ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΔΙΑΜΟΝΗΣ
Τραγικές στιγμές, μοναδικές στιγμές, που φανερώνουν σιδερένια θέληση, δύναμη ψυχής και συνείδησης, σε συνθήκες ζωής που οι λέξεις δεν μπορούν εύκολα να περιγράψουν. Αυτή τη ζωή έζησαν οι κομμουνίστριες και άλλες αγωνίστριες σε φυλακές κι εξορίες που εκδιώχτηκαν και φυλακίστηκαν κατά την τρίχρονη περίοδο του ΔΣΕ, 1946-1949, αλλά και αργότερα, περίοδο που πραγματικά οι φυλακές και οι εξορίες ξεχείλισαν.
«Στα λίγα τετραγωνικά μέτρα της φυλακής, που ήταν με τις τότε προδιαγραφές να στεγάσει ελάχιστους κρατούμενους, ήταν στοιβαγμένες χιλιάδες γυναίκες απ’ όλη την Ελλάδα. […] Όλο αυτό το ανόμοιο πλήθος έπρεπε να συμβιώσει ειρηνικά, να ανέβει πνευματικά, αλλά πρώτα-πρώτα να επιβιώσει. Η σωματική και η ψυχική υγεία όλων αυτών των γυναικών έπρεπε να διατηρηθεί με κάθε θυσία»13.
Τα προαύλια των φυλακών ήταν περιτριγυρισμένα με πανύψηλους τοίχους, χωρίς στέγαστρα, εκτεθειμένα στον ήλιο και τη βροχή. Οι θάλαμοι χωρίς τραπέζια, καθίσματα, ντουλάπες, κομοδίνα και βιβλιοθήκες. Οι κρατούμενες αναγκάζονταν να περνάνε τις περισσότερες ώρες πάνω στα κρεβάτια, δίπλα στις βούτες (σκεύος που έκανε χρέη αποχωρητηρίου) και τα δοχεία που πετούσαν τα σκουπίδια, αφού τις περισσότερες ώρες της μέρας έμεναν κλειδωμένες στα κελιά τους. Οι απαγορεύσεις ατελείωτες: Απαγορευόταν να πάνε τη νύχτα στ’ αποχωρητήρια, να έχουν καθίσματα, ρολόγια, λουλούδια…
Στους τόπους εξορίας οι γυναίκες τις περισσότερες φορές έπρεπε να φτιάξουν με τα ίδια τους τα χέρια τις εγκαταστάσεις για να μείνουν.
Τρίκερι 1949: «Τρέχαμε σαν αγρίμια στην πλαγιά του βουνού για να βρούμε μια σκηνή της προκοπής. Δεν είχαμε συνηθίσει σε σκηνές χαμηλές, που τις χρησιμοποιούσαν μόνο για ύπνο. Έμπαινες με τα μούτρα. Πού να βάλεις τα πράγματά σου. Οι άντρες είχαν βάλει χορτάρια από τη μια μεριά και χορτάρια από την άλλη και είχαν σχηματίσει στρώματα και μπαίναν μέσα για ύπνο. Όλη την άλλη μέρα ήταν στο ύπαιθρο. Είχε και ορισμένες που είχαν χτίσει τοίχο ένα μέτρο περίπου και εκεί επάνω είχαν βάλει τη σκηνή, κι έτσι μπορούσαν και έβαζαν ράντζο και τα πράγματά τους. Πήραμε σχέδιο από κείνες και άρχισε οργασμός δουλειάς. Χώμα, θάλασσα και πέτρες, και χτίζαμε συνέχεια. Όπου υπήρχαν χτισμένες, μπήκαν οι μεγάλες και οι άρρωστες»14.
Οι απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης δοκίμαζαν τη σωματική τους αντοχή, με αποτέλεσμα ο αριθμός των αρρώστων ν’ αυξάνεται. Ο υποσιτισμός ήταν μόνιμος.
