Η κατανόηση των νέων τάσεων που διαμορφώνονται στο αστικό πολιτικό σύστημα δεν είναι ακαδημαϊκή υπόθεση κάποιων ειδικών. Είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την αποτελεσματική ιδεολογικοπολιτική πάλη, που δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στη γενική καταγγελία των αστικών πολιτικών δυνάμεων ως «κομμάτων του κεφαλαίου» ή μόνο στην κριτική των θέσεών τους σε επιμέρους θέματα.
Η πάλη πρέπει ν’ αποκαλύπτει το ρόλο που παίζουν ή που φιλοδοξούν να παίξουν αυτά τα κόμματα στο πλαίσιο της αναμόρφωσης του αστικού πολιτικού συστήματος, τον ταξικό χαρακτήρα των διαφορετικών επιλογών τους, ακόμα και των στρατηγικών διαφορών που εκφράζουν, από τη σκοπιά του πώς θα εξυπηρετηθούν καλύτερα τα συνολικά ταξικά συμφέροντα της αστικής τάξης. Θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι δε φτάνει η ανάδειξη του νέου διπολισμού που διαμορφώνεται ανάμεσα στη ΝΔ και το ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος δε σηματοδοτεί αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων υπέρ της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων. Πρέπει να αναδειχτεί καλύτερα ότι σήμερα διαμορφώνονται περισσότερα εναλλακτικά σενάρια αστικής διακυβέρνησης, συνεπώς η αντίθεση των εργαζομένων πρέπει να στρέφεται συνολικά ενάντια στην επιδίωξη διαμόρφωσης σταθερής αστικής διακυβέρνησης, όπως κι αν χαρακτηρίζεται, απ’ όποιους κι αν αποτελείται.
Τα αστικά πολιτικά κόμματα, ως στοιχείο του αστικού εποικοδομήματος, δε λειτουργούν απλά το καθένα ως πιστός εντολέας των συμφερόντων της μιας ή της άλλης μερίδας της αστικής τάξης ή των κοινωνικών στρωμάτων που αντικειμενικά τα συμφέροντά τους είναι πλησιέστερα στο κεφάλαιο. Υπάρχουν και άλλοι παράγοντες που παρεμβαίνουν επιπρόσθετα στη διαμόρφωσή τους. Η συγκρότηση πολιτικών κομμάτων και ρευμάτων εκφράζει και επιμέρους διαφορές ιδεολογικές, ιστορικές, ακόμα και προσωπικούς ανταγωνισμούς και φιλοδοξίες ανάμεσα στα πολιτικά στελέχη. Με αυτήν την έννοια, δε λειτουργούν όλα ως ένα καλοκουρδισμένο σχέδιο, ένας προγραμματισμένος μηχανισμός.
Πρέπει όμως να διευκρινιστεί το «έδαφος» πάνω στο οποίο πατάει οποιαδήποτε επιδίωξη που συμβάλλει στη διαμόρφωση νέων αστικών πολιτικών δυνάμεων, στην αναμόρφωση του αστικού πολιτικού συστήματος.
Το κεντρικό ζήτημα διαπάλης στους κόλπους της αστικής τάξης αφορά το ποιο μίγμα διαχείρισης, ποια δόση νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής είναι ικανή να συμβάλει στη διαχείριση της καπιταλιστικής κρίσης με στόχο την ανάκαμψη. Η διαπάλη αυτή σήμερα εξελίσσεται σε συζήτηση σχετικά με τις κλαδικές προτεραιότητες που θα οδηγήσουν στην καπιταλιστική ανάπτυξη, τη λεγόμενη «παραγωγική ανασυγκρότηση» στην Ελλάδα. Συζήτηση που στην πραγματικότητα διαπερνά όλη την ιστορική πορεία εξέλιξης του ελληνικού αστικού κράτους, ιδιαίτερα μετά από το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, και που βεβαίως εκδηλώνεται με μεγάλη ένταση σε περιόδους βαθιών κρίσεων ή μεγάλων καταστροφών. Είναι γνωστή η αντιπαράθεση στους κόλπους της αστικής τάξης σχετικά με το «σχέδιο Μάρσαλ» και την αξιοποίησή του. Είναι χαρακτηριστική η τότε αντιπαράθεση για το αν η «παραγωγική ανασυγκρότηση» θα στηριζόταν κυρίως στην εσωτερική συσσώρευση κεφαλαίου ή κυρίως σε άμεσες ξένες επενδύσεις. Σήμερα βλέπουμε το Σύνδεσμο Ελλήνων Βιομηχάνων (ΣΕΒ) να ταυτίζεται σε βασικά σημεία με το ΣΥΡΙΖΑ σε σχέση με την ανάγκη αλλαγής του μίγματος διαχείρισης. Δεν πρόκειται για ένα επιμέρους ζήτημα. Η τοποθέτηση σε αυτό καθορίζει σε πολύ μεγάλο βαθμό και την τοποθέτηση σε μια σειρά άλλα ζητήματα που αφορούν συνολικά τη σταθερότητα του καπιταλισμού στην Ελλάδα:
α) Πώς θα πραγματοποιηθεί η αναδιάταξη των συμμαχιών του κεφαλαίου με τμήματα μεσαίων στρωμάτων που πλήττονται από την κρίση, αλλά και από τις πολιτικές επιλογές για τη διαχείρισή της. Πώς θα διαμορφωθούν νέες δυνατότητες για ενσωμάτωση τμημάτων της εργατικής τάξης.
