Οι οικονομικές και πολιτικές συνθήκες των βουλευτικών εκλογών στις 6 Μάη και στις 17 Ιούνη 2012 ήταν πρωτόγνωρες για τα τελευταία περίπου 60 χρόνια. Ουσιαστικά ήταν οι πρώτες εκλογές που πραγματοποιήθηκαν σε συνθήκες βαθιάς και παρατεταμένης καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα μετά από τη δεκαετία του 1950. Η μείωση του ΑΕΠ διανύει το πέμπτο συνεχόμενο έτος, αγγίζοντας το 20% από την έναρξή της και συνοδεύεται από απόλυτη εξαθλίωση -απόλυτη μείωση μισθών και συντάξεων- που προσεγγίζει το 30% και από εκτεταμένη απλήρωτη για πολλούς μήνες εργασία. Επίσης συνοδεύεται από μαζικότερη καταστροφή αγροτών και αυτοαπασχολούμενων, απλήρωτων από το κράτος αυτοαπασχολούμενων στον τομέα της υγείας (φαρμακοποιών, γιατρών, φυσικοθεραπευτών κλπ.), από ανεργία που σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ το Μάη του 2012 ξεπέρασε το 23% του εργατικού δυναμικού, ενώ στις γυναίκες είναι 26,8% και στους νέους ηλικίας μέχρι 24 χρόνων είναι 54,9%.
Οι εκλογές του 2009 είχαν πραγματοποιηθεί στην αρχή της εκδήλωσης της κρίσης, όταν μόλις είχαν διαφανεί οι συνέπειές της για τις λαϊκές δυνάμεις, χωρίς όμως ακόμα να υπάρχει γενικευμένη απόλυτη μείωση του εργατικού και λαϊκού εισοδήματος, παρά κυρίως σχετική.
Επίσης, στα χρόνια 1989-1990, στο κατώφλι μιας νέας, αλλά αρκετά συνηθισμένης οικονομικής κρίσης και κυρίως μπροστά στην ανάγκη του ελληνικού καπιταλισμού να περάσει σε νεοφιλελεύθερη πολιτική διαχείρισης και ένταξης στην ΟΝΕ, ο δικομματισμός (η εναλλαγή ΝΔ και ΠΑΣΟΚ στη διακυβέρνηση μετά την πτώση της στρατιωτικής δικτατορίας το 1974) είχε υποστεί το πρώτο πλήγμα του: Δυσκολεύτηκε να διαμορφώσει μια αυτοδύναμη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, κυρίως λόγω του εκλογικού νόμου (δεν έδινε μπόνους εδρών στο πρώτο κόμμα) και όχι λόγω της τόσο μεγάλης απώλειας της πολιτικής εκλογικής επιρροής του στις εργατικές και λαϊκές μάζες. Η ΝΔ είχε σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση μετά τις τρίτες εκλογές σε διάστημα ενάμιση χρόνου και είχε χάσει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία στα μέσα της κοινοβουλευτικής τετραετίας.
Για το ΚΚΕ οι σημερινές συνθήκες ήταν πιο σύνθετες και δύσκολες, ακόμα και συγκριτικά με τις εκλογές του 1993, τις πρώτες μετά την επικράτηση της αντεπανάστασης στην ΕΣΣΔ και στις χώρες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη. Τότε η αντεπανάσταση δεν είχε ακόμα ολοκληρωθεί, υπήρχαν θύλακες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, κυρίως στην Κούβα, ενώ δεν είχαν ολοκληρωθεί ή τουλάχιστον δεν είχε αποκαλυφθεί πλήρως ο αντιδραστικός χαρακτήρας των εξελίξεων στην Κίνα και στο Βιετνάμ.
