Ο γενικός στόχος της κρατικής πολιτικής διαχρονικά, είναι η υποβοήθηση της διευρυμένης αναπαραγωγής του κοινωνικού κεφαλαίου, διαδικασία που υφίσταται νομοτελειακές τάσεις. Στις φάσεις κρίσης, η άμεση κρατική παρέμβαση στις επενδύσεις γίνεται εμφανώς πιο αδύναμη.
Θεμελιακός άξονας της αστικής πολιτικής, ιδιαίτερα σε συνθήκες κρίσης και όξυνσης του ανταγωνισμού στη διεθνή αγορά, είναι η πολιτική φθηνότερης εργατικής δύναμης και αύξησης του βαθμού εκμετάλλευσης.
Βασικές πλευρές της αστικής πολιτικής είναι η πολύμορφη κρατική στήριξη των μονοπωλιακών ομίλων από τον κρατικό προϋπολογισμό, με φοροαπαλλαγές, επιδοτήσεις, κρατικές αγορές, νομοθετικές παρεμβάσεις που διευκολύνουν την επιχειρηματική δράση και γενικευμένη πολιτική ιδιωτικοποιήσεων γης κι επιχειρήσεων που ανήκουν στο κράτος, που στοχεύει και στη δημιουργία νέων πεδίων κερδοφορίας, για να βρουν τα υπερσυσσωρευμένα κεφάλαια των ομίλων διέξοδο.
Η δημοσιονομική θωράκιση της ελληνικής καπιταλιστικής οικονομίας, που αποτελεί κεντρικό διακύβευμα της περιόδου, πρέπει να γίνει κατανοητή μέσα από αυτούς τους άξονες. Στοχεύει στην αυξημένη αναδιανομή ενός τμήματος του κοινωνικού προϊόντος κυρίως προς τους μονοπωλιακούς ομίλους.
Για να προωθήσει αυτές τις ρυθμίσεις, η κυβέρνηση προσπαθεί να «χρυσώσει το χάπι». Προβάλλει τη διανομή του περιβόητου κοινωνικού μερίσματος, ύψους περίπου 500 εκατ. ευρώ. Ουσιαστικά, η κυβέρνηση επιστρέφει σε κοινωνικές ομάδες ακραίας φτώχειας και στο «ένστολο δυναμικό» του αστικού κράτους εφάπαξ ένα εξαιρετικά μικρό κομμάτι από τα δεκάδες δισ. ευρώ που έχουν καταβάλει οι εργαζόμενοι όλο το προηγούμενο διάστημα. Σημειώνουμε ότι η μείωση των εργοδοτικών εισφορών κατά 3% και οι σημαντικές περικοπές στους μισθούς των εργαζομένων αποτελούν νέα, επιπρόσθετη αφαίμαξη των λαϊκών εισοδημάτων, πολλαπλάσια των 500 εκατ. ευρώ του κοινωνικού μερίσματος.
Την ίδια στιγμή, όπως είδαμε και προηγουμένως, η κρίση δεν έχει ανάλογα αποτελέσματα σε όλες τις μερίδες του κεφαλαίου, αντίθετα, ορισμένα τμήματά του έχουν πληγεί περισσότερο από άλλα. Η φάση της ανάκαμψης θα έχει αντίστοιχα χαρακτηριστικά. Αυτό οδηγεί σε αποκλίνοντα συμφέροντα των διαφορετικών μερίδων του κεφαλαίου και στην απαίτηση διαφορετικών επιμέρους κρατικών ρυθμίσεων που να εξυπηρετούν αυτές τις ανάγκες. Το φαινόμενο αυτό δεν είναι ελληνική ιδιορρυθμία ή πρωτοτυπία. Στην πραγματικότητα, αυτή η απόκλιση συμφερόντων ανάμεσα σε μερίδες του κεφαλαίου, μονοπωλιακούς ομίλους και κράτη και η διαπάλη για τον επιμερισμό των βαρών της κρίσης και των κερδών της καπιταλιστικής ανάπτυξης διατρέχει ολόκληρη την καπιταλιστική οικονομία, σε ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο. Αποτελεί την αντικειμενική οικονομική βάση πάνω στην οποία ξεδιπλώνονται οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις σε ολόκληρο τον πλανήτη και στην περιοχή μας, οι οποίες επιδρούν και στην Ελλάδα. Η αστική διαχείριση επηρεάζεται από το σύνολο αυτών των αντιθέσεων, εγχώριων και ξένων, και αποπειράται να τις συγκεράσει.
