Η ανάπτυξη της Τεχνικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης (ΤΕΕ) αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικά παραδείγματα της σύνδεσης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής με την εκπαίδευση. Η ανάγκη για Τεχνική Εκπαίδευση ως συγκροτημένη εκπαιδευτική διαδικασία, όπου πιο καθαρά αποτυπώνονται οι προοπτικές του κοινωνικού και τεχνικού καταμερισμού της εργασίας για τα μέλη της κοινωνίας, γεννήθηκε τον 18ο αιώνα και γενικεύτηκε στα μέσα του 19ου αιώνα. Είχε προηγηθεί το σταδιακό πέρασμα από την τυπική στην πραγματική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο (εκτοπισμός του ατομικού εμπορευματοπαραγωγού, σταδιακή απώλεια της μαστοριάς του εργάτη ως ικανότητας να έχει γνώση του συνόλου της παραγωγικής διαδικασίας, καθορισμός του ρυθμού της εργασίας από το κεφάλαιο μέσω της μηχανής, ο εργάτης γίνεται «εξάρτημα της μηχανής»).
Οι εξελίξεις στην ΤΕΕ πρέπει να αντιμετωπίζονται ως στοιχείο των γενικότερων αλλαγών-προσαρμογών του αστικού εκπαιδευτικού συστήματος στην καπιταλιστική ανάπτυξη στην Ελλάδα. Αντανακλούν τον άναρχο χαρακτήρα της καπιταλιστικής ανάπτυξης, την ανισόμετρη ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας στο πλαίσιο των ιμπεριαλιστικών διακρατικών ιμπεριαλιστικών ενώσεων. Ετσι μπορούμε να κατανοούμε και τις όποιες «καθυστερήσεις» εμφανίζονται στη χώρα μας σε αυτό το ζήτημα σε σχέση με τις άλλες καπιταλιστικές χώρες της Ευρώπης.
Οι ιστορικές συνθήκες της καπιταλιστικής ανάπτυξης στην Ελλάδα είχαν τη συνέπειά τους στο σύνολο της εκπαίδευσης και φυσικά στην έκταση και προσαρμογή των συστημάτων της ΤΕΕ. Μόλις το 1964 προωθήθηκε ένα πρώτο σύστημα κρατικής τεχνικοεπαγγελματικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα. Κατά κύριο λόγο αποτελούσε διέξοδο για παιδιά προερχόμενα από την εργατική τάξη, που μέχρι τότε στρέφονταν στις ιδιωτικές τεχνικές σχολές, στις σχολές μαθητείας και σε τμήματα ταχύρρυθμης εργοστασιακής ή εξωεργοστασιακής κατάρτισης με προοπτική τη γρήγορη ένταξη στην παραγωγή με μεροκάματο ανώτερο του μέσου εκείνης της περιόδου.
Το σύστημα της δημόσιας γενικής εκπαίδευσης εκείνης της περιόδου διακρίνεται από ισχυρά ταξικά εμπόδια και φίλτρα. Παράδειγμα, οι προαγωγικές εξετάσεις σε όλη τη διάρκεια και κατά βαθμίδα (Δημοτικό, Γυμνάσιο, Λύκειο), το μικρό δίκτυο σχολικών μονάδων στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση που κρατήθηκε ισχνό μέχρι και τη μεταπολίτευση, ιδιαίτερα στη λυκειακή του βαθμίδα.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1970 γίνονται οι πρώτες προσπάθειες από τις αστικές κυβερνήσεις για να ενταχθεί η τεχνική εκπαίδευση στις επίσημες δομές της εκπαίδευσης. Γενικά το περιεχόμενο της τεχνικής εκπαίδευσης είναι δεμένο με τους κρατικομονοπωλιακούς ομίλους στους τομείς ενέργειας, τηλεπικοινωνιών που αναπτύσσονται ήδη από τη δεκαετία του 1960 ή σε βασικούς κλάδους όπως η ναυτιλία, ο τουρισμός, η υγεία, οι κατασκευές. Η ΣΕΛΕΤΕ, η Σιβιτανίδειος, η Παπαστράτειος, ο Ηράκλειτος, οι τουριστικές σχολές κ.ά. δείχνουν ότι η τεχνική εκπαίδευση στη χώρα μας ακολουθούσε την ανάπτυξη των κλάδων της οικονομίας και οργανώθηκε με την άμεση παρέμβαση των καπιταλιστικών ομίλων και την στήριξη του αστικού κράτους. Παράλληλα αναπτύσσονται τα Κέντρα Ανωτέρας Τεχνικής Εκπαιδεύσεως (ΚΑΤΕΕ), ανταποκρινόμενα στην ανάγκη να στηριχτούν νέοι κλάδοι της βιομηχανίας με δεδομένο ότι στην εικοσαετία 1950-1970 σημειώθηκε άνοδος κλάδων της βαριάς βιομηχανίας, π.χ. οικοδομικών υλικών, μεταλλουργίας, χημικών, παραγωγής μεταφορικών μέσων κ.ά., που απαιτούσαν ένα ανώτερα εκπαιδευμένο τεχνικό προσωπικό.
