Οι επεξεργασίες αυτές αποτέλεσαν το υπόβαθρο πάνω στο οποίο, στις συνθήκες του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου, οι μπολσεβίκοι μπόρεσαν να διαμορφώσουν επαναστατική γραμμή.
Ξεκαθαρίζοντας τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα του πολέμου και το γεγονός ότι η εργατική τάξη δεν έχει κανένα συμφέρον από τη συμμετοχή στη σφαγή, ο Λένιν λίγες μόλις μέρες μετά την έναρξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων επισημαίνει: «Ο ευρωπαϊκός και παγκόσμιος πόλεμος έχει σαφώς καθορισμένο χαρακτήρα αστικού, ιμπεριαλιστικού, δυναστικού πολέμου. Η πάλη για αγορές και η καταλήστευση ξένων χωρών, η τάση να καταπνίξουν το επαναστατικό κίνημα του προλεταριάτου, η τάση να διασπάσουν και να εξοντώσουν τους προλετάριους όλων των χωρών σπρώχνοντας τους μισθωτούς σκλάβους του ενός έθνους ενάντια στους μισθωτούς σκλάβους του άλλου έθνους (...), αυτό είναι το μοναδικό πραγματικό περιεχόμενο του πολέμου.»12
Αναδεικνύει ότι η πάλη του εργατικού κινήματος πρέπει να είναι προσανατολισμένη πρώτα απ’ όλα ενάντια στις επιδιώξεις και στους σχεδιασμούς της αστικής τάξης της χώρας του. Ότι ο βασικός εχθρός των εργαζόμενων και του λαού βρίσκεται μέσα στην ίδια τους τη χώρα, δηλαδή είναι το κεφάλαιο και το κράτος του κεφαλαίου, ότι οριστική λύση από τα δεινά του ιμπεριαλιστικού πολέμου μπορεί να δοθεί με την ανατροπή της αστικής εξουσίας.
Το ξέσπασμα του πολέμου αποτέλεσε μια μεγάλη πρόκληση για το διεθνές εργατικό κίνημα, με πολλά από τα ως τότε ισχυρά σοσιαλιστικά κόμματα τελικά να προδίδουν τις προπολεμικές τους διακηρύξεις και να συντάσσονται με τις κυβερνήσεις τους, στηρίζοντας την πολεμική εμπλοκή.
Η κατάληξη αυτή βέβαια δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Αποτέλεσε την κορύφωση μιας πορείας οπορτουνιστικής διολίσθησης των προηγούμενων χρόνων, την οποία ο Λένιν είχε εξάλλου στηλιτεύσει με τα έργα του γύρω από τους όρους ανάπτυξης του οπορτουνισμού.
Η κατάσταση αυτή ήταν ασφαλώς ένα βαρύ πλήγμα στο διεθνές εργατικό κίνημα, παράλληλα όμως λειτούργησε και ως καταλύτης διαχωρισμού των επαναστατικών δυνάμεων από τα χρεοκοπημένα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα.
Σε μια επιστολή του που στέλνει από τη Βέρνη, ο Λένιν έγραφε χαρακτηριστικά: «Ο ευρωπαϊκός πόλεμος έχει προσφέρει μια μεγάλη υπηρεσία στο διεθνή σοσιαλισμό, γιατί αποκάλυψε παραστατικά όλη τη σαπίλα και την ποταπότητα του οπορτουνισμού κι έδωσε έτσι μια υπέροχη ώθηση στο ξεκαθάρισμα του εργατικού κινήματος από την κοπριά που έχει συσσωρευτεί στη διάρκεια των δεκαετηρίδων της ειρηνικής περιόδου.»13
Ο πόλεμος έθεσε το δίλημμα αποφασιστικά. Ή με τον ταξικό συμβιβασμό ή με την επανάσταση.
Ο Λένιν δούλεψε δραστήρια για τη συσπείρωση και συγκέντρωση των συνεπών διεθνιστικών δυνάμεων, πάλεψε ώστε να δυναμώσει μέσα σε κάθε χώρα ο πόλος εκείνος που στεκόταν ενάντια στον εθνικιστικό ξεπεσμό των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων, αλλά και ο διεθνής συντονισμός τους.
