«Σε όλες τις χώρες όπου οι κομμουνιστές, εξαιτίας της κατάστασης πολιορκίας ή των έκτακτων νόμων, δεν έχουν τη δυνατότητα να κάνουν όλη τους τη δουλιά νόμιμα, είναι απόλυτα αναγκαίο να συνδυάζουν τη νόμιμη και την παράνομη δουλιά. Η ταξική πάλη σε όλες σχεδόν τις χώρες της Ευρώπης και της Αμερικής μπαίνει στη φάση του εμφυλίου πολέμου. Στις συνθήκες αυτές οι κομμουνιστές δεν μπορούν να έχουν εμπιστοσύνη στην αστική νομιμότητα. Είναι υποχρεωμένοι να δημιουργούν παντού παράλληλο παράνομο μηχανισμό , που στην αποφασιστική στιγμή θα μπορούσε να βοηθήσει το κόμμα να εκπληρώσει το χρέος του απέναντι στην επανάσταση».
3ος όρος εισδοχής στην Κομμουνιστική Διεθνή1
Η απαίτηση για την ύπαρξη παράνομων κομματικών οργανώσεων ως έναν από τους 21 όρους για την προσχώρηση ενός κόμματος στην Κομμουνιστική Διεθνή είναι ενδεικτική του χαρακτήρα του κομμουνιστικού κόμματος, ως καθοδηγητή της ταξικής πάλης για ν’ αλλάξει ο χαρακτήρας της εξουσίας. Γι’ αυτό η ύπαρξη παράνομων κομματικών οργανώσεων αποτέλεσε χαρακτηριστικό των κομμουνιστικών κομμάτων από την ίδρυσή τους σε περιόδους βαθιάς παρανομίας.
Αλλωστε ένα μέρος της δράσης ενός κομμουνιστικού κόμματος δε θεωρείται ουσιαστικά νόμιμη από την αστική εξουσία, ακόμα και αν το κόμμα είναι τυπικά νόμιμο (όπως σήμερα το ΚΚΕ). Ενα ΚΚ οφείλει να μη συμφιλιώνεται με την αστική νομιμότητα με την έννοια της συναίνεσης ως προς την ύπαρξη και την αναπαραγωγή της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, γιατί σε διαφορετική περίπτωση θα είναι νόμιμο, αλλά όχι και κομμουνιστικό. Ακόμα και σε περιόδους «νομιμότητας» ενός ΚΚ, η αστική εξουσία ανέχεται την ύπαρξη και τη δράση του, αλλά όχι και την εφαρμογή των αντιλήψεών του. Ολη η ιστορία του εργατικού και του κομμουνιστικού κινήματος από το 1848 και έπειτα φανερώνει ότι σε καμία χώρα και σε καμία περίπτωση η αστική τάξη δεν αποδέχτηκε την εφαρμογή του προγράμματος του κομμουνιστικού κόμματος ειρηνικά και μέσω των αστικών πολιτικών θεσμών, αλλά ότι -αντίθετα- έδωσε λυσσαλέο αγώνα ζωής ή θανάτου, προκειμένου να διατηρήσει την εξουσία της, την εκμεταλλευτική σχέση.
Ακόμα όμως και σε εκείνες τις περιόδους που το ζήτημα της ανατροπής της εξουσίας του κεφαλαίου δεν έχει μπει στην «ημερήσια διάταξη», η δράση των πολυπλόκαμων μηχανισμών της αστικής εξουσίας δε σταματά να στρέφεται ενάντια στη δράση του κομμουνιστικού κόμματος, επιχειρώντας να προλάβει μια νέα επαναστατική άνοδο του κινήματος. Για να ανασύρει κανείς αποδεικτικά στοιχεία για την ορθότητα της παραπάνω θέσης δε χρειάζεται να ψάξει απλά στην απώτερη ιστορία του ΚΚΕ, στην οποία με ευκολία θα διακρίνει το ιδιώνυμο του Βενιζέλου (1931), αλλά μπορεί να εστιάσει και στο πρόσφατο παρελθόν και στο παρόν. Από τις διώξεις αγροτών και μαθητών για τη συμμετοχή τους σε μπλόκα και καταλήψεις μέχρι τις δίκες στελεχών του ΠΑΜΕ για την κατάληψη δημόσιων κτιρίων. Από τους ασφαλίτες που παραβρίσκονταν σε συνελεύσεις συνδικάτων και σε πορείες του ΠΑΜΕ και του ΚΚΕ μέχρι και τη διενέργεια προβοκατσιών σε συνεργασία με το παρακράτος.