β) Πώς θα εξασφαλιστεί η σταθερότητα των αστικών κυβερνήσεων. Πώς θα ανασυγκροτηθεί το πολιτικό σύστημα σε αυτήν την κατεύθυνση στις νέες συνθήκες, με δεδομένο ότι η δικομματική εναλλαγή -στην κλασική της τουλάχιστον μορφή- έχασε τη δυνατότητα ο ένας πόλος της ν’ απορροφά τη δυσαρέσκεια που γεννούσε ο άλλος.
γ) Πού θα στραφεί η ελληνική αστική τάξη στη διαπάλη που γίνεται στην ευρωζώνη και στην ΕΕ συνολικά, σχετικά με τις προτεραιότητες του ευρωπαϊκού κεφαλαίου, τις συμμαχίες του, την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητάς του. Εντείνεται η συζήτηση σχετικά με τη λεγόμενη «επανεκκίνηση της ΕΕ», για το αν θα πρέπει να προχωρήσει η «πολιτική οικονομική εμβάθυνση στην ΕΕ» και σε ποιο τμήμα της ή εάν θα πρέπει να αντικατασταθεί από νέες μορφές συνεργασίας κλπ. Ενδεχομένως να εκδηλωθεί πιο οξυμένη διαφοροποίηση στο εσωτερικό της αστικής τάξης στη βάση αυτών των ζητημάτων. Πρόκειται για ζήτημα που προκαλεί αντιπαράθεση, τόσο ανάμεσα στα ισχυρά καπιταλιστικά κράτη της ΕΕ, όσο και στη σχέση της ΕΕ με άλλα ιμπεριαλιστικά κέντρα, π.χ., ΗΠΑ ή αναδυόμενες δυνάμεις (Ρωσία κλπ.).
δ) Ποια θέση θα πάρει η ελληνική αστική τάξη σε συνθήκες όξυνσης των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου σε σχέση με τον έλεγχο των ενεργειακών πηγών και δρόμων.
Χωρίς να πάρουμε υπόψη αυτούς τους παράγοντες είναι αδύνατο να κατανοήσουμε τις διαφορές των αστικών πολιτικών δυνάμεων και κινήσεων με βάση μόνο το κλασικό σχήμα «Κεντροαριστερά» και «Κεντροδεξιά» ή «Αριστερά - Δεξιά», χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αναιρείται ο ιστορικός και ιδεολογικός χαρακτήρας αυτής της διάκρισης. Οι εξελίξεις επιβεβαιώνουν την ανάγκη να γίνεται η εκτίμηση των πολιτικών δυνάμεων και ρευμάτων πρώτ’ απ’ όλα με κριτήριο τι εκφράζουν κοινωνικά και όχι με κριτήριο ιδεολογικούς «αυτοπροσδιορισμούς» που έχουν αδυνατίσει πολύ στις σημερινές συνθήκες.
