Η καπιταλιστική οικονομική κρίση και η οξυμένη εκδήλωσή της στην ελληνική οικονομία, η προώθηση με εντατικούς ρυθμούς των αναγκαίων για την ανάκαμψη της κερδοφορίας του κεφαλαίου αντιδραστικών αναδιαρθρώσεων και η σημαντική πτώση του πραγματικού λαϊκού εισοδήματος που ακολούθησε οδήγησαν το αστικό κομματικό σύστημα σε μια σειρά σοβαρές αναταράξεις. Αυτές εκφράστηκαν με φαινόμενα όπως η παγίωση σχηματισμού συμμαχικών κυβερνήσεων, οι συχνές «ανεξαρτητοποιήσεις» βουλευτών με αφορμή την ψήφιση του ενός ή του άλλου αντιδραστικού νομοθετήματος, η εμφάνιση νέων πολιτικών σχημάτων και η σημαντική μείωση της εκλογικής επιρροής των κομμάτων του πάλαι ποτέ δικομματισμού. Το τελευταίο αφορά πρώτα και κύρια την παραδοσιακή σοσιαλδημοκρατία, το ΠΑΣΟΚ, την κατεξοχήν δύναμη που είχε επωμιστεί το καθήκον της ενσωμάτωσης λαϊκών μαζών στις δεκαετίες μετά από τη Μεταπολίτευση.
Οι αναταράξεις στον παραδοσιακό δικομματισμό δε σηματοδοτούν κάποιο αδιέξοδο της αστικής τάξης σε πολιτικό επίπεδο. Η ιστορική εμπειρία καταδεικνύει, μέσα από έναν πλούτο παραδειγμάτων σε πολλές χώρες, ότι η αστική τάξη αξιοποιεί διαφορετικές πολιτικές δυνάμεις ως κυβερνητικούς διαχειριστές, ανάλογα με τις κάθε φορά αναγκαιότητες του μονοπωλιακού κεφαλαίου και τις αντίστοιχες επιλογές πολιτικής. Οι δυνάμεις αυτές καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα από το φιλελεύθερο χώρο ως την παραδοσιακή σοσιαλδημοκρατία και τα οπορτουνιστικά δεκανίκια της, αλλά και τις ανοιχτά εθνικιστικές και φασιστικές δυνάμεις ως τελευταίο καταφύγιο.
Ιδιαίτερα σε περιόδους οικονομικής κρίσης, η ρευστότητα του αστικού κομματικού συστήματος και οι έντονες διεργασίες στους διάφορους χώρους αντανακλούν και αντικρουόμενες πολιτικές επιλογές στο πλαίσιο της αστικής τάξης, π.χ., σχετικά με τις αποτελεσματικότερες μεθόδους διαχείρισης της κρίσης ή σχετικά με τις αναγκαίες για το κεφάλαιο διεθνείς συμμαχίες.
Ανεξάρτητα από τις όποιες προσπάθειες εξελίσσονται τη στιγμή αυτή για την αναμόρφωση - αναπαλαίωση του παραδοσιακού σοσιαλδημοκρατικού χώρου («Ελιά», «Κίνηση των 58» κλπ.), με ισχνά μέχρι τη στιγμή που γράφονται οι γραμμές αυτές οργανωτικά αποτελέσματα, φαίνεται ότι η σκυτάλη της ενσωμάτωσης εργατικών και λαϊκών στρωμάτων στην αστική στρατηγική περνάει, για την ώρα τουλάχιστον, στο ΣΥΡΙΖΑ. Πρόκειται για τον πολιτικό εκείνο φορέα που μπορεί να ικανοποιήσει ταυτόχρονα μια σειρά βασικές προϋποθέσεις για την αποτελεσματική προώθηση της αστικής στρατηγικής: α) Αποδέχεται τους βασικούς πυλώνες της ΕΕ και της προώθησης της ανταγωνιστικότητας του ελληνικού καπιταλισμού, β) ενσωματώνει σε επίπεδο στελεχικού δυναμικού τόσο στελέχη που προέρχονται από το χώρο του κομμουνιστικού κινήματος όσο και στελέχη με πλούσια εμπειρία στον κυβερνητικό κι εργοδοτικό συνδικαλισμό, γ) διαθέτει μια επίφαση «πρότερου έντιμου βίου» λόγω μη εμπλοκής του στην κεντρική κυβερνητική διαχείριση. Το τελευταίο αποτελεί επίφαση, γιατί τα στελέχη του σε όλα τα επίπεδα έχουν βάλει πλάτη εδώ και δεκαετίες στην προώθηση της αντεργατικής πολιτικής και στο συνδικαλιστικό κίνημα και στην τοπική διοίκηση.
