«Πρόκειται για μια διαδικασία που, όσον αφορά το κόμμα μας, περιέχει, εκτός από νομοθετικές παρεμβάσεις, και την προετοιμασία για πολιτικές συνεργασίες. Η απλή αναλογική –περισσότερο από κάθε άλλο σύστημα– προϋποθέτει τη σοβαρή και έγκαιρη επεξεργασία μιας πολιτικής συμμαχιών άξιας του ονόματός της και όχι της τελευταίας στιγμής».
Η παραπάνω φράση από τις Θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ αποτυπώνει με ειλικρίνεια –αν και όχι πληρότητα– τις βασικές κυβερνητικές επιδιώξεις γύρω από το ζήτημα της απλής αναλογικής, η οποία μάλιστα υποτίθεται ότι θεσπίστηκε και νομοθετικά (με τη διατήρηση του «πλαφόν» του 3% που είχε θεσπίσει ο Κων. Μητσοτάκης) και επιδιώκεται να θεσπιστεί και συνταγματικά.
Αυτή η προσαρμογή του εκλογικού συστήματος αυξάνει αντικειμενικά την πίεση για ευρύτερες συναινέσεις και μείωση των «μικροκομματικών» σκοπιμοτήτων των αστικών κομμάτων. Αυτό άλλωστε προβάλλεται ως στόχος όχι μόνο από τις Θέσεις, αλλά και απ’ όλα τα κυβερνητικά στελέχη που διαφημίζουν την εμβάθυνση της σύμπνοιας μεταξύ των (αστικών) κομμάτων ως προϋπόθεση της πολυπόθητης (για τους καπιταλιστές) κερδοφορίας. Ο εισηγητής του ΣΥΡΙΖΑ (Γ. Γκιόλας) υπερασπίστηκε ως εξής την υποτιθέμενη «απλή αναλογική» του σχετικού νομοσχεδίου στη Βουλή: «Η απλή αναλογική κατατείνει σε κυβερνήσεις συνεργασίας που ενισχύουν την κυβερνητική σταθερότητα και την κοινωνική συνοχή και ειρήνη». Αλλά και η κυβερνητική εφημερίδα σημείωνε εκείνες τις μέρες («Αυγή», 17 Ιούλη) σε άρθρο με τίτλο «Σταθερές κυβερνήσεις με απλή αναλογική»: «Με το συνδυασμό της απλής αναλογικής και της Συνταγματικής Αναθεώρησης προσδοκά η κυβέρνηση να χτίσει το νέο πολιτικό σκηνικό, που θα έχει ως αποτέλεσμα σταθερές κυβερνήσεις συνεργασίας και διεύρυνσης της αντιπροσωπευτικότητας της ψήφου».
Ωστόσο και σε αυτό το ζήτημα ο ΣΥΡΙΖΑ λέει τη μισή αλήθεια. Αν ήταν άλλωστε αυτή ολόκληρη η αλήθεια, τότε ο ΣΥΡΙΖΑ θα είχε ψηφίσει την ίδια ουσιαστικά πρόταση που είχε καταθέσει το ΠΑΣΟΚ ακριβώς πριν ένα χρόνο και η οποία συμπεριλάμβανε την κατάργηση του μπόνους των 50 εδρών14. Αλλά μάλλον τότε αυτό δε συνέπιπτε με τις εκλογικές του επιδιώξεις (λίγο μετά, το Σεπτέμβρη, κήρυξε πρόωρες εκλογές) και προσδοκίες. Αντίθετα, τώρα υπολογίζει ότι με το νέο εκλογικό σύστημα θα μπορεί πιο εύκολα να διατηρήσει κομβικό ρόλο στο πολιτικό σκηνικό, ακόμα κι αν έρθει δεύτερος στις εκλογές, αφού, όπως αποδεικνύεται, έχει αρκετά ευρεία δεξαμενή πιθανής στήριξης από άλλα αστικά κόμματα.15
Εννοείται ότι και οι αντιδράσεις της ΝΔ στο νέο εκλογικό νόμο δεν έχουν να κάνουν με την άρνηση της αναγκαιότητας αύξησης της κυβερνητικής σταθερότητας, αλλά με την αμφισβήτηση του κατά πόσο μπορεί να συμβεί αυτό μέσω της αύξησης της αναλογικότητας του εκλογικού συστήματος στις συνθήκες του σημερινού συσχετισμού κοινοβουλευτικών εδρών. Εννοείται ότι η στάση της ΝΔ συνδέεται και με την επιθυμία της να αξιοποιήσει άμεσα το μπόνους των 50 εδρών, αφού υπολογίζει ότι θα εκλεγεί πρώτο κόμμα στις επόμενες εκλογές.