ΚΛΑΔΟΙ ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ
Συγχρόνως, μια σειρά από αντικειμενικές παραμέτρους που σχετίζονται με τη γενική κατάσταση της ελληνικής οικονομίας και της οικονομίας των σχετιζόμενων με αυτή χωρών, τη γεωπολιτική θέση, τους φυσικούς πόρους που βρίσκονται στη χώρα, αλλά και οι προαναφερθείσες αντιθέσεις, διαμορφώνουν μια σειρά από κλάδους προτεραιότητας για την καπιταλιστική ανάπτυξη της επόμενης μέρας που θα τύχουν των πιο ευνοϊκών κρατικών ρυθμίσεων, κλάδους στους οποίους θα στραφεί μεγάλο τμήμα της σχετικής κρατικής χρηματοδότησης. Έχει μεγάλη σημασία να τονίσουμε ότι η αντικειμενικότητα αυτών των επιλογών είναι με κριτήριο την κερδοφορία του κεφαλαίου και όχι γενική αντικειμενικότητα με κριτήριο τις δυνατότητες ικανοποίησης των κοινωνικών αναγκών.
Στον καπιταλισμό, το κοινωνικό κεφάλαιο συγκροτείται ως ένα σύμπλεγμα αλληλοεξαρτώμενων επιμέρους κεφαλαίων που δρουν ανταγωνιστικά μεταξύ τους, σε επίπεδο κλάδου, σε διακλαδικό επίπεδο, σε επίπεδο χώρας, με στόχο το κέρδος. Για το λόγο αυτό, στον καπιταλισμό δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρξει ολοκληρωμένος, ενιαίος και πλήρης σχεδιασμός της οικονομικής ζωής. Το κάθε σχέδιο είναι αναγκαστικά μερικό και ατελές και συχνά αναπτύσσονται διαφορετικά, ίσως και ανταγωνιστικά σχέδια, από διαφορετικές μερίδες του κεφαλαίου.
Βασικότεροι σχεδιασμοί για την «επόμενη μέρα» της ελληνικής οικονομίας είναι η μελέτη για λογαριασμό του ΣΕΒ και της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών που εκπόνησε η McKinsey&Company ήδη από το 20112, ενώ μια οπτική πιο κοντά στις θέσεις του εφοπλιστικού κεφαλαίου αποτυπώνει η σχετική μελέτη του ΙΟΒΕ3. Αναπτυξιακό σχέδιο εκπόνησε και το ΚΕΠΕ4.
Στη βάση αυτών των σχεδίων, καταρτίστηκε από την κυβέρνηση ένα «εθνικό αναπτυξιακό σχέδιο» που θέτει τους κλαδικούς άξονες προτεραιότητας, ενώ συνδέεται και με το «ελληνικό αναπτυξιακό ταμείο», στο οποίο αναφερόμαστε παρακάτω. Το σχέδιο αυτό προβλέπει ότι βασικοί κλάδοι προτεραιότητας για την καπιταλιστική ανάπτυξη του επόμενου διαστήματος είναι οι παρακάτω:
α) Ο κλάδος των μεταφορών, θαλάσσιων και χερσαίων, και γενικότερα της εφοδιαστικής αλυσίδας. Η καπιταλιστική δραστηριότητα σ’ αυτόν τον κλάδο περιλαμβάνει, εκτός από το ισχυρό στην Ελλάδα εφοπλιστικό κεφάλαιο, και τη διαδικασία της διαμετακόμισης εμπορευμάτων προς άλλους προορισμούς. Πρόκειται για το γνωστό μοντέλο της «Ελλάδας ως πύλης εισόδου» εμπορευμάτων κι ενέργειας στην ΕΕ.
β) Ο ευρύς κλάδος του τουρισμού, που περιλαμβάνει από μεγάλα τουριστικά καταλύματα, τα τουριστικά χωριά και τις κρουαζιέρες, έως τον ιατρικό και τον εκπαιδευτικό τουρισμό.