Η έννοια της Δεξιάς περιελάμβανε τα βασικά αστικά κόμματα και σε ιδεολογικό επίπεδο έκφραζε παραδοσιακές αστικές αξίες, όπως ατομική ελευθερία, έθνος-πατρίδα, «ελεύθερη οικονομία» κλπ. Η έννοια της Αριστεράς έχει την καταγωγή της στη ριζοσπαστική πτέρυγα των αστικών επαναστάσεων (κοινωνική δημοκρατία-social democracy), συνδέθηκε με το εργατικό κίνημα και αφορούσε δυνάμεις που διεκδικούσαν μεταρρυθμίσεις προς όφελος της εργατικής τάξης στο έδαφος του καπιταλισμού. Οι κομμουνιστές δεν μπορεί να θεωρούνται Αριστερά του αστικού πολιτικού συστήματος, ανεξαρτήτως αν για ιστορικούς λόγους η έννοια Αριστερά περιλάμβανε και τους κομμουνιστές.
Στα μετεμφυλιακά χρόνια στην Ελλάδα η έννοια της Αριστεράς συνδέθηκε στη λαϊκή συνείδηση και με τους ηρωικούς αγώνες του παράνομου ΚΚΕ, χιλιάδων αγωνιστών στη φυλακή, τις εξορίες, την πολιτική προσφυγιά. Η έννοια του Κέντρου αφορούσε αυτές τις αστικές πολιτικές δυνάμεις που πρωτοστατούσαν στην προώθηση πιο εκτεταμένων αστικών εκσυγχρονισμών και μεταρρυθμίσεων στην οικονομία, αλλά και στο πολιτικό σύστημα. Οι έννοιες αυτές έχουν αλλάξει οριστικά γιατί οι ίδιες οι εξελίξεις στην καπιταλιστική ανάπτυξη, οι αναπροσαρμογές στην αστική στρατηγική οδήγησαν στο να ξεπεραστούν ιστορικά οι διαχωριστικές γραμμές με βάση τις οποίες συγκροτούνταν ως διακριτά ρεύματα, ενώ επίσης ιδεολογικά στοιχεία και πολιτικές κατευθύνσεις που θεωρούνταν χαρακτηριστικό του ενός ή του άλλου ρεύματος υιοθετήθηκαν απ’ όλα. Για παράδειγμα, ο εθνικισμός έγινε στοιχείο και της σοσιαλδημοκρατίας, όπως επίσης η «ελεύθερη οικονομία» και αντιστρόφως οι επιλεκτικές κρατικοποιήσεις και τα κοινωνικά επιδόματα για την ακραία φτώχεια έγιναν στοιχεία της φιλελεύθερης πολιτικής.
Στο κείμενο αξιοποιούμε τη διάκριση ανάμεσα σε σοσιαλδημοκρατικές και φιλελεύθερες δυνάμεις, κεντροαριστερές και κεντροδεξιές, επιδιώκοντας ταυτόχρονα ν’ αναδείξουμε τις ουσιαστικές διαχωριστικές γραμμές που διαμορφώνονται σήμερα ανάμεσα στις αστικές πολιτικές δυνάμεις. Το κείμενο επικεντρώνεται στις βασικές αστικές δυνάμεις που έχουν ασκήσει κυβερνητικά καθήκοντα και στις συνολικές ιδεολογικές και πολιτικές διεργασίες στο χώρο της σοσιαλδημοκρατίας. Δεν αναφέρεται στις εσωτερικές διεργασίες του ΣΥΡΙΖΑ, ζήτημα στο οποίο θα επανέλθουμε.
Οι εξελίξεις επιβεβαιώνουν ότι ο διαχωρισμός αντιμνημονιακές-μνημονιακές δυνάμεις είναι θολός και ψεύτικος, όχι μόνο γιατί κρύβει τον πραγματικό διαχωρισμό ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα της εργατικής τάξης και του κεφαλαίου, αλλά γιατί θολώνει και το χαρακτήρα της αντιπαράθεσης ανάμεσα σε αστικές δυνάμεις. Πολύ περισσότερο, όλοι σχεδόν οι πρώην «μνημονιακοί» και «αντιμνημονιακοί» δηλώνουν ότι με το μνημόνιο και γενικότερα με τη δανειακή σύμβαση δεν μπορεί να εξασφαλιστεί ούτε η εξυπηρέτηση του χρέους, ούτε η ανάκαμψη της οικονομίας. Στην πραγματικότητα η αντιπαράθεσή τους αφορά τη θέση που παίρνουν απέναντι στις τάσεις αμφισβήτησης του σημερινού ηγετικού πυρήνα της ΕΕ, της πορείας της ΕΕ συνολικά.