Χίος 1948: «Στο ελεεινό συσσίτιο το κρέας που μας δίνανε κάπου-κάπου το αντικατέστησε ο σάπιος μπακαλιάρος και τα όσπρια ήταν εντελώς νερόβραστα. Παρόλη την προσπάθειά μας, ήταν αδύνατο να τα κατεβάσουμε, γιατί η δυσεντερία θέριζε τα σωθικά μας. Πολλές φορές, έτσι όπως το παίρναμε με τον κουβά το αδειάζαμε στο βαρέλι των σκουπιδιών και, σα γέμιζε αυτό, στους τενεκέδες που επίτηδες έφερναν μέσα, για να μαζεύουνε το φαγητό, για τα γουρούνια του διοικητή»15.
ΥΨΗΛΟ ΦΡΟΝΗΜΑ
Στους τόπους του μαρτυρίου κυριαρχούσε η συντροφικότητα, η συλλογικότητα, η αλληλεγγύη, η δημιουργικότητα, η πολιτιστική και πνευματική καλλιέργεια. Η αδιάκοπη αυτή προσπάθεια ήταν πλευρά της αντίστασης ενάντια στο βάρβαρο καθεστώς, πλευρά του αγώνα για την ίδια τη ζωή. Έδινε αντοχή και δύναμη, καλλιεργούσε τα χαρακτηριστικά της επαναστατικής προσωπικότητας.
Χίος 1948: «Όμως εμείς μπροστά στην τόση δυστυχία μας δεν κακομοιριάσαμε, ούτε σταυρώσαμε μοιρολατρικά τα χέρια. Φροντίζαμε αντίθετα να προσαρμοστούμε στις δύσκολες συνθήκες και να ευκολύνουμε, όσο εξαρτιόταν από μας, τη ζήση μας»16.
Παρόλο που ήταν γυναίκες βασανισμένες, ταλαιπωρημένες, γυναίκες που τις βάραιναν αποφάσεις για ισόβια ή θάνατο, αντιμετώπισαν τη νέα αυτή κατάσταση στη ζωή τους με θάρρος, αποφασιστικότητα και λεβεντιά. Δεν ήταν δύσκολο να λυγίσουν. Υπήρξαν κι εκείνες που λύγισαν. Οι περισσότερες όμως, με πρωτοπόρες τις κομμουνίστριες, «κατάφεραν να οργανώσουν τη ζωή τους μέσα σ’ αυτά τα κολαστήρια με τρόπο που δίνει τα φύτρα των κομμουνιστικών σχέσεων οργάνωσης της κοινωνίας και της οικονομίας, εφαρμόζοντας τη σχέση “στην καθεμιά ανάλογα με τις ανάγκες της, η καθεμιά ανάλογα με τις δυνατότητές της”»17.
Αυτή η οργάνωση της ζωής τους, η εμπνευσμένη από τα ιδανικά του επαναστατικού εργατικού κινήματος, κατόρθωσε να κάνει τις απλές γυναίκες των πόλεων και της υπαίθρου να βρουν το κουράγιο και να μετατρέψουν την ασχήμια της φυλακής και του κελιού σ’ ένα φωτεινό χώρο.
Ιούνης 1948: «Βρήκαμε κοριτσάκια, γυναίκες θαρραλέες, καθαρές, νοικοκυρεμένες στην εμφάνισή τους, γελαστές και υπομονετικές. Δεν τις κατέβαλαν οι κακουχίες της φυλακής και οι αποφάσεις των στρατοδικείων. Το σύνθημά μας: Ο αγώνας σε όλα τα πεδία της πάλης. Η φυλακή ήταν μια μικρή πολιτεία με όλες τις υπευθυνότητες, από τα οικονομικά μέχρι ψυχαγωγία, από την πρόνοια έως την παιδεία. Ήταν πραγματικά μια κοινωνία ισότητας και δικαιοσύνης»18.
