Ο Λένιν και οι μπολσεβίκοι για τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο


της Ιδεολογικής Επιτροπής της ΚΕ του ΚΚΕ

Βουνά παλιοσίδερα γεμίσαν τον πλανήτη
μ’ ανθρώπινες σάρκες και αίμα πηχτό.
Σ’ αυτό των τρελών το απέραντο σπίτι
μόνο το Τσίμερβαλντ1 νηφάλιο σηκώνεται ορθό.

 

Ο Λένιν με μια χούφτα συντρόφους από ’δώ να,
επάν’ απ’ τον κόσμο ύψωσε με καρδιά
στοχασμούς πιο αστραφτερούς από κάθε πυρκαγιά,
και φωνή πιο βροντερή κι απ’ των κανονιών τα μπουμπουνητά.

 

– Στρατιώτες! Σας πρόδωσαν, σας πούλησαν,
και σας στέλνουν οι μπουρζουάδες,
στους Τούρκους, στο Βερντέν, στην Ντβίνα, στο χαμό.
Φτάνει πια! Τον πόλεμο των λαών εμείς οι δουλευτάδες
εμφύλιο θα τον κάνουμε με ξεσηκωμό!

Β. Μαγιακόφσκι, Λένιν (1924)

 

Το ξέσπασμα του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου αποτέλεσε μια πρωτόγνωρη, για εκείνη την εποχή, δοκιμασία για το διεθνές εργατικό κίνημα. Η μεγάλη πλειοψηφία των σοσιαλιστικών-εργατικών κομμάτων –τα οποία είχαν συγκροτηθεί σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες από το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα και σε ορισμένες είχαν σε ένα βαθμό αναπτυχθεί– καταπατώντας τις προηγούμενες διακηρύξεις τους πέρασαν τελικά το ένα μετά το άλλο σε θέσεις σύμπλευσης και υπεράσπισης των κυβερνήσεών τους, προδίδοντας ουσιαστικά τα συμφέροντα της εργατικής τάξης.

Φωτεινή εξαίρεση αποτέλεσαν οι μπολσεβίκοι στη Ρωσία, οι σπαρτακιστές στη Γερμανία και ορισμένες ακόμη διάσπαρτες κομμουνιστικές δυνάμεις και ομάδες σε διάφορες χώρες, διατηρώντας σταθερά συνεπείς προλεταριακές-διεθνιστικές θέσεις ενάντια στον πόλεμο, από τη σκοπιά της πάλης για την εργατική εξουσία. Την ώρα που οι σοσιαλσοβινιστές των συμβιβασμένων σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων αναλάμβαναν «ζεστές υπουργικές θεσούλες» για να υπηρετήσουν τον πολεμικό σκοπό, οι μπολσεβίκοι και οι συνεπείς επαναστατικές δυνάμεις αντιμετώπιζαν τις σκληρές διώξεις, την εξορία και την παρανομία.

Οι επεξεργασίες του Λένιν και των μπολσεβίκων αποτέλεσαν «φάρο» για την επαναστατική πάλη του προλεταριάτου με διαχρονική αξία. Φυσικά, η μελέτη των επεξεργασιών αυτών πρέπει να γίνεται πάντα σε στενή σύνδεση με τις ιστορικές συνθήκες μέσα στις οποίες διαμορφώνονται, να λαμβάνονται υπόψη διαφορές που υπάρχουν ανάμεσα σε ιστορικές περιόδους, προηγούμενες ή επόμενες, που παρουσιάζουν και διαφορετικά χαρακτηριστικά. Σε κάθε περίπτωση, βέβαια, οι λενινιστικές επεξεργασίες διαμορφώνουν μεθοδολογικά και θεωρητικά βάθρα, που αποτελούν σταθερή «πυξίδα» για τη στρατηγική του κομμουνιστικού κινήματος.

Η στάση εξάλλου του κομμουνιστικού κινήματος απέναντι στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο είναι ζήτημα κορυφαίας σημασίας. Δοκιμάζει την ικανότητα της επαναστατικής πρωτοπορίας να χαράσσει γραμμή πολιτικής και ταξικής ανεξαρτησίας, για να μη συρθεί ο λαός στα καλέσματα του κεφαλαίου, να διαμορφώνονται όροι ώστε ευρύτερες λαϊκές μάζες να συνειδητοποιούν ότι ο βασικός εχθρός είναι η εξουσία του κεφαλαίου και όχι οι εργάτες και οι λαοί των άλλων χωρών.

Το ζήτημα αυτό είναι άλλωστε άμεσα συνδεδεμένο, σε συνθήκες πιθανού κλονισμού της αστικής εξουσίας στην εξέλιξη του πολέμου, με την ικανότητα της πάλης της εργατικής τάξης για την εξουσία, για να βγει ο λαός από τα δεινά της πολεμικής καταστροφής αλλά και από το βάλτο της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και της «ειρήνης με το πιστόλι στον κρόταφο».

Η ιστορική πείρα δικαίωσε τον Λένιν και τους μπολσεβίκους, καθώς με αυτές τις επεξεργασίες, μέσα σε ένα εξαιρετικά σύνθετο περιβάλλον, κατάφεραν να οδηγήσουν το ρωσικό προλεταριάτο στη νίκη και στο κοσμοϊστορικό γεγονός της Οκτωβριανής Επανάστασης. Πλευρές αυτών των επεξεργασιών παρουσιάζουμε σ’ αυτό το συνοπτικό άρθρο. Για τη βαθύτερη κατανόηση του θέματος ο αναγνώστης αξίζει να μελετήσει τη συλλογή κειμένων του Λένιν Για τον πόλεμο και τη σοσιαλιστική επανάσταση, την έκδοση 1917: Η Οκτωβριανή Επανάσταση από μήνα σε μήνα και τη συλλογή κειμένων των Γερμανών κομμουνιστών Ο βασικός εχθρός βρίσκεται στην ίδια μας τη χώρα, που κυκλοφορούν από τη Σύγχρονη Εποχή.

 

ΓΙΑ ΤΟΝ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΟ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Οι λενινιστικές επεξεργασίες για τον πόλεμο δεν προέκυψαν ασφαλώς εν μία νυκτί. Αποτέλεσαν συνέχεια και ανάπτυξη της σημαντικής θεωρητικής και πολιτικής δουλειάς του μπολσεβίκικου κόμματος όλο το προηγούμενο διάστημα. Είχαν προηγηθεί εξάλλου οι οικονομικές μελέτες του Λένιν για την ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Ρωσία, ενώ ιδιαίτερα μέσα στις συνθήκες του πολέμου ενισχύθηκε η θεωρητική δουλειά για τα χαρακτηριστικά της ανάπτυξης του μονοπωλιακού καπιταλισμού, που συμπυκνώθηκε στο εμβληματικό έργο Ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού, που δημοσιεύτηκε το 1916.

Ο Λένιν αποκάλυψε την οικονομική και πολιτική ουσία του ιμπεριαλισμού, ως του νέου και τελευταίου σταδίου του καπιταλισμού. Τεκμηρίωσε ότι στο μονοπωλιακό καπιταλισμό οξύνονται όλες οι αντιθέσεις της καπιταλιστικής κοινωνίας και ταυτόχρονα αναπτύσσεται ολόπλευρα η κοινωνικοποίηση της παραγωγής, γίνεται η «υλική προετοιμασία» για την επαναστατική ανατροπή του καπιταλισμού και το πέρασμα στο σοσιαλισμό.

Στο έργο του «Κάτω από ξένη σημαία» συνοψίζει ως εξής την εποχή του μονοπωλιακού καπιταλισμού: «Η εποχή που μόλις αρχίζει βάζει την αστική τάξη στην ίδια κατάσταση που βρίσκονταν οι φεουδάρχες στην πρώτη εποχή (δηλαδή την εποχή της επαναστατικής ανόδου της αστικής τάξης, με τη Γαλλική αστική Επανάσταση του 1789). Είναι η εποχή του ιμπεριαλισμού και των ιμπεριαλιστικών κλονισμών, καθώς και των κλονισμών που απορρέουν απ’ τον ιμπεριαλισμό.»2

Ο Λένιν κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο ιμπεριαλισμός, αποτελώντας την ολόπλευρη υλική προετοιμασία του σοσιαλισμού, συνιστά παράλληλα και το έδαφος εκείνο των οξυμένων αντιθέσεων που μπορούν να οδηγήσουν στην εκδήλωση επαναστατικής κατάστασης, στη διαμόρφωση του αντικειμενικού εδάφους για την επαναστατική ανατροπή του. Ο μονοπωλιακός καπιταλισμός-ιμπεριαλισμός είναι η παραμονή της σοσιαλιστικής επανάστασης.

Το θεωρητικό και πολιτικό αυτό υπόβαθρο για το μονοπωλιακό καπιταλισμό έδωσε τη δυνατότητα στους μπολσεβίκους να τοποθετηθούν με σαφήνεια για το χαρακτήρα του πολέμου, όταν αυτός ξέσπασε το καλοκαίρι του 1914 με αφορμή τη δολοφονία του αρχιδούκα Φραγκίσκου-Φερδινάνδου, διάδοχο του θρόνου της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, από έναν Σέρβο φοιτητή. Από την πρώτη στιγμή, ο Λένιν επισημαίνει τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα του πολέμου απ’ όλες τις μεριές, θεμελιώδη διαπίστωση που αποτελεί και βάση για τη διαμόρφωση της στάσης των κομμουνιστών.

Λίγες μόλις μέρες μετά την έναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων ο Λένιν επισημαίνει αποφασιστικά: «Ο ευρωπαϊκός και παγκόσμιος πόλεμος έχει σαφώς καθορισμένο χαρακτήρα αστικού, ιμπεριαλιστικού, δυναστικού πολέμου. Η πάλη για αγορές και η καταλήστευση ξένων χωρών, η τάση να καταπνίξουν το επαναστατικό κίνημα του προλεταριάτου και της δημοκρατίας στο εσωτερικό των χωρών, η τάση να αποβλακώσουν, να διασπάσουν και να εξοντώσουν τους προλετάριους όλων των χωρών σπρώχνοντας τους μισθωτούς σκλάβους του ενός έθνους ενάντια στους μισθωτούς σκλάβους του άλλου έθνους προς όφελος της αστικής τάξης, αυτό είναι το μοναδικό πραγματικό περιεχόμενο και το μοναδικό πραγματικό νόημα του πολέμου.»3

Τα κύρια ζητήματα για κάθε πόλεμο είναι: Ποια τάξη τον διεξάγει, με ποιο σκοπό, σε ποια φάση της ιστορικής της ανάπτυξης. Με βάση την απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα μπορεί να κριθεί εάν ένας πόλεμος είναι αντιδραστικός ή προοδευτικός και από τίνος την πλευρά.

Η ιστορία άλλωστε επιβεβαιώνει ότι με τον πόλεμο συνεχίζεται με άλλα –βίαια– μέσα η πολιτική των αντιμαχόμενων δυνάμεων, που διευθύνεται από την κυρίαρχη τάξη τους, ενώ η ειρήνη που ακολουθεί αποτελεί με τη σειρά της τη συνέχεια αυτής της πολιτικής στη σκιά της έκβασης του πολέμου μέχρι την επόμενη ένοπλη σύγκρουση. Στηριζόμενος στην παραπάνω θέση, ο Λένιν απέρριψε την πρόληψη ότι τάχα είναι δυνατό να ξεχωρίσουμε τον πόλεμο από την πολιτική των αντίστοιχων κυβερνήσεων, των αντίστοιχων τάξεων, ότι τάχα είναι ποτέ δυνατό να βλέπουμε τον πόλεμο σαν απλή επίθεση που παραβιάζει την ειρήνη και σαν αποκατάσταση ύστερα αυτής της παραβιασμένης ειρήνης. Υποστήριξε ότι ο πόλεμος συνδέεται αδιάρρηκτα μ’ εκείνο το πολιτικό καθεστώς από το οποίο πηγάζει. Γράφει χαρακτηριστικά: «Την ίδια πολιτική, που ένα ορισμένο κράτος, μια ορισμένη τάξη στο πλαίσιο αυτού του κράτους, εφαρμόζει σε μια μακροχρόνια περίοδο πριν τον πόλεμο, η ίδια αυτή τάξη την συνεχίζει και στη διάρκεια του πολέμου, αλλάζοντας μόνο τη μορφή δράσης.»