Από τα παραπάνω βγαίνει το συμπέρασμα ότι, όταν ο ΣΥΡΙΖΑ και όλα τα υπόλοιπα αστικά κόμματα κάνουν λόγο για «δίκαιο εκλογικό σύστημα», πάντα εννοούν τα εξής δύο πράγματα: Το εκλογικό σύστημα που θεωρούν ότι υπηρετεί με τον καλύτερο κάθε φορά τρόπο την ικανότητα του αστικού κράτους να δρα προς όφελος του κεφαλαίου και το εκλογικό σύστημα που υπηρετεί με τον καλύτερο κάθε φορά τρόπο τις κομματικές τους επιδιώξεις. Σε κάθε περίπτωση, η αύξηση του βαθμού αναλογικότητας του εκλογικού νόμου δεν υπηρετεί την ενίσχυση της λαϊκής βούλησης, αλλά επιχειρείται να λειτουργήσει ως επιταχυντής προσαρμογής του αστικού πολιτικού συστήματος στις σημερινές ανάγκες σχηματισμού κυβερνήσεων συνεργασίας, μεγάλων (ή μικρότερων) συνασπισμών σαν αυτές που σχηματίζονται σε άλλες καπιταλιστικές χώρες όπως η Γερμανία, το Βέλγιο κλπ.
Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί ότι ο ΣΥΡΙΖΑ στις παραπάνω επιδιώξεις του αξιοποιεί το γεγονός ότι το σύνθημα της απλής αναλογικής – το οποίο ήταν σωστό – προβλήθηκε για πολλά χρόνια, ιδιαίτερα από το 1974 και μετά, ως ένα εκλογικό σύστημα που μπορεί να αξιοποιηθεί από το λαό για φιλολαϊκές αλλαγές, ως σύνθημα «εκδημοκρατισμού του πολιτικού συστήματος» ή ως κρίκος θετικών για το λαό εξελίξεων. Υποτιμήθηκε το γεγονός ότι ακόμα και το πιο γνήσια αναλογικό εκλογικό σύστημα δεν έχει καμία σχέση με την άσκηση της λαϊκής κυριαρχίας, αλλά λειτουργεί εκβιαστικά και αποπροσανατολιστικά προβάλλοντας ως βασικό κριτήριο ψήφου την ανάδειξη κυβερνητικού διαχειριστή του καπιταλισμού.
Τα παραπάνω «παιχνίδια» με το εκλογικό σύστημα και οι σχετικές διεργασίες ανάμεσα στα αστικά κόμματα αποτελούν «καθρέφτη» της πραγματικής ουσίας τόσο των αστικών εκλογών όσο και του αστικού κοινοβουλίου και της αστικής δημοκρατίας γενικά. Αυτό σημειώνεται, γιατί στις Θέσεις η ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ δείχνει να αγωνιά για την «υγεία» του κοινοβουλίου και γι’ αυτό προτάσσει την ενίσχυση του ρόλου του.
Εδώ όμως τίθεται το ερώτημα; Όταν το κοινοβούλιο ψήφιζε το Μνημόνιο του ΣΥΡΙΖΑ (το οποίο, υπενθυμίζουμε, πήρε την ψήφο και των ΝΔ, ΠΟΤΑΜΙ, ΑΝΕΛ και ΠΑΣΟΚ) δεν ήταν αρκετά ισχυρό; Όταν ψήφιζε όλους τους εφαρμοστικούς νόμους των Μνημονίων –και όχι μόνο– που τσακίζουν τα λαϊκά δικαιώματα, δεν ήταν αρκετά ισχυρό; Το αστικό κοινοβούλιο δυστυχώς είναι πανίσχυρο ακόμα, τόσο ως όργανο αστικής εξουσίας όσο και στις εργατικές-λαϊκές συνειδήσεις. Και λόγω αυτής της ισχύος του είναι πολύ αποτελεσματικό στο ρόλο του, που είναι ένας και μοναδικός: Η οικοδόμηση του νομοθετικού οπλοστασίου που υπηρετεί την καπιταλιστική κερδοφορία. Όσο πιο δυνατό είναι το κοινοβούλιο ως θεσμός, αλλά και στις συνειδήσεις του λαού, τόσο καλύτερα θα υπηρετεί αυτόν το σκοπό.
