Στο χρονικό διάστημα 2010-2015 το αστικό κομματικό σύστημα στην Ελλάδα γνώρισε σημαντικές ανακατατάξεις, με κορυφαία ίσως γεγονότα την καταβαράθρωση ενός από τους δυο παραδοσιακούς μεταπολιτευτικούς πόλους του (ΠΑΣΟΚ) και την ανάδειξη του πάλαι ποτέ δεξιού οπορτουνισμού σε πυρήνα του νέου πολιτικού φορέα της σοσιαλδημοκρατίας (ΣΥΡΙΖΑ) και της «αριστερής» κυβέρνησης. Η αναδιαμόρφωση του αστικού κομματικού σκηνικού δε φαίνεται να έχει ολοκληρωθεί και αυτό δεν περιορίζεται στις αυξομειώσεις της κοινοβουλευτικής δύναμης των μικρότερων, συμπληρωματικών πολιτικών δυνάμεων (ΠΟΤΑΜΙ, ΑΝΕΛ, ΔΗΜΑΡ, ΕΝΩΣΗ ΚΕΝΤΡΩΩΝ κτλ.). Φαίνεται ότι η διαδικασία αυτή αγγίζει πλέον και τον έτερο παραδοσιακό πόλο του αστικού σκηνικού, τη ΝΔ.
Μπροστά σε αυτές τις εξελίξεις, χρειάζεται να τεθούν μια σειρά από ερωτήματα. Γιατί το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας αποδείχτηκε μέχρι σήμερα, σε αντίθεση με το ΠΑΣΟΚ, ένας πιο συμπαγής και συνεκτικός πολιτικός φορέας, τουλάχιστον στο επίπεδο της λαϊκής ψήφου; Ποιες σημερινές αναγκαιότητες του ελληνικού κεφαλαίου και του αστικού πολιτικού συστήματος ωθούν σε μια αναμόρφωση ή και πιθανή διάσπαση αυτού του κόμματος; Τι ρόλο παίζει σε αυτούς τους σχεδιασμούς η διαρροή ενός κομματιού της ψήφου προς το φασιστικό μόρφωμα; Πώς διαπλέκονται οι διεργασίες στο εσωτερικό της ΝΔ με τους ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς και τις γεωστρατηγικές εξελίξεις στην περιοχή;
Μια σειρά αιτίες μπορούν ν’ αναζητηθούν πίσω από τη σχετική σταθερότητα (σε αντίστιξη με το ΠΑΣΟΚ) της ΝΔ. Καταρχάς, οι ίδιες οι αναγκαιότητες ενός πολιτικού συστήματος που στηρίζεται σε 2 βασικά κόμματα-πυλώνες (όπως μέχρι σήμερα αυτό στην Ελλάδα) τείνουν να οδηγούν σε μια σχετική σταθερότητα του ενός από αυτά, σε συνθήκες όπου αντικειμενικά δεν έχει εκδηλωθεί σαρωτική κρίση της αστικής πολιτικής, δεν έχουν διαμορφωθεί επαναστατικές διαδικασίες. Αυτή η αναγκαιότητα δεν επιβάλλεται μηχανιστικά, αποκλειστικά και μόνο μέσα από κάποιους υπόγειους σχεδιασμούς επιτελείων της αστικής τάξης, αλλά καθορίζεται και από το σχετικό ανταγωνισμό που νομοτελειακά υπάρχει ανάμεσα στα κόμματα-πυλώνες του συστήματος. Έτσι, η ραγδαία κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ σπρώχνει αντικειμενικά σε μια μεγαλύτερη συνοχή τον ηγετικό πυρήνα και το στελεχικό δυναμικό της ΝΔ. Αντίστροφα, η σημερινή ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ σε νέο, σχετικά ισχυρό πόλο του αστικού πολιτικού συστήματος επιτρέπει, σε επίπεδο μεσοπρόθεσμων σχεδιασμών, μια μεγαλύτερη ευελιξία στο ξεδίπλωμα εναλλακτικών σχεδίων τακτικής στο συντηρητικό / νεοφιλελεύθερο χώρο.
