Το παραπάνω συνιστά μια μεγάλη αντίφαση. Το ξεδίπλωμα των αναδιαρθρώσεων στο χώρο της Ανώτατης Εκπαίδευσης «σκοντάφτει» πάνω στην ίδια την αναρχία της καπιταλιστικής παραγωγής, στην ανισομετρία και στους ανταγωνισμούς μεταξύ χωρών και κλάδων, στη δυσκολία τελικά να περάσει το κεφάλαιο στην Ευρώπη από τη φάση της ύφεσης και της κρίσης σε φάση ανάκαμψης. Αυτό άλλωστε εκφράζεται πολύ αντιπροσωπευτικά με τις δυσκολίες και διαφωνίες που έχουν οι κυβερνήσεις των ευρωενωσιακών χωρών στην προώθηση της Συνθήκης της Μπολόνια και, κατά κύριο λόγο, στο μοντέλο του εκπαιδευτικού συστήματος που πρέπει τελικά να υιοθετήσει η ΕΕ. Το κυρίαρχο αρχικά αγγλοσαξονικό μοντέλο (το αποκαλούμενο 3+2+3, 3 χρόνια προπτυχιακά, 2 μεταπτυχιακά, 3 διδακτορικό) συναντά ενστάσεις κυρίως από τη Γερμανία, στη βάση ενός υψηλότερου επιπέδου ακαδημαϊκής - πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, που βασίζεται στην αναπτυγμένη παραγωγική βάση της και συνδέεται επίσης με τη δομή μιας πρόωρης «επαγγελματοποίησης» της εκπαίδευσης και των εκτεταμένων προγραμμάτων κατάρτισης που εφαρμόζει η Γερμανία από το Γυμνάσιο και μετά. Στην πραγματικότητα, οι αντιθέσεις αυτές εκφράζουν τους μεταξύ τους ανταγωνισμούς, το πού κάθε χώρα, με κριτήριο τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της καπιταλιστικής της παραγωγής και την ανάπτυξη των ιδιαίτερων κλάδων, δίνει κάθε φορά βάρος.
Αυτές οι διαφοροποιήσεις απασχολούν σοβαρά τα όργανα της ΕΕ. Είναι χαρακτηριστική η αναφορά που γίνεται σε έκθεση σχετικά με την πορεία της διαδικασίας της Μπολόνια: «Σημειώνει ότι ορισμένα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια δεν είναι πρόθυμα να καταβάλλουν επαρκείς προσπάθειες για την επίτευξη ενός ενοποιημένου ΕΧΤΕ5, παρά το γεγονός ότι για ορισμένα από αυτά η συμμετοχή στον ΕΧΤΕ είναι ο μόνος τρόπος ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας και της ποιότητας γνώσεων που παράγουν»6.
Σε έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής του 2010 για τις 46 χώρες που βρίσκονται στη διαδικασία της Μπολόνια, εκτιμάται ότι έχει επέλθει σημαντική αλλαγή στις δομές της Ανώτατης Εκπαίδευσης της Ευρώπης. Σε αυτή τη φάση της μεταρρύθμισης, η δομή των τριών κύκλων σπουδών είναι είτε σε πλήρη εφαρμογή είτε έχει προχωρήσει σε σημαντικό βαθμό σε όλες τις χώρες.7
Στην Ελλάδα, για παράδειγμα, οι κύκλοι σπουδών είναι μια πραγματικότητα, ωστόσο δεν έχει εφαρμοστεί ακόμα ο περιορισμός του πρώτου κύκλου στα 3 έτη. Διαφαίνεται παρόλ’ αυτά ότι οι πρόσφατες εξελίξεις, με την προσπάθεια αλλαγής του χαρακτήρα των ΤΕΙ, την αναγνώριση των κολεγίων, την πρόβλεψη για συγκρότηση ξεχωριστών Σχολών Διά Βίου Μάθησης θα επιταχύνει την ίδρυση 2ετών και 3ετών σπουδών, που προβλέπονται πλέον και θεσμικά για τη χώρα μας. Άλλωστε, μετά από την ολοκλήρωση του αποκαλούμενου ως σχεδίου «Αθηνά» από τη συγκυβέρνηση ΝΔ - ΠΑΣΟΚ - ΔΗΜΑΡ το 2013, φάνηκε ότι οι αρχικοί αστικοί στόχοι για συγχωνεύσεις, καταργήσεις Τμημάτων ΤΕΙ και υποβιβασμό άλλων στην κατηγορία των ΙΕΚ δεν προχώρησε όσο αρχικά είχε προβλεφτεί, συναντώντας αντιδράσεις συντεχνιακού τύπου, αντιδράσεις από τις λεγόμενες «τοπικές κοινωνίες», που βλέπουν τους σπουδαστές ως «πελατεία» για τις περιφερειακές επιχειρήσεις. Την ολοκλήρωση αυτού του σχεδίου, το οποίο αποτελεί στοιχείο «εξορθολογισμού» –με τα αστικά φυσικά κριτήρια– μιας κατάστασης που η ίδια αναρχία και οι ανταγωνισμοί της καπιταλιστικής παραγωγής είχαν διαμορφώσει το προηγούμενο διάστημα (κατά το τραγικό τότε «κάθε πόλη και ΤΕΙ», καθώς και για την απορρόφηση των σχετικών τότε κοινοτικών προγραμμάτων), έρχεται σήμερα να προχωρήσει η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ. Διατυπώνοντας μάλιστα προκλητικά ότι οι συγχωνεύσεις και τα κλεισίματα Τμημάτων ΤΕΙ πρέπει να συνάδουν με τις αξιολογήσεις των Τμημάτων, με άλλα λόγια να εναρμονιστούν πλήρως με τους σχεδιασμούς και τα κελεύσματα των επιχειρηματιών.
Μια άλλη πλευρά της δυσκολίας στην προώθηση των στόχων της ΕΕ είναι η δημοσιονομική συγκυρία. Για παράδειγμα, ο στόχος για αύξηση των φοιτητών της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα εν μέρει σκοντάφτει στο γεγονός της αδυναμίας εξασφάλισης των οικονομικών πόρων που απαιτούνται για τις υποδομές, το προσωπικό, τα οποία θα υποδεχτούν αυτήν την αύξηση φοιτητών.
