Ο ΜΑΡΞ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑ*


του Hans Peter Brenner

«Η εργασία είναι πρώτα ένα προτσές ανάμεσα στον άνθρωπο και στη φύση, ένα προτσές όπου ο άνθρωπος με τη δική του πράξη μεσολαβεί, ρυθμίζει και ελέγχει την ανταλλαγή της ύλης ανάμεσα στον εαυτό του και τη φύση. Την ύλη της φύσης ο ίδιος ο άνθρωπος την αντιμετωπίζει ως φυσική δύναμη. Τις φυσικές δυνάμεις που ανήκουν στο σώμα του, τα μπράτσα και τα πόδια, το κεφάλι και τα χέρια, τα βάζει σε κίνηση για να ιδιοποιηθεί τη φυσική ύλη με μία μορφή χρήσιμη για τη δική του ζωή. Επενεργώντας με την κίνηση αυτή πάνω στη φύση που βρίσκεται έξω απ’ αυτόν και αλλάζοντάς την, αλλάζει ταυτόχρονα και τη δική του φύση. Αναπτύσσει τις δυνάμεις που κοιμούνται μέσα της και υποτάσσει στην κυριαρχία του το παιχνίδι των δυνάμεών της»1.

Με αυτά τα λόγια περιέγραψε ο Μαρξ στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου τη δύναμη που έχει η εργασία να διαμορφώνει την προσωπικότητα, καθώς και τη διαμεσολαβητική της λειτουργία ανάμεσα στον άνθρωπο και τη φύση. Με αυτόν τον τρόπο επανέλαβε μία σκέψη που είχε σκιαγραφήσει ήδη από το 1844 στα «Παρισινά Χειρόγραφα», όπου επιχειρηματολογούσε για τη στενή σύνδεση ανάμεσα στην ανάπτυξη της ανθρώπινης προσωπικότητας και το προτσές της εργασίας με τον εξής τρόπο: «Μπορούμε να δούμε πως με τον τρόπο που η ιστορία της βιομηχανίας και η αντικειμενική ύπαρξη της βιομηχανίας αναπτύχθηκε, είναι το ανοιχτό βιβλίο των ουσιαστικών δυνάμεων του ανθρώπου, η ψυχολογία του ανθρώπου παρούσα σε απτή μορφή. Μέχρι τώρα η ιστορία αυτή δεν κατανοήθηκε στη σχέση της με τη φύση του ανθρώπου, αλλά μόνο από μία εξωτερική ωφελιμιστική άποψη· γιατί ο άνθρωπος, κινούμενος μέσα στο βασίλειο της αποξένωσης, ήταν ικανός να συλλάβει μόνο τη γενική ύπαρξη του ανθρώπου –τη θρησκεία ή την ιστορία με την αφηρημένη και καθολική μορφή της πολιτικής, της τέχνης, της φιλολογίας κλπ.– σαν την πραγματικότητα των ουσιαστικών δυνάμεων του ανθρώπου και σαν την ειδολογική δραστηριότητα του ανθρώπου. Στην καθημερινή υλική βιομηχανία […] βρίσκουμε τον εαυτό μας αντιμέτωπο με τις αντικειμενοποιημένες δυνάμεις της ανθρώπινης ουσίας, στη μορφή των αισθητών, αλλότριων, χρήσιμων αντικειμένων, στη μορφή της αποξένωσης»2.

Ο Μαρξ –όπως και ο Ένγκελς στο πρώιμο έργο του «Περίγραμμα μίας κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας» (1843/1844)– προσέγγιζε συνεπώς την εργασία όχι απλώς ως μέσο για την αναπαραγωγή της φυσικής ύπαρξης του ξεχωριστού, απομονωμένου ατόμου, αλλά σε σχέση με τη φύση και το Είναι του ανθρώπου. Έτσι, η μαρξιστική έννοια της εργασίας περιλαμβάνει ως οργανικό συστατικό της μέρος μία καθοριστική οντολογική διάσταση.

