Το νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο της ΕΕ για το 2014-2020, μέσα από διαπραγματεύσεις και συμβιβασμούς για το ύψος, την προέλευση και την κατανομή των πόρων, ανέρχεται στα 959,99 δισ. ευρώ (Πίνακας 1) κι εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 19 Νοέμβρη 2013.
Για την Ελλάδα το νέο ΕΣΠΑ, το οποίο θα ονομάζεται πλέον «Σύμφωνο Εταιρικής Σχέσης» (ΣΕΣ), βάσει του νέου Κανονιστικού Πλαισίου της ΕΕ (το οποίο μετά από την ψήφιση της Συνθήκης της Λισαβόνας έχει υποχρεωτικό και δεσμευτικό χαρακτήρα για τα κράτη-μέλη) ανέρχεται περίπου στα 20,6 δισ. ευρώ. Από αυτά, τα 4,2 δισ. ευρώ αφορούν την Αγροτική Ανάπτυξη, τα 200-250 εκατ. ευρώ το Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και τα 16,4 δισ. ευρώ αφορούν τον τομέα της πολιτικής συνοχής, των οποίων η ενδεικτική κατανομή παρουσιάζεται στον Πίνακα 2.
Οι επιλογές αυτές εξειδικεύουν την αντιδραστική στρατηγική «Ευρώπη 2020» σε μετρήσιμους στόχους τόσο για την ΕΕ συνολικά όσο και για το κάθε κράτος-μέλος.
Η συγκεκριμένη στρατηγική συμπληρώνεται από τις συμφωνίες για το «Νέο Δημοσιονομικό Σύμφωνο», το «Σύμφωνο για το ευρώ», καθώς και από τις πολιτικές για την προώθηση της «Ενισχυμένης Οικονομικής Διακυβέρνησης». Η πορεία χρηματοδότησής του θα βρίσκεται σε άμεση συνάρτηση με την πορεία της δημοσιονομικής πειθαρχίας του κάθε κράτους-μέλους, το οποίο καλείται να σχεδιάσει τον αναπτυξιακό του προγραμματισμό για το 2014-2020, ενταγμένο στις στρατηγικές επιλογές της ΕΕ, λαμβάνοντας υπόψη τα αντίστοιχα Εθνικά Προγράμματα Μεταρρυθμίσεων (ΕΠΜ).
Με βάση τα ΕΠΜ, το Συμβούλιο προχωρεί σε συστάσεις προς το κάθε κράτος-μέλος. Στην Ελλάδα η σύσταση έγκειται στην ανάγκη πλήρους εφαρμογής των Μνημονίων Οικονομικής και Πιστωτικής Πολιτικής.
Σε σχέση με τα προηγούμενα Κοινοτικά Πλαίσια Στήριξης, ενισχύεται ο εποπτικός ρόλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αυστηροποιούνται οι όροι και οι προϋποθέσεις για την εκπλήρωσή του. Καθορίζονται ως προϋποθέσεις για την εκταμίευση των πόρων η εισαγωγή μιας σειράς από αιρεσιμότητες και η συνεχής αξιολόγηση των προγραμμάτων. Διαμορφώνεται το πλαίσιο ως προς την πιο δεσμευτική κατεύθυνση των πόρων σε συγκεκριμένες επενδυτικές προτεραιότητες με Ευρωπαϊκή Προστιθέμενη Αξία.
Υιοθετήθηκε η πρόταση για τη δημιουργία του Κοινού Στρατηγικού Πλαισίου σε επίπεδο ΕΕ, το οποίο στοχεύει στον καλύτερο συντονισμό μεταξύ των ταμείων και των επιχειρησιακών προγραμμάτων. Ταυτόχρονα, δημιουργείται ένα νέο εργαλείο υλοποίησης, το «Διασυνδέοντας την Ευρώπη», με σκοπό την ανάπτυξη υποδομών πανευρωπαϊκής εμβέλειας σε μεταφορές, ενέργεια και τηλεπικοινωνίες.
ΟΙ ΕΝΔΟΪΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΟΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΙ ΓΙΑ ΤΟ ΝΕΟ ΠΔΠ
Το νέο ΠΔΠ για την περίοδο 2014 έως και 2020 αποτέλεσε πεδίο έντονων ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων και ανταγωνισμών μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών-μελών της ΕΕ.