Βασικό στοιχείο της αναμόρφωσης του αστικού πολιτικού συστήματος είναι η αναγκαστική αντικατάσταση της δικομματικής εναλλαγής στην αστική διακυβέρνηση από κυβερνήσεις συνεργασίας.
Να σημειώσουμε ότι η κλασική δικομματική εναλλαγή, έτσι όπως την ξέρουμε στην Ελλάδα μετά από το 1974, υπήρξε μόνο σε ορισμένες περιπτώσεις στα υπόλοιπα ευρωπαϊκά καπιταλιστικά κράτη (π.χ. σε Μ. Βρετανία, Πορτογαλία, Ισπανία), ενώ σε πολλά καπιταλιστικά κράτη λειτουργούσε το διπολικό σύστημα, δηλαδή κυβερνήσεις συνεργασίας με άξονα ένα κεντροδεξιό ή κεντροαριστερό πόλο (π.χ. Ιταλία). Το ίδιο συμβαίνει και στη Γερμανία με κυβερνήσεις κεντροδεξιού και κεντροαριστερού συνασπισμού, ενώ συγκροτήθηκαν κυβερνήσεις «μεγάλου συνασπισμού» στη δεκαετία του 1960 και την περίοδο 2005-2009. Σε ορισμένα άλλα κράτη (π.χ. Αυστρία) από το 1945 κυριαρχούν κυβερνήσεις συνασπισμού των δύο βασικών αστικών κομμάτων.
Δυναμώνει σε πανευρωπαϊκό επίπεδο η συζήτηση για τη διαμόρφωση κυβερνήσεων μεγάλου συνασπισμού ως αναγκαίου στοιχείου για την εξασφάλιση της σταθερότητας του αστικού πολιτικού συστήματος. Σε Ελλάδα και Ιταλία έχουμε ήδη τέτοιες κυβερνήσεις, ενώ ανάλογες συζητήσεις γίνονται και στην Πορτογαλία, όπου οι δημοσκοπήσεις δείχνουν προβάδισμα των σοσιαλιστών χωρίς όμως να μπορούν να συγκροτήσουν αυτοδύναμη κυβέρνηση.
Οι υποστηρικτές αυτών των κυβερνήσεων θεωρούν ότι μέσα από μια μεγάλη εκλογική πλειοψηφία εξασφαλίζεται πολιτική σταθερότητα και αποσπάται ευρύτερη συναίνεση στην πολιτική διαχείριση της κρίσης. Πιστεύουν ότι έτσι μπορούν να εγγυηθούν καλύτερα την πολιτική συμμαχιών της αστικής τάξης με ανώτερα και μεσαία μικροαστικά στρώματα, που το συμφέρον τους βρίσκεται με το κεφάλαιο, αλλά χάνουν από την κρίση και δυσαρεστούνται ή χάνουν σε συνθήκες αναγκαίων εκσυγχρονισμών και προσαρμογών, ενώ μπορούν προοπτικά να αναπαραχθούν.1 Βέβαια στους στόχους είναι και οι νέοι όροι ενσωμάτωσης εργατικών στρωμάτων.
