Η αποκαλούμενη «ακαδημαϊκή πιστοποίηση των προγραμμάτων σπουδών» καθιερώθηκε στην Ελλάδα με το νόμο 4009/2011 (νόμος Διαμαντοπούλου). Σε πρώτη φάση προβλέπεται να πιστοποιηθούν τα νέα προγράμματα σπουδών (ή αυτά που κατατίθενται μετά από το νόμο-πλαίσιο), ενώ παλιότερα προγράμματα σπουδών, που δεν αλλάζουν, θεωρούνται πιστοποιημένα έως την αλλαγή τους. Όπως προβλέπει η σχετική διαδικασία, τα νέα προγράμματα σπουδών εγκρίνονται αρχικά από τον Πρύτανη των ΑΕΙ μετά από εισήγηση της κοσμητείας και με τη σύμφωνη γνώμη της Συγκλήτου. Σε επόμενη φάση παραπέμπονται στην Αρχή Διασφάλισης της Ποιότητας (ΑΔΙΠ), για να ολοκληρωθεί τελικά η διαδικασία της «πιστοποίησης».
Η διαδικασία της πιστοποίησης περιλαμβάνει τη συγκριτική αξιολόγηση ανάμεσα σε προγράμματα σπουδών ομοειδών Τμημάτων, τόσο του εσωτερικού όσο και του εξωτερικού, σε επίπεδο ΕΕ. Περιλαμβάνει δε όλα τα προγράμματα σπουδών, προπτυχιακά και μεταπτυχιακά, διά βίου και εξ αποστάσεως, όπως και αυτά του «σύντομου κύκλου» που προέβλεπε ο νόμος-πλαίσιο (διετή και μονοετή προγράμματα σπουδών, τα οποία προς το παρόν δεν έχουν προχωρήσει).
Τη γενική διαδικασία εποπτεύει η ΑΔΙΠ. Όπως εύγλωττα αναφέρει η ΑΔΙΠ4, πρόκειται για μια διαδικασία αποτίμησης και ελέγχου της αφομοίωσης των ευρωενωσιακών κατευθύνσεων στο ίδιο το περιεχόμενο σπουδών, έτσι ώστε τα αστικά κράτη να έχουν μια πιο εποπτική εικόνα. Να θυμίσουμε ότι η ΑΔΙΠ επιβλέπει και τη διαδικασία της αξιολόγησης, εσωτερικής (αυτοαξιολόγηση) και εξωτερικής (από Έλληνες και ξένους «εμπειρογνώμονες» ακαδημαϊκούς και εκπροσώπους επιστημονικών φορέων και επαγγελματικών ενώσεων).
Με βάση την ετήσια έκθεση αξιολόγησης για το ακαδημαϊκό έτος 2013-14, οι εσωτερικές αξιολογήσεις των Τμημάτων έχουν ολοκληρωθεί, ενώ έχει προχωρήσει η πλειοψηφία των εξωτερικών αξιολογήσεων των Τμημάτων Πανεπιστημίων και ΤΕΙ. Είναι χαρακτηριστικές οι εκθέσεις των εξωτερικών αξιολογήσεων των περισσότερων Τμημάτων. Εκεί διαφαίνονται τα εξής: α) Η ανάγκη πιο οργανικής σύνδεσης των προγραμμάτων σπουδών (δομή, διάρκεια, περιεχόμενο) με την αγορά και β) η έμφαση στην ερευνητική δουλειά του ΔΕΠ, στη διοργάνωση μεταπτυχιακών και διδακτορικών προγραμμάτων, αποσπώντας σε κάποιες περιπτώσεις μαθήματα του προπτυχιακού κύκλου και αποδυναμώνοντας έτσι και τη διδασκαλία βασικών επιστημονικών γνώσεων σε αυτόν. Επίσης, επιμονή στην καλύτερη σύνδεση της έρευνας με τις στρατηγικές στοχεύσεις του κεφαλαίου σε κάθε κλάδο, (ανάπτυξη των σχετικών υποδομών, αποφυγή της γραφειοκρατίας κλπ.).