Αναλύοντας ιστορικά παραδείγματα, όπως τους αντεπαναστατικούς πολέμους απ’ όλα τα μοναρχικά κράτη της Ευρώπης ενάντια στην επαναστατική Γαλλία στα τέλη του 18ου αιώνα, αλλά και τις συνθήκες του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου, απέδειξε ότι για να κατανοούμε τον κάθε πόλεμο και το χαρακτήρα του, είμαστε υποχρεωμένοι να μελετάμε σε βάθος χρόνου και συνολικά την πολιτική των δυνάμεων που συμμετέχουν σε αυτόν, στο πλαίσιο του δοσμένου συστήματος και όχι να παίρνουμε ξεχωριστά παραδείγματα, ξεχωριστές περιπτώσεις, που πάντα είναι εύκολο να αποσπαστούν από την αλυσίδα των κοινωνικών φαινομένων και που δεν έχουν καμία αξία, γιατί είναι το ίδιο εύκολο να φέρει κανείς και αντίθετο παράδειγμα.4

Απαντώντας μάλιστα σε όσους έκαναν λαθεμένες αναλογίες με προηγούμενες ιστορικές εποχές, τόνιζε ότι οι Μαρξ και Ένγκελς είχαν θέσει το κριτήριο «ποιας πλευράς πρέπει να εύχεται πιο πολύ την επιτυχία» στις πολεμικές αναμετρήσεις της περιόδου 1850-1870, όταν υπήρχαν ακόμη προοδευτικά αστικά κινήματα. Στις μέρες μας θα ήταν γελοίο και να σκέφτεται κανείς για προοδευτική αστική τάξη, επισημαίνει, καθώς στο ιστορικό προσκήνιο της ανθρωπότητας έχει πια περάσει το προλεταριάτο.5

 

ΓΙΑ ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ

Ο Λένιν αναδεικνύει ότι η περίοδος του πολέμου είναι περίοδος πρωτόγνωρης όξυνσης της ταξικής πάλης, που δημιουργεί και πρωτόγνωρες συνθήκες για το λαό. «Ο πόλεμος δεν μπορεί να μην προκαλεί στις μάζες τα πιο τρικυμιώδη αισθήματα που διαταράσσουν τη συνηθισμένη νωθρή ψυχική διάθεση. Και δεν είναι δυνατό να υπάρχει επαναστατική τακτική αν δεν αντιστοιχεί στα νέα αυτά τρικυμιώδη αισθήματα.»6

Σε τέτοιες συνθήκες οι μάζες του λαού, βιώνοντας πρωτοφανή δεινά, παίρνουν το βάπτισμα του πυρός στην πάλη, διδάσκονται από την ίδια τους την πείρα.

Εξάλλου, η πείρα της ταξικής πάλης αλλά και πιο συγκεκριμένα η πείρα της επανάστασης του 1905-1907 στη Ρωσία την περίοδο του Ρωσο-ιαπωνικού Πολέμου είχαν αναδείξει το συμπέρασμα ότι οι μάζες σε περιόδους έξαρσης και έντονης κοινωνικής αναταραχής διδάσκονται σε μερικές μόλις μέρες όσα διδάσκονται σε μήνες και χρόνια μιας «νυσταλέας» ζωής, μερικοί μήνες μπορούν να διδάξουν πολλά περισσότερα απ’ ό,τι ολόκληρες δεκαετίες πολιτικής στασιμότητας, όπως χαρακτηριστικά έλεγε ο Λένιν.

Η πορεία του πολέμου, οι νεκροί που πολλαπλασιάζονταν και τα μεγάλα δεινά των λαών δυνάμωναν τη δυσαρέσκεια. Τα αρχικά αισθήματα εθνικής «ανάτασης» και ομοψυχίας, η έξαρση του εθνικισμού και του σοβινιστικού φανατισμού, άρχισαν σιγά σιγά –παράλληλα με τη μαχητική δράση των επαναστατικών δυνάμεων, συχνά σε απίστευτα δύσκολες συνθήκες– να δίνουν τη θέση τους στη δυσαρέσκεια, στην αγανάκτηση, στη διάψευση των προσδοκιών και των ψεύτικων ελπίδων που καλλιεργούσαν οι κυβερνήσεις και τη θέληση να σταματήσει η πολεμική αναμέτρηση.

Παράλληλα, ο Λένιν επισήμανε ότι με βάση την εξέλιξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων σε κάποια φάση της εξέλιξης του πολέμου δεν αποκλείεται καθόλου και η ίδια η αστική τάξη, για τα συμφέροντά της, να προβάλει «ειρηνιστικά συνθήματα» και να προσπαθήσει να αξιοποιήσει το αναπτυσσόμενο λαϊκό αίσθημα υπέρ της ειρήνης.

Σε μια επιστολή του, γραμμένη διορατικά από τους πρώτους μήνες μάλιστα του πολέμου, ο Λένιν επισημαίνει σχετικά: «Για το σύνθημα της “ειρήνης” κάνετε λάθος ότι δήθεν η αστική τάξη ούτε καν θέλει να ακούσει. Σήμερα διάβασα το αγγλικό περιοδικό Εκόνομιστ. Οι έξυπνοι αστοί της πρωτοπόρας χώρας είναι υπέρ της ειρήνης, φυσικά χάρη του δυναμώματος του καπιταλισμού (...) Το σύνθημα της ειρήνης αύριο-μεθαύριο θα το αρπάξει η γερμανική αστική τάξη και ιδιαίτερα οι οπορτουνιστές (...) Δηλαδή η ειρήνη εγγυάται καλύτερα την “κοινωνική ειρήνη”, δηλαδή την υποταγή του προλεταριάτου στην αστική τάξη, την καθησύχαση του προλεταριάτου, τη συνέχιση της ύπαρξης του καπιταλισμού.»7

Από το ξεκίνημα κιόλας του πολέμου είχε καταγραφεί το ρεύμα του πασιφισμού (ειρηνισμού), ρεύμα που στην αρχή του πολέμου συσπείρωνε κυρίως διάφορους ουτοπικά σκεπτόμενους σοσιαλιστές και μικροαστούς, απέναντι στο οποίο οι μπολσεβίκοι επισήμαναν ότι ουσιαστικά ονειρεύονταν έναν «ειρηνικό καπιταλισμό» χωρίς ακρότητες. Κατά την έναρξη του πολέμου το ρεύμα του πασιφισμού (αρνήσεις στράτευσης κ.ά.) εκ των πραγμάτων ήταν σε αντίθεση με το σοβινισμό που απαιτούσε η πολεμική προσπάθεια των καπιταλιστών. Με την εξέλιξη του πολέμου, μετά τις τεράστιες απώλειες στα πολεμικά μέτωπα και τη στροφή τμημάτων του κεφαλαίου στην ιμπεριαλιστική ειρήνη, που αποτύπωνε τους αλλαγμένους συσχετισμούς μεταξύ των καπιταλιστών, το ρεύμα του πασιφισμού δυνάμωσε, αφού όλο και περισσότεροι σοσιαλσοβινιστές ηγέτες εμφανίζονταν ως πασιφιστές ακολουθώντας τους αστούς.

Ο Λένιν τόνιζε ότι το δυνάμωμα των λαϊκών διαθέσεων υπέρ της ειρήνης ουσιαστικά ήταν απόδειξη της χρεοκοπίας των πολεμοκάπηλων σκοπών που διακήρυσσε κάθε αστική τάξη για να εγκλωβίσει το λαό της στην πολεμική αναμέτρηση: «Ο πόθος για ειρήνη είναι ένα από τα σπουδαιότερα συμπτώματα που αποκαλύπτουν πως αρχίζει η απογοήτευση για την αστική ψευτιά σχετικά με τους “απελευθερωτικούς” σκοπούς του πολέμου, σχετικά με την “υπεράσπιση της πατρίδας” και τις άλλες απάτες της αστικής τάξης σε βάρος του λαού.»

Έσπευδε σε αυτήν τη βάση να επισημάνει ότι οι σοσιαλιστές πρέπει να φερθούν με την πιο μεγάλη προσοχή απέναντι σ’ αυτό το σύμπτωμα, μην καλλιεργώντας όμως αυταπάτες και αναδεικνύοντας παράλληλα ότι ο πόθος για ειρήνη αλλά και για όλα όσα περιμένουν από μια ειρηνική ζωή μπορεί να πραγματοποιηθεί οριστικά μόνο με την ανατροπή της αστικής εξουσίας και τη σοσιαλιστική επανάσταση.

Χαρακτηριστικό είναι το άρθρο που περιέχεται στη συλλογή με τίτλο «Στροφή στην παγκόσμια πολιτική», γραμμένο από τον Λένιν το Γενάρη του 1917. Ο Λένιν τονίζει την αντικειμενική βάση που έχει η μεταστροφή που αρχίζει να διαμορφώνεται υπέρ της σύναψης μιας ληστρικής ιμπεριαλιστικής ειρήνης από την «παραχορτασμένη από τα πολεμικά της κέρδη αστική τάξη» με σκοπό το μοίρασμα της λείας, σημειώνοντας παράλληλα τον ταξικό υπολογισμό των αστικών κυβερνήσεων κάτω από το φόβο της επανάστασης και τους κινδύνους για τη σταθερότητα της αστικής εξουσίας που γεννά ο συνεχιζόμενος πόλεμος.

Σε αυτήν τη βάση αναδεικνύει το ρόλο των οπορτουνιστών σοσιαλδημοκρατών ηγετών που, αναμασώντας τις πασιφιστικές διακηρύξεις που τώρα αξιοποιεί η αστική τάξη, εξωραΐζουν την ιμπεριαλιστική ειρήνη και «δεν καταλαβαίνουν τον πραγματικό, τον αντικειμενικό, τον πολιτικό ρόλο που παίζουν οι ίδιοι, ρόλο παπαδίσκων που παρηγορούν τους λαούς αντί να τους ξεσηκώνουν στην επανάσταση». Ο Λένιν επισημαίνει ότι η συνεπής και πραγματικά επαναστατική πολιτική δεν μπορεί να λέει ψέματα στο λαό, και ότι οι μπολσεβίκοι λένε καθαρά ότι είναι αδύνατο να γίνει δημοκρατική ειρήνη αν το επαναστατικό προλεταριάτο της Αγγλίας, της Γαλλίας, της Γερμανίας και της Ρωσίας (σ.σ.: των κύριων εμπλεκόμενων χωρών) δεν ανατρέψει τις αστικές κυβερνήσεις.

Ο Λένιν καταλήγει: «Ακριβώς τώρα που η ιθύνουσα αστική τάξη ετοιμάζεται να αφοπλίσει ειρηνικά εκατομμύρια προλετάριους και να τους μεταφέρει ακίνδυνα (...) από τα ακάθαρτα, βρόμικα και δύσοσμα χαρακώματα που ασχολούνται με το μακελειό, στα κάτεργα των καπιταλιστικών εργοστασίων, όπου με την “τίμια δουλειά” τους πρέπει να εξοφλήσουν τις εκατοντάδες δισεκατομμύρια του δημόσιου χρέους, ακριβώς τώρα αποκτά ακόμη πιο μεγάλη σημασία απ’ ό,τι στην αρχή του πολέμου το σύνθημα που απηύθυνε στους λαούς το Κόμμα μας το φθινόπωρο του 1914: Μετατροπή του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε εμφύλιο πόλεμο για το σοσιαλισμό!»8

 

ΤΑ ΝΕΑ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΠΟΥ ΜΠΑΙΝΟΥΝ ΣΤΗΝ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ ΣΕ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΠΟΛΕΜΙΚΗΣ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗΣ ΚΑΙ Η ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ

Το ζήτημα του πολέμου και η στάση του εργατικού κινήματος είχε απασχολήσει τα σοσιαλιστικά κόμματα από τις αρχές ακόμη του 20ού αιώνα. Έχοντας ξεκάθαρο τον αντιδραστικό χαρακτήρα του πολέμου σε συνθήκες μονοπωλιακού καπιταλισμού και απαντώντας στις απόψεις άλλων σοσιαλιστών της εποχής, ο Λένιν τόνιζε από το 1907 ακόμη, στις εργασίες του Διεθνούς Συνεδρίου της Στουτγάρδης, ότι η πάλη πρέπει να αποβλέπει «στην αντικατάσταση του καπιταλισμού με το σοσιαλισμό και όχι απλώς στην αντικατάσταση του πολέμου με την ειρήνη»9.

Ταυτόχρονα, οι μελέτες του Λένιν γύρω από τον ιμπεριαλισμό ανέδειξαν και ένα ακόμη σημαντικό ζήτημα: Η ανισομετρία της οικονομικής και πολιτικής ανάπτυξης των διάφορων χωρών την εποχή του ιμπεριαλισμού μπορεί να διαφοροποιεί το χρόνο διαμόρφωσης των πολιτικών προϋποθέσεων για την εκδήλωση της επανάστασης στις διάφορες χώρες. Οι επεξεργασίες αυτές ανέδειξαν τις δυνατότητες που δημιουργούσε η ανισόμετρη οικονομική και πολιτική ανάπτυξη και η όξυνση των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών ώστε να σπάσει η ιμπεριαλιστική αλυσίδα στον αδύναμο κρίκο της και να ξεκινήσει η προσπάθεια οικοδόμησης του σοσιαλισμού σε μία χώρα ή ομάδα χωρών. Όχι κατ’ ανάγκη δηλαδή στις πιο ανεπτυγμένες καπιταλιστικά χώρες, όπως υποστήριζαν πολλοί μαρξιστές της εποχής, αλλά εκεί όπου θα εκδηλωθεί επαναστατική κατάσταση ως αποτέλεσμα όξυνσης των ιμπεριαλιστικών αντιθέσεων εξαιτίας και του ιμπεριαλιστικού Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Αυτή η επεξεργασία αναδείκνυε τη δυνατότητα εκδήλωσης και νίκης της επανάστασης και στη Ρωσία, η οποία χαρακτηριζόταν από υστέρηση στην καπιταλιστική ανάπτυξη συγκριτικά με άλλες καπιταλιστικές χώρες, όπως η Βρετανία, η Γερμανία, οι ΗΠΑ. Έτσι δόθηκε παραπέρα ώθηση στη στρατηγική επεξεργασία των μπολσεβίκων στο στόχο της σοσιαλιστικής επανάστασης, καθώς η αντίληψη πως η επανάσταση θα εκδηλωνόταν στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες και θα ακολουθούσε η Ρωσία, αποτελούσε τροχοπέδη στην ανάπτυξη της πάλης για κατάκτηση της επαναστατικής εργατικής εξουσίας στην ίδια τη Ρωσία.

