Από τις αρχές της κατάκτησης του απεργιακού δικαιώματος ύστερα από σκληρούς και αιματηρούς ταξικούς αγώνες, η απεργία βρίσκεται στην πραγματικότητα υπό διωγμό από την άρχουσα τάξη και το κράτος της. Στην κατεύθυνση αυτή συμβάλλει καθοριστικά και η αστική δικαιοσύνη, ως τμήμα του αστικού κράτους.
Αξίζει να επισημανθεί το γεγονός ότι τόσο η θέσπιση της σχετικής νομολογίας2 όσο και οι δικαστικές αποφάσεις στις οποίες θ’ αναφερθούμε έλαβαν χώρα στο πλαίσιο της εφαρμογής του ισχύοντος συνδικαλιστικού νόμου (1264/1982), ερμηνεύοντάς τον προς ακόμα πιο αντιδραστική κατεύθυνση. Από την περίοδο ακόμα της καπιταλιστικής ανάπτυξης διαμορφώνεται βήμα-βήμα, απόφαση-απόφαση μια απεργοκτόνα νομολογία, με δικαστικές αποφάσεις που κηρύσσουν τις κλαδικές κυρίως απεργίες παράνομες ή/και καταχρηστικές σε ποσοστά 90%-95%.3 Μετά από την εκδήλωση της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης, παρατηρείται αφενός αύξηση του αριθμού των προσφυγών στη δικαιοσύνη κατά απεργιών από τους εργοδότες και το κράτος και αφετέρου μια ακόμη πιο αντιδραστική πρακτική των δικαστηρίων στο θέμα της απεργίας, με σκεπτικά αποφάσεων που συχνά υιοθετούν όλα τα επιχειρήματα των εργοδοτών, λειτουργώντας ως το μακρύ χέρι της εργοδοσίας.
Η ερμηνεία του νόμου που περιέχεται στις δικαστικές αποφάσεις θέτει δρακόντειους όρους και προϋποθέσεις για την απεργία. Η νομολογία των δικαστηρίων όλα αυτά τα χρόνια έχει και το χαρακτήρα της προετοιμασίας του εδάφους για τις νέες αντεργατικές και αντιαπεργιακές τροποποιήσεις του συνδικαλιστικού νόμου που ετοιμάζει η κυβέρνηση. Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί και η ευελιξία της κατασταλτικής δράσης της Δικαιοσύνης, με στόχο να συνδυάσει από τη μία την καταστολή των αγώνων και από την άλλη τη διατήρηση των προσχημάτων δημοκρατίας και δικαιοσύνης. Έτσι, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις τα κατώτερα δικαστήρια (Πρωτοδικεία) κάνουν τη «βρόμικη δουλειά» του συστήματος σταματώντας ως «παράνομη ή/και καταχρηστική» μια απεργία, τα ανώτερα δικαστήρια –είτε στο δεύτερο βαθμό (Εφετεία) είτε ακόμα και στον Άρειο Πάγο– ανατρέπουν εκ των υστέρων αυτές τις αποφάσεις, αφού έχει επιτευχθεί ο στόχος της καταπολέμησης της απεργίας τη στιγμή που την αποφασίζουν οι εργαζόμενοι και μπορεί ν’ ασκηθεί ουσιαστική πίεση στην εργοδοσία.
Η δικαστική καταστολή του απεργιακού δικαιώματος και της περιφρούρησης της απεργίας γίνεται, κυρίως, με τους εξής τέσσερις τρόπους: α) Με την κήρυξη των απεργιών ως παράνομων ή/και καταχρηστικών λόγω παράβασης διατάξεων του ν. 1264/1982. β) Με την αξιοποίηση άλλων νόμων, όπως του ν. 3536/2007 (άρθρο 41) για την πολιτική επιστράτευση απεργών. γ) Με την αξιοποίηση του Ποινικού Κώδικα, δηλαδή με απευθείας ποινικοποίηση των εργατικών αγώνων, είτε γιατί συνεχίστηκε απεργία που κρίθηκε από τα δικαστήρια ως παράνομη/καταχρηστική (άρθρο 232Α ΠΚ, μη συμμόρφωση σε δικαστική απόφαση - περίπτωση απεργίας χαλυβουργών) είτε για ενέργειες που σκοπεύουν στην περιφρούρηση της απεργίας, την προβολή εργατικών αιτημάτων και διεκδικήσεων και που χαρακτηρίζονται από τους διωκτικούς μηχανισμούς του αστικού κράτους (αστυνομία, Δικαιοσύνη) ως ποινικά αδικήματα και εγκλήματα (ναυτεργάτες για παρακώλυση συγκοινωνιών, Τζάμπο για παράνομη βία κλπ.). δ) Με την αξιοποίηση μηνύσεων καθαρά πολιτικού-τρομοκρατικού χαρακτήρα (μήνυση Μάνου κατά του ΠΑΜΕ, εκατοντάδες μηνύσεις κατά του Συνδικάτου Μετάλλου Αττικής), τις οποίες η αστική δικαιοσύνη σπεύδει ν’ αποδεχτεί ασκώντας ποινικές διώξεις.