Σήμερα ουσιαστικά συνεχίζεται η βαθιά ήττα του επαναστατικού εργατικού κινήματος, ενώ ο οπορτουνισμός έχει ανασυνταχθεί οργανωτικά στην Ευρώπη με το Κόμμα Ευρωπαϊκής Αριστεράς (ΚΕΑ). Με άλλα λόγια, το «όραμα» του σοσιαλισμού-κομμουνισμού δεν είχε πληγεί από μια τόσο γενικευμένη νίκη της αντεπανάστασης που να τροφοδοτεί την αστική ιδεολογία και προπαγάνδα με το επιχείρημα ότι το ΚΚΕ υπόσχεται μια κοινωνία που πουθενά δεν επιβίωσε ή στην καλύτερη περίπτωση πρόκειται για κοινωνία της «δευτέρας παρουσίας».
Σε αυτό το έδαφος αναβίωσαν οι σοσιαλδημοκρατικές αυταπάτες, προβαλλόμενες από νέα οργανωτικά σχήματα (ΣΥΡΙΖΑ και ΔΗΜΑΡ) στην Ελλάδα, που απορρόφησαν σχεδόν τα τρία τέταρτα του ΠΑΣΟΚ. Σε αυτό το οικονομικό και πολιτικό έδαφος αναπτύχθηκε ο ΣΥΡΙΖΑ ως κόμμα διεκδίκησης της «αριστερής» κυβέρνησης, αποσπώντας μεγάλο μέρος (25-30%) των ψηφοφόρων που εμπιστεύτηκαν το ΚΚΕ το Μάη του 2012, αλλά και σε προηγούμενες εκλογές.
Από την ΚΕ του ΚΚΕ, αν και είχε προβλεφτεί η ανάπτυξη του ρεφορμισμού-οπορτουνισμού, δεν είχε συνειδητοποιηθεί το μέγεθος της πίεσης που θα ασκούσε, παρόλο που υπήρχε το ιστορικό προηγούμενο του ΠΑΣΟΚ, της πίεσης που άσκησε στις εκλογές του 1981.
Δεν είναι βέβαια το συγκρίσιμο μέγεθος των εκλογικών ποσοστών του ΚΚΕ που τεκμηριώνει την αναλογία στην πίεση που άσκησε στην εκλογική βάση του ΚΚΕ η σοσιαλδημοκρατία (ΠΑΣΟΚ) το 1981 και σήμερα ο ρεφορμισμός-οπορτουνισμός (το ρεύμα του ΣΥΡΙΖΑ), αφού το εκλογικό ποσοστό του ΚΚΕ το 1981 ήταν υπερδιπλάσιο εκείνου του Ιούνη 2012 (10,7% και 4,5% αντίστοιχα, αν και το 4,5% προέκυψε στις δεύτερες εκλογές, ενώ το 1981 δε χρειάστηκαν τέτοιες). Είναι η ανάδειξη ορισμένων αναλογιών στην ύπαρξη αντικειμενικών παραγόντων που τροφοδοτούν τη ρεφορμιστική ελπίδα, την αγωνιώδη και απελπισμένη αναζήτηση μιας άμεσης εναλλακτικής πολιτικής στη διαχείριση του καπιταλιστικού συστήματος απέναντι στις πιο κραυγαλέες αντιλαϊκές συνέπειές του.