Στη σύνοδο κορυφής στις 22-23 Νοέμβρη 2012 και στις διαπραγματεύσεις πριν από αυτήν, η διαπάλη εκδηλώθηκε στα εξής σημεία:
α) Για το ύψος του ΠΔΠ,
β) για την εθνική συμμετοχή κάθε κράτους-μέλους,
γ) ως προς την κατανομή των πόρων και τα κριτήριά της (θεματική και περιφερειακή),
δ) για τις επιβαλλόμενες ποινές στα κράτη-μέλη που δε συμβαδίζουν με τους στόχους που συνοδεύουν το ΠΔΠ και τη στέρηση χρημάτων από το σύνολο των ταμείων.
Η Μ. Βρετανία αλλά και η Σουηδία ζητούσαν δραστική μείωση του ΠΔΠ, διατήρηση του ορίου συμμετοχής στο «rebate», περικοπές από ΚΑΠ και αύξηση των κονδυλίων για συνοχή, έρευνα και καινοτομία.
Οι Γερμανία, Ολλανδία, Φινλανδία ζητούσαν επίσης μείωση του προϋπολογισμού του ΠΔΠ. Η Γερμανία παρουσιαζόταν ανένδοτη σε κάθε μείωση της χρηματοδότησης του μέσου «Συνδέοντας την Ευρώπη», καθώς θ’ αποτελέσει κυρίαρχο χρηματοδοτικό εργαλείο για την ανάπτυξη μεταφορικών κι ενεργειακών δικτύων προς τα ανατολικά της σύνορα, θα ενισχύσει τα γερμανικά μονοπώλια που κατέχουν ισχυρότατες θέσεις στους αντίστοιχους οικονομικούς τομείς, αλλά και την ενεργειακή προσέγγισή της με τη Ρωσία.
Οι Γαλλία, Ιταλία, Πολωνία, Τσεχία, Ελλάδα, Ισπανία, Ιρλανδία, Πορτογαλία, Βέλγιο αντιστέκονταν στη μείωση των κονδυλίων του ΠΔΠ. Ειδικά η Γαλλία ήταν αρνητική στη μείωση των κονδυλίων της ΚΑΠ, αφού είναι αποδέκτης του μεγαλύτερου μεριδίου της. Η ουσία της αντιπαράθεσης αφορούσε ποια κράτη-μέλη θα καταφέρουν να ενισχύσουν τα δικά τους μονοπώλια σε βάρος των άλλων και αγγίζει τον πυρήνα της Ευρωζώνης (Γαλλία, Βέλγιο, Ολλανδία) και της ΕΕ (Ηνωμένο Βασίλειο). Βέβαια, στη διαπραγματευτική ισχύ των κρατών-μελών επιδρά η ίδια η δύναμη των μονοπωλιακών ομίλων τους, ο προσανατολισμός τους σε συγκεκριμένους τομείς της οικονομίας, όχι μόνο στην εσωτερική καπιταλιστική αγορά της ΕΕ, αλλά και στις παγκόσμιες αγορές.
Στο Συμβούλιο διαμορφώθηκε ισχυρή τάση για δραστική μείωση των κονδυλίων του. Συμβούλιο, Επιτροπή κι Ευρωκοινοβούλιο συμφώνησαν στην ενοποίηση ταμείων (όπως χαρακτηριστικά για την πολιτική συνοχής και την έρευνα) για την πιο στοχευμένη χρηματοδότηση και τη δημιουργία νέων μέσων χρηματοδότησης (όπως ο μηχανισμός «Συνδέοντας την Ευρώπη») για τη δημιουργία νέων αγορών, ειδικά στον τομέα της ενέργειας, μεταφοράς πρώτων υλών, το ηλεκτρονικό εμπόριο και την ψηφιακή αγορά.