Το 1985 η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ (με τη στήριξη της Διεθνούς Τράπεζας) παράλληλα με τα Τεχνικά Επαγγελματικά Λύκεια και τις Τεχνικές Επαγγελματικές Σχολές δημιούργησε τα Ενιαία Πολυκλαδικά Λύκεια (ΕΠΛ), που υποτίθεται ότι θα απαντούσαν στην ανάγκη αναβάθμισης της ΤΕΕ και θα ήταν οργανικά ενταγμένα μέσα στις δομές του δημόσιου σχολείου. Το πρόγραμμα των ΕΠΛ δεν κατάφερε να ανταποκριθεί σε μια τέτοια κατεύθυνση. Σταδιακά αντικαταστάθηκε από τους δύο τύπους λυκείου, Γενικό και Επαγγελματικό, που συνιστούν για τη χώρα μας το διπλό κύκλωμα γενικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης, συμβάλλοντας στην αναπαραγωγή του καταμερισμού της εργασίας και του ταξικού διαχωρισμού.
Είναι η ίδια περίοδος που και τα παλιά ΚΑΤΕΕ αντικαταστάθηκαν από τα διευρυμένα σε νέα γνωστικά αντικείμενα Τεχνολογικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (ΤΕΙ). Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, ιδρύθηκαν και τα Ινστιτούτα Επαγγελματικής Κατάρτισης (ΙΕΚ), δημόσια και ιδιωτικά, τα οποία σηματοδοτούν την αμεσότερη διασύνδεση της μεταλυκειακής επαγγελματικής εκπαίδευσης με τους καπιταλιστές.
Με τη μεταπολίτευση, οι κυβερνήσεις της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ επιδίωξαν να αναμορφώσουν την ΤΕΕ, να αντιστοιχήσουν τις αλλαγές σε αυτή με την κατάσταση που επέβαλε η είσοδος της χώρας στην τότε ΕΟΚ και στη συνέχεια στην ΕΕ, στους όρους της νομισματικής ενοποίησης, στις νέες δυνατότητες που έδινε η διεύρυνση και η εξέλιξη των νέων τεχνολογιών, ενταγμένες πάντα στις ανάγκες κερδοφορίας των επιχειρήσεων.
Σε αυτή την περίοδο, στη χώρα μας το γενικευμένο αίτημα της καθολικής εκπαίδευσης συναντιέται και με τις νέες ανάγκες της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Η διεύρυνση του δημόσιου τομέα, νέοι τομείς της οικονομίας που αναπτύσσονταν, ορισμένοι κάτω από τον έλεγχο του κράτους, έθεσαν επί τάπητος την ανάγκη ενός διευρυμένου προσωπικού γενικής μόρφωσης, ακόμη και επιστημονικά ειδικευμένου προσωπικού. Αυτό το προσωπικό στελέχωσε τις κρατικές λειτουργίες, κεντρικής και τοπικής διοίκησης, υπηρεσίες και τομείς που αναλαμβάνονταν σε πιο διευρυμένη βάση από το κράτος, ικανοποιώντας παραγωγικές ανάγκες του κεφαλαίου και ανάγκες αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης. Σε αυτά τα πλαίσια εξασφαλίζονταν και ορισμένες παροχές σε λαϊκά στρώματα (εκπαίδευση, υγεία, πρόνοια, ενέργεια, ύδρευση).