Επιπλέον, για ένα σημαντικό κομμάτι του λαϊκού κόσμου, αλλά και μεσαίων στρωμάτων που παραδοσιακά στηρίζουν τη ΝΔ, το κόμμα αυτό δε φέρει ισοβαρή ευθύνη με το ΠΑΣΟΚ για το πλέγμα των αντιλαϊκών αναδιαρθρώσεων που ενσωματώθηκαν στα «Μνημόνια». Η πιο ευέλικτη τακτική της ΝΔ στη διάρκεια των χρόνων αυτών («Ζάππειο 1-2-3», αλλά και η επαμφοτερίζουσα στάση της απέναντι στην ψήφιση των προαπαιτούμενων του 3ου «Μνημονίου») προσδίδουν ένα κοινωνικό προσωπείο στον «αναγκαίο ρεαλισμό» που επέδειξε κατά τη συγκυβέρνησή της με το ΠΑΣΟΚ, με την ψήφιση του 2ου «Μνημονίου». Έκφραση του γεγονότος αυτού αποτελεί και το «παράπονο» του ΠΑΣΟΚ ότι επωμίστηκε ένα δυσανάλογα μεγάλο μέρος του πολιτικού κόστους για τα «Μνημόνια», παρόλο που συμπορεύτηκε κυβερνητικά για μεγάλο χρονικό διάστημα με τη ΝΔ.
Μια άλλη αιτία για τη μεγαλύτερη μέχρι σήμερα σταθερότητα της ΝΔ πρέπει ν’ αναζητηθεί στο γεγονός ότι το κόμμα αυτό διατηρεί μια μεγαλύτερη ιστορική συνέχεια ως πόλος του αστικού πολιτικού συστήματος. Η ΝΔ, ανεξάρτητα από αναγκαίες προγραμματικές και ιδεολογικές προσαρμογές, κατανοήθηκε από ένα σημαντικό κομμάτι του κόσμου ως συνέχεια της ΕΡΕ, του βασικού δηλαδή πυλώνα του μετεμφυλιακού κράτους. Αντίθετα, το ΠΑΣΟΚ, από την ίδρυσή του, διαχωρίστηκε διακηρυκτικά (και εν πολλοίς ιδεολογικοπολιτικά) από την Ένωση Κέντρου, παρόλο που στην πορεία ενσωμάτωσε ένα κομμάτι του στελεχικού της δυναμικού κι ένα μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων της. Η διατήρηση της ιστορικής συνέχειας από τη ΝΔ είναι φυσιολογικό να διαμορφώνει και μια μεγαλύτερη συνοχή στο καθοδηγητικό και στελεχικό της δυναμικό, αλλά και σ’ ένα σημαντικό μέρος των παραδοσιακών ψηφοφόρων της. Είναι χαρακτηριστική η ακόλουθη αναφορά: «Η Νέα Δημοκρατία είναι κόμμα των Συντηρητικών πολιτών, της Δεξιάς στην απλοελληνική […] η Δεξιά δεν είναι απλώς κόμμα. Είναι ζωτικός χώρος ιδεών και αντιλήψεων διαχρονικών. Δεν είναι ο αποκλειστικός εκφραστής της αστικής τάξης, διότι υπάρχει και το Κέντρο, υπάρχουν και οι Φιλελεύθεροι, και τα ανομοιογενή αυτά στοιχεία δεν είναι εύκολο να συγκεραστούν, ιδίως στην παρούσα συγκυρία»3.