ΟΙ «ΜΑΡΙΕΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ»
Για να οργανώσουν μια σειρά δουλειές που έπρεπε να γίνουν καθημερινά, έκαναν ομάδες από τρία, πέντε ή και δέκα άτομα. Σκεύη και ό,τι άλλο είχαν τα μοιράζονταν. Με τη σειρά όποια ήταν υπηρεσία, «η Μαρία της ημέρας» όπως την έλεγαν, μάζευε το νερό της μέρας, έπλενε τα πιάτα. Έτσι, δεν ήταν καθημερινά όλες οι γυναίκες στο πόδι. Για την καθαριότητα του θαλάμου και το μοίρασμα του φαγητού, που το έπαιρναν σ’ έναν κουβά για όλο το θάλαμο, έβγαιναν κάθε μέρα υπηρεσία δύο γυναίκες. Η διανομή ήταν ένα δύσκολο καθήκον που είχαν οι «Μαρίες», μια και το φαγητό ήταν λιγοστό κι εκείνες έπρεπε να προσέχουν ώστε οι μερίδες να είναι ίδιες για όλες τις εξόριστες. Άλλη σειρά υπήρχε για την καθαριότητα του κτηρίου (διάδρομοι, αποχωρητήρια, πλυντήρια) και τον αυλόγυρο. Τις πιο δύσκολες και βαριές δουλειές τις έκαναν οι νεότερες κοπέλες. Για παράδειγμα, στο Τρίκερι οι εξόριστες είχαν φτιάξει γι’ αυτόν το σκοπό μια ομάδα νεολαίας, την «Επονίτικη» όπως την έλεγαν.
Χαρακτηριστικές ήταν και οι ομάδες δουλειάς, όπως το μοδιστράδικο, το τσαγκαράδικο, το παπλωματάδικο, το φαναρτζίδικο, δηλαδή συνεργεία που δούλευαν για την ανασυγκρότηση του νοικοκυριού των φυλακών και των εξοριών.
ΜΑΘΗΜΑΤΑ - «ΝΑ ΒΡΕΘΕΙ ΜΙΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΤΡΟΦΗ»
Οι φυλακές και οι εξορίες εξελίχτηκαν σ’ ένα είδος μορφωτικού σχολείου στο οποίο κάποιες γυναίκες μάθανε τα πρώτα γράμματα. Εκεί συναντήθηκαν οι μαθήτριες που πιάστηκαν κι εξορίστηκαν στα νησιά, με τις καθηγήτριες και τις δασκάλες που συνέχισαν τα μαθήματα. Γίνονταν μαθήματα ξένων γλωσσών, λογιστικής, στενογραφίας, σχεδίου, κοπτικής, ραπτικής, ακόμα και διαλέξεις για το σχολείο, τη μόρφωση, για το παιδί και την ανάπτυξή του, για την υγιεινή.
Πάτρα 1948: «Η αυτομόρφωση είχε πάρει μορφή λαϊκού πανεπιστημίου. Διαβάζαμε πολύ λογοτεχνικά βιβλία. Πολλές φορές είχαν προχωρήσει στη φιλοσοφία του διαλεκτικού υλισμού. […] Τα φιλοσοφικά βιβλία που έστελναν ήταν σε γαλλική γλώσσα συνήθως και πολύ απλά γραμμένα. Το “Κεφάλαιο” του Μαρξ σε περίληψη διαβαζόταν από χέρι σε χέρι»19.
Η οργάνωση των μαθημάτων δεν ήταν εύκολη υπόθεση, αφού και η μορφωτική δραστηριότητα γινόταν στα κρυφά και με μεγάλη συνωμοτικότητα, με τσίλιες στις πόρτες και τα παράθυρα. Κάθε θάλαμος διάλεγε την ώρα που θα γινόταν το ομαδικό διάβασμα. Πολλές φορές μάλιστα, οι δασκάλες κατέληγαν στο κρατητήριο στην προσπάθειά τους να περάσουν από τη μια αποθήκη στην άλλη.