Το πρόβλημα του κλονισμού της εμπιστοσύνης λαϊκών στρωμάτων προς το αστικό πολιτικό σύστημα θα ήταν πιο εύκολα διαχειρίσιμο αν βρισκόταν υπό αμφισβήτηση μόνο ο ένας πόλος του κομματικού σκηνικού. Το γεγονός όμως ότι ο άλλος πόλος, η ΝΔ, έχει επωμιστεί σήμερα το κύριο βάρος προώθησης της αντιλαϊκής πολιτικής, σε συνδυασμό με το ότι η συγκεκριμένη πολιτική δύναμη διαμόρφωσε μετά από την πτώση της Χούντας ισχυρούς οργανωτικούς δεσμούς με εργατικές δυνάμεις, επεκτείνει το πρόβλημα λαϊκής «νομιμοποίησης» σε ολόκληρο το αστικό πολιτικό φάσμα. Και στο χώρο αυτό είχαμε τα τελευταία χρόνια την προσπάθεια διαμόρφωσης καινούργιων πολιτικών σχημάτων, που είτε διέγραψαν μια σύντομη αυτοτελή πορεία κι επανήλθαν στην κοίτη της ΝΔ («Δημοκρατική Συμμαχία» - Μπακογιάννη) είτε προώθησαν μια πιο διακριτή πολιτική γραμμή (με έμφαση σε μια ψευδεπίγραφη αντίθεση στο μνημόνιο, στο μεταναστευτικό και στον εθνικισμό), αλλά γρήγορα συρρικνώθηκαν λόγω ανάληψης κυβερνητικών ευθυνών (ΛΑΟΣ), είτε δεν μπόρεσαν μέχρι σήμερα ν’ αποκτήσουν μια στοιχειώδη μαζική επιρροή.
Το πρόβλημα, λοιπόν, αναμόρφωσης του πολιτικού σκηνικού στον πόλο αυτό και δημιουργίας δυνάμεων που να εξασφαλίζουν στέρεες κυβερνητικές λύσεις, σε μακροπρόθεσμη βάση, παραμένει ανοιχτό για την αστική τάξη. Η κατάσταση το τελευταίο διάστημα εμφανίζεται εξαιρετικά ρευστή. Είναι χαρακτηριστικά φαινόμενα οι οργανωτικές αποχωρήσεις από τη ΝΔ προβεβλημένων στελεχών της (Κακλαμάνης, Ψωμιάδης κλπ.) και η υποβολή ξεχωριστών υποψηφιοτήτων στις επερχόμενες εκλογές, τα υπόγεια κανάλια επικοινωνίας ΝΔ - «Χρυσής Αυγής», τα οποία δεν αποτελούν μια αντικομμουνιστική ιδιορρυθμία κάποιου στελέχους, αλλά αποδεικνύουν την ευθεία στήριξη της ναζιστικής οργάνωσης από τους μηχανισμούς του συστήματος, και άλλα. Τα επιτελεία της αστικής τάξης κατανοούν πολύ καλά ότι η ταξική διαχωριστική γραμμή της αστικής κοινωνίας διαπερνά και τα λαϊκά στρώματα που μέχρι πρότινος ψήφιζαν τη ΝΔ: Κομμάτια της εργατικής τάξης με παραδοσιακά συντηρητικό προσανατολισμό -κυρίως λόγω οικογενειακών καταβολών και ανατροφής- και κατώτερα μικροαστικά στρώματα στην ύπαιθρο και στις πόλεις.