Υποστήριξαν τη χρηματοδότηση μέσω του ΠΔΠ της στρατιωτικής μηχανής και των κατασταλτικών μηχανισμών της ΕΕ, στους βασικούς τομείς ενίσχυσης της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και της Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας της ΕΕ, της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης (ΕΥΕΔ), της στρατιωτικοποίησης του Διαστήματος («Galileo»), της περιφερειακής πολιτικής - ζεστό χρήμα κατευθείαν στα μονοπώλια.
Το Συμβούλιο επιδίωξε στοχευμένη και συγκεντροποιημένη ενίσχυση του κεφαλαίου για επενδύσεις «πράσινης ενέργειας», καινοτομίας - «πράσινες τεχνολογίες», διά βίου μάθησης - κατάρτισης, «ψηφιακής ατζέντας». Επέμεινε στον όρο τα κονδύλια που δίνονται μέσα από τα «Ταμεία Συνοχής» να μπορούν να «κόβονται» ως κύρωση για εκείνα τα κράτη-μέλη που δεν εφαρμόζουν πλήρως τις συστάσεις του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου.
Ο ΠΡΟΣΩΡΙΝΟΣ ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΚΟΡΥΦΗΣ ΤΟΥ ΦΛΕΒΑΡΗ ΚΑΙ Η ΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ
Η σύνοδος κορυφής που πραγματοποιήθηκε στις 7-8 Φλεβάρη 2013 αναλώθηκε περισσότερο σε παρασκηνιακές διαβουλεύσεις και διαπραγματεύσεις κεκλεισμένων των θυρών, προκειμένου να προκύψει συμβιβαστική λύση. Αποτέλεσμα ήταν να επιτευχθεί ένας προσωρινός συμβιβασμός, με το ύψος του προϋπολογισμού να φτάνει τα 960 δισ. ευρώ (13 δισ. κάτω από την πρόταση του Ρομπάι το Νοέμβρη). Το αποτέλεσμα είναι πιο κοντά στις επιδιώξεις της Γερμανίας, αλλά αυξημένο σε σχέση με τις περικοπές που διεκδικούσαν Βρετανία, Ολλανδία και Σουηδία. Σε σχέση με τον προϋπολογισμό του 2007-2013 υπάρχει μείωση κατά 35 δισ. (βλ. Πίνακα 1).
Στις 13 Μάρτη 2013 το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο απέρριψε το συγκεκριμένο συμβιβασμό, ενώ καταγράφηκαν διαφωνίες ως προς την κατανομή και τις πηγές χρηματοδότησης. Στις διαπραγματεύσεις που ακολούθησαν υπήρξε τελικά συμφωνία, με αποτέλεσμα την επικύρωσή του από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 19 Νοέμβρη 2013.
Στο ψήφισμα τονίζεται η αναθεώρηση του ΠΔΠ το 2016, οπότε θα επανεξεταστούν όλα τα κονδύλια, θ’ αξιολογηθούν εκ νέου οι προτεραιότητες, αλλά και η κατανομή τους στη βάση των πιο πρόσφατων στατιστικών στοιχείων. Στη βάση αυτής της επανεξέτασης, η κυβέρνηση εκτιμά ότι θα αντλήσει επιπλέον κονδύλια ύψους περίπου 2 δισ. ευρώ.
Η κυβέρνηση χαιρέτησε την υιοθέτηση του κανονισμού ευέλικτης κατανομής και προσαρμογής των πληρωμών του ΠΔΠ, αλλά και τη χρηματοδότηση μιας σειράς αποθεματικών και τη διασφάλιση των πόρων που αφορούν την ανεργία των νέων, ύψους 2,5 δισ. ευρώ (τιμές 2011). Αυτά χρηματοδοτούνται με τρόπο που δεν αλλάζει το συνολικό μέγεθος του ΠΔΠ.
Επίσης, στο ψήφισμα τονίζεται η ανάγκη να επανεξεταστούν κατά τη διάρκεια αναθεώρησης και οι πηγές χρηματοδότησης του κοινοτικού προϋπολογισμού, ώστε αυτός να μη χρηματοδοτείται όπως μέχρι σήμερα από τους εθνικούς προϋπολογισμούς των κρατών-μελών, αλλά κατά 60% να χρηματοδοτείται από τους λεγόμενους «ίδιους πόρους» της ΕΕ, δηλαδή από απευθείας φορολόγηση των εργαζομένων από την ΕΕ. Προτείνει ο «φόρος των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών» -που αστικά και οπορτουνιστικά κόμματα τον διαφήμιζαν σαν «φορολόγηση των τραπεζιτών»- να κατευθύνεται στα ευρωενωσιακά ταμεία, δηλαδή, να ξαναγυρνάει με τη μορφή των κάθε είδους «επιδοτήσεων» κι «ενισχύσεων» στους μονοπωλιακούς ομίλους.