γ) Ο κλάδος της ενέργειας, από την εξόρυξη των ενεργειακών κοιτασμάτων που φαίνεται ότι βρίσκονται στη χώρα, μέχρι την παραγωγή ενέργειας, κυρίως από ΑΠΕ, αλλά και την αξιοποίηση της γεωστρατηγικής θέσης της χώρας για τη μεταφορά ενεργειακών εμπορευμάτων προς την ΕΕ.
δ) Το λεγόμενο αγροδιατροφικό σύμπλεγμα, η παραγωγή και η τυποποίηση αγροτικών προϊόντων και γενικότερα η βιομηχανία τροφίμων, με κεντρικό στόχο τον εξαγωγικό προσανατολισμό στον κλάδο αυτό. Δίνεται έμφαση στον κλάδο της ιχθυοκαλλιέργειας.
ε) Ο κλάδος των κατασκευών αναμένεται να διαδραματίσει ένα σημαντικό ρόλο, όχι ωστόσο στα επίπεδα που βρισκόταν πριν την εκδήλωση της κρίσης. Ειδικότερα η ανάπτυξη νέων τουριστικών εγκαταστάσεων και υποδομών απαιτεί σημαντική κατασκευαστική δραστηριότητα.
στ) Τέλος, μια ολόκληρη σειρά από επιμέρους μικρότερης εμβέλειας οικονομικές δραστηριότητες, υποστηρικτικές των παραπάνω (λ.χ., μονάδες συναρμολόγησης τελικών εμπορευμάτων για να έχουν ευρωπαϊκή πιστοποίηση κλπ.), αναμένεται να συνθέσουν το παζλ των καπιταλιστικών επενδύσεων της επόμενης περιόδου στη χώρα, ενώ και η παραγωγή φαρμάκων (κυρίως αντιγράφων) φωτογραφίζεται ως κλάδος προτεραιότητας.
Η καπιταλιστική ανάπτυξη στους συγκεκριμένους κλάδους δε θα έχει φιλολαϊκό προσανατολισμό και αποτέλεσμα. Η αναμενόμενη αύξηση του παραγόμενου προϊόντος δε θ’ αξιοποιηθεί για να καλύψει τις διευρυνόμενες λαϊκές ανάγκες.
Για παράδειγμα, η σχεδιαζόμενη ανάπτυξη του τουριστικού τομέα δε στοχεύει στην ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών για ανάπαυση, αλλά στην «εξωστρέφεια», δηλαδή στην προσέλκυση τουρισμού από το εξωτερικό με στόχο το μεγαλύτερο ποσοστό κέρδους. Την ίδια στιγμή, αναγκαίος όρος για την προώθηση αυτών των επενδύσεων είναι η διασφάλιση φθηνότερης εργατικής δύναμης ώστε να επιτυγχάνεται η κερδοφορία των επενδύσεων των ομίλων, με χαμηλότερες, ανταγωνιστικότερες τιμές σε σχέση μ’ εκείνες των γειτονικών χωρών (π.χ., Τουρκία).
Η ΦΘΗΝΟΤΕΡΗ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΔΥΝΑΜΗ ΩΣ ΒΑΣΙΚΗ ΣΥΝΙΣΤΩΣΑ ΤΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ
Η φθηνότερη εργατική δύναμη και η αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης είναι ο θεμελιακός μηχανισμός αύξησης της κερδοφορίας του κεφαλαίου σε συνθήκες έντασης του διεθνούς ανταγωνισμού και μεγαλύτερης δυσκολίας να επανέλθουν οι ευρωπαϊκές και όχι μόνο οικονομίες σε επίπεδα παραγωγής μεγαλύτερα των προ κρίσης. Μετά από τη δραστική μείωση των μισθών την τελευταία περίοδο, λαμβάνονται και νέα μέτρα σ’ αυτήν την κατεύθυνση. Η κυβέρνηση έχει συμφωνήσει με την ΕΕ να προωθήσει ένα σχετικό πακέτο μέτρων, κομμάτι του οποίου ενσωματώθηκε και στον πολυνόμο που ψηφίστηκε στις αρχές του Απρίλη. Βασικές συνιστώσες είναι οι σημαντικές μειώσεις των εργοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών σχεδόν κατά 3% κι επιπλέον μείωση των ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων κατά 1%. Η δραστική αυτή περικοπή των εργοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών πρακτικά οδηγεί σε σημαντική περικοπή των εσόδων των ασφαλιστικών ταμείων και σε νέες δραστικές μειώσεις στις συντάξεις. Δεμένο μ’ αυτήν την εξέλιξη είναι και το κυβερνητικό σχέδιο για συνενώσεις των ασφαλιστικών ταμείων, δηλαδή για νέα περαιτέρω εξίσωση προς τα κάτω των παροχών των ταμείων.