Με άλλα λόγια, το πρόβλημα από τη σκοπιά των λαϊκών συμφερόντων δεν είναι η έλλειψη ισχύος, αλλά η πολύ μεγάλη ισχύς του κοινοβουλίου ως οργάνου της αστικής δημοκρατίας, δηλαδή της δικτατορίας της αστικής τάξης. Φυσικά, ο ΣΥΡΙΖΑ, όταν κάνει λόγο για αδύναμο κοινοβούλιο, εννοεί, μεταξύ άλλων, και την «επιβολή» μέτρων από τους λεγόμενους θεσμούς, τα οποία «αναγκάζεται» να επικυρώνει το κοινοβούλιο. Την ίδια στιγμή αποκρύπτει βέβαια ότι αυτά τα μέτρα απορρέουν από τις ανάγκες της αστικής διαχείρισης, στο πλαίσιο βέβαια των ανισότιμων διακρατικών σχέσεων που πάντα κυριαρχούν στον καπιταλισμό.
Στο πλαίσιο αυτό, μπορούμε να καταλάβουμε και τι αντίκρισμα έχουν για το λαό προτάσεις σαν αυτές που κατέθεσε ο Α. Τσίπρας στην εκδήλωση για τη Συνταγματική Αναθεώρηση, περί περιορισμού στις δύο των θητειών των βουλευτών ή περί της υποχρέωσης πρωθυπουργός να ορίζεται «αποκλειστικά αιρετός από το λαό, δηλαδή μόνο εν ενεργεία βουλευτής». Πόσο φιλολαϊκά έδρασε αλήθεια το γεγονός ότι οι Γ. Παπανδρέου, Α. Σαμαράς, Ε. Βενιζέλος, Α. Τσίπρας κλπ. ήταν «αιρετοί από το λαό» και «εν ενεργεία βουλευτές»; Ή πόσο διαφορετική από αυτή των εκλεγμένων ήταν η διαχείριση των λεγόμενων μη εκλεγμένων τεχνοκρατών, του πρωθυπουργού Λ. Παπαδήμου και του υπουργού Οικονομικών Γ. Στουρνάρα;
Ας ξεχάσουμε προς το παρόν τα παραπάνω και ας δούμε για λίγο με αστικά «γυαλιά» τι μπορεί να εννοεί ο ΣΥΡΙΖΑ με αυτήν την «ενίσχυση του ρόλου του κοινουβουλίου». Στις Θέσεις αναφέρεται: «Τις τελευταίες δεκαετίες, ιδίως την τελευταία πενταετία, ο αυτόνομος ελεγκτικός και νομοθετικός ρόλος του Κοινοβουλίου έχει υποβαθμιστεί. Χρειάζονται, λοιπόν, θεσμικές παρεμβάσεις, σήμερα με τον Κανονισμό της Βουλής, κατόπιν με την αναθεώρηση του Συντάγματος, ώστε η Βουλή των Ελλήνων να γίνει το κέντρο των πολιτικών διεργασιών». Αν ο ΣΥΡΙΖΑ έχει τέτοιες ανησυχίες, γιατί έφερε το 3ο Μνημόνιο προς ψήφιση στις 14 Αυγούστου 2016 και τη νέα δανειακή σύμβαση την περίοδο του Πάσχα; Γιατί εμπόδιζε να συζητηθούν στη Βουλή προτάσεις νόμου, όπως αυτή του ΚΚΕ για την κατάργηση των μνημονίων και των εφαρμοστικών νόμων;
Η υποκρισία των παραπάνω διατυπώσεων «βγάζει μάτι». Ωστόσο το θέμα δεν είναι εδώ η υποκρισία του ενός ή του άλλου αστικού κόμματος, αλλά η υποκρισία που βρίσκεται στο DNA του αστικού κοινοβουλευτισμού και της αστικής δημοκρατίας. Όπως έχει αποδειχτεί επανειλημμένα, η αστική δημοκρατία αποτελεί μορφή της κυριαρχίας της τάξης των καπιταλιστών και μάλιστα –τις περισσότερες φορές– την πιο κατάλληλη μορφή.