Όταν τελικά ο πόλεμος ξέσπασε, οι οπορτουνιστές ηγέτες της Β΄ Διεθνούς υποστήριζαν ότι δεν επιβεβαιώθηκε η εκτίμηση του Συνεδρίου της Βασιλείας (1912) για διαμόρφωση επαναστατικής κατάστασης αμέσως μετά το ξέσπασμα της πολεμικής αναμέτρησης, αφού οι κυβερνήσεις εμφανίζονταν ισχυρές στις αρχές του πολέμου.

Ο Λένιν ανταπαντούσε ότι ποτέ οι κυβερνήσεις, οι κυρίαρχες τάξεις των διάφορων κρατών δεν έχουν τόσο ανάγκη τη συναίνεση των εργαζόμενων μαζών (την «ειρηνική υποταγή τους») όσο τον καιρό του πολέμου. Επισήμανε επίσης ότι, αν στην αρχή του πολέμου, ιδιαίτερα σε μια χώρα που περιμένει γρήγορη νίκη, η κυβέρνηση φαίνεται παντοδύναμη, κανένας ποτέ και πουθενά στον κόσμο δε σύνδεσε την αναμονή μιας επαναστατικής κατάστασης αποκλειστικά με τη στιγμή της «έναρξης» του πολέμου και πολύ περισσότερο δεν ταύτισε το «φαινομενικό» με την πραγματικότητα10.

Τα βασικά γνωρίσματα της επαναστατικής κατάστασης, δηλαδή η αδυναμία της αστικής τάξης να επιβάλει την εξουσία της («οι πάνω δεν μπορούν»), η άρνηση της εργατικής τάξης και του λαού να υποτάσσονται στην αστική εξουσία («οι κάτω δε θέλουν»), όπως γινόταν το προηγούμενο διάστημα, και η εκδήλωση πρωτόγνωρης κινητοποίησης εργατικών-λαϊκών μαζών λόγω της απότομης ανέχειας εκδηλώνονται σε κάποιες από τις εμπόλεμες χώρες (όχι απαραίτητα σε όλες) και μάλιστα κατά τη διάρκεια εξέλιξης του πολέμου και όχι κατά την έναρξή του.

Αρχικά ο συσχετισμός που διαμορφώνεται κατά την πορεία του πολέμου ανάμεσα στις εμπόλεμες αστικές τάξεις (για παράδειγμα, στην περίπτωση ήττας ή καμπών στην πολεμική αναμέτρηση) επιδρά και στην ικανότητά τους να επιβάλουν την κυριαρχία τους στο εσωτερικό κάθε χώρας. Επίσης η ίδια η πορεία του πολέμου διαμορφώνει ασφυκτικές συνθήκες ζωής για την εργατική τάξη των εμπόλεμων χωρών, προκαλεί τους θανάτους στο μέτωπο, την πείνα και τη φτώχεια. Στο βαθμό που συσσωρεύονται τέτοιες εξελίξεις διαμορφώνονται αντικειμενικά προϋποθέσεις που επιδρούν, στον έναν ή τον άλλο βαθμό, στο να αρχίζει να «ξεθωριάζει» η αρχική «αίγλη» των εθνικιστικών συνθημάτων, όπως αυτά προβάλλονται στην έναρξη του πολέμου.

Αυτή η πείρα αναδείχτηκε γλαφυρά στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Υπήρξαν χώρες που η εξέλιξη του πολέμου οδήγησε σε κλονισμό της αστικής εξουσίας και σε αδυναμία της αστικής τάξης να επιβάλλεται στο λαό, με χαρακτηριστικά παραδείγματα τη Ρωσία και τη Γερμανία. Ενώ υπήρξαν άλλες χώρες, όπως η Αγγλία, στο έδαφος της οποίας δεν εκδηλώθηκε επαναστατική κατάσταση έως και το τέλος του πολέμου.

Η ιστορική πείρα του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου, στον οποίο ο θάνατος και οι κακουχίες πήραν τρομακτικές διαστάσεις, είναι αποκαλυπτική και για την επίδραση που έχει στην εργατική τάξη των εμπόλεμων χωρών. Όταν ξεκίνησε ο πόλεμος ήταν τέλη Ιούλη. Ο Γερμανός αυτοκράτορας Γουλιέλμος Β΄ ενθάρρυνε τους στρατιώτες του λέγοντας: «Μέχρι να πέσουν τα φύλλα, θα έχετε γυρίσει στο σπίτι, κοντά στους αγαπημένους σας –νικητές!»11 Υπολόγιζε σε μια γρήγορη νίκη, θεωρώντας ότι το φθινόπωρο κιόλας του 1914 ο πόλεμος θα είχε λήξει με το θρίαμβο των Γερμανών. Τα φύλλα βέβαια έπεσαν, το χιόνι σκέπασε τα πεδία των μαχών, οι εποχές συνέχιζαν να αλλάζουν, αλλά ο πόλεμος δεν τελείωνε. Συνεχίστηκε για 4 μαρτυρικά χρόνια μέχρι το 1918 με εκατομμύρια νεκρούς.

Στα κείμενα του Λένιν και των μπολσεβίκων μετά το ξέσπασμα του πολέμου επισημαίνεται αποφασιστικά ότι η εργατική τάξη πρέπει να στρέψει τα βέλη της στον πραγματικό αντίπαλο, στην εξουσία του κεφαλαίου, και το προλεταριάτο κάθε χώρας ενάντια στη δική του κυβέρνηση που στέλνει το λαό στη σφαγή.

Η κάθε αστική τάξη εμφανίζει παραπλανητικά το δικό της ταξικό συμφέρον ως «εθνικό», καλώντας σε συστράτευση το προλεταριάτο στους λεγόμενους «εθνικούς σκοπούς», οι οποίοι ουσιαστικά αποτυπώνουν τους στόχους μιας μερίδας καπιταλιστών για την επικράτηση στον ανταγωνισμό –οικονομικό, πολιτικό, εδαφικό, στρατιωτικό– με τους αντιμαχόμενους καπιταλιστές.

«Η αστική τάξη εξαπατά τις μάζες καλύπτοντας την ιμπεριαλιστική ληστεία με την παλιά ιδεολογία του “εθνικού πολέμου”», τόνιζε ο Λένιν και συμπλήρωνε ότι «το προλεταριάτο ξεσκεπάζει αυτήν την απάτη κηρύσσοντας το σύνθημα της μετατροπής του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε εμφύλιο πόλεμο».12

Ο Λένιν ασφαλώς δεν έμεινε μόνο στη διατύπωση ενός γενικού συνθήματος, αλλά εξηγεί τα βήματα και τον τρόπο δουλειάς που πρέπει να ακολουθήσουν οι επαναστατικές δυνάμεις για να προετοιμάζουν και να προσελκύουν τις εργατικές-λαϊκές μάζες. Σε μια επιστολή του προς τον μπολσεβίκο Σλιάπνικοφ αναφέρει χαρακτηριστικά: «Η μετατροπή αυτή [σε εμφύλιο πόλεμο] μπορεί να κρατήσει πολύ, μπορεί να απαιτήσει, και θα απαιτήσει, μια σειρά από προκαταρκτικούς όρους, ωστόσο όλη η δουλειά πρέπει να γίνει ακριβώς πάνω στη γραμμή μιας τέτοιας μετατροπής, πάνω στο πνεύμα και την κατεύθυνση αυτής της μετατροπής. (...) Εμείς δεν μπορούμε να “υποσχεθούμε” εμφύλιο πόλεμο, ούτε και να τον “επιβάλουμε με διάταγμα”, όμως είμαστε υποχρεωμένοι να κάνουμε δουλειά –στην ανάγκη και πολύ μακρόχρονη– προς την κατεύθυνση αυτή.»13

Ο Λένιν επίσης εξηγεί ότι η μετατροπή αυτή δε γίνεται «σύμφωνα με τη θέληση του ενός ή του άλλου κόμματος», αλλά ότι βρίσκεται μέσα στις αντικειμενικές συνθήκες του καπιταλισμού γενικά και «της εποχής του τέλους του καπιταλισμού ειδικά». Αναπτύσσοντας διεξοδικότερα πλευρές του τρόπου δουλειάς σε αυτήν την κατεύθυνση, επισημαίνει ότι καθήκον των επαναστατών είναι «να μην ψηφίζουν τις πολεμικές πιστώσεις, να μην ενθαρρύνουν το σοβινισμό της χώρας “τους” (και των σύμμαχων χωρών), να καταπολεμήσουν πρώτ’ απ’ όλα το σοβινισμό της “δικής τους” αστικής τάξης, να μην περιορίζονται στις νόμιμες μορφές πάλης όταν αρχίζει η κρίση και η αστική τάξη αφαιρεί η ίδια τη νομιμότητα που δημιούργησε –να ποια είναι η γραμμή δουλειάς που οδηγεί στον εμφύλιο πόλεμο και θα οδηγήσει σ’ αυτόν σε τούτη ή σ’ εκείνη τη στιγμή της πανευρωπαϊκής πυρκαγιάς»14.

Οι διαπιστώσεις αυτές συνέβαλαν καθοριστικά στο να μπορέσουν οι μπολσεβίκοι να ανταποκριθούν στις συνθήκες επαναστατικής κατάστασης που γέννησε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, αυτός ο «μεγάλος σκηνοθέτης της επανάστασης», όπως τον ονόμασε ο Λένιν, σε μια σειρά χώρες.

 

ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟ ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟ ΜΕ ΤΗΝ ΑΣΤΙΚΗ ΤΑΞΗ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΣΤΟΧΟΥΣ ΤΗΣ

Κεφαλαιώδους σημασίας ήταν η συμβολή των μπολσεβίκων στη διαπάλη με το συμβιβασμό και τον οπορτουνισμό.

Όπως ήδη αναφέραμε, ο πόλεμος οδήγησε σε ανοιχτές σοσιαλσοβινιστικές θέσεις μια σειρά μεγάλα και σημαντικά κόμματα της περιόδου, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Γερμανίας και άλλα κόμματα των ευρωπαϊκών χωρών.

Επιφανείς σοσιαλιστές ανέλαβαν υπουργικά χαρτοφυλάκια για να υπηρετήσουν ενεργά τον πολεμικό σκοπό. Ο Ζυλ Γκεντ ανέλαβε υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου στη γαλλική κυβέρνηση, ενώ ο Αλμπέρ Τομά υπουργός Εξοπλισμών. Ο Εμίλ Βαντερβέλντε, που κατείχε μάλιστα τη θέση του προέδρου του Διεθνούς Σοσιαλιστικού Γραφείου της Β΄ Διεθνούς, ανέλαβε σημαντικές υπουργικές θέσεις στη βελγική κυβέρνηση, ενώ με τη λήξη του πολέμου συμμετείχε ως κυβερνητικό στέλεχος στις εργασίες και την υπογραφή της ιμπεριαλιστικής Συνθήκης των Βερσαλλιών. Ο γηραιός ηγέτης του αναρχισμού Π. Κροπότκιν υποστήριξε ένθερμα της ιμπεριαλιστική συμμαχία της Αντάντ και δήλωνε τη λύπη του που λόγω της ηλικίας του –ήταν τότε 72 ετών– δεν μπορούσε να καταταγεί στο στρατό και να πολεμήσει ενάντια στη Γερμανία.

Ο Λένιν όλα τα προηγούμενα χρόνια είχε αναδείξει την ειδική σύνδεση που υπήρχε ανάμεσα στον ιμπεριαλισμό και την ανάπτυξη του οπορτουνισμού, καλώντας σε ιδεολογικό-πολιτικό και οργανωτικό διαχωρισμό. Η χρεοκοπία της Β΄ Διεθνούς στον πόλεμο αποτέλεσε κορύφωση της πορείας οπορτουνιστικής μετάλλαξής της καθ’ όλη την προηγούμενη περίοδο. Στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα, που αρχίζουν και μαζικοποιούνται μια σειρά σοσιαλιστικά-εργατικά κόμματα στην Ευρώπη, διαμορφώνονται παράλληλα και μια σειρά κοινωνικοί-υλικοί όροι που παίζουν ρόλο ώστε σταδιακά πολλά κόμματα να οδηγηθούν σε υποχώρηση από την επαναστατική γραμμή, στο ρεφορμισμό και τον οπορτουνισμό.