Άλλες πάλι φορές, οι δασκάλες μάζευαν πέντε-πέντε τις κοπέλες κι έκαναν το μάθημα έτσι ώστε να φαίνονται σαν παρέα, δίνοντας την εντύπωση ότι διασκεδάζουν.
Χαρτιά και μολύβια δεν υπήρχαν. Οι γυναίκες συνήθιζαν να γράφουν κάτω στην άμμο και το χώμα. Βιβλία απαγορεύονταν. Όσα έμπαιναν κρυφά στα στρατόπεδα διαβάζονταν απ’ όλες σιγά-σιγά, χέρι με χέρι. Χαρακτηριστικό της θέλησης και της επιμονής τους είναι το γεγονός πως στο Τρίκερι οι εξόριστες κατάφεραν να φτιάξουν μια μικρή βιβλιοθήκη.
Παρόλο που ήταν απομονωμένες στα κελιά και στα ξερονήσια, έβρισκαν τρόπους να ενημερώνονται για τα πάντα, τους αγώνες, τις κινητοποιήσεις, τους πολέμους. Σε αυτό βοηθούσαν οι συγγενείς στα επισκεπτήρια, που γίνονταν σύνδεσμοι με το παράνομο ΚΚΕ.
Χίος 1948: «Με χίλιους δυο κινδύνους, χέρι με χέρι περνούσαν οι εφημερίδες και διαβάζονταν από ορισμένες που κατατοπίζανε ύστερα και τις άλλες, για να πάνε και στ’ άλλα χτίρια και τις σκηνές. Αργότερα συστηματοποιήθηκε η δουλειά αυτή και γινότανε αποδελτίωση και έτσι όλες διάβαζαν αυτούσια τα νέα»20.
Η «ΤΣΙΜΠΙΔΑ»
Ταυτόχρονα οι γυναίκες φρόντιζαν και την ψυχαγωγία τους. Ανάμεσά τους ήταν πολλές με χιούμορ, ταλέντο κι εφευρετικότητα. Έτσι δημιουργήθηκε η λεγόμενη «Τσιμπίδα», ένα είδος σάτιρας που διακωμωδούσε τη σκληρή καθημερινότητά τους.
Χαρακτηριστικό της εφευρετικότητας είναι το ποιηματάκι που είχαν φτιάξει οι εξόριστες στο Τρίκερι, όταν η διοίκηση του στρατοπέδου δεν τους έδινε φάρμακα, παρόλο που είχε. Στις διεκδικήσεις των εξόριστων για φάρμακα απαντούσε πάντα με καμιά ασπιρίνη, ιώδιο και οξιζενέ:
«Σου πονάει η κοιλιά σου,
ο λαιμός σου, τα πλευρά;
Πας και βρίσκεις τη γιατρό
της ζητάς το γιατρικό
κι ολοπρόθυμη εκείνη
σου σερβίρει ασπιρίνη.
[…]
Σου πονάει το κεφάλι
χέρια, πόδια κι έχεις χάλι;
Τρέχεις βρίσκεις τη γιατρό
να σου δώσει γιατρικό
και εκείνη –τι κακό–
παίρνει μια ασπιρίνη
κι ολοπρόθυμη στη δίνει»21.
ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ
Οι φυλακές και οι εξορίες εξελίχτηκαν σε χώρους πολύμορφης καλλιτεχνικής δημιουργίας, ιδιαίτερα θεατρικής. Οι εξόριστες μελετούσαν κλασικά έργα της ελληνικής λογοτεχνίας και ποίησης και οργάνωναν παραστάσεις. Άλλες καταπιάνονταν με τον πηλό, με το ξύλο, το πινέλο ζωγραφικής, άλλες έδειξαν λογοτεχνικό ενδιαφέρον. Με κάθε ευκαιρία οργάνωναν γιορτές, άλλες στα κρυφά, άλλες στα φανερά. Το περιεχόμενο ιδιαίτερα πλούσιο: το Κρητικό απόγευμα, το Ποντιακό κ.ά.