Ένα κρίσιμο ζήτημα που επισημαίνεται από τις ευρωενωσιακές επεξεργασίες και αφορά όλα τα κράτη της ΕΕ είναι η αναντιστοιχία των γνώσεων-δεξιοτήτων-ικανοτήτων (knowledge-skills-competence) που έχουν οι απόφοιτοι της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, σε σχέση με τα προσόντα που απαιτούν οι μεγάλες επιχειρήσεις και οι κερδοφόροι - ανταγωνιστικοί κλάδοι και τομείς σε κάθε χώρα. Αυτή η αναντιστοιχία αποτυπώνεται και στο χρονικό διάστημα των σπουδών, όπου παρατηρείται ότι στις περισσότερες χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, το επιστημονικό δυναμικό διανύει μεγάλη ακαδημαϊκή πορεία (πτυχίο, μεταπτυχιακό, διδακτορικό κλπ.) χωρίς να εστιάζει πάντα στα εφόδια εκείνα που είναι χρήσιμα στο κεφάλαιο στη δεδομένη φάση. Για να λυθεί αυτό το χάσμα, τα αστικά επιτελεία παίρνουν μέτρα, μεταξύ των οποίων είναι και το αποκαλούμενο «Ευρωπαϊκό Πλαίσιο Προσόντων» (ψηφίστηκε το 2008), και το αντίστοιχό του Εθνικό Πλαίσιο Προσόντων στη χώρα μας (Ν.3879/2010, αρ. 16), το οποίο ακόμα είναι σε επεξεργασία προκειμένου να εναρμονιστεί με τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά επίπεδα. Στην ουσία, πρόκειται για κλίμακες διαβάθμισης σπουδών και πτυχίων, πιστοποιητικών, προσόντων που προσλαμβάνονται μέσω της «τυπικής, μη τυπικής και άτυπης» μάθησης8, στις οποίες εντάσσονται τόσο η δομημένη και αναγνωρισμένη εκπαίδευση όσο και άλλες μη αναγνωρισμένες δομές και διαδικασίες, η επαγγελματική εμπειρία, η εθελοντική εργασία και η μαθητεία κλπ. Η εναρμόνιση δε του ευρωπαϊκού με τα εθνικά πλαίσια προσόντων στοχεύει στη συγκρισιμότητα αυτών των δεξιοτήτων στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με στόχο τη διασφάλιση ελεύθερης μετακίνησης εργαζομένων, ερευνητών, τεχνογνωσίας από χώρα σε χώρα και την ανάπτυξη της ανταγωνιστικότητας της Ένωσης απέναντι στα άλλα ιμπεριαλιστικά κέντρα.
Η παραπάνω στρατηγική εκφράστηκε με πιο συμπαγή τρόπο στην Ελλάδα με το νόμο 4009/2011 (γνωστό και ως «νόμο Διαμαντοπούλου»). Η ανάγκη αντιστοίχησης νέων δεξιοτήτων με νέα μέσα παραγωγής, η ταχύτητα με την οποία αλλάζουν οι απαιτήσεις της καπιταλιστικής παραγωγής με την εφαρμογή ολοένα και πιο εξελιγμένης τεχνολογίας, στο πλαίσιο του καπιταλιστικού ανταγωνισμού, επιβάλλουν σήμερα την παραγωγή ενός επιστημονικού δυναμικού που στην πλειοψηφία του έχει ιδιαίτερη ευελιξία και περικομμένα εργασιακά δικαιώματα. Η πλειοψηφία των επιστημόνων πρέπει να έχει μια ενιαία πλατφόρμα βασικών γνώσεων, αλλά και εμπεδωμένη την ικανότητα να εναλλάσσει επαγγέλματα, να έχει την ετοιμότητα της παρακολούθησης προγραμμάτων και σεμιναρίων, της προσαρμογής στις κάθε φορά στοχεύσεις των μονοπωλίων και στις συνεχείς αναδιαρθρώσεις της παραγωγικής δομής. Όπως φαίνεται και από τις ευρωενωσιακές επεξεργασίες, η απαξίωση των δεξιοτήτων εκδηλώνεται περισσότερο στις επιχειρήσεις υψηλής τεχνολογίας και είναι μεγαλύτερη στους πιο εκπαιδευμένους εργαζόμενους και αγγίζουν ιδιαίτερα τις δεξιότητες που συνδέονται με ξένες γλώσσες και χρήση υπολογιστών, τεχνολογιών πληροφορίας και επικοινωνίας.9 Ως εκ τούτου, προκύπτει ανάγκη για έγκαιρη και ακριβή αναγνώριση των αναγκών σε δεξιότητες. Οι εκτιμήσεις το 2011 έλεγαν ότι η ζήτηση δεξιοτήτων, όπως μετρώνται βάσει τυπικών προσόντων, θα αυξηθεί. Η δομή των κλάδων και οι τεχνολογικές αλλαγές που ευνοούν την εξειδίκευση αυξάνουν τη ζήτηση για άτομα με προσόντα υψηλού και μεσαίου επιπέδου. Στο πλαίσιο αυτό, μπορεί να ειπωθεί ότι από το νόμο 4009/2011 μέχρι και σήμερα ενιαιοποιήθηκε η αστική αντίληψη για τη μετάβαση ουσιαστικά από τα παλιότερα «επαγγελματικά δικαιώματα» στο φάσμα κάθε επιστημονικού αντικειμένου προς τις δεξιότητες και τη δυνατότητα πρόσβασης σε ένα επάγγελμα.