Η σχετική σταθερότητα που έδειξε το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας στις εκλογές του Σεπτέμβρη του 2015 δεν μπορεί φυσικά να καθησυχάσει τα επιτελεία της αστικής τάξης. Η ανάγκη για ένα κόμμα που θα εκφράζει με σταθερό και συμπαγή τρόπο το φιλελεύθερο - συντηρητικό χώρο απαιτεί την αναζωογόνηση-αναμόρφωση ενός πολιτικού φορέα, που έχει σοβαρά λαβωθεί στη λαϊκή συνείδηση από την κυβερνητική του συμμετοχή στην εφαρμογή των αντιδραστικών μεταρρυθμίσεων. «Η αστική τάξη εξακολουθεί να χρειάζεται ένα εκλογικά δυνατό φιλελεύθερο αστικό κόμμα, ικανό ν’ αντικαταστήσει το σοσιαλδημοκρατικό στη διακυβέρνηση»4. Ο ΣΥΡΙΖΑ έπαιξε με ιδιαίτερη ικανότητα, απέναντι στα λαϊκά στρώματα, το ρόλο του αμόλυντου από τα «μνημόνια» φορέα, καταλαμβάνοντας το προσκήνιο του αστικού πολιτικού συστήματος με την ψήφιση του 3ου «Μνημονίου», στερώντας έτσι «ζωτικό χώρο» από τη ΝΔ.
Δεν πρόκειται όμως απλά για την αναγκαιότητα ενός πολιτικού κόμματος που θα μπορεί με αξιώσεις να διεκδικήσει την κυβερνητική εναλλαγή στην ιδεολογικοπολιτική εξαπάτηση των λαϊκών στρωμάτων, διαφοροποιούμενο από τον έτερο πόλο. Οι ανάγκες της αστικής τάξης στη σημερινή φάση απαιτούν μια ευρύτερη στήριξη στην προώθηση της εφαρμοζόμενης πολιτικής, είτε μέσω μιας πιο διευρυμένης κυβερνητικής συνδιαχείρισης (σχεδιασμοί για κυβέρνηση «εθνικής σωτηρίας» ή «οικουμενική»5) είτε μέσω ενός πιο αποτελεσματικού αντιπολιτευτικού πόλου. Το τελευταίο εκφράζεται παραστατικά σε πρόσφατο κύριο άρθρο της «Καθημερινής»: «Η Κεντροδεξιά δεν πρέπει να παρασυρθεί από το γενικότερο κλίμα του λαϊκισμού σε μία στείρα αντιμνημονιακή αντιμετώπιση των προβλημάτων της χώρας. Όποτε το δοκίμασε, δεν έγινε πειστική [...] Η χώρα χρειάζεται μία στιβαρή, υπεύθυνη αντιπολίτευση»6. Στην ίδια κατεύθυνση, δεν αποκλείεται το επόμενο χρονικό διάστημα και ο διαχωρισμός του μέχρι τώρα ενιαίου κόμματος της ΝΔ στα δύο: Σ’ ένα τμήμα που θα στηρίζει πιο ενεργητικά την εφαρμοζόμενη πολιτική, πιθανόν και από κυβερνητικές θέσεις, και σ’ ένα τμήμα που θ’ αντιπολιτεύεται με πιο οξύ τρόπο, πάντα από τη σκοπιά καλύτερης προώθησης των συμφερόντων του κεφαλαίου.
Τα συμφέροντα της αστικής τάξης επιβάλλουν όμως κι ένα ξαναστέριωμα των κοινωνικών συμμαχιών της με μεσαία και μικροαστικά στρώματα, συμμαχίες που έχουν διαταραχτεί τα τελευταία χρόνια, δίχως φυσικά να έχουν διαρραγεί. Ο πολιτικός χώρος που εκπροσωπεί η ΝΔ αποτελούσε ανέκαθεν σημαντικό εκφραστή τέτοιων στρωμάτων (αυτοαπασχολούμενοι της πόλης, αγρότες, ελεύθεροι επαγγελματίες), κάτω από την ομπρέλα του μονοπωλιακού κεφαλαίου. Το «κόμμα των νοικοκυραίων» πρέπει λοιπόν να ξαναστηθεί στα πόδια του, με τη μια ή την άλλη μορφή, με τη μια ή την άλλη παραφυάδα.