Στις 23 Φλεβάρη γιόρταζαν την ΕΠΟΝ, στις 8 του Μάρτη την Παγκόσμια Μέρα της Γυναίκας, οργάνωναν επίσης γιορτές την 28η Οκτώβρη κοκ. Οι γιορτές, εκτός από καλλιτεχνικό, είχαν και μορφωτικό χαρακτήρα. Για την οργάνωσή τους επιστράτευαν το ταλέντο της καθεμιάς: Μοδίστρες, ηθοποιοί, χορευτικές ομάδες.
Πολλές ήταν οι γυναίκες στις εξορίες και τις φυλακές που ήρθαν για πρώτη φορά σε επαφή με το θέατρο. Με το μεράκι και την επιμονή των κρατούμενων γυναικών ανέβηκαν πλήθος θεατρικών παραστάσεων. Το 1948 στη Χίο, οι καθηγήτριες Ρόζα Ιμβριώτη και Λίζα Κόττου είχαν διδάξει την τραγωδία του Αισχύλου «Προμηθέας Δεσμώτης» και είχαν μοιράσει τους ρόλους, όμως λόγω αντικειμενικών δυσκολιών η παράσταση δεν πραγματοποιήθηκε.
Το καλοκαίρι του 1949 στο Τρίκερι, οι δύο καθηγήτριες, τα μέλη του θιάσου, μοδίστρες κι ενδυματολόγοι συνέχισαν την προετοιμασία της παράστασης. Τη μέρα της τελευταίας πρόβας πολλές εξόριστες έτρεξαν να την παρακολουθήσουν. «Κείνη την ώρα στη θέση του Προμηθέα Δεσμώτη ήταν κάθε δεσμώτισσα του Τρίκερι. Το “ΟΧΙ” στο Δία τύραννο, ίδιο από χιλιετηρίδες για κάθε πρωτοπόρο μαχητή. Κι η αντιμετώπισή του από την εξουσία, πάντα η ίδια. Σκληρή κι ανελέητη!»22. Τελικά όμως η παράσταση και πάλι δεν ανέβηκε, καθώς απαγορεύτηκε από τη διοίκηση του στρατοπέδου που είχε καταλάβει το νόημά της.
Ξεχωριστή σημασία είχαν και οι χορωδίες που είχαν συγκροτήσει οι εξόριστες και οι φυλακισμένες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η χορωδία στο Τρίκερι, που ήταν τετράφωνη και αποτελούνταν από 90 κοπέλες. Τη χορωδία την δημιούργησε και την δίδαξε η εξόριστη μουσικός Έλλη Νικολαΐδη. Λαμβάνοντας μάλιστα υπόψη την αντικειμενική δυσκολία πως οι κοπέλες δε γνώριζαν μουσική, άρχισε τα πρώτα μαθήματα με τις καντάδες του Ρόδιου, αλλαγμένες όμως με λόγια εμπνευσμένα από τη ζωή του στρατοπέδου. Στη συνέχεια προχώρησε στο δημοτικό τραγούδι, καλώντας μία-μία τις κοπέλες να τραγουδήσουν λαϊκές δημιουργίες από τον τόπο τους. Τελικά η χορωδία στο Τρίκερι διδάχτηκε περισσότερα από 150 τραγούδια, ξένα κι ελληνικά.
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ΜΗΧΑΝΗ
Οι εξόριστες, θέλοντας ν’ απαθανατίσουν τη ζωή τους στην εξορία, έβαλαν μπροστά ένα σχέδιο για να φτάσει στα χέρια τους μια φωτογραφική μηχανή. Μια από τις εξόριστες λοιπόν, σ’ ένα από τα γράμματα που έστειλε στους δικούς της, ζήτησε με συνθηματικό τρόπο να της στείλουν μια. Και κάπως έτσι, ανάμεσα σε σακούλες από ζάχαρη, έφτασε η φωτογραφική μηχανή στη Χίο.
