλιξη της ανθρώπινης γνώσης δεν περιορίζεται φυσικά στο πεδίο της φυσικής, αλλά αφορά όλα τα πεδία, συμπεριλαμβανομένου του πεδίου της πολιτικής σκέψης.
Από τα παραπάνω γίνεται κατανοητό ότι η μελέτη του άρθρου που ακολουθεί είναι χρήσιμη όχι μόνο για τους φυσικούς επιστήμονες, αλλά και για τους κομμουνιστές που δεν έχουν εξοικείωση με το συγκεκριμένο επιστημονικό αντικείμενο. Η άντληση των γενικών συμπερασμάτων του άρθρου δεν προϋποθέτει την κατανόηση των ειδικών επιστημονικών αναφορών που περιλαμβάνονται σε αυτό.