Τότε, το 1981, η ρεφορμιστική απάτη και αυταπάτη αναπτύχθηκε στα ιστορικά δεδομένα τριών και πλέον δεκαετιών, όπου η ταχύτατη καπιταλιστική ανάπτυξη στην Ελλάδα δεν είχε αντιστοιχηθεί με ανάλογη έκφραση στο εργατικό-λαϊκό εισόδημα, στις συνθήκες ζωής, ενώ το θεσμικό αστικό πλαίσιο διατηρούσε σε μεγάλο βαθμό μετεμφυλιακά μέτρα. Ταυτόχρονα, αν και το σύστημα δεν κινδύνευε από την ανάπτυξη ταξικών αγώνων άμεσης αμφισβήτησης της καπιταλιστικής εξουσίας, ωστόσο υπήρχε εσωτερικός και διεθνής συσχετισμός δυνάμεων πολύ ευνοϊκότερος: Η παράταξη του ΚΚΕ ήταν πρώτη δύναμη στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα (στον ιδιωτικό τομέα) με συνδικαλισμένους το 40% των εργαζόμενων. Σήμερα, σύμφωνα με επεξεργασία στοιχείων που κοινοποίησε η ΓΣΕΕ το Μάρτη του 2010, το ποσοστό συνδικαλισμένων εργαζόμενων στον ιδιωτικό τομέα είναι περίπου 20%. Σ’ αυτόν τον υπολογισμό δε λαμβάνεται υπόψη ένα μεγάλο ποσοστό ανασφάλιστων που δεν καταγράφεται ως εργατικό δυναμικό. Το ποσοστό της συνδικαλιστικής παράταξης του ΚΚΕ στη ΓΣΕΕ με βάση το συσχετισμό του 2010 (συμπεριλαμβανομένων και των πρώην ΔΕΚΟ) είναι 21%. Επίσης το 1981 το ΚΚΕ ήταν πρώτη δύναμη σε μαζικά συγκροτημένο φοιτητικό και μαθητικό κίνημα, τα οποία σήμερα το μεν πρώτο είναι πλήρως αποδιαρθρωμένο, στο δε δεύτερο αναπτύσσονται αντιδραστικές δυνάμεις («Χρυσή Αυγή»).
Αλλά και από την άποψη του συσχετισμού δυνάμεων σε διεθνές επίπεδο οι ΗΠΑ, η ηγέτιδα καπιταλιστική δύναμη, είχαν υποστεί εμφανείς ήττες στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους τους, κυρίως στο Βιετνάμ, ενώ δεν είχαν ακόμα συνειδητοποιηθεί τα προβλήματα στη σοσιαλιστική οικοδόμηση στην ΕΣΣΔ και αλλού. Ετσι, ακόμα και η μονομερής καταδίκη του αμερικανικού ιμπεριαλισμού έπαιρνε γενικευμένο αντιιμπεριαλιστικό χαρακτήρα, αφού ακόμα δεν είχαν δύναμη υπεράσπισης αυτοτελών επιδιώξεών τους άλλες ισχυρές καπιταλιστικές δυνάμεις, π.χ. η Βρετανία, η Ιαπωνία, η Γερμανία, με εξαίρεση τη Γαλλία.
Η ύπαρξη χωρών σοσιαλιστικής οικοδόμησης αποτυπωνόταν στο διεθνές δίκαιο, στον ΟΗΕ, στη συγκρότηση συμμαχιών και εκτός ΝΑΤΟ (Κίνηση των Αδεσμεύτων) και βέβαια στην ύπαρξη του Συμφώνου Βαρσοβίας.
Παρ’ όλα αυτά το ΠΑΣΟΚ είχε ασκήσει πίεση και είχε αποσπάσει δυνάμεις από το ΚΚΕ, κυρίως δυνάμεις που είχαν συσπειρωθεί με το ΚΚΕ μέσω του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ (1941-1944), αναγνωρίζοντας το ρόλο του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ στην Εθνική Αντίσταση. Είχε αποσπάσει ακόμα και δυνάμεις από τους πολιτικούς πρόσφυγες, παίρνοντας ορισμένα μέτρα ρύθμισης συντάξεών τους κλπ. Το ΠΑΣΟΚ τότε έδρεψε πάνω στη βαθιά πίκρα της ήττας του ΔΣΕ σε συνδυασμό με τη μακρόχρονη αρνητική επίδραση της δεξιάς οπορτουνιστικής στροφής του ΚΚΣΕ (20ό Συνέδριο το 1956) και της ανάλογης παρέμβασής του στο ΚΚΕ (6η Πλατειά Ολομέλεια του 1956, καθαίρεση της ηγεσίας του ΚΚΕ, καθαίρεση και στη συνέχεια διαγραφή του Ν. Ζαχαριάδη).