Αυτή η φωτογραφική μηχανή χρησίμευσε στις εξόριστες για να δίνουν φωτογραφίες για δημοσίευση. Οι φωτογραφίες τραβιούνταν στα κρυφά. Η γυναίκα που ήταν υπεύθυνη να κρατάει τη μηχανή την έκρυβε κάτω από τη μασχάλη της έχοντας ένα παλτό στις πλάτες και γύρω της ήταν άλλες γυναίκες για να την καλύπτουν. Έτσι απαθανατίστηκαν στιγμές απ’ όλες τις φάσεις της ζωής στην εξορία: Αλφαμίτες με γκλομπς να σπρώχνουν τις γυναίκες, εξόριστες που καθάριζαν τουαλέτες, το αναρρωτήριο με τις βαριά χτυπημένες και τις φυματικές και πολλά ακόμα.
Στη Μακρόνησο πια, όταν ένα τέτοιο ρεπορτάζ δημοσιευμένο σε εφημερίδα έπεσε στα χέρια της διοίκησης, μάζεψαν τις σκηνάρχισσες και τους είπαν πως, αν δεν παρέδιδαν τη φωτογραφική μηχανή, δε θα τους έδιναν τα γράμματα και τα δέματα που είχαν στείλει οι δικοί τους. Εκείνες όμως αποφάσισαν να μην αποκαλύψουν το μυστικό τους. Έκρυψαν λοιπόν τη φωτογραφική μηχανή μέσα στη βράκα μιας γριάς Μυτιληνιάς. Η εφευρετικότητα των γυναικών πολλές φορές τις έσωσε από δύσκολες καταστάσεις. Με αυτόν τον τρόπο κατάφεραν να μην πέσει η μηχανή στα χέρια της διοίκησης, παρόλο που οι αλφαμίτες έκαναν το στρατόπεδο άνω κάτω. Μετά από μερικές μέρες η φωτογραφική μηχανή δόθηκε στους άντρες για να μπορέσουν κι αυτοί με τη σειρά τους να τραβήξουν φωτογραφίες. Όταν μαθεύτηκε πως θα έπαιρναν τις γυναίκες από τη Χίο για τη Μακρόνησο, οι άντρες φρόντισαν να επιστρέψουν τη φωτογραφική μηχανή τυλιγμένη σε χαρτί μέσα σε μια κουραμάνα.
ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ
Η αλληλεγγύη που επέδειξαν οι εξόριστες και οι φυλακισμένες μεταξύ τους είναι άξια θαυμασμού και προκαλεί τεράστια συγκίνηση. Από το πιο μικρό μέχρι το πιο μεγάλο, η μια στάθηκε δίπλα στην άλλη. Σα μία γροθιά, σα μία γυναίκα, αντιμετώπιζαν τις δυσκολίες. Αυτό ήταν που τις βοήθησε να «κρατήσουν» ακόμα και σε εποχές που τα κακά μαντάτα του θανάτου έρχονταν το ένα μετά από το άλλο.
Στις φυλακές και τις εξορίες οι γυναίκες μοιράζονταν τα πάντα, την τροφή, τα τσιγάρα, τα χρήματα, όλα. Αυτή η ανάγκη είχε γεννηθεί επειδή πολλές δεν έπαιρναν δέματα από συγγενείς, είτε γιατί δεν είχαν τη δυνατότητα να τους στείλουν κάτι είτε γιατί οι οικογένειές τους είχαν ξεκληριστεί. Στη μοιρασιά μάλιστα, οι εξόριστες και φυλακισμένες έπαιρναν πάντα υπόψη τις ανάγκες της καθεμιάς. Αν, για παράδειγμα, κάποια ήταν άρρωστη, είχε και μεγαλύτερη φροντίδα.