Ενδιαφέρον έχουν, για παράδειγμα, οι παραινέσεις των εξωτερικών αξιολογητών προς τις πολυτεχνικές Σχολές να σπάσουν τις προπτυχιακές σπουδές σε δύο κύκλους (3 έτη + 2 έτη), εκ των οποίων ο δεύτερος να παρέχεται και στην αγγλική γλώσσα. Επισημαίνουν επίσης ότι οι Έλληνες καθυστερούν να μπουν στην αγορά εργασίας και προτείνουν ως λύση τη μείωση του χρόνου σπουδών και τη διά βίου περιπλάνηση. Επίσης, συμβουλεύουν τα Ιδρύματα να υιοθετήσουν Σχολές Διδακτορικών, με σημαντική μείωση των υποψήφιων διδακτόρων και μείωση του χρόνου εκπόνησης της διατριβής. Επιπλέον, επιμένουν πολύ στη «συνεργασία» φοιτητών, διδασκόντων και επαγγελματιών, εννοώντας για τους μηχανικούς τις μεγάλες κατασκευαστικές, ούτως ώστε να μην υπάρχει «σπατάλη δεξιοτήτων» και να εκπαιδεύονται οι αυριανοί επιστήμονες εργαζόμενοι ακριβώς στα πεδία που ενδιαφέρουν το κεφάλαιο. Τέλος, στις περισσότερες εξωτερικές αξιολογήσεις δίνεται βάρος στην «ευελιξία» των αυριανών επιστημόνων, τόσο ως προς τις γνώσεις όσο και ως προς την προσωπική στάση τους (attitude), που, με βάση τις εκτιμήσεις τους, αποκτιέται μέσω ενός πιο περιορισμένου και στοχευμένου προγράμματος σπουδών. Η κατεύθυνση για διαφοροποιημένα μαθησιακά προγράμματα συνδέεται φυσικά και με τις νέες τάσεις στον τεχνικό καταμερισμό εργασίας, στις διαφοροποιημένες απαιτήσεις για το νέο διευθυντικό, εποπτικό και εκτελεστικό εργατικό δυναμικό.
Ειδικό ρόλο έχει παίξει η Κοινοτική Οδηγία 36/2005/ΕΚ (σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων), με την ενσωμάτωση της οποίας στην ελληνική νομοθεσία αναγνωρίζονται πτυχία του εξωτερικού, ακόμα και τριετούς κύκλου σπουδών, ως ισότιμα με αντίστοιχα ελληνικά, μετά από την παρέλευση δύο χρόνων εργασίας στη χώρα υποδοχής για τα μη νομοθετικά ρυθμιζόμενα, και χωρίς τέτοια προϋπόθεση για τα νομοθετικά ρυθμιζόμενα επαγγέλματα (μηχανικοί, γιατροί, γεωπόνοι, μαίες κ.ά.). Η συγκεκριμένη Οδηγία υπήρξε και το «καταφύγιο» των προηγούμενων κυβερνήσεων, αλλά και του ΣΥΡΙΖΑ ως αντιπολίτευσης τα προηγούμενα χρόνια, προκειμένου να προχωρήσουν περαιτέρω την αποσύνδεση του πτυχίου και των πανεπιστημιακών σπουδών από το επάγγελμα που αντιστοιχεί σε αυτές, να διευκολύνουν με αυτόν τον τρόπο, και θεσμικά, την πολυδιάσπαση και πολυκατηγοριοποίηση πτυχίων και αποφοίτων. Ο ΣΥΡΙΖΑ έκανε συχνά επίκληση στη συγκεκριμένη Οδηγία σε παρεμβάσεις του αλλά και σε επερωτήσεις στη Βουλή, προκειμένου, για παράδειγμα, να αναγνωριστούν τελικά τα ΚΕΣ, τα κολέγια κλπ.5 Με τη λογική τού «ό,τι είναι ευρωενωσιακό είναι θέσφατο» δείχνουν έτσι την απόλυτη συμφωνία και ταύτισή τους με τον πυρήνα της αστικής στρατηγικής, την περαιτέρω προσαρμογή της εκπαίδευσης, στη δομή και στο περιεχόμενό της, στα κελεύσματα των μονοπωλίων.