Στις εκλογές του 1981 και εμφανέστερα σ’ εκείνες του 1985 το ΚΚΕ υπέστη την πίεση σε δυνάμεις της επιρροής του, παρά το γεγονός ότι δεν υπήρχαν συνθήκες παρατεταμένης και βαθιάς οικονομικής κρίσης, αλλά και δεν είχε απορρίψει την πολιτική συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ (το δεύτερο την αρνούνταν), το δε Πρόγραμμα του ΚΚΕ πρόβλεπε μεταβατική διακυβέρνηση πάνω στο καπιταλιστικό έδαφος, την «Πραγματική Αλλαγή».
Στη συνέχεια το ΠΑΣΟΚ, ως κόμμα αστικής διακυβέρνησης, για πολλά χρόνια διεύρυνε την κοινωνική βάση του ρεφορμισμού-οπορτουνισμού με μέτρα όπως: Εκτεταμένες προσλήψεις στο στενό (δημόσια διοίκηση) και ευρύτερο κρατικό τομέα (ΔΕΚΟ, τοπική διοίκηση, κρατικές τράπεζες, κρατικοποιημένες βιομηχανικές μονάδες) μέσα από τις κλαδικές οργανώσεις του. Διεύρυνση της στεφάνης μεσαίων στρωμάτων που αναπαράγονταν μαζί με τους ισχυρούς καπιταλιστικούς ομίλους, αξιοποιώντας σε αυτή την κατεύθυνση τα ΕΟΚικά κονδύλια. Χρησιμοποίηση μέρους των ΕΟΚικών κονδυλίων για εξαγορά συνδικαλιστών και όχι μόνο, φτωχότερων αγροτών κλπ., προκειμένου να στηρίξουν την ενσωμάτωση της ελληνικής παραγωγής στις συνθήκες της ΕΟΚικής-ευρωενωσιακής αγοράς, που υπονόμευε τις εγχώριες παραγωγικές δυνατότητες, με αποτέλεσμα να μπουν σε ανεπίστρεπτη κρίση οι βιομηχανικοί κλάδοι του ιματισμού, της κλωστοϋφαντουργίας, του δέρματος, της ναυπηγοεπισκευαστικής, καθώς και να συρρικνωθεί η εγχώρια αγροτική και κυρίως κτηνοτροφική παραγωγή.
Τα ΠΑΣΟΚικά και ΕΟΚικά «αργύρια» έχασαν πολύ γρήγορα τη δύναμή τους για εξαγορά, αλλά είχαν κατορθώσει να διαλύσουν το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα σε πολλούς κλάδους, να γραφειοκρατικοποιήσουν τις δομές του και να ενσωματώσουν την ηγεσία των ΓΣΕΕ - ΑΔΕΔΥ στις εργοδοτικές και κυβερνητικές επιδιώξεις, ακόμα και ηγεσίες εργατικών κέντρων και ομοσπονδιών. Ωστόσο, η νοσταλγία αυτών των «αργυρίων» αναπαράγει σήμερα ρεφορμιστικές βλέψεις, στηρίζει τη μετακίνηση μαζών από το ΠΑΣΟΚ προς το ΣΥΡΙΖΑ και τη ΔΗΜΑΡ, δίνει κάλυψη στον οπορτουνισμό, ασκεί πίεση προς την ταξικά συνεπή πολιτική γραμμή του ΚΚΕ. Μέσα σε αυτό το ρεύμα πίεσης εμφανίζεται και η εξής αντιφατική παραλλαγή του: Αναγνωρίζεται η ασυνέπεια του ΣΥΡΙΖΑ, η διάσταση λόγων και έργων, η στάση συνεργασίας δυνάμεών του με ΠΑΣΟΚικές δυνάμεις στο συνδικαλιστικό κίνημα, στην Τοπική Διοίκηση, ακόμα και συνεργασίας με καπιταλιστές για επιχειρησιακές συμφωνίες μείωσης μισθών, προσαρμογής από πλήρη σε μερική εργασία. Αναγνωρίζεται η συνέπεια λόγων και έργων του ΚΚΕ, η επιβεβαίωση των εκτιμήσεων και προβλέψεών του, η ορθότητα της κριτικής του προς το ΣΥΡΙΖΑ, αλλά ζητιέται ουσιαστικά το ΚΚΕ να παίξει το ρόλο του ΣΥΡΙΖΑ, να