Σημαντικός σταθμός σε αυτήν την πορεία ήταν η διεθνής σοσιαλιστική συνδιάσκεψη που έγινε το Σεπτέμβρη του 1915 στο Τσίμερβαλντ, ένα χωριό κοντά στη Βέρνη. Εκεί, παριστάνοντας τους ορνιθολόγους που τάχα συμμετέχουν σε ένα διεθνές επιστημονικό συνέδριο, συναντήθηκαν κάτω από τη μύτη των Αρχών 38 αντιπρόσωποι από 11 χώρες και το γεγονός αυτό έμεινε στην Ιστορία ως το πρώτο βήμα μιας διακριτής παρουσίας σε διεθνές επίπεδο της συνεπούς πτέρυγας του εργατικού κινήματος.
Τα βήματα αυτά ήταν κομβικά για την ανασύνταξη των επαναστατικών δυνάμεων. Αποτέλεσαν την πρώτη μαγιά από την οποία στη συνέχεια συγκροτήθηκαν οι δυνάμεις της νέας, της Κομμουνιστικής Διεθνούς, που σήκωσε ξανά ψηλά τα λάβαρα του προλεταριακού διεθνισμού και της ταξικής πάλης.
Παράλληλα με το ρεύμα το σοσιαλσοβινισμού, ο Λένιν αντιτάχθηκε επίσης και στο ρεύμα του αστικού και σοσιαλιστικού πασιφισμού, των θολών ειρηνιστικών συνθημάτων. Ανέδειξε ότι οι αντιλήψεις αυτές δε φωτίζουν τον ταξικό χαρακτήρα της ιμπεριαλιστικής σφαγής, ενώ αντικειμενικά λειτουργούν ώστε να «αποκοιμίζουν» τους εργάτες με κούφια λόγια υπέρ της ειρήνης, τη στιγμή που το προλεταριάτο πρέπει να περάσει σε μαχητικές μορφές πάλης για να μπορέσει να μπει τέλος στη φρίκη του πολέμου.
«Είναι ανώφελο να προβάλλεται ένα αγαθούτσικο πρόγραμμα ευσεβών πόθων για ειρήνη, χωρίς να προωθείται ταυτόχρονα και στην πρώτη γραμμή η προπαγάνδα της παράνομης οργάνωσης και του εμφύλιου πολέμου του προλεταριάτου ενάντια στην αστική τάξη», επισημαίνει.14
Με μεγάλη διορατικότητα μάλιστα επισήμανε ότι με βάση την εξέλιξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων δεν αποκλείεται καθόλου σε κάποια φάση και η ίδια η αστική τάξη, για τα συμφέροντά της, να προβάλει «ειρηνιστικά συνθήματα».
«Σήμερα διάβαζα το αγγλικό περιοδικό “Εκόνομιστ”», έγραφε, «οι έξυπνοι αστοί παρουσιάζονται υπέρ της ειρήνης, φυσικά χάριν του δυναμώματος του καπιταλισμού... Το σύνθημα της ειρήνης αύριο-μεθαύριο θα το αρπάξει η γερμανική αστική τάξη και ιδιαίτερα οι οπορτουνιστές (...). Δηλαδή ειρήνη [που να] εγγυάται καλύτερα την “κοινωνική ειρήνη”, δηλαδή την υποταγή του προλεταριάτου στην αστική τάξη, την καθησύχασή του, τη συνέχιση της ύπαρξης του καπιταλισμού.»15
«Μήπως αυτό σημαίνει ότι οι σοσιαλιστές μπορούν να μένουν αδιάφοροι απέναντι στο αίτημα της ειρήνης, που το προβάλλουν ολοένα και πιο πλατιές μάζες;», θέτει το ρητορικό ερώτημα για να αναπτύξει το σκεπτικό του. «Καθόλου», απαντάει ο ίδιος. «Ο πόθος για ειρήνη είναι ένα από τα σπουδαιότερα συμπτώματα που αποκαλύπτουν πώς αρχίζει η απογοήτευση για την αστική ψευτιά σχετικά με τους “απελευθερωτικούς” σκοπούς του πολέμου, σχετικά με την “υπεράσπιση της πατρίδας” και τις άλλες απάτες της αστικής τάξης σε βάρος του λαού.»