Στην ίδια ολομέλεια εγκρίθηκε και ο κανονισμός για τα Διευρωπαϊκά Δίκτυα Μεταφορών, το συνολικό ύψος των οποίων ανέρχεται στα 29,3 δισ. ευρώ (τιμές 2011) και κατανέμονται ως εξής: 23,2 δισ. ευρώ για τις μεταφορές, 5,1 δισ. ευρώ για την ενέργεια και 1 δισ. ευρώ για τις τηλεπικοινωνίες.
Συμπερασματικά, το νέο πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο (βλ. Πίνακα 1), μετά από τους συμβιβασμούς, είναι μειωμένο κατά 8% σε σχέση με τις αρχικές προτάσεις της επιτροπής και κατά 3% σε σχέση με το ισχύον πλαίσιο 2007-2013.
Η εικόνα αυτή διαφοροποιείται εάν συγκρίνουμε τις επιμέρους κατηγορίες. Μειώνονται τα κονδύλια για τη χρηματοδότηση της ΚΑΠ κατά 13%, της αγροτικής ανάπτυξης κατά 11% και της πολιτικής συνοχής κατά 8%, ενώ αντίθετα αυξάνονται τα κονδύλια για τα έργα υποδομής που αφορούν τη Σύνδεση της Ευρώπης κατά 51%, για την ανταγωνιστικότητα κατά 37%, για την ασφάλεια και ιθαγένεια κατά 27% και για το διεθνή ρόλο της ΕΕ κατά 3%. Ενισχύονται δηλαδή τα κονδύλια που αφορούν άμεσα την ανταγωνιστικότητα, αλλά και τη διευκόλυνση της δράσης των Ευρωπαϊκών Ομίλων, την ενίσχυση της διεθνούς θέσης, αλλά και της θωράκισης της ΕΕ (Πίνακας1).
ΕΠΙΔΙΩΞΕΙΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ
Από πλευράς της ελληνικής αστικής τάξης, όπως τουλάχιστον καταγράφεται στη μελέτη του ΕΛΙΑΜΕΠ που έγινε για λογαριασμό της ΤτΕ, τονίστηκε η σημασία των όσο το δυνατόν υψηλότερων απολαβών από τον κοινοτικό προϋπολογισμό, αφού αποτελεί «τη μοναδική, ουσιαστικά, δυνατότητα δημοσίων επενδύσεων»7 και με την ενίσχυση της θέσης της Ελλάδας στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων και της Α. Μεσογείου. Διατυπώνεται η θέση για «αύξηση των πόρων του συνολικού προϋπολογισμού, ανεξάρτητα από τη δομή του νέου ΠΔΠ».
- Για την «πολιτική συνοχής» τάχτηκε υπέρ της μέγιστης αύξησης των κονδυλίων της. Έθεσε συγχρόνως ζήτημα για τη νέα ταξινόμηση των περιφερειών και την επιλεξιμότητα των ελληνικών περιφερειών, η οποία οδηγεί σε μείωση του μεριδίου της από το Ταμείο Συνοχής. Ιδιαίτερη μνεία έγινε για το ενδεχόμενο ένταξης της Αττικής στις περισσότερο ανεπτυγμένες περιφέρειες, που συνεπάγεται μειωμένη χρηματοδότηση.
Γι’ αυτό και υποστήριξε την κατάταξη των περιφερειών με χρήση των πιο πρόσφατων στοιχείων, συμπεριλαμβανομένων και των ετών της κρίσης. Με αυτόν τον τρόπο επιδιωκόταν να μη μειωθεί ο αριθμός των περιφερειών που κατατάσσονται ως λιγότερο ανεπτυγμένες και παίρνουν το μεγαλύτερο ποσοστό ενισχύσεων.