Έτσι, ενώ τα επαγγελματικά δικαιώματα περιέγραφαν και όριζαν την αντιστοιχία πτυχίου - επαγγέλματος, οι δεξιότητες και ικανότητες σήμερα εκφράζουν την ευελιξία που πρέπει να έχει ο εργαζόμενος προκειμένου να αλλάζει επαγγέλματα, να προσαρμόζεται γρήγορα σε νέα πεδία δραστηριότητας. Γι’ αυτό άλλωστε αφορούν και ένα μίνιμουμ ικανοτήτων γύρω από το «γραμματισμό, τον αριθμητισμό και την επίλυση προβλημάτων σε προηγμένο τεχνολογικό περιβάλλον» ως βάση, πάνω στην οποία πρέπει να πατά σε επόμενο στάδιο κάθε επαγγελματική ειδίκευση. Όλο αυτό το πλαίσιο στην ουσία εκφράζει και ανταποκρίνεται στη μεγάλη ανάπτυξη των ρυθμών τεχνολογικής καινοτομίας και την εφαρμογή τους στην παραγωγή, που απαιτεί ορισμένες αναβαθμισμένες δεξιότητες, την ίδια στιγμή που σε μια σειρά πανεπιστημιακά τμήματα εντοπίζεται αφαίρεση επιστημονικών γνώσεων από το προπτυχιακό στάδιο και η μεταφορά τους σε επίπεδο μεταπτυχιακού. Στην Ελλάδα άλλωστε, στο έδαφος της αντιστοίχισης Εθνικού και Ευρωπαϊκού Πλαισίου Προσόντων, ξεκίνησε μια νέα «χαρτογράφηση επαγγελμάτων» και καθορισμός των αντίστοιχων προσόντων, διαδικασία στην οποία τον πρώτο λόγο έχουν οι μεγάλες επιχειρήσεις, ενώ σταθμιστικό ρόλο φιλοδοξούν να έχουν και οι αντίστοιχες κάθε φορά επαγγελματικές και επιστημονικές ενώσεις (βλ. ΤΕΕ, ΓΕΩΤΕΕ, ΟΕΕ, Δικηγορικός Σύλλογος κλπ.).
Στα Πανεπιστήμια και τα ΑΤΕΙ η διαδικασία αυτή συμπεριλαμβάνει την αξιολόγηση, εσωτερική και εξωτερική, των Τμημάτων, που έχει σχεδόν ολοκληρωθεί, καθώς και την πιστοποίηση των Προγραμμάτων Σπουδών, που βρίσκεται σε εξέλιξη. Η αξιολόγηση αφορά την επισήμανση των «αδυναμιών» κάθε Τμήματος από «μητρώο Ανεξάρτητων Εμπειρογνωμόνων» που περιλαμβάνει ακαδημαϊκούς, εκπροσώπους επαγγελματικών και επιστημονικών ενώσεων και στελέχη επιχειρήσεων της χώρας και του εξωτερικού, με κριτήρια μιας διεθνούς κατάταξης Ιδρυμάτων, στο πλαίσιο του συστήματος «αριστείας». Φυσικά, ανάμεσα στους δείκτες διακρίνουμε και τέτοιους που έχουν να κάνουν με ένα σχετικό νοικοκύρεμα, με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια ωστόσο (π.χ. διδασκόντων/διδασκομένων, κατανομή ΔΕΠ ανά επιστημονικό πεδίο, ποιότητα υποδομών, διδασκαλίας, Προγραμμάτων Σπουδών και Έρευνας) και με τη λογική της προσέλκυσης πελατείας (φοιτητών, επιχειρηματιών κ.ά.).
Στην πραγματικότητα, η αποτίμηση της εκπαιδευτικής διαδικασίας στον καπιταλισμό, μέσω και των κριτηρίων της αξιολόγησης, αποτελεί μοχλό για την περαιτέρω προσαρμογή των ΑΕΙ στις νέες συνθήκες της καπιταλιστικής αναπαραγωγής. Οι επισημάνσεις άλλωστε που γίνονται από τη δήθεν ανεξάρτητη Αρχή Διασφάλισης της Ποιότητας (ΑΔΙΠ), και αφορούν το κάθε Τμήμα ξεχωριστά, είναι αποκαλυπτικές για το χαρακτήρα και τα κριτήρια της αξιολόγησης, απόλυτα στοιχισμένα στις επιλογές των κεφαλαιοκρατών στον αντίστοιχο κλάδο10. Οι αξιολογήσεις περιλαμβάνουν ακόμα και παρατηρήσεις για την κατάσταση του φοιτητικού κινήματος στο επίπεδο της Σχολής, το πλήθος των «αιώνιων» φοιτητών, αλλά και για τις καθυστερήσεις σε σχέση με τις στρατηγικές κατευθύνσεις στον τομέα της Ανώτατης Εκπαίδευσης. Αποτυπώνουν προφανώς και υπαρκτά προβλήματα στη λειτουργία των Ιδρυμάτων, προβλήματα που απορρέουν από την υποχρηματόδοτηση ιδιαίτερα στο πλαίσιο της κρίσης, προβάλλοντας ταυτόχρονα και την κεντρική κατεύθυνση της περαιτέρω ιδιωτικοποίησης των υποδομών, της φοιτητικής μέριμνας, των ερευνητικών εργαστηρίων των ΑΕΙ.
Καθίσταται λοιπόν φανερό ότι η αποτίμηση της εκπαιδευτικής διαδικασίας, που είναι μια αντικειμενική λειτουργία για κάθε κοινωνικοοικονομικό σχηματισμό (ειδικά όσο αναπτύσσεται η κοινωνία), στον καπιταλισμό γίνεται για να ελεγχθεί ο βαθμός εξυπηρέτησης των γενικότερων στοχεύσεων της αστικής τάξης.