Συγχρόνως προωθείται, μέσα στο 2014, πραγματική κατεδάφιση όσων δικαιωμάτων έχουν απομείνει, με πλήρη απελευθέρωση της λειτουργίας των επιχειρήσεων ενοικίασης εργαζομένων, κατάργηση των τριετιών και των μισθολογικών ωριμάνσεων για τους μακροχρόνια ανέργους, επαναφορά του εργοδοτικού lockout και σημαντική απελευθέρωση των ομαδικών απολύσεων. Η επίθεση στα δικαιώματα των μισθωτών αποτελεί βασικό μηχανισμό διασφάλισης φθηνότερης εργατικής δύναμης. Η εργασία των «μακροχρόνια ανέργων» χωρίς τριετίες, δηλαδή μόνιμα με τον κατώτατο μισθό των 586 ευρώ, σε μια οικονομία που το ποσοστό ανεργίας υπερβαίνει το 27% και το ποσοστό της μακροχρόνιας ανεργίας φτάνει πλέον το 71% των ανέργων, ισοδυναμεί με δραστική μείωση της τιμής της εργατικής δύναμης, αφού θα συμπαρασύρει το σύνολο των μισθών προς αυτά τα επίπεδα, ειδικά αν συμπεριλάβει κανείς την απελευθέρωση απολύσεων και την αποδόμηση των όποιων προστατευτικών δικλείδων υπήρχαν στην εργατική νομοθεσία. Στην ίδια κατεύθυνση εξάλλου εντάσσονται και τα μέτρα προώθησης της πολιτικής της ΕΕ για την απελευθέρωση των επαγγελμάτων, για παράδειγμα των μηχανικών, που εντάχτηκαν στον εν λόγω πολυνόμο. Η προώθηση της απελευθέρωσης στοχεύει στη θωράκιση της ανταγωνιστικότητας των ομίλων, με διπλό τρόπο: Από τη μία η απελευθέρωση, τελικά, καθιστά όλο και πιο δύσκολη την εργασία των αυτοαπασχολούμενων στον κλάδο και αντικειμενικά επιταχύνει τη συγκέντρωση και τη συγκεντροποίηση στον κλάδο, εξασφαλίζοντας νέα επενδυτικά πεδία για τους μεγάλους ομίλους. Από την άλλη, η προλεταριοποίηση των αυτοαπασχολούμενων και η προς τα κάτω εξίσωση δικαιωμάτων, μέσα από την απελευθέρωση, οδηγεί σε σημαντική πίεση των μισθών προς τα κάτω συνολικά στον κλάδο.
Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ
Εξετάζοντας τη δημοσιονομική πολιτική, έχει κρίσιμη σημασία να κατανοηθεί η ταξική φύση του προϋπολογισμού ως εργαλείου αναδιανομής προς όφελος του μεγάλου κεφαλαίου.
Τη συζήτηση για το πρωτογενές πλεόνασμα του 2013, για το οποίο έχει γίνει πολύς λόγος, πρέπει να την δούμε υπ’ αυτό το πρίσμα. Το πραγματικό ερώτημα και δίλλημα δεν είναι το ύψος του πρωτογενούς πλεονάσματος και το ποσοστό που θα διανεμηθεί, οι πιθανές λογιστικές αλχημείες για να εμφανιστεί και να διευρυνθεί το πρωτογενές πλεόνασμα, αλλά ποιος πληρώνει τον κρατικό προϋπολογισμό από τη μια και ποιος ωφελείται από αυτόν. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι, στη βάση των προαναφερθέντων νέων μέτρων για το 2014 -στην πραγματικότητα στη βάση της χρεοκοπίας του λαού- το πρωτογενές πλεόνασμα εκτιμάται ότι θ’ απογειωθεί στα 4,2 δισ. ευρώ (από 1,5 δισ. ευρώ για το 2013) και θα φτάσει στο 2,3% του ΑΕΠ (από 0,8% φέτος).