- Για τη χρηματοδότηση έργων υποδομής και μεταφορών διατυπώθηκε η θέση για μεγαλύτερη ευελιξία στις επιλογές χρηματοδότησης, από το Ταμείο Συνοχής, έργων υποδομής και μεταφορών, έναντι μόνο της χρηματοδότησης συγκεκριμένων έργων που εντάσσονται στα διευρωπαϊκά δίκτυα.8
- Ως προς τη χρηματοδότηση για έρευνα-τεχνολογία-καινοτομία, φαίνεται να υπήρχε προβληματισμός διότι είναι μεν σταθερή επιδίωξη του κεφαλαίου η εισαγωγή νέων τεχνολογιών, η στοχευμένη και αποτελεσματική σύνδεση έρευνας και καπιταλιστικής παραγωγής για την ενίσχυση της κερδοφορίας, την εξασφάλιση προσωρινού πλεονεκτήματος σ’ έναν κλάδο, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι οι υφιστάμενες υποδομές στην Ελλάδα και ειδικά σε ορισμένες περιφέρειες είναι αρκετές για ν’ απορροφηθούν τα αυξημένα κονδύλια.
Γι’ αυτό και προτάθηκε προς την κυβέρνηση να προχωρήσει «άμεσα στο σχεδιασμό ενός ενιαίου αυτόνομου επιχειρησιακού προγράμματος για έρευνα-τεχνολογία-καινοτομία, που θα συγκεντρώνει τις συναφείς δράσεις απ’ όλα τα εθνικά και περιφερειακά προγράμματα, προκειμένου να επιτευχθεί ο συντονισμός της εθνικής ερευνητικής προσπάθειας και να διευκολυνθεί η ενοποίηση του ερευνητικού χώρου»9.
- Για τη διαχείριση του ΣΕΣ προτάθηκε προς την κυβέρνηση «βελτίωση του θεσμικού περιβάλλοντος με τη διασύνδεση της διαδικασίας προγραμματισμού 2014-2020 με το ευρύτερο σχέδιο αναμόρφωσης του κράτους, την επέκταση και αναβάθμιση του προγράμματος για τη διοικητική μεταρρύθμιση και τη θέσπιση επταετούς Εθνικού Αναπτυξιακού Σχεδίου, που θα ενσωματώνει το σύνολο των δημοσίων επενδύσεων. Για τη βελτίωση του συστήματος υλοποίησης, προτάθηκε η απλοποίηση και αποκέντρωση (μείωση του αριθμού των φορέων διαχείρισης και των δικαιούχων, κατάργηση του συστήματος εκχωρήσεων, αυτονόμηση των περιφερειακών προγραμμάτων) και μια καλύτερη συνάρθρωση των Διαχειριστικών Αρχών με τη διοικητική δομή των Υπουργείων»10. Πρόκειται για αλλαγές που υπηρετούν στρατηγικές ανάγκες της αναπαραγωγής το κεφαλαίου.
- Τέλος, στη μελέτη εκφράζονται σοβαρές ενστάσεις σχετικά με προτεινόμενο μέτρο επέκτασης της «μακροοικονομικής αιρεσιμότητας» με «τιμωρητικό χαρακτήρα» στο σύνολο των ταμείων, που συνοδεύει την υλοποίηση των στόχων της πολιτικής συνοχής και γενικότερα του ΠΔΠ, υποστηρίζοντας ότι πιθανώς θα στερήσει σημαντικό ποσοστό της χρηματοδότησης λόγω του μεγάλου κρατικού χρέους της Ελλάδας.
Η ΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΚΟΜΜΑΤΩΝ
Κοινή συνισταμένη των θέσεων των αστικών ελληνικών κομμάτων είναι η διεκδίκηση περισσότερων κονδυλίων από το ΠΔΠ ως μοχλού για την επιτάχυνση της εξόδου της οικονομίας από την καπιταλιστική κρίση. Ανταγωνίζονται μεταξύ τους σχετικά με την πιο αποτελεσματική πρόταση γρήγορης επιστροφής στην καπιταλιστική ανάκαμψη.