ΟΙ ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
Οι νομοθετικές ρυθμίσεις στην Ελλάδα για την προσαρμογή στο προαναφερθέν στρατηγικό πλαίσιο σε ορισμένες περιπτώσεις εξυπηρετούσαν και τις ιδιαίτερες ανάγκες των κυβερνήσεων σε συνθήκες βαθιάς και παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, διόγκωσης του δημόσιου χρέους και αδυναμίας νέου δανεισμού μέσω της αγοράς, αδυναμίας διασφάλισης της κρατικής χρηματοδότησης προς τα Πανεπιστήμια και ΑΤΕΙ, και έστρωσαν το έδαφος για να περιοριστούν ακόμα περισσότερο οι δαπάνες της φοιτητικής μέριμνας (σίτιση - στέγαση). Τέθηκε ως απαράβατος όρος η αποκαλούμενη «βιωσιμότητα» των Τμημάτων, δηλαδή η εξασφάλιση ιδιωτικών πόρων για να συνεχίσουν πλευρές της λειτουργίας τους, με έμφαση στην έρευνα. Γενικεύτηκαν τα δίδακτρα στα μεταπτυχιακά προγράμματα. Αποδιαρθρώθηκαν οι εργασιακές σχέσεις του εκπαιδευτικού και λοιπού προσωπικού, ενώ πέρασε σε διαθεσιμότητα και απόλυση ένα μεγάλο μέρος του διοικητικού προσωπικού των ΑΕΙ, με αποτέλεσμα την υπολειτουργία των περισσότερων Τμημάτων. Μεγάλες ήταν οι επιπτώσεις και στο ίδιο το περιεχόμενο των σπουδών, με οξυμένη έκφραση στα ΑΤΕΙ (π.χ., συγχώνευση εργαστηρίων με μαθήματα θεωρίας), έγιναν περικοπές σε μαθήματα και διδακτικές ώρες, συμπιέστηκαν προγράμματα σπουδών για να διαχειριστούν τις απώλειες του εκπαιδευτικού δυναμικού. Οι αντιδραστικές αυτές εξελίξεις δεν είναι προφανώς μια συγκυριακή συνθήκη, πολύ περισσότερο δε συνιστούν μόνο συνέπειες της κρίσης που αίρονται στη φάση της ανάκαμψης. Αντίθετα, πρόκειται για μέτρα που ολοκληρώνουν την εικόνα μιας τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που ανάμεσα στις άλλες σημαντικές λειτουργίες της για την αστική τάξη ως στοιχείο του αστικού εποικοδομήματος (αναπαραγωγή εργατικού δυναμικού με ανεβασμένη επιστημονική μόρφωση, ιδεολογική κυριαρχία) αναλαμβάνει πιο άμεσα την ιδιωτικοοικονομική λειτουργία.
Η πιστοποίηση των προγραμμάτων σπουδών θεσμοθετήθηκε με το νόμο 4009/2011 και αφορά την εκτίμηση της αποτελεσματικότητας ενός προγράμματος σπουδών βάσει δεικτών, μεταξύ των οποίων είναι τα μαθησιακά αποτελέσματα και τα επιδιωκόμενα προσόντα σύμφωνα με το Εθνικό Πλαίσιο Προσόντων Ανώτατης Εκπαίδευσης, καθώς και η ζήτηση στην αγορά εργασίας των αποκτώμενων προσόντων. Συνοψίζοντας κάπως τις δυο αλληλένδετες διαδικασίες, μπορεί να πει κανείς ότι η αξιολόγηση κατευθύνει τη δομή και τη διοίκηση των ΑΕΙ στις στοχεύσεις των μονοπωλιακών ομίλων, ενώ η πιστοποίηση συνιστά τη διαδικασία της εναρμόνισης του περιεχομένου σπουδών, την προσαρμογή των επιστημονικών αντικειμένων στις ανάγκες της καπιταλιστικής παραγωγής.
Φυσικά, οι νόμοι 4009/2011 και 4076/2012 εισήγαγαν και τις απαραίτητες αλλαγές στο επίπεδο της ίδιας της διάρθρωσης των ΑΕΙ. Έτσι, εγκαινίασαν τις νέες διοικήσεις (Συμβούλια Ιδρύματος) που, είτε ως αντιπρόσωποι απευθείας των επιχειρήσεων (π.χ., ο Αχ. Κωνσταντακόπουλος, πρόεδρος της εταιρίας TEMES S.A., στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, ο Θ. Βενιάμης, εφοπλιστής, στο ΠΑΠΕΙ, ο Ι. Μεθόδιος, επιχειρηματίας, Διευθύνων Σύμβουλος της Accenture Hellas, στο ΟΠΑ και πολλοί άλλοι) είτε μέσα από τους ακαδημαϊκούς που έχουν συμβάλει στη σύνδεση πανεπιστημίου - αγοράς διεθνώς, μπορούν να συνάψουν αποδοτικές συμφωνίες με τις επιχειρήσεις, έχουν διασυνδέσεις και πείρα στην προσέλκυση ιδιωτικών πόρων και ερευνητικών προγραμμάτων, έχουν τελικά τη γνώση και τη μεθοδολογία, την απαραίτητη πεποίθηση, για το Πανεπιστήμιο της αγοράς. Αυτό το Πανεπιστήμιο και ΤΕΙ ενισχύεται με τους πρόσφατους νόμους με δομές όπως τα Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου που θα διαχειρίζονται πλέον εξολοκλήρου τις υποδομές, τα προγράμματα και τις άλλες μορφές σύνδεσης των ΑΕΙ με τις επιχειρήσεις. Πρόκειται για τους βασικούς υποστηρικτικούς φορείς της άμεσης επιχειρηματικής δραστηριότητας των ΑΕΙ, που περιλαμβάνει ενοικίαση και παραχώρηση γενικά υποδομών σε ιδιώτες (αίθουσες συνεδρίων, τεχνολογικά πάρκα, εργαστήρια πιστοποίησης κ.ά.), αλλά και τη διαχείριση εστιών και λεσχών σίτισης. Πρόσφατα μάλιστα, στις πλευρές τις ιδιωτικοοικονομικής λειτουργίας των ΑΕΙ προστέθηκε και η ίδρυση «επώνυμων εδρών» απευθείας από επιχειρήσεις (ΔΕΗ - Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας, Έδρα Εβραϊκών Σπουδών - ΑΠΘ, Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου - ίδρυμα «Μ. Κακογιάννης» - Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου). Άλλωστε τα ίδια τα επιστημονικά αντικείμενα στα οποία ιδρύθηκαν οι έδρες δεν είναι τυχαία, αντίθετα, σηματοδοτούν τις σημερινές προτεραιότητες του κεφαλαίου.