Η εργασία αποτελεί σύμφωνα με την κοινή αντίληψη του νεαρού Μαρξ και του νεαρού Ένγκελς έναν καθορισμένο τρόπο έκφρασης και οργάνωσης της ζωής του ατόμου. Ωστόσο, κατά την εργασία οι άνθρωποι δεν εισέρχονται μόνο στις εκάστοτε ιστορικά μεταβαλλόμενες εξωτερικές [σ.μ.: ως προς αυτούς] σχέσεις παραγωγής οι οποίες ενυπάρχουν στην εκάστοτε παραγωγική και κοινωνική μορφή. Κατά την εργασία πραγματοποιούνται, επίσης, τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ανθρώπινης φύσης· η εργασία απεικονίζει έναν καθορισμένο τρόπο ζωής και επιδρά σε αυτόν κανονιστικά και μορφοποιητικά. «Ο τρόπος που τα άτομα εκδηλώνουν τη ζωή τους αντανακλά αυτό που ακριβώς είναι. Αυτό που αυτά είναι, συμπέφτει επομένως με την παραγωγή τους, και με το τι παράγουν και με το πώς το παράγουν. Αυτό που είναι τα άτομα εξαρτιέται έτσι από τους υλικούς όρους που καθορίζουν την παραγωγή τους»3.

 Η αναγνώριση αυτής της οντολογικής διάστασης, ιδιαίτερα η επεξεργασία της σύνδεσης ανάμεσα στην κοινωνική παραγωγή και την ανάπτυξη μιας ζωής αντάξιας του ανθρώπου και της απόδοσης –μέσω της εργασίας– νοήματος που προσιδιάζει μόνο σε αυτόν έχει στην Ιστορία της Φιλοσοφίας ρίζες που πάνε πολύ πίσω. Επιπλέον, σε σχέση με αυτό, γίνεται καθαρό ότι οι πηγές της μαρξιστικής αντίληψης για τον άνθρωπο είναι πάρα πολλές και τοποθετούνται εντός του πλαισίου της συνολικής ευρωπαϊκής ιστορίας του πολιτισμού.

Κατά την εργασία του για το ημιτελές χειρόγραφό του «Βασικές Γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας» («Grundrisse der Kritik der Politischen Ökonomie»), ο Μαρξ καταπιάστηκε εκ νέου με τον Αριστοτέλη. Δεν αναφέρθηκε μόνο στις μελέτες του για το ρόλο του χρήματος ως «αντικειμενοποιημένου συνδέσμου της κοινωνίας», ως «κοινωνικού εχέγγυου (εγγυητή στον Αριστοτέλη)»4, αλλά προφανώς μελέτησε εμβριθώς και τα «Ηθικά Νικομάχεια» του Αριστοτέλη, ενώ εξέτασε και τις πρώτες σκέψεις του Αριστοτέλη για το διπλό χαρακτήρα του εμπορεύματος από τα «Πολιτικά» του.

Στο πρώτο μέρος του πρώτου τόμου του «Κεφαλαίου» με τίτλο «Εμπόρευμα και Χρήμα», ο Μαρξ παραπέμπει σε αυτήν την πηγή αρκετές φορές και με άμεσο τρόπο σε συνάρτηση με την ανάλυση του διπλού χαρακτήρα του εμπορεύματος. Από τα «Πολιτικά» πήρε, π.χ., το ακόλουθο κείμενο: «Γιατί διπλή είναι ή χρήση κάθε πράγματος. Η μία χαρακτηρίζει το πράγμα σαν τέτοιο, η άλλη όχι, όπως ένα σαντάλι από τη μία χρησιμεύει για την υπόδηση και από την άλλη για την ανταλλαγή. Και τα δύο είναι αξίες χρήσης του σανταλιού, γιατί αυτός που ανταλλάσσει το σαντάλι μ’ αυτόν που χρειάζεται σαντάλια και παίρνει σε αντάλλαγμα νόμισμα ή τροφή χρησιμοποιεί το σαντάλι σαν σαντάλι, όχι όμως με το φυσικό τρόπο χρήσης του γιατί το σαντάλι δεν φτιάχτηκε για την ανταλλαγή»5.

Ο Αριστοτέλης είχε ήδη διακρίνει ότι η χρηματική μορφή του εμπορεύματος αποτελεί μόνο την έκφραση της αξίας του ενός εμπορεύματος σε κάποιο άλλο τυχαίο εμπόρευμα· δεν κατανόησε όμως το μέτρο της συμμετρίας τους. Του έλλειπε ακόμα το μέτρο της αξίας: η ποσότητα ανθρώπινης εργασίας που είναι ενσωματωμένη στο εμπόρευμα που πάει προς ανταλλαγή. Ο Μαρξ δε διαπίστωσε απλώς αυτή την έλλειψη, αλλά έδωσε και μία ερμηνεία της: «…ο Αριστοτέλης μας λέει μόνος του πού σκόνταψε κι απέτυχε η παραπέρα ανάλυσή του, και συγκεκριμένα στην έλλειψη της έννοιας της αξίας […] ότι στη μορφή των αξιών των εμπορευμάτων όλες οι εργασίες εκφράζονται σαν ίδια ανθρώπινη εργασία και επομένως σαν ισάξιες, δεν μπορούσε ο Αριστοτέλης να το μαντέψει από την ίδια τη μορφή της αξίας, γιατί η ελληνική κοινωνία στηριζόταν στην εργασία των δούλων και επομένως είχε σαν φυσική της βάση την ανισότητα των ανθρώπων και των εργατικών τους δυνάμεων»6.