Στη συνέχεια θα δούμε λίγο πιο αναλυτικά την εμπειρία από τις παραπάνω μεθόδους καταστολής των εργατικών αγώνων.
Η ΚΗΡΥΞΗ ΑΠΕΡΓΙΩΝ ΩΣ ΠΑΡΑΝΟΜΩΝ Ή ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΩΝ
Το πιο συχνό μέσο καταστολής των απεργιών είναι η κήρυξή τους ως παράνομων ή/και καταχρηστικών. Πρόκειται για ένα μέσο το οποίο αξιοποιεί είτε ρητές αναφορές είτε περιθώρια του ν. 1264/1982.
Τις περισσότερες φορές, η δικαστική διαδικασία που αξιοποιείται για την κήρυξη μιας απεργίας ως παράνομης ή/και καταχρηστικής είναι αυτή των ασφαλιστικών μέτρων4. Το μεγάλο πλεονέκτημα αυτής της διαδικασίας για την εργοδοσία είναι η ταχύτατη εξέλιξή της, αφού μέσα σε ένα 24ωρο από την κατάθεση του αιτήματός της πρέπει να συζητηθεί και να εκδοθεί απόφαση (τη στιγμή που για να συζητηθεί η αγωγή του εργάτη που διεκδικεί τα δεδουλευμένα του ή την ανάκληση της απόλυσής του, δηλαδή το «ψωμί» του, μπορεί να περάσουν και 3 χρόνια). Τα ασφαλιστικά μέτρα αποτελούν παρωδία δικαστικής διαδικασίας η οποία, ενώ απαγορεύεται τυπικά από το ν. 1264, ωστόσο έμμεσα γίνεται ανεκτή από αυτόν, αφού αυτός ο νόμος επιτρέπει τη σύντμηση των προθεσμιών συζήτησης της αγωγής κατά της απεργίας, ώστε η συζήτηση να γίνει μέσα σε 3 μέρες.
Οι βασικοί λόγοι για τους οποίους κηρύσσονται στην πράξη «παράνομες» οι απεργίες είναι α) η μη τήρηση των προϋποθέσεων νόμιμης λήψης και κήρυξης της απόφασης (απόφαση ΓΣ και μυστική ψηφοφορία για τα πρωτοβάθμια σωματεία, προθεσμίες κοινοποίησης στον εργοδότη, «παρατυπίες» στο προσωπικό ασφαλείας κλπ.), β) όταν αφορούν «ατομικές διαφορές» ορισμένων εργαζομένων που μπορούν να λυθούν με ατομική προσφυγή των εργαζομένων αυτών στη Δικαιοσύνη και γ) όταν η απεργία θίγει το λεγόμενο διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη .
Όσον αφορά τους λόγους για τους οποίους κηρύσσεται μια απεργία καταχρηστική, εδώ χωράνε τα πάντα: Ο χαρακτήρας και η νομιμότητα των αιτημάτων, ο χρόνος της απεργίας, το «δυσανάλογο κόστος» της για τον εργοδότη ή το «κοινωνικό σύνολο» (συγκριτικά με το προσδοκώμενο όφελος από την απεργία) κλπ.
Ας δούμε όμως τι εννοεί ο νόμος όταν κάνει λόγο για αιτήματα που αφορούν «ατομικές νομικές διαφορές» ή που θίγουν το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη, για να κηρύξει μια απεργία παράνομη.
Με τις «ατομικές νομικές διαφορές» εννοούνται περιπτώσεις διαμάχης ανάμεσα σε κάποιον εργαζόμενο και την εργοδοσία που ο νόμος θεωρεί ότι μπορούν να διευθετηθούν νομικά και κατ’ επέκταση δεν μπορούν ν’ αποτελέσουν αντικείμενο διεκδίκησης μέσω απεργίας. Χαρακτηριστικό είναι ότι οι δικαστικές αποφάσεις εντάσσουν στις «ατομικές νομικές διαφορές» ακόμα και την απόλυση εργαζομένου. Έτσι, παρόλο που ο ν. 1264 επιτρέπει την απεργία για απόλυση εργαζομένου, ακόμη και ως απεργία αλληλεγγύης, στην πράξη έχει διαμορφωθεί από τα δικαστήρια μια αντιδραστική νομολογία απαγόρευσής της.