Η ΔΕΗ, για παράδειγμα, χρηματοδοτεί τρεις έδρες στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας, μεταξύ των οποίων την έδρα «Κατεργασίες Μορφοποίησης Υλικών για εφαρμογές σε συστήματα παραγωγής ενέργειας», όπου διδάσκων εκλέχτηκε ο κ. Μυρισίδης Ιωάννης, σύμβουλος, μεταξύ άλλων, της Διεθνούς Τράπεζας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Αναπτυξιακής Τράπεζας Inter-American, της Εταιρίας Διεθνούς Ανάπτυξης των ΗΠΑ (IKED). Από τους στόχους του κ. Μυρισίδη, όπως έχει δηλώσει ο ίδιος, είναι «η διασύνδεση των ιδεών και των πρωτοτύπων με την αγορά», με έμφαση στην αξιοποίηση των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας με βάση και την εμπειρία που φέρει ο ίδιος από πανεπιστήμια και κολέγια της Αμερικής. Έχει αναλάβει πρωτοβουλίες για την ίδρυση εταιρικών μορφωμάτων Ελλάδας - Αμερικής στο πεδίο των εφαρμογών της αποκαλούμενης «πράσινης ενέργειας», όπως η αξιοποίηση του ξηρού λιγνίτη κ.ά., στοιχείο το οποίο ήταν άλλωστε το κριτήριο της ανάδειξής του στην επώνυμη έδρα. Γενικά, η διασύνδεση των ΑΕΙ με τις μεγάλες επιχειρήσεις στους στρατηγικούς για την κερδοφορία του κεφαλαίου τομείς προχωρά σήμερα με πολλούς και γρήγορους ρυθμούς. Δοκιμάζεται από την αστική τάξη ως προς την αποδοτικότητα των διάφορων μορφών που παίρνει, εμπλέκεται ακόμα με τους σχεδιασμούς και τις εύθραυστες ισορροπίες της Ελλάδας με ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς και κέντρα και τις επιδιώξεις τους στην περιοχή.
Στο παραπάνω πλαίσιο εντάσσεται και ο ανολοκλήρωτος ακόμα, σε αυτή τη φάση, σχεδιασμός για την «αναδιάρθρωση» των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, το αποκαλούμενο «σχέδιο Αθηνά», που στην ουσία εκφράζει μια απόπειρα «συμμαζέματος» (εκσυγχρονισμού) της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, μαζί με το νέο ρόλο των Τεχνολογικών Ιδρυμάτων. Η τελική πρόταση του «σχεδίου Αθηνά» κατατέθηκε το Μάρτη του 2013 και προέβλεπε ως επί το πλείστον συγχωνεύσεις Τμημάτων και προσαρμογή επιστημονικών αντικειμένων στις καπιταλιστικές στοχεύσεις σε επίπεδο εθνικό και περιφερειακό. Φυσικά, η κατατεθειμένη από το υπουργείο Παιδείας τελική πρόταση άλλαξε πολλές φορές, στο πλαίσιο και των πολυεπίπεδων σχέσεων βουλευτών της κυβέρνησης με τις λεγόμενες «τοπικές κοινωνίες» όπου εκλέγονταν, καθώς και λόγω της αδράνειας που παρουσιάζουν μεγάλα εκπαιδευτικά Ιδρύματα, αξιοποιώντας το κύρος και το ρόλο τους. Τελικά, το «σχέδιο Αθηνά» εφαρμόστηκε τμηματικά, με υποχωρήσεις από την κυβέρνηση ως προς τις πιέσεις των επιμέρους ακαδημαϊκών Τμημάτων και των κοινοτήτων τους, στοιχείο που είχε ως συνέπεια να εμφανιστούν οι υποχωρήσεις αυτές ως «αδυναμίες και προχειρότητες» στην εφαρμογή, να προχωρήσουν και να ανακληθούν έπειτα συγχωνεύσεις, να συγκολληθούν Τμήματα μόνο διοικητικά και να αθροιστούν Προγράμματα Σπουδών και μαθήματα, να αλλάξουν απλά τίτλοι πτυχίων. Όλες αυτές οι εξελίξεις, που ο ΣΥΡΙΖΑ, όντας αντιπολίτευση τότε, κατήγγειλε ως ανικανότητες της κυβέρνησης, στην πραγματικότητα συνιστούν την απαρχή μιας νέας ταυτότητας των ΤΕΙ, καθώς και ορισμένων Πανεπιστημιακών Τμημάτων, που πρέπει πλέον να απαγκιστρωθούν από τις πολυετείς σπουδές, τα πολλά προαιρετικά μαθήματα, το μεγάλο φόρτο εργασιών και παρακολουθήσεων και να εφαρμόσουν ταχύρρυθμα προγράμματα κατάρτισης και σύντομους κύκλους σεμιναρίων και εξ αποστάσεως μαθημάτων. Αυτή η πληθώρα διαβαθμισμένων Τμημάτων, πτυχίων, κύκλων και προγραμμάτων σπουδών, συγκροτεί τελικά τον Ενιαίο Χώρο Ανώτατης Εκπαίδευσης και Έρευνας, που είναι στόχος των καπιταλιστών στο πλαίσιο της ενιαίας αγοράς εκπαιδευτικών προϊόντων, αλλά υπήρξε και προγραμματική δέσμευση του ΣΥΡΙΖΑ στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.
Αποκαλυπτική είναι άλλωστε και η θέση του ΣΥΡΙΖΑ για την Έρευνα, που ανάμεσα στα άλλα επισημαίνει ότι η Ελλάδα πρέπει να συμβάλλει στην ανταγωνιστικότητα της έρευνας στην ΕΕ σε σχέση με άλλα, και κυρίως τα ανερχόμενα ιμπεριαλιστικά κέντρα.
Οι προγραμματικές δηλώσεις και τα πρώτα δείγματα της νέας συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ είναι πλέον αποκαλυπτικές. Το πρόσφατο πολυνομοσχέδιο που κατέθεσε η συγκυβέρνηση (Απρίλης 2014) κινείται στη λογική ορισμένων θεσμικών μέτρων χωρίς κόστος, τη στιγμή που είναι πραγματικότητα τα κλεμμένα αποθεματικά –μέσω PSI– των ΑΕΙ-ΤΕΙ, αλλά και η πρόσφατη Πράξη Νομοθετικού Περιεχόμενου (20/4/2015) που βάζει χέρι εκ νέου στα χρήματα των ΑΕΙ, των ΤΕΙ, των ερευνητικών κέντρων. Την ίδια στιγμή, οι ανάγκες λειτουργίας των Τμημάτων μεγαλώνουν και οι φοιτητές/σπουδαστές αδυνατούν να παρακολουθήσουν θεωρητικά μαθήματα και εργαστήρια. Παράλληλα οι ελλείψεις ακόμα και για τα λειτουργικά έξοδα (χαρτιά φωτοτυπίας) είναι τραγικές, οι γραμματείες και λοιπές υπηρεσίες των ΑΕΙ έχουν αποψιλωθεί από το προσωπικό τους, ενώ πανεπιστημιακοί δάσκαλοι έχουν να προσληφθούν χρόνια.