Τα δέματα, πέρα από τις πρακτικές ανάγκες που έρχονταν να καλύψουν, γέμιζαν με χαρά τις γυναίκες, γιατί ήταν δέματα με αγάπη· όπως και τα γράμματα που λάμβαναν οι κρατούμενες από τις οικογένειές τους, αφού ήταν η μόνη επαφή που είχαν μαζί τους.
Μεγάλο στήριγμα ήταν και η αλληλεγγύη, η βοήθεια του ντόπιου πληθυσμού προς τις εξόριστες.
ΠΑΙΔΙΑ
Στις φυλακές και τις εξορίες βρέθηκαν και μικρά παιδιά που είτε οι μανάδες τους τα πήραν μαζί τους είτε γεννήθηκαν εκεί από γυναίκες που ήταν έγκυες όταν συνελήφθησαν. Ακόμα, σύμφωνα με μαρτυρίες και καταγγελίες στον ΟΗΕ, υπήρξαν γεννήσεις παιδιών που προήλθαν από το βιασμό των κρατούμενων γυναικών από τη χωροφυλακή.
Οι μανάδες λοιπόν είχαν ν’ αντιμετωπίσουν τις απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης όχι μόνο για τις ίδιες, αλλά και για τα παιδιά τους, που ήταν αντιμέτωπα με όσα και όλες οι εξόριστες ή φυλακισμένες γυναίκες.
Χίος 1948: «…Τα μέτρα ίσχυαν και για τα μωρά και για τις άρρωστες. Ζούσαν την ίδια απαράλλαχτη ζωή που κάναμε κι εμείς. Τίποτε δεν ξεχώριζε γι’ αυτά, καμιά εξαίρεση, κανένα ιδιαίτερο μέτρο. Οι ίδιοι περιορισμοί, το ίδιο συσσίτιο, οι ίδιοι κανονισμοί. Ένα ποτήρι γάλα, απαραίτητο για την ανάπτυξη των παιδιών, στάθηκε αδύνατο να μας το παραχωρήσουν κι αν δεν είχαν τη δική μας φροντίδα και στοργή, τα παιδάκια θα ήταν κιόλας χαμένα. Μέσα στα υγρά από τσιμέντο δωμάτια ζούσαν ένα με τους μεγάλους τη ζωή του φυλακισμένου. Γι’ αυτά δεν υπήρχαν σχολεία, δεν υπήρχαν παιδίατροι, δεν υπήρχαν πάρκα και “παιδικές χαρές”. Χωρίς παιχνίδια - βιβλία – περιπάτους, τα παιδάκια αυτά, χλωμά καχεκτικά κι αδύνατα, μαράζωναν κλειστά μέσα στους θαλάμους. […] Η τρομοκρατία κυριαρχούσε τόσο μέσα τους, που τα παιδάκια, φοβισμένα πάντα, δεν τολμούσαν να βγούνε πουθενά σε καμιά έξοδο χωρίς το χέρι της μάνας ή κάποιας φίλης τους»23.
Χαρακτηριστικό είναι το περιστατικό που συνέβη τα Χριστούγεννα του 1948 στη Χίο, όπου μια εξόριστη ντύθηκε Άι-Βασίλης και πήγε να δώσει ό,τι δώρα είχαν καταφέρει να εξασφαλίσουν οι εξόριστες για τα παιδιά. Όταν λοιπόν ο «Άι-Βασίλης» έδωσε τα δώρα και πήγε να φύγει, μια μικρούλα πετάχτηκε και του είπε: «Τώρα που θα φύγεις, να προσέξεις το σκοπό, Άι-Βασίλη. Άμα σε δει, θα σε πάει κρατητήριο, γιατί δε μας αφήνει να πάμε πίσω»24.