Γενικά, ο κρατικός προϋπολογισμός του 2014, ως εργαλείο της δημοσιονομικής διαχείρισης, επιδεινώνει περαιτέρω την κατάσταση των εργαζομένων. Περιλαμβάνει συνολικά μέτρα ακόμη 5,3 δισ. ευρώ μέσα από τη φοροαφαίμαξη των λαϊκών στρωμάτων και τη δραστική συρρίκνωση των κονδυλίων για την κάλυψη των λαϊκών αναγκών. Από αυτά, τα 2,1 δισ. ευρώ αφορούν την αύξηση των φορολογικών εσόδων και θα προέλθουν από την αύξηση της φορολογίας των μισθωτών, συνταξιούχων, αυτοαπασχολούμενων και αγροτών, εξαιτίας του νέου νόμου για τη φορολογία εισοδήματος, που προβλέπει την καθιέρωση νέων φορολογικών συντελεστών ιδιαίτερα για τους ελεύθερους επαγγελματίες και τους αγρότες. Επιπλέον έσοδα θα προέλθουν και από τη φορολογία των ακινήτων, η οποία θα επεκταθεί σ’ όλα τα ακίνητα και τ’ αγροτεμάχια, επιβαρύνοντας ιδιαίτερα τη μικρή ιδιοκτησία. Την ίδια ώρα διευρύνονται οι φοροαπαλλαγές προς το μεγάλο κεφάλαιο. Τα υπόλοιπα 3,2 δισ. ευρώ αφορούν τη μείωση των δαπανών για την υγεία, την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, τα προνοιακά επιδόματα και τη χρηματοδότηση των ασφαλιστικών ταμείων.
Ωστόσο, πέραν των δημοσιονομικών μέτρων του προϋπολογισμού του 2014, είναι ανοιχτό το ενδεχόμενο λήψης νέων πρόσθετων μέτρων δημοσιονομικού χαρακτήρα την επόμενη περίοδο. Η ανάγκη πρόσθετων μέτρων αφορά τους στόχους εσόδων - εξόδων που έχουν τεθεί με βάση το Πρόγραμμα Οικονομικής Πολιτικής (το λεγόμενο δημοσιονομικό κενό), καθώς και τ’ απαιτούμενα κεφάλαια για την αποπληρωμή των δανειακών υποχρεώσεων του επόμενου διαστήματος (το λεγόμενο χρηματοδοτικό κενό). Ήδη, στις αρχές Απρίλη, με τον πολυνόμο που ψηφίστηκε, προωθήθηκαν μια σειρά φορολογικές ρυθμίσεις κυρίως μονιμοποίηση ρυθμίσεων που είχαν τάχα έκτακτο χαρακτήρα (εισφορά αλληλεγγύης κλπ.) και στην ουσία συνιστούν πρόσθετα μέτρα.
Ενδέχεται ωστόσο, να συμπεριληφθεί νέο πακέτο μέτρων σε μια συνολική αναθεώρηση του δανειακού προγράμματος. Πιθανό σενάριο είναι ένα τρίτο μνημόνιο, με το οποίο θα ελαττώνεται το ύψος του δανεισμού και τα επιτόκια ή θα επιμηκύνεται ο χρόνος αποπληρωμής, θα μειώνονται συνεπώς οι ανάγκες για αυξημένους τόκους τα επόμενα χρόνια, αλλά και θα περιλαμβάνονται νέα μέτρα περιορισμού των δημόσιων δαπανών, που θ’ αποβαίνουν όχι σε βάρος του κεφαλαίου, αλλά των κοινωνικών αναγκών. Οι πρόσφατες δηλώσεις Ευρωπαίων πολιτικών (π.χ., Σόιμπλε) επιβεβαιώνουν την πιθανότητα ενός τέτοιου ενδεχόμενου.