Από τα παραπάνω, γίνεται φανερό ότι ακόμα και μέσω των αξιολογήσεων των ακαδημαϊκών Μονάδων ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στα προγράμματα σπουδών, δηλαδή στο τι μαθαίνουν και πώς, οι αυριανοί εργαζόμενοι. Η πιστοποίηση των προγραμμάτων σπουδών, επομένως, έρχεται πιο εστιασμένα να λύσει τα προβλήματα που απορρέουν, για παράδειγμα, από τα «πλαδαρά» προγράμματα σπουδών που υπάρχουν στα ελληνικά ΑΕΙ, τα πολλά μαθήματα επιλογής που είναι μακριά από τις στοχεύσεις των μεγάλων επιχειρήσεων, την «πολλή ακαδημαϊκότητα» ορισμένων προγραμμάτων. Πατάει βέβαια σε μια πραγματικότητα, διαμορφωμένη πάλι από την αστική στρατηγική στην εκπαίδευση και την εξέλιξή της, την επίδραση της ανισόμετρης ανάπτυξης στο εκπαιδευτικό πανεπιστημιακό μοντέλο της Ελλάδας. Έτσι, το προηγούμενο διάστημα διογκώθηκαν προγράμματα σπουδών, στο πλαίσιο μιας δήθεν «ελευθερίας επιλογών» και στην κατεύθυνση της ατομικής διαδρομής του φοιτητή προς το πτυχίο. Σύμφωνα με αυτήν την εξέλιξη, ο φοιτητής μπορούσε να επιλέξει από μια μεγάλη γκάμα μαθημάτων επιλογής, με κριτήριο λιγότερο τα ενδιαφέροντά του και περισσότερο το «τι ζητάει η αγορά». Έτσι, δίπλα στον κύριο κορμό των μαθημάτων συγκροτήθηκαν μια σειρά μαθήματα, πολλές φορές πολύ μακρινά από το επιστημονικό αντικείμενο, που παράλληλα «θώπευαν» φιλοδοξίες διδασκόντων, διαμόρφωναν και στερέωναν τις συμμαχίες της κάθε αστικής κυβέρνησης στο χώρο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.
Να σημειώσουμε με βάση τα παραπάνω ότι η πιστοποίηση δεν είναι απλώς μια άλλη αξιολόγηση, αλλά πρόκειται στην ουσία για την κωδικοποίηση των αποτελεσμάτων της αξιολόγησης με μετρήσιμους όρους και με τα στάνταρντς της αγοράς, ώστε να είναι πιο εύχρηστα και προσβάσιμα για τις μεγάλες επιχειρήσεις. Να επισημάνουμε επίσης ότι η πιστοποίηση, όπως και η αξιολόγηση, συνδέονται στενά με την ίδια τη χρηματοδότηση των Ιδρυμάτων, ως μέσο πίεσης για την εφαρμογή των κατευθύνσεων της ευρωενωσιακής στρατηγικής για τον ΕΧΑΕ. Ο νόμος 4009 χαρακτηριστικά αναφέρει: «Αν εκδοθεί αρνητική απόφαση πιστοποίησης, ο υπουργός Παιδείας, Διά Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων μπορεί, με απόφασή του, να περιορίσει τη χρηματοδότηση του ιδρύματος και την εισαγωγή νέων φοιτητών στο πρόγραμμα σπουδών ή το ίδρυμα, ανάλογα με το αντικείμενο της πιστοποίησης (πρόγραμμα σπουδών ή εσωτερικό σύστημα διασφάλισης της ποιότητας του ιδρύματος)».
Στην Ελλάδα, η δυσκολία της προώθησης της πιστοποίησης και του συστήματος των πιστωτικών μονάδων έχει να κάνει με την καθυστέρηση της διαδικασίας της αξιολόγησης. Σήμερα, που πλέον έχει ολοκληρωθεί ένας κύκλος εσωτερικής (από τους ίδιους τους συντελεστές του κάθε ανώτατου Τμήματος) και εξωτερικής (από εξωτερικούς αξιολογητές, επιχειρήσεις κ.ά.) αξιολόγησης, προχωρά με πιο γοργούς ρυθμούς η πιστοποίηση προγραμμάτων σπουδών, που καθιερώθηκε με το νόμο-πλαίσιο (4009/2011) και επιβλέπεται από την Αρχή Διασφάλισης της Ποιότητας (ΑΔΙΠ). Όπως αναφέρει η ΑΔΙΠ, τα βασικά κριτήρια πιστοποίησης που προβλέπονται στο άρθρο 72 «Κριτήρια Πιστοποίησης» του Ν. 4009/11 περιλαμβάνουν τα ακόλουθα:
1. Η ακαδημαϊκή φυσιογνωμία και ο προσανατολισμός του προγράμματος σπουδών.
2. Τα μαθησιακά αποτελέσματα και τα επιδιωκόμενα προσόντα σύμφωνα με το Εθνικό Πλαίσιο Προσόντων Ανώτατης Εκπαίδευσης.