Πρόκειται για την περίοδο εκείνη που έχει περιγραφεί από τον Λένιν ως «ειρηνική» περίοδος του καπιταλισμού (ανάμεσα στην Παρισινή Κομμούνα το 1871 και το ξέσπασμα του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου το 1914). Πρόκειται για την περίοδο περάσματος στο μονοπωλιακό καπιταλισμό, περίοδο στην οποία συντελείται μεγάλη ανάπτυξη και εξάπλωση της καπιταλιστικής βιομηχανίας, η εμφάνιση και ενδυνάμωση των μονοπωλίων, καθώς και ένταση της αποικιοκρατικής εκμετάλλευσης. Στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες οι αστικές τάξεις αποκτούν δυνατότητες ελιγμών και παραχωρήσεων προς το ισχυροποιούμενο εργατικό κίνημα. Αρχίζει να διαμορφώνεται ένα τμήμα της εργατικής τάξης του οποίου οι συνθήκες ζωής βελτιώνονται δυσανάλογα σε σχέση με το σύνολο της τάξης και το οποίο συνδέει τους δικούς του υλικούς όρους με την αστική του τάξη, τείνοντας να συμβιβαστεί και να «εξαγοραστεί». Πρόκειται για τη διαμόρφωση του κοινωνικού στρώματος της «εργατικής αριστοκρατίας», που αποτέλεσε την κοινωνική δύναμη υποστήριξης της αστικής πολιτικής μέσα στην εργατική τάξη, το κοινωνικό έδαφος ανάπτυξης του οπορτουνισμού και της υποταγής στην αστική πολιτική. Ήδη από το 1858 ο Ένγκελς επισημαίνει ότι το αγγλικό προλεταριάτο «αστικοποιείται ολοένα και περισσότερο».

Ο Λένιν αναφέρεται σχετικά: «Οι αντικειμενικές συνθήκες του τέλους του 19ου αιώνα δυνάμωσαν εξαιρετικά τον οπορτουνισμό, μετατρέποντας τη χρησιμοποίηση της αστικής νομιμότητας σε δουλοπρέπεια απέναντί της, δημιουργώντας ένα μικρό στρώμα γραφειοκρατίας και αριστοκρατίας της εργατικής τάξης και προσελκύοντας στις γραμμές των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων πολλούς μικροαστούς “συνοδοιπόρους”. Ο πόλεμος επιτάχυνε την εξέλιξη μετατρέποντας τον οπορτουνισμό σε σοσιαλσοβινισμό, μετατρέποντας τη μυστική συμμαχία των οπορτουνιστών σε ανοιχτή συμμαχία με την αστική τάξη.»

Οι θέσεις αυτές, όπως και συνολικότερα η ανάδειξη των βαθύτερων αιτιών της ανάπτυξης του ρεφορμισμού και του οπορτουνισμού, ήταν κομβικής σημασίας, καθώς ενίσχυαν την αποφασιστική πολιτική τοποθέτηση του Λένιν για πλήρη διαχωρισμό και σκληρή πολιτική αντιπαράθεση με τον οπορτουνισμό. Η θέση αυτή ήταν σημαντική για να μπορούν οι μπολσεβίκοι αποφασιστικά να παλεύουν μέσα στο λαό ενάντια στο συμβιβασμό τόσο των μενσεβίκων και άλλων μικροαστών σοσιαλιστών στη Ρωσία, όσο και στις υπόλοιπες οπορτουνιστικές δυνάμεις στο διεθνές κίνημα. Ιδιαίτερα στις συνθήκες του ιμπεριαλιστικού πολέμου, η πάλη ενάντια στον οπορτουνισμό είναι συστατικό στοιχείο της πάλης ενάντια στην αστική τάξη, ενάντια στον υποχωρητισμό και το συμβιβασμό με αυτήν. «Η ενότητα με τους οπορτουνιστές σημαίνει σήμερα στην πράξη υποταγή της εργατικής τάξης στην εθνική “της” αστική τάξη, σημαίνει συμμαχία μαζί της για την υποδούλωση ξένων εθνών και για τον αγώνα για τα προνόμια του κυρίαρχου έθνους και είναι διάσπαση του επαναστατικού προλεταριάτου όλων των χωρών.»

Ο Λένιν επίσης ανέδειξε ότι οι σοσιαλσοβινιστές εξαπατούν το λαό επαναλαμβάνοντας τα ψέματα των αστών σχετικά με το σκοπό του πολέμου για να εγκλωβίζουν τους εργαζόμενους. Ενώ επίσης τόνιζε ότι στους σοσιαλσοβινιστές ανήκουν τόσο εκείνοι που εξωραΐζουν και δικαιολογούν τις κυβερνήσεις και την αστική τάξη μίας μόνο από τις εμπόλεμες ομάδες των ιμπεριαλιστικών συμμαχιών, αλλά και άλλοι, όπως ο Κ. Κάουτσκι, που αναγνώριζε στους σοσιαλιστές όλων των εμπόλεμων χωρών «ίσο δικαίωμα» να «υπερασπίζουν» την πατρίδα τους.15

Επιπλέον, όλες οι «συνήθειες» που τα διάφορα σοσιαλιστικά κόμματα είχαν αποκτήσει την προηγούμενη περίοδο, η υπόκλιση στον αστικό κοινοβουλευτισμό, ο σεβασμός στη νομιμότητα και οι τάσεις λεγκαλισμού, λειτουργούσαν διαβρωτικά ως προς τον επαναστατικό χαρακτήρα αυτών των κομμάτων όλο το προηγούμενο διάστημα, ενώ στις συνθήκες του πολέμου λειτούργησαν ως πρόσθετο στοιχείο της υποχώρησης και καθήλωσης σε θέσεις υποστήριξης των κυβερνήσεών τους, μέσα στο πλαίσιο της αστικής νομιμότητας υπό το φόβο των πιθανών κυρώσεων.

Σε αυτό το πλαίσιο, γράφει ο Λένιν: «Η υπεράσπιση της συνεργασίας των τάξεων (...) η μετατροπή της αστικής νομιμότητας σε φετίχ, η άρνηση της ταξικής άποψης και της ταξικής πάλης από φόβο μήπως απομακρυνθούν οι “πλατιές μάζες του πληθυσμού” (διάβαζε: της μικροαστικής τάξης) –αυτές είναι αναμφισβήτητα οι ιδεολογικές βάσεις του οπορτουνισμού.»16

Παράλληλα, ατσαλωμένοι στα χρόνια οξυμένης πάλης ενάντια στον τσαρισμό, την απολυταρχία και τις διώξεις, οι μπολσεβίκοι βλέπουν έγκαιρα το πολιτικό ζήτημα της ανάγκης προσαρμογής της πάλης στις συνθήκες οξυμένης καταστολής που διαμορφώνει ο πόλεμος. Σε αυτές τις συνθήκες αναδεικνύεται το καθήκον αξιοποίησης όλων των μορφών πάλης, του συνδυασμού της νόμιμης με την παράνομη δουλειά, της προσπάθειας ενίσχυσης των δεσμών με την εργατική τάξη.

«Το γεγονός ότι η αστική τάξη χρησιμοποιεί τους νόμους της πολεμικής περιόδου για να κλείσει ολότελα το στόμα του προλεταριάτου βάζει στο προλεταριάτο το επιτακτικό καθήκον να δημιουργήσει παράνομες μορφές ζύμωσης και οργάνωσης. Ας “περιφρουρούν” οι οπορτουνιστές τις νόμιμες οργανώσεις με αντάλλαγμα την προδοσία των πεποιθήσεών τους –οι επαναστάτες σοσιαλδημοκράτες θα χρησιμοποιήσουν την οργανωτική πείρα και τους δεσμούς της εργατικής τάξης για να δημιουργήσουν τις παράνομες μορφές πάλης για το σοσιαλισμό που ανταποκρίνονται σε εποχή κρίσης και να ενώσουν τους εργάτες όχι με τη σοβινιστική αστική τάξη της χώρας τους, μα με τους εργάτες όλων των χωρών», επισημαίνει ο Λένιν.17

Ουσιαστικά, το γεγονός ότι με όλη την προηγούμενη δράση τους οι μπολσεβίκοι κατάφεραν να διαμορφώσουν ένα κόμμα ατσαλωμένο και μαθημένο στη σύγκρουση, μια γεροδεμένη επαναστατική οργάνωση που έμαθε να μην υποχωρεί μπροστά στις δυσκολίες, αποτέλεσε κρίσιμη παρακαταθήκη ώστε να μπορούν να ανταποκριθούν στις συνθήκες όξυνσης της ταξικής πάλης την περίοδο του ιμπεριαλιστικού πολέμου χωρίς να υποστείλουν την επαναστατική τους πολιτική.

Τέτοιες, ιδιαίτερα χρήσιμες πλευρές αναδεικνύονται στη συλλογή κειμένων του Λένιν Από τη μαχητική πείρα των μπολσεβίκων. Πρόκειται για κείμενα που έχουν γραφτεί σε χρόνια θύελλας, που αντιπροσωπεύουν μάλιστα και σημαντικές διακυμάνσεις τόσο στο συσχετισμό μεταξύ των τάξεων όσο και στα άμεσα πολιτικά προτάγματα των μπολσεβίκων, στην επεξεργασία τους σε σχέση με το ποιο θα ήταν το επόμενο βήμα ανάπτυξης της Ρωσίας στο κοινωνικό και στο πολιτικό πεδίο. Από την περίοδο του Ρωσο-ιαπωνικού Πολέμου (1904-1905), την επανάσταση του 1905-1907, την επακόλουθη υποχώρηση του επαναστατικού κινήματος, την έκρηξη του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου (1914), τη νέα επαναστατική άνοδο και τη νίκη της Οκτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης στη Ρωσία το 1917.

Τα κείμενα αναδεικνύουν ότι σε όλες τις περιόδους και σε όλες τις καμπές οι μπολσεβίκοι πάλεψαν για να διατηρούν το μαχητικό επαναστατικό χαρακτήρα της δράσης και του κόμματός τους, δε δίσταζαν να συνδυάσουν μορφές δουλειάς, να περάσουν σε ανεβασμένες μορφές δράσης (π.χ. παρτιζάνικος αγώνας, παράνομες ομάδες δουλειάς, τεχνική και στρατιωτική προετοιμασία) όταν οι συνθήκες το απαιτούσαν, σε προσπάθεια πάντα να μπαίνουν επικεφαλής των λαϊκών μαζών και σε στενή σύνδεση μαζί τους.

Από την άλλη μεριά, σοσιαλδημοκράτες όπως ο Κάουτσκι, την περίοδο του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου μιλούσαν με τρόμο για τις «πρακτικές συνέπειες» που θα είχε η υιοθέτηση μιας πολιτικής σύγκρουσης με την κυβέρνησή τους, αναδεικνύοντας ουσιαστικά ότι διάλεξαν την υποχώρηση μπροστά στο ενδεχόμενο της σύγκρουσης.

Ο Λένιν γράφει: «Ο Κάουτσκι συγκάλυψε την απλή αλήθεια ότι τα μεγάλα και ισχυρά κόμματα φοβήθηκαν τη διάλυση των οργανώσεών τους, την κατάληψη των ταμείων τους, τη σύλληψη των ηγετών τους από την κυβέρνηση» και αναφέρει το εξής περιστατικό: Σε μια εργατική συγκέντρωση στο Βερολίνο μιλούσε ένας από τους σοσιαλδημοκράτες βουλευτές που ψήφισαν στις 4 Αυγούστου τις πιστώσεις και δήλωσε πως το έκαναν γιατί αλλιώς θα τους έπιαναν και θα τους έβαζαν φυλακή. «Ε, και τι μ’ αυτό, πού είναι το κακό;» απάντησαν οι εργάτες στο βουλευτή.18

 

Η «ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ» ΣΤΟΝ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΟ ΠΟΛΕΜΟ

Με το ξέσπασμα του Α΄ Παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού Πολέμου, οι ηγεσίες των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες επιχείρησαν να συγκαλύψουν την ανοιχτή συμπόρευσή τους με τις «δικές» τους αστικές τάξεις, προβάλλοντας προσχηματικά την ανάγκη συμμετοχής στον πόλεμο για λόγους «υπεράσπισης της πατρίδας». Το κάθε κόμμα εμφάνιζε το αντίθετο ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο ως το επιτιθέμενο και αντιδραστικό και τη «δική» του αστική τάξη ως αμυνόμενη, ενώ υπεράσπιζε, επί της ουσίας, την ενεργητική συμμετοχή στον πόλεμο (υπερψήφιση των πολεμικών πιστώσεων, αποχή από κάθε ενέργεια αυτοτελούς προετοιμασίας και οργάνωσης της εργατικής τάξης) ως την αυτονόητη πολιτική γραμμή που δήθεν ανταποκρινόταν στα μακροπρόθεσμα συμφέροντα της τάξης. Τσαλαπάτησαν έτσι ξετσίπωτα την από κοινού ψηφισμένη «Διακήρυξη της Βασιλείας» του 1912, στην οποία, αφού εκτιμούσαν τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα του επερχόμενου πολέμου, έθεταν ως στόχο να χρησιμοποιήσουν την οικονομική και πολιτική κρίση που θα προκαλούσε ο πόλεμος για «να επιταχυνθεί η πτώση της κυριαρχίας του κεφαλαίου».19