Έτσι, σημαντικοί εργατικοί αγώνες κηρύχτηκαν παράνομοι από τα δικαστήρια, με βάση το σκεπτικό ότι αφορούν ατομικές νομικές διαφορές. Τέτοιες περιπτώσεις είναι οι απεργίες στα εργοστάσια «ΣΕΛΜΑΝ» και «ΧΑΤΖΗΛΟΥΚΑ» (όμιλος Alfa Wood) στη Ροδόπη, στα εργοστάσια ΜΕΚ-ΒΕΚ, ΜΕΚ-ΜΑΡΜ, SYMBRO του Ομίλου Λεμονιά στο Βόλο. Οι απεργίες αυτές κηρύχτηκαν παράνομες, παρά το γεγονός ότι είχαν ως αίτημά τους είτε τη μη απόλυση εργαζομένων είτε τη διατήρηση των απολαβών στα ίδια επίπεδα.
Πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι υπάρχει κι ένα σημαντικό μέρος της νομολογίας που «αντιστέκεται» στην ως άνω εξέλιξη του περιορισμού της απεργίας μόνο στις λεγόμενες μη νομικές διαφορές. Θετικές δικαστικές αποφάσεις που αφορούν την παραπάνω περίπτωση είναι:
α) Η απόφαση 783/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης που έκρινε πως είναι νόμιμη η απεργία για ατομικές διαφορές που κατέστησαν συλλογικές λόγω της φύσης και της έκτασής τους. Επρόκειτο για αίτημα αλιεργατών από την Αίγυπτο, οι οποίοι απασχολούνταν πάνω από δέκα χρόνια με διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου σε συγκεκριμένους πλοιοκτήτες και που ζητούσαν να προσλαμβάνονται κατά προτεραιότητα έναντι τρίτων εργαζομένων.
β) Η απόφαση 2135/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης που έκρινε νόμιμο το αίτημα για ανάκληση της παράνομης απόλυσης δημοσιογράφου, το οποίο θα μπορούσε τυπικά να υπαχθεί στα ζητήματα «ατομικής νομικής διαφοράς». Η απόφαση έκρινε πως είχε ταυτόχρονα πληγεί και το συλλογικό συμφέρον των εργαζομένων και πως το αίτημα της απεργίας ήταν αίτημα αλληλεγγύης προς τον απολυθέντα.
γ) Η απόφαση 1714/2007 του Μονομελούς Πρωτοδικείου της Αθήνας που έκρινε νόμιμο το αίτημα ανάκλησης της απόλυσης εργαζομένων, μελών του σωματείου, που αρνήθηκαν να δεχτούν μεταβολή των όρων εργασίας τους. Το αίτημα κρίθηκε σπουδαίο και ιδιαίτερα σημαντικό από το δικαστήριο, καθώς αναφερόταν στην προάσπιση συνδικαλιστικών και συλλογικών συμφερόντων των εργαζομένων.
δ) Η απόφαση 1764/2011 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που έκρινε νόμιμο το αίτημα απεργίας για επαναπρόσληψη εργαζομένων που απολύθηκαν για συνδικαλιστική δράση, παρά το γεγονός ότι θα μπορούσε τυπικά να χαρακτηριστεί ότι εμπίπτει στην κατηγορία των «ατομικών νομικών διαφορών», κάτι που θα είχε ως αποτέλεσμα να κηρυχτεί παράνομη η απεργία με αυτό το αίτημα.
Ας περάσουμε τώρα στην επίκληση του λεγόμενου διευθυντικού δικαιώματος για την κήρυξη μιας απεργίας ως παράνομης. Το διευθυντικό δικαίωμα είναι το –συνταγματικά κατοχυρωμένο και αναγνωρισμένο ως «θεμελιώδης αρχή» του εργατικού δικαίου– δικαίωμα στην ιδιοκτησία μέσων παραγωγής, στην επιχειρηματική δραστηριότητα (με άλλα λόγια στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο) και κατ’ επέκταση το δικαίωμα σε ό,τι διευκολύνει αυτή τη δραστηριότητα.
Τα τελευταία χρόνια αυξάνεται ραγδαία στη νομική θεωρία και τη νομολογία η άποψη σύμφωνα με την οποία δεν επιτρέπεται η αμφισβήτηση ή η παρεμπόδιση αποφάσεων της επιχείρησης που ανήκουν στη διακριτική ευχέρεια του εργοδότη. Κάθε σκέψη, απόφαση, δράση του σωματείου, που διεκδικεί παρέμβαση στη χάραξη της επιχειρηματικής πολιτικής (σε ό,τι αφορά εργασιακά, ασφαλιστικά ζητήματα και όχι μόνο) έρχεται σύμφωνα με την παραπάνω κυρίαρχη άποψη σε σύγκρουση με την οικονομική-επιχειρηματική ελευθερία.