Από αυτήν τη σκοπιά έχει σημασία το ακόλουθο απόσπασμα από το χαιρετισμό του πρώην (μεταβατικού) προέδρου της ΝΔ Πλακιωτάκη στην πρόσφατη «Συνάντηση των Αθηνών για τις Ευρωπαϊκές ΜΜΕ», ανεξάρτητα από την παραδοσιακή λαθροχειρία7 που γίνεται με τον ορισμό των λεγόμενων μικρομεσαίων επιχειρήσεων:
«Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις αποτελούν τη σπονδυλική στήλη της ελληνικής οικονομίας, καθώς απασχολούν πάνω από το 90% των εργαζομένων και συνεισφέρουν το μεγαλύτερο κομμάτι στην παραγωγή πλούτου στη χώρα μας. Αποτελούν, επίσης, το συνεκτικό ιστό της παραγωγικής διαδικασίας, καθώς εκτείνονται από την πρωτογενή παραγωγή μέχρι τη μεταποίηση, και από το εμπόριο μέχρι τον τουρισμό […] Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, όπως και το σύνολο της οικονομίας, έχουν πληγεί πολύ σοβαρά από την οικονομική κρίση, από την ύφεση, από τη μείωση των εισοδημάτων. Πλήττονται τώρα, ακόμη περισσότερο, από τους ελέγχους στην κίνηση κεφαλαίων που επέβαλε η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ […] Χιλιάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις κινδυνεύουν, μετά τις τελευταίες νομοθετικές αλλαγές, να χάσουν τη ρύθμιση των 100 δόσεων αν καθυστερήσουν για λίγες μόνο μέρες να καταβάλουν τις δόσεις τους. Και αυτό, τη στιγμή που το κράτος, μέσα σε λίγους μήνες, έχει σχεδόν διπλασιάσει τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του προς τους ιδιώτες […] Η Νέα Δημοκρατία ήταν –και παραμένει– η εγγυήτρια δύναμη προώθησης των διαρθρωτικών αλλαγών και μεταρρυθμίσεων που έχει ανάγκη ο τόπος. Ιδεολογικά είμαστε κατά της αύξησης των φόρων. Συνεπώς, θα πρέπει να γνωρίζετε ότι η Νέα Δημοκρατία δεν πρόκειται να ψηφίσει κανένα νέο φόρο, καμία νέα αύξηση φόρων […] Πώς μπορούν να επιβιώσουν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Πρώτα απ’ όλα, πρέπει να δοθεί ρεαλιστική λύση στα “κόκκινα δάνεια”. Δεύτερο, να δοθεί ουσιαστική λύση στις ληξιπρόθεσμες οφειλές των επιχειρήσεων και επαγγελματιών στις ΔΟΥ και τα Ασφαλιστικά Ταμεία. Τρίτον, να εξασφαλιστεί η ταχεία προώθηση των προγραμμάτων του ΕΣΠΑ· προγραμμάτων που εμείς εξασφαλίσαμε και λιμνάζουν ένα χρόνο τώρα. Προγραμμάτων που αφενός στηρίζουν τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και αφετέρου εξασφαλίζουν χιλιάδες νέες θέσεις εργασίας. Τέταρτον, είναι επίσης επιτακτική ανάγκη να προχωρήσει η δανειοδότηση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων με δάνεια έως 25 χιλιάδων ευρώ, μέσω του ΕΤΕΑΝ και με συγχρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης»8.