Ο Λένιν ανέδειξε στα έργα του τη λαθροχειρία του συνθήματος των σοσιαλδημοκρατών ηγετών για «υπεράσπιση της πατρίδας». Ξεκαθάριζε με σταράτα λόγια ότι ο πόλεμος που βρισκόταν σε εξέλιξη είχε προετοιμαστεί συστηματικά για χρόνια και από τις δύο ομάδες των εμπόλεμων εθνών, τα δύο ιμπεριαλιστικά στρατόπεδα, και είχε στόχο «το μοίρασμα των αποικιών και την καταλήστευση των ανταγωνιζόμενων χωρών». Σ’ έναν τέτοιο πόλεμο «τα όποια λόγια για υπεράσπιση της πατρίδας, για απόκρουση της εχθρικής εισβολής, για αμυντικό πόλεμο κλπ. αποτελούν και από τη μια και από την άλλη πλευρά καθαρή εξαπάτηση του λαού».20

Αποκάλυπτε ακόμα την προσπάθεια να εμφανιστεί ο συγκεκριμένος πόλεμος, που είχε γεννηθεί από το σύνολο των συνθηκών της ιμπεριαλιστικής εποχής και είχε έναν ξεκάθαρα αντιδραστικό χαρακτήρα, ως ένας δήθεν «εθνικός» πόλεμος, προκειμένου να συσκοτιστούν οι συνειδήσεις, μια που «σ’ έναν πραγματικά εθνικό πόλεμο οι λέξεις “υπεράσπιση της πατρίδας” δεν είναι διόλου απάτη και εμείς δεν είμαστε διόλου ενάντια σ’ αυτήν την υπεράσπιση».21 Οι εθνικοί πόλεμοι αντιπροσώπευαν τότε για τις καπιταλιστικές χώρες της Δυτικής Ευρώπης, το βασικό δηλαδή πυρήνα των χωρών που απάρτιζαν τα δύο ιμπεριαλιστικά στρατόπεδα, ένα φαινόμενο του παρελθόντος –«ο πόλεμος δε γίνεται επειδή η μια πλευρά προσπαθεί ν’ αποτινάξει τον εθνικό ζυγό, ενώ η άλλη τον υπερασπίζει. Ο πόλεμος γίνεται ανάμεσα σε δύο ομάδες καταπιεστών…».

Από την άλλη μεριά, επισημαίνει ο Λένιν, «ο πόλεμος από μέρους των καταπιεζομένων (λ.χ. των αποικιακών λαών) ενάντια στις ιμπεριαλιστικές, δηλαδή στις καταπιεστικές Δυνάμεις είναι πραγματικά εθνικός πόλεμος. Αυτός είναι δυνατός και τώρα. Η “υπεράσπιση της πατρίδας” από μέρους της εθνικά καταπιεζόμενης χώρας ενάντια στην εθνικά καταπιέζουσα δεν είναι απάτη και οι σοσιαλιστές δεν είναι διόλου ενάντια στην “υπεράσπιση της πατρίδας” σ’ έναν τέτοιο πόλεμο».22

Δεν απέκλειε επίσης θεωρητικά το ενδεχόμενο ο Α΄ Παγκόσμιος ιμπεριαλιστικός Πόλεμος του 1914-1918 να οδηγούσε και σε εθνικούς πολέμους στην Ευρώπη, αν αυτός είχε ως αποτέλεσμα ένα ιστορικό πισωγύρισμα: «Είναι σε μεγάλο βαθμό απίθανο ο σημερινός ιμπεριαλιστικός πόλεμος του 1914-1916 να μετατραπεί σε εθνικό, επειδή η τάξη που αντιπροσωπεύει την ανάπτυξη προς τα μπρος είναι το προλεταριάτο, που αντικειμενικά τείνει να μετατρέψει τον πόλεμο αυτό σε εμφύλιο πόλεμο ενάντια στην αστική τάξη, και έπειτα ακόμη επειδή η διαφορά ανάμεσα στις δυνάμεις των δύο συνασπισμών δεν είναι πολύ σημαντική και επειδή το διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο έχει δημιουργήσει παντού μια αντιδραστική αστική τάξη. Δεν μπορούμε όμως να λέμε ότι είναι αδύνατη μια τέτοια μετατροπή: Αν το προλεταριάτο της Ευρώπης γινόταν ανίσχυρο για καμιά εικοσαριά χρόνια, αν ο σημερινός πόλεμος τελείωνε με νίκες σαν τις ναπολεόντειες και με την υποδούλωση μιας σειράς βιώσιμων εθνικών κρατών, αν ο εξωευρωπαϊκός ιμπεριαλισμός (ο ιαπωνικός και ο αμερικανικός κατά πρώτο λόγο) διατηρούνταν επίσης καμιά εικοσαριά χρόνια χωρίς να περάσει στο σοσιαλισμό, λόγου χάρη ύστερα από έναν ιαπωνοαμερικανικό πόλεμο, τότε θα ήταν δυνατός ένας μεγάλος εθνικός πόλεμος στην Ευρώπη. Αυτό θα σήμαινε γύρισμα της Ευρώπης προς τα πίσω για αρκετές δεκαετίες. Αυτό είναι απίθανο. Δεν είναι όμως αδύνατο, γιατί είναι αντιδιαλεκτικό, αντιεπιστημονικό και θεωρητικά όχι σωστό να φαντάζεται κανείς ότι η παγκόσμια ιστορία τραβάει ομαλά και κανονικά προς τα μπρος, χωρίς να κάνει κάποτε γιγάντια άλματα προς τα πίσω.»23

Οι εξελίξεις βεβαίως ήταν διαφορετικές την εποχή εκείνη. Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος έληξε με την άνοδο του εργατικού κινήματος, τη νίκη της σοσιαλιστικής επανάστασης στη Ρωσία, τις επαναστατικές απόπειρες σε Γερμανία, Ουγγαρία κ.α., τη διάλυση των αυτοκρατοριών της Ευρώπης και της Μ. Ανατολής (Αυστροουγγρική, Ρωσική, Οθωμανική), ενώ διέλυσε μοναρχικά κατάλοιπα σαν αυτά που υπήρχαν στο γερμανικό αστικό κράτος (πτώση των Κάιζερ).

Ο Λένιν δήλωνε ότι το ευρωπαϊκό επαναστατικό εργατικό κίνημα θα έπρεπε να υποστηρίξει τα εθνικά κινήματα (π.χ. στην Ευρώπη), τα αντιαποικιακά κινήματα (σε Ασία, Μ. Ανατολή κ.α.) και τα κινήματα ανεξαρτησίας σε περιπτώσεις κατοχής από ισχυρότερα καπιταλιστικά κράτη, ως μια εξέλιξη που θα διευκόλυνε το εργατικό κίνημα στην καπιταλιστική Ευρώπη, και με αυτήν την έννοια αναφέρθηκε και στο σύνθημα «υπεράσπισης της πατρίδας».

Εκπροσωπώντας ο ίδιος το εργατικό κίνημα στη Ρωσική Αυτοκρατορία, αντιπάλευε το σοβινισμό του ρωσικού έθνους που πολλές φορές εμφανιζόταν με διεθνιστικό μανδύα στο εργατικό κίνημα. Αντιπάλευε τον κίνδυνο από την αδιαφορία του εργατικού κινήματος απέναντι στα εθνικά κινήματα: «Μια τέτοια αδιαφορία καταντά σοβινισμός όταν τα μέλη των μεγάλων εθνών της Ευρώπης, δηλαδή των εθνών που καταπιέζουν περισσότερο μικρούς και αποικιακούς λαούς, δηλώνουν με δήθεν επιστημονικό ύφος: Εθνικοί πόλεμοι δεν μπορούν να υπάρχουν.»24

Ο Λένιν θεωρούσε την εποχή εκείνη τα εθνικά αντιαποικιοκρατικά κινήματα ως έναν παράγοντα που, συνδυασμένος με τις σοσιαλιστικές επαναστάσεις στα πιο ανεπτυγμένα καπιταλιστικά κράτη, μπορούσε να αποσταθεροποιήσει τις μεγάλες αποικιοκρατικές ή αυτοκρατορικές δυνάμεις και να διευκολύνει την επικράτηση του σοσιαλισμού στην Ευρώπη.

Η σοβιετική εξουσία βασίστηκε πάνω στις θεμελιώδεις αυτές εκτιμήσεις του Λένιν για τη σημασία του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος στην ιμπεριαλιστική εποχή, για να βρει στηρίγματα για την υπεράσπιση της σοσιαλιστικής οικοδόμησης σε παγκόσμια κλίμακα, βοηθώντας πολύμορφα τον αγώνα των αποικιακών λαών. Κάτω από την επίδραση της στήριξης του σοσιαλιστικού συστήματος, αλλά και στη βάση της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων στις άλλες ηπείρους, το παγκόσμιο αποικιακό σύστημα κλονίστηκε και κατέρρευσε μετά το Β΄ Παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό Πόλεμο, με αποτέλεσμα οι εθνικοαπελευθερωτικοί πόλεμοι που αναδείκνυε ο Λένιν στην εποχή του να αποτελούν σήμερα και αυτοί φαινόμενο του παρελθόντος.

Η μηχανιστική μεταφορά της παραπάνω τοποθέτησης του Λένιν μπορεί να οδηγήσει σήμερα σε σοβαρά λάθη. Να δικαιολογήσει την απόσπαση του εθνικού από το ταξικό στοιχείο, παραβιάζοντας τη λενινιστική αντίληψη για την ανάλυση της εποχής, της αντικειμενικής θέσης των τάξεων στην κίνηση της κοινωνικής εξέλιξης. Να οδηγήσει σε γραμμή πολιτικής στήριξης της λεγόμενης «εθνικής» ή «πατριωτικής» αστικής τάξης.

Σήμερα δε βρισκόμαστε στην εποχή διάλυσης αυτοκρατοριών και συγκρότησης εθνικών αστικών κρατών. Σε κάθε περίπτωση, λύση προς όφελος του λαού σε ζητήματα εθνικής καταπίεσης στις σύγχρονες συνθήκες μπορεί να δώσει μόνο η εργατική εξουσία και, αντίστροφα, κάθε πολιτική προσπάθεια για την αντιμετώπιση τέτοιων ζητημάτων πρέπει να υποτάσσεται και να προωθεί τη διέξοδο του σοσιαλισμού. Σε καμία περίπτωση δεν τεκμηριώνεται από τη λενινιστική αντίληψη και πολιτική πρακτική η ανάγκη για συμμαχία της εργατικής τάξης με τμήμα της αστικής τάξης στον ανταγωνισμό με τις άλλες αστικές τάξεις.

Ο ίδιος ο Λένιν εκείνη την εποχή έκανε κριτική στην μπροσούρα του Γιούνιους –που είχε συντάξει η Ρ. Λούξεμπουργκ– που αντιπαρέθετε στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο ένα εθνικό πρόγραμμα υπεράσπισης της πατρίδας σαν αυτό της επανάστασης του 1848. Ο Λένιν σημείωνε το 1916: «Στους φεουδαρχοδυναστικούς πολέμους αντιπαραθέτονταν τότε αντικειμενικά οι επαναστατικοδημοκρατικοί πόλεμοι, εθνικοαπελευθερωτικοί πόλεμοι. Αυτό ήταν το περιεχόμενο των ιστορικών καθηκόντων της εποχής. Τώρα για τα προχωρημένα μεγάλα κράτη της Ευρώπης η αντικειμενική κατάσταση είναι διαφορετική. Η ανάπτυξη προς τα μπρος –αν δεν πάρουμε υπόψη τα ενδεχόμενα προσωρινά βήματα προς τα πίσω– είναι πραγματοποιήσιμη μόνο προς την κατεύθυνση της σοσιαλιστικής κοινωνίας, της σοσιαλιστικής επανάστασης.»25 Στο ίδιο κείμενο σημείωνε ότι στον ιμπεριαλιστικό «αστικό πόλεμο» μπορεί να αντιπαρατεθεί αντικειμενικά από την άποψη της προς τα μπρος ανάπτυξης «μόνο ο πόλεμος ενάντια στην αστική τάξη»26.

Μετά τη νίκη της εργατικής εξουσίας στη Ρωσία και το προχώρημα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, τα καθήκοντα του επαναστατικού κινήματος σε συνθήκες ιμπεριαλιστικού πολέμου έγιναν πιο σύνθετα, καθώς στην εξίσωση υπήρχε πια και η Σοβιετική Ένωση και η ανάγκη υπεράσπισής της από τη διαφαινόμενη επίθεση εναντίον της από τον έναν ιμπεριαλιστικό πόλο. Αυτά τα νέα και σύνθετα καθήκοντα που τίθονταν μπροστά στα κομμουνιστικά κόμματα δεν τα απάλλασσαν από τη θεμελιακή υπόμνηση του Λένιν για την ανάγκη να μην εμπιστεύονται την αστική τάξη της χώρας τους και, στην πορεία των πολεμικών συγκρούσεων, να πρωτοστατήσουν στην αυτοτελή οργάνωση της εργατικής εξουσίας και στην αμφισβήτηση της αστικής εξουσίας. Η ηρωική και τραγική ιστορία του ΚΚΕ δείχνει όχι μόνο τις δυσκολίες που γεννούσε η συνθετότητα αυτών των καθηκόντων, αλλά και τις παρεκκλίσεις που μπορούσε να γεννήσει η αντίληψη περί «υπεράσπισης της πατρίδας», αποκομμένη από το ταξικό συμφέρον τοπικά και παγκόσμια. Σήμερα, μετά τις αντεπαναστατικές ανατροπές, οι όποιες προσπάθειες να τραβηχτούν αναλογίες ανάμεσα στη στάση του κομμουνιστικού κινήματος επί Σοβιετικής Ένωσης και στο σημερινό ιμπεριαλιστικό πόλεμο συνιστούν λαθροχειρίες χειρότερες από αυτές της εποχής του Λένιν.