Έτσι, η απόφαση 1770/2011 του Εφετείου Αθηνών κρίνει πως είναι «προδήλως» καταχρηστική η απεργία που διεκδικεί αιτήματα η ρύθμιση των οποίων ανήκει στο διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη, με συνέπεια ο εργοδότης να έχει το δικαίωμα και το έννομο συμφέρον να ζητήσει τη διακοπή της απεργίας και την απαγόρευση επανάληψής της στο μέλλον με την ίδια μορφή. Αντίθετα, η απόφαση 799/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης, χωρίς ν’ αποκλίνει αρκετά από το νομικό σκεπτικό της πρωτόδικης απόφασης και χωρίς ν’ αμφισβητεί το διευθυντικό δικαίωμα, έκρινε ότι είναι νόμιμη η απεργία όταν γίνεται καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος.
ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΕΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ
Ας δούμε όμως πώς αξιοποιούνται τα παραπάνω στην πράξη. Μια χαρακτηριστική περίπτωση σχετικής δικαστικής απόφασης είναι η κήρυξη ως παράνομης και καταχρηστικής της απεργίας στο εκδοτικό συγκρότημα «Μακεδονία» και «Σπορ του Βορρά». Αυτή η απόφαση (4305/2011) του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης συγκεντρώνει όλα σχεδόν τα παραπάνω αντεργατικά επιχειρήματα. Έτσι, σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης, για να είναι νόμιμη μια απεργία πρέπει, πέραν όλων των τυπικών προϋποθέσεων (κήρυξη από ΓΣ, προσωπικό ασφαλείας, επίδοση αιτημάτων κλπ.):
1) Να προβάλλει κατάλληλα αιτήματα σε κατάλληλο χρόνο, 2) να μην προκαλεί ζημία στον εργοδότη, 3) να αποσκοπεί σε σημαντικό όφελος από τη μεριά των απεργών, αλλά, από την άλλη, 4) να μην υπάρχει «υπέρμετρη ζημία» για την πλευρά του εργοδότη, 5) να μην αφορά διαφορές οι οποίες θα μπορούσαν να επιλυθούν δικαστικά (ακόμη και διαφορές που προκύπτουν από την καταπάτηση της συλλογικής σύμβασης από τον εργοδότη) και 6) να μη ζητείται ρύθμιση ζητήματος που ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του εργοδότη (διευθυντικό δικαίωμα).
Το Εφετείο (απόφαση Εφ. Θεσ. 799/2011) αλλά και ο Άρειος Πάγος (ΑΠ 468/2012) δε δέχτηκαν την παραπάνω απόφαση και δικαίωσαν τους απεργούς, όμως το αντεργατικό σκεπτικό της πρωτόδικης απόφασης παραμένει ως «μπούσουλας» για μελλοντικές απαγορεύσεις απεργιών, αλλά και για τη νέα αντεργατική νομοθεσία μέσω της τροποποίησης του ν. 1264.
Μια ακόμη αντιδραστική δικαστική απόφαση, που δημιουργεί επικίνδυνο «προηγούμενο», είναι η απόφαση 2902/2014 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθήνας, που έκρινε καταχρηστική την απεργία-αποχή που κήρυξε η ΑΔΕΔΥ κατά της αξιολόγησης. Το σημαντικότερο και ουσιαστικότερο στοιχείο, που δεν είναι όμως πρωτόγνωρο σε δικαστικές αποφάσεις εναντίον απεργιών, αλλά για πρώτη φορά χρησιμοποιείται σε πανελλαδική απεργία στον κρατικό τομέα, είναι ότι απαγορεύει μια κινητοποίηση που στοχεύει στην αλλαγή ενός αντεργατικού νόμου, χαρακτηρίζοντάς την ως «πολιτική» απεργία. Για πρώτη φορά ένα δικαστήριο κρίνει ότι ακόμη και μια απεργία με συνδικαλιστικά αιτήματα, που απευθύνονται άμεσα στο μεγαλοεργοδότη και αιτήματα που απευθύνονται στην κυβέρνηση (π.χ. κατάργηση αντιασφαλιστικών νόμων) μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο ως απεργία διαμαρτυρίας, δηλαδή μικρής διάρκειας και συμβολική. Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης, μια τέτοια απεργία πλήττει τη νομοθετική βούληση και τελικά εκβιάζει το νομοθετικό σώμα.
Ιδιαίτερη αναφορά χρειάζεται στην εξέλιξη της δικαστικής διαδικασίας εναντίον της 9μηνης απεργίας στην Ελληνική Χαλυβουργία, η οποία προκηρύχτηκε στις 31 Οκτώβρη 2011 μετά από την ψήφιση του αντεργατικού Πολυνομοσχεδίου. Μετά από 7 μήνες, η διοίκηση της εταιρίας προσφεύγει στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών για την κήρυξη της απεργίας ως παράνομης. Το δικαστήριο, με την από 5.6.2012 απόφασή του, κήρυξε την απεργία παράνομη για τυπικούς λόγους, απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς των απεργών περί καταχρηστικότητας της ένδικης αγωγής. Πιο συγκεκριμένα, οι τυπικοί λόγοι που καθιστούσαν την απεργία παράνομη αφορούσαν τη διαδικασία κήρυξής της, και συγκεκριμένα το γεγονός ότι –σε αντίθεση με το γράμμα του ν. 1264/1982– αντί για μυστική ψηφοφορία των εργαζομένων στη γενική τους συνέλευση, η απόφαση για την έναρξη της απεργίας λήφθηκε με ανοιχτή ψηφοφορία.