γίνει πόλος συγκέντρωσης δυνάμεων (του ΝΑΡ/ΑΝΤΑΡΣΥΑ, του λεγόμενου αριστερού ρεύματος του ΣΥΝ κι άλλων συνιστωσών του ΣΥΡΙΖΑ) χωρίς γραμμή ρήξης και ανατροπής της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας και εξουσίας. Ζητιέται το ΚΚΕ να γίνει η βασική δύναμη μιας «εναλλακτικής» μεταβατικής διακυβέρνησης στο καπιταλιστικό έδαφος, χωρίς ουσιαστικά να συγκρουστεί με την κυρίαρχη κοινωνική δύναμη, την καπιταλιστική. Ζητιέται το ΚΚΕ να συμβάλει στην αλλαγή του τύπου της αστικής διακυβέρνησης που υιοθετήθηκε την τελευταία εικοσαετία, αθωώνοντας κι εξαγνίζοντας τον προηγούμενο τύπο (επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής).
Πέρα από τη φαινομενική πρωτοτυπία, τη διαφοροποίηση ή και ιδιαιτερότητα τέτοιων προτάσεων, θα λέγαμε ακόμα και πέρα από τις αγνές προθέσεις φορέων τους που υιοθετούν σοσιαλιστικά-κομμουνιστικά ιδεώδη, στην πραγματικότητα απέναντι στο θεμελιώδες ερώτημα «μεταρρύθμιση ή επανάσταση» στέκονται με τη μεταρρύθμιση.
Σήμερα όμως δε δικαιολογείται οποιαδήποτε τέτοια σύγχυση από δυνάμεις που αυτοχαρακτηρίζονται ως κομμουνιστικές, έστω κι αν η αντίστοιχη λαϊκή πίεση εξηγείται εξαιτίας των προβλημάτων της οικονομικής κρίσης, των «συγκρίσεων» με την προ κρίσης κατάσταση ή ακόμα και με την πρώτη 4ετία της διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ (1981-1985).
Ολοι μας οφείλουμε να γνωρίζουμε πότε και με ποιες προϋποθέσεις ο καπιταλισμός ανέχτηκε γενικευμένες εργατικές και λαϊκές κατακτήσεις, γιατί σήμερα τις κατεδαφίζει, ανεξάρτητα από τη φάση ή και το βάθος της οικονομικής κρίσης σε κάποια χώρα, ανεξάρτητα από ιδιαίτερα χαρακτηριστικά στην εκδήλωσή της (αλλού υπερδιογκωμένο δημόσιο χρέος, αλλού υπερδιογκωμένα επισφαλή χρέη τραπεζών, αλλού μεγάλα ελλείμματα ισοζυγίου πληρωμών ή και συνδυασμός τέτοιων και άλλων χαρακτηριστικών). Ολοι μας ή τουλάχιστον οι φορείς που θέλουν να αναλύσουν και να τοποθετηθούν με γνώμονα τα εργατικά-λαϊκά συμφέροντα, την κοινωνική πρόοδο, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε γιατί η απαξίωση μισθών-συντάξεων-εργατικού και λαϊκού εισοδήματος είναι ανεπίστρεπτη στρατηγική του κεφαλαίου στην αναπτυγμένη καπιταλιστική Ευρώπη, αλλά και στις ΗΠΑ, στην Ιαπωνία. Ο καπιταλιστικός ανταγωνισμός και οι αντιθέσεις των καπιταλιστικών κρατών διεξάγονται πλέον με νέους όρους κι όχι με εκείνους της περιόδου μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και ουσιαστικά μέχρι τη δεκαετία του 1970. Στην Ελλάδα καθυστέρησαν ακόμα περισσότερο να φανούν αυτοί οι νέοι όροι, με τις συνθήκες της καπιταλιστικοποίησης των βαλκανικών χωρών και της δυνατότητας που έδωσαν αρχικά για επικερδείς εξαγωγές κεφαλαίου από την Ελλάδα.