3. Η δομή και η οργάνωση του προγράμματος σπουδών.
4. Η ποιότητα και αποτελεσματικότητα του διδακτικού έργου.
5. Η καταλληλότητα των προσόντων του διδακτικού προσωπικού.
6. Η ποιότητα του ερευνητικού έργου της ακαδημαϊκής μονάδας.
7. Ο βαθμός σύνδεσης της διδασκαλίας με την έρευνα.
8. Η ζήτηση στην αγορά εργασίας των αποκτώμενων προσόντων.
9. Η ποιότητα των υποστηρικτικών υπηρεσιών, όπως οι διοικητικές υπηρεσίες, οι βιβλιοθήκες και οι υπηρεσίες φοιτητικής μέριμνας.
Με βάση τα παραπάνω, έχει ξεκινήσει η αναδιαμόρφωση των προγραμμάτων Σπουδών πολλών τμημάτων Πανεπιστημίων και ΤΕΙ, με στόχο να προσαρμοστούν πιο οργανικά στα παραπάνω κριτήρια.
Φυσικά, όπως είδαμε και πιο πριν, οι αλλαγές στα προγράμματα σπουδών είναι σε ένα βαθμό αντικειμενικές, παρακολουθούν τις εξελίξεις κάθε επιστημονικού αντικειμένου, με αποτέλεσμα να αλλάζει το περιεχόμενο μαθημάτων, να προστίθενται, αλλά και να αφαιρούνται μαθήματα που πιθανά ανταποκρίνονται σε ξεπερασμένες, αναθεωρημένες γνώσεις και ανάγκες της παραγωγής. Από αυτήν την άποψη, το ζήτημα της αλλαγής των προγραμμάτων σπουδών μπορεί να γίνει και στοιχείο της απαίτησης, της διεκδίκησης του ίδιου του φοιτητικού κινήματος, με την έννοια ότι πρέπει να απαιτείται από το διδακτικό προσωπικό η συστηματική παρακολούθηση των επιτευγμάτων του κάθε επιστημονικού αντικειμένου, η ουσιαστική ενασχόληση με το πρόγραμμα σπουδών και την παρακολούθηση της επιστήμης, η συγγραφή νέων σύγχρονων κάθε φορά συγγραμμάτων, και όχι η επανάπαυση και τα απαρχαιωμένα συχνά συγγράμματα.
Τα προηγούμενα χρόνια έχουν αλλάξει συχνά προγράμματα σπουδών διάφορων Τμημάτων, σε ένα βαθμό γιατί το επέβαλαν οι ίδιες οι επιστημονικές εξελίξεις, κυρίως δε γιατί το απαιτούσαν οι εξελίξεις της καπιταλιστικής παραγωγής στον αντίστοιχο κλάδο. Φυσικά, σε όλη αυτήν τη διαδικασία ρόλο έπαιξαν και συνεχίζουν να παίζουν και διάφορα μέλη ΔΕΠ, τα οποία στους ανταγωνισμούς τους για τα ερευνητικά προγράμματα, λόγω ακόμα ματαιοδοξίας, επιδίωκαν να ισχυροποιούν τα δικά τους μαθήματα μέσα στα προγράμματα σπουδών, τις δικές τους κατευθύνσεις, ανάλογα και με τη δύναμη που είχαν μέσα στις συνελεύσεις Τμήματος. Έτσι, στα προγράμματα σπουδών αποτυπώνονται και οι συσχετισμοί σε ένα βαθμό στα ΔΕΠ. Επίσης, στις αλλαγές στα προγράμματα σπουδών παρεμβαίνουν και οι επιστημονικές και επαγγελματικές ενώσεις, με συντεχνιακές προτάσεις και αιτήματα, ενώ δε λείπουν οι περιπτώσεις όπου ο λόγος των ενώσεων αυτών είναι καθοριστικός [το παράδειγμα της ΣΕΜΦΕ –Σχολή Εφαρμοσμένων Μαθηματικών και Φυσικών Επιστημών του ΕΜΠ– όπου το πρόγραμμα σπουδών, προκειμένου οι απόφοιτοι να μπορούν να εγγράφονται στο ΤΕΕ, έπρεπε να εγκριθεί από το ίδιο το ΤΕΕ (!), είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό].