Οι ρυθμίσεις που ανακοίνωσε το υπ. Παιδείας με το «Πολυνομοσχέδιο για την Οργάνωση και τη Λειτουργία του Εκπαιδευτικού Συστήματος - Μεταβατικές Διατάξεις» προβλέπουν την κατάργηση μιας σειράς μέτρων που βρέθηκαν στο στόχαστρο το προηγούμενο διάστημα. Πρόκειται για ρυθμίσεις που περιορίζονται κυρίως στο ποιος και πώς θα διοικεί το «Πανεπιστήμιο - επιχείρηση» (κατάργηση Συμβουλίων Ιδρυμάτων, ηλεκτρονική ψηφοφορία, συμμετοχή φοιτητών και εργαζομένων στην εκλογή των διοικήσεων, συμμετοχή στα όργανα διοίκησης) ή αντιμετωπίζουν ορισμένες κραυγαλέες δυσλειτουργίες του υπάρχοντος νομοθετικού πλαισίου (διαγραφές φοιτητών, εκλογές μελών ΔΕΠ). Πρόκειται για μερική επαναφορά του νόμου Γιαννάκου σε ορισμένα ζητήματα (συμμετοχή φοιτητών), ενώ διατηρείται ουσιαστικά η διασύνδεση της χρηματοδότησης με τους δείκτες του νόμου Διαμαντοπούλου και παραμένει η «ανάπτυξη ίδιας επιχειρηματικής δραστηριότητας» και άλλα παρόμοια ως πηγή πόρων.
Φυσικά ο εντοπισμός των διαφορών της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ, με το ειδικό βάρος του ΣΥΡΙΖΑ στους χώρους της παιδείας και την επεξεργασμένη παρέμβασή του δεν πρέπει να αναιρεί το κύριο, το οποίο άλλωστε επιβεβαιώνεται στους πρώτους μήνες της διακυβέρνησης. Δηλαδή το γεγονός ότι το κράτος έχει συνέχεια και γι’ αυτό η νέα συγκυβέρνηση κρατά την ουσία όλων των προηγούμενων νομοθετικών ρυθμίσεων, ενώ παράλληλα προχωρά ορισμένες προσαρμογές για ζητήματα που συνάντησαν αντίδραση, προκειμένου να διαμορφώσει και καλύτερους όρους συμμαχίας με κομμάτι του ΔΕΠ.
Η ΔΙΑΠΑΛΗ ΓΙΑ ΤΟ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΤΩΝ ΑΕΙ
Ένα σημαντικό ζήτημα διαπάλης στα αμφιθέατρα αφορά τον ίδιο το χαρακτήρα του Πανεπιστημίου, το οποίο εμφανίζεται, επιφανειακά και βολικά για τις άλλες δυνάμεις, με τα δίπολα «δημόσιο - ιδιωτικό», «δημοκρατικό - αυταρχικό» κ.ά. Οι προηγούμενες κυβερνήσεις, κυβερνήσεις αστικών κομμάτων, υπερασπίστηκαν και δρομολόγησαν το ιδιωτικό Πανεπιστήμιο, αναγνώρισαν τα κολέγια και πρόσφατα προχώρησαν την εξομοίωση των απονεμόμενων πτυχίων των κολεγίων (bachelor) με τα πτυχία των τετραετών σπουδών των ελληνικών Πανεπιστημίων. Οι δυνάμεις του οπορτουνισμού από την άλλη (ΕΑΑΚ - δυνάμεις κυρίως της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στα ΑΕΙ), ο ΣΥΡΙΖΑ μέσα στα Πανεπιστήμια, ανήγαγαν σε άκρως επαναστατική (!) πράξη την υπεράσπιση του παλιού «δημόσιου Πανεπιστημίου», ζητώντας μάλιστα την επαναφορά του Νόμου 1268/8211 ως νομοθετικού πλαισίου που δήθεν υπεράσπιζε το αποκαλούμενο «δημοκρατικό» Πανεπιστήμιο, καθώς καταργούσε τις έδρες. Να ποιο είναι λοιπόν το όραμα της σημερινής κυβέρνησης με κορμό το ΣΥΡΙΖΑ, που σεβόμενος τις οπορτουνιστικές του ρίζες, μεταχειρίζεται την αστική δημοκρατία παραβλέποντας σκόπιμα ότι πρόκειται για μορφή της δικτατορίας των μονοπωλίων. Το «δημόσιο Πανεπιστήμιο» της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ είναι στην πραγματικότητα μια άλλη εκδοχή του «νέου Πανεπιστημίου» των επιχειρήσεων. Και ακόμα χειρότερα. Είναι λιγότερο «δημόσιο» γιατί σήμερα πλέον, μετά και από τη λαίλαπα των μέτρων στο έδαφος της καπιταλιστικής κρίσης, δεν έχει απλά ξεπουλήσει κοινωνικές πτυχές της λειτουργίας του, αλλά έχει σχετιστεί βαθύτερα, στη μορφή και στο περιεχόμενο, με τις στοχεύσεις των μονοπωλίων. Είναι λιγότερο «δημοκρατικό» γιατί, ακόμα κι αν φύγουν οι security φύλακες από τις πύλες (εξέλιξη που ήταν άκρως αντιδραστική και στόχο είχε εξαρχής το χτύπημα των ριζοσπαστικών δυνάμεων του φοιτητικού κινήματος και το λαϊκό κίνημα), θα παραμένει ένα βαθιά αστικό Πανεπιστήμιο, όπου διδάσκεται η (κυρίαρχη) αστική ιδεολογία και υπηρετείται η διαιώνιση της εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης. Και είναι αμετάκλητα έτσι, στα όρια της εξουσίας των μονοπωλίων, γιατί απλά η εξέλιξη του καπιταλισμού δεν πάει προς τα πίσω, ανεξάρτητα από τις όποιες (αστικές) μεταρρυθμίσεις και επιμέρους βελτιώσεις, πάει κατευθείαν μπροστά προς τη μεγαλύτερη βαρβαρότητα, αλλά και τη δυνατότητα ανατροπής του.