Η αστική δημοκρατία έχει στο αίμα της αυτήν την υποκρισία ακριβώς γιατί βασίζεται στην τυπική ισότητα (εκλογική, νομική κλπ.) σε μια κοινωνία που είναι δομημένη στο έδαφος της ουσιαστικής (ταξικής) ανισότητας. Αυτή η τελευταία αποτελεί απόρροια της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής και του επακόλουθου διαχωρισμού της κοινωνίας σε δύο μεγάλες κοινωνικές ομάδες, αυτούς που έχουν στα χέρια τους τα μέσα παραγωγής (αστική τάξη) και αυτούς που δεν έχουν στα χέρια τους μέσα παραγωγής και αναγκάζονται να πουλήσουν την εργατική τους δύναμη στους πρώτους (εργατική τάξη).
Αυτή η ανισότητα δεν αποτυπώνεται μόνο στο εισόδημα και τον τρόπο ζωής, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο αυτή η κοινωνία αποφασίζει. Με απλά λόγια, ενώ τυπικά η ψήφος ενός καπιταλιστή και η ψήφος ενός εργαζόμενού του έχουν την ίδια βαρύτητα, ουσιαστικά η ψήφος του πρώτου έχει πολλαπλάσια βαρύτητα από αυτή του δεύτερου και σε μεγάλο βαθμό την επικαθορίζει, γιατί η τάξη του έχει στα χέρια της την οικονομική εξουσία, τον κρατικό μηχανισμό, τους μηχανισμούς ιδεολογικής χειραγώγησης (Εκκλησία, ΜΜΕ, εκπαιδευτικό σύστημα κλπ.). Παράλληλα, οι εργαζόμενοι τείνουν, σε μη επαναστατικές συνθήκες, να θεωρούν αιώνια την πώληση της εργατικής τους δύναμης στους καπιταλιστές, τείνουν δηλαδή να θεωρούν αιώνιο τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, αντίληψη που καθορίζει σε μεγάλο βαθμό και το εκλογικό τους κριτήριο.
Παρόλ’ αυτά, το ΚΚΕ αξιοποιεί τις αστικές εκλογές και τα κάθε είδους δικαιώματα της αστικής δημοκρατίας προς όφελος της βελτίωσης του συσχετισμού δυνάμεων και της παρεμπόδισης των αστικών επιδιώξεων, προς όφελος της διεύρυνσης της εργατικής, λαϊκής αντικαπιταλιστικής πρωτοπορίας και της συγκέντρωσης δυνάμεων, προς όφελος της ανάδειξης της δυνατότητας και αναγκαιότητας της κομμουνιστικής οργάνωσης της οικονομίας και της κοινωνίας.
Το μεγάλο πλεονέκτημα της αστικής δημοκρατίας, σε αντίθεση με άλλες μορφές ταξικής κυριαρχίας των καπιταλιστών, είναι ότι η συγκεκριμένη μορφή δημιουργεί επίφαση καθοριστικής συμμετοχής των εργαζομένων στις αποφάσεις μέσω των κάθε είδους εκλογών. Όσον αφορά τα όρια αυτής της δημοκρατικότητας του κοινοβουλίου και του συνολικού αστικού πολιτικού συστήματος, αυτά καθορίζονται σε κανονικές συνθήκες κυρίως από τα δεδομένα που δημιουργεί η καπιταλιστική κερδοφορία σε κάθε χώρο και χρόνο (φυσικά μέσα σε αυτά τα όρια σημαντικό ρόλο παίζουν παράγοντες όπως ο συσχετισμός δυνάμεων και η πολιτική συμμαχιών, ενώ σε συνθήκες που απειλείται η αστική εξουσία τέτοιοι παράγοντες παίζουν τον καθοριστικό ρόλο). Αυτό είναι το «ζύγι» στο οποίο μπαίνει τόσο το πολίτευμα στον καπιταλισμό όσο και ο βαθμός της συλλογικότητας στο ίδιο το πλαίσιο της αστικής δημοκρατίας. Αυτό αναδεικνύεται τα τελευταία χρόνια, όπου τα «ζόρια» της καπιταλιστικής κερδοφορίας και η επιτακτικότητα της φιλοαστικής νομοθετικής δραστηριότητας έχουν μετατρέψει ορισμένες κοινοβουλευτικές διαδικασίες σε περιττή πολυτέλεια. Τόσο η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ παλιότερα όσο και οι ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ σήμερα έχουν μονιμοποιήσει στην πράξη τις διαδικασίες «fast track», τις κατ’ επιλογή συζητήσεις νομοσχεδίων και τις ψηφίσεις νόμων σε «νεκρές» περιόδους. Η αστική δημοκρατία αποτελεί συστατικό μέρος και όχι αντιθετικό στοιχείο της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Στο εσωτερικό των εργασιακών χώρων αποκαλύπτεται το πραγματικό «βάρος» όλων όσων κατά τις πολυποίκιλες ψηφοφορίες φαίνονται ίσοι. Εδώ φαίνονται και τα όρια της «δημοκρατίας», η οποία εξαφανίζεται μονομιάς όταν απειληθούν τα συμφέροντα του καπιταλιστή.