Επιπλέον, σε συνθήκες όπου η έξοδος από την οικονομική κρίση, η ανάκαμψη της καπιταλιστικής οικονομίας φαντάζουν δύσκολες και ασταθείς, ενώ οι αντιπαραθέσεις στην ΕΕ για το μίγμα των εφαρμοζόμενων πολιτικών δε λένε να κοπάσουν, στο έδαφος και των οξυνόμενων ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, η αστική τάξη οφείλει να διαθέτει πολιτικούς εκπροσώπους με μια βεντάλια εναλλακτικών σχεδίων. Κι εδώ η ΝΔ ή τα όποια διάδοχα κόμματα οφείλουν να προβάλλουν ένα διακριτό στίγμα, ανεξάρτητα από τη συμπόρευση τους με τα υπόλοιπα αστικά κόμματα σε βασικούς άξονες της αστικής στρατηγικής, στις διαβόητες «εθνικές» πολιτικές. Προσώρας κάτι τέτοιο δε φαίνεται ότι έχει επιτευχθεί, πράγμα που γίνεται εύκολα κατανοητό από τα παρακάτω αποσπάσματα από την ομιλία του πρώην (μεταβατικού) προέδρου της ΝΔ στο πρόσφατο Συνέδριο του Ελληνο-αμερικανικού Εμπορικού Επιμελητηρίου, που στην ουσία επαναλαμβάνουν τις κατευθυντήριες γραμμές του 3ου Μνημονίου (ψηφισμένου από κοινού από ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ), εμφανίζοντας απλά τη ΝΔ ως το μόνο έγκυρο κι έμπιστο διαχειριστή, το διαχειριστή που λειτουργεί δίχως «ιδεοληψίες»:
«Χρειάζεται, λοιπόν, πέρα από την ομαλή επαναλειτουργία του τραπεζικού συστήματος, να προχωρήσουν άμεσα οι διαρθρωτικές αλλαγές που ανακόπηκαν στις αρχές του 2015. Χρειάζεται, προπάντων, να προχωρήσουν οι μεταρρυθμίσεις που είναι αναγκαίες για ένα νέο, φιλόξενο, επενδυτικό περιβάλλον. Εκείνες που προωθούν την αποκρατικοποίηση της οικονομίας και την οικονομία στο κράτος. Εκείνες που φέρνουν νέες επενδύσεις, νέες επιχειρήσεις, νέες θέσεις δουλειάς. Εκείνες που προωθούν τον ανταγωνισμό. Που μειώνουν τη γραφειοκρατία. Που ανοίγουν τα κλειστά επαγγέλματα. Που ενεργοποιούν την εργαλειοθήκη του ΟΟΣΑ. Που ενισχύουν τις αναπτυξιακές προοπτικές. Η Ελλάδα χρειάζεται, πρώτα απ’ όλα, ριζική αναμόρφωση του ρόλου του κράτους, έτσι ώστε να λειτουργεί επιτελικά και ρυθμιστικά […] Χρειάζεται ακόμη (και είναι μείζονος σημασίας) να υπάρξει άμεση εφαρμογή συγκροτημένου προγράμματος αποκρατικοποιήσεων, αλλά και αξιοποίησης της περιουσίας του Δημοσίου […] Βασική προϋπόθεση στο δρόμο που προτείνουμε είναι η εφαρμογή συγκεκριμένου εθνικού σχεδίου παραγωγικής ανασυγκρότησης. Στόχος είναι να αξιοποιήσουμε, χωρίς καμιά άλλη καθυστέρηση, τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας μας»9.