Πρέπει όμως «να εξηγήσουμε στις μάζες ότι τα αγαθά που περιμένουν από την ειρήνη δεν είναι δυνατό να αποκτηθούν χωρίς μια σειρά επαναστάσεις», χωρίς την ανατροπή της εξουσίας των καπιταλιστών.16
Παράλληλα, καθώς εκείνη την περίοδο βρισκόταν στην Ελβετία, ο Λένιν προσπαθούσε να συμβάλλει έμπρακτα στον προσανατολισμό του ελβετικού κόμματος και στην ενίσχυση της διεθνιστικής, επαναστατικής του πτέρυγας, συνεργαζόμενος με στελέχη όπως ο Φριτς Πλάτεν και άλλοι, που πάλευαν ενάντια στο ρεφορμισμό και τις πασιφιστικές αυταπάτες της ηγεσίας.
Γράφει χαρακτηριστικά: «Η ουσία του ζητήματος για τον πασιφισμό (ζήτημα εξαιρετικά σπουδαίο για την Ελβετία) είναι η ιδέα ότι ο πόλεμος δε συνδέεται τάχα με τον καπιταλισμό, ότι δεν είναι συνέχιση της πολιτικής της ειρηνικής περιόδου. Πρακτική που ανάγεται στην παράκαμψη της αναγκαιότητας της επανάστασης. (...) Οι Ελβετοί σοσιαλπασιφιστές δεν το καταλαβαίνουν αυτό...»17
Θεωρούσε μάλιστα ότι υπάρχουν σημαντικά περιθώρια ενίσχυσης των επαναστατικών δυνάμεων μέσα στο ελβετικό κόμμα. Γράφει σε έναν συνεργάτη του ενδεικτικά: «Την Κυριακή έγινε το συνέδριο του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος του καντονιού της Ζυρίχης. Οι δικοί μας υπέβαλαν την απόφαση που προετοιμάσαμε εμείς, η οποία συγκέντρωσε 32 ψήφους. Είναι μεγάλη επιτυχία αυτό (…). Δεν είναι σωστό ότι στην Ελβετία “είναι αδύνατες” οι επαναστατικές μαζικές εκδηλώσεις. Και η γενική απεργία της Ζυρίχης το 1912; Έγινε και στη Γενεύη... Τώρα μάλιστα, στον καιρό του πολέμου, ακόμη πιο πολύ είναι δυνατές οι εκδηλώσεις των μαζών. Υπάρχει έδαφος για τη δημιουργία αριστερής [επαναστατικής] κατεύθυνσης μέσα στο ελβετικό κόμμα. Είναι γεγονός. Δεν είναι εύκολη δουλειά, είναι όμως αποδοτική.»18
Ασφαλώς, όπως όλοι καταλαβαίνουμε, οι επεξεργασίες του Λένιν για τον ιμπεριαλισμό και τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο δεν έχουν απλώς ιστορική αξία. Ούτε τις αναφέρουμε μόνο και μόνο για να υπενθυμίσουμε πόσο μεγάλη σημασία είχαν αυτές τότε.
Οι επεξεργασίες αυτές είναι κρίσιμες για τη σημερινή ανάπτυξη της στρατηγικής του κομμουνιστικού κινήματος, σε μια περίοδο μεγάλης κλιμάκωσης των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και συγκρούσεων.
Σήμερα, ακόμη και οι πιο δύσπιστοι καταλαβαίνουν ότι βρισκόμαστε σε μια περίοδο που δεν είναι συνηθισμένη.
Με τις πολεμικές εστίες που μαίνονται από την Ουκρανία ως τη Μ. Ανατολή και τα σύννεφα του πολέμου να πυκνώνουν, με τον κίνδυνο γενικευμένων συγκρούσεων να γίνεται όλο και πιο ορατός.
Οι ευρωπαϊκές χώρες ζεσταίνουν τις μηχανές της πολεμικής οικονομίας. Η περιβόητη έκθεση Ντράγκι για το μέλλον της ΕΕ καλεί σε στρατιωτικές δαπάνες ύψους 500 δισ. την επόμενη δεκαετία. Όλα αυτά υπογραμμίζουν την ανάγκη οι λαοί να βρίσκονται σε ετοιμότητα και εγρήγορση.