Οι πάντες σήμερα γνωρίζουν ή πρέπει να γνωρίζουν ότι το άρμα της καπιταλιστικής ανάπτυξης το σέρνουν Κίνα - Ινδία, όπου η εργατική δύναμη είναι πάμφθηνη, ότι αυτό αφορά και τη γειτονική Τουρκία, καθώς και όλες τις πρώην σοσιαλιστικές χώρες, σειρά χωρών της Λατινικής Αμερικής, της Καραϊβικής κλπ. Ολα τα επιτελεία του κεφαλαίου -εγχώρια, ευρωενωσιακά, διεθνή- επιβεβαιώνουν τη στρατηγική του για «μείωση του κόστους εργασίας», που είναι στρατηγική επιβίωσης του κεφαλαίου σε συνθήκες βαθιάς γήρανσης και σήψης.
Αν και έγκαιρα αναδείχθηκαν από το ΚΚΕ αυτές οι τάσεις, ωστόσο δεν έγιναν συνείδηση μιας ευρύτερης πρωτοπορίας, δεν έφτασαν σε βάθος και σε πλάτος σε μεγαλύτερα τμήματα μισθωτών, αυτοαπασχολούμενων, νέων, γυναικών της εργατικής-λαϊκής οικογένειας, ώστε να σταθεροποιηθεί και να διευρυνθεί η εργατική πρωτοπορία, ο πυρήνας της λαϊκής συμμαχίας της.
Σε αυτό το ζήτημα εντάσσεται και η αναζήτηση των υποκειμενικών παραγόντων, δηλαδή του τρόπου δουλειάς του ΚΚΕ και της ΚΝΕ, ώστε να σταθεροποιείται και να διευρύνεται η συγκέντρωση δυνάμεων με τη γραμμή της ρήξης και ανατροπής σε συνθήκες που εκ νέου αναπτύσσεται ο ρεφορμισμός-οπορτουνισμός.
Ακόμα και η πίεση που ασκείται από ένα μέρος του περίγυρου του ΚΚΕ για ν’ αναζητηθούν κυρίως υποκειμενικοί παράγοντες στην κατά 48,3% εκλογική μείωσή του, ν’ αναρωτηθεί για την αποτελεσματικότητα της στρατηγικής του (ή κατ’ επίφαση της τακτικής του), εκφράζει μακρόχρονες υποκειμενικές αδυναμίες ως προς τους ιδεολογικούς δεσμούς του Κόμματος με παραδοσιακά διαμορφωμένους ψηφοφόρους του. Εκφράζει καθυστερήσεις στην ανανέωση των κομματικών δυνάμεων, ιδιαίτερα στους δεσμούς του Κόμματος με νέες ηλικίες φυσικά με ταξικά κριτήρια, αν και θα πρέπει να μην υποτιμάμε ότι αντικειμενικά πρόκειται για τις πιο χτυπημένες γενιές από την ήττα του κομμουνιστικού κινήματος. Εκφράζει ιδεολογικές συγχύσεις γύρω από τους όρους «στρατηγική - τακτική», αφού συχνά ως τακτική θεωρείται η ανέντιμη απόκρυψη της ταξικής αλήθειας (πάλη για την εργατική-λαϊκή εξουσία) ή ακόμα χειρότερα η έλλειψη βαθύτερης γνώσης των θέσεων του Κόμματος. Και τέτοια είναι το γεγονός ότι σειρά προτάσεων-αιτημάτων του ΚΚΕ, π.χ. για την ανεργία, για το κούρεμα της λαϊκής υπερχρέωσης, για τη φορολογία, για την υπεράσπιση του εργατικού-λαϊκού βιοτικού επιπέδου με ενίσχυση των δωρεάν δημόσιων υπηρεσιών υγείας, πρόνοιας, παιδείας, για δημόσια έργα, για μη ιδιωτικοποίηση επιχειρήσεων στρατηγικής σημασίας, όλα αυτά δεν αποτελούν το πρόγραμμα του ΚΚΕ για την εργατική εξουσία, αλλά το πλαίσιο πίεσης προς κάθε αστική κυβέρνηση για την υπεράσπιση των συνθηκών ζωής της λαϊκής πλειοψηφίας.