Το σωματείο είχε αντιτάξει πως αποτελεί καταχρηστική άσκηση δικαιώματος η προσβολή μιας απόφασης ΓΣ για τυπικό λόγο επτά (7) ολόκληρους μήνες μετά από την έναρξή της προβάλλοντας τη σχετική ένσταση, καθώς και πως, σε κάθε περίπτωση, είχε πρόσφατα επαναληφθεί ψηφοφορία σε ΓΣ με μυστική ψηφοφορία. Όπως και οι επιστρατευμένοι ναυτεργάτες (στους οποίους θ’ αναφερθούμε στη συνέχεια), έτσι και οι Χαλυβουργοί παρέμειναν στο απεργιακό τους «πόστο», παρά την απειλή 1.000 ευρώ προς κάθε μέλος του ΔΣ του σωματείου για κάθε μέρα συνέχισης της απεργίας. Τα ξημερώματα της 20ής Ιούλη 2012 με εντολή Εισαγγελέα, κατόπιν αυτοπρόσωπης παρέμβασης του πρωθυπουργού, τα ΜΑΤ επιτέθηκαν –με συνοδεία μυστικών αστυνομικών– κατά των απεργών έξω από το χώρο του εργοστασίου στον Ασπρόπυργο, συνέλαβαν 6 από αυτούς και κατέλαβαν την είσοδο του εργοστασίου τοποθετώντας έξι λεωφορεία της αστυνομίας και περίπου διακόσιους άντρες των ΜΑΤ. Δύο χρόνια μετά, είχαμε την ποινική συνέχεια της καταστολής της απεργίας, με την καταδίκη 6 απεργών χαλυβουργών σε φυλάκιση από 21 έως 23 μήνες (απόφαση 37933/9.4.14 του αυτόφωρου Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με πρόεδρο την Κ. Πολυζωγοπούλου και εισαγγελέα την Κ. Γνεσούλη).
Επίσης, πολλές φορές η Δικαιοσύνη ενεργεί κατασταλτικά, ακόμη και πριν φτάσει μια υπόθεση στο ακροατήριο των δικαστηρίων, με βάση εισαγγελικές παραγγελίες (π.χ. Σανιδά για την υπόθεση Τζάμπο) και άλλες τρομοκρατικές παρεμβάσεις. Μια τέτοια επικίνδυνη παρέμβαση της Δικαιοσύνης είναι η εισαγγελική παραγγελία προς το προεδρείο του Συλλόγου Διοικητικών Υπαλλήλων του Πανεπιστημίου Αθήνας, «να αποστείλει στο 2ο Τμήμα Προστασίας του Κράτους και του Δημοκρατικού Πολιτεύματος, της Υποδιεύθυνσης Κρατικής Ασφάλειας, της ΓΑΔΑ, τα πρακτικά της από 02-12-2013 Γενικής Συνέλευσης του Συλλόγου, γνωρίζοντας τα πλήρη στοιχεία ταυτότητας των μελών της Απεργιακής Επιτροπής».
Μια ανάλογη υπόθεση είναι η παρέμβαση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ρόδου τον Ιούνη του 2012, ο οποίος με πρωτοβουλία του, όπως δήλωσε, κάλεσε σε σύσκεψη την Ένωση Ξενοδόχων Ρόδου, το Σωματείο Ξενοδοχοϋπαλλήλων και το Επιμελητήριο Δωδεκανήσου, προκειμένου «να βρεθεί λύση ώστε να μην εκτεθεί –λόγω της σημερινής απεργίας– η Ρόδος», γιατί όπως υποστήριξε «στα συμβόλαια που έχουν υπογράψει οι ξενοδόχοι με τους τουριστικούς πράκτορες υπάρχουν όροι που τα καθιστούν άκυρα σε περίπτωση πολιτικής αστάθειας».
ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΡΑΤΕΥΣΗ
Η πολιτική επιστράτευση έχει χρησιμοποιηθεί τα τελευταία χρόνια τρεις φορές κατά απεργιών των ναυτεργατών (2002, 2006 και 2010) και από μία φορά κατά απεργιών των εργαζομένων στο ΜΕΤΡΟ (το 2013) και των εκπαιδευτικών (όταν το 2014 προανήγγειλαν απεργία κατά τη διάρκεια των εξετάσεων του Ιούνη). Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ) έκρινε νόμιμη και σύμφωνη με το Σύνταγμα την πολιτική επιστράτευση. Χαρακτηριστική για όλες τις σχετικές αποφάσεις του ΣτΕ είναι η τελευταία απόφασή του (1623/2012) μετά από προσφυγή της Πανελλήνιας Ναυτικής Ομοσπονδίας (ΠΝΟ). Σε αυτήν, το ΣτΕ επικαλείται την ανάγκη αντιμετώπισης κινδύνων που απειλούν το «γενικότερο κοινωνικό συμφέρον», καθώς και την αντιμετώπιση «ανάγκης που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη δημόσια υγεία».
Η τελευταία επιστράτευση των ναυτεργατών έγινε το Νοέμβρη του 2010. Μετά από την κήρυξη της επιστράτευσης οι ναυτεργάτες απεργοί εξαναγκάστηκαν να μπουν στα πλοίο ΦΑΙΣΤΟΣ κυριολεκτικά με το πιστόλι των λιμενικών στον κρόταφο. Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι μέχρι το 2012 οι ναυτεργάτες συμμετείχαν σε άλλες πέντε απεργίες, αψηφώντας την πολιτική επιστράτευση και παρόλο που αυτές οι απεργίες είχαν κηρυχτεί παράνομες και καταχρηστικές.
Πρέπει επίσης ν’ αναφερθεί ότι η Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Πειραιά άσκησε ποινική δίωξη σε βάρος του πληρώματος του πλοίου «SUPERFERRY II» επειδή πήρε μέρος σε πανελλαδική πανεργατική απεργία στις 20 Φλεβάρη 2013, ενώ οι ναυτεργάτες παρέμεναν σε καθεστώς επιστράτευσης. Τα τελευταία χρόνια δεν υπάρχει ιστορικό προηγούμενο δίωξης, με βάση την πολιτική επιστράτευση, του συνόλου των μελών ενός πληρώματος. Παρόλο που στην πρώτη δίκη, το κατηγορητήριο κατέπεσε, η υπόθεση δεν έχει λήξει οριστικά.
Τέλος, για να κατανοηθεί το πλαίσιο και η σημασία της συμμετοχής των επιστρατευμένων ναυτεργατών σε απεργίες, πρέπει να σημειωθεί ότι οι ναυτεργάτες εξαιρούνται από το ν. 1264 και υπόκεινται στις πιο αυστηρές ρυθμίσεις του ν. 330/1976. Σύμφωνα με αυτόν, η συμμετοχή του ναυτεργάτη σε παράνομη απεργία θεωρείται αυτόματα ως αδικαιολόγητη απουσία από την εκτέλεση διατεταγμένης υπηρεσίας και συνιστά ποινικό αδίκημα. Αν δε το πλοίο βρίσκεται στην αλλοδαπή, θεωρείται ως λιποταξία.
Επίσης, το 2014 νομοθετήθηκε (ν. 4256/2014, άρθρο 25) το απεργοσπαστικό μέτρο του λεγόμενου «πλοίου ασφάλειας». Σύμφωνα με αυτό, αν η απεργία των ναυτεργατών διαρκεί περισσότερο των τριών ημερών, το Συμβούλιο Ακτοπλοϊκών Συγκοινωνιών θα έχει το δικαίωμα να ορίζει πλοίο που θα εκτελέσει δρομολόγια προς τα νησιά, «σπάζοντας» ουσιαστικά την απεργία.
ΚΑΤΑΣΤΟΛΗ ΤΗΣ ΑΠΕΡΓΙΑΣ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ
Παρόλο που, τυπικά, με το ν. 1264/1982 αποποινικοποιήθηκαν οι λεγόμενες «παράνομες» απεργίες5, παρέμειναν ανέπαφες και ενεργές –παρά τις πρόσφατες τροποποιήσεις τους– μια σειρά διατάξεις του Ποινικού Κώδικα που ποινικοποιούν την απεργία (άρθρο 247 για τους κρατικούς υπάλληλους, 294 για την «παύση εργασίας», 332 για τον «εξαναγκασμό σε παύση εργασίας»). Επίσης, όπως προαναφέρθηκε, ποινικό αδίκημα είναι και η μη συμμόρφωση σε δικαστική απόφαση που έκρινε παράνομη/καταχρηστική την απεργία.