Έχει σημασία ν’ αναφέρουμε εδώ τις προτεραιότητες στην πολιτική διαχείριση που θέτει στη συγκεκριμένη συγκυρία ο ΣΕΒ, μια που αυτές μπορεί να λειτουργήσουν ως μια πυξίδα στη διαδικασία αναμόρφωσης της ΝΔ, με δεδομένο ότι ο Σύνδεσμος εκπροσωπεί ένα σημαντικό (αν και όχι το μοναδικό) κομμάτι του μονοπωλιακού κεφαλαίου στην Ελλάδα. Σε πρόσφατη ομιλία του, ο πρόεδρος του ΣΕΒ ανέφερε ανάμεσα σε άλλα ότι «δε χρειαζόμαστε μια νέα γενιά επιδοτήσεων που θα γεννήσει ξανά νέες σχέσεις εξάρτησης. Θέλουμε μια νέα αρχή με ξεκάθαρους οριζόντιους κανόνες, ανταγωνιστικό φορολογικό περιβάλλον με τις υπόλοιπες χώρες της περιοχής, μετρήσιμα αποτελέσματα και ποιοτικές επενδύσεις». Έθεσε δύο βασικούς στόχους:
1. «Τη φορολογική ενθάρρυνση πρωτίστως των οικονομικά αποδοτικών επενδύσεων, όπως είναι οι επενδύσεις στην καινοτομία, σε εξωστρεφείς μεταποιητικές δραστηριότητες και υπηρεσίες, σε μεγάλα logistics και supply centers που θα κάνουν την Ελλάδα de facto διαμετακομιστικό κόμβο, στον τουρισμό, στις νέες τεχνολογίες, στην υγεία […] επιβράβευση των νέων επενδύσεων κάθε μεγέθους, που αποφέρουν κέρδη, με μειωμένους φορολογικούς συντελεστές».
2. «Πραγματική ώθηση στις μεταρρυθμίσεις, με έμφαση στη χωροθέτηση - αδειοδότηση των επιχειρήσεων, την ενίσχυση των ηλεκτρονικών συναλλαγών, την επιτάχυνση της απονομής δικαιοσύνης και την καλή νομοθέτηση».10
Εδώ και σε άλλα κείμενα του ΣΕΒ είναι σαφής η έμφαση στην αναγκαιότητα μείωσης του φορολογικού βάρους των επιχειρήσεων, κινήτρων που θα επιβραβεύουν το «οικονομικό αποτέλεσμα» (βλ. τα κέρδη) και παραπέρα μείωσης του λεγόμενου μη μισθολογικού κόστους εργασίας. Η εναντίωση του ΣΕΒ στους σημερινούς κυβερνητικούς σχεδιασμούς μικρής αύξησης των εργοδοτικών εισφορών (αύξηση που προτείνεται στο όνομα, υποτίθεται, προστασίας του υπάρχοντος επιπέδου των κύριων συντάξεων) μπορεί πιθανά να λειτουργήσει και ως ένα από τα σημεία-κλειδιά στη διαμόρφωση ενός εναλλακτικού πλαισίου κυβερνητικής διαχείρισης εκ μέρους της ΝΔ. Ο ίδιος ο ΣΕΒ βέβαια, ως εκφραστής σημαντικών μερίδων του κεφαλαίου, κλείνει το μάτι και προς το σημερινό κυβερνητικό διαχειριστή, επιχαίροντας που έγινε πραγματικότητα από τη συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ το διαχρονικό αίτημα των βιομηχάνων για τη σύσταση υπουργείου «αφοσιωμένου στη βιομηχανική πολιτική».
Ενδιαφέρον έχει επίσης το γεγονός ότι οι φαρμακοβιομήχανοι, μια μερίδα του κεφαλαίου στην Ελλάδα που θεωρείται ότι στήριξε –ανοιχτά ή υπόγεια– την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση, αναπροσαρμόζουν σήμερα τη στάση τους στο φως της υλοποιούμενης πολιτικής. Πέρα από τις πιπεράτες απειλές Γιαννακόπουλου για πτώση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, σε θεσμικό επίπεδο, τελευταίο δελτίο Τύπου της Πανελλήνιας Ένωσης Φαρμακοβιομηχανίας αναφέρει: «Η διαπραγμάτευση με τους εκπροσώπους των δανειστών σε ό,τι αφορά την πολιτική φαρμάκου κατέληξε σε φιάσκο. Η κυβέρνηση αποδέχτηκε πλήρως μια παλαιά απαίτηση των δανειστών για απαξίωση του ελληνικού φαρμάκου, γεγονός που οδηγεί με ταχύτητα στη διάλυση της ελληνικής φαρμακοβιομηχανίας […] Η ελληνική διαπραγματευτική ομάδα εκβιάστηκε και δυστυχώς υιοθέτησε μια καταστροφική για την ελληνική οικονομία πολιτική, η οποία, ενώ δεν παράγει δημοσιονομικό αποτέλεσμα, θυσιάζει την εγχώρια παραγωγή και εξυπηρετεί μεγάλα ξένα οικονομικά συμφέροντα»11.