Η αποκάλυψη του μυστικού της έκφρασης της αξίας, δηλαδή η ισότητα και το ισάξιο όλων των εργασιών και η αναγωγή τους σε ανθρώπινη εργασία γενικά, καθίσταται τότε μόνο εφικτή, όταν το ισάξιο των ανθρώπων στην ιδιότητά τους ως εμπορευματοπαραγωγών έχει ήδη επικρατήσει ως αρχή και έχει γίνει αποδεκτή σε κοινωνικό επίπεδο. Η μεγάλη ιστορική συνεισφορά του Αριστοτέλη συνίσταται στο ότι διέκρινε στην έκφραση της αξίας του εμπορεύματος αυτήν την σχέση ισότητας. Μόνο οι ιστορικοί φραγμοί του τρόπου παραγωγής που βασίζεται στην εργασία των δούλων τον εμπόδισαν να ανακαλύψει σε τι συνίσταται αυτή η σχέση ισότητας.7

Παρά αυτόν τον ιστορικό περιορισμό, ήδη ο Αριστοτέλης κινούνταν σιωπηλά προς μία κατανόηση της εργασίας και της δραστηριότητας, την οποία θα πραγματευόταν αργότερα ο Καντ σε συνάρτηση με την αντίληψή του για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και προσωπικότητα. Και για τον Καντ8 υπάρχει μία πολύ σημαντική υπαρξιακή σύνδεση ανάμεσα στην εργασία και στη θέση περί ευδαιμονίας. Στην «Ανθρωπολογία» του αποδίδει στην εργασία την αξία του «ύψιστου ψυχικού αγαθού».

«Η ύψιστη αισθησιακή ευχαρίστηση, η οποία δεν ενέχει καμία πρόσμιξη αποστροφής, είναι σε υγιείς καταστάσεις η ανάπαυση (Ruhe) μετά την εργασία. – Η ροπή προς ανάπαυση χωρίς προηγηθείσα εργασία σε κάθε κατάσταση είναι τεμπελιά»9.

Και ο νεαρός Μαρξ βλέπει ήδη αυτή τη στενή σύνδεση ανάμεσα στο Είναι του ανθρώπου, την ευεξία, τη συνειδητή δραστηριότητα για τη διαμόρφωση της ζωής και την ανθρώπινη εργασία: «Το ζώο είναι ταυτόσημο με τη ζωτική του δραστηριότητα. Δεν ξεχωρίζει από τη δραστηριότητα αυτή· το ζώο είναι η ίδια η δραστηριότητα. Ο άνθρωπος, όμως, κάνει την ίδια τη ζωτική του δραστηριότητα αντικείμενο της θέλησής του και της συνείδησής του […] η συνειδητή ζωτική δραστηριότητα ξεχωρίζει τον άνθρωπο από τη ζωτική δραστηριότητα του ζώου. Μόνο χάρη σ’ αυτή τη συνειδητή ζωτική δραστηριότητα ο άνθρωπος είναι ειδολογική ύπαρξη […] Και μόνο για το λόγο αυτό είναι η δραστηριότητά του ελεύθερη δραστηριότητα. Η αποξενωμένη εργασία αντιστρέφει τη σχέση έτσι που ο άνθρωπος, ακριβώς επειδή είναι συνειδητή ύπαρξη, κάνει τη ζωτική του δραστηριότητα, την ύπαρξή του, ένα μέσο για την ύπαρξή του […] Είναι αυτή ακριβώς η διαμόρφωση που επιφέρει πάνω στον αντικειμενικό κόσμο, με την οποία ο άνθρωπος αποδείχνει τον εαυτό του σαν ειδολογική ύπαρξη […] Το αντικείμενο της εργασίας είναι, επομένως, η αντικειμενοποίηση της ειδολογικής ζωής του ανθρώπου…»10.