Στην αναμόρφωση του αστικού πολιτικού συστήματος αξιοποιήθηκε και η διαδικασία σχετικά με την ψήφιση του νέου αντιρατσιστικού νομοσχεδίου. Εγινε προσπάθεια να διαμορφωθούν νέες διαχωριστικές γραμμές, νέα δίπολα: «ρατσιστές-αντιρατσιστές», «δυνάμεις του συνταγματικού τόξου» κλπ. Την πρωτοβουλία των κινήσεων την είχαν ΠΑΣΟΚ - ΔΗΜΑΡ με σαφή στόχο να παίξουν πρωταγωνιστικό ρόλο στο λεγόμενο κεντροαριστερό χώρο και να διαχωριστούν από τη ΝΔ, προβάλλοντας ένα πιο προοδευτικό προφίλ. Παράλληλα αξιοποιείται και με σκοπό την ανάδειξη της αστικής νομιμότητας ως παράγοντα που μπορεί να αντιμετωπίσει την ακραία φασιστική και ρατσιστική βία, την ακραία βία γενικά. Η σοσιαλδημοκρατία επιβεβαιώνει τον ιστορικό της ρόλο πρωτοστατώντας στην υλοποίηση κατευθύνσεων ιμπεριαλιστικών οργανισμών στο όνομα της «προόδου», παρεμβαίνει ιδεολογικά στην ανάδειξη της «κοινωνικής συνοχής» ως βασικού όρου για τη θωράκιση του αστικού πολιτικού συστήματος. Η συνταγματική κατοχύρωση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας ορίζεται ως το όριο μέσα στο οποίο θα πρέπει να κινείται η πολιτική προπαγάνδα και δράση, κάτι που θα αξιοποιηθεί άμεσα ή έμμεσα ενάντια στο ΚΚΕ και στο εργατικό κίνημα. Στην πραγματικότητα επιχειρείται να ασκηθεί πίεση με σκοπό το εργατικό κίνημα να αυτοπαγιδευτεί στο όνομα της προστασίας από τη φασιστική ή ρατσιστική βία σε ένα πλαίσιο που στο μέλλον θα χρησιμοποιηθεί για την άγρια καταστολή της επαναστατικής προπαγάνδας και δράσης.
Οι εξελίξεις με την πράξη νομοθετικού περιεχομένου για τη κατάργηση της ΕΡΤ αξιοποιήθηκαν επίσης για τη διαμόρφωση νέων «διαχωριστικών γραμμών». Οδήγησαν σε ανασυγκρότηση της κυβέρνησης με πιο ενεργητική τη συμμετοχή του ΠΑΣΟΚ και αποχώρηση της ΔΗΜΑΡ που διακηρύσσει τη στήριξη της κυβέρνησης στη στρατηγική επιλογή διαχείρισης της κρίσης μέσα στην Ευρωζώνη και μέσα στα όρια των σχετικών δανειακών δεσμεύσεων. Ο ένας πόλος ΝΔ-ΠΑΣΟΚ ως εκφραστής των «μεταρρυθμίσεων», ζητά τη στήριξη από τα λαϊκά στρώματα στο όνομα της εξυγίανσης και της πάταξης της διαφθοράς. Ο άλλος πόλος (ΣΥΡΙΖΑ) εμφανίζεται ως υποστηρικτής του «δημόσιου χώρου», δηλαδή των λειτουργιών, μηχανισμών και επιχειρήσεων του αστικού κράτους που εξωραΐζονται ως «λαϊκή περιουσία», ως φορείς που παρέχουν «δημόσια αγαθά» κλπ. Αθωώνονται οι διασυνδέσεις κρατικών-ιδιωτικών μονοπωλίων, τα οικονομικά «σκάνδαλα» που παρήγαγαν, οι ταξικοί αποκλεισμοί κλπ.
Αποσιωπάται ότι όλες οι κυβερνήσεις αστικής διαχείρισης, ανεξάρτητα από ιδεολογικές αναφορές των δυνάμεων που τις συγκροτούν, εναλλάσσουν τις ιδιωτικοποιήσεις με τις κρατικοποιήσεις με βάση το τι εξυπηρετεί σε κάθε φάση τα συμφέροντα του κεφαλαίου. Ετσι, ενώ γενικά αυτήν την περίοδο κυριαρχεί η τάση της απελευθέρωσης των αγορών, αυτό δεν αποκλείει παρεμβάσεις «κρατικού ελέγχου», μερικών «κρατικοποιήσεων» ή και προσωρινά ολικών (που βεβαίως δεν μπορούν να πάρουν το γενικευμένο χαρακτήρα που αυτές είχαν αμέσως μετά από το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στην Ευρώπη).
Με αφορμή την Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου (ΠΝΠ) της κυβέρνησης για την κατάργηση της ΕΡΤ, ο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και άλλες δυνάμεις μίλησαν για «αντισυνταγματική εκτροπή», για «κατάλυση της δημοκρατίας». Συνειδητά ξέχασαν τη χρήση ΠΝΠ και από κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ στο παρελθόν. Συνειδητά επίσης συσκοτίζεται ο ταξικός (καπιταλιστικός) χαρακτήρας της «αστικής δημοκρατίας», διαχέονται αυταπάτες ότι η κυβέρνηση, ακόμα και ευρύτερα το κράτος, μπορεί να συγκεράσει αντίπαλα ταξικά συμφέροντα, αρκεί ν’ αποφασίζει το κοινοβούλιο έχοντας αριστερή πλειοψηφία.