Στους συνολικότερους προσανατολισμούς του μονοπωλιακού κεφαλαίου στην Ελλάδα, αλλά και στις διεργασίες στο εσωτερικό των αστικών κομμάτων, σημαντικό ρόλο αναντίρρητα θα παίξουν και τα συμφέροντα του εφοπλιστικού κεφαλαίου. Σημειώναμε σε παλιότερο άρθρο της ΚΟΜΕΠ: «Το ελληνικό εφοπλιστικό κεφάλαιο διαθέτει έναν από τους πρώτους στόλους διεθνώς, αποτελεί βασικό θαλάσσιο μεταφορέα των ΗΠΑ, με σημαντικές συμπράξεις με το αμερικανικό κεφάλαιο, αλλά και προνομιακές σχέσεις με την Κίνα, και αντιμετωπίζει σήμερα τις πιέσεις της ΕΕ για αλλαγή των ευνοϊκών φορολογικών ρυθμίσεων (π.χ. φορολόγηση με βάση τη χωρητικότητα και όχι τα κέρδη των πλοίων) του ελληνικού αστικού κράτους. Στις συγκεκριμένες πιέσεις, οι οποίες εντείνονται12, πρωταγωνιστούν η Γερμανία και η Βρετανία. Πρόκειται για το μοναδικό κλάδο της οικονομίας που οι ελληνικοί όμιλοι υπερέχουν των αντίστοιχων γερμανικών. […] Το ελληνικό εφοπλιστικό κεφάλαιο είναι επίσης το λιγότερο ευάλωτο τμήμα του εγχώριου κεφαλαίου στην περίπτωση μιας προσωρινής εξόδου της χώρας από την Ευρωζώνη. Παράλληλα, ο προσανατολισμός σημαντικών εφοπλιστικών οικογενειών στα πλοία εξόρυξης και μεταφοράς φυσικού αερίου και πετρελαίου συμβαδίζει με την επιλογή ενεργούς συμπόρευσης της Ελλάδας στα σχέδια των ΗΠΑ και του Ισραήλ στην ευρύτερη περιοχή για τον έλεγχο και την αξιοποίηση των υδρογονανθράκων, καθώς και για τη μεταφορά όπλων»13.
Στη διαδικασία αναμόρφωσης του συντηρητικού-φιλελεύθερου χώρου και στη διαμόρφωση του κυρίαρχου προγραμματικού του στίγματος σίγουρα θα βαρύνουν και τα συμφέροντα άλλων δυναμικών μερίδων του κεφαλαίου που διαγκωνίζονται μεταξύ τους και με τους διεθνείς ανταγωνιστές (π.χ. οι επίμονες απαιτήσεις των λεγόμενων ενεργοβόρων βιομηχανιών για φθηνότερο ηλεκτρικό ρεύμα, η πιθανή δυσαρέσκεια του ελληνικού τραπεζικού κεφαλαίου μετά από την τελευταία ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, παρόλο που μπορεί να είχε έγκαιρα αναπροσαρμόσει τη δραστηριότητά του στο πλαίσιο των ομίλων του χρηματιστικού κεφαλαίου και με διεθνείς συνεργασίες με ξένα funds κτλ.). Έχουμε έγκαιρα αναδείξει μέσα από την αρθρογραφία της ΚΟΜΕΠ14, με βάση και τις μελέτες των βασικών αστικών επιτελείων, τους κλάδους στην καπιταλιστική οικονομία που προτάσσει η αστική τάξη στην Ελλάδα για ανάπτυξη. Οι κλάδοι αυτοί, με μικρές διαφοροποιήσεις και με εναλλασσόμενη προτεραιότητα, συνιστούν το βαρόμετρο για να κρίνουμε τη συνολικότερη πολιτική του αστικού κράτους και τις κινήσεις των διάφορων πολιτικών παραγόντων στο χώρο όπου μέχρι σήμερα κυριαρχεί η ΝΔ.