Η «επέκταση» και «εμβάθυνση» –όπως και ο περιορισμός– της αστικής δημοκρατίας δε λαμβάνονται με κριτήριο τις λαϊκές ανάγκες. Φυσικά αυτό σε καμία περίπτωση δε σημαίνει ότι το λαϊκό κίνημα πρέπει να υιοθετεί παθητική και αδιάφορη στάση απέναντι στις εναλλαγές των μορφών της καπιταλιστικής εξουσίας, πόσο μάλλον απέναντι στον περιορισμό των λαϊκών και δημοκρατικών ελευθεριών. Το γεγονός της αναγνώρισης σημαντικών διαφορών μεταξύ των διαφορετικών μορφών διακυβέρνησης (π.χ. δυνατότητα λειτουργίας κομμάτων, συνδικάτων κλπ. σε συνθήκες αστικής δημοκρατίας) δεν πρέπει να κρύβει την κοινή τους ταξική ουσία, που άλλωστε αποκαλύπτεται στην εναλλαγή μεταξύ αυτών των μορφών διακυβέρνησης ανάλογα με τις ανάγκες της αστικής εξουσίας. Έτσι, η συνεπής πάλη γι’ αυτές τις ελευθερίες προϋποθέτει τη γνώση της ουσίας και των ορίων της αστικής δημοκρατίας.
Οι Θέσεις της ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ όχι μόνο αρνούνται τα παραπάνω, αλλά προβάλλουν και το βάθεμα της δημοκρατίας ως μέσο προσέγγισης του σοσιαλισμού: «Δεύτερο συστατικό του αριστερού προγράμματος αποτελεί επομένως η συνεχής επέκταση και εμβάθυνση της δημοκρατίας […] Η πάλη για την επέκταση και εμβάθυνση της δημοκρατίας είναι στοιχείο της πάλης για το σοσιαλισμό, τη βοηθά και ταυτόχρονα δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την ύπαρξή του».
Εδώ απλώς θα σημειώσουμε ότι ο σοσιαλισμός-κομμουνισμός (που καμία σχέση δεν έχει με αυτό που εννοεί ο ΣΥΡΙΖΑ ως σοσιαλισμό) προϋποθέτει τη ρήξη με την καπιταλιστική ιδιοκτησία και εξουσία σε όλες τους τις μορφές. Με άλλα λόγια, δεν αποτελεί το «ώριμο φρούτο» της αναπτυγμένης αστικής δημοκρατίας, αλλά το ακριβώς αντίθετό της. Το σοσιαλιστικό κράτος που θα οικοδομηθεί στο έδαφος του τσακίσματος (και όχι του «μετασχηματισμού») του αστικού κράτους αποτελεί ανώτερη μορφή δημοκρατίας, καθώς βασικό του χαρακτηριστικό αποτελεί η ενεργητική συμμετοχή των εργαζομένων στη διαμόρφωση και ανάπτυξη των κομμουνιστικών σχέσεων της νέας κοινωνίας. Αυτό το κράτος προϋποθέτει νέους θεσμούς, ριζικά διαφορετικούς από αυτούς της αστικής δημοκρατίας.