Πρέπει να σταθούμε και στην έκδοση κρατικών ομολόγων ύψους 2,5 δισ. που προχώρησε το ΥΠΟΙΚ στις αρχές Απρίλη και αναγορεύτηκε από την κυβέρνηση και μερίδα του αστικού Τύπου ως «μεγάλη επιτυχία», «ως επισφράγισμα των αγορών στο «ελληνικό success story». Καταρχάς, σε τεχνικό επίπεδο, η έκδοση αφορά ομόλογο σχετικά μικρής χρονικής διάρκειας (5 χρόνια), που θα πρέπει ν’ αποπληρωθεί πριν τελειώσει η «περίοδος χάριτος» για τα δάνεια από την ΕΕ, δηλαδή σε μια περίοδο σχετικά χαμηλότερων απαιτήσεων για τοκοχρεολύσια. Επίσης, η έκδοση είναι υπό αγγλικό δίκαιο και όχι υπό ελληνικό, που σημαίνει ότι δεν υπόκειται σε κίνδυνο «κουρέματος» από ελληνικής πλευράς. Τέλος, το ποσό είναι πολύ μικρό, μόλις 2,5 δισ., ποσό πολύ μικρότερο από τον κύριο όγκο του ελληνικού χρέους ή το ύψος των τοκοχρεολυσίων που αποπληρώνονται ετησίως. Συνυπολογίζοντας και τις τρεις παραμέτρους, μπορούμε να εκτιμήσουμε ότι η κυβερνητική θέση για «γενική εμπιστοσύνη των αγορών στην ελληνική ανάκαμψη» λόγω της έκδοσης των ομολόγων είναι παρακινδυνευμένη. Οι τραπεζικοί όμιλοι τοποθετούν ένα μικρό ποσό κεφαλαίων -πρακτικά με εξασφαλισμένη επιστροφή και υψηλή απόδοση- και η κυβέρνηση αξιοποιεί την έκδοση προπαγανδιστικά για να τονίσει την επιτυχία του κυβερνητικού προγράμματος εξόδου από την κρίση.
Η κριτική μας στη συγκεκριμένη εξέλιξη δε βασίζεται στην παραπάνω τεχνική τεκμηρίωση, αλλά επικεντρώνεται στον ενδογενώς αντιλαϊκό χαρακτήρα της καπιταλιστικής ανάπτυξης, που αναφέραμε προηγουμένως, και στην ταξική φύση του κρατικού προϋπολογισμού και των κρατικών δαπανών. Είναι κρίσιμο να κατανοηθεί από τους εργαζομένους ότι η διασφάλιση φθηνότερου χρήματος μέσω των αγορών δε θα αξιοποιηθεί για την επαναφορά του εργατικού και λαϊκού εισοδήματος στο προ κρίσης επίπεδο, αλλά θα αξιοποιηθεί για την περαιτέρω χρηματοδότηση των μονοπωλιακών ομίλων και της καπιταλιστικής ανάπτυξης.
Τον ίδιο προσανατολισμό, της βελτίωσης των όρων χρηματοδότησης του κεφαλαίου και ενίσχυσης της καπιταλιστικής ανάπτυξης, έχει και το «ελληνικό επενδυτικό ταμείο» που θα ξεκινήσει να λειτουργεί στις αρχές Ιούνη. Το συγκεκριμένο ταμείο αποτελεί όχημα με το οποίο θα χρηματοδοτούν καπιταλιστικές επενδύσεις σε συγκεκριμένους τομείς η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων και η γερμανική KfW, η οποία ενδέχεται ν’ αναλάβει και τη διεύθυνση του ταμείου.5 Η «αυστηρή προσήλωση του Ταμείου σε χρηματοδοτήσεις με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια», την οποία τόνισε στην υπογραφή της συμφωνίας ο αντιπρόεδρος της KfW, αποδεικνύει, για μια ακόμα φορά, πως στον καπιταλισμό κριτήριο του τραπεζικού δανεισμού είναι το ποσοστό κέρδους και όχι οι λαϊκές ανάγκες. Μοναδικοί κερδισμένοι από το εν λόγω ταμείο θα είναι το κεφάλαιο, που ενδέχεται να βελτιώσει τους όρους δανεισμού του, και οι κάθε λογής επενδυτές που θα συνεισφέρουν κεφάλαια στο ταμείο εξασφαλίζοντας μεγάλα κέρδη.
ΠΡΟΩΘΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΤΩΝ «ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΕΩΝ»
Βασικό συστατικό της κρατικής πολιτικής είναι η προώθηση μιας σειράς κρατικών ρυθμίσεων που στόχο έχουν να διευκολύνουν τις καπιταλιστικές επενδύσεις και να θωρακίσουν την κερδοφορία τους.
Η ενσωμάτωση των λεγόμενων προτάσεων ΟΟΣΑ για την ανταγωνιστικότητα μέσα στον πολυνόμο - «σκούπα» που ψήφισε η κυβέρνηση στις αρχές Απρίλη είναι χαρακτηριστική περίπτωση. Η δέσμη προτάσεων του ΟΟΣΑ αφορούσε τέσσερις τομείς: Τον τομέα επεξεργασίας τροφίμων, τη λιανική πώληση, τον τομέα των δομικών υλικών και τον τομέα του τουρισμού. Τα προτεινόμενα μέτρα του ΟΟΣΑ στοχεύουν στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της κερδοφορίας των ομίλων, στην επιτάχυνση της συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης, στην άρση φραγμών που δυσχέραιναν τη διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Σε ορισμένες ωστόσο περιπτώσεις, οι προτάσεις του ΟΟΣΑ αντιμετωπίστηκαν με επιφύλαξη από ορισμένα τμήματα του κεφαλαίου. Χαρακτηριστικές είναι οι πολλαπλές αρνητικές αναφορές του προέδρου του ΤΕΕ Χ. Σπίρτζη στην καθιέρωση ευρωπαϊκών προτύπων στα δομικά υλικά που προτείνεται στις προτάσεις του ΟΟΣΑ (π.χ., αναφέρεται ότι η εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας με τα ευρωπαϊκά πρότυπα θα οδηγήσει σε άρση φραγμών εισόδου σε παραγωγούς τσιμέντου και πρόσθετων), και η αντίθεση και διαπάλη σχετικά με το γάλα (βλέπε «Ριζοσπάστη», 13 Απρίλη 2014).
Η κυβερνητική διαχειριστική πολιτική στοχεύει στην επιτάχυνση των αποκρατικοποιήσεων, τόσο γης όσο και κρατικών μεριδίων σε επιχειρήσεις, όπως στη ΔΕΗ, με ταυτόχρονη προώθηση μεταρρυθμίσεων στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Σ’ αυτήν την κατεύθυνση, προτάσσοντας ως αιτιολόγηση τον «εξορθολογισμό των τιμολογιακών πολιτικών για να εξασφαλιστεί η επαρκής ανάκτηση του κόστους», προωθεί νέες δραστικές αυξήσεις στα τιμολόγια για τους λαϊκούς καταναλωτές. Ήδη προχώρησε η πώληση του χώρου του Ελληνικού στον όμιλο Λάτση και δρομολογείται η πώληση επιχειρήσεων ύδρευσης Αθήνας και Θεσσαλονίκης, της ΤΡΑΙΝΟΣΕ κ.ά.
Η πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων γης και κρατικών επιχειρήσεων δεν αποτελεί μια τυχαία επιλογή της σημερινής κυβέρνησης και της σημερινής μορφής διαχείρισης. Αντίθετα, η πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων προωθείται σε ολόκληρη την ΕΕ, όλο το προηγούμενο διάστημα, και κωδικοποιείται σε όλα τα κείμενα που κατευθύνουν την πολιτική της ΕΕ.
Τέλος, την περίοδο αυτή προωθούνται και οι ρυθμίσεις που αφορούν το δεύτερο γύρο ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών. Το βάθεμα της κρίσης, το νέο κούρεμα των κρατικών ομολόγων και οι νέες επισφάλειες οδηγούν σε νέο γύρο απαξίωσης του κεφαλαίου στον τραπεζικό τομέα, καθιστώντας στην πραγματικότητα απαραίτητη τη νέα ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών για τη διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου (βλέπε «Ριζοσπάστη» 6 Απρίλη 2014).