Στην κατάσταση των «προχωρημένων μεγάλων κρατών της Ευρώπης», στην οποία αναφερόταν ο Λένιν, βρίσκεται η μεγάλη πλειοψηφία των καπιταλιστικών κρατών στον κόσμο. Είναι άλλωστε ιστορικό δίδαγμα ότι ακόμα και σε συνθήκες κατοχής, κατάλυσης της εθνοκρατικής συγκρότησης, η εργατική τάξη δεν μπορεί να δώσει τη μάχη ενάντια στην κατοχή από το ίδιο μετερίζι με την αστική τάξη. Οφείλει, ανταποκρινόμενη στον ιστορικό της ρόλο, να τραβήξει μέχρι τέλους το δικό της δρόμο, οδηγώντας στη δική της εξουσία, που θα την απελευθερώσει από την εκμετάλλευση. Οφείλει, όπως θα κάνει άλλωστε και η αστική τάξη, να δώσει στον πόλεμο το δικό της στόχο και περιεχόμενο, να έχει τη δική της στρατηγική, τη δική της πολιτική, πριν, κατά τη διάρκεια και μετά από τον πόλεμο.

 

Η ΠΑΛΗ ΤΩΝ ΓΕΡΜΑΝΩΝ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΩΝ ΣΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΟΥ Α΄ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Ξεχωριστή σημασία έχει ο αγώνας των Γερμανών κομμουνιστών την περίοδο του πολέμου, οι οποίοι πάλευαν τόσο ενάντια στην αστική τάξη της χώρας όσο και απέναντι στον οπορτουνιστικό εκφυλισμό του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος Γερμανίας (SPD).

Στη συλλογή Ο βασικός εχθρός βρίσκεται στην ίδια μας τη χώρα περιλαμβάνονται κείμενα της Ρ. Λούξεμπουργκ, του Κ. Λίμπκνεχτ, του Φρ. Μέρινγκ και της Κλ. Τσέτκιν που είναι χαρακτηριστικά της τοποθέτησης, αλλά και της δράσης των Γερμανών «Διεθνιστών», όπως ήταν γνωστοί τότε οι μετέπειτα «Σπαρτακιστές» και στη συνέχεια πρωτεργάτες της ίδρυσης του ΚΚ Γερμανίας. Η φράση του Λίμπκνεχτ: «Ο βασικός εχθρός βρίσκεται στην ίδια μας τη χώρα», που έδωσε τον τίτλο στη συλλογή αυτή, μαζί με την τοποθέτηση του Λένιν «πάλη για ήττα της δικής μας αστικής τάξης στον πόλεμο» αποτέλεσαν τις πιο ξεκάθαρες ταξικές τοποθετήσεις για τη στάση της εργατικής τάξης στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο.

Το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας ήταν το πιο ισχυρό κόμμα της Β΄ Διεθνούς, με μεγάλη επιρροή στους εργάτες. Έτσι, το παράδειγμά του επιδρούσε και στα άλλα κόμματα, για παράδειγμα, το ψηφισμένο το 1891 Πρόγραμμά του στην Ερφούρτη αποτέλεσε πρότυπο για τη διαμόρφωση των κομματικών προγραμμάτων και σε άλλες χώρες. Το 1912, δύο χρόνια πριν το ξέσπασμα του πολέμου, κατέγραψε τα 4,25 εκατ. ψήφους (35%), διαθέτοντας την ισχυρότερη κοινοβουλευτική ομάδα, ενώ την ίδια χρονιά καταγράφει 1.085.000 μέλη.

Παράλληλα, το Γερμανικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα συμπύκνωνε όλα εκείνα τα στοιχεία που επισημάναμε προηγουμένως για τους όρους ανάπτυξης του ρεφορμισμού και του συμβιβασμού. Το παράδειγμα του αναθεωρητισμού του Μπερνστάιν, όπως και αργότερα η «αποστασία» του Κάουτσκι, αποτέλεσαν εμβληματικά στοιχεία της πορείας ανάπτυξης και ενίσχυσης του οπορτουνισμού και των πολιτικών συνεπειών της.

Την 1η Αυγούστου του 1914 η γερμανική κυβέρνηση κήρυξε τον πόλεμο στη Ρωσία κηρύσσοντας παράλληλα κατάσταση έκτακτης ανάγκης στο εσωτερικό. Στις 4 Αυγούστου, η κοινοβουλευτική ομάδα του Κόμματος υπερψήφισε στη συνεδρίαση του κοινοβουλίου τις πολεμικές πιστώσεις, συντασσόμενη με την κυβέρνηση. Η ηγεσία του Κόμματος ομολόγησε ότι θορυβήθηκε από το μέγεθος των σοβινιστικών εκδηλώσεων στο Βερολίνο και τις άλλες πόλεις και από τον εθνικιστικό πυρετό που καλλιεργούσε η γερμανική κυβέρνηση και κυριάρχησε –στο ξεκίνημα του πολέμου– σε λαϊκές μάζες. Διάφοροι σοσιαλιστές ηγέτες, «ξεχνώντας» τα ιμπεριαλιστικά εγκλήματα της Γερμανικής Αυτοκρατορίας και τα πραγματικά κίνητρα του πολέμου, άρχιζαν να αναμασούν τα επιχειρήματα της γερμανικής κυβέρνησης για την «απειλή» που αποτελούσε η τσαρική Ρωσία ενάντια στις «γερμανικές ελευθερίες».

Η προδοσία του Γερμανικού Κόμματος είχε τεράστιο αντίκτυπο στο διεθνές εργατικό κίνημα. «Η ευθύνη για τον εξευτελισμό του σοσιαλισμού πέφτει, πρώτ’ απ’ όλα, στους Γερμανούς σοσιαλδημοκράτες, που αποτελούσαν το πιο ισχυρό κόμμα της Β΄ Διεθνούς, το κόμμα με τη μεγαλύτερη επιρροή», έγραψε ο Λένιν μερικές βδομάδες μετά.27

Η συνεπής επαναστατική γραμμή της ομάδας των «Διεθνιστών» αποτέλεσε σημαντική συμβολή στην πάλη ενάντια στον οπορτουνισμό και ένα από τα λίγα διεθνή στηρίγματα των μπολσεβίκων (παρά επιμέρους κριτικές επισημάνσεις που έκανε ο Λένιν στις επεξεργασίες των Γερμανών επαναστατών) στο διεθνές σοσιαλιστικό και εργατικό κίνημα.

Στο κείμενό της Το ξαναχτίσιμο της Διεθνούς (1915) η Ρόζα Λούξεμπουργκ, υπερασπιζόμενη τις συνεπείς προλεταριακές-ταξικές θέσεις, επιτίθεται στην ηγεσία του Κόμματος: «Σοσιαλισμός ή ιμπεριαλισμός; Η σοσιαλδημοκρατία μόλις ήρθε αντιμέτωπη με το δίλημμα αυτό (...) υπέστειλε τη σημαία της και παραχώρησε αμαχητί τη νίκη στον ιμπεριαλισμό» και συμπλήρωνε αιχμηρά ότι η ηγεσία της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας «διόρθωσε» την ιστορική έκκληση του Κομμουνιστικού Μανιφέστου από «Προλετάριοι όλων των χωρών, ενωθείτε!» σε «Προλετάριοι όλων των χωρών, ενωθείτε στην ειρήνη και σφαχτείτε μεταξύ σας στον πόλεμο!»28.

Βάζοντας στο στόχαστρο το ρόλο του γερμανικού κεφαλαίου και αναδεικνύοντας ότι ο γερμανικός λαός πρέπει πρώτα και κύρια να στραφεί ενάντια στη δική του κυβέρνηση, ο Κ. Λίμπκνεχτ γράφει χαρακτηριστικά: «Το ζήσαμε ότι, όταν ξέσπασε ο πόλεμος, οι μάζες είχαν παρασυρθεί από τις άρχουσες τάξεις και το γοητευτικό τους τραγούδι υπέρ των καπιταλιστικών στοχεύσεων του πολέμου. Το είδαμε ότι η γυαλιστερή φούσκα της δημαγωγίας έσκασε, ότι τα τρελά όνειρα του Αυγούστου (σ.σ.: της κήρυξης του πολέμου) πέταξαν, ότι, αντί για ευημερία, για το λαό ήρθανε μόνο δυστυχία και συμφορές (...) Ο βασικός εχθρός του γερμανικού λαού είναι στην ίδια τη Γερμανία. Είναι ο γερμανικός ιμπεριαλισμός, το γερμανικό κόμμα του πολέμου, η γερμανική μυστική διπλωματία. Αυτόν τον εσωτερικό εχθρό πρέπει να πολεμήσει ο γερμανικός λαός, να τον πολεμήσει με την πολιτική πάλη, σε συνεργασία με το προλεταριάτο των άλλων χωρών, του οποίου ο αγώνας στρέφεται ενάντια στους ιμπεριαλιστές της δικής του κάθε φορά χώρας.»

Ο Φραντς Μέρνιγκ, καταρρίπτοντας τα επιχειρήματα για «κοινωνική ειρήνη» στη διάρκεια του πολέμου, αναδεικνύει την εσωτερική ενότητα που υπάρχει ανάμεσα στην πολιτική και στον πόλεμο και απαντάει στο γνωστό επιχείρημα που υποστηρίζει ότι η εργατική τάξη πρέπει να περιμένει πρώτα να τελειώσει ο πόλεμος και μετά να ασχοληθεί με την «εσωτερική πολιτική». Επισημαίνει: «Αν ο πόλεμος δεν είναι ποτέ μια μεμονωμένη πράξη, αλλά αποτελεί πάντοτε συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα, από αυτό προκύπτει το συμπέρασμα ότι και η εξέλιξη των πολιτικών πραγμάτων δε σταματάει κατά τη διάρκεια ενός πολέμου. Γι’ αυτό, η γνωστή άποψη, σύμφωνα με την οποία πρώτα εξολοθρεύουμε τον εξωτερικό εχθρό και μετά θα ρυθμιστούν όλα στην εσωτερική πολιτική, αποδεικνύεται πλάνη. Έχει αναπτυχθεί μεγάλη αντιπαράθεση για το αν η εξωτερική πολιτική επικρατεί της εσωτερικής ή το αντίστροφο, ωστόσο, όπως και να ’χει, οι δύο σχετίζονται αδιάρρηκτα μεταξύ τους και δεν μπορεί να γίνει τίποτα στη μία χωρίς να επηρεάσει την άλλη.»

Το δυστύχημα για τους Γερμανούς κομμουνιστές είναι ότι δε διαχωρίστηκαν οργανωτικά έγκαιρα από τον οπορτουνισμό, στη συγκρότηση επαναστατικού εργατικού κόμματος - κόμματος νέου τύπου με αυτοτελή δράση και οργάνωση στις εργατικές μάζες. Έτσι, παρόλο που οι Λίμπκνεχτ, Λούξεμπουργκ κ.ά. έγραφαν το δελτίο Η Διεθνής και στη συνέχεια συγκρότησαν το «Σύνδεσμο Σπάρτακος», παρέμεναν οργανωτικά στο SPD και όταν το 1917, με διάσπαση του SPD, ιδρύθηκε το Ανεξάρτητο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας (USPD), εντάχτηκαν σε αυτό μαζί με τους Μπέρνσταϊν, Κάουτσκι κ.ά. Η έλλειψη ενός πραγματικά επαναστατικού κόμματος φάνηκε το 1918-1919, όταν κατά την επανάσταση υπερίσχυσαν οι σοσιαλδημοκράτες και κατάφεραν να σταθεροποιήσουν τον καπιταλισμό στη Γερμανία, ορκιζόμενοι υποκριτικά στο όνομα της σοσιαλιστικής επανάστασης. Στις κρίσιμες εκείνες μέρες, μόλις την Πρωτοχρονιά του 1919, ιδρύθηκε το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας, ενώ στις 19 Γενάρη 1919 οι Ρόζα Λούξεμπουργκ και Καρλ Λίμπκνεχτ δολοφονήθηκαν από αντεπαναστατικές στρατιωτικές ομάδες που καθοδηγούνταν από το υπουργείο Άμυνας με υπουργό το σοσιαλδημοκράτη Γκούσταβ Νόσκε.