Τα κόμματα της συγκυβέρνησης πρόβαλαν ως «θετική για την Ελλάδα» την αύξηση των κονδυλίων που της αναλογούσαν σε σχέση με την αρχική πρόταση, καθώς και την ευελιξία στην απορρόφηση αυτών (πρόβλημα το οποίο εντοπιζόταν και στις αξιολογήσεις της ΕΕ και της ελληνικής κυβέρνησης).
Ο ΣΥΡΙΖΑ συγκλίνει στρατηγικά με την κυβέρνηση όταν εστιάζει στην ανάγκη γενναίας αύξησης του κοινοτικού προϋπολογισμού, καθώς και στη σημασία παραμερισμού των διαφορών μεταξύ των καπιταλιστικών κρατών, ώστε να μπουν στο επίκεντρο οι ανάγκες συνολικά της ΕΕ, ως προϋπόθεση για να στηριχτεί η καπιταλιστική ανάπτυξη.
Προβάλλει την αλλαγή του μίγματος αστικής διαχείρισης, καλώντας τους ηγέτες της ΕΕ «να εγκαταλείψουν τη νεοφιλελεύθερη πολιτική λιτότητας και ανεργίας της Μέρκελ και του Κάμερον». Αυτοπροβάλλεται ως ικανότερος διαπραγματευτής σε αντίθεση με την κυβέρνηση που «δέχτηκε αδιαμαρτύρητα τη μείωση των κονδυλίων». Αποπροσανατολίζει την εργατική τάξη και τα φτωχά μεσαία στρώματα όταν αναφέρει ότι -εάν δεν είχαν περικοπεί ή αν είχαν αυξηθεί- τα κονδύλια από το ΠΔΠ 2104-2020 θα αξιοποιούνταν προς όφελός τους.
Σε παρόμοια γραμμή κινήθηκαν και οι ΑΝΕΛ δηλώνοντας: «Η Ευρώπη των δανειστών με τον προϋπολογισμό λιτότητας καταδικάζει την Ελλάδα και τον Ευρωπαϊκό Νότο στην ύφεση, την ανεργία, τη μείωση του αγροτικού εισοδήματος και την υπανάπτυξη».
Η ΔΗΜΑΡ θεωρεί ότι ο συμβιβασμός έληξε με θετικό πρόσημο για την Ελλάδα, αλλά αρνητικό για την πορεία της Ένωσης, αφού ο προϋπολογισμός κινείται πολύ κάτω από τις ανάγκες της Ένωσης για την υπέρβαση της κρίσης, για πρώτη φορά είναι ελλειμματικός και δικαιολογημένα προκαλεί τις ισχυρές ενστάσεις του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου.
Η ναζιστική «Χρυσή Αυγή» αναφέρεται στο ΠΔΠ 2014-2020 και στα κονδύλια προς την Ελλάδα ως κάτι που θα «αντιστάθμιζε τις συνέπειες του μνημονίου», κρύβοντας την κοινή βάση αυτών ως εργαλείων του κεφαλαίου για τη διόγκωση της κερδοφορίας του.
ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗΣΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΣΕΣ11
Στις 13 Νοέμβρη 2012 δημοσιεύτηκε το κείμενο με τη «Θέση των υπηρεσιών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με την ανάπτυξη Συμφωνίας Εταιρικής Σχέσης και Προγραμμάτων για την Ελλάδα για την περίοδο 2014-2020», που έθεσε τις βασικές κατευθύνσεις της Επιτροπής για το σχεδιασμό και την κατάρτιση του νέου αναπτυξιακού προγραμματισμού. Με βάση το συγκεκριμένο κείμενο, καταρτίστηκε από το υπουργείο Ανάπτυξης η 2η Εγκύκλιος για την κατάρτιση των προγραμμάτων.
Στο κείμενο καθορίζεται το πλαίσιο σχεδιασμού για να βγει η ελληνική οικονομία από την κρίση και να θέσει την οικονομία της σε πορεία βιώσιμης ανάπτυξης.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, το ελληνικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ, εκφρασμένο σε μονάδες αγοραστικής δύναμης, έπεσε από το 94% του μέσου κοινοτικού όρου που ήταν το 2008 στο 79% το 2011. Αξίζει να σημειωθεί ότι η όποια βελτίωση του συγκεκριμένου δείκτη στη διάρκεια των δεκαπέντε χρόνων, από το 1995 που ήταν στο 84%, εξανεμίστηκε μέσα σε δύο χρόνια.