Δεν πρέπει λοιπόν ν’ αφεθούν αυτά τα στρώματα να προσεγγίσουν τα οξυμένα προβλήματά τους στη βάση του ταξικού τους συμφέροντος, δεν πρέπει να τους επιτραπεί να ξεπεράσουν τους ψευδεπίγραφους (και σε τελική ανάλυση συντηρητικούς) διαχωρισμούς σε «αριστερούς» και «δεξιούς». Από τη σκοπιά της αστικής τάξης δεν πρέπει να γίνει κάτι τέτοιο, γιατί στο βάθος μιας τέτοιας διαφορετικής προσέγγισης ελλοχεύει ο πραγματικός κίνδυνος ριζοσπαστικοποίησης αυτών των στρωμάτων, προσέγγισής τους με την πολιτική πρόταση του ΚΚΕ για την αντικαπιταλιστική-αντιμονοπωλιακή συμμαχία, την εργατική εξουσία, το σοσιαλισμό.
Στη βάση αυτή στηρίζονται πολύπλευρα από την αστική τάξη, με φανερούς και κρυφούς μηχανισμούς, πολιτικές δυνάμεις που, από τη μια μεριά, εμφανίζονται ως φανατικοί πολέμιοι των αντεργατικών πολιτικών που εφαρμόζονται με αιχμή τα μεσοπρόθεσμα προγράμματα και, από την άλλη μεριά, επιχειρούν να προσεταιριστούν παραδοσιακά σταθερές αντιλήψεις των ψηφοφόρων της ΝΔ - πρώτα και κύρια την αντίληψη υπεράσπισης της ατομικής ιδιοκτησίας και των «εθνικών συμφερόντων» και την απαίτηση «ηρεμίας και ασφάλειας» στην καθημερινή ατομική και οικογενειακή ζωή. Οι κύριες δυνάμεις που φαίνεται να παίζουν σήμερα ένα διακριτό ρόλο σε μια τέτοια κατεύθυνση είναι οι «Ανεξάρτητοι Έλληνες» του Π. Καμμένου και η φασιστική «Χρυσή Αυγή» (ή η όποια μετεξέλιξή της).
Η κοινή κατάταξη αυτών των δυνάμεων δεν παραγνωρίζει τις ουσιαστικές διαφορές τους, δεν ταυτίζει την εγκληματική δράση της ΧΑ με τους ΑΝΕΛ, αλλά στηρίζεται στο ότι και οι δύο απευθύνονται, σε σημαντικό βαθμό, σε παραδοσιακούς ψηφοφόρους της ΝΔ, επιχειρώντας να τους εγκλωβίσουν στην ιδεολογική κατεύθυνση που αναφέρθηκε παραπάνω. Φυσικά, οι εντατικές διεργασίες του διαστήματος αυτού μπορεί να οδηγήσουν στην εμφάνιση και άλλων πολιτικών δυνάμεων στον ευρύτερο εθνικιστικό - ακροδεξιό χώρο (κινήσεις Μπαλτάκου, υποψηφιότητα και «κόμμα» Ψωμιάδη κλπ.). Εξάλλου, υπάρχει ήδη μια πλούσια και συχνά ταραχώδης ιστορία διαμόρφωσης πολιτικών κομμάτων και κινήσεων στα δεξιά της ΝΔ (ενδεικτικά σημειώνουμε την «Πολιτική Άνοιξη» του Α. Σαμαρά το διάστημα 1993-2004 και το «Δίκτυο 21», που ιδρύθηκε το 1997, με κεντρικά πρόσωπα ανάμεσα σε άλλα τους σημερινούς πρωθυπουργικούς συμβούλους Φ. Κρανιδιώτη και Χ. Λαζαρίδη) και στήριξης ανάλογων πολιτικών αντιλήψεων από μέσα του έντυπου και ηλεκτρονικού Τύπου (εφημερίδα «Δημοκρατία», «Antinews.gr», «DefenceNet» κλπ.).
Η παρακολούθηση από το επαναστατικό εργατικό κίνημα των θέσεων αυτών των πολιτικών δυνάμεων και της τακτικής τους απέναντι στις εξελίξεις δεν αποτελεί ακαδημαϊκό ζήτημα. Είναι αναγκαίο στοιχείο της προσπάθειας να παρακολουθούμε τις διεργασίες που γίνονται στη συνείδηση λαϊκών στρωμάτων μπροστά στην όξυνση της επίθεσης του κεφαλαίου, να επιχειρούμε να παρέμβουμε και ν’ ακυρώσουμε προσπάθειες του ταξικού αντιπάλου να τα εγκλωβίσει στην αστική στρατηγική. Σε τελική ανάλυση, το Κομμουνιστικό Κόμμα κρίνεται από την ικανότητά του να προσεγγίζει τους καημούς και τις αγωνίες του εργατόκοσμου –ακόμα κι αν αυτός προσανατολιζόταν μέχρι τώρα σε αντιδραστική - συντηρητική κατεύθυνση– να τον τραβήξει σ’ ένα δρόμο σύγκρουσης με τους μεγάλους μονοπωλιακούς ομίλους και την πολιτική εξουσία τους.