Στις περισσότερες περιπτώσεις, η ποινικοποίηση των απεργιών γίνεται κατά την περιφρούρηση των απεργιών ή κατά τις κινητοποιήσεις προβολής τους (π.χ. μοίρασμα σχετικών ενημερωτικών φυλλαδίων στα διόδια). Σε αυτές τις περιπτώσεις έχουμε και τις περισσότερες καταδίκες, αν κι έχουμε και πολλές αθωώσεις. Στην κατεύθυνση αυτή χρησιμοποιούνται τα άρθρα του Ποινικού Κώδικα για την «παράνομη βία» (330), τη «διατάραξη οικιακής ειρήνης» (334), τη «συκοφαντική δυσφήμιση» (363) και «συκοφαντική δυσφήμιση ανώνυμης εταιρίας» (364) που δήθεν λαμβάνει χώρα μέσω των ανακοινώσεων των σωματείων, την «αντίσταση» (κατά της Αρχής) (167), τη «διατάραξη ασφάλειας ή παρακώλυση συγκοινωνιών» (290, 291, 292) για κινητοποιήσεις ναυτεργατών (π.χ. Θάσου), αγροτών κ.ά. σε διόδια, εθνικούς δρόμους κλπ. (βλέπε και τροπολογία του Κόμματος για αποποινικοποίηση των συγκεκριμένων κινητοποιήσεων).
Τέλος, σε ό,τι αφορά τη βιομηχανία μηνύσεων σε βάρος πρωτοπόρων ταξικών σωματείων, σοβαρή κλιμάκωση αποτελεί η μήνυση εργολάβων της Ζώνης που φτάνει στο σημείο να χαρακτηρίζει το Συνδικάτο Μετάλλου Πειραιά «εγκληματική οργάνωση». Παρόλο που η ποινική δίωξη δε δέχτηκε την προκλητική κι εξωφρενική κατηγορία του εργολάβου και η δίωξη ασκήθηκε για παράνομη βία, παρόλο που το δικαστήριο εξέδωσε αθωωτική απόφαση και για την κατηγορία της παράνομης βίας, χρειάζεται επαγρύπνηση γιατί το κεφάλαιο δεν παραιτείται και τέτοια βρόμικη μεθόδευση μπορεί ν’ αξιοποιηθεί πολλαπλώς στο μέλλον και σε περιόδους μεγαλύτερης όξυνσης της ταξικής πάλης.
Γενικότερα, μελετώντας την τακτική των ποινικών δικαστηρίων, βγαίνει το συμπέρασμα ότι, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, σκοπός τους δεν είναι τόσο να καταδικάσουν συνδικαλιστές (γι’ αυτό υπάρχουν και αρκετές αθωώσεις ακόμα και από τα κατώτερα δικαστήρια), αλλά να στοχοποιήσουν και να συκοφαντήσουν τους ταξικούς αγώνες, να τρομοκρατήσουν και να εξουθενώσουν το κίνημα και τους εργαζόμενους, ν’ αποτρέψουν τους εργαζόμενους από τη συλλογική δράση. Ωστόσο, στην περίπτωση εμβληματικών αγώνων, όπου το κράτος και οι καπιταλιστές θέλουν να στείλουν γενικότερο μήνυμα στην εργατική τάξη (π.χ. Χαλυβουργία) ή ν’ αποτρέψουν μελλοντικούς αγώνες (π.χ. αγροτοδικεία) έχουμε καταδικαστικές αποφάσεις και σε βάρος συνδικαλιστών.
ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
Τα παραπάνω εμπόδια που θέτει η ελληνική –και όχι μόνο– νομοθεσία και νομολογία στην κήρυξη και τη διεξαγωγή απεργίας δεν είναι ωστόσο τα μόνα. Ακόμα και στην περίπτωση όπου μια απεργία θεωρηθεί νόμιμη από τα εθνικά δικαστήρια, υπάρχει η περίπτωση να καταπολεμηθεί από αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Αυτό συνέβη σε δύο εμβληματικές περιπτώσεις, στην υπόθεση Viking και στην υπόθεση Laval. Το κοινό στοιχείο αυτών των δύο περιπτώσεων είναι ότι πρόκειται για κινητοποιήσεις καθόλα συμβατές με το εθνικό δίκαιο των χωρών τους, οι οποίες καταπολεμήθηκαν από την εργοδοσία με την επιστράτευση του ευρωπαϊκού δικαίου.
1. Υπόθεση Viking: Πρόκειται για φινλανδική εφοπλιστική εταιρία που επιδίωξε ν’ αλλάξει σημαία (από φινλανδική σε εσθονική) σ’ ένα από τα πλοία της και να μετεγκατασταθεί στην Εσθονία για να εκμεταλλευτεί τους χαμηλότερους μισθούς που επικρατούν εκεί. Ένα φινλανδικό συνδικάτο επιχείρησε ν’ αντιδράσει οργανώνοντας απεργίες διαμαρτυρίας και μποϊκοτάζ για να εξαναγκάσει την εταιρία να διατηρήσει τους μισθούς στα παλιά επίπεδα. Τα συνδικάτα προσπάθησαν με κινητοποιήσεις ν’ αποτρέψουν την αλλαγή της σημαίας. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο αποφάσισε κατά των συνδικάτων με το σκεπτικό ότι οι κινητοποιήσεις αυτές περιορίζουν ανεπίτρεπτα την αρχή της ελεύθερης εγκατάστασης (άρθρο 43 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας).