Ο ΣΥΡΙΖΑ επιδίωξε οι κινητοποιήσεις αλληλεγγύης στους εργαζομένους στην ΕΡΤ ν’ αποτελέσουν έδαφος συσπείρωσης με στόχο την «κυβέρνηση της Αριστεράς». Στη γραμμή ανασύνταξης του κινήματος με στόχο την «πτώση της μνημονιακής κυβέρνησης», συναντιέται με δυνάμεις όπως η ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Αναπαράγει πολιτικά και μέσα στο κίνημα την πλαστή διαχωριστική γραμμή μεταξύ «δημοκρατικών» και «δεξιών» δυνάμεων, γραμμή με την οποία το ΠΑΣΟΚ αναδείχθηκε στη διακυβέρνηση το 1981.
Η σημερινή κατάσταση απομαζικοποίησης, γραφειοκρατικοποίησης του συνδικαλιστικού κινήματος στο μεγαλύτερο μέρος του, έχει τη ρίζα της στον κυβερνητικό συνδικαλισμό του ΠΑΣΟΚ περίπου τριών δεκαετιών που σήμερα επιδιώκει να αντικαταστήσει ο ΣΥΡΙΖΑ.
Δεν πρέπει να υποτιμήσουμε ότι συνεχίζεται -με παρεμβάσεις στελεχών των αστικών κομμάτων- η συζήτηση για θεσμικές αλλαγές στη λειτουργία της αστικής δημοκρατίας, αν και αυτή η συζήτηση δε βρίσκεται στο προσκήνιο. Χαρακτηριστική είναι η παρέμβαση του Ν. Τσιούτσια (επικεφαλής του γρ. Τύπου του Α. Σαμαρά και διευθυντή του γρ. Τύπου της ΚΟ της ΝΔ) με άρθρο του στο περιοδικό «Επίκαιρα» -στο οποίο σημειώνει ότι εκφράζει τις προσωπικές του απόψεις- με τίτλο «Για μια νέα Ελληνική Δημοκρατία». Σ’ αυτό το άρθρο γίνεται αναφορά στο ιδεολογικό στίγμα της «ηγεσίας του Α. Σαμαρά» και επιχειρείται κριτική στα αντίπαλα ιδεολογικά ρεύματα, την «Αριστερά» και τη «σοσιαλδημοκρατία». Αναφέρει χαρακτηριστικά τα εξής: «Η αναθεωρητική ανάγνωση του καπιταλισμού και των πάσης φύσεως εκφάνσεών του, η κοινωνική του διάσταση και τα όριά της -εντός της σημερινής ανοιχτής κοινωνίας- αποτελεί υποχρέωση της ελληνικής Δεξιάς και όλου του ιδεολογικού φάσματός της. Από τους φιλελεύθερους έως και τους συντηρητικούς, τους κοινωνιστές ή τους διανεμητικούς απαιτούνται η αναλυτική επικαιροποίηση εννοιών και η δημιουργία ενός νέου αξιακού χάρτη της κοινωνίας»2.
Οσον αφορά τις θεσμικές αλλαγές που πρέπει να γίνουν, σημειώνει τα εξής: «Στην “παγκοσμιοποίηση” απαντάμε με την Οικουμενικότητα: μια Ελλάδα σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Γης, πολύ πιο ισχυρή! […] το Ελληνικό Εθνος δύναται να διπλασιαστεί αριθμητικά, να πολλαπλασιαστεί σε ισχύ, να μεγεθυνθεί σε επιρροή. Θα μπορούσε αυτό να πραγματοποιηθεί είτε με Ομογενείς βουλευτές Επικρατείας, είτε με τη δημιουργία “Γερουσίας”, με συμμετοχή από εκλεγμένους Ελληνες Ομογενείς Γερουσιαστές. Τέτοια εξέλιξη απαιτεί στην ουσία αλλαγή πολιτεύματος, τη μετατροπή σε Προεδρική Δημοκρατία, ανάλογου τύπου και λειτουργίας με το μοντέλο της Γαλλίας […]
Η λειτουργία της Νέας Ελληνικής Δημοκρατίας -στο παραπάνω πλαίσιο- ασφαλώς έχει ως βάση έναν καινούργιο εκλογικό νόμο. Επιπλέον, ίσως πρέπει να λειτουργήσει η Γερουσία με στόχο μια ευρύτερη δημοκρατική νομιμοποίηση των αποφάσεων.