Στις αδυναμίες-καθυστερήσεις που ήδη αναφέραμε να προσθέσουμε και τις καθυστερήσεις ως προς τις μορφές δράσης για την ανασύνταξη του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος, ευρύτερα για την ανάπτυξη ταξικών αγώνων, για τη συσπείρωση δυνάμεων στις Επιτροπές της εργατικής-λαϊκής συμμαχίας, ζητήματα που θίγονται στην Απόφαση της ΚΕ για την τελική εκτίμηση των δύο πρόσφατων εκλογών1. Τέτοιες καθυστερήσεις εκφράζει και το γεγονός ότι οπαδοί και ψηφοφόροι του Κόμματος, ακόμα και μέλη του, δεν ήταν προετοιμασμένοι στα ενδεχόμενα ισχυροποίησης αντιδραστικών τάσεων (π.χ. της «Χρυσής Αυγής»), αναδιάρθρωσης της σοσιαλδημοκρατίας (υποκατάσταση του ρόλου του ΠΑΣΟΚ από το ΣΥΡΙΖΑ), απώλειας δυνάμεων του ΚΚΕ κλπ.
Δεν είχε συνειδητοποιηθεί ότι οι αγώνες που είχαν προηγηθεί όχι μόνο δεν είχαν την απαιτούμενη έκταση και ένταση, τη διάρκεια και τον προσανατολισμό, ώστε ν’ ανακόψουν την τάση αντιδραστικοποίησης, το ρεφορμισμό-οπορτουνισμό, αλλά μορφές όπως «οι πλατείες» ενίσχυσαν αυτές τις τάσεις. Ιδιαίτερα μετά την παραίτηση της κυβέρνησης Γ. Παπανδρέου, στη διάρκεια της κυβέρνησης Λ. Παπαδήμου υπήρξε εμφανής υποχώρηση του εργατικού και λαϊκού κινήματος. Αυτή η υποχώρηση δεν καταγράφεται μόνο με τα χαμηλά ποσοστά συμμετοχής στις απεργίες στον ιδιωτικό τομέα και τη σχεδόν ανύπαρκτη συμμετοχή στο δημόσιο τομέα, στις τράπεζες, στις πρώην ΔΕΚΟ, αλλά κυρίως καταγράφεται στην ταχύτατη επέκταση των επιχειρησιακών και ατομικών συμβάσεων για μείωση μισθών. Σύμφωνα με στοιχεία του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας Κεντρικής Μακεδονίας, στο διάστημα από 14 Φλεβάρη έως 31 Μάη 2012, 25.714 εργαζόμενοι υπέγραψαν επιχειρησιακές ή ατομικές συμβάσεις με αντίστοιχη μείωση μισθού. Επίσης πανελλαδικά ο αριθμός μετατροπής των συμβάσεων πλήρους απασχόλησης σε συμβάσεις ευέλικτων εργασιακών σχέσεων αυξήθηκε κατά 33,7% το Α΄ τετράμηνο του 2011 συγκριτικά με το αντίστοιχο του 2010 και κατά 43,6% το Α΄ τετράμηνο του 2012 συγκριτικά με το αντίστοιχο του 2011.