2. Υπόθεση Laval: Πρόκειται για λετονική κατασκευαστική εταιρία, που η θυγατρική της στη Σουηδία απασχολούσε πολλούς εργάτες σε εργοτάξια στη Σουηδία. Τα συνδικάτα κινητοποιήθηκαν ζητώντας από την εταιρία να υπογράψει συλλογική σύμβαση εργασίας με μισθολογικούς κι εργασιακούς όρους ίδιους με αυτούς των σουηδικών κατασκευαστικών εταιριών. Η εταιρία αρνήθηκε, υποστηρίζοντας ότι οι εργάτες της εργάζονταν υπό λετονικό καθεστώς και υπόκεινταν στις συλλογικές συμβάσεις της Λετονίας και όχι της Σουηδίας. Τα σουηδικά συνδικάτα αντέδρασαν με –καθόλα συμβατές με το σουηδικό δίκαιο– απεργίες αλληλεγγύης και αποκλεισμούς όλων των εργοταξίων της Laval. Το αρμόδιο σουηδικό δικαστήριο παρέπεμψε το ζήτημα στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, το οποίο αποφάνθηκε κατά των συνδικάτων με το σκεπτικό ότι το αίτημα των κινητοποιήσεων αποτελεί παραβίαση της αρχής ελεύθερης παροχής υπηρεσιών (άρθρο 49). Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι, μετά από αυτή την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, το αρμόδιο σουηδικό δικαστήριο επέβαλε «τιμωρητική αποζημίωση» αξίας 55.000 ευρώ στα συνδικάτα, με το σκεπτικό ότι τα αιτήματά τους παραβίαζαν κανόνα ευρωπαϊκού δικαίου. Η υπόθεση Laval μπορεί ν’ αποτελέσει εφαλτήριο ώστε σε δεύτερο χρόνο να θεσπιστεί η ευθύνη των σωματείων για αποζημίωση, εφόσον η συνδικαλιστική τους δράση παραβιάζει τις διατάξεις των ευρωπαϊκών Συνθηκών.
Οι δύο αυτές υποθέσεις αποτελούν πολύ επικίνδυνο προηγούμενο για τους απεργιακούς αγώνες σε κάθε κράτος-μέλος της ΕΕ. Αυτό διαφάνηκε ήδη στην περίπτωση της σχεδιαζόμενης απεργίας του σωματείου των πιλότων της British Airways (BA) ενάντια στο σχεδιασμό της εταιρίας να δημιουργήσει θυγατρική στο Παρίσι που θα λειτουργούσε πτήσεις μεταξύ Ευρώπης και ΗΠΑ. Οι πιλότοι αντιδρούσαν γιατί οι πιλότοι της θυγατρικής θα εργάζονταν με χειρότερους όρους, ασκώντας έτσι πίεση για επιδείνωση και στους όρους εργασίας των πιλότων της ΒΑ. Για ν’ αποτρέψει τις κατά τ’ άλλα νόμιμες –με βάση τη βρετανική νομοθεσία– κινητοποιήσεις των πιλότων η εργοδοσία επικαλέστηκε την απόφαση Viking. Συγκεκριμένα, επικαλέστηκε το γεγονός ότι το αίτημα αυτής της απεργίας αντιστρατεύεται θεμελιώδεις αρχές του ευρωπαϊκού δικαίου και συγκεκριμένα την αρχή της «ελευθερίας εγκατάστασης» και την «ελευθερία παροχής υπηρεσιών», τις δύο αρχές δηλαδή τις οποίες επικαλέστηκε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για να καταστείλει τις απεργίες σε Viking και Laval. Ενδεικτικό του αποτρεπτικού ρόλου τέτοιων αποφάσεων είναι το γεγονός ότι το σωματείο τελικά δεν προχώρησε στην απεργία μπροστά στο φόβο υποχρέωσής του σε «τιμωρητική αποζημίωση» (όπως είχε γίνει στην υπόθεση Laval), δεδομένου ότι η ΒΑ απειλούσε το σωματείο ότι σε περίπτωση που κηρύξει απεργία θα διεκδικήσει δικαστικά την εξαιρετικά υψηλή αποζημίωση ύψους 100 εκατομμυρίων λιρών τη μέρα.
Οι παραπάνω δύο εμβληματικές περιπτώσεις δείχνουν ότι η αστική τάξη, τα αστικά κράτη και η ΕΕ δεν αρκούνται στην εθνική νομοθεσία για την καταστολή των εργατικών αγώνων. Στις λίγες περιπτώσεις που αυτή δεν αρκεί, υπάρχει και το «όπλο» της αξιοποίησης της ευρωπαϊκής νομοθεσίας.