Η γενική λυκειακή εκπαίδευση γενικεύτηκε μετά τη μεταπολίτευση. Καταργήθηκαν οι εξετάσεις για το πέρασμα από το Γυμνάσιο στο Λύκειο, καθιερώθηκε η εννιάχρονη υποχρεωτική εκπαίδευση, διευρύνθηκε το κομμάτι των αποφοίτων δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που συνέχιζαν σπουδές στο Πανεπιστήμιο και στα ΤΕΙ.
Για τα στρώματα αυτά ισχύει ότι άλλαξε το επίπεδο διαβίωσής τους σε σχέση με αυτό της κοινωνικής τους αφετηρίας. Ενα διευρυμένο κομμάτι αυτών των στρωμάτων στελέχωσε από επιτελική θέση κρατικούς φορείς και διευθύνσεις, επιχειρήσεις δημόσιες ή ιδιωτικές, μηχανισμούς και επιτελεία των αστικών κομμάτων, διαμόρφωσε υλικές συνθήκες ζωής πιο κοντά στην αστική τάξη.
Ετσι, η γενική και πανεπιστημιακή εκπαίδευση εμφανίζεται στο επίπεδο της συνείδησης για ευρύτερα εργατικά, λαϊκά στρώματα να είναι ο μοχλός αυτής της κοινωνικής διαδρομής και επιδιώκεται ως μέσο για την καλυτέρευση της ζωής των παιδιών τους. Η τάση αυτή ώθησε και συνεχίζει να ωθεί μεγάλα τμήματα μαθητών που προέρχονται από την εργατική τάξη να αποστρέφονται την Τεχνικοεπαγγελματική Εκπαίδευση ως εκπαίδευση που «παράγει εργάτες», ωθώντας παραπέρα στην αναζήτηση διεξόδου στην επιστημονική επαγγελματική εκπαίδευση, αντανακλώντας και την αντικειμενική υστέρηση της συλλογικής λαϊκής συνείδησης για το ουσιαστικό περιεχόμενο της σημερινής επιστημονικής εργασίας, διαχωρίζοντας δηλαδή τους επιστήμονες από την εργατική τάξη στη βάση της μορφής της δραστηριότητας τους και όχι του κοινωνικού περιεχομένου της. Ετσι παραγνωρίζεται ότι τμήματα του επιστημονικού δυναμικού ανήκουν στην εργατική τάξη και εντάσσονται σε αυτή με όλο και αυξανόμενο ρυθμό.
Στην πορεία οι εξελίξεις του ελληνικού καπιταλισμού οδήγησαν στον περιορισμό των αναγκών για κρατικούς υπαλλήλους γενικής μόρφωσης, ενώ διεύρυναν τις ανάγκες για εκπαιδευμένους σε επαγγελματικές ειδικότητες. Ετσι περιορίστηκαν τα προηγούμενα περιθώρια πρόσβασης στη γενική μόρφωση και στο Πανεπιστήμιο. Επίσης εκδηλώθηκε με μεγαλύτερη ένταση η ταξικότητα του εκπαιδευτικού συστήματος. Ακόμη και όταν καθυστερούσε να αποτυπωθεί με θεσμικό τρόπο, γινόταν φανερή από την όλο και πιο διευρυμένη παρέμβαση του ιδιωτικού τομέα. Π.χ στη δεκαετία του 1980 διευρύνθηκαν τα φροντιστήρια που γενικεύτηκαν το 1990, ενώ παραπλήσια είναι και η περίπτωση με τα Κέντρα Ελευθέρων Σπουδών.