Κομβικό στις εξελίξεις που αφορούν την Ανώτατη Εκπαίδευση των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι επίσης και το ζήτημα της «αριστείας». Η έννοια της «αριστείας» στα Ανώτατα Ιδρύματα, στο πλαίσιο της ολοένα και στενότερης σύνδεσης της Ανώτατης Εκπαίδευσης με την καπιταλιστική παραγωγή, είναι στενά συνδεδεμένη με αυτές της καινοτομίας και της «αριστείας στην τεχνολογία» ως «παράγοντες ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας»12. Τη μερίδα του λέοντος στις αποκαλούμενες «δράσεις Αριστείας» στην Ελλάδα κατέχουν οι βιοεπιστήμες με προεξάρχον το Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο, ενώ δεύτερες έρχονται οι «Επιστήμες της Πληροφορίας και των Μαθηματικών», με πρώτο το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Κριτήριο για την ανάδειξη μιας «δράσης Αριστείας» είναι να έχει βραβευτεί προηγουμένως από κάποιο φορέα ή εταιρία. Έτσι, υπάρχουν αρκετές προτάσεις που χρηματοδοτήθηκαν και βραβεύτηκαν, για παράδειγμα από μεγάλες εταιρίες τηλεπικοινωνιών, όπως εφαρμογές σε κινητές συσκευές, οι οποίες, σε δεύτερη φάση και αφού επιλεγούν ως «άριστες», εντάσσονται σε ένα κοινό αποθετήριο δράσεων, καθώς και στο «ευρωπαϊκό δίκτυο αριστείας».
Η «αριστεία» επομένως είναι ένας τρόπος αφενός για να μαζεύεται ένας όγκος πρωτογενούς υλικού απ’ όπου αντλούν οι μεγάλες επιχειρήσεις καινοτόμες ιδέες και πρακτικές για να βελτιώνουν την ανταγωνιστικότητά τους, αφετέρου αξιοποιείται από τα ίδια τα Ιδρύματα για την ανταγωνιστική προσέλκυση ιδιωτικών και κοινοτικών πόρων μέσω ερευνητικών προγραμμάτων. Φυσικά, ο νέος ερευνητής, ο φοιτητής που θα συμμετάσχει στη «δράση αριστείας» αμείβεται ή παίρνει μια υποτροφία, σε αντάλλαγμα της οποίας εξωθείται να δεσμεύσει την επιστημονική μελέτη ή την επινόησή του με πατέντες και εμπορικά σήματα εταιριών.
Η «αριστεία», όπως και η αξιολόγηση ή και η επιχειρηματικότητα, παρά το αρνητικό φορτίο που κουβαλάνε ως πλευρές εξειδίκευσης της πολιτικής εμπορευματοποίησης της Ανώτατης Εκπαίδευσης, ωστόσο έχουν φροντίσει οι αστικές κυβερνήσεις, μερίδα ακαδημαϊκών καθηγητών, να τις απενοχοποιήσουν, ακόμα και να τις εξωραΐσουν στη συνείδηση της πλειοψηφίας των φοιτητών. Στην παρέμβαση των δυνάμεων του Κόμματος και της ΚΝΕ στα αμφιθέατρα, πολύ συχνά εμφανίζεται η δυσκολία να μιλήσουμε για τις δυνατότητες που μπορεί να δώσει η επιστήμη, για τον κοινωνικό ρόλο της, ενώ η ίδια η επιστημονική δραστηριότητα, η προσφορά μέσα από τα διάφορα επαγγέλματα που απαιτούν επιστημονική γνώση δε συναντιούνται εύκολα με την προσφορά για την απαλλαγή του ανθρώπου από το μόχθο, τις αρρώστιες, τη βελτίωση τελικά των συνθηκών ζωής και δουλειάς του εργαζόμενου. Το βασικό πρόβλημα είναι η κοσμοθεωρητική αντίληψη και στάση του φοιτητή. Πώς βλέπει δηλαδή τον εαυτό του, όχι στενά ως επιστήμονα, αλλά ως επιστήμονα στη συγκεκριμένη κοινωνία. Υπάρχουν αρκετά επιστημονικά αντικείμενα που σχετίζονται μόνο, σε τελευταία ανάλυση, με την επίλυση κοινωνικών προβλημάτων, έτσι είναι σχετικά εύκολος ο αναχωρητισμός, η απόσπαση (ιδιαίτερα στη βασική έρευνα).
Τέτοιες αντιλήψεις που αντικειμενικά γεννιούνται στο έδαφος των αστικών κοινωνικών σχέσεων (ανταγωνισμός, ατομισμός κ.ά.) καλλιεργούνται πολλαπλασιαστικά ήδη από τα πρώτα φοιτητικά έτη. Τροφοδοτούνται από τις προηγούμενες βαθμίδες της εκπαίδευσης, βρίσκουν έδαφος σε λογικές όπως «ο καλός θα τα καταφέρει», «το επιχειρηματικό πνεύμα και το ρίσκο επιβραβεύονται» κ.ά. Πρόκειται για αντιλήψεις που αποσυνδέουν το ατομικό από το κοινωνικό συμφέρον, ενώ υπερτιμάνε τις προοπτικές επαγγελματικής αποκατάστασης των μελλοντικών εργαζόμενων με ευνοϊκούς όρους. Κι ενώ σήμερα, μετά από την κρίση και στη φάση μιας αναιμικής ανάκαμψης, τα παραδείγματα «αυτών που τα καταφέρνουν» ολοένα και μειώνονται, οι αστικές αξίες και οι αυταπάτες παραμένουν κυρίαρχες στα μυαλά των φοιτητών, πατώντας αντικειμενικά πάνω και στην υποχώρηση του λαϊκού και εργατικού κινήματος και στον απόηχό τους στη νεολαία, στον εκφυλισμό του φοιτητικού κινήματος.