Η ενεργοποίηση του θεσμού του δημοψηφίσματος θα συμβάλει στην κοινωνική φιλελευθεροποίηση και στην περαιτέρω ενίσχυση του δημοκρατικού πλαισίου λειτουργίας του πολιτικού συστήματος»3.
Οι αντιπαραθέσεις ανάμεσα σε τμήματα της αστικής τάξης για το χαρακτήρα της παραγωγικής ανασυγκρότησης και τις εξελίξεις στην ΕΕ διαπερνούν και τις δυνάμεις του οπορτουνισμού, είτε αυτές εντάσσονται στο ΣΥΡΙΖΑ είτε όχι. Μια σειρά δυνάμεις με την πολιτική τους στάση απέναντι σε αυτήν την ενδοαστική διαπάλη, συντασσόμενες με τη μια ή την άλλη πλευρά, ουσιαστικά σπρώχνουν δυνάμεις της εργατικής τάξης, των φτωχών λαϊκών στρωμάτων που μπορούν να ριζοσπαστικοποιηθούν, οργανώσεις της εργατικής τάξης να εγκλωβιστούν στη γραμμή της μιας ή άλλης αστικής πτέρυγας. Αναδεικνύεται για άλλη μια φορά ότι είναι ζητούμενο πρώτ’ απ’ όλα η ανεξαρτησία της εργατικής τάξης από κάθε πτέρυγα της αστικής πολιτικής, το ξεπέρασμα δηλαδή των διάφορων προσπαθειών εγκλωβισμού, είτε γίνεται μέσα από το δίπολο «Δεξιά - Αριστερά» είτε από το δίπολο «μνημονιακό-αντιμνημονιακό» είτε το «Σχέδιο Α΄ - Σχέδιο Β΄». Ταξικά χειραφετημένη πολιτική για την εργατική τάξη και τη συμμαχία της με τα λαϊκά στρώματα δε σημαίνει «αριστερή πτέρυγα» σε κάποιο από τα αστικά στρατόπεδα.
Αν και η αναμόρφωση του αστικού πολιτικού συστήματος πατάει πάνω σε συγκεκριμένους σχεδιασμούς αστικών επιτελείων εγχώριων και ξένων, δε συνιστά κάποιο προκαθορισμένο σχέδιο που θα υλοποιηθεί αυτόματα, νομοτελειακά, ανεξάρτητα από την έκβαση της ταξικής πάλης. Δε σημαίνει ότι όλα θα πραγματοποιηθούν ανεμπόδιστα. Σήμερα διανύουμε περίοδο που έχει σημειωθεί υποχώρηση, με κυρίαρχο στοιχείο αυτό της ενσωμάτωσης της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων στα σχέδια αναμόρφωσης του αστικού πολιτικού συστήματος. Ομως υπάρχουν αντιφάσεις, αντικειμενικές δυσκολίες και αδυναμίες που δεν μπορούν να ξεπεραστούν εύκολα.
Είναι καθήκον του ΚΚΕ να δρα αποκαλυπτικά, πειστικά, ώστε να ανανεώνεται και να αναπτύσσεται ακόμα και στους πιο δύσκολους καιρούς η πρωτοπορία, ν’ ανοίγει δρόμο στην πολιτικοποίηση της πάλης του εργατικού κινήματος, στη συγκρότηση της αντικαπιταλιστικής αντιμονοπωλιακής συμμαχίας, στην κατεύθυνση σύγκρουσης με τη στρατηγική του κεφαλαίου, αποκάλυψης σοσιαλδημοκρατικών αυταπατών και ψευδαισθήσεων, σύγκρουσης με το ρεφορμισμό και τα νέα οπορτουνιστικά μορφώματα. Ετσι μπορούν να διαμορφωθούν προϋποθέσεις για συνολική αμφισβήτηση του αστικού πολιτικού συστήματος στο μέλλον, σε συνδυασμό και με αντίστοιχες αντικειμενικές εξελίξεις.
Στη συνέχεια καταγράφουμε τις διεργασίες που έχουν συντελεστεί τους τελευταίους μήνες στους διάφορους αστικούς πολιτικούς χώρους.