Το ΚΚΕ έχει αναδείξει με τον πιο καθαρό τρόπο τον κίνδυνο μιας γενικευμένης σύγκρουσης, που στο έδαφος της σημερινής διεθνοποίησης του κεφαλαίου, της βαθιάς αλληλεξάρτησης των καπιταλιστικών οικονομιών και των βαθιών αντιθέσεων ανάμεσα στα ιμπεριαλιστικά στρατόπεδα παίρνει ούτως ή άλλως παγκόσμια διάσταση. Σε αυτό το διεθνές περιβάλλον κανείς δεν μπορεί να μείνει ανεπηρέαστος.
Δεν περιοριζόμαστε ασφαλώς μόνο στην επισήμανση του κινδύνου, αλλά προσπαθούμε να οργανώσουμε τη λαϊκή πάλη ενάντια στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς. Και γι’ αυτό θεωρούμε πολύτιμη παρακαταθήκη ενέργειες στη χώρα μας, όπως για παράδειγμα στην Αλεξανδρούπολη που μέλη του ΚΚΕ και άλλοι εργαζόμενοι σταμάτησαν ΝΑΤΟϊκές αμαξοστοιχίες που μετέφεραν πολεμικό υλικό στην Ουκρανία. Ή την εναντίωση που εκδηλώθηκε ενάντια στην αποστολή ελληνικών πολεμικών πλοίων στην Ερυθρά Θάλασσα, τα παραδείγματα διαμαρτυρίας φαντάρων που βρέθηκαν στο στόχαστρο της στρατιωτικής ηγεσίας που απειλούσε με στρατοδικεία. Ή την πολύ σημαντική ενέργεια των λιμενεργατών στον Πειραιά, όπου με απόφαση του σωματείου τους αρνήθηκαν να φορτώσουν πολεμικό υλικό που προοριζόταν για το κράτος δολοφόνο του Ισραήλ.
Πολύ ελπιδοφόρες είναι και αντίστοιχες ενέργειες σε άλλες χώρες, όπως η άρνηση των Ιταλών λιμενεργατών στη Γένοβα να φορτώσουν πυρομαχικά για το Ισραήλ, οι μεγάλες διαδηλώσεις αλληλεγγύης στον Παλαιστινιακό λαό που πραγματοποιήθηκαν σε πολλές χώρες, στην Ευρώπη αλλά και στις ΗΠΑ, ενέργειες όπως η απεργία που προκήρυξε πρόσφατα το διδακτικό προσωπικό του Πανεπιστημίου του Άμστερνταμ ενάντια στη συμμετοχή σε ερευνητικά προγράμματα που χρησιμοποιούνται από τον ισραηλινό στρατό για στρατιωτικές εφαρμογές.
Είναι πράξεις αντίστασης, αγώνα, διεθνιστικής αλληλεγγύης, αλλά και ετοιμότητας της παρέμβασης του λαϊκού παράγοντα.
Για να μην περνάει η προπαγάνδα των ιμπεριαλιστικών οργανισμών, για να δυναμώνει ο αγώνας για απεμπλοκή από τους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς, για να μη δείχνει ο λαός εμπιστοσύνη στις κυβερνήσεις που τον σέρνουν πιο βαθιά στα ιμπεριαλιστικά σχέδια.
Σήμερα παλεύουμε για να χτίζουμε αυτές τις προϋποθέσεις, για να μπορούμε να ανταποκρινόμαστε σε όλες τις καμπές της ταξικής πάλης. Γιατί μπορεί να μην είναι ασφαλώς σε θέση κανείς να γνωρίζει το πώς θα ξεδιπλωθούν ακριβώς οι διάφορες εξελίξεις, αλλά θα είναι εγκληματική αμέλεια, ενώ βλέπουμε ξεκάθαρα όλο αυτό το εκρηκτικό περιβάλλον, να μην προετοιμάζουμε ευρύτερα λαϊκά στρώματα σε αυτήν την κατεύθυνση.