Η γενική κατεύθυνση βέβαια είναι να προσαρμόζεται ολοένα και περισσότερο το περιεχόμενο σπουδών στα δεδομένα της αγοράς, να προχωρά περισσότερο η αποσύνδεση του πτυχίου και των πανεπιστημιακών σπουδών από το επάγγελμα που αντιστοιχεί σε αυτές. Για παράδειγμα, βλέπουμε να αποσπάται από το προπτυχιακό επίπεδο η δυνατότητα άσκησης του εκπαιδευτικού επαγγέλματος, ακόμα και η δυνατότητα συμμετοχής στο διαγωνισμό ΑΣΕΠ (που σε προηγούμενη φάση, το 1998, άλλωστε, επέτεινε την αποσύνδεση πτυχίου - επαγγέλματος) για τους αποφοίτους των λεγόμενων «καθηγητικών σχολών». Επίσης εισάγονται διάφορες κατευθύνσεις στο 3ο ή 4ο έτος σπουδών, οι οποίες εκφράζουν και τις νέες αναπτυξιακές κατευθύνσεις στην καπιταλιστική Ελλάδα, όπως η τουριστική αξιοποίηση της πολιτιστικής και αρχαιολογικής κληρονομιάς κ.ά. Αφαιρούνται επίσης πολλά μαθήματα επιλογής, με το πρόσχημα της ελάφρυνσης του φόρτου εργασίας, εξυπηρετώντας ταυτόχρονα την τεράστια έλλειψη διδακτικού προσωπικού, αλλά και ενισχύοντας κυρίως τις κατευθύνσεις εκείνες που έχουν ενδιαφέρον για τις μεγάλες επιχειρήσεις του κάθε κλάδου. Σε αρκετά Τμήματα συζητιέται η εισαγωγή διπλωματικής εργασίας στο τελευταίο έτος, εκεί όπου δεν υπάρχει, (εδώ να επισημάνουμε ότι το στοιχείο αυτό από μόνο του δε συνιστά αρνητική εξέλιξη, είναι και δική μας θέση υπό προϋποθέσεις, στο βαθμό που δεν προετοιμάζει περαιτέρω σπάσιμο των σπουδών), ενώ καταγράφονται και πολλές αλλαγές σε σχέση με τις πρακτικές ασκήσεις, που αλλού γίνονται υποχρεωτικές, αλλού προαιρετικές, χωρίς να υπάρχει ενιαία εικόνα. Αρκετή κουβέντα γίνεται επίσης τελευταία για την αλλαγή των διδακτικών μονάδων των παλιών προγραμμάτων σπουδών σε πιστωτικές, με βάση το ενιαίο ευρωπαϊκό σύστημα. Χαρακτηριστικό είναι ακόμα το παράδειγμα των Πολυτεχνικών και Γεωτεχνικών σχολών όπου, λόγω της πενταετούς διάρκειας σπουδών, επιχειρούν εδώ και χρόνια να αναγνωριστούν τα πτυχία ως master και ακολουθούν μια αντίστοιχη διάρθρωση σπουδών που προσομοιάζει με προετοιμασία κύκλων σπουδών (προπτυχιακή εργασία στα 3 χρόνια σε κάποια Τμήματα, πτυχιακή ή διπλωματική εργασία στο τελευταίο έτος). Οι παραπάνω αλλαγές προφανώς, παρακολουθούν τις αντίστοιχες εξελίξεις σε προγράμματα σπουδών αντίστοιχων Σχολών και Τμημάτων του εξωτερικού, κυρίως για να διευκολύνουν την κινητικότητα των μεταπτυχιακών και ερευνητών, καθώς και του υψηλά ειδικευμένου επιστημονικού δυναμικού.
Μετά την καπιταλιστική κρίση και με το δεδομένο της δυσκολίας ανάκαμψης για το κεφάλαιο, φαίνεται πως η αντιστοίχηση των προγραμμάτων σπουδών σε επίπεδο ευρωενωσιακό γίνεται πιο κρίσιμη. Το πρόγραμμα Erasmus+, συγκεντρώνοντας πλέον και παλιότερα προγράμματα που αφορούσαν την κινητικότητα νεολαίας, περιλαμβάνει στα ΑΕΙ τη μετακίνηση και ανταλλαγή φοιτητών μεταξύ χωρών της ΕΕ για μέρος των σπουδών ή πρακτική άσκηση. Δεν είναι λίγοι πλέον οι φοιτητές που επιλέγουν να ενταχτούν σε ένα τέτοιο πρόγραμμα διερευνητικά, προκειμένου να δουν τι ελπίδες έχουν να βρουν δουλειά στο εξωτερικό μετά το πτυχίο, λόγω και της μεγάλης ανεργίας στην Ελλάδα. Μπαίνουν έτσι από πολύ νωρίς στη διαδικασία να βρουν επιχειρήσεις του εξωτερικού, να δουλέψουν εκεί κυρίως μέσω προγραμμάτων ανταλλαγής για πρακτική άσκηση, συνήθως με την προοπτική να επιστρέψουν στη χώρα υποδοχής αναζητώντας δουλειά μετά το πτυχίο. Η τάση αυτή αυξάνεται συνεχώς και στα ΤΕΙ.