Ως στόχοι της νέας εθνικής αναπτυξιακής στρατηγικής για το 2014-2020 καθορίζονται από τη μία η εξασφάλιση υγιών δημοσιονομικών μεγεθών και από την άλλη η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της χώρας για τη δημιουργία των προϋποθέσεων ανάπτυξης και ανάκαμψης.
Τονίζεται η ανάγκη για την αυστηρή εναρμόνιση του αναπτυξιακού προγραμματισμού 2014-2020 με τις πολιτικές προτεραιότητες της στρατηγικής της «Ευρώπης 2020» και την ταυτόχρονη ικανοποίηση των συγκεκριμένων απαιτήσεων του Προγράμματος Οικονομικής Προσαρμογής, την εφαρμογή του Μνημονίου Συναντίληψης (ΜΣ) που περιλαμβάνεται στα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 29ης Ιούνη 2012· δηλαδή η υλοποίηση αυτού του αναπτυξιακού προγραμματισμού συνδέεται άμεσα με την υλοποίηση της αντιλαϊκής πολιτικής.
Εστιάζει στις μεταρρυθμίσεις που ενισχύουν την ανταγωνιστικότητα, δίνουν ώθηση στους τομείς που έχουν συγκριτικά για το κεφάλαιο πλεονεκτήματα και αποτελούν μοχλό προσέλκυσης ιδιωτικών επενδύσεων.
Η κυβέρνηση προγραμματίζει τη συγκρότηση του νέου ΕΣΠΑ στη βάση της ικανοποίησης των πέντε βασικών προτεραιοτήτων χρηματοδότησης. Αυτές είναι:
1. Ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της εξωστρέφειας των επιχειρήσεων (ιδιαίτερα των ΜΜΕ), μετάβαση στην ποιοτική επιχειρηματικότητα, με αιχμή την καινοτομία και αύξηση της εγχώριας προστιθέμενης αξίας12. Προτεραιότητα αποτελούν οι ανταγωνιστικοί κι εξωστρεφείς κλάδοι, όπως η ενέργεια, ο αγροτοδιατροφικός τομέας και η γαλάζια ανάπτυξη, ο κλάδος των Τεχνολογιών Πληροφορικής κι Επικοινωνίας, οι μεταφορές και τα logistics, τα φάρμακα και η υγεία, ο πολιτισμός και ο τουρισμός, το περιβάλλον, δίνοντας έμφαση στη δημιουργία ενός ακόμα πιο φιλικού πλαισίου για τις επιχειρήσεις και την προσέλκυση επενδύσεων.
2. Ανάπτυξη και αξιοποίηση ικανοτήτων ανθρώπινου δυναμικού - ενεργός κοινωνική ενσωμάτωση13. Στο όνομα της αντιμετώπισης της ανεργίας και της φτώχειας, προχωρούν στην μεγαλύτερη απελευθέρωση της αγοράς εργασίας και της προώθησης των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων στην υγεία, πρόνοια και εκπαίδευση.
3. Προστασία του περιβάλλοντος - μετάβαση σε μια οικονομία φιλική στο περιβάλλον.14 Με προτεραιότητες την αστική ανάπλαση, την εξοικονόμηση ενέργειας και τη διαχείριση αποβλήτων και φυσικών πόρων.
4. Ανάπτυξη - εκσυγχρονισμός - συμπλήρωση υποδομών για οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη.15 Με επικέντρωση στους οδικούς και σιδηροδρομικούς άξονες, την αναβάθμιση των λιμένων στο πλαίσιο των διευρωπαικών δικτύων, καθώς και τα ενεργειακά δίκτυα.
5. Βελτίωση της θεσμικής επάρκειας και της αποτελεσματικότητας της δημόσιας διοίκησης και της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.16
Στον Πίνακα 3 αποτυπώνεται η αρχική κατανομή των πόρων του νέου χρηματοδοτικού πλαισίου.