 

ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΟΚΤΩΒΡΙΑΝΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Ο θεωρητικός και πολιτικός εξοπλισμός που ανέπτυξαν ο Λένιν και οι μπολσεβίκοι αποτέλεσε το καθοριστικό εκείνο στοιχείο που τους έδωσε τη δυνατότητα να δουλέψουν ανυποχώρητα στην πράξη με αυτήν την πολιτική γραμμή μέσα στις απαιτητικές και σκληρές συνθήκες που γέννησε ο πόλεμος. Να παρεμβαίνουν μαχητικά μέσα στο λαό που βασανιζόταν από την πείνα και τις ελλείψεις, μέσα στο στρατό, που όσο περνούσαν οι μήνες ολοένα και δυνάμωνε η αγανάκτηση απέναντι στη ρωσική τσαρική κυβέρνηση.

Στην εικονογραφημένη έκδοση 1917. Η Οκτωβριανή Επανάσταση από μήνα σε μήνα, περιλαμβάνονται μοναδικές περιγραφές, αφηγήσεις και ντοκουμέντα της εποχής που μαρτυρούν τις συνθήκες αγανάκτησης και αναβρασμού που άρχισαν να διαμορφώνονται στις λαϊκές μάζες, όπως και τις δυσκολίες διαχείρισης της πορείας του πολέμου από την τσαρική κυβέρνηση, τις αντιθέσεις ανάμεσα σε τμήματα της αστικής τάξης και στον τσαρισμό, τη διαμόρφωση προϋποθέσεων για αποδυνάμωση και αποσταθεροποίηση της αστικής εξουσίας στην πορεία του πολέμου.

Ήδη, οι μάχες το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 1916, η επέκταση της γραμμής του ρωσικού μετώπου με την εμπλοκή της Ρουμανίας στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ, η αδυναμία της τσαρικής κυβέρνησης να λύσει το πρόβλημα του ανεφοδιασμού του στρατού, η εξάντληση των υλικών και ηθικών δυνάμεων είχαν οδηγήσει στην απότομη άνοδο των διαθέσεων ενάντια στον πόλεμο. Τη χρονιά που πέρασε υπήρχαν πάνω από ενάμισι εκατομμύριο λιποτάκτες στο ρωσικό στρατό.

Ο σκληρός χειμώνας του 1917 έφερε νέες στερήσεις, γενική άνοδο των τιμών. Οι σιδηρόδρομοι όχι μόνο δεν μπορούσαν να καλύψουν τις μεταφορές στη χώρα, αλλά ούτε και τον ανεφοδιασμό του στρατού. Η οικονομία δεν μπορούσε να αντέξει τα βάρη του πολέμου.

Το Δεκέμβρη του 1916, η κυβέρνηση πήρε απόφαση για την υποχρεωτική παρακράτηση του ψωμιού. Άρχισε η επίταξη των σιτηρών και των ζώων. Στα τέλη Γενάρη του 1917 στην Πετρούπολη υπήρχαν ελάχιστα αποθέματα τροφίμων.

Στους δρόμους των πόλεων της Ρωσίας, μέσα ακόμη και στο τσουχτερό κρύο, σχηματίζονταν ατελείωτες ουρές ανθρώπων που περίμεναν για ψωμί και τρόφιμα. Μια αναφορά των μυστικών υπηρεσιών της αστυνομίας που συμπεριλαμβάνεται στην έκδοση ανέφερε: «Οι μητέρες των οικογενειών, εξαντλημένες από την ατελείωτη ορθοστασία στις ουρές για τρόφιμα, (...) μοιάζουν μ’ εκείνη την αποθήκη εύφλεκτων υλών όπου, για να ξεσπάσει η πυρκαγιά, είναι αρκετή μια σπίθα.»

Παράλληλα, η πολιτική κρίση μέσα στους κόλπους του τσαρισμού δυνάμωνε. Στα χρόνια του πολέμου είχαν αλλάξει 4 πρωθυπουργοί, 6 υπουργοί Εσωτερικών και 3 υπουργοί Εξωτερικών, ενώ ολοένα και δυνάμωνε η αμφισβήτηση της ίδιας της αστικής τάξης προς την τσαρική κυβέρνηση σχετικά με την ικανότητά της να διεξάγει τον πόλεμο.

Το εκρηκτικό μίγμα αυτών των αντιθέσεων διαμόρφωσε τους όρους ώστε να ξεσπάσει η επανάσταση του Φλεβάρη που γκρέμισε τον τσάρο, διαμόρφωσε τα Σοβιέτ και άνοιξε το δρόμο για τη νίκη της σοσιαλιστικής επανάστασης τον Οκτώβρη.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι προκηρύξεις και τα φυλλάδια που κυκλοφορούσαν εκείνη την περίοδο και συμπεριλαμβάνονται στα υλικά της έκδοσης, αποτελώντας ζωντανά πειστήρια και δείγματα της επαναστατικής δραστηριότητας των μπολσεβίκων μέσα στις μάζες των εργατών και των στρατιωτών.

Ενδεικτικά, σε μια προκήρυξη των μπολσεβίκων που κυκλοφόρησε στο Εκατερίνοσλαβ το Γενάρη του 1917, αναφέρεται χαρακτηριστικά: «Ποιος άλλος, εκτός από τους εργάτες, μπορεί να σταματήσει την κατασκευή κανονιών, βλημάτων για να πάψει η σφαγή; Ποιος άλλος μπορεί να υψώσει την ένδοξη σημαία της ρωσικής επανάστασης; Πλησιάζει η ώρα της μεγάλης λύσης, της μεγάλης δίκης των υπαίτιων του μεγαλύτερου στην Ιστορία εγκλήματος κατά της ανθρωπότητας (...) Φτάνουν οι θυσίες για τη δόξα του κεφαλαίου. Ο κοινός μας εχθρός βρίσκεται ακριβώς πίσω μας.»

Σε τυπωμένα φυλλάδια που κυκλοφορούσαν στο χωριό Σόστκα του κυβερνείου Τσερνίγκοφ οι μπολσεβίκοι γράφουν: «Σύντροφοι, είναι καιρός πια να θέσουμε τέρμα στον πόλεμο κατά των Γερμανών και να αρχίσουμε να πολεμάμε ενάντια στον πραγματικό μας εχθρό –τον τσάρο και την κυβέρνηση.»

Τις μέρες κορύφωσης των επαναστατικών γεγονότων, στις 25 Φλεβάρη, η Επιτροπή Πετρούπολης του Κόμματος απευθύνθηκε στο λαό με τα εξής λόγια: «Ήρθε η ώρα της ανοιχτής πάλης (...) Καλέστε τους όλους στην πάλη. Καλύτερα να πεθάνουμε με ένδοξο θάνατο, παλεύοντας για την εργατική υπόθεση, παρά να σκοτωθούμε για το κεφάλαιο στο μέτωπο ή να χτικιάσουμε από την πείνα και τη βαριά δουλειά.»29

Οι επεξεργασίες των μπολσεβίκων για τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και το χαρακτήρα του έπαιξαν κομβικό ρόλο και όλη την περίοδο που ακολούθησε μετά από την επανάσταση του Φλεβάρη και τη συγκρότηση της Προσωρινής Κυβέρνησης, ως τη νίκη του Οκτώβρη. Καταρχάς, ο Λένιν τοποθετήθηκε από την αρχή ξεκάθαρα ενάντια στην Προσωρινή Κυβέρνηση και ανέδειξε τον αστικό της χαρακτήρα. Με ξεχωριστή μαεστρία ανέπτυξαν σταθερή γραμμή αντιπαράθεσης ενάντια στη νέα κυβέρνηση, ξεσκεπάζοντας παράλληλα το συμβιβαστικό ρόλο των εσέρων και των μενσεβίκων οι οποίοι, πλειοψηφώντας στα Σοβιέτ, τα καθήλωναν σε ρόλο υποστηρικτή της Προσωρινής Κυβέρνησης, ενώ κλιμάκωναν τις μορφές πάλης και τα συνθήματα με βάση τις εξελίξεις.

Η Προσωρινή Κυβέρνηση, εκφράζοντας τα συμφέροντα της αστικής τάξης, δεν μπορούσε να δώσει λύση στα τεράστια προβλήματα των λαϊκών μαζών, την πείνα, την εξαθλίωση, τη θέληση για σταμάτημα του πολέμου. Η αστική τάξη ήθελε πάση θυσία να συνεχίσει τον πόλεμο, ενάντια στις διαθέσεις των εργατών, αγροτών και στρατιωτών, που επιθυμούσαν να σταματήσει η αιματοχυσία.

Όλους τους μήνες, από το Φλεβάρη μέχρι και τον Οκτώβρη, το ζήτημα της συνέχισης του πολέμου και η τοποθέτηση των πολιτικών δυνάμεων και κομμάτων γύρω από αυτό αποτέλεσε ένα από τα κεντρικά στοιχεία της ταξικής και πολιτικής αντιπαράθεσης. Μπορούμε να αναφέρουμε ορισμένα χαρακτηριστικά στιγμιότυπα, τα οποία αναδεικνύονται στη συγκεκριμένη έκδοση.

Στις 27 του Μάρτη, η Προσωρινή Κυβέρνηση, επαληθεύοντας τις προσδοκίες των συμμάχων, παρουσιάστηκε με διακήρυξη για τα καθήκοντα του πολέμου. «Άμυνα, πάση θυσία, της πατρίδας και απαλλαγή της χώρας από τον εχθρό που εισέβαλε στα σύνορά μας», αυτό αποτελούσε, κατά τη γνώμη της κυβέρνησης, το «πρώτιστο ουσιώδες και ζωτικό καθήκον». Στο ζήτημα αυτό, η κυβέρνηση είχε την υποστήριξη των εσέρων και των μενσεβίκων. Μάλιστα, για να συνδράμουν στο σκοπό συνέχισης του πολέμου από τη σκοπιά της αστικής τάξης στάλθηκαν στη Ρωσία οι σοσιαλσοβινιστές Α. Χέντερσον και Τζ. Τόμας (Αγγλία), Α. Τομά (Γαλλία), Ε. Βαντερβέλντε (Βέλγιο) για να πείσουν το ρωσικό λαό «να κάνει το χρέος του».

Τον Απρίλη, ο υπουργός Εξωτερικών Π. Μιλιουκόφ εξουσιοδότησε τους Ρώσους πρεσβευτές να μεταβιβάσουν στις κυβερνήσεις των συμμαχικών κρατών τη διαβεβαίωση ότι «ο πόλεμος θα συνεχιστεί μέχρι τη νίκη». Η διακοίνωση του Μιλιουκόφ ξεσήκωσε θύελλα διαμαρτυριών. Στα εργοστάσια και στους στρατώνες οργανώθηκαν συλλαλητήρια κατά της εξωτερικής πολιτικής της Προσωρινής Κυβέρνησης. Οι μπολσεβίκοι κάλεσαν το λαό να διαδηλώσει κάτω από τα συνθήματα «όλη η εξουσία στα Σοβιέτ», «κάτω ο πόλεμος». Και η αστική τάξη από τη δική της μεριά κινητοποιήθηκε οργανώνοντας αντιδιαδηλώσεις υπέρ της υποστήριξης της Προσωρινής Κυβέρνησης, με αντιμπολσεβίκικα συνθήματα.

Μάλιστα, για να ανεβάσει τις υπερπατριωτικές διαθέσεις, η Προσωρινή Κυβέρνηση εξέδωσε το λεγόμενο «δάνειο της ελευθερίας», που προοριζόταν για πολεμικούς σκοπούς και καλούσε το λαό να συνδράμει. Εκμεταλλευόμενοι τη μεγάλη δίψα των μαζών για ειρήνη, ανέπτυξαν μια έντονη προπαγάνδα με το σύνθημα «ο δρόμος προς την ειρήνη περνά μέσα από τα χαρακώματα του εχθρού!». Το σύνθημα μιλούσε από μόνο του. Οι εσέροι και μενσεβίκοι ηγέτες του Σοβιέτ της Πετρούπολης στήριξαν το πολεμικό δάνειο: «Στο όνομα της σωτηρίας της επανάστασης θα σας καλούμε επίμονα: Πολίτες, υποστηρίξτε το δάνειο!», ανέφεραν.

Η μπολσεβίκικη ομάδα του Σοβιέτ της Πετρούπολης ψήφισε ειδική απόφαση για το ζήτημα του «δανείου», αποδεικνύοντας την υποκρισία των σοσιαλεθνικιστών όλων των χωρών που, από τη μία, υποστήριζαν τη δική τους ιμπεριαλιστική αστική τάξη και, από την άλλη, καλούσαν σε βοήθεια το διεθνές προλεταριάτο για να τερματιστεί ο πόλεμος. Στην απόφαση αναφερόταν: «Όσο η πολιτική και η οικονομική εξουσία δεν έχει περάσει στα χέρια του προλεταριάτου και του φτωχότερου στρώματος της αγροτιάς, όσο ο σκοπός του πολέμου καθορίζεται από τα συμφέροντα του κεφαλαίου, οι εργάτες θα αρνούνται να δίνουν τη συγκατάθεσή τους για νέα δάνεια, που στρέφονται όχι προς όφελος, αλλά κατά της επαναστατικής ελευθερίας της Ρωσίας.»