Σε αυτή τη βάση καλλιεργείται ως διέξοδος και η φυγή στο εξωτερικό, η οποία πλέον υποστηρίζεται από πολλά προγράμματα «κινητικότητας», είτε αφορούν πρακτική άσκηση είτε ανταλλαγή φοιτητικής και εργασιακής εμπειρίας είτε τη συνέχιση των σπουδών σε μεταπτυχιακό και διδακτορικό επίπεδο. Είναι άλλωστε χαρακτηριστικό ότι το Ίδρυμα Κρατικών Υποτροφιών (ΙΚΥ), υπεύθυνο για τη χορήγηση υποτροφιών σε προπτυχιακό και μεταπτυχιακό επίπεδο, καθώς και για τη διαχείριση κάποιων κληροδοτημάτων, ήδη από το 2010 άλλαξε χαρακτήρα, προωθώντας και επιβραβεύοντας την κινητικότητα φοιτητών και αποφοίτων μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στο πρόγραμμα «Νεολαία σε Κίνηση», άξονα του προγράμματος Erasmus + (ευρωενωσιακό πρόγραμμα που αφορά τους τομείς της εκπαίδευσης, της κατάρτισης και του αθλητισμού για την περίοδο 2014-2020) που συντονίζει το ΙΚΥ, δίνεται έμφαση στις μορφές μη τυπικής και άτυπης μάθησης που πρέπει να υιοθετηθούν από νέους ανθρώπους με διάθεση να μετακινηθούν εκτός της χώρας τους. Πρόκειται για μορφές μαθητείας ή πρακτικής σε επιχειρήσεις χωρών της ΕΕ με στόχο την αξιοποίηση, όπως ρητά αναφέρεται, του ταλέντου και της καινοτομίας των νέων, προκειμένου να γίνουν οι επιχειρήσεις της ΕΕ πιο ανταγωνιστικές, ιδιαίτερα στον τομέα των ΤΠΕ (Τεχνολογίες Πληροφοριών και Επικοινωνίας). Μάλιστα, στο πλαίσιο του ίδιου Erasmus+ αναπτύσσονται τρεις διαφορετικές δράσεις στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, που αφορούν η πρώτη τη μαθησιακή κινητικότητα, η δεύτερη τις συμπράξεις δημόσιων ιδρυμάτων και επιχειρήσεων και η τρίτη τη σύγκλιση των σχετικών μεταρρυθμιστικών μέτρων στις χώρες της ΕΕ. Αυτό λοιπόν που στη νεολαία φαντάζει ελκυστικό, τόσο λόγω της αστικής προπαγάνδας εξωραϊσμού του όσο και λόγω των ίδιων των ιδιαίτερων νεολαιίστικων χαρακτηριστικών (η μετακίνηση, το ταξίδι, η αναζήτηση), στην πραγματικότητα είναι τα μέτρα των κεφαλαιοκρατών για να βρίσκουν κάθε φορά τα καλύτερα μυαλά με όσο το δυνατόν καλύτερους όρους κερδοφορίας.
Η φυγή στο εξωτερικό, το αποκαλούμενο brain drain, υπήρξε παντιέρα και του οπορτουνισμού μέσα στις Σχολές, τόσο από καθηγητές όσο και από τις φοιτητικές παρατάξεις, προκειμένου να δικαιολογήσουν την υιοθέτηση αντιδραστικών, αστικών στην πραγματικότητα, ιδεολογημάτων. Έτσι, με τη λογική «να κρατήσουμε τους Έλληνες επιστήμονες εντός των συνόρων», καλύπτεται η συμφωνία τους με τα κοινά ερευνητικά προγράμματα Πανεπιστημίων και επιχειρήσεων, που τα εμφανίζουν ως μονόδρομο για να αποφευχθεί η αναζήτηση μιας καλύτερης τύχης στο εξωτερικό. Στη βάση της είναι η ίδια η θεωρία που εμφανίζει την Ελλάδα απόλυτα εξαρτημένη από τα ξένα συμφέροντα, τα ελληνικά πανεπιστήμια μόνο ως «φτωχό συγγενή» των ξένων μεγάλων πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, που κάνει κριτική ότι δεν υπάρχει δήθεν παραγωγή και έρευνα στη χώρα για να κρατήσει τους επιστήμονες να δουλέψουν σε αυτήν. Η αλήθεια ωστόσο είναι ότι κάποια από τα ελληνικά ακαδημαϊκά ιδρύματα φιγουράρουν ανάμεσα στα πρώτα στις διεθνείς κατατάξεις, και σίγουρα όχι μόνο για την ακαδημαϊκή τους δραστηριότητα, αλλά και για τον τρόπο που αυτή συμβάλλει στην καπιταλιστική κερδοφορία, στο βαθμό που έχει επιτευχθεί η σύνδεση επιστημονικής έρευνας και μονοπωλιακών ομίλων. Γι’ αυτό άλλωστε η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ πλέον συνδέει την αποτροπή του brain drain με την παραγωγική ανασυγκρότηση, όπως αρέσκεται να αποκαλεί την καπιταλιστική ανάπτυξη, τη στιγμή που η κινητικότητα είναι θεμέλια λίθος της ευρωενωσιακής στρατηγικής, είναι η πεμπτουσία της Συνθήκης του Μάαστριχτ και όρος ύπαρξης του κεφαλαίου και φυσικά είναι αποδεκτή από το ΣΥΡΙΖΑ.
Ακόμα πιο δύσκολη είναι η αντιπαράθεση για τα ζητήματα της επιχειρηματικότητας μέσα στα ΑΕΙ. Καταρχάς, οι νέοι άνθρωποι σήμερα είναι μεγαλωμένοι σε μια κοινωνία που δεν αμφισβητεί στη συντριπτική της πλειοψηφία την ιδιοκτησία και τις ιδιωτικές επιχειρήσεις, που θεωρεί ότι υπάρχουν εργαζόμενοι γιατί υπάρχουν αφεντικά, και όχι το ανάποδο. Ο απόηχος άλλωστε της ύπαρξης σοσιαλιστικών κρατών και των επιτευγμάτων τους είναι πολύ μακρινός, ενώ κάποιες γενιές πριν είχε θετικές επιδράσεις, υπήρχε έδαφος να τα επικαλεστούμε συζητώντας με συμφοιτητές σε μια άλλη, προνομιούχα για εμάς, πείρα. Με αυτό ως δεδομένο, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι η συζήτηση για την επιχειρηματικότητα στα ΑΕΙ σχετίζεται με τους νόμους της καπιταλιστικής οικονομίας που βέβαια αφορούν και την εργασία, τη ζωή, την Παιδεία, την Υγεία. Αλλιώς, η αποσπασματική επιχειρηματολογία και δράση, π.χ. για να καταδικαστούν τα εκατοντάδες σεμινάρια επιχειρηματικότητας στα αμφιθέατρα, είναι έωλες, δε γίνονται κατανοητές από τους φοιτητές.