Τελευταία σηκώθηκε πολύς καπνός για τη διατήρηση των διδακτικών μονάδων από τη συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, με τη ΝΔ να κάνει αντιπολίτευση για το δήθεν Grexit των ελληνικών πτυχίων. Φυσικά, η συγκυβέρνηση έσπευσε να διευκρινίσει ότι οι διδακτικές μονάδες θα αντιστοιχίζονται πλήρως στις πιστωτικές και κανένας ανησυχητικός λόγος δε συντρέχει για τη λειτουργία των προγραμμάτων διά βίου μάθησης, την πιστοποίηση των προγραμμάτων σπουδών, το προχώρημα του Πλαισίου Προσόντων. Δηλαδή η αποσύνδεση του πτυχίου από το επάγγελμα προχωρά, είτε με πιστωτικές είτε με διδακτικές μονάδες. Στην ουσία, η αντιστοίχηση των κύκλων σπουδών σε ένα σύνολο πιστωτικών ή διδακτικών μονάδων (60 για ένα έτος, 180 για 3 έτη και 240 για τις 4ετείς σπουδές), παράλληλα με τη δυνατότητα πλέον ίδρυσης διετών, ακόμα και μονοετών προγραμμάτων σπουδών (με τις αντίστοιχες πιστωτικές μονάδες), διαμορφώνει το περιβάλλον εκείνο για τη μεγαλύτερη και ταχύτερη περιπλάνηση των φοιτητών από πρόγραμμα σε πρόγραμμα, από κατάρτιση σε κατάρτιση.
Ειδικότερα, η πιστοποίηση των προγραμμάτων σπουδών συμπυκνώνει τις βασικές κατευθύνσεις σε σχέση με το περιεχόμενο του νέου χάρτη της Ανώτατης Εκπαίδευσης για την Ελλάδα. Έτσι, με βάση τα κριτήρια της ΑΔΙΠ, αποτιμάται καταρχάς για κάθε πρόγραμμα σπουδών η ένταξη των αποφοίτων του σε ένα από τα επίπεδα: 6 (πτυχίο Πανεπιστημίων-ΤΕΙ), 7 (μεταπτυχιακός τίτλος) και 8 (διδακτορική διατριβή) του Πλαισίου Προσόντων, με βάση τα μαθησιακά αποτελέσματα. Επίσης, καταγράφονται τα μαθησιακά αποτελέσματα για κάθε μάθημα ξεχωριστά (σε δεύτερο επίπεδο βέβαια και για κάθε φοιτητή ξεχωριστά), όπου λαμβάνονται υπόψη μεταξύ άλλων η δυνατότητα χρήσης νέων τεχνολογιών, η προσαρμοστικότητα σε νέα περιβάλλοντα, η εργασία σε διεθνές περιβάλλον, η παραγωγή νέων ερευνητικών ιδεών κ.ά. Επιπλέον, μετρώνται και άλλες παράμετροι, όπως η δυνατότητα παρακολούθησης του κάθε μαθήματος από εξ αποστάσεως φοιτητές, η χρήση Τεχνολογιών Πληροφορίας και Επικοινωνίας στη διδασκαλία, η παρακολούθηση του μαθήματος από φοιτητές Erasmus κ.ά. Αν και αυτές οι παράμετροι έχουν τη λογική της ποσοτικοποίησης των κεντρικών κατευθύνσεων και μπορεί να δίνουν την εντύπωση μιας τεχνοκρατικής και γραφειοκρατικής διαδικασίας (στοιχείο στο οποίο και μόνο μένουν στην κριτική τους άλλες δυνάμεις), ωστόσο είναι σαφές ότι αποκρυσταλλώνει την ουσία των κατευθύνσεων της ευρωενωσιακής στρατηγικής στην Ανώτατη Εκπαίδευση.