Σε αυτό το διάστημα η ΤΕΕ στα πλαίσια της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης παίρνει χαρακτηριστικά φτηνής ψευτοκατάρτισης. Η διεύρυνση γίνεται με υποβαθμισμένους όρους σπουδών, χωρίς εργαστήρια, υποδομές, κατάλληλα βιβλία, ειδικευμένο εκπαιδευτικό προσωπικό. Η ΤΕΕ συνέχισε την ανάπτυξή της και εκτός των κρατικών δομών της εκπαίδευσης, συμβάλλοντας κατά καιρούς στη διαχείριση του ζητήματος της ανεργίας και εκφράζοντας τις νέες ανάγκες της καπιταλιστικής παραγωγής.
Οι πιο μακρόβιες ειδικότητες που υπηρετούνται μέσω δημοσίων σχολών της ΤΕΕ είναι αυτές που αφορούσαν βασικές ειδικεύσεις, ορισμένες από τις οποίες συνδέονταν και με τη δραστηριότητα αυτοαπασχολούμενων, βιοτεχνών, γενικότερα μεσαίων στρωμάτων της πόλης, π.χ. μηχανικοί και ηλεκτρολόγοι αυτοκινήτων, ξυλουργοί, υδραυλικοί, ηλεκτρολόγοι, οδοντοτεχνίτες, ψυκτικοί. Τη δεκαετία του 1990 οι ειδικότητες συμπληρώθηκαν με νέες, σχετιζόμενες με τομείς των υπηρεσιών, προσελκύοντας νέες γυναίκες. Αυτές οι νέες ειδικότητες ως ένα βαθμό αντανακλούσαν τους σχεδιασμούς του αστικού συστήματος και των επιχειρήσεων. Ενα μέρος τους μόνο μπόρεσε να δώσει καλύτερη διέξοδο στην εργασία σε σχέση με το πιστοποιητικό του Γενικού Λυκείου, π.χ. τουριστικά επαγγέλματα, χειριστές ηλεκτρονικών υπολογιστών στην πρώτη φάση εκτεταμένης διάδοσης της χρήσης τους στη παραγωγή και τις υπηρεσίες, βοηθοί λογιστές, υγειονομικά επαγγέλματα. Ενα άλλο μέρος τους δεν αντανακλούσε υπαρκτές παραγωγικές ανάγκες ή τουλάχιστον το περιεχόμενό τους δεν προσδιορίστηκε κατάλληλα. Αυτό αφορά σημαντικό μέρος τμημάτων των ΤΕΙ και σχεδόν συνολικά τη βαθμίδα του Τεχνικού Λυκείου, των ΕΠΑΣ κλπ. Ιδιαίτερα σε αυτή τη βαθμίδα επιχειρίστηκε μεγάλη υποβάθμιση της γενικής μόρφωσης, που αποτελεί τη βάση οποιασδήποτε τεχνικής-επαγγελματικής εκπαίδευσης. Ετσι γρήγορα απαξιώθηκαν και έκλεισαν τμήματα ή και συνολικά αυτή η βαθμίδα.
Αυτή η εξέλιξη οφείλεται στο γεγονός ότι η ΤΕΕ και η κατάρτιση αναπτύχθηκαν πιο διευρυμένα μέσα από δημόσιες δομές στις αρχές της δεκαετίας του 1980, έχοντας ως στόχο ανάμεσα στα άλλα ν’ ανακόψουν την αυξημένη ροή στο Γενικό Λύκειο με ορίζοντα το Πανεπιστήμιο. Την ίδια περίοδο έγιναν και οι αλλαγές στο Λύκειο με τις αλλεπάλληλες αλλαγές στο εξεταστικό σύστημα. Σε αυτό το πλαίσιο η ΤΕΕ δεν κατάφερε να τραβήξει το ενδιαφέρον πλατιών στρωμάτων της μαθητικής νεολαίας. Η ταλάντευση που εμφάνισε όλο αυτό το διάστημα το αστικό σύστημα για το πού θα στρέψει το χαρακτήρα της ΤΕΕ, είχε να κάνει και με αυτό. Η ΤΕΕ εμφάνισε όλα τα χαρακτηριστικά του πιο ταξικού δικτύου στην εκπαίδευση, πρόβαλε ως η υποβαθμισμένη επιλογή των πιο φτωχών εργατικών λαϊκών οικογενειών.