Οι συγκρούσεις μερίδων του κεφαλαίου για τη μοιρασιά της «πίτας» των κρατικών-κοινοτικών ρυθμίσεων κι επιδοτήσεων θα συνεχιστούν και θα ενταθούν στο φόντο μιας αναιμικής ανάκαμψης. Οι ισχυρές κεφαλαιακές μερίδες θ’ απαιτήσουν πολιτικούς διαχειριστές ικανούς να κρατάνε γερά το χαλινάρι των στρατηγικών αξόνων της αστικής πολιτικής (παραμονή στην Ευρωζώνη –που δε φαίνεται για την ώρα ν’ αμφισβητείται από το βασικό κορμό του κεφαλαίου– συμπίεση μισθών και ημερομισθίων), αλλά να διαθέτουν ταυτόχρονα ευελιξία τακτικής κι επιμονή στο στόχο ανάπτυξης των κλάδων αιχμής της καπιταλιστικής οικονομίας.
Το πρόταγμα της λεγόμενης «παραγωγικής ανασυγκρότησης» δεν μπορεί να είναι για το κεφάλαιο απλά διακηρυκτικό. Πρέπει να έχει σαφείς αιχμές, χρονοδιαγράμματα και γρήγορες αναπροσαρμογές με βάση τις εξελίξεις. Εκεί θα κριθεί και η κάθε αστική πολιτική δύναμη. Είναι σίγουρο ότι οι Έλληνες κεφαλαιοκράτες θα παρακολουθούν στενά (έως και ασφυκτικά) τις επιδόσεις των πολιτικών τους εκπροσώπων σε αυτήν την κατεύθυνση.
Αξίζει εδώ να θυμίσουμε και την πρόταση που έκανε πριν τις εκλογές του Σεπτέμβρη ο πρόεδρος του ΣΕΒ: «Η Ελλάδα έχει μόνο μια επιλογή –στην οποία συμφωνούν οι δύο “μονομάχοι” της πρωτιάς στις εκλογές: Να κοιτάξει μπροστά […] Αυτό το “μπροστά” δεν μπορεί να είναι αφηρημένο. Συνδέεται με έναν οδικό χάρτη και δεσμεύσεις που υπερβαίνουν τις βεβαιότητες του ενός ή του άλλου και απαιτούν συλλογική δουλειά, υπερκομματική λογική, συναίνεση και ουσιαστικό κοινωνικό διάλογο. Αυτός ο “ιστορικός συμβιβασμός” χρειάζεται να έχει και θεσμική και κοινωνική αναφορά […] Το μνημόνιο μπορεί να μετατραπεί σε ένα ελληνικό σχέδιο για την ανάπτυξη και να υλοποιηθεί μέσα από ένα νέο θεσμικό μηχανισμό, στο πνεύμα του οργανισμού “Αθήνα 2004”, ως μια παράλληλη κυβερνητική δομή που θα “τρέχει” καθημερινά τις μεταρρυθμίσεις, θα επιλύει αλληλεπικαλύψεις, θα παρέχει τεχνική βοήθεια και θα αξιοποιεί τη γνώση, την εμπειρία και τη δικτύωση των κοινωνικών εταίρων, όπως ο ΣΕΒ»15.