Επομένως, η ανεργία σημαίνει στην πράξη τη μεγαλύτερη παρεμπόδιση της ανάπτυξης της ανθρώπινης προσωπικότητας. Αποκόβει τον άνθρωπο από όλα αυτά που τον κάνουν στην πραγματικότητα άνθρωπο.


ΣημειώσειςΣημειώσεις

* Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στο γερμανικό μαρξιστικό θεωρητικό περιοδικό «Marxistische Blätter», τ. 3/1998. Η παράθεση των αποσπασμάτων του Μαρξ πάνω στο θέμα που περιλαμβάνεται στο κείμενο αποτελεί μέρος μίας ευρύτερης επιστημονικής εργασίας. O Hans Peter Brenner είναι αντιπρόεδρος του Γερμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος (DKP).
1. Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», τ. Ι, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2002, σελ. 190.
2. Κ. Μαρξ: «Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα», (μετάφραση Μπάμπη Γραμμένου), εκδ. «Γλάρος», Αθήνα, 1975, σελ. 135 (έχει διατηρηθεί η ορθογραφία της μετάφρασης).
3. Κ. Μαρξ - Φρ. Ένγκελς: «Η Γερμανική Ιδεολογία» (μετάφραση Κ. Φιλίνη), εκδ. «Gu-tenberg», Αθήνα, 1997, σελ. 61.
4. Οι φράσεις για το χρήμα στα εισαγωγικά περιλαμβάνονται στις «Βασικές Γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας».
5. Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», τ. Ι, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2002, σελ. 99, υποσ. 39.
6. Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», τ. Ι, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2002, σελ. 73.
7. Ο Αριστοτέλης έθεσε το ερώτημα ποιο είναι το «έργο» που προσιδιάζει μόνο στον άνθρωπο. Η απάντησή του συσχετίζει άμεσα τη «δραστηριότητα» με τη θέση του περί «ευδαιμονίας». Η ευδαιμονία είναι «ένα τέλος για όλες τις πράξεις των ανθρώπων». «Όπως δηλαδή στην περίπτωση του αυλητή, του γλύπτη, του κάθε τεχνίτη, γενικά σε κάθε περίπτωση που υπάρχει κάποιο έργο και κάποια πράξη, το αγαθό και το τέλειο ενυπάρχει, κατά την αντίληψη όλων, σ’ αυτό το έργο, το ίδιο θα πρέπει να γίνει αποδεκτό και για τον άνθρωπο, αν φυσικά είναι αλήθεια ότι έχει και ο άνθρωπος το δικό του έργο» (Αριστοτέλης, «Ηθικά Νικομάχεια», μετάφραση Δημήτριος Λυπουρλής, τόμος πρώτος: βιβλία Α-Δ, εκδ. «Ζήτρος», Θεσσαλονίκη, 2006).
8. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι επεξεργασίες του Καντ περί ηθικής αποτελούν σημείο αναφοράς σε διάφορες απόπειρες αναθεώρησης του μαρξισμού από νεοκαντιανές θέσεις, από τα χρόνια του Μπέρνσταϊν μέχρι και τις μέρες μας. Αναζητώντας ένα θολό σοσιαλιστικό ιδεώδες ως αντίβαρο στην επαναστατική πολιτική δράση, οι αναθεωρητές με νεοκαντιανή αφετηρία αναπτύσσουν τις πιο ανιδραστικές, ιδεαλιστικές θέσεις της φιλοσοφίας του Καντ και απορρίπτουν τα υλιστικά της στοιχεία, παλεύοντας ενάντια στο μαρξισμό. Ο νεοκαντιανισμός απορρίπτει το καντιανό «πράγμα καθ’ εαυτό», αρνείται την αντικειμενική νομοτέλεια και συνάγει τη γνώση από το υποκείμενο, από την ίδια τη νόηση, υποστηρίζοντας ότι το αντικείμενο ενριζώνεται στην ίδια τη νόηση. Έτσι, οι νεοκαντιανοί διαστρέφουν τη διαλεκτική σχέση οντολογίας-γνωσιολογίας, όπως αυτή αναπτύσσεται από το μαρξιστικό υλισμό, στη βάση της οποίας η μαρξιστική φιλοσοφία γίνεται επαναστατικό όπλο στα χέρια της εργατικής τάξης.
9. Immanuel Kant: «Ανθρωπολογία», I, 3, §87.
10. Κ. Μαρξ: «Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα», (μετάφραση Μπάμπη Γραμμένου), εκδ. «Γλάρος», Αθήνα, 1975, σελ. 98-99.