Ο στόχος συνέχισης των πολεμικών προσπαθειών από την πλευρά της αστικής τάξης και η λαϊκή αγανάκτηση αποτέλεσαν σημαντικό συστατικό στην όξυνση της ταξικής πάλης το καλοκαίρι του 1917. Στα τέλη Ιούνη η Προσωρινή Κυβέρνηση, παρά την εναντίωση και τις διαθέσεις των εργατών και στρατιωτών, εξέδωσε διαταγή έναρξης των πολεμικών επιχειρήσεων στο νοτιοδυτικό μέτωπο. Η επίθεση των ρωσικών στρατευμάτων απέτυχε, οξύνοντας ακόμη περισσότερο τη λαϊκή δυσαρέσκεια. Στις 4 Ιούλη πραγματοποιήθηκε μεγαλειώδης διαδήλωση στην Πετρούπολη, στην οποία συμμετείχαν 500.000 εργάτες, στρατιώτες και ναύτες. Η Προσωρινή Κυβέρνηση όμως αποφάσισε να χρησιμοποιήσει τα όπλα ενάντια στους διαδηλωτές. Με τις διαδηλώσεις να έχουν χαρακτηριστεί ως «μπολσεβίκικη συνωμοσία» και «ανταρσία», στρατιωτικά τμήματα πιστά στην Προσωρινή Κυβέρνηση άνοιξαν πυρ εναντίον των διαδηλωτών. Σκοτώθηκαν και τραυματίστηκαν περισσότερα από 400 άτομα. Η κυβέρνηση κήρυξε την Πετρούπολη σε κατάσταση πολιορκίας.

Τα γεγονότα αυτά σηματοδότησαν το πέρασμα σε μια φάση ανοιχτής καταστολής ενάντια στους μπολσεβίκους τους μήνες Ιούλη και Αύγουστο. Η αντεπανάσταση περνούσε σε ανοιχτή επίθεση, πράγμα που εκφράστηκε με το πραξικόπημα του Κορνίλοφ τον Αύγουστο του 1917, που αποτέλεσε όμως και παράγοντα όξυνσης της σύγκρουσης. Ο κίνδυνος που απειλούσε την επανάσταση ξεσήκωσε τις λαϊκές μάζες, επικεφαλής των οποίων μπήκε το μπολσεβίκικο κόμμα. Το κάλεσμα του Κόμματος προς τους εργάτες και τους στρατιώτες να πάρουν στα χέρια τους την υπεράσπιση της επανάστασης βρήκε θερμή απήχηση. Οι μπολσεβίκοι κατόρθωσαν όχι μόνο να δώσουν παλλαϊκή έκταση στον αγώνα κατά του Κορνίλοφ, αλλά και να ξεσκεπάσουν ολόπλευρα τον Κερένσκι σαν καλυμμένο κορνιλοφικό, που εφάρμοζε το ίδιο επίσης αντεπαναστατικό πρόγραμμα με άλλα μέσα. Ο αγώνας ενάντια στον Κορνίλοφ αποτέλεσε κρίσιμη καμπή, καθώς ισχυροποίησε την επιρροή του μπολσεβίκικου κόμματος. Στα τέλη Αυγούστου και στις αρχές Σεπτέμβρη αρχίζει να αλλάζει ο συσχετισμός στα Σοβιέτ υπέρ των μπολσεβίκων. Βρισκόμαστε ήδη στην τελική ευθεία για την Οκτωβριανή Επανάσταση.

Ο Λένιν διέθετε τη σπάνια ικανότητα να βγάζει προωθητικά συμπεράσματα μέσα από τη γοργή πορεία των εξελίξεων και να γενικεύει την πείρα συλλαμβάνοντας το σφυγμό των μαζών μέσα στη φωτιά του πολέμου και της ταξικής πάλης. Αποτυπώνοντας αυτό το ξεχωριστό «χάρισμα» του Λένιν, ο Ούγγρος συγγραφέας Λ. Γκιούρκο, αναφέρει χαρακτηριστικά σε σχέση με την αποφασιστικότητα και την ενάργεια με την οποία κινήθηκε τον Οκτώβρη του 1917: «Όταν ο Λένιν εξέτασε τα επιχειρήματά του, σκεφτόταν με το δικό του κεφάλι. Έβαλε όμως τον εαυτό του στη θέση εκατομμυρίων ανθρώπων. Αν ήταν στρατιώτης ή αγρότης, θα ήξερε ότι το συμφέρον του είναι να έρθουν οι μπολσεβίκοι στην εξουσία. Αν ήταν Γερμανός ή Ιταλός εργάτης, θα εξεγειρόταν και θα στήριζε τη ρωσική επανάσταση. Αν ήταν ο Κερένσκι, θα προτιμούσε να παραδώσει την Πετρούπολη στους Γερμανούς, μόνο και μόνο για να γλιτώσει από τη φωτιά της επανάστασης.»30

Τον Οκτώβρη οι μπολσεβίκοι απέδειξαν ότι ήταν η μόνη δύναμη που μπορούσε να δώσει απαντήσεις στα μεγάλα λαϊκά προβλήματα, στην πείνα, στη θέληση για ειρήνη. Η νίκη του Οκτώβρη είχε τις βάσεις της σε δεκαετίες πολιτικής και θεωρητικής πάλης, είχε τα θεμέλιά της στο επιστημονικό και επαναστατικό έργο που προηγήθηκε.

Σε μια γλαφυρή αφήγηση, ο μπολσεβίκος Β. Αντόνοφ - Οφσέενκο, ένας από τους καθοδηγητές της στρατιωτικής εφόδου στα Χειμερινά Ανάκτορα, περιγράφει τη στιγμή που το απόσπασμά του εισέρχεται στο κτήριο: «Στο άλλο δωμάτιο βρίσκουμε μια ολόκληρη ομάδα ανθρώπων, που παρίσταναν την Προσωρινή Κυβέρνηση. Κάθονται γύρω από ένα τραπέζι και μοιάζουν μ’ έναν τρεμουλιαστό γκριζόχρωμο λεκέ. “Στο όνομα της Στρατιωτικής Επαναστατικής Επιτροπής, σας συλλαμβάνω!”, τους δηλώνω. Οι πρώην υπουργοί παραδίδουν τα έγγραφα και τα όπλα που τους απόμειναν. Η Προσωρινή Κυβέρνηση δεν υπάρχει πια.»31

Η Οκτωβριανή Επανάσταση είχε θριαμβεύσει, ανοίγοντας μια νέα σελίδα στην ιστορία της ανθρωπότητας.

Στο πρώτο της κάλεσμα «Προς τους πολίτες της Ρωσίας», στις 25 Οκτώβρη, στις 10 π.μ., η Στρατιωτική Επαναστατική Επιτροπή του Σοβιέτ της Πετρούπολης, το επαναστατικό όργανο που ανέλαβε την εξουσία, απευθύνθηκε στο ρωσικό λαό λέγοντας: «Η υπόθεση για την οποία αγωνιζόταν ο λαός: άμεση πρόταση δημοκρατικής ειρήνης, κατάργηση της τσιφλικάδικης ιδιοκτησίας της γης, εργατικός έλεγχος στην παραγωγή, δημιουργία σοβιετικής κυβέρνησης, η υπόθεση αυτή είναι εξασφαλισμένη! Ζήτω η επανάσταση των εργατών, των στρατιωτών, των αγροτών»32, ενώ το «Διάταγμα για την ειρήνη» που ψηφίστηκε στις 26 Οκτώβρη αποτέλεσε την πρώτη πράξη της νέας εργατικής εξουσίας.

 


ΣημειώσειςΣημειώσεις

1. Διεθνής Σοσιαλιστική Διάσκεψη που έγινε στο Τσίμερβαλντ της Ελβετίας το Σεπτέμβρη του 1915. Η Διάσκεψη πήρε θέσεις ενάντια στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και ενάντια στο ρεύμα του σοσιαλσοβινισμού. Ο Λένιν τέθηκε επικεφαλής της πιο συνεπούς πτέρυγας των αντιπροσώπων της Διάσκεψης, κάνοντας κριτική σε ορισμένες κεντρίστικες θέσεις που εξέφρασε για μια σειρά ζητήματα η πλειοψηφία.

2. Β. Ι. Λένιν, «Κάτω από ξένη σημαία», Άπαντα, τόμ. 26, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, σελ. 143.

3. Β. Ι. Λένιν, «Τα καθήκοντα της επαναστατικής σοσιαλδημοκρατίας στον ευρωπαϊκό πόλεμο», Άπαντα, τόμ. 26, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, σελ. 7.

4. Β. Ι. Λένιν, «Πόλεμος και επανάσταση», Άπαντα, τόμ. 32, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, σελ. 79.

5. Β. Ι. Λένιν, «Κάτω από ξένη σημαία», Άπαντα, τόμ. 26, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, σελ. 137.

6. Β. Ι. Λένιν, «Για την ήττα της κυβέρνησης της χώρας σου στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο», Άπαντα, τόμ. 26, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, σελ. 296.

7. Β. Ι. Λένιν, «Γράμμα προς τον Α. Γκ. Σλιάπνκικοφ (14 Νοέμβρη 1914)», Άπαντα, τόμ. 49, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, σελ. 27.

8. Β. Ι. Λένιν, «Στροφή στην παγκόσμια πολιτική», Άπαντα, τόμ. 30, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, σελ. 347.

9. Β. Ι. Λένιν, «Το διεθνές σοσιαλιστικό συνέδριο της Στουτγάρδης», Άπαντα, τόμ. 16, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, σελ. 78.

10. Β. Ι. Λένιν, «Η χρεοκοπία της Β΄ Διεθνούς», Άπαντα, τόμ. 26, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, σελ. 222.

11. Έ. Γκόντος, Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και η προϊστορία του (1870-1914), εκδ. Σύγχρονη Εποχή, σελ. 104.

12. Β. Ι. Λένιν, «Η κατάσταση και τα καθήκοντα της σοσιαλιστικής διεθνούς», Άπαντα, τόμ. 26, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, σελ. 40.

13. Β. Ι. Λένιν, «Γράμμα προς τον Α. Γκ. Σλιάπνκικοφ (17 Οκτώβρη 1914)», Άπαντα, τόμ. 49, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, σελ. 13.

14. Β. Ι. Λένιν, «Η κατάσταση και τα καθήκοντα της σοσιαλιστικής διεθνούς», Άπαντα, τόμ. 26, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, σελ. 40.

15. Β. Ι. Λένιν, «Σοσιαλισμός και Πόλεμος», Άπαντα, τόμ. 26, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, σελ. 325.

16. Β. Ι. Λένιν, «Η κατάσταση και τα καθήκοντα της σοσιαλιστικής διεθνούς», Άπαντα, τόμ. 26, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, σελ. 36.

17. Β. Ι. Λένιν, «Ο πόλεμος και η σοσιαλδημοκρατία της Ρωσίας», ό.π., σελ. 22.

18. Β. Ι. Λένιν, «Η χρεοκοπία της Β΄ Διεθνούς», Άπαντα, τόμ. 26, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, σελ. 265.

19. Β. Ι. Λένιν, «Ο οπορτουνισμός και η χρεοκοπία της ΙΙ Διεθνούς», Άπαντα, τόμ. 27, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, σελ. 119.

20. Β. Ι. Λένιν, «Η συνδιάσκεψη των τμημάτων εξωτερικού του ΣΔΕΚΡ», Άπαντα, τόμ. 26, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, σελ. 162.

21. Β. Ι. Λένιν, «Σχετικά με τη γελοιογραφία του μαρξισμού και τον ιμπεριαλιστικό οικονομισμό», Άπαντα, τόμ. 30, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, σελ. 80.

22. Ό.π., σελ. 83-84.

23. I. Λένιν, «Για την μπροσούρα του Γιούνιους», Άπαντα, τόμ. 30, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, σελ. 6.

24. Ό.π., σελ. 9.

25. I. Λένιν, «Για την μπροσούρα του Γιούνιους», Άπαντα, τόμ. 30, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, σελ. 12-13.

26. I. Λένιν, «Για την μπροσούρα του Γιούνιους», Άπαντα, τόμ. 30, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, σελ. 12-13.

27. Β. Ι. Λένιν, «Ο πόλεμος και η σοσιαλδημοκρατία της Ρωσίας, Άπαντα, τόμ. 26, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, σελ. 18.

28. Ρ. Λούξεμπουργκ, «Το ξαναχτίσιμο της Διεθνούς», στη συλλογή Ο βασικός εχθρός βρίσκεται στην ίδια μας τη χώρα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2015, σελ. 97.

29. Η πορεία προς την Οκτωβριανή Επανάσταση από μήνα σε μήνα (επιμ.: ΙΕ της ΚΕ του ΚΚΕ), εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2017, σελ. 34-35 και 52.

30. Λ. Γκιούρκο, Ο Λένιν τον Οκτώβρη, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2017, σελ. 334.

31. Η πορεία προς την Οκτωβριανή Επανάσταση από μήνα σε μήνα (επιμ.: ΙΕ της ΚΕ του ΚΚΕ), εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2017, σελ. 216-217.

32. Β. Ι. Λένιν, «Προς τους πολίτες της Ρωσίας», Άπαντα, τόμ. 35, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, σελ. 1.