Πέρα από τους κατασταλτικούς μηχανισμούς του κράτους και τους μηχανισμούς βίας που διαθέτουν οι ίδιοι οι καπιταλιστές (ιδιωτική αστυνομία, μπράβους κλπ.), εξίσου σημαντική είναι η ιδεολογική χειραγώγηση που ασκούν οι μηχανισμοί αναπαραγωγής της κυρίαρχης ιδεολογίας και κατά συνέπεια της εξουσίας του κεφαλαίου, επικεντρώνοντας στο δίλημμα «αστική νομιμότητα ή παρανομία». Η ιδεολογική τρομοκρατία χρησιμοποιεί εκβιαστικά τη «νομιμότητα» του κομμουνιστικού κόμματος, προκειμένου να το λοξοδρομήσει από τις πολιτικές του στοχεύσεις, να το κάνει να ακυρώσει στην πράξη την επιδίωξη της ανατροπής της καπιταλιστικής εξουσίας και να τρομοκρατήσει τις μάζες που το προσεγγίζουν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι κατά καιρούς «εκτιμήσεις» αστών πολιτικών και δημοσιολόγων ότι το ΚΚΕ κινείται στα όρια της συνταγματικής νομιμότητας, όπως και οι «εκκλήσεις» τους για το σεβασμό της. Αλλοτε πάλι επιλέγουν τη θέση ότι εφόσον το ΚΚΕ δεν αποδέχεται την αστική νομιμότητα, δεν μπορεί να εκφράζεται και ελεύθερα μέσα στην αστική δημοκρατία. Το πιο πρόσφατο παράδειγμα είναι αυτό της «Καθημερινής» της 25ης Μάη 2011, στην οποία αρθρογράφος της υποστήριξε ότι «…το ΚΚΕ, με τη στάση που τηρεί, επιβεβαιώνει το πόσο εσφαλμένη ήταν η άνευ όρων νομιμοποίηση του το 1974»2.
Δεν πρόκειται φυσικά για ένα καινούριο φαινόμενο. Η αστική τάξη χρησιμοποίησε αρκετές φορές το πλαστό δίλημμα «αστική νομιμότητα ή παρανομία» και από την καλή και από την ανάποδη. Ακόμα κι έπειτα από το ξέσπασμα του ταξικού ένοπλου αγώνα 1946-1949 (31 Μάρτη 1946), το αστικό κράτος αξιοποίησε τη διατήρηση της «νομιμότητας» του ΚΚΕ για ένα μεγάλο (σε σχέση με την κρισιμότητα της περιόδου για την αστική εξουσία) διάστημα, προκειμένου να ενισχύσει στο εσωτερικό του πιέσεις και αυταπάτες αναφορικά με τη δυνατότητα ειρηνικής επίλυσης της σύγκρουσής του με τον αγγλικό ιμπεριαλισμό και την αστική τάξη. Παρομοίως, έπειτα από τη λήξη του αγώνα του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας, το αστικό κράτος από τη μια πλευρά φυλάκιζε, εξόριζε, βασάνιζε και εκτελούσε σειρά αγωνιστών και από την άλλη ενθάρρυνε τη δημιουργία ενός «νομιμόφρονου αριστερού κόμματος», του οποίου η δράση και οι πολιτικοί στόχοι να κινούνται εντός των τειχών του καπιταλισμού.
Επομένως, μπορεί κανείς να συμπεράνει ότι ακόμα και η τυπική νομιμότητα του κομμουνιστικού κόμματος δε διαφοροποιεί την ουσία της στάσης της αστικής εξουσίας απέναντί του και πολύ περισσότερο δε θα πρέπει να θολώνει την αντίληψή του για το χαρακτήρα της αστικής εξουσίας. Είτε με το μαστίγιο είτε με το καρότο είτε ακόμα και με το συνδυασμό των δύο, σκοπός της αστικής εξουσίας είναι η συντριβή του κομμουνιστικού κόμματος «νόμιμου» ή «παράνομου». Οι παράγοντες που οδηγούν στην επιλογή της μιας ή της άλλης οδού -της «νομιμότητας» ή της «παρανομίας»- από την πλευρά της αστικής τάξης είναι κάθε φορά πολλοί και με διαφορετικό βάρος, όπως ο συσχετισμός δύναμης, οι δεσμοί του κομμουνιστικού κόμματος κυρίως με την εργατική τάξη και με τα καταπιεσμένα λαϊκά στρώματα, οι διεθνείς συνθήκες, η σταθερότητα της αστικής εξουσίας κ.ο.κ.