Οι θέσεις των διάφορων πολιτικών δυνάμεων πάνω στα μεγαλύτερα ή μικρότερα ζητήματα δεν μπορούν παρά να κριθούν μέσα από το πρίσμα της σχέσης οικονομίας - πολιτικής. Με άλλα λόγια, η κριτική μας προσέγγιση θα είναι επιφανειακή κι άγονη αν δεν εστιάσει σε δύο άμεσα αλληλένδετους στόχους που βρίσκονται στο υπόβαθρο κάθε πολιτικής θέσης των αστικών κομμάτων: α) Την ανάγκη ενσωμάτωσης των εκμεταλλευόμενων τάξεων στη συνολική αστική πολιτική διατήρησης και αύξησης της εκμετάλλευσης και β) την προώθηση των συμφερόντων της μιας ή της άλλης πτέρυγας του κεφαλαίου στο πλαίσιο και των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών.
Σκοπός του συγκεκριμένου άρθρου είναι να διερευνήσουμε το πώς οι πολιτικές θέσεις και προτάσεις των δυνάμεων του εθνικιστικού χώρου εντάσσονται κι εξυπηρετούν τους σχεδιασμούς μερίδων του μονοπωλιακού κεφαλαίου στην Ελλάδα και τις αντίστοιχες συμμαχίες τους σε περιφερειακό και διεθνές επίπεδο. Σε προηγούμενο άρθρο εξετάσαμε πιο ολοκληρωμένα το συνολικό πλαίσιο θέσεων και προτάσεων της «Χρυσής Αυγής», καταλήγοντας στη βασική εκτίμηση ότι «η ΧΑ αποτελεί κομμάτι του αστικού πολιτικού συστήματος, όχημα για να διεισδύσουν σ’ εργατικά και λαϊκά στρώματα τα αστικά ιδεολογήματα κι επιχειρήματα, προσαρμοσμένα και πασπαλισμένα με την “αντιπλουτοκρατική” χρυσόσκονη που απαιτούν οι συνθήκες της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης και της οξυμένης αντιλαϊκής επίθεσης»1.
Επιπλέον, οι οξυνόμενοι ενδοϊμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί σχετικά με την πορεία οικονομικής και πολιτικής ενοποίησης στην ΕΕ, οι συγκρούσεις μερίδων του κεφαλαίου στην Ελλάδα σχετικά με το μίγμα διαχείρισης της κρίσης και οι αυξανόμενες δυσκολίες ενσωμάτωσης της λαϊκής δυσαρέσκειας αντανακλώνται στην ενίσχυση ενός πολύχρωμου, αστικού «ευρωσκεπτικιστικού» ρεύματος. Το ρεύμα αυτό, που δεν περιορίζεται στον εθνικιστικό χώρο και που γι’ αυτό είναι πολλαπλά ωφέλιμο στη συσκότιση της πραγματικής, ταξικής διαχωριστικής γραμμής, λειτουργώντας και ως συγκολλητική ουσία - «μίνιμουμ πρόγραμμα» για τη διαμόρφωση νέων συμμαχιών στο αστικό κομματικό σύστημα, αποτέλεσε ξεχωριστό αντικείμενο πρόσφατου άρθρου2 από τις σελίδες του περιοδικού.
Χρειάζεται να σημειώσουμε εδώ ότι η ίδια η ανισοτιμία των σχέσεων των αστικών κρατών στο πλαίσιο της ΕΕ, στο έδαφος της άνισης οικονομικής και πολιτικής δύναμης, θρέφει μέσα σε λαϊκά στρώματα κι ένα είδος αυθόρμητου εθνικισμού. Φυσικά τέτοια ιδεολογήματα τροφοδοτούνται και πολλαπλασιάζονται από την κυρίαρχη αστική ιδεολογία, αξιοποιούνται για να ενσωματώσουν τη λαϊκή δυσαρέσκεια στους ενδοαστικούς ανταγωνισμούς.