Τα μωρά και τα παιδιά ήταν όμως η χαρά της ζωής μέσα στα στρατόπεδα και τις φυλακές. Αποτέλεσαν ένα πρόσθετο κίνητρο για να μην υποχωρήσουν οι γυναίκες στην αθλιότητα και την τρομοκρατία, να μείνουν πιστές στον αγώνα για έναν καλύτερο κόσμο, χωρίς εκμετάλλευση, για να ζήσουν αυτά τα παιδιά καλύτερα από τους γονείς τους.
Πραγματικά ξεχωριστή είναι η αλληλεγγύη και η φροντίδα που έδειξαν όλες οι γυναίκες εξόριστες και φυλακισμένες στις νέες μητέρες και τα παιδιά τους.
Χίος 1948: «Είχαμε ογδόντα μωρομάνες με παιδιά από τριών χρονών μέχρι δώδεκα, που δεν είχαν πού να τ’ αφήσουν και τα είχαν πάρει μαζί τους. Το κράτος δεν τους χορηγούσε συσσίτιο. Εμάς τότε μας δίναν εξήντα δράμια ψωμί και παίρναμε τα πενήντα. Τα δέκα πήγαιναν στα παιδιά. Το ίδιο γινόταν και στο φαγητό. […] Τα δέματα που παίρναμε ήταν φτωχικά, με είδη πρώτης ανάγκης. Λέω λίγα, γιατί οι περισσότερες ήμαστε ολόκληρες από οικογένειες ξεκληρισμένες. […]
Έτσι λοιπόν υποφέραμε μικροί μεγάλοι. Και φροντίζαμε να παίζουμε με τα παιδιά, να ξεχνιούνται, να μην ακούνε τη λέξη “πεινάω”. […] Έτσι κυλούσαν οι μέρες»25.
Ιδιαίτερη φροντίδα έδειχναν οι κρατούμενες για τη μόρφωση των παιδιών που μεγάλωναν στους τόπους εξορίας και ήταν σε ηλικία να πάνε σχολείο ή άλλα που το διέκοψαν. «Τα παιδιά μας δεν είχανε ανάγκη μόνο από τροφή και ρούχα. Έπρεπε να τα συμμαζέψουμε από τις ερημιές που τριγυρνούσαν και να τους μάθουμε τα πρώτα γράμματα»26.
Το 1949 οι εξόριστες στο Τρίκερι αποφάσισαν να φτιάξουν παιδικό σταθμό για τα 182 παιδιά που ζούσαν μαζί τους. Κάτω από τη σκιά μας μεγάλης ελιάς έφτιαξαν ένα τετράγωνο σκάμμα, κουβαλώντας άμμο, βότσαλα και θαλασσινό νερό. Αφού πρώτα είχαν σκάψει σε αρκετό βάθος, έριξαν μέσα τα χαλίκια και την άμμο για να παίζουν τα παιδιά. Με τα χέρια τους έφτιαξαν ό,τι παιχνίδια μπορούσαν. Εκεί μάζευαν τα παιδιά και τ’ απασχολούσαν με διάφορες δραστηριότητες από τις 8 το πρωί μέχρι το μεσημέρι. Με γυμναστική, τραγούδια και παιχνίδια έφτανε η ώρα για το πρόγευμα κι έπειτα πάλι τραγούδια, χορός, παραμύθια. «Ο παιδικός σταθμός κράτησε τέσσερις μήνες, ως το τέλος του φθινοπώρου. […] Οι δασκάλες μας δουλέψανε σκληρά όσο να τα δαμάσουνε, γιατί ήταν αγριεμένα από τα γεγονότα που ζήσανε στο περιβάλλον τους, το βουτηγμένο στη δυστυχία, στον τρόμο και τη σκληράδα. […] Και τιμώρησαν αργότερα τη δασκάλα Νίτσα Δ. που εργάστηκε με ζήλο για τα παιδιά, στέλνοντάς την στο τρομερό στρατόπεδο της Λάρισας μαζί με τη Ρόζα Ι. κι άλλες οκτώ γυναίκες»27.